Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Κάθε προσχώρηση νέου κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνοδεύεται από την έκδοση μιας σειράς μεταβατικών μέτρων.
2. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν η Συνθήκη ροσχωρήσεως επιβάλλει την αρχή της άμεσης εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου στο νέο κράτος μέλος και στις σχέσεις μεταξύ του τελευταίου και των παλαιών κρατών μελών, είναι αδύνατο να αντικατασταθούν άνευ ετέρου από τη μια μέρα στην άλλη, σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από το κοινοτικό δίκαιο, οι προϊσχύσαντες κανόνες από νέους.
3. Το γεγονός της αδυναμίας αυτής και της αναγκαίας συνέπειάς του, που είναι η ανάγκη να καθοριστούν με προσοχή οι κατ' ιδίαν κανόνες σύμφωνα με τους οποίους ένα σύνολο κανόνων δικαίου θα αντικαταστήσει ένα άλλο, είναι ιδιαιτέρως προφανές στον γεωργικό τομέα.
4. ράγματι, το κανονιστικό πλαίσιο που αφορά την κοινή γεωργική πολιτική περιλαμβάνει, προς επίτευξη των σκοπών που ορίζονται στο άρθρο 33 ΕΚ, ένα ευρύ φάσμα μέτρων τα οποία, πέραν της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων, αποσκοπούν, σε πολλούς τομείς, στη δημιουργία ενός παρεμβατικού πλαισίου προκειμένου η παραγωγή είτε να ενθαρρυνθεί, μέσω διαφόρων ενισχύσεων, είτε, αντίθετα, να περιοριστεί, με την εφαρμογή ποσοστώσεων.
5. Η προσχώρηση ενός νέου κράτους μέλους συνεπάγεται τόσο την εμφάνιση νέων παραγωγών γεωργικών προϊόντων όσο και τη δημιουργία νέων αγορών για τα προϊόντα που καλύπτονται από τις διάφορες κοινές οργανώσεις αγορών, γεγονός που επιβάλλει τη λήψη ορισμένων μέτρων προσαρμογής.
6. Ωστόσο, η προσαρμογή αυτή δεν μπορεί, κατά κανόνα, να επιτευχθεί από τη μια μέρα στην άλλη, για τον λόγο δε αυτό επιβάλλεται η λήψη μεταβατικών μέτρων χάρη στα οποία μπορεί να αποφευχθεί, π.χ., η πρόκληση σοβαρής διαταραχής στην αγορά των παλαιών κρατών μελών προκειμένου για προϊόν υποκείμενο σε ποσοστώσεις παραγωγής, συνεπεία της διαθέσεως των αποθεμάτων που έχουν δημιουργηθεί στο νέο κράτος μέλος πριν από την προσχώρηση, οπότε η παραγωγή δεν υπέκειτο σε κανένα περιορισμό ή, αντίθετα, να αποφευχθεί η αθρόα εισροή στην αγορά του νέου κράτους μέλους, όπου δεν υφίστατο σύστημα ενισχύσεως στην παραγωγή, προϊόντων για τα οποία έχει χορηγηθεί τέτοια ενίσχυση στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως των αγορών και τα οποία, ως εκ τούτου, έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα το οποίο καθιστά αδύνατο για τους εγχώριους παραγωγούς να διαθέσουν τα αποθέματά τους.
7. ροκειμένου για τις προσχωρήσεις της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας που ίσχυσαν από 1ης Ιανουαρίου 1995, η ράξη περί των όρων προσχωρήσεως και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση (στο εξής: ράξη ροσχωρήσεως) δεν αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα αυτό.
8. Συγκεκριμένα, στο τέταρτο μέρος της, περιέχει τον τίτλο VI, ο οποίος αφορά στο σύνολό του τη γεωργία. Το άρθρο 1 αυτού, με αριθμό 137, ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:
«λην αντιθέτων διατάξεων της παρούσας ράξεως:
- οι συναλλαγές των νέων κρατών μελών μεταξύ τους, με τρίτες χώρες ή με τα σημερινά κράτη μέλη υπόκεινται στο καθεστώς που εφαρμόζεται για σημερινά κράτη μέλη. Το καθεστώς που εφαρμόζεται στην Κοινότητα με τη σημερινή της σύνθεση σε θέματα εισαγωγικών δασμών και φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος, ποσοτικών περιορισμών και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος εφαρμόζεται και στα νέα κράτη μέλη·
- τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την κοινή γεωργική πολιτική εφαρμόζονται πλήρως στα νέα κράτη μέλη.»
9. Ακολουθούν τα άρθρα 138 έως 150, τα οποία ακριβώς αποτελούν τις εν λόγω «αντίθετες διατάξεις της παρούσας ράξεως».
10. Το άρθρο 145, παράγραφος 2, της ράξεως ροσχωρήσεως προβλέπει τα εξής:
«Κάθε απόθεμα προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία στο έδαφος των νέων κρατών μελών την 1η Ιανουαρίου 1995, το οποίο υπερβαίνει την ποσότητα που μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει κανονικό απόθεμα μεταφοράς πρέπει να καταργηθεί δαπάναις των κρατών μελών στο πλαίσιο κοινοτικών διαδικασιών που θα καθοριστούν αργότερα και μέσα σε προθεσμίες που θα ταχθούν με τη διαδικασία του άρθρου 149, παράγραφος 1. Η έννοια του κανονικού αποθέματος μεταφοράς ορίζεται για κάθε προϊόν σε συνάρτηση με τα κριτήρια και τους στόχους κάθε κοινής οργάνωσης αγοράς.»
11. Το άρθρο 149, παράγραφος 1, της ράξεως ροσχωρήσεως ορίζει:
«Σε περίπτωση που απαιτούνται μεταβατικά μέτρα προκειμένου να διευκολυνθεί η μετάβαση από το καθεστώς που εφαρμόζεται σήμερα στα νέα κράτη μέλη στο καθεστώς που προκύπτει από την εφαρμογή της κοινής οργάνωσης αγορών υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο, τα μέτρα αυτά θεσπίζονται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 38 του κανονισμού αριθ. 136/66/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33, πλειστάκις τροποποιηθέντος)], ή, ανάλογα με την περίπτωση, στα αντίστοιχα άρθρα άλλων κανονισμών περί της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών. Τα μέτρα αυτά μπορούν να ληφθούν εντός περιόδου η οποία λήγει την 31η Δεκεμβρίου 1997, η δε εφαρμογή τους περιορίζεται μέχρι αυτή την ημερομηνία.»
12. Με βάση τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 3108/94, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τα μεταβατικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν λόγω της προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, όσον αφορά το εμπόριο γεωργικών προϊόντων .
13. Στο άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού ορίζονται τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 145, παράγραφος 2, της ράξης ροσχώρησης, και εφόσον δεν υπάρχει αυστηρότερη νομοθεσία σε εθνικό επίπεδο τα νέα κράτη μέλη επιβάλλουν δασμούς στους κατόχους πλεοναζόντων αποθεμάτων την 1η Ιανουαρίου 1995.
[...]
2. Για να προσδιοριστεί το πλεονάζον απόθεμα κάθε κατόχου, τα νέα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη κυρίως:
- τον μέσο όρο των αποθεμάτων που ήταν διαθέσιμα κατά τα έτη που προηγήθηκαν της ένταξης,
- τα ρεύματα των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη που προηγήθηκαν της ένταξης,
- τις συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκαν τα αποθέματα αυτά.
Η έννοια του πλεονάζοντος αποθέματος εφαρμόζεται επίσης στα αγροτικά προϊόντα που προορίζονται για την αγορά των νέων κρατών μελών.
3. Το ύψος της επιβάρυνσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ισούται:
- για ένα προϊόντα προέλευσης της Κοινότητας των Δώδεκα, με τη διαφορά μεταξύ της επιστροφής κατά την εξαγωγή που εφαρμόζεται στην Κοινότητα των Δώδεκα στις 31 Δεκεμβρίου 1994, και της επιβάρυνσης κατά την εισαγωγή που εφαρμόζεται στο νέο κράτος μέλος στις 31 Δεκεμβρίου 1994, εφόσον η πρώτη επιβάρυνση είναι υψηλότερη της δεύτερης,
[...]
4. Για τη σωστή εφαρμογή του δασμού που προβλέπεται στην παράγραφο 1, τα νέα κράτη μέλη προβαίνουν σε απογραφή των αποθεμάτων που είναι διαθέσιμα την 1η Ιανουαρίου 1995.
5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στα προϊόντα των ακολούθων κωδικών ΣΟ:
- για την Αυστρία: 1 006, 0806 20, 1702 10, 1 509, 1 510,
[...]»
14. Από την εφαρμογή των μέτρων που θεσπίστηκαν από τις αυστριακές αρχές στο πλαίσιο της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων γεννήθηκε η διαφορά μεταξύ του G. Weidacher, συνδίκου πτωχεύσεως της επιχειρήσεως Thakis Vertriebs- und Handels GmbH (στο εξής: Thakis), και του Bundesminister für Land- und Forstwirtschaft (Υπουργείου Γεωργίας και Δασών της Αυστριακής Ομοσπονδίας), που υποβλήθηκε στο Verwaltungsgerichtshof (Αυστρία) και στο πλαίσιο της οποίας το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πέντε προδικαστικά ερωτήματα.
15. Τον Οκτώβριου του 1994, η Thakis αγόρασε στην Τυνησία σημαντική ποσότητα ελαιολάδου. Το εμπόρευμα, συνοδευόμενο από τα οικεία φορτωτικά έγγραφα, εξήχθη από την Τυνησία στις 21 Δεκεμβρίου 1994 και εκτελωνίστηκε στις 29 Δεκεμβρίου 1994, προτού ακόμη εκφορτωθεί.
16. ροηγουμένως, στις 31 Δεκεμβρίου 1994, συστάθηκε ενέχυρο επί του τμήματος του εμπορεύματος που προοριζόταν για την Αυστρία υπέρ της αυστριακής Τράπεζας A-Bank, γεγονός που είχε κυρίως ως συνέπεια ότι τα φορτωτικά έγγραφα είχαν εκδοθεί στο όνομά της.
17. Στις 31 Δεκεμβρίου 1994, τμήμα της ποσότητας ελαιολάδου που εισήχθη από την Thakis βρισκόταν στην αποθήκη μιας επιχειρήσεως παραγωγής οίνου, υπό τον έλεγχο της A-Bank, ενεχυρούχου δανειστή, ενώ ένα άλλο τμήμα βρισκόταν σε βαγόνια συρμού σταθμευμένα σε αυστριακό σταθμό, υπ' ευθύνη του μεταφορέα.
18. Οι αυστριακές αρχές θεώρησαν ότι η Thakis ήταν κάτοχος, την 1η Ιανουαρίου 1995, πλεοναζόντων αποθεμάτων ελαιολάδου Τυνησίας 1 091 341 kg, κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 3108/94, και, κατά συνέπεια, επέδωσαν στην Thakis, από 1ης Φεβρουαρίου 1995, διαταγή για την παροχή ασφάλειας που θα εξασφάλιζε τη μέλλουσα εξόφληση της μη απαιτηθείσας κατά τον χρόνο εκείνο οφειλής φόρου για την κατοχή πλεονάζοντος αποθέματος, προτού της κοινοποιήσουν, στις 3 Απριλίου 1995, ειδοποίηση επιβολής φόρου ύψους 11 086 683 αυστριακών σελινίων (ATS). Το ποσό αυτό υπολογίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού με βάση τη διαφορά μεταξύ της επιβάρυνσης του εισαγομένου ελαιολάδου στην Κοινότητα των Δώδεκα και της επιβαρύνσεως στην Αυστρία, στις 31 Δεκεμβρίου 1994.
19. Στην Αυστρία, η επιβάρυνση κατά τον χρόνο εκείνο ανερχόταν σε 70 ATS ανά 100 kg, πλέον 18 % λόγω πρόσθετης τάρας, ενώ η επιβάρυνση που ίσχυε για την Κοινότητα ανερχόταν, κατ' εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΚ) 3307/94 της Επιτροπής, της 29ης Δεκεμβρίου 1994, για τον καθορισμό των ελάχιστων εισφορών κατά την εισαγωγή ελαιολάδου καθώς και των εισφορών κατά την εισαγωγή άλλων προϊόντων του τομέα του ελαιολάδου , σε 66,31 ECU ανά 100 kg (1 098,48 ATS/100 kg). Εν τω μεταξύ, η εταιρία Thakis κηρύχθηκε σε πτώχευση.
20. Οι δύο αποφάσεις των αυστριακών αρχών, ήτοι η επιβολή της υποχρεώσεως παροχής ασφαλείας και η πράξη επιβολής φόρου αμφισβητήθηκαν από την Thakis και στη συνέχεια από τον σύνδικο της πτωχεύσεως, στο πλαίσιο διοικητικής προσφυγής.
21. Η προσφυγή αφορούσε διάφορα ζητήματα, αφενός μεν σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 3108/94 στην περίπτωση της εταιρίας Thakis, αφετέρου δε σχετικά με τη νομιμότητα του εν λόγω κανονισμού.
22. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβανόταν η αμφισβήτηση της ιδιότητας της Thakis ως «κατόχου» αποθέματος ελαιολάδου την 1η Ιανουαρίου 1995, λόγω του ότι η εταιρία, συνεπεία του συσταθέντος ενεχύρου, δεν είχε ούτε από τα πράγματα ούτε από νομικής απόψεως εξουσία διαθέσεως του εμπορεύματος κατά οποιονδήποτε τρόπο.
23. Στην ίδια κατηγορία υπαγόταν η αμφισβήτηση του βασίμου της εφαρμογής του κανονισμού 3307/94 για τον καθορισμό του ύψους της επιβαρύνσεως κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα των Δώδεκα, δεδομένου ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν θα έπρεπε να εφαρμοστεί στις εισαγωγές ελαιολάδου παραγωγής Τυνησίας, οι οποίες υπό κανονικές συνθήκες διέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) 287/94 του Συμβουλίου, της 7ης Φεβρουαρίου 1994, για την πρόβλεψη ειδικών μέτρων για την εισαγωγή ελαιολάδου καταγωγής Τυνησίας , ο οποίος ορίζει το ύψος της εισπρακτέας επιβαρύνσεως σε 7,80 ECU ανά 100 kg.
24. Όσον αφορά τη νομιμότητα του κανονισμού 3108/94, αμφισβητήθηκαν η αρμοδιότητα της Επιτροπής να τον εκδώσει δυνάμει του άρθρου 149, παράγραφος 1, της ράξεως ροσχωρήσεως καθώς και η τήρηση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ενόψει του ότι στον κανονισμό αναφέρεται ότι αυτός εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις των νέων κρατών μελών που έχουν πραγματοποιήσει συναλλαγές πριν από την έκδοσή του.
25. Η απόρριψη της εν λόγω διοικητικής προσφυγής οδήγησε σε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof το οποίο, ενόψει των αμφισβητήσεων που διατυπώθηκαν κατά τα προεκτεθέντα, έκρινε ότι έπρεπε να κάνει χρήση της διαδικασίας προδικαστικής πραπομπής προκειμένου να υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μια σειρά ερωτημάτων που αφορούν είτε την ερμηνεία είτε το κύρος του κανονισμού 3108/94.
26. Δεδομένου ότι τα εν λόγω ερωτήματα διατυπώθηκαν πολύ λεπτομερειακά, θεωρώ ότι είναι προτιμότερο, αντί να τα παραθέσω αυτούσια, να εκθέσω το ουσιώδες περιεχόμενο καθενός από αυτά στο πλαίσιο της εξέτασής του, με τη σειρά που τα διατύπωσε το παραπέμπον δικαστήριο. Σπεύδω να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι μόνον η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν παρατηρήσεις.
Επί του πρώτου ερωτήματος
27. Με το πρώτο του ερώτημα, το Verwaltungsgerichtshof ερωτά αν η επιβολή αντισταθμιστικών φόρων, που προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 3108/94, συνιστά ή όχι αναγκαίο μεταβατικό μέτρο, κατά την έννοια του άρθρου 149, παράγραφος 1, της ράξεως ροσχωρήσεως, προκειμένου να διευκολυνθεί, στον τομέα της γεωργίας, η αντικατάσταση του εθνικού δικαίου από το κοινοτικό δίκαιο, νοουμένου ότι αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό θα συνεπαγόταν ακυρότητα του εν λόγω κανονισμού λόγω ελλείψεως αρμοδιότητας της Επιτροπής.
28. Το ανωτέρω ερώτημα υποβάλλεται στο Δικαστήριο για δύο λόγους, από τους οποίους ο ένας αφορά την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η Thakis ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και ο άλλος τις αμφιβολίες που προκαλεί στο εν λόγω δικαστήριο η ανάγνωση του άρθρου 149, παράγραφος 1, της ράξεως ροσχωρήσεως.
29. Η Thakis υποστήριξε, ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof, ότι ο στόχος της αποφυγής στρεβλώσεων του εμπορίου, που εξαγγέλλεται στον κανονισμό 3108/94, δεν μπορεί να εμπίπτει στην έννοια των μεταβατικών μέτρων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 149, παράγραφος 1, της ράξεως ροσχωρήσεως. Τα εν λόγω μέτρα, τα οποία σκοπό έχουν να διευκολύνουν τη μετάβαση από το καθεστώς που ίσχυε προ της προσχωρήσεως στα νέα κράτη μέλη στο καθεστώς που προκύπτει από την εφαρμογή της κοινής οργάνωσης αγορών, θα έπρεπε οπωσδήποτε, κατά την άποψη της Thakis, να ωφελούν τις επιχειρήσεις των εν λόγω κρατών, πράγμα που προφανώς δεν συμβαίνει όταν τους επιβάλλεται φορολογία.
30. Εξάλλου, το Verwaltungsgerichtshof εκτιμά ότι δεν προκύπτει σαφώς ότι η εν λόγω διάταξη επιτρέπει τη θέσπιση μέτρων εκτός από αυτά που διευκολύνουν τη διέλευση της σχετικώς μακράς διαρκείας μεταβατικής περιόδου αντί της απότομης μεταπηδήσεως από τις εθνικές οργανώσεις αγοράς στις κοινές οργανώσεις αγορών ούτε ότι η φορολόγηση των πλεοναζόντων αποθεμάτων είναι απαραίτητη, αφού το άρθρο 145, παράγραφος 2, της ράξεως ροσχωρήσεως επιβάλλει στα νέα κράτη μέλη την κατάργηση των εν λόγω αποθεμάτων με δικές τους δαπάνες.
31. Όπως επισημαίνουν η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, η αμφισβήτηση και οι αμφιβολίες που διατυπώθηκαν κατά τα ανωτέρω απορρέουν από την εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 149, παράγραφος 1, της ράξεως ροσχωρήσεως.
32. Κατ' αρχάς, κανένα στοιχείο στο κείμενο του εν λόγω άρθρου δεν επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι τα μεταβατικά μέτρα που εξουσιοδοτείται να θεσπίσει η Επιτροπή κατά τη διαδικασία του άρθρου 38 του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών ή, ανάλογα με την περίπτωση, των αντιστοίχων άρθρων άλλων κανονισμών περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της γεωργίας (γνωστή ως διαδικασία «της επιτροπής διαχειρίσεως») πρέπει οπωσδήποτε να αποβαίνουν ευνοϊκά για τις επιχειρήσεις των νέων κρατών μελών.
33. Όπως πολύ ορθά επισημαίνει η Επιτροπή, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η αρχή που τίθεται στο άρθρο 137, παράγραφος 2, της ράξεως ροσχωρήσεως είναι η άμεση εφαρμογή στα νέα κράτη μέλη των κανόνων της κοινής γεωργικής πολιτικής. Επομένως, τα μεταβατικά μέτρα πρέπει να αποσκοπούν στην αποτροπή διαταράξεως της λειτουργίας των κοινών οργανώσεων αγορών από την είσοδο στο πεδίο εφαρμογής των τελευταίων των επιχειρήσεων των νέων κρατών μελών.
34. Επομένως, το βάσιμο των λαμβανομένων από την Επιτροπή μέτρων δεν πρέπει να εκτιμάται με βάση τις συνέπειες των μέτρων αυτών για τις επιχειρήσεις των νέων κρατών μελών, αλλά με βάση τη συμβολή τους στην επίλυση των προβλημάτων που ανακύπτουν από την εφαρμογή στις εν λόγω επιχειρήσεις των κανόνων των κοινών οργανώσεων των αγορών.
35. Βεβαίως, η επίλυση των προβλημάτων δεν πρέπει να αποτελεί λόγο να παραμελούνται οι δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις των νέων κρατών μελών και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θυσιάζονται εσκεμμένα τα συμφέροντα των επιχειρήσεων αυτών στον βωμό της πλήρους και άμεσης εφαρμογής του συνόλου των κανόνων της κοινής γεωργικής πολιτικής, ταυτόχρονα όμως ένα μεταβατικό μέτρο δεν είναι ανάγκη, για να μπορεί να υπαχθεί στο άρθρο 149, παράγραφος 1, της ράξεως ροσχωρήσεως, να αποσκοπεί στον περιορισμό των δυσμενών συνεπειών που ενδεχομένως συνεπάγεται για τις εν λόγω επιχειρήσεις η υπαγωγή τους στους κανόνες των κοινών οργανώσεων των αγορών.
36. Επίσης, από το γράμμα του άρθρου 149, παράγραφος 1, της ράξεως ροσχωρήσεως ουδόλως προκύπτει ότι τα θεσπιζόμενα από την Επιτροπή μέτρα πρέπει να έχουν ως σκοπό να εξασφαλίσουν ελάχιστη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου και να χαρακτηρίζονται από αμφίβολη προοδευτικότητα ή τουλάχιστον διστακτικότητα.
37. Η Επιτροπή πρέπει να θεσπίζει τα μεταβατικά μέτρα που είναι αναγκαία ώστε να καθίσταται δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 137, παράγραφος 2, της ράξεως ροσχωρήσεως, στο οποίο αναφέρθηκα ανωτέρω, χωρίς να δημιουργείται χάος.
38. Μικρή σημασία έχει το γεγονός ότι η μεταβατική φάση την οποία ρυθμίζει το θεσπιζόμενο από την Επιτροπή μέτρο είναι πολύ βραχείας διαρκείας, αλλά εκείνο που έχει σημασία είναι το μέτρο να είναι αναγκαίο για την εξασφάλιση της μεταβάσεως από το ένα σύστημα στο άλλο, δηλαδή να δίνει μια αποτελεσματική λύση σε ένα πραγματικό πρόβλημα δημιουργούμενο από την εν λόγω μετάβαση.
39. Ανακύπτει τέτοιου είδους πρόβλημα σε σχέση με τα αποθέματα προϊόντων καλυπτομένων από κοινή οργάνωση των αγορών, τα οποία υφίσταντο την 1η Ιανουαρίου 1995;
40. ροφανώς ναι, τουλάχιστον οσάκις τα εν λόγω αποθέματα είναι σημαντικού μεγέθους και έχουν δημιουργηθεί υπό συνθήκες διαφορετικές από εκείνες που ίσχυαν στην Κοινότητα των Δώδεκα πριν από την ημερομηνία αυτή.
41. Είναι πράγματι σαφές ότι ο συνιστών απόθεμα αποβλέπει είτε σε χρήση είτε σε μεταπώληση του προϊόντος το οποίο συσσωρεύει, ούτως ώστε το απόθεμα να εξασφαλίσει στον κάτοχό του, που χρησιμοποιεί το εν λόγω προϊόν για παραγωγή, ότι δεν θα χρειαστεί να αγοράσει για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο ποικίλλει ανάλογα με το μέγεθος του αποθέματος, τις ποσότητες του προϊόντος που απαιτούνται για την άσκηση της δραστηριότητάς του, είτε τη διάθεσή του στην αγορά η οποία, τόσο ως προς την ταχύτητα όσο και ως προς την αποκομιδή κερδών, εξαρτάται από τις συνθήκες ανταγωνισμού.
42. Ωστόσο, αν τα δημιουργηθέντα εντός νέου κράτους μέλους αποθέματα ενός προϊόντος έχουν αποκτηθεί υπό ιδιαιτέρως ευνοϊκές συνθήκες σε σχέση με αυτές που απορρέουν από την εφαρμογή των κανόνων της κοινής οργανώσεως των αγορών για το εν λόγω προϊόν, είναι προφανές ότι το γεγονός αυτό θα δημιουργήσει, μετά την προσχώρηση, προβλήματα στην αγορά του οικείου προϊόντος.
43. ράγματι, ο κάτοχος αποθεμάτων που ασκεί δραστηριότητα μεταπώλησης θα μπορεί, εξασφαλίζοντας ένα άνετο περιθώριο κέρδους, να προσφέρει προς πώληση τα αποθέματά του με ιδιαίτερα ελκυστικούς όρους, υπό τους οποίους οι ανταγωνιστές του που είναι εγκατεστημένοι στα παλαιά κράτη μέλη δεν θα μπορέσουν σε καμία περίπτωση να ανταγωνιστούν, δεδομένου ότι θα έχουν αποκτήσει το εμπόρευμά τους με πολύ υψηλότερο κόστος.
44. Ομοίως, στην περίπτωση που ο κάτοχος αποθέματος δεν μεταπωλεί το συγκεκριμένο προϊόν, αλλά άλλα εμπορεύματα που έχουν κατασκευαστεί με βάση το εν λόγω προϊόν, η χρησιμοποίηση πρώτης ύλης που έχει αποκτηθεί σε τιμή χαμηλότερη της τιμής που καταβάλλεται από τους ανταγωνιστές δημιουργεί στρέβλωση των συνθηκών ανταγωνισμού.
45. Επομένως, είναι αναπόφευκτο να διαταραχθεί το εμπόριο, αποτέλεσμα ακριβώς που επιδιώκεται να αποφευχθεί με τη δημιουργία κοινής οργανώσεως των αγορών. Κατά συνέπεια, το πρόβλημα όντως υπάρχει.
46. Απομένει να εξετασθεί αν η φορολόγηση των πλεοναζόντων αποθεμάτων που υφίσταντο στα νέα κράτη μέλη την 1η Ιανουαρίου 1995 μπορεί να κριθεί επαρκής και αναγκαία για την αντιμετώπιση του εν λόγω προβλήματος .
47. Όσον αφορά την επάρκεια του μέτρου, αρκεί η διαπίστωση ότι ο κανονισμός 3108/94 δεν έχει καταστεί αντικείμενο οποιασδήποτε επικρίσεως. ράγματι, η φορολόγηση των πλεοναζόντων αποθεμάτων την οποία προβλέπει φαίνεται απόλυτα εύλογη και δίκαιη. Αφενός, η προοπτική επιβολής φορολογικής επιβαρύνσεως ικανής να εξουδετερώσει τα επιδιωκόμενα αυξημένα κέρδη αποτελεί, από μόνη της, αποτελεσματικό αποτρεπτικό μέσο για τις επιχειρήσεις.
48. Τι συμφέρον μπορεί να έχει πλέον μια επιχείρηση να διογκώσει τα αποθέματά της πριν την προσχώρηση, δεσμεύοντας προς τούτο κεφάλαια, όταν είναι δεδομένο ότι η διάθεση των αποθεμάτων αυτών μετά την 1η Ιανουαρίου 1995 δεν θα της προσπορίσει κέρδη μεγαλύτερα από εκείνα που προκύπτουν συνήθως από τις δραστηριότητές της, ενδεχομένως δε και χαμηλότερα από αυτά, λαμβανομένου υπόψη του κόστους αποθηκεύσεως;
49. Αφετέρου, αν η αποτρεπτική αυτή λειτουργία του μέτρου αποδειχθεί ανεπαρκής προκειμένου για ορισμένες επιχειρήσεις, που είναι διατεθειμένες να αναλάβουν σημαντικό κίνδυνο με την προσδοκία αβεβαίου κέρδους, η εφαρμογή του κανονισμού 3108/94, δηλαδή η φορολόγηση στην πράξη των πλεοναζόντων αποθεμάτων, μπορεί να λειτουργήσει διορθωτικά, τουλάχισον εν μέρει, αίροντας τις συνέπειες στη διευρυμένη Κοινότητα της υπάρξεως αποθεμάτων που έχουν δημιουργηθεί σε χαμηλές τιμές, και καθιστώντας οπωσδήποτε αδύνατο στους κατόχους των αποθεμάτων να προβούν σε πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού έναντι των άλλων επιχειρήσεων και, στρεβλώνοντας τους μηχανισμούς διαμορφώσεως των τιμών, να διαταράξουν την ομαλή λειτουργία του εμπορίου.
50. Όσον αφορά την αναγκαιότητα, πρέπει πρώτ' απ' όλα να επισημανθεί, σε επίπεδο αρχών, ότι τα κοινοτικά όργανα έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όταν θεσπίζουν μέτρα προς πραγματοποίηση των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής.
51. εραιτέρω, από την ανάγνωση της τρίτης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού 3108/94, την οποία επικαλείται η Επιτροπή διαπιστώνεται, ότι η εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων δεν εξασφαλίζει εξίσου αποτελεσματικά την επίτευξη του αποτελέσματος το οποίο επιδιώκεται με το άρθρο 149, παράγραφος 1, της ράξεως ροσχωρήσεως.
52. Σύμφωνα με την εν λόγω αιτιολογική σκέψη:
«[...] η κυκλοφορία των γεωργικών προϊόντων γίνεται χωρίς κανέναν έλεγχο στα εσωτερικά σύνορα· [...] επομένως, ένα σύστημα ενδεχόμενης δασμολόγησης των προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο στρέβλωσης εμπορίου, είτε κατά την αποστολή από ένα κράτος μέλος σε άλλο, είται κατά την εισαγωγή από άλλο κράτος μέλος, δεν φαίνεται σύστημα ικανοποιητικής αποτελεσματικότητας· [...] οι στρεβλώσεις εμπορίου που είναι ικανές να διαταράξουν τις κοινές οργανώσεις αγορών πραγματοποιούνται ιδίως με προϊόντα τα οποία μετακινούνται τεχνητά ενόψει της διευρύνσεως και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν τμήμα του συνήθους αποθέματος του οικείου κράτους· [...] επομένως, πρέπει να προβλεφθεί δασμολόγηση των πλεοναζόντων αποθεμάτων που υπάρχουν στα νέα κράτη μέλη».
53. Τέλος, διευκρινίζεται ότι, σε αντίθεση με τα εκτιθέμενα από το παραπέμπον δικαστήριο, η καταστροφή των πλεοναζόντων αποθεμάτων που προβλέπεται στο άρθρο 145, παράγραφος 2, της ράξεως ροσχωρήσεως και η φορολόγησή τους μπορούν να επιβληθούν και σωρευτικά.
54. ράγματι, όπως επισημαίνει η Αυστριακή Κυβέρνηση, η φορολόγηση των πλεοναζόντων αποθεμάτων καθιστά λιγότερο επαχθή για τα νέα κράτη μέλη την υποχρέωση που τους επιβάλλει η εν λόγω διάταξη για καταστροφή των αποθεμάτων αυτών με δικές τους δαπάνες και αποτρέπει τον πλουτισμό των επιχειρήσεων, τη στιγμή που ο κρατικός προϋπολογισμός επιβάρύνεται με δαπάνη που έχουν ηθελημένα προκαλέσει οι ίδιες αυτές επιχειρήσεις.
55. Εξάλλου, όπως αναφέρει η Επιτροπή, η προγραμματισμένη καταστροφή των αποθεμάτων, ενώ καθιστά δυνατή την αποκατάσταση της ισορροπίας της αγοράς, προσαρμόζοντας την προσφορά στη ζήτηση, δεν αποτρέπει βραχυπρόθεσμα τις στρεβλώσεις του εμπορίου κατά την ημερομηνία προσχωρήσεως.
56. ράγματι, μόνον ο συνδυασμός καταστροφής των αποθεμάτων και φορολογήσεως μπορεί να εξασφαλίσει την ανώδυνη μετάβαση προς την πλήρη εφαρμογή από τα νέα κράτη μέλη των κανόνων που διέπουν τις κοινές οργανώσεις των αγορών. Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι η Επιτροπή ήταν αρμόδια για τη θέσπιση των προβλεπομένων στο άρθρο 4 του κανονισμού 3108/94 μέτρων.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
57. Το δεύτερο ερώτημα του Verwaltungsgerichtshof αφορά την τήρηση, στο πλαίσιου του άρθρου 4 του κανονισμού 3108/94, των αρχών της αναλογικότητας και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
58. Ως προς την πρώτη, θα είμαι πολύ σύντομος. Όπως προεκτέθηκε, επί της αρχής, η φορολόγηση των πλεοναζόντων αποθεμάτων συνιστά επαρκή προστασία έναντι των κινδύνων που συνεπάγεται η δημιουργία υπεραποθεμάτων στο επίδοξο κράτος μέλος πριν από την προσχώρηση. Η επιχείρηση η οποία, κατά την ημερομηνία επελεύσεως των αποτελεσμάτων της προσχωρήσεως, έχει στην κατοχή της ένα κανονικό απόθεμα δεν υποβάλλεται σε καμία φορολόγηση· φορολογούνται μόνον τα αποθέματα τα οποία, με αντικειμενικά κριτήρια, ενόψει του ασυνήθους χαρακτήρα τους, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κεροδοσκοπία. Όσον αφορά τις λεπτομέρειες εφαρμογής, η φορολόγηση και πάλι δεν συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 3108/94, που ορίζει τις εν λόγω λεπτομέρειες εφαρμογής, προβλέπει ότι το ύψος της επιβάρυνσης ισούται «για ένα προϊόν προελεύσεως τρίτης χώρας με τη διαφορά μεταξύ της επιβάρυνσης κατά την εισαγωγή η οποία επιβάλλεται στην Κοινότητα των Δώδεκα στις 31 Δεκεμβρίου 1994 και της επιβάρυνσης κατά την εισαγωγή που εφαρμόζεται στο νέο κράτος μέλος στις 31 Δεκεμβρίου 1994, εφόσον η πρώτη επιβάρυνση είναι υψηλότερη της δεύτερης». Αυτό σημαίνει ότι η φορολογική επιβάρυνση έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα να εξουδετερώνει, εφόσον υφίσταται, το πλεονέκτημα του κατόχου του αποθέματος, το οποίο οφείλεται στο γεγονός ότι το προϊόν αποκτήθηκε με τους όρους που ίσχυαν στο μέλλον κράτος μέλος και ήταν ευνοϊκότερες από αυτές που θα ίσχυαν αν ο κάτοχος του αποθέματος είχε εισαγάγει το προϊόν στην Κοινότητα των Δώδεκα στις 31 Δεκεμβρίου 1994. Με τον τρόπο αυτό τηρείται πλήρως η αρχής της αναλογικότητας: η αδικαιολόγητη ωφέλεια αναιρείται πλήρως, χωρίς ωστόσο να επιβάλλεται κύρωση στον κάτοχο του αποθέματος, ο οποίος απλώς τίθεται σε ίση μοίρα με τις επιχειρήσεις της Κοινότητας των Δώδεκα που είναι ανταγωνιστές του στην ίδια αγορά από 1ης Ιανουαρίου 1995.
59. Όσον αφορά τη δεύτερη αρχή, δηλαδή την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, το παραπέμπον δικαστήριο διερωτάται αν πράγματι τηρείται η εν λόγω αρχή στο πλαίσιο ενός κανονισμού όπου δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των κατόχων πλεοναζόντων αποθεμάτων με βάση το αν βρέθηκαν στη θέση αυτή πριν από το χρονικό σημείο κατά το οποίο όφειλαν να γνωρίζουν ότι σχεδιαζόταν η φορολόγηση ή πριν από τη δημοσίευση του κανονισμού ή αν ενήργησαν μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού.
60. Κατά τη γνώμη μου, από την άποψη αυτή ο κανονισμός δεν ενέχει παράβαση της εν λόγω αρχής. Δεν είναι οπωσδήποτε άσκοπο να υπενθυμίσω, κατ' αρχήν, ότι η εμπιστοσύνη που αξίζει να προστατευθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτήν που τα κοινοτικά όργανα δημιούργησαν ή τουλάχισον συνέβαλαν στο να δημιουργηθεί .
61. Στην προκειμένη περίπτωση, βρισκόμαστε στους αντίποδες μιας τέτοιας καταστάσεως, καθότι, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το αργότερο από της υπογραφής της ράξεως ροσχωρήσεως, στις 26 Ιουλίου 1994, οι επιχειρήσεις γνώριζαν ότι, με βάση το άρθρο 149, παράγραφος 1, της εν λόγω πράξεως, η Επιτροπή εξουσιοδοτήθηκε να θεσπίσει τα ενδεδειγμένα μεταβατικά μέτρα για την προσαρμογή των υφισταμέων στα νέα κράτη μέλη καθεστώτων προς τις κοινές οργανώσεις των αγορών, μέτρα που ενδέχετο να έχουν επιπτώσεις επί προγενεστέρων ενεργειών των επιχειρήσεων.
62. Κατά συνέπεια, μικρή σημασία έχει η ημερομηνία, προγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 1995, κατά την οποία λήφθηκαν τα εν λόγω μέτρα. Δικαιολογημένα μπορεί κατά την άποψή μου να θεωρηθεί ότι θα έπρεπε κάποιος να είναι πολύ αφελής, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 149, παράγραφος 1, της ράξεως ροσχωρήσεως, για να πιστεύσει ότι θα μπορούσε να διοχετεύσει στην κοινή αγορά της νέας Κοινότητας των Δεκαπέντε αποθέματα μεγαλύτερα από εκείνα που διατηρούσε συνήθως στο πλαίσιο της κανονικής οικονομικής του δραστηριότητας και τα οποία είχαν αποκτηθεί με ιδιαιτέρως ευνοϊκούς όρους σε σχέση με αυτούς που ίσχυαν, στις 31 Δεκεμβρίου 1994, για επιχειρήσεις της Κοινότητας των Δώδεκα που πραγματοποιούσαν εισαγωγές από τρίτες χώρες.
63. Δεδομένου ότι με την ράξη ροσχωρήσεως ανατέθηκε στα κοινοτικά όργανα να θεσπίσουν τις διατάξεις που θα κρίνονταν αναγκαίες προς αποφυγή στρεβλώσεων του εμπορίου προϊόντων καλυπτομένων από κοινή οργάνωση των αγορών, δεν είναι δυνατόν καμία από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις να θεωρούσε ευλόγως ότι τα πλεονάζοντα αποθέματα που θα εδημιουργούντο στα μέλλοντα νέα κράτη μέλη θα διελάνθαναν της προσοχής των κοινοτικών οργάνων. Αντίθετα, θα έπρεπε να λειτουργήσουν με βάση την υπόθεση ότι τα κοινοτικά όργανα θα εκπλήρωναν πράγματι την αποστολή τους.
64. Επίσης, πρέπει να τονιστεί, και δεν θα επεκταθώ περισσότερο επί του θέματος, ότι μπορούν να διατυπωθούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν δικαιούται πράγματι να επικαλείται την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης η επιχείρηση που δημιούργησε ορισμένο απόθεμα το οποίο, ως ενημερωμένος επαγγελματίας, δεν ήταν δυνατό να αγνοούσε ότι μπορούσε να αποτελέσει μέσο κερδοσκοπικών κινήσεων οι οποίες, αν δεν ήταν εξαιρετικά επιθετικές, υπόσχονταν πολύ υψηλά κέρδη.
65. Συναφώς, είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι η εταιρία Thakis δεν διέθετε, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το παραπέμπον δικαστήριο, επαρκείες αποθηκευτικές εγκαταστάσεις όπου ετοποθετείτο το ελαιόλαδο που εισήγαγε τον Δεκεμβρίου του 1994 και ως εκ τούτου χρειάστηκε να ενοικιάσει δεξαμενές σε οινοπαραγωγική μονάδα.
66. Δεν ανθίσταμαι στον πειρασμό να ισχυριστώ ότι η συγκεκριμένη περίπτωση συνιστά τυπικό παράδειγμα της καταστάσεως όπου βρίσκει εφαρμογή η αρχή nemo auditur turpitudinem suam allegans (ο εξ ιδίου πταίσματος ζημιούμενος ου δοκεί ζημιούσθαι). Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να τονισθεί ότι, και αν ακόμη δεν επιβαλλόταν ο άνευ εταίρου αποκλεισμός της εφαρμογής της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πράγμα που δεν συμβαίνει, θα υπήρχαν βάσιμες αμφιβολίες ως προς το δικαίωμα της Thakis να την επικαλεστεί.
67. Ενόψει των ανωτέρω, αποκλείω τη δυνατότητα αμφισβητήσεως του κύρους του άρθρου 4 του κανονισμού 3108/94 συνεπεία παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας ή της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Επί του τρίτου ερωτήματος
68. Το ερώτημα αυτό, το οποίο διατυπώνεται με εξαιρετικά λεπτομερειακό τρόπο, μολονότι παρουσιάζεται αφηρημένα, αφορά το ζήτημα αν, ενόψει των περίπλοκων νομικών και οικονομικών κατασκευών στις οποίες οδήγησε η εισαγωγή από την Thakis των επιμάχων ποσοτήτων τυνησιακού ελαιολάδου, η εν λόγω εταιρία πρέπει πράγματι να θεωρηθεί κάτοχος πλεονάζοντος αποθέματος κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3108/94 και αν δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι και άλλοι παράγοντες εμπλεκόμενοι στις εν λόγω κατασκευές απέκτησαν την ιδιότητα του «κατόχου».
69. Συγκεκριμένα, το εθνικό δικαστήριο μας ζητεί να εφαρμόσουμε το κοινοτικό δίκαιο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει τέτοια αρμοδιότητα στο πλαίσιο του άρθρου 234 ΕΚ. Επίσης, φρονώ ότι το Δικαστήριο οφείλει απλώς να διευκρινίσει την έννοια του όρου «κάτοχος», ούτως ώστε το εθνικό δικαστήριο, βασιζόμενο στην απόφαση του Δικαστηρίου, να μπορέσει να κρίνει αν η Thakis, και ενδεχομένως και άλλες επιχειρηματικές μονάδες, είναι ή όχι κάτοχος πλεονάζοντος αποθέματος επί του οποίου πρέπει να επιβληθεί η επιβάρυνση που προβλέπεται στο άρθρο 4 του κανονισμού 3108/94.
70. Η προσέγγιση αυτή επιβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση ακόμη περισσότερο, δεδομένου ότι ο ανωτέρω χαρακτηρισμός προϋποθέτει, προφανώς, εφαρμογή του εθνικού δικαίου, ιδίως ως προς τις συνέπειες της συστάσεως ενεχύρου, η οποία δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
71. Επί του τρίτου αυτού ερωτήματος, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστήριξαν διαφορετικές απόψεις. Ειδικότερα, ενώ κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση μόνον ο αγοραστής, και εν προκειμένω η εταιρία Thakis, πρέπει να θεωρηθεί κάτοχος, η δεύτερη υποστηρίζει ότι η ορθή απάντηση πρέπει να συνίσταται στο ότι ο κάτοχος πλεοναζόντων αποθεμάτων κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3108/94 «είναι το πρόσωπο το οποίο, λαμβανομένου υπόψη του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου στο εμπλεκόμενο νέο κράτος μέλος, έχει την πραγματική και φυσική κατοχή των αποθεμάτων».
72. Όπως εξήγησε η Επιτροπή, η απάντηση αυτή επιβάλλεται από την ανάγκη εξασφαλίσεως της πρακτικής αποτελεσματικότητας του μεταβατικού μέτρου στο σύνολό του, η οποία, κατά την άποψή της, δεν θα εξασφαλιζόταν αν η φορολόγηση αφορούσε αποκλειστικά τον κύριο, ο οποίος θα μπορούσε κάλλιστα να διαμένει σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος και, ως εκ τούτου, να βρίσκεται εκτός της σφαίρας επιρροής του κράτους μέλους όπου επιβάλλεται η φορολόγηση.
73. Για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αυτό, θα πρέπει να υιοθετηθεί, όπως αυτή προτείνει, ο κανόνας της φυσικής κατοχής του αποθέματος.
74. ροφανώς δεν αμφισβητώ την ανάγκη ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου με τρόπο που να εξασφαλίζει την πρακτική του αποτελεσματικότητα. Φρονώ, ωστόσο, ότι η επίκληση της ανάγκης εξασφαλίσεως πρακτικής αποτελεσματικότητας δεν επιτρέπεται να οδηγεί σε απομάκρυνση από την ανάλυση που βασίζεται στη συνήθη έννοια των χρησιμοποιουμένων όρων και στα συμφραζόμενα που τους περιβάλλουν, η οποία κατά τη γνώμη μου θα πρέπει να ακολουθείται σε πρώτη φάση, ενώ η επίκληση της πρακτικής αποτελεσματικότητας θα πρέπει να χωρεί δευτερευόντως, για την αντιμετώπιση ερωτημάτων που τυχόν παραμένουν ακόμη ανοικτά.
75. Στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώνεται ότι στον κανονισμό χρησιμοποιείται ο όρος «détenteur» (κάτοχος) και όχι «propriétaire» (κύριος) στα γαλλικά, ο όρος «Besitzer» και όχι «Eigentümer» στα γερμανικά και «holder» και όχι «owner» στα αγγλικά. Τούτο ασφαλώς εκφράζει την πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη να αποφύγει το ενδεχόμενο μια επιχείρηση να μπορεί να αποφύγει την επιβάρυνση επικαλούμενη το γεγονός ότι δεν έχει πλήρη κυριότητα επί του επιμάχου αποθέματος.
76. αρά ταύτα, δεν πρέπει κατά τη γνώμη μου να αποδοθεί υπερβολική σημασία στη χρήση του όρου «κάτοχος». ράγματι, στις περισσότερες περιπτώσεις, η ιδιότητα του «κατόχου» συγχέεται με αυτήν του «κυρίου». Εξάλλου, οι όροι «κάτοχος» και «κύριος» χρησιμοποιούνται συχνά ως συνώνυμα, τούτο δε συμβαίνει εξίσου συχνά στα γαλλικά, στα γερμανικά και στα αγγλικά.
77. Αρκεί ως απόδειξη περί αυτού το γεγονός ότι ο μέτοχος στα αγγλικά δηλώνεται με τον όρο «share holder», οπότε όταν κάποιος αναφέρεται σε ένα «share holder», δεν εννοεί τον φυσικό κάτοχο της μετοχής, ο οποίος είναι πολύ συχνά ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, επιφορτισμένο με τη φύλαξη του σώματος των τίτλων στα χρηματοκιβώτιά του, αλλά στον νόμιμο κύριο των τίτλων ο οποίος εισπράττει τα αντίστοιχα έσοδα και έχει την αποκλειστική εξουσία διαθέσεως των εν λόγω τίτλων.
78. Από την εξέταση των συμφραζομένων του όρου, όπως αυτός χρησιμοποιείται στο άρθρο 4 του κανονισμού 3108/94, επιβάλλονται δύο διαπιστώσεις.
79. Αφενός, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η επιβολή της επιβαρύνσεως έχει ως σκοπό να στερήσει από κάθε οικονομιμό ενδιαφέρον τη δημιουργία πλεοναζόντων αποθεμάτων, εξουδετερώνοντας το σημαντικό και καθαρά κερδοσκοπικό όφελος, που θα μπορούσε να προκύψει από την εμπορική τους εκμετάλλευση. Η επιχείρηση στην οποία πρέπει να επιβληθεί η φορολιγική επιβάρυνση πρέπει οπωσδήποτε να είναι εκείνη η οποία, ενόψει του ότι μπορεί να πωλήσει τα αποθέματα, έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει τα κέρδη κατά των οποίων στρέφεται ακριβώς η επιβάρυνση.
80. Ως εκ τούτου, η επιχείρηση που έχει τον φυσικό έλεγχο του αποθέματος την 1η Ιανουαρίου 1995, αλλά δεν έχει επ' αυτού εξουσία διαθέσεως για νομικούς λόγους, δηλαδή δεν μπορεί να το μεταβιβάσει σε τρίτον και να εισπράξει προς όφελός της το τίμημα της πωλήσεως, επειδή παραδείγματος χάρη είναι απλώς ενεχυροφύλακας ή επειδή απλώς πραγματοποιεί τη μεταφορά του εμπορεύματος ή ακόμη επειδή έχει ήδη πωλήσει το εμπόρευμα , δεν μπορεί να θεωρηθεί κάτοχος κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 3108/94.
81. Αφετέρου, θα αποτελούσε ανακολουθία ο όρος «κάτοχος» να μην έχει την ίδια έννοια στο σύνολο του άρθρου 4. Από την ανάγνωση της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, σύμφωνα με την οποία
«[γ]να προσδιοριστεί το πλεονάζον απόθεμα κάθε κατόχου, τα νέα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη κυρίως:
- τον μέσο όρο των αποθεμάτων που ήταν διαθέσιμα κατά τα έτη που προηγήθηκαν της ένταξης,
- τα ρεύματα των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη που προηγήθηκαν της ένταξης,
- τις συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκαν τα αποθέματα αυτά»,
συνάγεται σαφώς ότι μόνον όποιος δημιουργεί κανονικά αποθέματα του οικείου είδους εμπορευμάτων μπορεί να διατηρεί πλεονάζον απόθεμα, καθότι ο πλεοναστικός χαρακτήρας του αποθέματος προσδιορίζεται, για κάθε κάτοχο ατομικά, με βάση, ιδίως, τους μέσους όρους αποθεμάτων των προηγουμένων της προσχωρήσεως ετών.
82. Τόσο για την Τράπεζα η οποία, την 1η Ιανουαρίου 1995, έχει δικαίωμα ενεχύρου επί αποθέματος τυνησιακού ελαιολάδου που εισήχθη πριν από την ημερομηνία αυτή από έναν πελάτη της, όσο και για τον μεταφορέα στις δεξαμενές του οποίου βρίσκεται η επίμαχη ποσότητα ελαιολάδου κατά την ίδια ημερομηνία, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί το ύψος του «πλεονάζοντος αποθέματος», για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υφίσταται ως προς αυτούς οποιοδήποτε σημείο αναφοράς που να επιτρέπει την πραγματοποίηση συγκρίσεως. Ο έλεγχος τον οποίο έχουν σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή επί αποθέματος εισαχθέντος τυνησιακού ελαιολάδου είναι, στην πραγματικότητα, καθαρά περιστασιακός και τόσο η πρώτη όσο και ο δεύτερος δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ενεργοί παράγοντες στην αγορά ελαιολάδου.
83. Όλα τα ανωτέρω στοιχεία συγκλίνουν υπέρ της απόψεως ότι, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3108/94, ο κάτοχος πλεονάζοντος αποθέματος, μολονότι δεν πρέπει απαραιτήτως να είναι κύριος του αποθέματος κατά την έννοια του εθνικού δικαίου, πρέπει, ωστόσο, να είναι ο επιχειρηματίας που είναι σε θέση να διοχετεύσει το αποθηκευμένο προϊόν στην αγορά και το υποκείμενο η περιουσία του οποίου θα είναι άμεσος αποδέκτης των οικονομικών συνεπειών της εν λόγω διαθέσεως στην αγορά.
84. Ο εισαγωγέας που πώλησε τα εισαχθέντα εμπορεύματα πριν από την καταληκτική ημερομηνία της 1ης Ιανουαρίου 995 δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να τα διαθέσει στην αγορά μετά την ημερομηνία αυτή στην υψηλότερη τιμή που ίσχυε για το ελαιόλαδο πριν από την ημερομηνία αυτή στην Κοινότητα των Δώδεκα και, μετά την ημερομηνία αυτή, στην Κοινότητα των Δεκαπέντε. Επομένως, δεν είναι πλέον σε θέση να πραγματοποιήσει το αδικαιολόγητο κέρδος στην εξουδετέρωση του οποίου αποσκοπεί η επιβολή της επιβάρυνσης.
85. Ομοίως, δεν είναι θεμιτό να λαμβάνονται υπόψη οι ήδη πωληθείσες πριν από την ημερομηνία αυτή ποσότητες προκειμένου να κριθεί αν ο εν λόγω εισαγωγέας είναι, την 1η Ιανουαρίου 1995, κάτοχος αποθεμάτων που υπερβαίνουν τον μέσον όρο των αποθεμάτων που ήταν διαθέσιμα κατά τα έτη που προηγήθηκαν της εντάξεως. Θα πρέπει να εξεταστεί αν όντως υπάρχουν πλεονάζοντα αποθέματα στο επίπεδο των αγοραστών.
86. Η ερμηνεία αυτή δεν επηρεάζει την πρακτική αποτελεσματικότητα του κανονισμού 3108/94, όπως φαίνεται να πιστεύει η Επιτροπή, καθότι, ακόμη και αν ο κατά τα ανωτέρω κάτοχος δεν είναι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται το απόθεμα, το εν λόγω κράτος μέλος θα έχει, προφανώς, τη δυνατότητα να εντοπίσει το εν λόγω απόθεμα ώστε να επιδιώξει την είσπραξη της σχετικής οφειλής.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
87. Το τέταρτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου αφορά την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 3108/94 και ειδικότερα ερωτάται ποια είναι η έννοια της «επιβάρυνσης κατά την εισαγωγή η οποία επιβάλλεται στην Κοινότητα των Δώδεκα την 31η Δεκεμβρίου 1994», προκειμένου για εισαγωγή τυνησιακού ελαιολάδου υπαγομένου στον κωδικό ΣΟ 1509 10. Το ερώτημα αυτό υποβάλλεται επειδή, κατά το παραπέμπον δικαστήριο, στις 31 Δεκεμβρίου 1994, συνυπήρχαν δύο καθεστώτα εισαγωγής του εν λόγω προϊόντος στην Κοινότητα: το καθεστώς του κανονισμού 3307/94, που προέβλεπε, στο παράρτημα Ι, επιβάρυνση ύψους 66,31 ECU ανά 100 kg και το καθεστώς του κανονισμού 287/94, το οποίο προέβλεπε επιβάρυνση ύψους 7,80 ECU ανά 100 kg.
88. Στην πραγματικότητα, και αυτό αποτελεί επαρκή απάντηση στο υπό εξέταση ερώτημα, καμία εισαγωγή τυνησιακού ελαιολάδου δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί στις 31 Δεκεμβρίου 1994 στο πλαίσιο του καθεστώτος του κανονισμού 287/94. Όντως, όπως προκύπτει από το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) 548/94 της Επιτροπής, της 10ης Μαρτίου 1994, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 287/94 , οι εισαγωγές με βάση το ειδικό καθεστώς του κανονισμού 287/94 ήταν νομικώς αδύνατες στις 31 Δεκεμβρίου 1994, ημερομηνία η οποία λαμβάνεται ως σημείο αναφοράς στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 3108/94.
89. ράγματι, τα πιστοποιητικά εισαγωγής που ήταν αναγκαία για την υπαγωγή στο εν λόγω ευνοϊκό καθεστώς μπορούσαν να χορηγηθούν μόνο για τους μήνες μεταξύ Μαρτίου και Οκτωβρίου. έραν του ότι ένας κοινοτικός εισαγωγέας, αν είχε πραγματοποιήσει εισαγωγές τυνησιακού ελαιολάδου στις 31 Δεκεμβρίου 1994, έπρεπε να καταβάλει την προβλεπόμενη στον κανονισμό 3307/94 επιβάρυνση, δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτή η επισήμανση της Επιτροπής ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 3108/94, όπως προκύπτει από το γράμμα του, δεν διακρίνει μεταξύ των διαφόρων τρίτων χωρών απ' όπου μπορεί να προέρχονται τα εισαγόμενα προϊόντα και, ως εκ τούτου, η διάταξη αναφέρεται στη γενικώς ισχύουσα επιβάρυνση κατά την εισαγωγή που ισχύει για τα προερχόμενα από τρίτες χώρες προϊόντα την οποία, ακριβώς, καθορίζει ο κανονισμός 3307/94.
90. Θα προσθέσω, τέλος, ότι θα ήταν τουλάχιστον παράξενο ο κοινοτικός νομοθέτης, προκειμένου για την εφαρμογή κανονισμού αποσκοπούντος στην καταπολέμηση των στρεβλώσεων του εμπορίου για κερδοσκοπικούς σκοπούς, να αναφέρεται, για τον υπολογισμό του οφειλομένου από τους κατόχους πλεοναζόντων αποθεμάτων φόρου, στην επιβάρυνση που προβλέπει ο κανονισμός 287/94, στο ευνοϊκό καθεστώς του οποίου δεν μπορούσε να είναι βέβαιον ότι θα υπαχθεί καμία επιχείρηση της Κοινότητας των Δώδεκα.
91. Υπενθυμίζεται ότι στο πλαίσιο του νέου κανονισμού, όπως αυτός συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 548/94, η δυνατότητα πραγματοποιήσεως εισαγωγών τυνησιακού ελαιολάδου παρέχεται μόνον εντός των ορίων μιας προκαθορισμένης ποσοστώσεως. Κατά συνέπεια, η υποβολή αιτήσεως για χορήγηση πιστοποιητικού εισαγωγής για ορισμένη ποσότητα που θα εισαγόταν κατά τη διάρκεια ενός από τους μήνες κατά τους οποίους επιτρεπόταν η χορήγηση του πιστοποιητικού, δεν εξασφάλιζε ούτε τη χορήγηση του πιστοποιητικού ούτε την ποσότητα για την οποία θα εχορηγείτο το εν λόγω πιστοποιητικό. Επομένως, δεν υφίσταται κανένας λόγος που να δικαιολογεί την παροχή στις επιχειρήσεις των νέων κρατών μελών της δυνατότητας πραγματοποιήσεως εισαγωγών για απεριόριστες ποσότητες υπό τους εξαιρετικούς όρους οι οποίοι ίσχυαν για μέρος μόνον των κοινοτικών εισαγωγέων και για περιορισμένες ποσότητες.
92. Επομένως, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 3307/94, πρέπει να ληφθεί υπόψη η επιβάρυνση που καθορίζεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού 3108/94.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
93. Οι λόγοι που δικαιολογούν την ανωτέρω απάντηση οδηγούν επίσης στην απάντηση του πέμπτου ερωτήματος, με το οποίο το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν η λήψη υπόψη της εν λόγω επιβαρύνσεως δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως εις βάρος των επιχειρήσεων των νέων κρατών μελών, η οποία θέτει σε αμφισβήτηση το κύρος του άρθρου 4 του κανονισμού 3108/94. Όμως, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι βρίσκονται σε παρόμοια θέση οι επιχειρήσεις της Κοινότητας των Δώδεκα οι οποίες, κατά τη διάρκεια τμήματος του έτους 1994, αλλά όχι πέραν του Οκτωβρίου, μπόρεσαν, ενδεχομένως, να πραγματοποιήσουν εισαγωγές με μειωμένη επιβάρυνση, στο πλαίσιο του προτιμησιακού καθεστώτος που προβλεπόταν στο πρόσθετο πρωτόκολλο του συμφώνου συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Τυνησίας, που υπεγράφη στην Τύνιδα στις 25 Απριλίου 1976 , και οι επιειρήσεις των νέων κρατών μελών που ηθελημένα διατηρούσαν, την 1η Ιανουαρίου 1995, πλεονάζοντα αποθέματα τυνησιακού ελαιολάδου που είχαν εισαχθεί υπό καθεστώς εντελώς ξένο προς την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των λιπαρών ουσιών, δηλαδή το καθεστώς που ίσχυε σε ένα από τα μέλλοντα κράτη μέλη, τα οποία κράτη, στο σύνολό τους, ενόψει της μη υπάρξεως εθνικής παραγωγής, δεν είχαν λόγο να πλήξουν ισχυρά τις εισαγωγές.
94. Με το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 3108/94, όχι μόνο δεν θεσπίστηκε καθεστώς εισάγον διακρίσεις, αλλά αντίθετα θεσπίστηκε καθεστώς ισότητας, όσον αφορά τις συνθήκες ανταγωνισμού, μεταξύ των επιχειρήσεων των νέων κρατών μελών οι οποίες, από 1ης Ιανουαρίου 1995, είχαν τη δυνατότητα να διακινούν ελεύθερα στο εσωτερικό της Κοινότητας αποθέματα ελαιολάδου που είχαν δημιουργήσει σε καλή τιμή πριν από την ημερομηνία αυτή και των κοινοτικών επιχειρήσεων που πραγματοποίησαν εισαγωγές υπό το κοινοτικό καθεστώς την παραμονή της εντάξεως των νέων κρατών μελών. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω διάταξη παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
Συμπέρασμα
95. Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof ως εξής:
«- Από την εξέταση του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) 3108/94 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τα μεταβατικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν λόγω της προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, όσον αφορά το εμπόριο γεωργικών προϊόντων, σε σχέση με το άρθρο 149, παράγραφος 1, της ράξεως περί των όρων ροσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση, καθώς και ενόψει των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θέσουν σε αμφισβήτηση το κύρος της εν λόγω διατάξεως.
- Κάτοχος πλεονάζοντος αποθέματος, κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 3108/94, είναι εκείνος που έχει τη δυνατότητα να διαθέσει στην αγορά το αποθηκευμένο προϊόν και ο οποίος θα είναι ο άμεσος αποδέκτης των οικονομικών συνεπειών της εν λόγω διαθέσεως στην αγορά.
- Η φράση επιβάρυνση κατά την εισαγωγή η οποία επιβάλλεται στην Κοινότητα των Δώδεκα στις 31 Δεκεμβρίου 1994’, που χρησιμοποιείται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 3108/94 αναφέρεται κάθε φορά, προκειμένου για το ελαιόλαδο Τυνησίας που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 1509 10, στην επιβάρυνση ύψους 66,31 ECU ανά 100 kg, που προβλέπεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) 3307/94 της Επιτροπής, της 29ης Δεκεμβρίου 1994, για καθορισμό των κατωτάτων επιβαρύνσεων κατά την εισαγωγή ελαιολάδου καθώς και των επιβαρύνσεων κατά την εισαγωγή άλλων προϊόντων του τομέα του ελαιολάδου.»
Full & Egal Universal Law Academy