ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUÍZ-JARABO COLOMER
της 11ης Φεβρουαρίου 2003 (1)
Υπόθεση C-204/00 P
Aalborg Portland A/S
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αίτηση αναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Τσιμέντα – Διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής – Πρόσβαση στον φάκελο – Περιορισμένη πρόσβαση – Πλήρης πρόσβαση κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του Πρωτοδικείου – Ευθυνόμενα πρόσωπα – Προϋποθέσεις της μεταβιβάσεως της ευθύνης – Πρόστιμα – Αρχές διέπουσες την επιβολή τους – Επιβολή προστίμων στις περιπτώσεις συλλογικών συμπεριφορών – Παραγραφή της παραβάσεως
1. Η Aalborg Portland A/S (στο εξής: Aalborg) άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως την οποία εξέδωσε στις 15 Μαρτίου 2000 το τέταρτο πενταμελές τμήμα του Πρωτοδικείου στην υπόθεση που είναι γνωστή ως Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής (2) .
Ι. Τα πραγματικά περιστατικά
2. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκθέτει, στο μέτρο που αφορούν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
─ Aπό τον Απρίλιο του 1989 έως τον Ιούλιο του 1990 η Επιτροπή διενήργησε ορισμένους ελέγχους σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις παραγωγής τσιμέντου και σε επαγγελματικές ενώσεις του τομέα, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 81 και 82 ΕΚ) (στο εξής: κανονισμός 17) (3) . Κατόπιν των ελέγχων αυτών, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 12 Νοεμβρίου 1991, να κινήσει διοικητική διαδικασία (4) κατά, μεταξύ άλλων επιχειρήσεων, της Aalborg (5) . Aπό τον Απρίλιο του 1989 έως τον Ιούλιο του 1990 η Επιτροπή διενήργησε ορισμένους ελέγχους σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις παραγωγής τσιμέντου και σε επαγγελματικές ενώσεις του τομέα, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 81 και 82 ΕΚ) (στο εξής: κανονισμός 17) (3) . Κατόπιν των ελέγχων αυτών, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 12 Νοεμβρίου 1991, να κινήσει διοικητική διαδικασία (4) κατά, μεταξύ άλλων επιχειρήσεων, της Aalborg (5) .
─ Στις 25 Νοεμβρίου 1991, η Επιτροπή απηύθυνε στις εβδομήντα έξι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων την ανακοίνωση των αιτιάσεων, επί της οποίας η Aalborg είχε την ευκαιρία να διατυπώσει γραπτές παρατηρήσεις και, στη συνέχεια, προφορικές παρατηρήσεις κατά τις ακροάσεις που οργανώθηκαν από την 1η Μαρτίου έως την 1η Απριλίου 1993 (6) . Στις 25 Νοεμβρίου 1991, η Επιτροπή απηύθυνε στις εβδομήντα έξι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων την ανακοίνωση των αιτιάσεων, επί της οποίας η Aalborg είχε την ευκαιρία να διατυπώσει γραπτές παρατηρήσεις και, στη συνέχεια, προφορικές παρατηρήσεις κατά τις ακροάσεις που οργανώθηκαν από την 1η Μαρτίου έως την 1η Απριλίου 1993 (6) .
─ Το κείμενο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, το οποίο περιλαμβανόταν σε ένα ενιαίο έγγραφο, δεν απεστάλη ολόκληρο στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων. Σε κάθε αποδέκτρια απεστάλησαν ο πλήρης πίνακας περιεχομένων της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και ο πίνακας όλων εγγράφων, με μνεία εκείνων των εγγράφων που είχε τη δυνατότητα να συμβουλευθεί. Ορισμένες από τις κατηγορούμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων ζήτησαν από την Επιτροπή να τους κοινοποιήσει τα κεφάλαια που δεν είχαν περιληφθεί στο κείμενο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων που τους είχε αποσταλεί και να τους επιτρέψει την πρόσβαση στο σύνολο των εγγράφων του φακέλου, εξαιρουμένων των εσωτερικών και των εμπιστευτικών εγγράφων. Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό (7) . Το κείμενο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, το οποίο περιλαμβανόταν σε ένα ενιαίο έγγραφο, δεν απεστάλη ολόκληρο στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων. Σε κάθε αποδέκτρια απεστάλησαν ο πλήρης πίνακας περιεχομένων της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και ο πίνακας όλων εγγράφων, με μνεία εκείνων των εγγράφων που είχε τη δυνατότητα να συμβουλευθεί. Ορισμένες από τις κατηγορούμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων ζήτησαν από την Επιτροπή να τους κοινοποιήσει τα κεφάλαια που δεν είχαν περιληφθεί στο κείμενο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων που τους είχε αποσταλεί και να τους επιτρέψει την πρόσβαση στο σύνολο των εγγράφων του φακέλου, εξαιρουμένων των εσωτερικών και των εμπιστευτικών εγγράφων. Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό (7) .
─ Η Επιτροπή, με την απόφαση 94/815/ΕΚ, της 30ής Νοεμβρίου 1994 (στο εξής: απόφαση της Επιτροπής) (8) , προσήψε στην Aalborg τις ακόλουθες θίγουσες τον ανταγωνισμό συμπεριφορές, που συνιστούσαν όλες παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (9) : Η Επιτροπή, με την απόφαση 94/815/ΕΚ, της 30ής Νοεμβρίου 1994 (στο εξής: απόφαση της Επιτροπής) (8) , προσήψε στην Aalborg τις ακόλουθες θίγουσες τον ανταγωνισμό συμπεριφορές, που συνιστούσαν όλες παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (9) :
1. Συμμετοχή, από τις 14 Ιανουαρίου 1983, σε συμφωνία που είχε ως αντικείμενο τον σεβασμό των εγχώριων αγορών και τη ρύθμιση των μεταφορών τσιμέντου από τη μία χώρα στην άλλη (άρθρο 1). Πρόκειται για την αποκαλούμενη συμφωνία Cembureau.
2. Συμμετοχή, από τις 14 Ιανουαρίου 1983 έως τις 14 Απριλίου 1986, σε συμφωνίες που συνάφθηκαν κατά τις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας και της εκτελεστικής Επιτροπής της Cembureau ─ Association européenne du Ciment (στο εξής: Cembureau), σχετικά με τις ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές, με σκοπό τη διευκόλυνση της εκτελέσεως της συμφωνίας που περιγραφόταν στο άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής (άρθρο 2, παράγραφος 1).
3. Συμμετοχή, από την 1η Ιανουαρίου 1984 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1988, με τον ίδιο σκοπό, σε εναρμονισμένες πρακτικές σχετικές με τη διάδοση πληροφοριών όσον αφορά:
α) τις κατώτατες τιμές για τις παραδόσεις τσιμέντου με φορτηγό από τους Βέλγους και Ολλανδούς παραγωγούς καθώς και τις τιμές, συμπεριλαμβανομένων των εκπτώσεων, του παραγωγού του Λουξεμβούργου·
β) τις ατομικές κλίμακες τιμών των Δανών και των Ιρλανδών παραγωγών, τις κλίμακες τιμών του κλάδου που ίσχυαν στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Πορτογαλία, καθώς και τις μέσες τιμές που εφαρμόζονταν στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο (άρθρο 2, παράγραφος 2).
4. Συμμετοχή, από τις 28 Μαΐου 1986, σε συμφωνία όσον αφορά τη σύσταση της Cembureau Task Force ή European Task Force (άρθρο 4, παράγραφος 1).
5. Συμμετοχή, από τις 17 Ιουνίου 1986 έως τις 15 Μαρτίου 1987, σε εναρμονισμένες πρακτικές που είχαν ως στόχο να παύσει η ιταλική επιχείρηση Calcestruzzi να είναι πελάτης των Ελλήνων παραγωγών και, ειδικότερα, της Ανώνυμης Εταιρίας Τσιμέντων Τιτάν (άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α΄).
6. Συμμετοχή, στο πλαίσιο της European Cement Export Commitee, από τις 14 Μαρτίου 1984 έως τις 22 Σεπτεμβρίου 1989, σε εναρμονισμένες πρακτικές όσον αφορά την ανταλλαγή στοιχείων σχετικά με την κατάσταση της προσφοράς και της ζητήσεως στις τρίτες χώρες εισαγωγείς, τις τιμές που εφαρμόζονταν στις εξαγωγές, την κατάσταση των εισαγωγών στις χώρες μέλη και την κατάσταση της προσφοράς και της ζητήσεως των εσωτερικών αγορών, με σκοπό την αποτροπή των διεισδύσεων των ανταγωνιστών στις αντίστοιχες εθνικές αγορές της Κοινότητας (άρθρο 5).
─ Η Επιτροπή διέταξε την Aalborg να θέσει τέρμα στις περιγραφόμενες παραβάσεις και να απόσχει στο μέλλον από κάθε συμφωνία ή πρακτική θίγουσα τον ελεύθερο ανταγωνισμό στις αγορές κοινού και λευκού τσιμέντου (άρθρο 8), της επέβαλε δε πρόστιμο ύψους 4 008 000 ECU, το οποίο θα έφερε τόκους από τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε για την καταβολή του, ήτοι τρεις μήνες από την κοινοποίηση της αποφάσεως της Επιτροπής (άρθρα 9 και 11). Η Επιτροπή διέταξε την Aalborg να θέσει τέρμα στις περιγραφόμενες παραβάσεις και να απόσχει στο μέλλον από κάθε συμφωνία ή πρακτική θίγουσα τον ελεύθερο ανταγωνισμό στις αγορές κοινού και λευκού τσιμέντου (άρθρο 8), της επέβαλε δε πρόστιμο ύψους 4 008 000 ECU, το οποίο θα έφερε τόκους από τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε για την καταβολή του, ήτοι τρεις μήνες από την κοινοποίηση της αποφάσεως της Επιτροπής (άρθρα 9 και 11).
3. Μη συμφωνώντας με την απόφαση της Επιτροπής, η Aalborg την προσέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου.
ΙΙ. Η ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκη και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
4. Με την προσφυγή της, η Aalborg ζήτησε κυρίως την ακύρωση, στο μέτρο που την αφορούσαν, των άρθρων 1, 2, 4, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο α΄, 5, 8 και 12 της αποφάσεως της Επιτροπής. Επικουρικώς, ζήτησε την ακύρωση ή τη μείωση του προστίμου. Εν πάση περιπτώσει, ζήτησε να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
5. Με μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας, που κοινοποιήθηκε στις προσφεύγουσες μεταξύ 19ης Ιανουαρίου και 2ας Φεβρουαρίου 1996, το Πρωτοδικείο ζήτησε από την Επιτροπή να προσκομίσει μια σειρά εγγράφων· η Επιτροπή συμμορφώθηκε στις 29 Φεβρουαρίου, προσκομίζοντας (10) :
1. την ανακοίνωση των αιτιάσεων όπως αυτή κοινοποιήθηκε στις εμπλεκόμενες ─ και κατόπιν προσφεύγουσες ─ επιχειρήσεις·
2. τα πρακτικά της ακροάσεως καθεμιάς από τις επιχειρήσεις·
3. τον κατάλογο όλων των εγγράφων που περιλαμβάνονταν στους φακέλους·
4. τα κιβώτια που περιείχαν τα έγγραφα επί των οποίων η Επιτροπή είχε στηρίξει τα συμπεράσματα που περιλαμβάνονταν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, και
5. την κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ανταλλαγείσα αλληλογραφία μεταξύ του οργάνου και των προσφευγουσών επιχειρήσεων.
6. Άλλα δύο μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας κοινοποιήθηκαν στους διαδίκους στις 2 Οκτωβρίου 1996, όσον αφορά το πρώτο, και στις 18 και 19 Ιουνίου 1987, όσον αφορά το δεύτερο, με τα οποία το Πρωτοδικείο έλαβε τα απαραίτητα μέτρα ώστε οι προσφεύγουσες να μπορέσουν να εξετάσουν όλα τα πρωτότυπα έγγραφα του φακέλου, εξαιρουμένων εκείνων που περιείχαν επιχειρηματικά απόρρητα ή άλλα εμπιστευτικά στοιχεία και των εσωτερικών εγγράφων της Επιτροπής (11) .
7. Το Πρωτοδικείο, αφού τους διαβίβασε αντίγραφο του πλήρους φακέλου, κάλεσε τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να καταθέσουν υπόμνημα περιοριζόμενο στην ακριβή επισήμανση των εγγράφων στα οποία δεν τους επετράπη η πρόσβαση κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και των οποίων η άγνοια μπορούσε να έχει επηρεάσει την άμυνά τους, καθώς και να εξηγήσουν τους λόγους για τους οποίους, κατά τη γνώμη τους, η διοικητική διαδικασία μπορούσε να έχει καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα αν τους είχε παρασχεθεί η δυνατότητα να τα συμβουλευθούν. Το υπόμνημα έπρεπε να συνοδεύεται από αντίγραφα των σχολιαζομένων εγγράφων. Όλες οι προσφεύγουσες, πλην μιας (12) , ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση αυτή. Η Επιτροπή απάντησε σε όλες (13) .
8. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή της Aalborg και αποφάσισε:
─ [να ακυρώσει] το άρθρο 1 της αποφάσεως 94/815, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα μετέσχε στην προσαπτομένη παράβαση μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1988· [να ακυρώσει] το άρθρο 1 της αποφάσεως 94/815, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα μετέσχε στην προσαπτομένη παράβαση μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1988·
─ [να ακυρώσει] το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 94/815, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι συνήφθησαν συμφωνίες σχετικά με ανταλλαγές πληροφοριών επί των τιμών κατά τις συνεδριάσεις της εκτελεστικής επιτροπής της Cembureau ─ Association européenne du ciment και κατά το μέτρο που διαπιστώνεται η συμμετοχή της προσφεύγουσας στην προσαπτομένη παράβαση μετά τις 19 Μαρτίου 1984· [να ακυρώσει] το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 94/815, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι συνήφθησαν συμφωνίες σχετικά με ανταλλαγές πληροφοριών επί των τιμών κατά τις συνεδριάσεις της εκτελεστικής επιτροπής της Cembureau ─ Association européenne du ciment και κατά το μέτρο που διαπιστώνεται η συμμετοχή της προσφεύγουσας στην προσαπτομένη παράβαση μετά τις 19 Μαρτίου 1984·
─ [να ακυρώσει] το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/815 ως προς την προσφεύγουσα, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η περιοδική κυκλοφορία πληροφοριών μεταξύ της Cembureau ─ Association européenne du ciment και των μελών της αφορούσε, ως προς τις τιμές που ίσχυαν στο Βέλγιο και στις Κάτω Χώρες, τις κατώτατες τιμές των παραγωγών των δύο αυτών χωρών για τις παραδόσεις τσιμέντου με φορτηγό αυτοκίνητο και, ως προς το Λουξεμβούργο, τις τιμές, περιλαμβανομένων των εκπτώσεων, του παραγωγού της χώρας αυτής· [να ακυρώσει] το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/815 ως προς την προσφεύγουσα, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η περιοδική κυκλοφορία πληροφοριών μεταξύ της Cembureau ─ Association européenne du ciment και των μελών της αφορούσε, ως προς τις τιμές που ίσχυαν στο Βέλγιο και στις Κάτω Χώρες, τις κατώτατες τιμές των παραγωγών των δύο αυτών χωρών για τις παραδόσεις τσιμέντου με φορτηγό αυτοκίνητο και, ως προς το Λουξεμβούργο, τις τιμές, περιλαμβανομένων των εκπτώσεων, του παραγωγού της χώρας αυτής·
─ [να ακυρώσει] το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως 94/815, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα μετέσχε στην προσαπτομένη παράβαση πριν από τις 9 Σεπτεμβρίου 1986 και μετά τις 31 Μαΐου 1987· [να ακυρώσει] το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως 94/815, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα μετέσχε στην προσαπτομένη παράβαση πριν από τις 9 Σεπτεμβρίου 1986 και μετά τις 31 Μαΐου 1987·
─ [να ακυρώσει] το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 94/815, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα μετέσχε στην προσαπτομένη παράβαση πριν από τις 9 Σεπτεμβρίου 1986· [να ακυρώσει] το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της αποφάσεως 94/815, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα μετέσχε στην προσαπτομένη παράβαση πριν από τις 9 Σεπτεμβρίου 1986·
─ [να ακυρώσει] το άρθρο 5 της αποφάσεως 94/815 ως προς την προσφεύγουσα· [να ακυρώσει] το άρθρο 5 της αποφάσεως 94/815 ως προς την προσφεύγουσα·
─ [να καθορίσει] το ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα με το άρθρο 9 της αποφάσεως 94/815 σε 2 349 000 ευρώ· [να καθορίσει] το ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα με το άρθρο 9 της αποφάσεως 94/815 σε 2 349 000 ευρώ·
─ [να απορρίψει] την προσφυγή κατά τα λοιπά· [να απορρίψει] την προσφυγή κατά τα λοιπά·
─ [ότι] η προσφεύγουσα φέρει τα δικαστικά της έξοδα και το ένα τρίτο των εξόδων της Επιτροπής· [ότι] η προσφεύγουσα φέρει τα δικαστικά της έξοδα και το ένα τρίτο των εξόδων της Επιτροπής·
─ [ότι] η Επιτροπή φέρει τα δύο τρίτα των δικαστικών της εξόδων. [ότι] η Επιτροπή φέρει τα δύο τρίτα των δικαστικών της εξόδων.
9. Δηλαδή, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Aalborg ευθυνόταν για συμπεριφορές θίγουσες τον ανταγωνισμό, καθόσον είχε συμμετάσχει:
1. στη συμφωνία Cembureau για τον σεβασμό των εθνικών αγορών κοινού τσιμέντου (άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής) από τις 14 Ιανουαρίου 1983 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1988·
2. σε περιστασιακές ανταλλαγές πληροφοριών σχετικά με τις τιμές του κοινού τσιμέντου (άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής) από τις 14 Ιανουαρίου 1983 έως τις 19 Μαρτίου 1984·
3. μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1984 και 31ης Δεκεμβρίου 1988, στην περιοδική κυκλοφορία πληροφοριών σχετικά με τις ατομικές κλίμακες τιμών των Δανών και Ιρλανδών παραγωγών, τις κλίμακες τιμών του κλάδου που ίσχυαν στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Πορτογαλία και τις μέσες τιμές που εφαρμόζονταν στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο (άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της αποφάσεως της Επιτροπής)·
4. στη συμφωνία όσον αφορά τη σύσταση της European Task Force (άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής) μεταξύ 9ης Σεπτεμβρίου 1986 και 31ης Μαΐου 1987·
5. στις εναρμονισμένες πρακτικές με σκοπό να παύσει η Calcestruzzi να είναι πελάτης των Ελλήνων παραγωγών (άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της αποφάσεως της Επιτροπής) μεταξύ 9ης Σεπτεμβρίου 1986 και 15ης Μαρτίου 1987.
ΙΙΙ. Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
10. Μετά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως και την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, το Δικαστήριο, κάνοντας χρήση της δυνατότητας που του παρέχει το άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας (14) , απέρριψε τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως με διάταξη της 5ης Ιουνίου 2002.
11. Όσον αφορά τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, στις 4 Ιουλίου 2002 πραγματοποιήθηκε κοινή επ' ακροατηρίου συζήτηση για τις έξι αιτήσεις αναιρέσεως που ασκήθηκαν κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, στην οποία παρέστησαν οι αναιρεσείουσες επιχειρήσεις και η Επιτροπή.
IV. Η αίτηση αναιρέσεως
12. Η Aalborg ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει εν όλω, καθόσον την αφορά, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που επικυρώνει την απόφαση της Επιτροπής, ή, τουλάχιστον, να την αναιρέσει εν μέρει. Επικουρικώς, ζητεί την αναπομπή της υποθέσεως στο Πρωτοδικείο ώστε αυτό να αποφανθεί εκ νέου, ακυρώνοντας εν όλω ή εν μέρει το πρόστιμο και καταδικάζοντας την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της Aalborg ενώπιον αμφοτέρων των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων.
13. Προς στήριξη των ανωτέρω αιτημάτων, η αναιρεσείουσα επικαλείται πέντε λόγους αναιρέσεως, ορισμένους στηριζόμενους σε πλείονα νομικά ερείσματα. Από τους λόγους αυτούς, όπως ήδη ανέφερα, ο δεύτερος έχει ήδη απορριφθεί με διάταξη της 5ης Ιουνίου 2002.
14. Στη συνέχεια, θα εκθέσω τις αιτιάσεις της Aalborg και την απάντηση της Επιτροπής, αναλύοντάς τες προς αιτιολόγηση των προτάσεών μου.
1. Επί της προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας κατά τη διοικητική διαδικασία, καθόσον δεν επετράπη η πρόσβαση σε απαλλακτικά έγγραφα (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
Α. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
15. Το Πρωτοδικείο αναφέρει, στις σκέψεις 152 και 153 της αποφάσεώς του, ότι η Επιτροπή παραβίασε κατάφωρα και ουσιωδώς τις αρχές που διέπουν την πρόσβαση των επιχειρήσεων στον φάκελο κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, καθόσον τις εμπόδισε να λάβουν γνώση των τριών τετάρτων των περιεχομένων στον φάκελο εγγράφων. Η Aalborg συμφωνεί με την εκτίμηση αυτή, όπως και με τις έννομες συνέπειες τις οποίες, in abstracto, συνδέει το Πρωτοδικείο με τις περιστάσεις αυτές, ιδίως δε με την προσβολή του δικαιώματος άμυνας, εφόσον αποδεικνύεται ότι, αν είχε παρασχεθεί η δυνατότητα προσβάσεως σε ένα έγγραφο και διατυπώσεως παρατηρήσεων επί του περιεχομένου του, θα υπήρχε μια πιθανότητα ─ έστω και περιορισμένη ─ να καταλήξει η διαδικασία σε διαφορετικό αποτέλεσμα (15) .
16. Η αναιρεσείουσα εταιρία διαφωνεί, ωστόσο, με την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εφαρμογή αυτού του κανόνα εκτιμήσεως και φθάνει μέχρι του σημείου να υποστηρίξει ότι, στην πράξη, η εφαρμογή αυτή τον ανατρέπει. Για να καταδείξει τα ανωτέρω, η αναιρεσείουσα προτείνει τρία παραδείγματα:
α) τα σημειώματα του J. Toscano (σκέψη 1122 της αποφάσεως) (16) ·
β) τα έγγραφα που καταδεικνύουν ότι το αντικείμενο των συναντήσεων της 14ης Ιανουαρίου 1983, της 19ης Μαρτίου 1984 και της 7ης Νοεμβρίου 1984 ήταν το ντάμπινγκ και ένα σύστημα σημείων βάσεως (σκέψεις 1209 και 1210 της αποφάσεως) (17) · και
γ) τα έγγραφα που αφορούν τη συνεδρίαση της 9ης Σεπτεμβρίου 1986 στο Baden-Baden (σκέψεις 2888 και 2889 της αποφάσεως) (18) .
17. Η αναιρεσείουσα επιχείρηση ισχυρίζεται ότι, αν της είχε επιτραπεί η πρόσβαση στα προμνησθέντα έγγραφα κατά τον σχηματισμό του φακέλου της έρευνας, θα είχε δοθεί μια ─ έστω και μικρή ─ δυνατότητα να καταλήξει η διοικητική διαδικασία σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Η αναιρεσείουσα δεν συμφωνεί με την κρίση στην οποία καταλήγει, συναφώς, το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 1132, 1211 και 2898 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αποκλίνοντας από το ορθώς εκτιθέμενο στη σκέψη 237 κριτήριο, το οποίο καθίσταται άνευ αντικειμένου αν απαιτείται υψηλός βαθμός βεβαιότητας όσον αφορά την πιθανότητα αυτή. Επιπλέον, κατά την άποψή της, για να μην αναγνωρίσει την κρισιμότητα των εγγράφων, το Πρωτοδικείο χρειάστηκε να προβεί σε νέα και στενότερη εκτίμηση της υλικής ευθύνης, διαφορετική και αυστηρότερη από την άποψη στην οποία η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της, δηλαδή, ότι η παρουσία της Aalborg στο Baden-Baden οφειλόταν στο γεγονός ότι μετείχε στη European Task Force. Ενώ η Επιτροπή καταλόγισε στην αναιρεσείουσα εταιρία όλες τις σχετικές με την οργάνωση αυτή συνεδριάσεις, χωρίς να αποδώσει σημασία στη μη συμμετοχή της σε κάποιες από αυτές, το Πρωτοδικείο θεμελίωσε την ευθύνη της Aalborg αποκλειστικώς και μόνο στην παρουσία της στο Baden-Baden (19) .
18. Η σημασία των εγγράφων ως αμυντικών μέσων έπρεπε, συνεπώς, να εξεταστεί λαμβανομένων υπόψη των αιτιάσεων που ανακοινώθηκαν από την Επιτροπή και σε συνάρτηση με τον σκοπό της Aalborg, η οποία επεδίωκε να μην περιληφθεί στην απόφαση του σώματος των επιτρόπων, και όχι υπό το φως μιας καταστάσεως στο πλαίσιο της οποίας το Πρωτοδικείο περιορίζεται να κρίνει κατά πόσον είναι δυνατή η διατήρηση σε ισχύ μιας ήδη εκδοθείσας αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο, κατά την Aalborg, υπέπεσε σε νομική πλάνη η οποία επιβάλλει την ακύρωση της αποφάσεώς του στο σύνολό της ή, τουλάχιστον, εν μέρει, στο μέτρο που κρίνει ότι η αναιρεσείουσα ευθύνεται για τις παραβάσεις που περιγράφονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο α΄, της αποφάσεως και επεκτείνει την παράβαση του άρθρου 1 πέραν των τριών συνεδριάσεων της 14ης Ιανουαρίου 1983, της 19ης Μαρτίου 1984 και της 7ης Νοεμβρίου 1984.
19. Η Επιτροπή απαντά στην εκτεταμένη επιχειρηματολογία της Aalborg αναφέροντας ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε ορθή εφαρμογή του κριτηρίου σύμφωνα με το οποίο τα νέα αποδεικτικά στοιχεία εξετάζονται με γνώμονα το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία η προσφεύγουσα επιθυμούσε να συμβουλευθεί κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Δεδομένου ότι, στην πραγματικότητα, αυτό συνιστά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, το οποίο εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, απαράδεκτος.
20. Εν πάση περιπτώσει, κατά τη γνώμη του εν λόγω οργάνου, ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Η εκτίμηση του Πρωτοδικείου ότι δεν υφίσταται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της αναιρεσείουσας είναι ορθή. Τα έγγραφα που επικαλείται η Aalborg επιβεβαιώνουν ένα γεγονός το οποίο ουδέποτε αμφισβητήθηκε, δηλαδή ότι ο κλάδος ανησυχούσε για το ντάμπινγκ και τις κρατικές ενισχύσεις, προβλήματα τα οποία υπήρξαν το αντικείμενο συζητήσεως κατά τις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας το 1983 και το 1984. Όμως, συγχρόνως, τα έγγραφα αυτά δεν είναι ικανά να ανατρέψουν τα αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής και σύμφωνα με τα οποία στις συνεδριάσεις αυτές συζητήθηκαν και άλλα θέματα αντίθετα προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό.
21. Η Aalborg απαντά ότι ο έλεγχος της εφαρμογής του κανόνα εκτιμήσεως του οποίου έκανε χρήση το Πρωτοδικείο, και ο οποίος έχει εφαρμοστεί σε άλλες περιπτώσεις από την κοινοτική νομολογία (20) , αποτελεί καθαρά νομική πράξη η οποία μπορεί να ελεγχθεί και να διορθωθεί στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, στο μέτρο που το ίδιο το δικάσαν δικαστήριο κατέστησε τη μέθοδο κρίσεως που χρησιμοποίησε κενή περιεχομένου.
22. Η Επιτροπή, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, αναφέρει ότι η πράξη διαψεύδει τις απαισιόδοξες προβλέψεις της Aalborg, καθόσον το Πρωτοδικείο με την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ακύρωσε διατάξεις της αποφάσεως της Επιτροπής λόγω του ότι δεν είχε επιτραπεί σε δύο από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις να συμβουλευθούν ορισμένα έγγραφα κατά τη διαδικασία καταρτίσεως του φακέλου έρευνας (21) .
Β. Η νομιμότητα των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που έλαβε το Πρωτοδικείο
23. Το Πρωτοδικείο, για να απαντήσει στις αιτιάσεις όσον αφορά το νομότυπο της διοικητικής διαδικασίας και, ενδεχομένως, να εξαλείψει τη βλάβη που προκλήθηκε από τη μη παροχή προσβάσεως σε ορισμένα έγγραφα, ζήτησε από την Επιτροπή να αποστείλει τον πλήρη φάκελο, θέτοντάς τον στη διάθεση των διαδίκων (22) , ούτως ώστε οι τελευταίοι, λαμβάνοντας γνώση εκείνων των εγγράφων τα οποία δεν είχαν μπορέσει να εξετάσουν κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, να τα προσδιορίσουν, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους η διαδικασία θα μπορούσε να έχει καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα αν τους είχε δοθεί η ευκαιρία να τα συμβουλευθούν.
24. Η απόφαση αναλύει τα έγγραφα που επισημάνθηκαν από τους διαδίκους και τις διατυπωθείσες παρατηρήσεις και καταλήγει, όσον αφορά την Aalborg, στα διαλαμβανόμενα στο σημείο 15 του διατακτικού της, όπως εκτέθηκε στο σημείο 8 των παρουσών προτάσεων. Το Πρωτοδικείο έκρινε εφαρμόζοντας το ακόλουθο κριτήριο: συνέτρεχε περίπτωση προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας των προσφευγουσών αν υπήρχε πιθανότητα, έστω και περιορισμένη, να είχε καταλήξει η διοικητική διαδικασία σε διαφορετικό αποτέλεσμα σε περίπτωση που τους είχε δοθεί η δυνατότητα να επικαλεστούν τα έγγραφα στα οποία δεν είχε επιτραπεί η πρόσβαση (23) .
25. Η Aalborg διερωτάται επί της ορθής οπτικής γωνίας από την οποία πρέπει να εξεταστεί η σημασία, ως απαλλακτικών στοιχείων, των εγγράφων τα οποία δεν τέθηκαν στη διάθεσή της κατά τη διαδικασία καταρτίσεως του διοικητικού φακέλου. Οφείλει ο δικαστής να εξετάσει την ανακοίνωση των αιτιάσεων κρίνοντας από την οπτική γωνία εκείνου που επιδιώκει να μην περιληφθεί στην απόφαση; Ή, αντιθέτως, μπορεί να εξετάσει το όλο ζήτημα από την οπτική γωνία εκείνου που περιορίζεται να κρίνει κατά πόσον είναι δυνατόν να διατηρηθεί σε ισχύ η απόφαση της Επιτροπής, αφού αυτή έχει εκδοθεί; Διατυπώνοντας τα ερωτηματικά αυτά, η Aalborg θέτει υπό αμφισβήτηση, από τη βάση της, την εργασία την οποία πραγματοποίησε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
26. Η διαδικασία διαπιστώσεως της υπάρξεως παραβάσεων των άρθρων 81 και 82 ΕΚ έχει κατασταλτικό χαρακτήρα. Πέραν της παύσεως των πρακτικών που θίγουν τον ανταγωνισμό, αποβλέπει στον κολασμό των συμπεριφορών που τις προκαλούν, παρέχοντας στην Επιτροπή τη δυνατότητα να τιμωρεί τους υπευθύνους των συμπεριφορών αυτών με χρηματικές κυρώσεις. Προς τούτο, το εν λόγω όργανο έχει ευρείες εξουσίες έρευνας, όμως, ακριβώς λόγω αυτού του χαρακτήρα και λόγω της συγκεντρώσεως στο ίδιο όργανο των εξουσιών διεξαγωγής έρευνας και λήψεως αποφάσεως, τα δικαιώματα άμυνας των εμπλεκομένων στη διαδικασία πρέπει να αναγνωρίζονται ανεπιφύλακτα και να γίνονται σεβαστά (24) .
27. Αυτή είναι η έννοια των διατάξεων που περιέχονται στον κανονισμό 17, ειδικότερα του άρθρου 19, και στον κανονισμό (ΕΚ) 2842/98 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τις ακροάσεις στο πλαίσιο ορισμένων διαδικασιών κατ' εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 ΕΚ (25) · και αυτό το περιεχόμενο τους προσέδωσε η νομολογία του Δικαστηρίου (26) και του Πρωτοδικείου (27) . Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επέκτεινε την ισχύ των εγγυήσεων που προβλέπει το άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης και στις πειθαρχικής φύσεως διοικητικές διαδικασίες (28) .Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (29) προχωρεί ακόμα περισσότερο στη γραμμή αυτή, καθόσον, παράλληλα με το δικαίωμα του κατηγορουμένου να υπερασπίσει τις νομικές απόψεις σε δίκαιη και δημόσια δίκη ενώπιον ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, εκ των προτέρων προσδιορισμένου από τον νόμο (30) , εγγυάται επίσης και το δικαίωμα οιουδήποτε προσώπου να τύχει ακροάσεως από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως προτού αυτά θεσπίσουν ατομικό μέτρο δυνάμενο να το επηρεάσει δυσμενώς, καθώς και το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο (31) .
28. Η δυνατότητα του ενδιαφερομένου να συμβουλευθεί τον φάκελο αποτελεί ένα ακόμα μέσο στην υπηρεσία του δικαιώματος άμυνας (32) . Δεν είναι αυτοσκοπός (33) . Οι τυπικές εγγυήσεις της ένδικης ή διοικητικής διαδικασίας εξηγούνται ενόψει του σκοπού αυτού, που δεν είναι άλλος από την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων και των θεμιτών συμφερόντων όλων. Όταν υπάρχει κάποιο διαδικαστικό ελάττωμα, όταν παραβλέπονται οι τύποι, δημιουργούνται έννομες συνέπειες συνιστάμενες στη μείωση των μέσων άμυνας. Με άλλες λέξεις, η έννοια της αδυναμίας άμυνας είναι ουσιαστική, οπότε, όσες παρατυπίες και αν σημειωθούν κατά τη διαδικασία, στερούνται σημασίας εφόσον ο ενδιαφερόμενος διέθετε, παρά ταύτα, τα κατάλληλα μέσα άμυνας.
29. Ο λειτουργικός χαρακτήρας του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο έχει και μία επιπλέον συνέπεια. Ακόμα και σε περίπτωση που ο μη σεβασμός ή ο ελλιπής σεβασμός του δικαιώματος αυτού έχει μειώσει τις δυνατότητες άμυνας του ενδιαφερομένου, η ακύρωση της αποφάσεως που τον αφορά επιβάλλεται μόνον όταν διαπιστώνεται ότι, αν είχε τηρηθεί σχολαστικά η διαδικασία, το αποτέλεσμα θα ήταν ίσως διαφορετικό, περισσότερο ευνοϊκό, για τον ενδιαφερόμενο, ή όταν, ακριβώς λόγω της υπάρξεως τυπικού ελαττώματος, δεν είναι γνωστό κατά πόσον η απόφαση θα ήταν διαφορετική. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις επιβάλλεται η ακύρωση της τελικής αποφάσεως και, ενδεχομένως, η επανάληψη της διαδικασίας για την ορθή εφαρμογή της.
30. Τελικά, τα τυπικά ελαττώματα δεν έχουν ίδια ύπαρξη, διακρινόμενη από την ουσία της διαφοράς. Αν ακυρωθεί απόφαση εκδοθείσα κατόπιν ελαττωματικής διαδικασίας, διότι, λόγω των παρατυπιών που σημειώθηκαν κατά την πορεία της εκδόσεώς της, είναι εσφαλμένη ως προς την ουσία, η ακύρωση υπαγορεύεται από το εσφαλμένο της αποφάσεως και όχι από την ύπαρξη διαδικαστικού ελαττώματος. Το τυπικό ελάττωμα αποκτά ίδια σημασία μόνον όταν, λόγω της υπάρξεώς του, δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί η ληφθείσα απόφαση.
31. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων αποκτούν νόημα τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που αποφάσισε το Πρωτοδικείο.
32. Αφού καταγγέλθηκε από τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων και διαπιστώθηκε κατόπιν από το Πρωτοδικείο, η παράβαση των τυπικών απαιτήσεων, συνιστάμενη στην άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει την πρόσβαση σε όλα τα απαλλακτικά έγγραφα που περιλαμβάνονταν στον φάκελο, επιβαλλόταν να εξεταστεί κατά πόσον το διαδικαστικό ελάττωμα είχε επιπτώσεις στα δικαιώματα άμυνάς τους. Προς τον σκοπό αυτόν, ήταν αναγκαίο να γνωρίζει το Πρωτοδικείο τα απαλλακτικά στοιχεία στα οποία δεν τους επιτράπηκε η πρόσβαση και την άποψή τους επ' αυτών. Λαμβάνοντας γνώση των στοιχείων αυτών, το Πρωτοδικείο εξέτασε κατά πόσον, λόγω του ότι δεν είχαν μπορέσει να τα συμβουλευθούν και να τα επικαλεστούν ενώπιον της Επιτροπής, η απόφαση της τελευταίας μπορούσε να ήταν διαφορετική, ευνοϊκότερη για τις κατηγορούμενες επιχειρήσεις.
33. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο δεν υποσκέλισε την Επιτροπή ούτε την υποκατέστησε παρανόμως. Αντιθέτως, περιορίστηκε να ασκήσει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, με άκρα σχολαστικότητα, τις δικαιοδοτικές του εξουσίες, ελέγχοντας το νομότυπο της εφαρμοσθείσας διαδικασίας για την επιβολή των κυρώσεων. Και στο πλαίσιο αυτό, η κρίση, που προβάλλεται στο παρελθόν, πρέπει να εκφράζεται βάσει όλων των στοιχείων που είναι διαθέσιμα στο παρόν, πράγμα που της προσδίδει μεγαλύτερη πληρότητα και υψηλότερο ποσοστό βεβαιότητας (34) .
34. Ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε το Πρωτοδικείο ουδόλως αφίσταται της νομολογίας του Δικαστηρίου. Στην προμνησθείσα απόφαση Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, αναφέρεται ότι, σε περίπτωση που έχει σημειωθεί προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, αυτή δεν θεραπεύεται με το να επιτραπεί καθυστερημένα η πρόσβαση στα έγγραφα του φακέλου, που θα επιτρέψει στις θιγόμενες επιχειρήσεις να αντλήσουν ισχυρισμούς και επιχειρήματα προς θεμελίωση των αιτημάτων τους, καθόσον η πρόσβαση αυτή δεν τις θέτει στην κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν αν είχαν μπορέσει να στηριχθούν στα έγγραφα αυτά για να υποβάλουν τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους ενώπιον της Επιτροπής (35) .
35. Το Πρωτοδικείο δεν προσπάθησε να θεραπεύσει a posteriori μια ήδη σημειωθείσα προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας· περιορίστηκε, σε ένα πρώτο στάδιο, να ερευνήσει κατά πόσον είχε υπάρξει αυτή η προσβολή (36) . Όταν έκρινε ότι όντως υπήρχε τέτοια προσβολή, ακύρωσε την απόφαση (37) . Οσάκις, αντιθέτως, θεώρησε ότι δεν υπήρξε προσβολή, έκρινε ότι η τυπική παρατυπία που σημειώθηκε κατά την κατάρτιση του διοικητικού φακέλου δεν ασκούσε εν προκειμένω επιρροή.
36. Εξάλλου, αυτό είναι και το νόημα της ίδιας της αποφάσεως Hercules Chemicals κατά Επιτροπής. Από την ανάγνωση της σκέψεως 80 της αποφάσεως προκύπτει ότι καθοριστική σημασία δεν έχει αυτό καθαυτό το τυπικό ελάττωμα, αλλά η επίπτωσή του στο δικαίωμα άμυνας, η οποία μπορεί να είναι ανύπαρκτη αν η ίδια η θιγείσα επιχείρηση δεν αποδεικνύει ότι η αδυναμία της να λάβει γνώση ορισμένων απαλλακτικών αποδεικτικών στοιχείων τής στέρησε τα μέσα προκειμένου να πείσει την Επιτροπή για την αθωότητά της.
Γ. Η εκτίμηση των απαλλακτικών εγγράφων
37. Στην πραγματικότητα, η κυριότερη αιτίαση της Aalborg ως προς το θέμα αυτό περιορίζεται απλώς στη μη συμφωνία της με την εκτίμηση των εγγράφων τα οποία η ίδια υπέδειξε, στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο όταν του διαβιβάστηκε ο φάκελος.
38. Αρκεί η ανάγνωση των σελίδων της αιτήσεως αναιρέσεως που αφιερώνονται στον λόγο αυτόν (38) για να διαπιστωθεί ότι η αναιρεσείουσα εταιρία ζητεί από το Δικαστήριο να ασχοληθεί με ζητήματα ξένα προς την ιδιότητά του ως αναιρετικού δικαιοδοτικού οργάνου. Στο Πρωτοδικείο εναπόκειται να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και να εκτιμήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει. Το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο αιτήσεως αναιρέσεως, δεν μπορεί να ασχοληθεί με τα ζητήματα αυτά παρά μόνον αν τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία συγκεντρώθηκαν κατά παράβαση διατάξεως ή γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου, αν, κατά την εκτίμηση των στοιχείων αυτών, δεν τηρήθηκαν οι κανόνες περί του βάρους της αποδείξεως, ή αν η εν λόγω εκτίμηση είναι παράλογη ή αυθαίρετη και αν, συνεπώς, διαστρεβλώνει τα αποδεικτικά στοιχεία. Το Δικαστήριο μπορεί μόνο να θεραπεύσει μια παράβαση του δικαίου εκ μέρους του Πρωτοδικείου, ουδέποτε όμως μπορεί να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά, υπό την επιφύλαξη της εξουσίας ελέγχου του νομικού χαρακτηρισμού τους (39) .
39. Αφού συμβουλεύθηκε τα έγγραφα στα οποία η Επιτροπή δεν της είχε επιτρέψει την πρόσβαση κατά τη διοικητική διαδικασία, η Aalborg διατύπωσε ορισμένες σκέψεις ως προς το αντικείμενο της συναντήσεως των επικεφαλής αντιπροσωπείας στις 14 Ιανουαρίου 1983 και ως προς τις δύο άλλες συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν το 1984, καθώς και ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες ο εκπρόσωπός της παρέστη στη νέα συνάντηση των επικεφαλής αντιπροσωπείας που πραγματοποιήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1986 στο Baden-Baden. Οι σκέψεις αυτές αποτελούν έναν διαφορετικό τρόπο αντιμετωπίσεως των πραγματικών περιστατικών, ο οποίος ουδόλως αποδεικνύει αυθαίρετη ή παράλογη εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων εκ μέρους του Πρωτοδικείου.
40. Εφαρμόζοντας το κριτήριο εξετάσεως που είχε καθορίσει στη σκέψη 241 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα έγγραφα που αποκάλυψε η Επιτροπή δεν ήταν ικανά να μεταβάλουν την εκδοχή των πραγματικών περιστατικών την οποία η Επιτροπή είχε υιοθετήσει στην απόφασή της. Συγκεκριμένα, θεώρησε ότι τα σημειώματα του J. Toscano και τα άλλα έγγραφα που μνημονεύει η Aalborg επιβεβαιώνουν το ότι στη διάρκεια των συναντήσεων αυτών συζητήθηκαν θέματα ευαίσθητα για τον τομέα της τσιμεντοβιομηχανίας όσον αφορά το ντάμπινγκ και τις κρατικές ενισχύσεις, δεν επιτρέπουν όμως να αποκλεισθεί ότι στις συναντήσεις αυτές συνάφθηκαν συμφωνίες θίγουσες τον ανταγωνισμό, συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή στηριχθείσα σε άμεσα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία (40) . Επιβάλλεται, συνεπώς, η διαπίστωση ότι η συζήτηση την οποία επιχειρεί να προκαλέσει η Aalborg ουδόλως βαίνει πέραν της εκτιμήσεως του συνόλου των αποδείξεων ή της διαπιστώσεως των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς.
41. Το αυτό ισχύει και με τα έγγραφα που αφορούν τη συνάντηση του Baden-Baden, μέσω των οποίων η Aalborg επιχειρεί να επιβεβαιώσει τις προθέσεις με τις οποίες ο εκπρόσωπός της μετέβη στη συνάντηση και να αποδείξει ότι, αν είχε μπορέσει να τα χρησιμοποιήσει κατά την έρευνα της υποθέσεως, θα της είχε δοθεί η ─ έστω και ελάχιστη ─ δυνατότητα να πείσει την Επιτροπή για τη μη συμμετοχή της στη Cembureau Task Force. Με το επιχείρημα αυτό, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τις εκτιμήσεις στις οποίες προέβη το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 2888 έως 2898 της αποφάσεως όσον αφορά το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων και την επίδραση, επί της εκβάσεως της διαδικασίας, των παρατηρήσεων που θα είχε ενδεχομένως μπορέσει να διατυπώσει στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας. Όπως ήδη ανέφερα, το ζήτημα αυτό είναι ξένο προς την αναιρετική διαδικασία. Η εκ μέρους ενός δικαιοδοτικού οργάνου αποσαφήνιση του πραγματικού πλαισίου μιας διαφοράς αφορά τόσο τον προσδιορισμό των πραγματικών στοιχείων που αντλούνται άμεσα από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας όσο και τις λογικές συνέπειες που προκύπτουν από την αμοιβαία σχέση μεταξύ των διαφόρων αποδεικτικών μέσων.
42. Με άλλες λέξεις, ο έλεγχος της εφαρμογής του κανόνα εξετάσεως τον οποίο χρησιμοποίησε το Πρωτοδικείο συνιστά, όπως επισημαίνει η Aalborg, αυστηρώς νομική πράξη, στην οποία το Δικαστήριο μπορεί να διενεργήσει κατ' αναίρεση. Ωστόσο, ο καθορισμός του ιστορικού της διαφοράς που είναι αναγκαίος για την εφαρμογή του εναπόκειται αποκλειστικώς στο επί της ουσίας αποφαινόμενο δικαστήριο, εκτός εάν, όπως ήδη αναφέρθηκε, το δικαστήριο αυτό ανέτρεψε το βάρος της αποδείξεως κατά την εξέταση αυτή ή προέβη σε αυθαίρετες ή στερούμενες λογικής συναγωγές συμπερασμάτων. Όμως, η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε παράβαση τέτοιας φύσεως, καθόσον η αιτίαση που διατυπώνει περιορίζεται απλώς στο ότι δεν συμφωνεί ως προς τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τη βάση της διαφοράς.
43. Συνεπώς, αυτός ο λόγος αναιρέσεως ─ ο πρώτος ─ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και αβάσιμος.
2. Επί του καταλογισμού στην αναιρεσείουσα πράξεων άλλου νομικού προσώπου (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
Α. Η θέση των διαδίκων
44. Το Πρωτοδικείο επικύρωσε την απόφαση της Επιτροπής η οποία καταλογίζει στην Aalborg, εταιρία συσταθείσα στις 26 Ιουνίου 1990 και η οποία, από 1ης Ιανουαρίου 1990, διαδέχθηκε την τσιμεντοβιομηχανία Aktieselskabet Aalborg Portland-Cement Fabrik (στο εξής: παλαιά τσιμεντοβιομηχανία), την ευθύνη για τη συμφωνία που συνήφθη στις 14 Ιανουαρίου 1983 και η οποία εφαρμόστηκε έως τις 31 Δεκεμβρίου 1988. Κατά την αναιρεσείουσα εταιρία, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη καθόσον οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της μεταβιβάσεως της ευθύνης δεν πληρούνταν εν προκειμένω και διότι, επιπλέον, δεν απάντησε στον ισχυρισμό που αντλήθηκε από την έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως της Επιτροπής όσον αφορά την εν λόγω μεταβίβαση της ευθύνης.
α) Η μη συνδρομή των αναγκαίων προϋποθέσεων μεταβιβάσεως της ευθύνης
45. Στη σκέψη 1336 της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο αναφέρει ότι η Aalborg και η παλαιά τσιμεντοβιομηχανία αποτελούσαν την ίδια οικονομική οντότητα. Η αναιρεσείουσα υπενθυμίζει ότι η σύστασή της και η απόκτηση της παλαιάς τσιμεντοβιομηχανίας εντάσσονται στο πλαίσιο της αναδιοργανώσεως του ομίλου στον οποίο ανήκει. Στην πραγματικότητα, μια άλλη νομική οντότητα, ήτοι η Blue Circle, είναι εκείνη η οποία, με την εξαγορά του 50 % των μετοχών της Aalborg κατά τη χρονική στιγμή κατά την οποία η επιχείρηση αυτή απέκτησε την κυριότητα της παλαιάς τσιμεντοβιομηχανίας, απέκτησε το ήμισυ των δραστηριοτήτων της. Συνεπώς, η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των πραγματικών περιστατικών και, επιπλέον, υπέπεσε σε νομική πλάνη.
46. Το δεύτερο σφάλμα πηγάζει από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη νομολογία (41) , για να μπορεί να υπάρξει μεταβίβαση της ευθύνης πρέπει η επιχείρηση στην οποία καταλογιζόταν η ευθύνη να έχει παύσει να υφίσταται και μια άλλη επιχείρηση να έχει αποκτήσει το σύνολο των ανθρωπίνων και υλικών πόρων της. Όμως, η Aalborg ισχυρίζεται ότι, εν προκειμένω, η παλαιά τσιμεντοβιομηχανία δεν έπαυσε να υφίσταται και ότι η ευθύνη για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις δεν μπορεί, συνεπώς, να μεταβιβαστεί στην ίδια.
47. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ανεξάρτητα από την ερμηνεία του περιεχομένου της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, καθοριστικό είναι το γεγονός ότι επρόκειτο πάντοτε για την ίδια οικονομική οντότητα και ότι, οποιαδήποτε και αν ήταν η διάρθρωση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της παλαιάς τσιμεντοβιομηχανίας, όλες οι δραστηριότητες τις οποίες ασκούσε στον τομέα αυτόν μεταβιβάστηκαν στην Aalborg.
48. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η συνέχεια της αρχικής εταιρίας υπό μορφή εταιρίας holding, της οποίας είναι συνιδιοκτήτρια, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια να καταλογιστεί η ευθύνη στη νεοσυσταθείσα οντότητα. Καθοριστικής σημασίας είναι το ότι, στο οικονομικό επίπεδο, πρόκειται για την ίδια εταιρία διότι το σύνολο των υλικών και ανθρώπινων μέσων που συνέβαλαν στη διάπραξη της παραβάσεως βρίσκεται στη διάθεση της Aalborg από 1ης Ιανουαρίου 1990.
49. Στο υπόμνημα απαντήσεως, η Aalborg υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να πρόκειται για την ίδια νομική οντότητα ούτε για την ίδια οικονομική οντότητα όταν μια τρίτη επιχείρηση αποκτά το 50 % του κεφαλαίου της νέας εταιρίας. Η Επιτροπή τής απαντά ότι η οικονομική οντότητα είναι ίδια όταν το σύνολο των μέσων παραγωγής που χρησιμοποιείται για την παραγωγή τσιμέντου μεταβιβάζεται από μια επιχείρηση (την παλαιά τσιμεντοβιομηχανία) προς άλλη (την αναιρεσείουσα), η οποία συνεχίζει τη βιομηχανική δραστηριότητα. Η συμμετοχή μιας νέας επιχειρήσεως (της Blue Circle), η οποία εισφέρει κεφάλαια, ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι, όσον αφορά την παραγωγή, πρόκειται πάντοτε για την ίδια οικονομική οντότητα, πράγμα που είναι θεμελιώδες στον τομέα των κανόνων του ανταγωνισμού.
β) Η έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά το ευθυνόμενο πρόσωπο
50. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής λόγω ελλείψεως αιτιολογίας όσον αφορά τον προσδιορισμό του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση και, πρέπει, ως εκ τούτου, κατά την άποψη της Aalborg, να αναιρεθεί. Στη σκέψη 1336 της αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αναφέρει ότι, εφόσον η Aalborg δεν υποστήριξε, με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις δραστηριότητες της παλαιάς τσιμεντοβιομηχανίας και εφόσον οι δύο εταιρίες αποτελούσαν μία και την αυτή οικονομική οντότητα, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να εξηγήσει με την απόφασή της τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε την Aalborg υπεύθυνη για τις δραστηριότητες της παλαιάς τσιμεντοβιομηχανίας. Κατά την αναιρεσείουσα εταιρία, αυτό το κριτήριο αδράνειας ή σιωπής, το οποίο εφάρμοσε το Πρωτοδικείο, πρέπει να απορριφθεί ολοσχερώς ως αντιβαίνον στα θεμελιώδη δικαιώματα.
51. Κατά την Επιτροπή, τίποτε δεν επιτρέπει να γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας επί του σημείου αυτού. Δεδομένου ότι από την ανακοίνωση των αιτιάσεων προκύπτει ότι οι διαπιστωθείσες παραβάσεις συνεχίστηκαν και μετά το 1990, δεν μπορεί να απαιτηθεί από την Επιτροπή να αιτιολογήσει λεπτομερώς στην απόφασή της ένα πραγματικό περιστατικό το οποίο δεν ασκεί επιρροή στην υπόθεση. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το Πρωτοδικείο δεν διέπραξε καμία διαδικαστική πλημμέλεια λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η Aalborg αναγνώρισε ότι, απαντώντας στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, δεν αμφισβήτησε τη δυνατότητα να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις πράξεις της παλαιάς τσιμεντοβιομηχανίας.
52. Στο υπόμνημα απαντήσεως, η αναιρεσείουσα εταιρία υποστηρίζει ότι δεν είχε κανένα λόγο να διορθώσει την ταυτότητα του προσώπου προς το οποίο απευθύνονταν οι αιτιάσεις που περιέχονταν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, καθόσον οι αιτιάσεις αυτές στηρίζονταν σε άποψη διαφορετική από εκείνη την οποία υιοθέτησε τελικά η απόφαση της Επιτροπής, η οποία στηρίχθηκε στο ότι η καταγγελθείσα σύμπραξη εξακολουθούσε να υφίσταται. Ωστόσο, η άποψη αυτή τροποποιήθηκε με την απόφαση, καθόσον η παράβαση αναφέρεται σε ορισμένες συγκεκριμένες συναντήσεις και περιόδους, οπότε το ζήτημα του προσώπου στο οποίο απευθύνονταν οι αιτιάσεις κατέστη ουσιώδους σημασίας. Η Aalborg δεν μπορούσε, και εξακολουθεί να μην μπορεί, να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη σύμπραξη κατά τη διάρκεια της περιόδου με την οποία, αντίθετα προς τα αναφερόμενα στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, η απόφαση της Επιτροπής συνδέει την παράβαση, δεδομένου ότι δεν είχε ακόμα συσταθεί κατά τον χρόνο εκείνο.
53. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή αντιδρά στην εκ νέου και άνευ λόγου διατύπωση αιτιάσεως περί υπάρξεως διαφοράς μεταξύ της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και της αποφάσεώς της. Αμφότερα τα κείμενα στηρίζονται στην ιδέα ότι η συμφωνία Cembureau εξακολουθούσε να ισχύει, όπως προκύπτει από το σημείο 65, παράγραφος 4, και από τον συνδυασμό των άρθρων 1 και 8 της αποφάσεως. Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να εξετάσει, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς της, τις τυχόν συνέπειες της μεταβιβάσεως των δραστηριοτήτων παραγωγής από μία επιχείρηση σε άλλη.
Β. Η ύπαρξη αιτιολογίας
54. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως ενέχει, στην ουσία, δύο αιτιάσεις, εκ των οποίων η μία αφορά τον τύπο και η άλλη την ουσία. Η πρώτη αναφέρεται στην έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τον προσδιορισμό του ευθυνομένου νομικού προσώπου.
55. Από την άποψη αυτή, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι δεν βάλλει κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου αυτής καθαυτήν, αλλά απλώς επαναλαμβάνει το επιχείρημα που είχε ήδη εκτεθεί με την προσφυγή και στο οποίο το Πρωτοδικείο απάντησε με τη σκέψη 1336 της αποφάσεως. Κατά τα λοιπά, τα κενά που εμφανίζει η αιτιλογία της αποφάσεως της Επιτροπής δεν συμπαρασύρουν και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για το γεγονός απλώς και μόνον ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα κενά αυτά ήταν άνευ σημασίας.
56. Αυτό το σκέλος του λόγου αναιρέσεως είναι και αβάσιμο. Η αιτιολογία η οποία, κατά το άρθρο 253 ΕΚ, πρέπει να συνοδεύει τις πράξεις και αποφάσεις των κοινοτικών οργάνων σκοπό έχει να παράσχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να λάβουν γνώση των λόγων που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, στο δε δικαιοδοτικό όργανο να ασκήσει τον έλεγχό του (42) . Κατά συνέπεια, η υποχρέωση αυτή δεν επιβάλλει στο όργανο που εκδίδει την πράξη να αναπτύσσει σε συγκεκριμένο βαθμό τη συλλογιστική επί της οποίας στηρίζει την απόφασή του ούτε να εξειδικεύει όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία του φακέλου (43) , αλλά μόνον τα κρίσιμα στοιχεία αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως και, ιδίως, του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που ενδέχεται να έχουν προς παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά (44) .
57. Στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, η Επιτροπή είχε ήδη εκθέσει τα περιστατικά για τα οποία θεωρούσε υπεύθυνη την Aalborg, ανεξαρτήτως από το ποιος ήταν ο πραγματικός αυτουργός των συναφών πράξεων, η παλαιά τσιμεντοβιομηχανία ή η Aalborg. Όταν η τελευταία εξέθεσε τα απαλλακτικά γι' αυτήν στοιχεία, δεν διατύπωσε καμία σχετική παρατήρηση. Συνεπώς, δεν μπορούσε να απαιτηθεί από την Επιτροπή να εξηγήσει μια απόφαση την οποία η ίδια η Aalborg δεν είχε αμφισβητήσει στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, δεδομένου ότι, όπως επισημαίνει το Πρωτοδικείο (45) , η Aalborg ουδέποτε αμφισβήτησε ότι μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις δραστηριότητες της επιχειρήσεως της οποίας ήταν διάδοχος.
58. Όλως διαφορετικό είναι το ζήτημα ─ το οποίο δεν έχει καμία σχέση με την προβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογίας (46) ─ κατά πόσον, ενόψει της περιγραφής των πραγματικών περιστατικών στην απόφαση της Επιτροπής, εδικαιολογείτο να θεωρηθεί η Aalborg υπεύθυνη για τις θίγουσες τον ανταγωνισμό συμπεριφορές της παλαιάς τσιμεντοβιομηχανίας. Αυτό είναι το ζήτημα που θίγεται με το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως.
Γ. Απαράδεκτη μεταβίβαση ευθύνης
59. Η Aalborg αρχίζει την επιχειρηματολογία της επί του σημείου αυτού αμφισβητώντας την περιεχόμενη στις σκέψεις 1335 και 1336 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κρίση του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την οποία η Aalborg και η παλαιά τσιμεντοβιομηχανία αποτελούσαν την ίδια οικονομική οντότητα από πλευράς εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ).
60. Είναι ακριβές ότι η Aalborg, όπως επισημαίνει στην αίτηση αναιρέσεως προς στήριξη αυτού του λόγου, συστάθηκε στις 26 Ιουνίου 1990, ότι απέκτησε αναδρομικά, από 1ης Ιανουαρίου 1990, την αλυσίδα παραγωγής της παλαιάς τσιμεντοβιομηχανίας, η οποία της μεταβίβασε το ενεργητικό και το παθητικό που αφορούσαν αυτή τη δραστηριότητα και συνέχισε να υφίσταται ως εταιρία holding, κατέχοντας το 50 % της νέας οντότητας. Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ο βρετανικός όμιλος Blue Circle (47) απέκτησε το υπόλοιπο 50 % των μετοχών της Aalborg.
61. Αν, με την έκφραση ίδια οικονομική οντότητα, το Πρωτοδικείο επιθυμεί να υποδηλώσει ότι η Aalborg συνέχισε τη δραστηριότητα της παλαιάς τσιμεντοβιομηχανίας, τα ανθρώπινα και υλικά μέσα της οποίας τής μεταβιβάστηκαν, η εκτίμησή του είναι, κατά τη γνώμη μου, ορθή. Αν, αντιθέτως, υπονοεί ότι, στην πραγματικότητα, και η μία και η άλλη εταιρία αποτελούν την ίδια οργάνωση ή, πιο παραστατικά, το ίδιο πρόσωπο υπό διαφορετικό ένδυμα, σφάλλει, καθόσον δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι ο βρετανικός όμιλος Blue Circle κατέχει το ήμισυ του κεφαλαίου της Aalborg.
62. Το καθοριστικό στοιχείο συνίσταται στο ότι η Aalborg συνέχισε τις δραστηριότητες της παλαιάς τσιμεντοβιομηχανίας την οποία διαδέχθηκε. Ο καθορισμός των εννόμων συνεπειών αυτού του γεγονότος, από πλευράς καθορισμού της ευθύνης για τις θίγουσες τον ελεύθερο ανταγωνισμό πρακτικές, αποτελεί τον πυρήνα αυτού του λόγου αναιρέσεως.
63. Για να κρίνει επί του λόγου αυτού, το Δικαστήριο πρέπει να αρχίσει υπενθυμίζοντας μια γενική αρχή του δικαίου η οποία περιορίζει την εκ μέρους των δημοσίων αρχών άσκηση του jus puniendi: πρόκειται για την αρχή του προσωποπαγούς των ποινών, η οποία συμπληρώνει την αρχή της υπαιτιότητας, της οποίας το πρώτο και κύριο στοιχείο συνίσταται στο ότι μια αξιόποινη πράξη δεν μπορεί να καταλογιστεί παρά μόνο στον ίδιο τον δράστη.
64. Η αρχή αυτή, όπως και όλες οι εγγυήσεις που αντλούνται από το ποινικό δίκαιο, δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατ' αναλογία στον τομέα της πειθαρχικής δικαιοσύνης παρά με περίσκεψη, καθόσον, όταν πρόκειται για την επιβολή ποινής, για τον κολασμό μιας παράνομης συμπεριφοράς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό κανένα καθεστώς αντικειμενικής ή άνευ πταίσματος ευθύνης.
65. Καίτοι, προκειμένου για νομικά πρόσωπα, η εφαρμογή της αρχής αυτής πρέπει να προσαρμόζεται καταλλήλως, τίποτε δεν επιτρέπει την κατάργηση του υποκειμενικού στοιχείου του πταίσματος στο οποίο, ωστόσο, πρέπει να προσδοθεί μια κάποια αντικειμενική χροιά. Συγκεκριμένα, το βουλητικό στοιχείο υπό στενή έννοια απουσιάζει στην περίπτωση των συλλογικών οντοτήτων, όμως κατά ένα πλάσμα δικαίου (48) καθίσταται δυνατό να τους καταλογίζονται οι παραβάσεις που προκύπτουν από τις συμπεριφορές τους. Τα νομικά πρόσωπα δεν έχουν μεν βουλητική ικανότητα, είναι ωστόσο ικανά να παραβαίνουν τους κανόνες στους οποίους υπόκεινται. Αυτό συνεπάγεται, προφανώς, ότι δεν μπορούν να τους καταλογιστούν παραβάσεις τις οποίες δεν έχουν διαπράξει.
66. Ωστόσο, σε τομείς όπως αυτός του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, αντιμετωπίζονται περιπεπλεγμένες συμπεριφορές, οι οποίες εκδηλώνονται με παραπλανητικές ενέργειες που εντάσσονται σε περίπλοκες δομές και οργανώσεις. Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα καθώς και η αρχή της αποτελεσματικότητας, που επιβάλλει την εντατική προστασία του ανταγωνισμού, αποτελούν τη βάση της νομολογίας του Δικαστηρίου την οποία επικαλείται η Aalborg στην αίτηση αναιρέσεως.
67. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι οι θίγουσες τον ανταγωνισμό συμπεριφορές μιας εταιρίας μπορούν να καταλογιστούν σε άλλη, η οποία αναλαμβάνει την ευθύνη, όταν πληρούνται δύο προϋποθέσεις: πρώτον, η νέα εταιρία πρέπει να συνεχίζει τη δραστηριότητα της εταιρίας που διέπραξε την παράβαση, ούτως ώστε να υπάρχει οικονομική συνέχεια μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης εταιρίας (49) · δεύτερον, η δεύτερη εταιρία πρέπει να έχει παύσει να υφίσταται νομικώς (50) . Σκοπός των δύο αυτών κριτηρίων είναι να αποτραπεί το ενδεχόμενο αξιόποινες συμπεριφορές να παραμένουν ατιμώρητες, χάρη σε χρηματοοικονομικής φύσεως τεχνάσματα, κατά καταστρατήγηση των κανόνων ανταγωνισμού.
68. Οι προϋποθέσεις αυτές αποσκοπούν στην προστασία του κοινοτικού δημοσίου συμφέροντος, εφόσον θα υπάρχει πάντοτε κάποιο πρόσωπο κατά του οποίου μπορεί να κινηθεί ο κατασταλτικός μηχανισμός. Πρόκειται, κατά κανόνα, για την εταιρία που διέπραξε την παράβαση, αλλά, κατ' εξαίρεση, σε περίπτωση που αυτή έχει παύσει να υφίσταται, η καταστολή στρέφεται κατά του προσώπου που τη διαδέχθηκε και συνεχίζει την οικονομική της δραστηριότητα αφού έχει αποκτήσει τα υλικά και έμψυχα μέσα της εκμεταλλεύσεως.
69. Στην υπό κρίση περίπτωση, η δεύτερη προϋπόθεση δεν πληρούται. Η εταιρία που διέπραξε τις διωκόμενες πράξεις, δηλαδή η παλαιά τσιμεντοβιομηχανία, συνέχισε να υφίσταται ως εταιρία holding, κατέχουσα το 50 % του κεφαλαίου της Aalborg. Κατά συνέπεια, η Aalborg δεν μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις συμπεριφορές της παλαιάς τσιμεντοβιομηχανίας. Ειδικότερα, δεν μπορούσε να της καταλογιστεί η παράβαση την οποία αφορά το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής, καθόσον, όπως δήλωσε το ίδιο το Πρωτοδικείο, η συμπεριφορά αυτή τερματίστηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1988, ήτοι πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η Aalborg ανέλαβε τη δραστηριότητα της παλαιάς τσιμεντοβιομηχανίας, δηλαδή την 1η Ιανουαρίου 1990.
70. Κατ' εμέ, το κριτήριο που εφάρμοσε το Πρωτοδικείο είναι διττώς εσφαλμένο. Πρώτον, αντίκειται στη νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία για την παράβαση, καταρχήν, ευθύνεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διηύθυνε την οικεία επιχείρηση κατά τον χρόνο διαπράξεώς της, έστω και αν, κατά τον χρόνο εκδόσεως της περί διαπιστώσεως της παραβάσεως αποφάσεως, η εκμετάλλευση της επιχειρήσεως τελούσε υπό την ευθύνη άλλου προσώπου (51) .
71. Δεύτερον, διότι το κριτήριο της ίδιας οικονομικής οντότητας, ως στοιχείο-κλειδί της μεταβιβάσεως της ευθύνης από την παλαιά τσιμεντοβιομηχανία προς την Aalborg, στηρίζεται σε μια αντικειμενική αντίληψη η οποία πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, ανεξάρτητα από το εσφαλμένο της διαπιστώσεως αυτής, δεδομένου ότι υπάρχει ένας τρίτος (δηλαδή η Blue Circle) που κατέχει το 50 % του κεφαλαίου της Aalborg, η εστίαση στην πράξη και όχι στο πρόσωπο που την ενήργησε, ενώ το πρόσωπο αυτό εξακολουθεί να υφίσταται και μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για τις πράξεις του, αγνοεί τις αρχές της υπαιτιότητας και του προσωποπαγούς των ποινών.
72. Στην πραγματικότητα, το Πρωτοδικείο, με τη λύση που υιοθέτησε, προτείνει ριζική αλλαγή. Κατά την άσκηση της εξουσίας επιβολής κυρώσεων, θα πρέπει να παρακολουθείται η εξέλιξη της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, ούτως ώστε να τιμωρείται εκείνη που την ασκεί κατά τον χρόνο επιβολής της κυρώσεως· η ευθύνη θα πρέπει να εξακολουθήσει να συνδέεται με την επιχείρηση, δηλαδή με τη δραστηριότητα, και όχι με το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που την ασκεί. Η λύση αυτή, στην απόλυτη γυμνότητά της, μη λαμβάνοντας υπόψη το ότι το πρόσωπο που διέπραξε την παράβαση εξακολουθεί να υφίσταται και μπορεί να του αποδοθεί ευθύνη γι' αυτήν, είναι απαράδεκτη, καθόσον παραβιάζει τις ανωτέρω αρχές.
73. Σύμφωνα με τη συλλογιστική που μόλις εξέθεσα, θεωρώ ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός και ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί στο μέτρο που απορρίπτει την προσφυγή της Aalborg και επικυρώνει την απόφαση της Επιτροπής.
74. Οφείλω να διευκρινίσω, ωστόσο, ότι η απόφαση που θα εκδώσει το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει πέραν αυτού που φαίνεται να υπονοούν οι πρώτες γραμμές της επιχειρηματολογίας την οποία προβάλλει η Aalborg προς στήριξη του λόγου αυτού. Η αναιρεσείουσα αναφέρεται μεν αποκλειστικά στη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 14ης Ιανουαρίου 1983 και στην παράβαση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής, καταλήγει ωστόσο ζητώντας την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο μέτρο που, επικυρώνοντας την απόφαση της Επιτροπής επί του σημείου αυτού, καταλογίζει στην Aalborg τις διαπιστωθείσες παραβάσεις. Αυτό το αίτημα είναι εύλογο καθόσον όλες οι αναφερόμενες στο άρθρο αυτό παραβάσεις είχαν διαπραχθεί, ολοκληρωθεί και τερματισθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 1990. Οι λόγοι που δικαιολογούν την ακύρωση του άρθρου 1 της αποφάσεως της Επιτροπής στην υπό κρίση περίπτωση επιβάλλουν, όσον αφορά την Aalborg, την ακύρωση και των λοιπών κατασταλτικών στοιχείων των ουσιαστικών διατάξεων της αποφάσεως.
75. Η λύση την οποία προτείνω δεν είναι λύση ultra petita, δεδομένου ότι πρωτοδίκως, με το πρώτο και κύριο αίτημά της, η Aalborg ζήτησε ευθέως την ολοσχερή ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής και επανέλαβε το ίδιο αίτημα με την αίτηση αναιρέσεως, ζητώντας την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Επιπλέον, είναι μεν αληθές ότι η Aalborg έθεσε το ζήτημα αυτό ενώπιον του Πρωτοδικείου αποκλειστικώς και μόνον όσον αφορά την παράβαση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής, γεγονός, ωστόσο, παραμένει ότι το έθεσε, οπότε, όσον αφορά τα λοιπά άρθρα, δεν εμφανίζεται, στο στάδιο της αιτήσεως αναιρέσεως, ως νέος ισχυρισμός ο οποίος είναι απορριπτέος.
3. Επί της παραβιάσεως των αρχών που διέπουν την επιβολή των προστίμων (τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
Α. Η θέση των διαδίκων
76. Αν γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, θα καταστεί περιττή η εξέταση των λοιπών· όμως, καθώς το Δικαστήριο μπορεί κάλλιστα να μην υιοθετήσει τη λύση που εισηγήθηκα, συνεχίζω την ανάλυση της αιτήσεως αναιρέσεως προτείνοντας τις λύσεις που κρίνω νομικώς ορθές.
77. Η αναιρεσείουσα διατυπώνει τρεις αιτιάσεις όσον αφορά το πρόστιμο που της επιβλήθηκε, ήτοι α) ότι η μέθοδος του αυτόματου υπολογισμού των κυρώσεων, η οποία δεν επιτρέπει να ληφθεί υπόψη ο ιδιαίτερος ρόλος που διαδραμάτισε κάθε μία από τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων στη σύμπραξη, είναι ακατάλληλη· β) ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της καμία ελαφρυντική περίσταση και ότι, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη της τον περιφερειακό χαρακτήρα των δεσμών που συνέδεαν την Aalborg με τη συμφωνία Cembureau· και γ) ότι η Επιτροπή επιβεβαίωσε το κριτήριο που της επιτρέπει να διακρίνει μεταξύ επιχειρήσεων που μετέσχαν άμεσα και επιχειρήσεων που μετέσχαν εμμέσως στις παραβάσεις προς καθορισμό του ύψους των προστίμων.
78. Η Aalborg ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας καθόσον δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι η ίδια δεν διαδραμάτισε παρά περιορισμένο και παθητικό ρόλο στη συμφωνία Cembureau και ότι η συμμετοχή της δεν είχε καμία επίδραση στην αγορά. Ζητεί, ως εκ τούτου, από το Δικαστήριο να ακυρώσει το πρόστιμο στο σύνολό του ή, επικουρικώς, να το μειώσει.
79. Κατά την αναιρεσείουσα εταιρία, ο καθορισμός του ύψους του προστίμου με εφαρμογή μηχανικής μεθόδου (52) , στο πλαίσιο της οποίας ο ατομικός ρόλος κάθε επιχειρήσεως δεν εξετάζεται χωριστά, αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.
80. Η Aalborg προσθέτει ότι η αρχή της ισότητας παραβιάστηκε διότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ίδια, παρά το γεγονός ότι δεν είχε συμμετάσχει παρά παθητικά στη συμφωνία, ευθυνόταν λόγω της μη αποστασιοποιήσεώς της από αυτή, και ότι έπρεπε, ως εκ τούτου, να της επιβληθεί πρόστιμο ίσο προς το 4 % του κύκλου εργασιών της όπως στις επιχειρήσεις των οποίων οι παραβάσεις είχαν θεωρηθεί ως οι πλέον σοβαρές. Αντιθέτως, το πρόστιμο που επιβλήθηκε στα πλέον ενεργά μέλη της συμπράξεως τα οποία, κατά τύχη, δεν είχαν συμμετάσχει στη συνάντηση της 14ης Ιανουαρίου 1983, ανήλθε στο 2,8 % του κύκλου εργασιών τους. Κατά την Aalborg, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη στοιχεία του βαθμού της ενοχής, όπως η πρωτοβουλία, η σύσταση ή ο ενεργός περιορισμός του ανταγωνισμού στην αγορά, ούτε άλλα στοιχεία με τα οποία η νομολογία συνδέει συνήθως τη σημασία και τη σοβαρότητα της παραβάσεως.
81. Η Επιτροπή, με το υπόμνημα αντικρούσεως, υπενθυμίζει ότι, όπως η ίδια η αναιρεσείουσα επιχείρηση αναγνωρίζει, η εξουσία του Δικαστηρίου προς έλεγχο του ύψους του προστίμου είναι περιορισμένη και ότι, συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να κριθεί απαράδεκτος και να απορριφθεί ολοσχερώς, καθόσον με τον λόγο αυτό επιδιώκεται νέα εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως. Κατά την Επιτροπή, το ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε στην Aalborg, εν πάση περιπτώσει, δεν υπολογίστηκε βάσει μηχανικής μεθόδου. Είναι απολύτως συμβατή με τις αρχές των οποίων γίνεται επίκληση στην αίτηση αναιρέσεως η κατάταξη των επιχειρήσεων, όταν αυτές είναι ιδιαίτερα πολυάριθμες, σε ομάδες αναλόγως της συμμετοχής τους, όπως αυτή μπόρεσε να αποδειχθεί βάσει των στοιχείων που περιελήφθησαν στον φάκελο, για τον καθορισμό των ευθυνών των μεν και των δε σε ένα πλέγμα περιστατικών τα οποία αφορούν μεγάλο αριθμό από αυτές. Αυτός ο κατά ομάδες διαχωρισμός αποτελεί ακριβώς καρπό της εφαρμογής της αρχής της ισότητας.
82. Εξάλλου, στο σημείο 65, παράγραφος 9, της αποφάσεώς της, η Επιτροπή διαβάθμισε δεόντως τις επιχειρήσεις αναλόγως της συμμετοχής τους στις παραβάσεις. Τέλος, το Πρωτοδικείο εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή είχε καθορίσει τον βαθμό της ενοχής των επιχειρήσεων καθώς και τη σοβαρότητα των διαπραχθεισών παραβάσεων στις σκέψεις 4785 και 4804 έως 4989 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Β. Τα κριτήρια που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για την επιβολή των προστίμων
83. Για την ανάλυση αυτού του λόγου αναιρέσεως, πρέπει να υπομνησθούν τόσο η δομή των ουσιαστικών διατάξεων της αποφάσεως της Επιτροπής όσο και τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν προς καθορισμό των κυρώσεων.
84. Στην απόφασή της, η Επιτροπή διακρίνει δύο αγορές, ήτοι την αγορά του γκρίζου τσιμέντου και την αγορά του λευκού τσιμέντου. Όσον αφορά την πρώτη, κατακρίνει τη σύναψη της συμφωνίας Cembureau, με την οποία οι συμμετέχοντες συμφώνησαν τον σεβασμό των εγχωρίων αγορών και τη ρύθμιση των μεταφορών τσιμέντου από τη μία χώρα στην άλλη. Τα άρθρα 2 έως 6 αφορούν συμπεριφορές, διμερείς ή πολυμερείς, αποσκοπούσες στην εκτέλεση αυτής της ενιαίας και διαρκούς συμφωνίας ή στη διευκόλυνση της εκτελέσεώς της ή, ακόμα, στην εξάλειψη των εμποδίων που ήταν δυνατόν να απειλήσουν την αποτελεσματικότητά της, όπως, π.χ., αυτό που συμφωνήθηκε να αποκαλείται ελληνική απειλή. Τέλος, το άρθρο 7 αναφέρεται σε συμπεριφορές θίγουσες τον ανταγωνισμό στην αγορά του λευκού τσιμέντου.
85. Η Επιτροπή αποφάσισε διαφορετικές κυρώσεις για τις παραβάσεις σε καθεμία από τις δύο αγορές (53) .
86. Όσον αφορά την αγορά του γκρίζου τσιμέντου, τη μόνη για την οποία καταλογίστηκαν στην Aalborg συμπεριφορές θίγουσες τον ανταγωνισμό, η Επιτροπή αποφάσισε να μην τιμωρήσει κάθε συμπεριφορά μεμονωμένα και επέβαλε ένα συνολικό πρόστιμο σε κάθε επιχείρηση λόγω των αμοιβαίων σχέσεων μεταξύ της συμφωνίας Cembureau και όλων των εκτελεστικών της μέτρων (54) . Αυτός ο τρόπος ενέργειας είναι θεμιτός και στηρίζεται στην εξουσία που διαθέτει η Επιτροπή να αποφαίνεται επί πλειόνων παραβάσεων με μία και μόνη απόφαση (55) .
87. Η Επιτροπή θεώρησε, εξάλλου, ότι όλες οι επιχειρήσεις και ενώσεις στις οποίες απευθυνόταν η απόφαση είχαν προσχωρήσει στην απόφαση Cembureau και εξέθεσε τα στοιχεία τα οποία χρησιμοποίησε προς καθορισμό της συμμετοχής καθεμιάς από αυτές. Έτσι, στην περίπτωση της Aalborg, έκρινε ότι, ως μέλος της Cembureau, η επιχείρηση αυτή προσχώρησε στη συμφωνία ή την αρχή του σεβασμού των εγχωρίων αγορών ήδη από τις συζητήσεις που επρόκειτο να καταλήξουν στη σύναψή της και μετέσχε επίσης στη λήψη μέτρων και σύναψη συμφωνιών με σκοπό τη συμπλήρωση της συμφωνίας ή τη διευκόλυνση της εφαρμογής της (56) .
88. Πάντως έλαβε υπόψη, στο πλαίσιο της εν λόγω γενικής διαπίστωσης, τον ρόλο που διαδραμάτισε κάθε επιχείρηση κατά τη σύναψη της συμφωνίας ή κατά τη θέσπιση ρυθμίσεων και μέτρων που συμφωνήθηκαν προς συμπλήρωση και εφαρμογή της συμφωνίας αυτής. Έλαβε επίσης υπόψη της τη διάρκεια κάθε ρυθμίσεως ή μέτρου (57) .
89. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η Επιτροπή διέκρινε δύο ομάδες επιχειρήσεων και ενώσεων. Αφενός, εκείνες που είχαν συμμετάσχει στη συμφωνία Cembureau και, αφετέρου, εκείνες των οποίων η παρέμβαση ήταν λιγότερο καθοριστική και, κατά συνέπεια, ήσσονος βαρύτητας (58) .
90. Εντός της πρώτης κατηγορίας, η Επιτροπή διέκρινε τρεις υποομάδες: 1) εκείνη που απαρτίζεται από επιχειρήσεις και ενώσεις που μετέσχαν ευθέως, ως μέλη της Cembureau, στη σύναψη της συμφωνίας για τον σεβασμό των εγχώριων αγορών και στη θέσπιση των μέτρων άμεσης προστασίας των αγορών αυτών, υποομάδα στην οποία ενέταξε και την Aalborg· 2) μια δεύτερη υποομάδα περιλαμβάνουσα τις εταιρίες οι οποίες, μέσω των ανωτάτων διευθυντικών στελεχών τους, ανέλαβαν την αρμοδιότητα των επικεφαλής αντιπροσωπείας στη Cembureau είτε την εποχή κατά την οποία συνάφθηκε η συμφωνία είτε κατά την περίοδο εφαρμογής της· και 3) μια τρίτη και τελευταία υποομάδα απαρτιζόμενη από τις επιχειρήσεις που μετέσχαν σε μέτρα εφαρμογής της συμφωνίας που είχαν ως στόχο την άμεση προστασία των εγχώριων αγορών (59) .
91. Στη δεύτερη κατηγορία, επίσης διέκρινε τρία είδη υπευθύνων: 1) τις επιχειρήσεις που μετέσχαν μόνο στα μέτρα εφαρμογής της συμφωνίας που είχαν ως στόχο τη διοχέτευση των πλεονασμάτων παραγωγής προς τις τρίτες χώρες· 2) εκείνες οι οποίες, μολονότι συμμετέσχαν σε μέτρα εφαρμογής της συμφωνίας με στόχο την άμεση προστασία των εγχώριων αγορών, προσπάθησαν να αποφύγουν να την εφαρμόσουν· και 3) την εταιρία Ciments Luxembourgeois η οποία, καίτοι υπήρξε άμεσο μέλος της Cembureau και είχε συμμετάσχει στις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας κατά τη διάρκεια των οποίων είχε συναφθεί η συμφωνία Cembureau ή καθιερωθεί η ομώνυμη αρχή, δεν έθεσε σε εφαρμογή κανένα εκτελεστικό μέτρο (60) .
92. Η Επιτροπή τιμώρησε τις επιχειρήσεις και ενώσεις της πρώτης κατηγορίας επιβάλλοντάς τους πρόστιμο το ύψος του οποίου αντιστοιχούσε στο 4 % του κύκλου εργασιών που είχε πραγματοποιήσει εκάστη στην αγορά του γκρίζου τσιμέντου κατά το 1992. Στις καταταγείσες στη δεύτερη κατηγορία επιβλήθηκε πρόστιμο ίσο προς το 2,8 % της ιδίας παραμέτρου (61) .
93. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή της Aalborg διότι η Επιτροπή, για την επιμέτρηση του προστίμου που της επέβαλε, θεώρησε ότι η επιχείρηση αυτή είχε συμμετάσχει στη σύμπραξη Cembureau επί 122 μήνες, ενώ είχε διαπιστωθεί συμμετοχή της μόνον επί 71,5 μήνες (62) . Γι' αυτό, το Πρωτοδικείο μείωσε αναλογικά το ύψος του προστίμου (63) .
94. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι επικύρωσε τη διάκριση μεταξύ ευθέως και εμμέσως συμμετασχόντων στην παράβαση και θεωρεί ότι αυτός ο τρόπος ενέργειας αντιβαίνει στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και παραβιάζει τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας όσον αφορά τον υπολογισμό των προστίμων.
95. Διατυπωμένος κατ' αυτόν τον τρόπο, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον περιορίζεται να επαναλάβει τα ίδια επιχειρήματα με εκείνα τα οποία η Aalborg είχε ήδη εκθέσει με την προσφυγή της και στα οποία το Πρωτοδικείο απάντησε με τις σκέψεις 4965 έως 4969 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η Aalborg δεν επικαλείται κανένα νέο στοιχείο με τον λόγο αυτόν και δεν προσθέτει τίποτε που να μην έχει αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεως και αποφάσεως στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας. Η αναιρεσείουσα επωφελείται από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο εφαρμόζει το ίδιο κριτήριο επιμετρήσεως των προστίμων με αυτό που εφάρμοσε η Επιτροπή, προκειμένου να θέσει εκ νέου ένα ζήτημα το οποίο, στην πραγματικότητα, δεν αποτελεί κριτική κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου αυτής καθαυτήν, αλλά κατά της διοικητικής αποφάσεως περί επιβολής κυρώσεων.
Γ. Η τήρηση των αρχών της αναλογικότητας και της ισότητας
96. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι επίσης αβάσιμος.
97. Η κύρωση έχει διπλό σκοπό: κατασταλτικό και προληπτικό. Αποσκοπεί στο να κολάσει μια ορισμένη συμπεριφορά και να αποθαρρύνει τους υπευθύνους της συμπεριφοράς αυτής ή άλλους εν δυνάμει παραβάτες να υιοθετήσουν συμπεριφορές θίγουσες τον ανταγωνισμό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κύρωση πρέπει να είναι και κατάλληλη και ισορροπημένη, ούτως ώστε να κολάζει την παράνομη συμπεριφορά και, ταυτόχρονα, να έχει παραδειγματικό χαρακτήρα.
98. Όσον αφορά την πρώτη πτυχή, δηλαδή την κατασταλτική λειτουργία της κυρώσεως, η κύρωση πρέπει, κατ' εφαρμογήν της αρχής του προσωποπαγούς των ποινών στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως στις παρούσες προτάσεις, να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της παραβάσεως και των λοιπών περιστάσεων, υποκειμενικών και αντικειμενικών, της κάθε περιπτώσεως. Για τον λόγο αυτόν, το άρθρο 15, παράγραφος 2, in fine, του κανονισμού 17 ορίζει ότι το ύψος του προστίμου καθορίζεται αναλόγως της σοβαρότητας της παραβάσεως και, ενδεχομένως, της διάρκειάς της.
99. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποδεικνύεται βάσει διαφόρων στοιχείων όπως είναι, μεταξύ άλλων, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, τούτο δε χωρίς να υφίσταται δεσμευτικός ή εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων που πρέπει υποχρεωτικά να λαμβάνονται υπόψη (64) .
100. Φρονώ ότι η εκτίμηση αυτή πρέπει να στηρίζεται σε τρία κύρια κριτήρια: τη φύση της παραβάσεως, την επίπτωσή της στον ανταγωνισμό και τη γεωγραφική έκταση της επηρεασθείσας αγοράς. Κάθε ένα από τα κριτήρια αυτά πρέπει να εξετάζεται από αντικειμενική οπτική γωνία, ήτοι από αυτή της παραβάσεως αυτής καθαυτήν, και από υποκειμενική οπτική γωνία, ήτοι αυτή της ευθυνομένης επιχειρήσεως (65) .
101. Έτσι, πρέπει να εκτιμάται το περιεχόμενο των θιγουσών τον ανταγωνισμό συμπεριφορών, η έκταση της αγοράς που υπήρξε θύμα των συμπεριφορών αυτών και, ειδικότερα, η βλάβη η οποία προκλήθηκε στη δημόσια οικονομική τάξη, στο πλαίσιο δε της εκτιμήσεως αυτής στοιχεία όπως η διάρκεια της απαγορευμένης πρακτικής, η φύση της οικείας αγοράς, ο αριθμός και η ένταση των εκτελεστικών μέτρων που τέθηκαν σε εφαρμογή δεν είναι αμελητέα.
102. Σε υποκειμενικό επίπεδο, ήτοι αυτό των ευθυνομένων επιχειρήσεων, εμφανίζονται περιστάσεις όπως το σχετικό μέγεθός τους ή το μερίδιο της αγοράς που κατέχουν στον συγκεκριμένο οικονομικό τομέα, καθώς και η καθ' υποτροπή υιοθέτηση συμπεριφορών που θίγουν τον ανταγωνισμό.
103. Η υποχρέωση επιβολής κυρώσεως ανάλογης της σοβαρότητας της παραβάσεως συνεπάγεται ότι, όταν μια παράβαση έχει διαπραχθεί από πλείονα πρόσωπα (66) , πρέπει να εξετάζεται η σχετική βαρύτητα της συμμετοχής καθενός από αυτά βάσει των κανόνων που υπευνθύμισα προηγουμένως (67) . Πράγματι, η αρχή της ισότητας επιβάλλει να είναι το πρόστιμο ίδιο για όλες τις επιχειρήσεις που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση και απαγορεύει την επιβολή της ίδιας κυρώσεως σε επιχειρήσεις που βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση.
104. Αυτό ακριβώς έπραξε το Πρωτοδικείο εγκρίνοντας και εφαρμόζοντας τα κριτήρια τα οποία είχε χρησιμοποιήσει η Επιτροπή για την επιμέτρηση των προστίμων. Τα κριτήρια αυτά όχι μόνον δεν αντικατοπτρίζουν μια αυθαίρετη κατάταξη των ευθυνομένων εταιριών και ενώσεων, αλλά, αντιθέτως, είναι το αποτέλεσμα λεπτομερούς αναλύσεως της συμμετοχής και της συμπεριφοράς καθεμιάς από αυτές. Απόδειξη αυτού αποτελούν οι παράγραφοι 3, 5 και 9 του σημείου 65 της αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία ─ δεν πρέπει να λησμονείται ─ περιλαμβάνει ένα πρώτο εκτενές μέρος στο οποίο εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά και περιγράφεται η συμμετοχή των διαφόρων εμπλεκομένων επιχειρήσεων και ενώσεων.
105. Όλες οι συμπεριφορές, οι οποίες δεν είναι αναγκαστικά όλες όμοιες, επεδίωκαν τον ίδιο αντίθετο προς τον ανταγωνισμό σκοπό, ούτως ώστε, από πλευράς της επιβολής κυρώσεως, μπορούσαν να ταξινομηθούν αναλόγως της σοβαρότητάς τους σε μία ή πλείονες κατηγορίες, ενόψει της επιπτώσεώς τους στην αγορά και του κατά πόσον επηρέασαν τον ελεύθερο ανταγωνισμό.
106. Αυτή η μέθοδος δεν είναι αντικανονική καθόσον, όπως ήδη ανέφερα, η σοβαρότητα μιας παραβάσεως μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τη βλάβη η οποία προκλήθηκε στη δημόσια οικονομική τάξη από τις επίμαχες συμπεριφορές. Όπως αναφέρει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 4966 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κάθε μία από τις επιχειρήσεις που μετέσχαν στη συμφωνία Cembureau προσπάθησε να διασφαλίσει τον σεβασμό των εγχωρίων αγορών μέσω του αριθμού των μέτρων που έκρινε αναγκαίο ανάλογα, μεταξύ άλλων, με τα εμπορικά συμφέροντά της και τη γεωγραφική κατάσταση της φυσικής αγοράς της. Το γεγονός ότι έλαβε μέρος, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, σε περιορισμένο αριθμό παρανόμων μέτρων δεν σημαίνει, επομένως, λιγότερο έντονη προσχώρηση στη συμφωνία Cembureau και, κατά συνέπεια, λιγότερο βαριά ευθύνη για την κολασθείσα παράβαση. Σε σχέση προς τη βλάβη από πλευράς ανταγωνισμού, η κατάσταση όλων των επιχειρήσεων ήταν η ίδια.
107. Έτσι, όταν η Aalborg διατείνεται ότι άλλες επιχειρήσεις, επίσης καταταγείσες στην ομάδα των φερουσών τη μεγαλύτερη ευθύνη, είχαν συμμετάσχει περισσότερο ενεργά στη σύμπραξη, η αιτίασή της είναι εκτός θέματος, έστω και αν αναγνωριστεί ότι η συμμετοχή της δεν οφειλόταν σε δόλο αλλά σε αμέλεια, καθόσον, από πλευράς ανταγωνισμού, οι εξ αμελείας τελούμενες παραβάσεις δεν είναι λιγότερο σοβαρές από εκείνες οι οποίες τελούνται εκ προθέσεως. Για τον καθορισμό της σοβαρότητας της παραβάσεως, το Πρωτοδικείο δεν ήταν υποχρεωμένο να εξακριβώσει αν αυτή ετελέσθη εκ προθέσεως ή εξ αμελείας (68) . Στον τομέα του ανταγωνισμού, η υπαιτιότητα είναι μεν προϋπόθεση της επιβολής κυρώσεως, ο βαθμός, όμως, του πταίσματος δεν αποτελεί κριτήριο για την επιμέτρηση του προστίμου (69) .
108. Ούτε υπάρχει παραβίαση της αρχής της ισότητας αν γίνει σύγκριση με τις εταιρίες της ομάδας ήσσονος ευθύνης. Η Επιτροπή, προς στήριξη της διακρίσεως στην οποία προέβη μεταξύ των δύο κατηγοριών επιχειρήσεων, εξέθεσε ορισμένους λόγους, τους οποίους δεν απέρριψε το Πρωτοδικείο (70) . Οι λόγοι αυτοί στηρίζονται σε ένα αντικειμενικό και εύλογο κριτήριο, ήτοι τις επιπτώσεις των συμπεριφορών επί του ανταγωνισμού και, ειδικότερα, από πλευράς στεγανοποιήσεως των εγχώριων αγορών. Με τον τρόπο αυτό, οι συμπεριφορές που περιγράφονται στα άρθρα 2, 3 και 4 της αποφάσεως θεωρήθηκαν ως οι πλέον σοβαρές, καθόσον αποσκοπούσαν στην άμεση προστασία των αγορών αυτών, ενώ εκείνες που περιγράφονται στα άρθρα 5 και 6, οι οποίες είχαν λιγότερο άμεσα αποτελέσματα όσον αφορά τη στεγανοποίηση των αγορών (71) , μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως λιγότερο σοβαρές.
109. Κατά συνέπεια, αν τα κριτήρια της Επιτροπής είναι σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την επιβολή των προστίμων, η μείωση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες επίσης τηρεί τις αρχές αυτές.
110. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και αβάσιμος.
4. Επί της παραγραφής της παραβάσεως (πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
Α. Η θέση των διαδίκων
111. Η Aalborg υποστήριξε ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι η διοικητική διαδικασία κινήθηκε με την κοινοποίηση της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, η οποία έλαβε χώρα στις 27 Νοεμβρίου 1991. Πριν από την ημερομηνία αυτή, η Επιτροπή δεν της είχε απευθύνει καμία αίτηση παροχής πληροφοριών ούτε είχε διενεργήσει τον παραμικρό έλεγχο στα γραφεία της. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού 2988/74, περί παραγραφής (72) , δεν μπορούσε να της επιβληθεί κύρωση, καθόσον η τελευταία απόδειξη περί της συμμετοχής της στις παράνομες πράξεις αφορά την 9η Σεπτεμβρίου 1986, ημερομηνία κατά την οποία ο εκπρόσωπός της παρέστη στη συνεδρίαση στο Baden-Baden, ήτοι μία πενταετία και πλέον πριν από την ημερομηνία κατά την οποία παρέλαβε την ανακοίνωση των αιτιάσεων. Το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα αυτό στη σκέψη 4797 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία της καταλόγισε ότι είχε συμμετάσχει στην παράβαση που τιμωρείται με το άρθρο 9 της αποφάσεως της Επιτροπής αδιαλείπτως από τις 14 Ιανουαρίου 1983 έως τις 13 Δεκεμβρίου 1988, οπότε, κατά τον χρόνο της κοινοποιήσεως της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, δεν είχε ακόμα παραγραφεί το δικαίωμα της Επιτροπής να επιβάλει κυρώσεις.
112. Η Aalborg θεωρεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει, ως προς το σημείο αυτό, ελάττωμα το οποίο δικαιολογεί την αναίρεσή της, και τούτο για τρεις λόγους. Πρώτον, διότι, με την απόφαση αυτή, το Πρωτοδικείο κακώς θεώρησε ότι η σύμπραξη διήρκεσε έως τις 31 Δεκεμβρίου 1988 και διότι αιτιολόγησε το συμπέρασμα αυτό χαρακτηρίζοντας τις ετήσιες ανταλλαγές πληροφοριών ως μέτρα εφαρμογής της συμφωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής. Δεύτερον, διότι κακώς, επίσης, απέδωσε στην αναιρεσείουσα ευθύνη για την παράβαση που περιγράφεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής, στο μέτρο που είχε συμμετάσχει στην Task Force της Cembureau και μετά τις 9 Δεκεμβρίου 1986 και, ως εκ τούτου, στην πρακτική που καθορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, σκοπός της οποίας ήταν η απομάκρυνση της Calcestruzzi από τους Έλληνες προμηθευτές της. Τέλος, τρίτον, διότι το Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση παραγραφής χωρίς να διευκρινίσει τους λόγους της απορρίψεως αυτής.
113. Προς στήριξη των δύο πρώτων σκελών αυτού του λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα εταιρία αναφέρεται στη φύση της ανταλλαγής πληροφοριών ως προς τις τιμές, στη συμμετοχή της στην Task Force της Cembureau και στις δράσεις Calcestruzzi, καθώς και στη διάρκεια των συμπεριφορών αυτών.
114. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτά τα δύο σκέλη του πέμπτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτα, στο μέτρο που το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί πραγματικών περιστατικών και επί της εκτιμήσεως των αποδείξεων, καίτοι η αναιρεσείουσα επιχειρεί να τα εμφανίσει ως νομική πλάνη. Προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, η ευθύνη της επιχειρήσεως δεν μπορεί να παραγραφεί καθόσον η προθεσμία διακόπηκε το 1989, όταν τα λοιπά μέλη της συμφωνίας Cembureau αποτέλεσαν αντικείμενο ερευνών.
115. Επί του τελευταίου αυτού σημείου, η Aalborg απαντά ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν επιτρέπει να μπορούν να διακόψουν την παραγραφή διαπιστώσεις οι οποίες έχουν γίνει σχετικά με άλλα πρόσωπα και οι οποίες δεν της έχουν κοινοποιηθεί. Ανταπαντώντας, η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/74 καθώς και την απόφαση την οποία εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 20 Απριλίου 1999 στην υπόθεση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (73) .
116. Η Aalborg καταλήγει, στο πλαίσιο αυτού του λόγου αναιρέσεως, δηλώνοντας ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί καθόσον ενέχει νομικό σφάλμα στο μέτρο που το Πρωτοδικείο δεν ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής λόγω ελλείψεως αιτιολογίας ως προς το ζήτημα της παραγραφής.
117. Η Επιτροπή τής απαντά ότι μια λεπτομερής εξέταση των σημείων 46 έως 65 της αποφάσεως της Επιτροπής και των σκέψεων 4330 έως 4333, 4459 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ανατρέπει τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας εταιρίας.
Β. Η μη ύπαρξη ελλείψεως αιτιολογίας
118. Θα αρχίζω από το τέλος, δηλαδή από την έλλειψη αιτιολογίας. Αν βάλλει κατά της σιωπής της Επιτροπής, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, είναι δε προδήλως αβάσιμος αν αναφέρεται στην ανεπάρκεια της αιτιολογίας της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
119. Αν η αιτίαση της Aalborg αφορά την απόφαση της Επιτροπής, είναι άστοχη καθόσον το αντικείμενο μιας αιτήσεως αναιρέσεως είναι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και όχι η διοικητική πράξη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή. Προς στήριξη αιτήσεως αναιρέσεως, δεν αρκεί η επανάληψη, άνευ άλλου τινός, των επιχειρημάτων που ήδη προβλήθηκαν πρωτοδίκως.
120. Αν, αντιθέτως, εκείνο για το οποίο διαμαρτύρεται η αναιρεσείουσα είναι το ότι το Πρωτοδικείο δεν της παρέσχε επαρκή απάντηση, η αιτίαση στηρίζεται σε μη αποδεδειγμένη υπόθεση. Αρκεί η ανάγνωση των σκέψεων 4796 και 4797, σε συνδυασμό με τις σκέψεις 4331 και 4332, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ώστε να διαπιστωθεί ότι το Πρωτοδικείο ανέλυσε το ζήτημα προτού αποφανθεί ότι η προσαπτομένη στην Aalborg παράβαση δεν είχε παραγραφεί. Το σκεπτικό αυτό είναι απολύτως σύμφωνο με τους κανόνες που διέπουν την υποχρέωση αιτιολογήσεως, καθόσον εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που θεωρεί δεδομένα καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς επί των οποίων στηρίζεται, παρέχοντας έτσι τόσο στην Aalborg όσο και στο Δικαστήριο τα στοιχεία κρίσεως που τους είναι απαραίτητα προκειμένου να ασκήσουν την κριτική τους και να ελέγξουν την απόφαση του Πρωτοδικείου.
Γ. Η διόρθωση της απαντήσεως του Πρωτοδικείου
121. Κατά την αναιρεσείουσα εταιρία, οι ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές δεν αξίζουν να χαρακτηρισθούν μέτρα εκτελέσεως της συμφωνίας Cembureau και, κατά συνέπεια, η διάρκεια της παραβάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρατάθηκε έως τις 31 Δεκεμβρίου 1988. Ούτε η παθητική παρουσία της στη συνεδρίαση του Baden-Baden μπορούσε να την καταστήσει υπεύθυνη για τη σύσταση της European Task Force και τις δράσεις Calcestruzzi, ακόμα δε λιγότερο να επεκτείνει την ευθύνη της για τα περιστατικά αυτά έως τις 31 Μαΐου και τις 15 Μαρτίου 1987 αντιστοίχως.
122. Αναγκαστικά, η απάντηση στον λόγο αυτόν πρέπει να εκκινήσει από τα πραγματικά περιστατικά τα οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση θεώρησε αποδεδειγμένα. Όσον αφορά την Aalborg, το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι η εταιρία αυτή είχε μετάσχει στις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 14ης Ιανουαρίου 1983, της 19ης Μαρτίου 1984 και της 7ης Νοεμβρίου 1984. Θεώρησε, εξάλλου, ότι είχε συνεργαστεί σε περιστασιακές ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές από τις 14 Ιανουαρίου 1983 έως τις 19 Μαρτίου 1984 και στις περιοδικές ανταλλαγές πληροφοριών από την 1η Ιανουαρίου 1984 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1988. Τέλος, έκρινε ότι η αναιρεσείουσα είχε λάβει μέρος στα μέτρα που ελήφθησαν στο πλαίσιο της συμφωνίας σχετικά με την European Task Force από τις 9 Σεπτεμβρίου 1986 έως τις 31 Μαΐου 1987. Αυτό σημαίνει, κατά το Πρωτοδικείο, ότι η Aalborg μετέσχε στη συμφωνία Cembureau και στα εκτελεστικά της συμφωνίας μέτρα από τις 14 Ιανουαρίου 1983 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1988 (74) .
123. Μπορώ, συνεπώς, να υποστηρίξω ότι, όσον αφορά την οργάνωση της European Task Force και των δράσεων Calcestruzzi, ένα από τα σκέλη του λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ήτοι το σκέλος που βάλλει κατά του ότι το Πρωτοδικείο επεξέτεινε τη συμμετοχή της Aalborg στις πρακτικές αυτές έως τις 31 Μαΐου και τις 15 Μαρτίου 1987 αντιστοίχως. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από τις αποδείξεις και, συνεπώς, δεν είναι ούτε αυθαίρετο ούτε παράλογο. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να προσβληθεί κατ' αναίρεση.
124. Πράγματι, το Πρωτοδικείο εξηγεί ότι, μετά τη συνεδρίαση του Baden-Baden, στη διάρκεια της οποίας δημιουργήθηκε η European Task Force, διοργανώθηκαν και άλλες συναντήσεις, η τελευταία από τις οποίες πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο στα τέλη Μαΐου 1987, γεγονός που επιτρέπει να συναχθεί ότι η σύμπτωση όλων των βουλήσεων που εκδηλώθηκε κατά την πρώτη συνάντηση διατηρήθηκε έως την τελευταία αυτή ημερομηνία (75) , ανεξαρτήτως του ότι ένας ή πλείονες συμμετέχοντες στη σύμπραξη απουσίασαν από τις λοιπές συνεδριάσεις. Εφόσον μια επιχείρηση έχει εκφράσει την προσχώρησή της στη συμφωνία, τεκμαίρεται ότι εξακολουθεί να μετέχει στη συμφωνία αυτή επί όσο χρονικό διάστημα δεν την έχει καταγγείλει ρητώς (76) . Η λύση αυτή φαίνεται εύλογη και δεν υπάρχει κανένας λόγος να την αναθεωρήσει το Δικαστήριο.
125. Όσον αφορά τη διάρκεια της παραβάσεως σχετικά με τις δράσεις Calcestruzzi, το επιχείρημα είναι, επιπλέον, και απαράδεκτο διότι, όπως συνάγεται από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η Aalborg δεν έθεσε το ζήτημα ενώπιον του Πρωτοδικείου, οπότε, ως νέος ισχυρισμός, δεν μπορεί να προβληθεί κατ' αναίρεση. Στις σκέψεις 3301 έως 3310 της αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξετάζει τα επιχειρήματα ορισμένων προσφευγουσών σχετικά με τη διάρκεια της παραβάσεως, δεν απαντάται, ωστόσο, η παραμικρή αναφορά σε κανένα επιχείρημα της Aalborg η οποία, εξάλλου, δεν επικαλείται κατ' αναίρεση έλλειψη αιτιολογίας ειδικά ως προς το σημείο αυτό. Η μόνη δυνατή ερμηνεία είναι ότι το ζήτημα δεν εθίγη ενώπιον του Πρωτοδικείου και ότι δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να θιγεί ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου.
126. Απομένει να εξεταστούν δύο ακόμα ζητήματα, ήτοι η ευθύνη λόγω μη αποστασιοποιήσεως και ο χαρακτηρισμός των ανταλλαγών πληροφοριών ως προς τις τιμές ως μέτρων εκτελέσεως της συμφωνίας Cembureau.
127. Αν μία εταιρία συμμετέχει, μαζί με τους ανταγωνιστές της στην αγορά, σε μία ή πλείονες συναντήσεις από τις οποίες προκύπτει συμφωνία θίγουσα τον ανταγωνισμό, η τεχνική των τεκμηρίων επιτρέπει να συναχθεί, ελλείψει αντίθετης ρητής εκδηλώσεως, ότι η εταιρία αυτή μετέχει στη σύμπραξη, κατά μείζονα δε λόγο αν η εταιρία αυτή συνεργάζεται στη συνέχεια στα μέτρα εκτελέσεως της θίγουσας τον ανταγωνισμό συμφωνίας.
128. Η βάσει τεκμηρίων απόδειξη στηρίζεται τόσο στην τεχνική της συλλογιστικής και στην κοινή λογική όσο και στην πείρα. Προς τούτο, λαμβάνονται ως αφετηρία ορισμένα αποδεδειγμένα γεγονότα τα οποία, κατόπιν μιας λογικής επεξεργασίας σύμφωνα με τους κανόνες της ανθρώπινης λογικής, επιτρέπουν να θεωρηθούν ως αποδεδειγμένα ορισμένα πραγματικά περιστατικά.
129. Αυτό ακριβώς έπραξε το Πρωτοδικείο. Εκκινώντας από ορισμένα αναμφισβήτητα γεγονότα (την παρουσία της Aalborg στις συνεδριάσεις, τη σύναψη συμφωνιών θιγουσών τον ανταγωνισμό, το γεγονός ότι η Aalborg δεν εναντιώθηκε ρητώς στις συμφωνίες αυτές και ότι συμμετέσχε στις ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές), έκρινε αποδεδειγμένο ότι η Aalborg μετείχε στη σύμπραξη. Το συμπέρασμα αυτό, το οποίο είναι εύλογο και σύμφωνο με τους κανόνες της ανθρώπινης λογικής, μου φαίνεται ότι εξηγείται προσηκόντως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (77) .
130. Το Δικαστήριο έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο στην προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, όπου αποφάνθηκε ότι το Πρωτοδικείο μπορούσε δικαιολογημένα να θεωρήσει ότι, άπαξ και είχε αποδειχθεί η συμμετοχή της Anic στις συναντήσεις κατά τις οποίες αποφασίζονταν, οργανώνονταν και ελέγχονταν πρωτοβουλίες καθορισμού τιμών, στην επιχείρηση αυτή εναπέκειτο να αποδείξει ότι ουδέποτε είχε προσχωρήσει στις πρωτοβουλίες αυτές, καθόσον το Δικαστήριο θεώρησε ότι, πράττοντας κατά τον τρόπο αυτό, το Πρωτοδικείο δεν είχε αντιστρέψει το βάρος της αποδείξεως (78) . Συνεπώς, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η συμμετοχή μιας επιχειρήσεως σε συμφωνία θίγουσα τον ανταγωνισμό αποδεικνύεται βάσει τεκμηρίων, υπό την επιφύλαξη ότι, όπως ισχύει για όλα τα τεκμήρια juris tantum, τα τεκμήρια αυτά είναι μαχητά.
131. Βάσει της ίδιας νομικής αρχής, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε όταν θεώρησε ότι οι ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές συνιστούσαν μέτρα εκτελέσεως της συμφωνίας Cembureau.
132. Όσον αφορά τις ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές (79) , το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε συναγάγει το ορθό συμπέρασμα, στήριξε δε την κρίση του αυτή σε πραγματικά περιστατικά πλήρως αποδεδειγμένα και μη αμφισβητούμενα: 1) στις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες εξέφρασαν τις ανησυχίες τους σχετικά με την αισθητή μείωση του επιπέδου ορισμένων τιμών και αντήλλαξαν πληροφορίες για το θέμα αυτό· 2) στον πίνακα Εγχώριες τιμές, στον οποίο αναφέρεται η σκέψη 1646 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και ο οποίος διανεμήθηκε κατά τη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 30ής Μαΐου 1983 (80) και 3) στις ίδιες τις ανταλλαγές πληροφοριών, ανταλλαγές οι οποίες επέτρεπαν αντικειμενικά να συναχθεί η τάση των διαφόρων τιμών που εφαρμόζονταν εντός των χωρών στις οποίες ήταν εγκατεστημένα τα μέλη της Cembureau (81) και παρείχαν ενδείξεις επιτρέπουσες τον καθορισμό των τιμών σε αποτρεπτικά επίπεδα (82) . Από τα στοιχεία αυτά το Πρωτοδικείο συνάγει ότι η τακτική ανταλλαγή πληροφοριών επέτρεψε στα μέλη της Cembureau, από τη σύναψη της ομώνυμης συμφωνίας και μετά, να τη θέσουν ευκολότερα σε εφαρμογή (83) .
133. Το γεγονός ότι η τελευταία συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας σχετικά με τη συμφωνία Cembureau έγινε στις 7 Νοεμβρίου 1984, ενώ οι ανταλλαγές πληροφοριών συνεχίστηκαν έως τις 31 Δεκεμβρίου 1988, δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο δυνάμενο να ανατρέψει το προηγούμενο συμπέρασμα. Το ότι το σύστημα, αφού τέθηκε σε λειτουργία, εξακολούθησε να λειτουργεί χωρίς να χρειάζεται να οργανωθούν νέες συναντήσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας δεν είναι αφύσικο ούτε αντιβαίνει στην κοινή λογική.
134. Κατά τα λοιπά, σε κανένα σημείο της αποφάσεως το Πρωτοδικείο δεν αναφέρει ότι η θέση των πληροφοριών στη διάθεση όλων των συμμετεχόντων ήταν στην ουσία θεμιτές. Αντιθέτως, δηλώνει ότι, ανεξαρτήτως του ότι η θέση ορισμένων στοιχείων στη διάθεση όλων μπορεί να αντιβαίνει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, ήταν αναγκαίο να διευκρινιστεί κατά πόσον επεδίωκε τον ίδιο, αντίθετο προς τον ανταγωνισμό, σκοπό με τη συμφωνία Cembureau, δηλαδή αν είχε ως αντικείμενο την εφαρμογή της συμφωνίας (84) . Συνεπώς, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί η Aalborg εκφράζει στην αίτηση αναιρέσεως έκπληξη και ισχυρίζεται ότι η αμοιβαία ανακοίνωση πληροφοριακών στοιχείων, πρακτική θεμιτή και μη επηρεάζουσα τον ανταγωνισμό, κατέστη, από τη μία ημέρα στην άλλη και αποκλειστικά και μόνο για τον λόγο ότι περιελήφθη στη συμφωνία Cembureau, συμπεριφορά θίγουσα τον ανταγωνισμό.
135. Κατόπιν των ανωτέρω, καταρρέει το οικοδόμημα των επιχειρημάτων τα οποία προβάλλει η Aalborg προκειμένου να αποδείξει ότι η συμμετοχή της στις παραβάσεις τερματίστηκε σε προγενέστερη ημερομηνία. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός περί παραγραφής και, επομένως, ο ισχυρισμός περί παραβάσεως του άρθρου 1 του κανονισμού 2988/74. Επομένως, και αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
V. Ανακεφαλαίωση και εισήγηση λύσεως
136. Αφού ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κρίθηκε εν μέρει προδήλως απαράδεκτος και εν μέρει προδήλως αβάσιμος με διάταξη της 5ης Ιουνίου 2002, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πρώτο, τον τέταρτο και τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως και να δεχθεί τον τρίτο λόγο αναιρέσεως για τους λόγους που εξέθεσα προηγουμένως. Συνεπώς, αν το Δικαστήριο ακολουθήσει την εισήγησή μου, θα πρέπει να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου.
137. Εφόσον η απόφαση του Πρωτοδικείου παύσει να έχει νομική υπόσταση, το Δικαστήριο, το οποίο διαθέτει όλα τα στοιχεία τα οποία χρειάζεται για να διαμορφώσει την κρίση του, μπορεί να αποφανθεί το ίδιο επί των αιτημάτων της Aalborg (85) , έστω και για στοιχειώδεις λόγους οικονομίας της δίκης (86) .
138. Κατόπιν των σκέψεων που εξέθεσα ανωτέρω στα σημεία 73 έως 75, πρέπει να γίνει ολοσχερώς δεκτό το αίτημα της Aalborg και να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής στο μέτρο που την αφορά.
139. Αν το Δικαστήριο δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, θα πρέπει επίσης να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, καθόσον η Aalborg υπέβαλε σχετικό αίτημα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 87, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου (87) .
VI. Επί των δικαστικών εξόδων
140. Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 122, πρώτο εδάφιο, και του άρθρου 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η Επιτροπή θα πρέπει να φέρει και τα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
VII. Πρόταση
141. Βάσει όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να δεχθεί τον τρίτο λόγο αναιρέσεως που προβάλλει η Aalborg·
2) να εξαφανίσει ολοσχερώς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
3) να δεχθεί το αίτημα της Aalborg και να ακυρώσει στο σύνολό της την απόφαση 94/815/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 1994, καθόσον αφορά την επιχείρηση αυτή· και
4) να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα τόσο της ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και της κατ' αναίρεση διαδικασίας.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-25/95, Τ-26/95, Τ-30/95 έως Τ-32/95, Τ-34/95 έως Τ-39/95, Τ-42/95 έως Τ-46/95, Τ-48/95, Τ-50/95 έως Τ-65/95, Τ-68/95 έως Τ-71/95, Τ-87/95, Τ-88/95, Τ-103/95 και Τ-104/95 (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-491).
3 – ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25.
4 – Υπόθεση IV/33.126 και 33.322 ─ Τσιμέντο.
5 – Σκέψεις 2 και 3.
6 – Σκέψεις 3, 9 και 12.
7 – Σκέψεις 4 έως 6.
8 – ΕΕ L 343, σ. 1.
9 – Σκέψη 22.
10 – Βλ. σκέψη 163 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με τις σκέψεις 5 και 95.
11 – Βλ. σκέψεις 164 έως 168 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
12 – Ciments Luxembourgeois S.A.
13 – Σκέψεις 169 και 170.
14 – Κωδικοποιημένο κείμενο δημοσιευμένο στην ΕΕ C 34 της 1ης Φεβρουαρίου 2001, σ. 1.
15 – Βλ. σκέψη 241 της αποφάσεως.
16 – Έγγραφο 33322/314-317.
17 – Πρόκειται 1) για τον φάκελο κοινοποιήσεως τον οποίο υπέβαλε η Cement Makers' Federation στην Επιτροπή το 1973 σχετικά με τη βρετανική συμφωνία CPMA· 2) για τα έγγραφα υπ' αριθ. 33.126/1078 έως 1088, 1147 έως 1163, 2569 έως 2578, 2591 έως 2597, 5038 έως 5051, 9010 έως 9075 και 9078 έως 9082, που πιστοποιούν τις στενές επαφές που είχε επί σειράν ετών η Επιτροπή με την ευρωπαϊκή τσιμεντοβιομηχανία όσον αφορά την εγκαθίδρυση συστήματος διαμορφώσεως των τιμών· 3) για την επιστολή του κ. van Hove (έγγραφα υπ' αριθ. 33.126/2412 έως 2415)· 4) για τα έγγραφα υπ' αριθ. 33.126/4982/54 και 66, 5295, 5296 και 6160 έως 6165, που βεβαιώνουν ότι, κατά τα έτη 1983 και 1984, η ευρωπαϊκή τσιμεντοβιομηχανία ανησυχούσε για τις εισαγωγές σε τιμές ντάμπινγκ από την Ανατολική Ευρώπη και την Ισπανία· και 5) για το έγγραφο υπ' αριθ. 33.126/6162, σύμφωνα με το οποίο οι κανόνες του παιχνιδιού δεν εφαρμόζονται από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και, ειδικότερα, από την Ανατολική Γερμανία.
18 – Τα έγγραφα αυτά είναι τα ακόλουθα: 1) τα έγγραφα που παρουσιάζουν τη θεμιτή δραστηριότητα υπέρ του κλάδου την οποία ανέπτυσσε η τσιμεντοβιομηχανία (έγγραφα υπ' αριθ. 33.126/17158, 17163, 17164, 17168, 17627, 17629, 17630 και 17641 έως 17653, ιδίως τα υπ' αριθ. 17641 και 17646)· 2) το εσωτερικό σημείωμα σχετικά με τη συνεδρίαση του Management Group της Blue Circle στις 19 Ιουνίου 1986 (έγγραφα υπ' αριθ. 33.126/10822 και 10823)· και 3) τα πολυάριθμα έγγραφα που θα μπορούσαν να βεβαιώσουν τα πραγματικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται το αμυντικό επιχείρημα ότι η ευρωπαϊκή τσιμεντοβιομηχανία ανησυχούσε, γενικώς, για τις εισαγωγές από την Ελλάδα καθώς και ότι οι θεμιτές πρωτοβουλίες του κλάδου υπήρξαν οι μόνες δράσεις στις οποίες έλαβε μέρος η Aalborg (έγγραφα υπ' αριθ. 33.126/16469, 11000, 11101, 11107 έως 11109, 11074, 11075, 18961, 18962, 18963, 11004, 11021, 11022, 11062 έως 11064, 11054 έως 11060, 16183, 11028 έως 11031, 11033 έως 11038, 7723, 11072, 17173, 17174, 11126, 11130, 11131, 11138 έως 11141, 11116, 11117, 18892 έως 18997 και 15388· 33.322/1319 έως 1323).
19 – Βλ. σκέψεις 2656 και 2600.
20 – Η Aalborg παραθέτει τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 6ης Απριλίου 1995, C-310/93 P, BPB Industries και British Gypsum κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-865, σημεία 120 και 121), καθώς και την απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-51/92, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-4250, σκέψη 81).
21 – Πρόκειται για τη Cedest S.A. (T-38/95), σκέψεις 2211 και 2286, και σημείο 11 του διατακτικού, και τη The Rugby Group (T-53/95), σκέψεις 3406 έως 3436 και σημείο 22 του διατακτικού.
22 – Εξαιρουμένων των εγγράφων που περιείχαν επιχειρηματικά απόρρητα ή άλλα εμπιστευτικά στοιχεία και των εσωτερικών εγγράφων της Επιτροπής.
23 – Σκέψη 241.
24 – Όσον αφορά το δικαίωμα άμυνας στις διαδικασίες του δικαίου του ανταγωνισμού, βλ. το άρθρο των K. Lenaerts και I. Maselis με τίτλο Le justiciable face à la Commission européenne dans les procédures de constatation d'infraction aux articles 81 et 82 CE, που δημοσιεύθηκε στο Journal des tribunaux, αριθ. 5973 (2000), σ. 496 έως 504. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η μελέτη του L. Goossens, Concurrence et droits de la défense: la phase administrative devant la Commission, που δημοσιεύθηκε στο Journal des tribunaux. Droit européen, αριθ. 52 (1998), σ. 169 έως 175, και αριθ. 53 (1998), σ. 200 έως 204. Παρότι είναι σχετικά παλαιό, δεν παύει να παρουσιάζει ενδιαφέρον το άρθρο του O. Due, πρώην Προέδρου του Δικαστηρίου, Le respect des droits de la défense dans le droit administratif communautaire, που δημοσιεύθηκε στο Cahiers de Droit Européen, αριθ. 1 και 2 (1987), σ. 383 έως 396.
25 – ΕΕ L 354, σ. 18. Ο κανονισμός αυτός αντικατέστησε τον κανονισμό 99/63/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1963, περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 17 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37), που ίσχυε κατά τον χρόνο διεξαγωγής της διοικητικής διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση.
26 – Βλ., μεταξύ άλλων και ως πλέον πρόσφατη, την απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-51/92 P, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-4235, σκέψη 75 επ.).
27 – Η ίδια η απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αποτελεί παράδειγμα (βλ. τις σκέψεις 142 έως 144 και 240).
28 – Βλ. τις αποφάσεις της 8ης Ιουνίου 1976, Engel κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών (Σειρά Α αριθ. 22), όσον αφορά τις στρατιωτικές πειθαρχικές διαδικασίες, και την απόφαση της 23ης Ιουνίου 1981, Le Compte, Van Leuven και De Meyere κατά Βελγίου (Σειρά Α αριθ. 43), όσον αφορά τις πειθαρχικές διαδικασίες στο πλαίσιο ιατρικού συλλόγου.
29 – ΕΕ 2000, C 364, σ. 1.
30 – Βλ. τα άρθρα 47, δεύτερο εδάφιο, και 48, παράγραφος 2.
31 – Άρθρο 41, παράγραφος 2, πρώτη και δεύτερη παύλα.
32 – Όπως είναι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να τύχει ακροάσεως, να ενημερωθεί για την εναντίον του κατηγορία, να χρησιμοποιήσει τα κατάλληλα για την υπεράσπισή του αποδεικτικά μέσα ή, κατά περίπτωση, να αναθέσει την υπεράσπισή του σε δικηγόρο.
33 – Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mischo της 25ης Οκτωβρίου 2001, στις υποθέσεις C-244/99 P και C-251/99 P, σκέψεις 331 και 125, αντιστοίχως, επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2002, PVC II (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-238/99 P, C-244/99 P, C-245/99 P, C-247/99 P, C-250/99 P έως C-252/99 P και C-254/99 P, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή).
34 – Ο δικαστής, όπως ο ιστορικός, αναπλάθει το παρελθόν και, προς τούτο, οφείλει να συγκεντρώσει αποδεικτικά στοιχεία και μαρτυρίες ούτως ώστε να αναπαραστήσει τα πραγματικά περιστατικά ακριβώς όπως αυτά συνέβησαν. Ο δικαστής, όπως ο ιστορικός, δεν μπορεί να τοποθετηθεί στη θέση εκείνων που αποτελούν το αντικείμενο της έρευνάς του, αλλά οφείλει να τεθεί υπεράνω αυτής. Σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ δικαίου και ιστορίας, βλ. C. Ginzburg, El juez y el historiador (Consideraciones al margen del proceso Sofri), έκδοση Anaya y Mario Muchnik, Μαδρίτη, 1993.
35 – Σκέψεις 78 και 79.
36 – Αυτό είναι το κριτήριο που εφάρμοσε πρόσφατα το Πρωτοδικείο με την προμνησθείσα απόφαση PVC II, σκέψεις 315 επ. και, ειδικότερα, σκέψη 325.
37 – Αυτή είναι η περίπτωση της επιχειρήσεως Cedest S.A. (Τ-38/95). Βλ. σκέψεις 2211 και 2286.
38 – Βλ. κεφάλαιο Ι.4, σημεία 1, 2 και 3 της αιτήσεως αναιρέσεως (σ. 18 έως 37 της γαλλικής μεταφράσεως), τα οποία συνόψισα στα σημεία 13 έως 17 των παρουσών προτάσεων.
39 – Βλ. σημείο 27 των προτάσεων που ανέπτυξα στις 3 Μαΐου 2001 στην υπόθεση C-315/99 P, Ismeri κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (απόφαση της 10ης Ιουλίου 2001, Συλλογή 2001, σ. Ι-5281), καθώς και τις αποφάσεις που μνημόνευσα στην υποσημείωση 17 των παρουσών προτάσεων. Βλ., ομοίως, τη σκέψη 19 της αποφάσεως Ismeri κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου. Μεταξύ των πλέον προσφάτων αποφάσεων του Δικαστηρίου, βλ. την απόφαση της 21ης Ιουνίου 2001, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-280/99 P έως C-282/99 P, Moccia Irme κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. Ι-4717, σκέψη 78).
40 – Πρόκειται για τα αναφερόμενα στα σημεία 18, 19 και 45 της αποφάσεως της Επιτροπής. Όσον αφορά την απόφαση του Πρωτοδικείου, βλ. σκέψεις 1122 επ. (ειδικότερα τις σκέψεις 1130, 1131 και 1132), σχετικά με τα σημειώματα του J. Toscano, και τη σκέψη 1211, σε συνδυασμό με τη σκέψη 1183, σχετικά με τα λοιπά έγγραφα.
41 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1975, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 έως 114/73, Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1975, σ. 507, σκέψεις 74 έως 88), της 28ης Μαρτίου 1984, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 29/83 και 30/83, CRAM και Rheinzink κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1679, σκέψη 9), και της 8ης Ιουλίου 1999, C-49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (Συλλογή 1999, σ. Ι-4125, σκέψη 145).
42 – Βλ., μεταξύ των πλέον προσφάτων, την απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2000, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-15/98 και C-105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-8855, σκέψη 65), και την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001, C-120/99, Ιταλία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. Ι-7997, σκέψη 28).
43 – Βλ. την απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-138/95, Affish (Συλλογή 1997, σ. Ι-1435, σκέψη 63), και την προμνησθείσα στην προηγούμενη υποσημείωση απόφαση Ιταλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 27.
44 – Βλ. προμνησθείσες αποφάσεις Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, σκέψη 65, και Ιταλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 29.
45 – Σκέψη 1336.
46 – Το ότι η Aalborg δεν έθιξε το θέμα αυτό κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας δεν την εμπόδιζε να το πράξει αργότερα ενώπιον του δικαστηρίου. Τα επιχειρήματα τα οποία μπορούν να προβάλουν οι προσφεύγοντες ενώπιον του Πρωτοδικείου ώστε να αναγνωριστούν τα δικαιώματά τους δεν υπόκεινται σε κανένα περιορισμό. Οι προσφεύγοντες δεν μπορούν μεν να προβάλουν ισχυρισμούς του οποίους παρέλειψαν να προβάλουν κατά τη διοικητική διαδικασία (εν προκειμένω, την έλλειψη ερείσματος μιας αποφάσεως επιβάλλουσας κυρώσεις), μπορούν όμως να στηρίξουν τους ισχυρισμούς αυτούς σε οποιαδήποτε νομική βάση κρίνουν ενδεδειγμένη, έστω και αν δεν την έχουν χρησιμοποιήσει προηγουμένως.
47 – Η Blue Circle Industrie Plc [...] είναι o όμιλος ο οποίος ελέγχει πλείονες εταιρείες στον κόσμο που ασχολούνται με την παραγωγή τσιμέντου, ετοίμου σκυροδέματος, την εμπορία και τη μεταφορά τσιμέντου και clinker (απόφαση της Επιτροπής, σημείο 5, στοιχείο ιδ΄, τρίτη παύλα). Το clinker είναι ένα βασικό προϊόν από το οποίο παράγονται όλα τα είδη τσιμέντου. Λαμβάνεται με την έψηση μίγματος υλικών που περιέχουν ασβεστολιθικά άλατα, όπως η κιμωλία και η άσβεστος, με αργιλώδη προϊόντα, όπως οι σχιστόλιθοι, ο αργιλικός σχιστόλιθος και η άμμος (απόφαση της Επιτροπής, σημείο 6, παράγραφοι 1 και 2).
48 – Τα ίδια τα νομικά πρόσωπα αποτελούν πλάσματα δικαίου.
49 – Βλ. προμνησθείσες αποφάσεις Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 84, CRAM και Rheinzink κατά Επιτροπής, σκέψη 9, και Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 145.
50 – Προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 145. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα το οποίο προέβαλε εταιρία κατηγορούμενη για αξιόποινη συμπεριφορά προκειμένου να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη, ήτοι ότι είχε εκχωρήσει σε άλλη εταιρία τη δραστηριότητα στο πλαίσιο της οποίας είχε διαπράξει την παράβαση που της προσαπτόταν. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το λεγόμενο κριτήριο της οικονομικής συνέχειας μπορεί να λειτουργήσει μόνο στην περίπτωση στην οποία το ευθυνόμενο για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως νομικό πρόσωπο έπαυσε να υφίσταται νομικώς μετά τη διάπραξη της παραβάσεως.
51 – Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-286/98 P, Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-9925, σκέψη 37).
52 – Διάκριση μεταξύ ευθέως συμμετασχόντων, που είναι εκείνοι που παρέστησαν στη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1983, και εμμέσως συμμετασχόντων. Στους πρώτους επιβλήθηκε πρόστιμο ίσο προς το 4 % του κύκλου εργασιών που είχαν πραγματοποιήσει στην αγορά τσιμέντου το 1992, ενώ στους εμμέσως συμμετασχόντες επιβλήθηκε πρόστιμο ίσο μόνο προς το 2,8 % του εν λόγω κύκλου εργασιών (βλ. σκέψεις 4731 και 4815 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου).
53 – Βλ. σημείο 65, παράγραφος 7, της αποφάσεως της Επιτροπής.
54 – Βλ. σημείο 65, παράγραφος 8, πρώτη παύλα, της αποφάσεως της Επιτροπής.
55 – Βλ. προμνησθείσα απόφαση Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 111. Όσον αφορά την επιμέτρηση των προστίμων σε περιπτώσεις περιπλόκων παραβάσεων, βλ. E. David, La détermination du montant des amendes sanctionnant les infractions complexes: régime commun ou régime particulier?, Revue trimestrielle de droit européen, αριθ. 36(3), Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2000, σ. 511 έως 545.
56 – Βλ. απόφαση της Επιτροπής, σημείο 65, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, και παράγραφος 9, στοιχείο α΄, πρώτη παύλα.
57 – Σημείο 65, παράγραφος 9, πρώτη παύλα, της αποφάσεως της Επιτροπής. Βλ. επίσης τη σκέψη 4950 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Η Επιτροπή καθόρισε ένα συνολικό πρόστιμο για κάθε επιχείρηση λόγω της συμμετοχής της στη συμφωνία ή αρχή Cembureau και στα μέτρα εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας (σημείο 65, παράγραφος 8, δεύτερη παύλα).
58 – Σημείο 65, παράγραφος 9, στοιχεία α΄ και β΄, της αποφάσεως της Επιτροπής.
59 – Σημείο 65, παράγραφος 9, στοιχείο α΄, της αποφάσεως της Επιτροπής.
60 – Σημείο 65, παράγραφος 9, στοιχείο β΄, της αποφάσεως της Επιτροπής.
61 – Βλ. την επιστολή της Επιτροπής προς το Πρωτοδικείο, της 7ης Ιουλίου 1998, και ειδικότερα τις παραγράφους 2 και 3. Επίσης, βλ. τις σκέψεις 4738, 4957 και 4963 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
62 – Βλ. τις σκέψεις 4807 έως 4814 της αποφάσεως και, ειδικότερα, τη δεύτερη παύλα της τελευταίας αυτής σκέψεως.
63 – Βλ. τη σκέψη 4815 της αποφάσεως καθώς και την έβδομη παύλα του σημείου 15 του διατακτικού.
64 – Βλ. τις αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 1983, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 100/80 έως 103/80, Musique diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 120), και της 17ης Ιουλίου 1997, C-219/95 P, Ferriere Nord κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι-4411, σκέψη 33)· βλ. επίσης τη διάταξη της 25ης Μαρτίου 1996, C-137/95 P, SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-1611, σκέψη 54).
65 – Στη μελέτη που ήδη ανέφερα, ο E. David υποστηρίζει ότι la gravité s'apprécie selon trois critères: la nature de l'infraction, son impact sur le marché lorsqu'il est mesurable et le marché géographique et à deux niveaux: ceux de l'infraction et de l'entreprise (σ. 522).
66 – Οι παραβάσεις του άρθρου 81 ΕΚ προϋποθέτουν, εξ ορισμού, συλλογική συμπεριφορά.
67 – Βλ. τις προμνησθείσες αποφάσεις Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 623, και Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, σκέψη 110.
68 – Βλ. προμνησθείσα διάταξη SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 55 και 57.
69 – Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 αναφέρεται σε δύο χωριστά ζητήματα. Αφενός, καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την επιβολή προστίμων από την Επιτροπή (προϋποθέσεις επιβολής προστίμου)· μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών περιλαμβάνεται η σχετική με την εκ προθέσεως ή εξ αμελείας τέλεση της παραβάσεως (πρώτο εδάφιο). Αφετέρου, ρυθμίζει τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, ο οποίος συναρτάται προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως (δεύτερο εδάφιο) (προμνησθείσα διάταξη SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 53, και προμνησθείσα απόφαση Ferriere Nord κατά Επιτροπής, σκέψη 32).
70 – Βλ. το σημείο 65, παράγραφος 9, της αποφάσεως της Επιτροπής, και τη σκέψη 4968 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
71 – Τέλος της σκέψεως 4968 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
72 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2988/74 του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1974, περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως και εκτελέσεως των αποφάσεων στους τομείς του δικαίου των μεταφορών και του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 241).
73 – Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T- 305/94 έως T-307/94, T-313/94 έως T-316/94, T-318/94, T-325/94, T-328/94, T-329/94 και Τ-335/94 (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-931).
74 – Βλ. σκέψεις 4330 έως 4332 της αποφάσεως.
75 – Βλ. σκέψεις 2794 και 2796 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
76 – Βλ. σκέψεις 2814 και 2815 της αποφάσεως.
77 – Βλ. τις σκέψεις 1426 για τη συμφωνία Cembureau, 2600 και 2656 για τη σύσταση της European Task Force και 3202 έως 3205 για τις δράσεις Calcestruzzi.
78 – Βλ. τη σκέψη 96 της αποφάσεως. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε υπό το ίδιο πνεύμα και με τις αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1999, C-199/92 P, Hüls κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-4287, σκέψη 155), και C-235/92 P, Montecatini κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-4539, σκέψη 181).
79 – Ιδίως εκείνες που περιγράφονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της αποφάσεως της Επιτροπής, στις οποίες αναφέρεται η Aalborg στο πλαίσιο του λόγου αυτού.
80 – Εκ παραδρομής αναφέρει το Πρωτοδικείο στην απόφαση ότι η διανομή αυτή πραγματοποιήθηκε κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1983. Στο σημείο 16, παράγραφος 5, της αποφάσεώς της, αντιθέτως, η Επιτροπή κάνει λόγο για τη συνεδρίαση της 30ής Μαΐου 1983.
81 – Βλ. τη σκέψη 1643 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
82 – Οι ανταλλαγές παρείχαν πράγματι τη δυνατότητα στην επιχείρηση που αντιμετώπιζε την αίτηση ενδεχομένου πελάτη εγκατεστημένου εντός άλλης χώρας μέλους να λάβει γνώση του γενικού επιπέδου των ισχυουσών στη χώρα αυτή τιμών, κατά τον χρόνο αυτό, και να ευθυγραμμίσει συνακολούθως τις τιμές της κατά την εξαγωγή, για να αποτρέψει τον εν λόγω πελάτη να προμηθευθεί τσιμέντο εκτός της χώρας του και να αποφύγει έτσι τον ανταγωνισμό με τους τοπικούς παραγωγούς (σκέψη 1642 της αποφάσεως).
83 – Βλ. τις σκέψεις 1644 έως 1646 της αποφάσεως.
84 – Βλ. τις σκέψεις 1634 και 1638 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
85 – Στις προτάσεις μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Assidomän Kraft Products κ.λπ. (C-310/97 P, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, Συλλογή 1999, σ. Ι-5363, υποσημείωση 70), επεσήμανα ότι πρόκειται για μια ευχέρεια που παρέχει στο Δικαστήριο το άρθρο 54 του Οργανισμού (ΕΚ), σύμφωνα με το οποίο, αν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Πρωτοδικείο για να την κρίνει. Μια από τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να γίνει χρήση της δυνατότητας που παρέχει η διάταξη αυτή είναι η περίπτωση της πλάνης in judicando, υπό τον όρο ότι η έκθεση των πραγματικών περιστατικών είναι πλήρης και αρκεί προκειμένου να αποφανθεί οριστικά το Δικαστήριο χωρίς να χρειάζεται η διεξαγωγή συμπληρωματικών αποδείξεων. Κατ' αυτήν την έννοια πρέπει να νοηθεί η νομολογία του Δικαστηρίου, καίτοι ουδέποτε διευκρίνισε τον λόγο για τον οποίο έκρινε ότι η διαφορά ήταν ώριμη προς εκδίκαση και μπορούσε, επομένως, να αποφανθεί επί της διαφοράς. Περιορίστηκε να παρατηρήσει λακωνικά, λόγου χάρη, ότι αυτό συμβαίνει εν προκειμένω (αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1992, C-345/90 P, Κοινοβούλιο κατά Hanning, Συλλογή 1992, σ. I-949 επ., συγκεκριμένα σ. I-989, και της 15ης Ιουνίου 1994, C-137/92 P, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. Ι-2555 επ., συγκεκριμένα σ. I-2648). Τελικά, στο Δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί επί της ουσίας οσάκις προκύπτει από τη δικογραφία ότι η διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση (βλ. Héron, J.: Droit judiciaire privé, éd. Montchrétien, Παρίσι, 1991, σ. 517· Vincent, J., et Guinchard, S.: Procédure civile, éd. Dalloz, Παρίσι, 1994, σ. 922), σύμφωνα με τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, ο οποίος διαμόρφωσε ένα σύγχρονο ακυρωτικό δικαστήριο που διαθέτει ευρεία αρμοδιότητα στην έκδοση ακυρωτικών αποφάσεων οσάκις το κρίνει σκόπιμο (βλ. Nieva Fenoll, J.: El recurso de casación ante el Tribunal de Justicia de las Comunidades Europeas, éd. Bosch, Βαρκελώνη, 1998, σ. 430).
86 – Η απόφαση της Επιτροπής εκδόθηκε το 1994.
87 – Κωδικοποιημένο κείμενο που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ C 34 της 1ης Φεβρουαρίου 2001, σ. 39.
Full & Egal Universal Law Academy