Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Η παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου κινήθηκε με αίτηση του tribunal administratif de Châlons-en-Champagne (Γαλλία). Εγείρει ζητήματα συμβατότητας με το κοινοτικό δίκαιο μιας ρυθμίσεως εσωτερικού δικαίου κατά την οποία μόνον οι γυναίκες - επομένως όχι και οι άνδρες - μπορούν να ζητήσουν να συνταξιοδοτηθούν αν ο σύζυγός τους πάσχει από αναπηρία ή από ανίατη ασθένεια που τον περιάγει σε αδυναμία ασκήσεως οποιουδήποτε επαγγέλματος.
ΙΙ - αγματικά περιστατικά και διαδικασία
2. Ο προσφεύγων της κύριας δίκης (στο εξής: προσφεύγων) είναι καθηγητής δημοσίας εκπαιδεύσεως, δημόσιος υπάλληλος. Βάσει του άρθρου L. 24-Ι-3 του code des pensions civiles et militaires de retraite (κώδικα πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων, στο εξής: κώδικας), ζήτησε να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα προκειμένου να περιθάλψει τη σύζυγό του που πάσχει από ανίατη ασθένεια.
3. Με απόφαση του επιθεωρητή μέσης εκπαιδεύσεως για το διαμέρισμα του Marne, της 20ής Οκτωβρίου 1998, η αίτηση αυτή έγινε, κατ' αρχάς, δεκτή. Ωστόσο, με νέα απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1998, ανακλήθηκε η απόφαση αυτή ενόψει ενός εγγράφου του Υπουργού Εθνικής αιδείας για τον λόγο ότι το δικαίωμα εθελούσιας πρόωρης συνταξιοδοτήσεως προς περίθαλψη αναπήρου συζύγου επιφυλάσσεται μόνο στις γυναίκες υπαλλήλους.
4. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο προσφεύγων προσέφυγε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Υπέρ του προσφεύγοντος παρενέβη το Syndicat général de l'éducation nationale et de la recherche publique CFDT de la Marne.
5. Το αιτούν δικαστήριο διαβίβασε τον φάκελο στο Conseil d'État για γνωμοδότηση ως προς το αν συμβιβάζεται το άρθρο L. 24-Ι-3 του κώδικα με το άρθρο 6 του νόμου της 13ης Ιουλίου 1983 περί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των δημοσίων υπαλλήλων, το οποίο προβλέπει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν πρέπει να υφίστανται διακρίσεις βάσει του φύλου τους, και το Conseil d'État απάντησε ότι ο νόμος της 13ης Ιουλίου 1983 δεν τροποποίησε τις διατάξεις του άρθρου L. 24-Ι-3 του κώδικα.
6. ροκειμένου να εξεταστεί αν η επίδικη διάταξη του κώδικα συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε, με απόφαση της 25ης Απριλίου 2000, να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Μα_ου 2000.
7. Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει, αφενός, στο άρθρο 119 της Συνθήκης Ε(Ο)Κ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) και στην οδηγία 86/378/ΕΟΚ, για την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης , που εκδόθηκε για την εφαρμογή του άρθρου αυτού, και, αφετέρου, στην οδηγία 79/7/ΕΟΚ, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως , και ιδίως στα άρθρα της 4 και 7. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η διαπιστωθείσα άνιση μεταχείριση υπέρ των γυναικών δημοσίων υπαλλήλων στο άρθρο L. 24-Ι-3 του κώδικα αντίκειται στο άρθρο 141 ΕΚ καθώς και στους σκοπούς της οδηγίας 79/7.
8. Κατά τη γνώμη του αιτούντος δικαστηρίου, η απάντηση στον λόγο αυτό ακυρώσεως εξαρτάται από το ζήτημα:
1) αν οι συντάξεις οι οποίες χορηγούνται βάσει του γαλλικού καθεστώτος συνταξιοδοτήσεως των δημοσίων υπαλλήλων εμπίπτουν στις αμοιβές του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρου 141 ΕΚ· αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, οι διατάξεις του άρθρου L. 24-Ι-3° του κώδικα πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων συνιστούν παραβίαση της αρχής της ισότητας των αμοιβών·
2) αν, στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ, οι διατάξεις της οδηγίας 79/7 της 19ης Δεκεμβρίου 1978 εμποδίζουν τη διατήρηση σε ισχύ στη Γαλλία διατάξεων όπως το άρθρο L. 24-Ι-3° του κώδικα πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων.
9. Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει, επομένως, στο Δικαστήριο τα εξής ερωτήματα για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1) Εμπίπτουν στις αμοιβές του άρθρου 119 της Συνθήκης της Ρώμης (νυν άρθρου 141 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) οι συντάξεις που χορηγούνται βάσει του γαλλικού καθεστώτος συνταξιοδοτήσεως των δημοσίων υπαλλήλων; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, συνιστούν οι διατάξεις του άρθρου L. 24-1-3° του Κώδικα ολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων παραβίαση της αρχής της ισότητας των αμοιβών;
2) Στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ, εμποδίζουν οι διατάξεις της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, τη διατήρηση σε ισχύ στη Γαλλία διατάξεων όπως το άρθρο L. 24-1-3° του Κώδικα ολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων;»
10. Στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου έλαβαν μέρος και παρουσίασαν γραπτές παρατηρήσεις ο προσφεύγων (από κοινού με το παρεμβαίνον στην κύρια δίκη συνδικάτο), η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Η διαδικασία αυτή δεν περιελάμβανε επ' ακροατηρίου συζήτηση.
ΙΙΙ - Κρίσιμες διατάξεις
A - Διατάξεις κοινοτικού δικαίου
11. Το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ έχει ως εξής:
«Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου και διατηρεί εν συνεχεία την εφαρμογή της αρχής της ισότητος των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών.
Ως αμοιβή νούνται, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας.
Η ισότητα αμοιβής, χωρίς διακρίσεις φύλου, συνεπάγεται:
α) ότι η αμοιβή που παρέχεται για όμοια εργασία που αμείβεται κατ' αποκοπήν καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως,
β) ότι η αμοιβή που παρέχεται για εργασία που αμείβεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι ίδια για όμοια θέση εργασίας.»
12. Κατόπιν τροποποιήσεως και αναριθμήσεως της Συνθήκης ΕΚ με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ η διάταξη αυτή κατέστη το άρθρο 141 ΕΚ. Το περιεχόμενο των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού αντιστοιχεί εν γένει κατά το περιεχόμενο με το άρθρο 119, ενώ προστέθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4. Για την παρούσα υπόθέση κρίσιμες είναι κυρίως οι παράγραφοι 1 και 2. Η διάταξη έχει ως εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας.
2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως "αμοιβή" νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας.
Η ισότητα αμοιβής, χωρίς διακρίσεις φύλου, συνεπάγεται:
α) ότι η αμοιβή που παρέχεται για όμοια εργασία που αμείβεται κατ' αποκοπήν καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως,
β) ότι η αμοιβή που παρέχεται για εργασία που αμείβεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας.
3. [...]
4. ροκειμένου να εξασφαλιστεί εμπράκτως η πλήρης ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών στην εργασία, η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν μέτρα που προβλέπουν ειδικά πλεονεκτήματα, τα οποία διευκολύνουν το λιγότερο εκπροσωπούμενο φύλο να συνεχίσει μια επαγγελματική δραστηριότητα ή προλαμβάνουν ή αντισταθμίζουν τα μειονεκτήματα στην επαγγελματική σταδιοδρομία.»
13. Το περιεχόμενο του άρθρου 141, παράγραφος 4, ΕΚ ανάγεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της συμφωνίας της 1ης Νοεμβρίου 1993 που είναι προσαρτημένο στο πρωτόκολλο 14 για την κοινωνική πολιτική . Το άρθρο 6, παράγραφος 3, έχει ως εξής:
«Το παρόν άρθρο δεν κωλύει την εκ μέρους των κρατών μελών διατήρηση ή θέσπιση μέτρων που προβλέπουν ειδικά ευεργήματα για τη διευκόλυνση της άσκησης μιας επαγγελματικής δραστηριότητας από τις γυναίκες ή για την πρόληψη ή αντιστάθμιση μειονεκτημάτων στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία.»
14. Οι κρίσιμες διατάξεις της οδηγίας 79/7 είναι οι εξής:
15. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο ορίζει:
«1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται:
α) στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία κατά των ακολούθων κινδύνων:
- ασθενείας,
- αναπηρίας,
- γήρατος,
- εργατικού ατυχήματος και επαγγελματικής ασθενείας,
- ανεργίας·
β) στις διατάξεις που αφορούν την κοινωνική πρόνοια [...]».
16. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο ορίζει:
«1. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση και ιδιαίτερα όσον αφορά:
- το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
- την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
- τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών.
2. [...]»
17. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, και παράγραφος 2, τα οποία έχουν ως εξής:
«1. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της:
α) τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων εν γένει και τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές·
[...]
2. Τα κράτη μέλη προβαίνουν περιοδικά στην εξέταση των θεμάτων που εξαιρούνται κατά την παράγραφο 1, προκειμένου να εξακριβώσουν αν δικαιολογείται, λαμβανομένης υπόψη της κοινωνικής εξελίξεως, η διατήρηση των εν λόγω εξαιρέσεων.»
B - Εθνικές διατάξεις του κράτους μέλους
18. Το άρθρο L. 24-Ι-3° του κώδικα ορίζει:
«Ι. - Η πολιτική σύνταξη καταβάλλεται αμέσως
[...]
3° Στις γυναίκες υπαλλήλους:
[...]
b) εφόσον αποδεικνύεται κατά τους τύπους του άρθρου L. 31:
ότι πάσχουν από αναπηρία ή ανίατη ασθένεια που τις περιάγει σε αδυναμία ασκήσεως των προηγουμένων καθηκόντων τους·
ή ότι ο σύζυγός τους πάσχει από αναπηρία ή ανίατη ασθένεια που τον περιάγει σε αδυναμία ασκήσεως οποιουδήποτε επαγγέλματος.»
IV - Επιχειρηματολογία των ενδιαφερομένων
1. Ο προσφεύγων
19. Ο προσφεύγων παρατηρεί, κατ' αρχάς, ότι, στην προδικαστική υπόθέση C-366/99, Griesmar, υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο τα ίδια ερωτήματα όσον φορά το γαλλικό σύστημα συντάξεων δημοσίων υπαλλήλων. Ωστόσο, δεν πρόκειται για την ίδια διάταξη του κώδικα.
20. Κατά τον προσφεύγοντα, για να απαντηθεί το ερώτημα αν οι συντάξεις αποτελούν για τους Γάλλους δημοσίους υπαλλήλους «αμοιβή» κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ή πλέον του άρθρου 141 ΕΚ, πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί ο τρόπος λειτουργίας του γαλλικού συστήματος συντάξεων. Η σύνταξη υπολογίζεται βάσει των υποκειμένων σε φορολόγηση ποσών, τα οποία καταβλήθηκαν κατά το τελευταίο εξάμηνο πριν το πέρας της ενεργού υπηρεσίας. Οι συντάξεις καταβάλλονται από το κράτος. Καταβάλλονται σε ορισμένη ομάδα εργαζομένων και συγκεκριμένα εκείνων που εργάστηκαν σε δημόσιες υπηρεσίες.
21. Τα στοιχεία αυτά αντιστοιχούν στα κριτήρια που έθεσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Beune . Επομένως, ο χαρακτήρας αμοιβής των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων είναι προφανής. Μνημονεύοντας τις αποφάσεις Bilka , Ten Oever και Moroni , ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν θεώρησε πλέον στην υπόθεση Beune ως κρίσιμα τα κριτήρια που θεωρήθηκαν κρίσιμα στις αποφάσεις αυτές. Από αυτό προκύπτει ότι «αποφασιστικό κριτήριο εν προκειμένω αποτελεί μόνον η διαπίστωση ότι η σύνταξη καταβάλλεται στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας μεταξύ αυτού και του πρώην εργοδότη του, δηλαδή το κριτήριο της σχέσεως εργασίας που συνάγεται από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 119» .
22. Το Δικαστήριο διατύπωσε με γενικούς όρους τις κρίσεις του ώστε είναι δυνατό να ισχύσουν όσον αφορά το γαλλικό σύστημα συντάξεων. Οι γαλλικές συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει επομένως να θεωρηθούν ως «αμοιβή» κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ. Κατά τα λοιπά, η ομοιότητα των αποζημιώσεων των ενεργών υπαλλήλων και των συντάξεων είναι πολύ μεγάλη, και μάλιστα τόσο όσον αφορά τη διαχείρισή τους όσο και τη χρηματοδότησή τους, ούτως ώστε, για τον λόγο αυτό, το άρθρο 119 της Συνθήκης δύναται να έχει επίσης εφαρμογή στις συντάξεις όπως και στις αμοιβές των ενεργών δημοσίων υπαλλήλων.
23. Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, ο προσφεύγων ισχυρίζεται στη συνέχεια τα εξής: Το άρθρο L. 24-Ι-3° του κώδικα παρέχει στις γυναίκες δημοσίους υπαλλήλους τη δυνατότητα πρόωρης συνταξιοδότησης αν ο σύζυγός τους πάσχει από αναπηρία ή ανίατη ασθένεια που τον περιάγει σε αδυναμία ασκήσεως οποιουδήποτε επαγγέλματος. αρέχει επομένως στις γυναίκες δημοσίους υπαλλήλους το πλεονέκτημα που συνίσταται στη δυνατότητα να συνταξιοδοτηθούν νωρίτερα από έναν άνδρα δημόσιο υπάλληλο ο οποίος βρίσκεται στην ίδια κατάσταση. Ο προσφεύγων, αναφερόμενος στις αποφάσεις Beune και Εβρενόπουλος , ισχυρίζεται ότι αυτό αποτελεί άμεση παράβαση του άρθρου 141 ΕΚ. Η επίδικη διάταξη δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε με το άρθρο 6 του πρωτοκόλλου 14 για την κοινωνική πολιτική ούτε με το άρθρο 141, παράγραφος 4, ΕΚ.
24. Λόγω των θέσεων που υποστηρίζει ως προς το πρώτο ερώτημα, ο προσφεύγων υπεισέρχεται στο δεύτερο ερώτημα μόνον επικουρικώς. Κατά το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, ιδίως όσον αφορά τον υπολογισμό των παροχών. Το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει, βεβαίως, ότι η οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών να αποκλείουν τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως και τις συνέπειες που είναι δυνατόν να προκύψουν για άλλες παροχές που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται, ωστόσο, για την εφαρμογή διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, αλλά συγκεκριμένο πλεονέκτημα ανεξάρτητο της ηλικίας στην περίπτωση που δεν έχει συμπληρωθεί η ηλικία συνταξιοδοτήσεως, λόγω της καταστάσεως της υγείας του συζύγου. Τέτοια διαφοροποίηση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρετικής διατάξεως του άρθρου 7 της οδηγίας.
2. Η Γαλλική Κυβέρνηση
25. Για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, η Γαλλική Κυβέρνηση παραπέμπει στους ισχυρισμούς που ανέπτυξε στην υπόθεση Griesmar. Το ερώτημα σύγκειται από δύο σκέλη. ρόκειται, αφενός, για τη σχέση μεταξύ της συντάξεως των δημοσίων υπαλλήλων και τον ορισμό της αμοιβής και, αφετέρου, για τη δυνατότητα εφαρμογής, εν προκειμένω, όσον αφορά την ιδιαίτερη περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων. Στηριζόμενη στην απόφαση Defrenne Ι , η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, κατ' αρχάς, ότι οι συντάξεις στο πλαίσιο ενός νομίμου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως δεν αποτελούν αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης. Αντιθέτως, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 79/7, στο άρθρο 3 της οποίας κατονομάζονται ρητώς.
26. Η εξέταση του γαλλικού συστήματος συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να γίνει υπό το πρίσμα της υποθέσεως Beune . Υπάρχουν ομοιότητες και διαφορές μεταξύ του γαλλικού και του κρίσιμου στην υπόθέση εκείνη ολλανδικού συστήματος συντάξεων. Καίτοι η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ουσιώδεις τις διαφορές, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι το ολλανδικό σύστημα, σε αντίθεση με το γαλλικό, αποτελεί σύστημα συμπληρωματικής συντάξεως, η διαχείριση του οποίου γίνεται κατά τις αρχές της κεφαλοποιήσεως και της ίσης εκπροσωπήσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι οι γαλλικές συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων αποτελούν αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης λαμβάνοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο θεώρησε ως κρίσιμο τον σύνδεσμο μεταξύ του πλεονεκτήματος και της κατεχομένης θέσεως.
27. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν λαμβάνει θέση όσον αφορά την απάντηση στο δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος. ροβάλλει μόνον τον ισχυρισμό ότι η επιχειρηματολογία που προβλήθηκε στην υπόθεση Griesmar, ότι δηλαδή η εκεί επίδικη διάταξη απέβλεπε στο να αντισταθμίσει τα προβλήματα που επιφέρει στη σταδιοδρομία η ανατροφή των παιδιών, δεν είναι δυνατόν να μεταφερθεί ως προς το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση άρθρο L. 24-Ι-3° του κώδικα. Ωστόσο, η Γαλλική Κυβέρνηση σημειώνει ότι το γαλλικό Conseil d'État με την απόφσή του της 17ης Μα_ου 1999 στην υπόθεση le Briquir, που αφορούσε το άρθρο L. 57 του κώδικα, το οποίο χορηγεί στη σύζυγο αφάντου υπαλλήλου προσωρινή σύνταξη, αποφάσισε ότι το δικαίωμα αυτό προσωρινής συντάξεως πρέπει να χορηγείται σε κάθε σύζυγο αφάντου δημοσίου υπαλλήλου, ήτοι και στον σύζυγο γυναίκας δημοσίου υπαλλήλου. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η γαλλική διοίκηση εφαρμόζει τόσο το άρθρο L. 57 όσο και το άρθρο L. 24-Ι-3° του κώδικα με γνώμονα την ισότητα. άντως, δεδομένου ότι το κείμενο του άρθρου L. 24-Ι-3° δεν έχει ακόμα τροποποιηθεί, η Γαλλική Κυβέρνηση επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου για την απάντηση του ερωτήματος. Λαμβανομένων υπόψη των θέσεων που ανέπτυξε όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η Γαλλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι δεν υπάρχει λόγος να υπεισέλθει στο δεύτερο ερώτημα.
3. Η Επιτροπή
28. Για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, η Επιτροπή παραπέμπει επίσης στις παρατηρήσεις που υπέβαλε στην υπόθεση Griesmar. Στο πλαίσιο εκείνο είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το γαλλικό σύστημα ασφαλίσεως δημοσίων υπαλλήλων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ. Η θέση αυτή προκύπτει από τις αποφάσεις Beune και Εβρενόπουλος . Εξάλλου, η Γαλλική Κυβέρνηση είχε αναγνωρίσει με υπόμνημα προς την Επιτροπή της 11ης Ιουλίου 2000, ότι το άρθρο L. 24 του κώδικα δύναται να έχει εφαρμογή και για τους άνδρες δημοσίους υπαλλήλους. Επομένως, δεν χρειάζεται να εξεταστεί περαιτέρω το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ στον κώδικα.
29. Απομένει να διασαφηνιστεί αν το «πρωτόκολλο Barber» δύναται να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση. Κατά την άποψη της Επιτροπής, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο υπολογισμός των συντάξεων για χρονικά διαστήματα μετά τη 17η Μα_ου 1990 πρέπει να γίνεται με βάση την ισότητα.
V - Εκτίμηση
30. Το πρώτο μέρος του πρώτου ερωτήματος είναι πράγματι πανομοιότυπο με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα που είχε υποβληθεί στην υπόθεση Griesmar. Ένα προκαταρκτικό ζήτημα που αφορά το αν, χωρίς να ληφθεί υπόψη το ζήτημα του αν οι γαλλικές συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων έχουν χαρακτήρα αμοιβής, πρόκειται εν τέλει για περίπτωση ισότητας των αμοιβών θα μπορούσε να προκύψει από το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν έχει ακόμα συνταξιοδοτηθεί και ζητεί την ουδέτερη ως προς το φύλο εφαρμογή των προϋποθέσεων άμεσης πρόωρης συνταξιοδοτήσεως. Επομένως, μόνον εμμέσως πρόκειται για το ζήτημα της συντάξεως. Θα μπορούσε, συνεπώς, να αναρωτηθεί κανείς αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής, εν προκειμένω, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και όχι περίπτωση της ισότητας των αμοιβών.
31. Εξάλλου, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι στην προκειμένη περίπτωση η έναρξη της συνταξιοδοτήσεως και η χορήγηση συντάξεως συνδέονται μεταξύ τους πραγματικώς, νομικώς και οικονομικώς. Ο προσφεύγων δεν επιθυμεί ασφαλώς να απομακρυνθεί πρόωρα από την υπηρεσία χωρίς χορήγηση συντάξεως, αλλά ζητεί η σύνταξη να του χορηγηθεί με τις ίδιες προϋποθέσεις και με τις ίδιες οικονομικές παροχές που εφαρμόζονται για τις γυναίκες υπαλλήλους. Δεδομένου ότι αντικείμενο της προσφυγής είναι, εν τέλει, η χορήγηση της συντάξεως καθεαυτή επιβάλλεται κατά βάση η εξέταση του αν προσβάλλεται η αρχή της ισότητας των αμοιβών.
32. Η «αρχή της ισότητας των αμοιβών» που στηρίζεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης τέθηκε σε ισχύ με την οδηγία 75/117/ΕΟΚ , ενώ η «αρχή της ίσης μεταχειρίσεως» τέθηκε σε εφαρμογή με την οδηγία 76/207/ΕΟΚ η οποία στηρίχθηκε στο άρθρο 235 της Συνθήκης Ε(Ο)Κ.
33. Το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 75/117 ορίζει, πέραν του ορισμού του άρθρου 119 της Συνθήκης, ως εξής την αρχή της ισότητας των αμοιβών:
«Η αρχή της ισότητος των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, που προβλέπεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης και που καλείται στο εξής "αρχή της ισότητος των αμοιβών", συνεπάγεται για την ίδια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία, την κατάργηση για το σύνολο των στοιχείων και όρων αμοιβής κάθε διακρίσεως βασιζομένης στο φύλο» .
34. Αν κριθεί ότι οι συντάξεις των Γάλλων δημοσίων υπαλλήλων αποτελούν «αμοιβές» κατά την έννοια της αρχής αυτής, το ζήτημα τίθεται όσον αφορά τους όρους για την καταβολή αυτής της αμοιβής. Έτσι καταλήγουμε στο ερώτημα που υποβλήθηκε στην υπόθεση Griesmar που αφορά τον χαρακτήρα αμοιβής των γαλλικών συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων.
35. Διατύπωσα τις προτάσεις στην υπόθεση Griesmar στις 22 Φεβρουαρίου 2001. Επειδή στην προκείμενη διαδικασία δεν προβλήθηκε κανένας ισχυρισμός ο οποίος να θέτει υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση αυτού του νομικού ζητήματος όπως διατυπώνεται στις προτάσεις στην υπόθεση Griesmar, παραπέμπω στο περιεχόμενο των όσων εκτίθενται εκεί στα σημεία 46 έως και 61.
36. Το άρθρο 119 της Συνθήκης ορίζει στο πρώτο εδάφιο ότι κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητος των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών. Κατά το δεύτερο εδάφιο της διατάξεως, ως «αμοιβή» νοούνται, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για οφέλη στο πλαίσιο ενεργού σχέσεως απασχολήσεως, αλλά για παροχές συντάξεως, δεν είναι δυνατόν να συντρέχει περίπτωση «άλλου οφέλους», το οποίο καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο βάσει της σχέσεως εργασίας.
37. Εργοδότης του Δημοσίου είναι το κράτος. Και στις γαλλικές δημόσιες υπηρεσίες οι αμοιβές καταβάλλονται από το κράτος και οι πληρωμές γίνονται βάσει των δημοσιονομικών νόμων. Καθόσον οι συντάξεις αποτελούν γενικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος των δημοσίων υπαλλήλων, τίθεται το ερώτημα αν το γεγονός της συμπεριλήψεως των παροχών αυτών στην έννοια της αμοιβής αντίκειται στην απόφαση Defrenne Ι . Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «δεν είναι δυνατό [...] να περιληφθούν σ' αυτή την έννοια [...] τα συστήματα ή παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, ιδίως οι συντάξεις λόγω αποχωρήσεως, που ρυθμίζονται απ' ευθείας από τον νόμο αποκλείοντας κάθε στοιχείο διαβουλεύσεως στους κόλπους της επιχειρήσεως ή του ενδιαφερομένου επαγγελματικού κλάδου, και που έχουν υποχρεωτική εφαρμογή σε γενικές κατηγορίες εργαζομένων» .
38. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει πάντως περιλάβει στην έννοια της αμοιβής τις παροχές συμβατικώς συμφωνηθέντων συστημάτων επικουρικής συντάξεως παρεχομένης από την επιχείρηση, οι οποίες συμπληρώνουν τις συντάξεις του γενικώς ισχύοντος νομίμου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Ακόμη και το γεγονός ότι οι επικουρικές αυτές συντάξεις, που παρέχονται από επιχειρήσεις, προβλέπονται από τον νόμο και υποκαθιστούν εν μέρει το γενικό σύστημα που προβλέπει ο νόμος, δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να περιλάβει στην έννοια της αμοιβής τις συντάξεις που καταβλήθηκαν από τέτοιο σύστημα . Ούτε και η θέση σε ισχύ της οδηγίας 86/378 για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, οδήγησε σε μεταβολή της εκτιμήσεως του Δικαστηρίου, ήτοι ότι οι παροχές των επικουρικών συντάξεων που παρέχουν επιχειρήσεις αποτελούν «αμοιβή» κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης και ότι δυσμενείς διακρίσεις οι οποίες μπορούν να προκύψουν από τη χρήση και μόνο των εκεί χρησιμοποιουμένων κριτηρίων «όμοια εργασία» και «ισότητα των αμοιβών», πρέπει να θεωρούνται διάκριση που απαγορεύεται από τον νόμο .
39. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε για πρώτη φορά όσον αφορά ένα σύστημα ασφαλίσεως γήρατος δημοσίων υπαλλήλων στην υπόθεση Beune . Στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο για το ολλανδικό σύστημα συντάξεων δημοσίων υπαλλήλων το οποίο ρύθμιζε ο νόμος. Οι συντάξεις γήρατος των δημοσίων υπαλλήλων ήταν έτσι διαμορφωμένες, ώστε οι συνταξιούχοι δημόσιοι υπάλληλοι, εφόσον δικαιούνταν, καλύπτονταν κατ' αρχάς από τις παροχές του γενικού νόμιμου συστήματος συντάξεων, στις οποίες προστίθεντο οι παροχές ενός συστήματος συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων.
40. Ο γενικός εισαγγελέας Jabobs, με τις προτάσεις του στην υπόθεση αυτή , καθόρισε βάσει της παλαιότερης νομολογίας πέντε κριτήρια, με βάση τα οποία είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός της παροχής ενόψει του άρθρου 119 της Συνθήκης. Τα κριτήρια αυτά αναφέρονται στη νομική βάση, στον συμβατικό χαρακτήρα, στη χρηματοδότηση, στο κατά πόσον εφαρμόζεται το σύστημα αυτό σε γενικές κατηγορίες εργαζομένων και στον συμπληρωματικό χαρακτήρα του συστήματος. Το Δικαστήριο υπογράμμισε επιπλέον τη σημασία της σχέσεως μεταξύ της παροχής και της εργασίας του εργαζομένου .
41. Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της παροχής στην υπόθεση Beune, το Δικαστήριο έκρινε ότι η νομική βάση δεν επαρκεί αφεαυτής για να αποκλείσει μια παροχή από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης . Το κριτήριο της διαβουλεύσεως μεταξύ εργοδοτών και εκπροσώπων των εργαζομένων πληρούται μόνον όταν καταλήγει σε τυπική συμφωνία. Στις δημόσιες υπηρεσίες υφίστανται επίσης διαδικασίες διαβουλεύσεως, που δεν καταλήγουν οπωσδήποτε σε πραγματικές συμβάσεις . Η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης δεν εξαρτάται από τον συμπληρωματικό χαρακτήρα της παροχής . Όσον αφορά τη χρηματοδότηση του συστήματος, το Δικαστήριο έκρινε ότι το σύστημα συνταξιοδοτήσεως λειτουργεί αυτοτελώς με κανόνες παρόμοιους με αυτούς που διέπουν τα επαγγελματικά ταμεία συνταξιοδοτήσεως. Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν το διακρίνουν ουσιαστικά από συστήματα τα οποία εμπίπτουν στο πλαίσιο εφαρμογής της οδηγίας 79/7 . Στο πλαίσιο αυτό, έχει επίσης σημασία και η δυνατότητα συμπληρωματικής χρηματοδοτήσεως από το κράτος .
42. Όσον αφορά τον όρο «γενικές κατηγορίες εργαζομένων» το Δικαστήριο παραδέχεται ότι «δύσκολα μπορεί να εφαρμοστεί σε μια ιδιαίτερη κατηγορία εργαζομένων όπως είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι» .
43. Τέλος, μοναδικό αποφασιστικό κριτήριο αποτέλεσε η διαπίστωση «ότι η σύνταξη καταβάλλεται στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας μεταξύ αυτού και του πρώην εργοδότη του» . Η σύνταξη, η οποία «αφορά μόνο μια ιδιαίτερη κατηγορία εργαζομένων, [η οποία] τελεί σε άμεση συνάρτηση με τον χρόνο υπηρεσίας και [της οποίας] το ύψος [...] υπολογίζεται βάσει του τελευταίου μισθού του υπαλλήλου» αποτελεί σύνταξη που καταβάλλει το δημόσιο ως εργοδότης που είναι παρόμοια με αυτή που καταβάλλει ο εργοδότης του ιδιωτικού τομέα στους πρώην μισθωτούς , και επομένως πρέπει να θεωρείται ως «αμοιβή» κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης.
44. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη νομολογία αυτή με την απόφαση Εβρενόπουλος . Η υπόθεση αυτή αφορούσε τον χαρακτηρισμό ενός συστήματος συντάξεων για τους υπαλλήλους ενός δημοσίου οργανισμού . Το σύστημα αυτό ιδρύθηκε και διέπεται αποκλειστικά από νόμο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι συντάξεις επιζώντος αυτού του «επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος» αποτελεί «αμοιβή» υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης, εφαρμόζοντας τις αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση Beune .
45. Αντιθέτως από την υπόθεση Beune, η υπόθεση Εβρενόπουλος δεν αφορά ένα σύστημα συνταξιοδοτήσεως δημοσίων υπαλλήλων, αλλά ένα επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, εφόσον οι σχέσεις απασχολήσεως υπόκεινται στο ιδιωτικό δίκαιο. Κρίσιμη στην προκειμένη περίπτωση μπορεί επομένως να είναι μόνον η απόφαση Beune, διότι το Δικαστήριο δεν κλήθηκε άλλοτε να εξετάσει αν συντάξεις καταβαλλόμενες από σύστημα συνταξιοδοτήσεως του δικαίου των δημοσίων υπαλλήλων έχει χαρακτήρα αμοιβής κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης. Η απόφαση στην υπόθεση Beune αποτελεί νομολογιακό προηγούμενο για την προκειμένη υπόθεση μόνον αν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του γαλλικού συστήματος συντάξεων αντιστοιχούν με το σύστημα συντάξεων που αποτελούσε αντικείμενο κρίσεως στην υπόθεση Beune.
46. Κατά τις υπάρχουσες πληροφορίες, το σύστημα συντάξεων που πρέπει να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση στηρίζεται εξ ολοκλήρου στον νόμο. Το γεγονός αυτό δεν αρκεί όμως από μόνο του, όπως προκύπτει από την απόφαση στην υπόθεση Beune, για να αποκλείσει το σύστημα από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης. Η ρύθμιση του συστήματος με νόμο προϋποθέτει ότι δεν στηρίζεται σε τυπική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, ακόμη και αν πρέπει να έχουν προηγηθεί και πραγματοποιούνται διαβουλεύσεις. Το γαλλικό σύστημα συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων αναμφισβήτητα δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα, αλλά συνιστά τη βασική σύνταξη των υπαλλήλων που υπόκεινται στο σύστημα. Εξάλλου, κατά την απόφαση Beune, η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης δεν εξαρτάται από το αν πρόκειται για βασική ή επικουρική σύνταξη.
47. Η χρηματοδότηση του συστήματος συντάξεων στηρίζεται στον δημοσιονομικό νόμο. Από αυτή την άποψη διακρίνεται ουσιωδώς τόσο από τα επαγγελματικά συστήματα ταμείων συντάξεων όσο και από το σύστημα συντάξεων που αποτέλεσε αντικείμενο της κρίσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Beune, η διαχείριση του οποίου ήταν πάντως όμοια με τη διαχείριση ενός επαγγελματικού ταμείου συντάξεων. Εν πάση περιπτώσει, το κράτος ως εργοδότης εγγυάται και τη χρηματοδότηση του συστήματος συντάξεων με τα μέσα που έχει στη διάθεσή του - ήτοι νομοθετική ρύθμιση και οι λεπτομέρειες εφαρμογής στον δημοσιονομικό νόμο. Η χρηματοδότηση διακρίνεται επίσης τόσο από τη χρηματοδότηση των επαγγελματικών συστημάτων συντάξεων, όσο και από τη σηματοδότηση των γενικών συστημάτων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως, η οποία κατά κανόνα πραγματοποιείται με εισφορές των εργοδοτών και εργαζομένων, τις οποίες το κράτος δεσμεύεται ενδεχομένως να συμπληρώνει με επιπλέον καταβολές.
48. Είναι δύσκολο να κριθεί αν ένα σύστημα συντάξεων εντάσσεται στην έννοια της αμοιβής του άρθρου 119 της Συνθήκης μόνο βάσει του τρόπου χρηματοδοτήσεως. Αναμφίβολα, το κράτος ως εργοδότης εγγυάται τη χρηματοδότηση των συντάξεων. Εξάλλου, το κράτος δεν μπορεί να συγκριθεί με τους ιδιώτες εργοδότες και για τη χρηματοδότηση των παροχών χρησιμοποιούνται δημόσια μέσα. Το σύστημα συντάξεων είναι πάντως προβλεπόμενο από τον νόμο υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος για τους υπαλλήλους τους δημοσίου. Κατά το μέτρο αυτό, παρουσιάζει στοιχεία συγκρίσιμα με το γενικό σύστημα συντάξεων εκ του νόμου των εργαζομένων που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα.
49. Όσον αφορά το ζήτημα αν οι δημόσιοι υπάλληλοι αποτελούν «γενική κατηγορία εργαζομένων», το Δικαστήριο, ακόμα και στην υπόθεση Beune, έλαβε διστακτικά θέση και έκρινε ότι η «ιδιαίτερη κατηγορία εργαζομένων» των δημοσίων υπαλλήλων «δύσκολα» μπορεί να θεωρηθεί ως γενική κατηγορία εργαζομένων.
50. Καθόσον πρόκειται για υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, είναι δικαιολογημένες οι αμφιβολίες όσον αφορά την εξίσωση των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων με τις συντάξεις ενός συστήματος επαγγελματικών συντάξεων. Επειδή, ωστόσο, το Δικαστήριο την υπόθεση Beune θεώρησε την «σχέση εργασίας» κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ως το μόνο κρίσιμο κριτήριο και με τον τρόπο αυτό μετρίασε τη σημασία της παλαιότερης νομολογίας όσον αφορά τα επί μέρους κριτήρια, επιβάλλεται και εδώ η χρήση αυτού του στοιχείου.
51. Κατά την έννοια της νομολογίας αυτής, το κρίσιμο στοιχείο είναι αν οι συνταξιοδοτικές παροχές μπορούν να οριστούν μόνο βάσει των κριτηρίων της «όμοιας εργασίας» και «της ισότητας των αμοιβών» που απορρέουν αμέσως από το άρθρο 119 της Συνθήκης. Με τον τρόπο που παρουσιάστηκε στην προκειμένη διαδικασία, το γαλλικό σύστημα συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί ασφάλιση γήρατος για «ιδιαίτερη κατηγορία εργαζομένων», η οποία «τελεί σε άμεση συνάρτηση με τον χρόνο υπηρεσίας» και «το ύψος της υπολογίζεται βάσει του τελευταίου μισθού του υπαλλήλου» . Επομένως, για την περαιτέρω εξέταση του θέματος πρέπει να θεωρηθεί ότι οι γαλλικές συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων αποτελεούν «αμοιβή» κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης.
52. Επομένως, επιβάλλεται η εξέταση του αν οι επίδικες διατάξεις του άρθρου L. 24-Ι-3° του κώδικα αποτελούν άνιση μεταχείριση λόγω του φύλου σε σχέση με τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν ως αμοιβές. Το άρθρο L. 24-Ι-3°, στοιχείο b, δεύτερη περίπτωση, καθιστά δυνατό στις γυναίκες δημοσίους υπαλλήλους να συνταξιοδοτηθούν πάραυτα αν επέλθει συγκεκριμένο γεγονός, ήτοι αναπηρία ή ανίατη ασθένεια του συζύγου τους που τον περιάγει σε αδυναμία ασκήσεως οποιουδήποτε επαγγέλματος. Επειδή η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο στις γυναίκες δημοσίους υπαλλήλους, τυπικώς αποκλείονται από τη δυνατότητα αυτή οπωσδήποτε οι άνδρες δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι περιέρχονται σε παρόμοια πραγματική κατάσταση, ήτοι οι άνδρες υπάλληλοι των οποίων η σύζυγος πάσχει από αναπηρία ή ανίατη ασθένεια που την περιάγει σε αδυναμία ασκήσεως οποιουδήποτε επαγγέλματος.
53. Οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση συντάξεως, η οποία ορίστηκε ανωτέρω ως «αμοιβή», διαφέρουν επομένως για τις γυναίκες και τους άνδρες δημοσίους υπαλλήλους λόγω μόνον του φύλου τους. ρόκειται συνεπώς για προφανή διάκριση βάσει του φύλου. Αν οι πραγματικές καταστάσεις στις οποίες βρίσκονται άνδρες και γυναίκες είναι όμοιες, όπως προϋποθέτει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, πρόκειται για απαγορευμένη διάκριση λόγω φύλου. Απο τυπικής απόψεως, η κατάσταση ενός δημοσίου υπαλλήλου και μιας δημοσίας υπαλλήλου των οποίων ο σύζυγος πάσχει από ανίατη ασθένεια φαίνεται ότι είναι συγκρίσιμες. Ο σκοπός της διατάξεως θα μπορούσε, ενδεχομένως, να παράσχει ορισμένες διευκρινίσεις όσον αφορά το αν ο νομοθέτης δέχεται διαφορετικές προϋποθέσεις για γυναίκες και άνδρες δημοσίους υπαλλήλους για τους λόγους για τους οποίους συνέβη αυτό.
54. Στην προκειμένη διαδικασία τίθεται το ζήτημα της περιποιήσεως του ασθενούντος συζύγου. Ωστόσο, το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί κριτήριο επιτρεπτής διαφοροποιήσεως. Συγκεκριμένα, μια σύζυγος έχει ανάγκη χρόνου και οικονομικής ασφαλείας προκειμένου να περιποιηθεί τον σύζυγό της όπως αντίστοιχα και ένας άνδρας ο οποίος περιποιείται τη σύζυγό του.
55. Ενδεχομένως, η διάταξη οφείλει τη διατύπωσή της σε εκτιμήσεις οικονομικού χαρακτήρα. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί το κανονιστικό πλαίσιο του άρθρου L. 24-Ι-3°, στοιχείο b, πρώτη περίπτωση, του κώδικα. Κατά τη διάταξη αυτή, η γυναίκα δημόσια υπάλληλος δικαιούται να συνταξιοδοτηθεί πάραυτα εφόσον, λόγω ασθενείας, δεν είναι η ίδια σε θέση να ασκήσει την παλαιότερη δραστηριότητά της. Επομένως, ο οικονομικός παράγοντας θα μπορούσε να έχει κρίσιμο ρόλο τόσο όσον αφορά την πρώτη όσο και τη δεύτερη περίπτωση του άρθρου L. 24-Ι-3°, στοιχείο b, του κώδικα. Αλλά και υπό αυτό το πρίσμα η απώλεια της εργασίας του συζύγου είναι κατ' αρχήν συγκρίσιμη και για τους δύο συζύγους.
56. Συνεπώς, εφόσον δεν υφίσταται λόγος για να γίνει δεκτό ότι η άνιση μεταχείριση που προβλέπει το άρθρο L. 24-Ι-3°, στοιχείο b, δεύτερη περίπτωση, του κώδικα συνδέεται με διαφορετικές πραγματικές καταστάσεις, πρέπει να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αποτελεί απαγορευμένη άνιση μεταχείριση λόγω φύλου κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ή του άρθρου 141 ΕΚ.
57. Η εξέταση της εννοίας και του σκοπού της διατάξεως δεν παρέχει περαιτέρω τη δυνατότητα να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με το άρθρο 141, παράγραφος 4, ΕΚ ή την παλαιότερη διάταξη του άρθρου 6, παράγραφος 3, της συμφωνίας που προσαρτάται στο πρωτόκολλο 14 για την κοινωνική πολιτική. Ούτε η Γαλλική Κυβέρνηση δεν πρότεινε στις παρατηρήσεις της, ούτε από τη διάταξη την ίδια προκύπτει αν και κατά πόσο η διάταξη θα μπορούσε να έχει ως σκοπό και να είναι κατάλληλη ώστε να διευκολύνει την επαγγελματική δραστηριότητα των γυναικών ή του φύλου που αντιπροσωπεύεται λιγότερο στον εργασιακό χώρο.
58. Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο L. 24-Ι-3°, στοιχείο b, δεύτερη περίπτωση, του κώδικα παραβιάζει την αρχή της ισότητας των αμοιβών που καθορίζει το άρθρο 119 της Συνθήκης ή το άρθρο 141 ΕΚ, καθόσον επιφυλάσσει τη δυνατότητα άμεσης συνταξιοδοτήσεως υπό τις εκεί οριζόμενες προϋποθέσεις μόνο στις γυναίκες δημοσίους υπαλλήλους.
59. Βάσει των παρατηρήσεων που εξέθεσα επί του πρώτου ερωτήματος δεν χρειάζεται πλέον να δοθεί απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Επομένως, οι κατωτέρω παρατηρήσεις έχουν απλώς υποθετικό χαρακτήρα.
60. Αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι οι γαλλικές συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων δεν αποτελούν «αμοιβή», κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης, ή αν το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρόκειται επί της ουσίας για πρόβλημα της ισότητας των αμοιβών, τίθεται το ερώτημα αν έχει εφαρμογή η οδηγία 79/7. Το άρθρο 3 ορίζει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και από την παράγραφος 1 του άρθρου αυτού προκύπτει ότι η οδηγία εφαρμόζεται στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία μεταξύ άλλων κατά του κινδύνου του γήρατος. Σημειώθηκε ήδη ανωτέρω ότι το γαλλικό σύστημα συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων βασίζεται στον νόμο.
61. Ένα περαιτέρω επιχείρημα υπέρ της απόψεως ότι τα συστήματα συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να θεωρούνται νόμιμα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως προκύπτει από τον κανονισμό (ΕΚ) 1606/98 για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, με σκοπό την επέκτασή τους ώστε να καλύπτουν ειδικά συστήματα για τους δημοσίους υπαλλήλους . Ο κανονισμός αυτός, με τον οποίο υπάγονται τα ειδικά συστήματα για τους δημοσίους υπαλλήλους και τους εξομοιωμένους προς αυτούς στο γενικό πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 , έχει ως αποτέλεσμα ότι τα συστήματα αυτά εμπίπτουν στο υλικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και ότι οι νομικές διατάξεις στις οποίες στηρίζονται πρέπει να θεωρηθούν ως «νομοθεσίες που αφορούν κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως» κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 1408/71, οι οποίες αφορούν μια από τις κατηγορίες παροχών που απαριθμούνται εκεί, ήτοι τις παροχές γήρατος.
62. Επομένως, τα ειδικά συστήματα των δημοσίων υπαλλήλων είναι λογικό να θεωρούνται επίσης ως νόμιμα συστήματα για την προστασία κατά του γήρατος κατά την έννοια της οδηγίας 79/7.
63. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι «η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα [...]». Εξέθεσα ήδη ότι οι διατάξεις άρθρου L. 24-Ι-3°, στοιχείο b, δεύτερη περίπτωση, του κώδικα συνιστούν άνιση μεταχείριση λόγω του φύλου. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 περιέχει ενδεικτικά ορισμένες περιπτώσεις εφαρμογής της αρχής της ισότητας των αμοιβών και έχει ως εξής:
«[...] και ιδιαίτερα όσον αφορά:
- το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά,
- την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών,
- τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών.»
64. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρόκειται βεβαίως ούτε για τις προϋποθέσεις προσβάσεως σε συστήματα ούτε για τον υπολογισμό της παροχής, αλλά για τις προϋποθέσεις της προσβάσεως στην παροχή. Αυτό δεν είναι σημαντικό, καθόσον το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 δεν περιέχει περιοριστική αλλά μόνον ενδεικτική απαρίθμηση των περιπτώσεων εφαρμογής της αρχής της ισότητας των αμοιβών.
65. Επομένως, είναι δυνατό να εκκινήσουμε από την αρχή ότι - στην περίπτωση εφαρμογής της οδηγίας 79/7 στο γαλλικό σύστημα συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων - το άρθρο L. 24-Ι-3°, στοιχείο b, δεύτερη περίπτωση, του κώδικα περιέχει απαγορευμένη διάκριση που βασίζεται στο φύλο, κατά την έννοια του άρθρου 4 της οδηγίας 79/7. Βεβαίως, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας, η οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων εν γένει. Στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται, ωστόσο, για τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, αλλά για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων για άμεση συνταξιοδότηση ανεξαρτήτως του νομίμου ορίου ηλικίας για χορήγηση συντάξεως. Κατά το μέτρο αυτό, η επίδικη διάταξη διαφοροποιείται και από άλλες διατάξεις που αφορούν την πρόωρη χορήγηση συντάξεων και οι οποίες παρουσιάζουν συνήθως κάποιο σύνδεσμο με τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
66. Δεδομένου ότι δεν έχει εφαρμογή η εξαιρετική διάταξη του άρθρου 7 της οδηγίας 79/7, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο L. 24-Ι-3°, στοιχείο b, δεύτερη περίπτωση, του κώδικα περιλαμβάνει διάκριση που βασίζεται στο φύλο η οποία δεν συμβιβάζεται με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7.
67. Επομένως, εφόσον η αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο διάταξη αποτελεί το μοναδικό ισχύον σύστημα αναφοράς, πρέπει να επιφυλαχθεί στο αδικούμενο φύλο η μεταχείριση που προβλέπει η εν λόγω διάταξη για το ευνοούμενο φύλο .
VI - ρόταση
68. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα:
«Οι συντάξεις που χορηγούνται από το γαλλικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως των υπαλλήλων εμπίπτουν στην έννοια των αμοιβών του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 έως 143 ΕΚ). Διατάξεις όπως αυτή του άρθρου L. 24-Ι-3°, στοιχείο b, του Κώδικα ολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων παραβιάζουν την αρχή της ισότητας των αμοιβών.
Επικουρικώς,
στην περίπτωση κατά την οποία οι συντάξεις που χορηγούνται από το γαλλικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως των υπαλλήλων δεν αποτελούν αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ:
Διατάξεις όπως αυτή του άρθρου L. 24-Ι-3° του Κώδικα ολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που θεσπίζει το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα ασφαλίσεως.»
Full & Egal Universal Law Academy