Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η Buzzi Unicem SpA (στο εξής: Unicem) άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως την οποία εξέδωσε στις 15 Μαρτίου 2000 το τέταρτο πενταμελές τμήμα του Πρωτοδικείου στην υπόθεση που είναι γνωστή ως Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής (1). Η αναιρεσείουσα επιχείρηση αποτελεί το προϋόν της συγχωνεύσεως των Unicem SpA και Buzzi SpA. Με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η απόφαση του Πρωτοδικείου μόνο κατά το μέρος που αφορά τα αιτήματα τα οποία προέβαλε στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως η πρώτη από τις εταιρίες αυτές.
Ι. Τα πραγματικά περιστατικά
2 Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκθέτει, στο μέτρο που αφορούν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
- Aπό τον Απρίλιο του 1989 έως τον Ιούλιο του 1990 η Επιτροπή διενήργησε ορισμένους ελέγχους σε ευρωπαϋκές επιχειρήσεις παραγωγής τσιμέντου και σε επαγγελματικές ενώσεις του τομέα, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 81 και 82 ΕΚ) (2). Κατόπιν των ελέγχων αυτών, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 12 Νοεμβρίου 1991, να κινήσει διοικητική διαδικασία (3) κατά, μεταξύ άλλων επιχειρήσεων του τομέα, της Unicem (4).
- Στις 25 Νοεμβρίου 1991, η Επιτροπή απηύθυνε στις εβδομήντα έξι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων την ανακοίνωση των αιτιάσεων, επί της οποίας η Unicem είχε την ευκαιρία να διατυπώσει γραπτές παρατηρήσεις και, στη συνέχεια, προφορικές παρατηρήσεις κατά τις ακροάσεις που οργανώθηκαν από την 1η Μαρτίου έως την 1η Απριλίου 1993 (5).
- Το κείμενο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, το οποίο περιλαμβανόταν σε ένα ενιαίο έγγραφο, δεν απεστάλη ολόκληρο στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων. Σε κάθε αποδέκτρια απεστάλησαν ο πλήρης πίνακας περιεχομένων της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και ο πίνακας όλων εγγράφων, με μνεία εκείνων των εγγράφων που είχε τη δυνατότητα να συμβουλευθεί. Ορισμένες από τις κατηγορούμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων ζήτησαν από την Επιτροπή να τους κοινοποιήσει τα κεφάλαια που δεν είχαν περιληφθεί στο κείμενο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων που τους είχε αποσταλεί και να τους επιτρέψει την πρόσβαση στο σύνολο των εγγράφων του φακέλου, εξαιρουμένων των εσωτερικών και των εμπιστευτικών εγγράφων. Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό (6).
- Η Επιτροπή, με την απόφαση 94/815/ΕΚ, της 30ής Νοεμβρίου 1994 (στο εξής: απόφαση της Επιτροπής) (7), προσήψε στην Unicem τις ακόλουθες θίγουσες τον ανταγωνισμό συμπεριφορές, που συνιστούσαν όλες παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (8):
1. Συμμετοχή, από τις 14 Ιανουαρίου 1983, σε συμφωνία που είχε ως αντικείμενο τον σεβασμό των εγχώριων αγορών και τη ρύθμιση των μεταφορών τσιμέντου από τη μία χώρα στην άλλη (άρθρο 1). Πρόκειται για την αποκαλούμενη «συμφωνία Cembureau».
2. Συμμετοχή, από τις 14 Ιανουαρίου 1983 έως τις 14 Απριλίου 1986, σε συμφωνίες που συνάφθηκαν κατά τις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας και της εκτελεστικής Επιτροπής της Cembureau - Association europιenne du Ciment (στο εξής: Cembureau), σχετικά με τις ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές, με σκοπό τη διευκόλυνση της εκτελέσεως της συμφωνίας που περιγραφόταν στο άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής (άρθρο 2, παράγραφος 1).
3. Συμμετοχή, από την 1η Ιανουαρίου 1984 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1988, με τον ίδιο σκοπό, σε εναρμονισμένες πρακτικές σχετικές με τη διάδοση πληροφοριών όσον αφορά:
α) τις κατώτατες τιμές για τις παραδόσεις τσιμέντου με φορτηγό από τους Βέλγους και Ολλανδούς παραγωγούς καθώς και τις τιμές, συμπεριλαμβανομένων των εκπτώσεων, του παραγωγού του Λουξεμβούργου·
β) τις ατομικές κλίμακες τιμών των Δανών και των Ιρλανδών παραγωγών, τις κλίμακες τιμών του κλάδου που ίσχυαν στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Πορτογαλία, καθώς και τις μέσες τιμές που εφαρμόζονταν στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο (άρθρο 2, παράγραφος 2).
4. Συμμετοχή, από τις 28 Μαου 1986, σε συμφωνία όσον αφορά τη σύσταση της Cembureau Task Force ή European Task Force (άρθρο 4, παράγραφος 1).
5. Συμμετοχή, από τις 9 Ιουνίου 1986 έως τις 26 Μαρτίου 1993, σε συμφωνία όσον αφορά τη σύσταση της Joint Trading Company, Interciment S.A., με σκοπό την εφαρμογή των προτρεπτικών και αποτρεπτικών μέτρων έναντι των απειλούντων τη σταθερότητα των αγορών του τσιμέντου στις χώρες μέλη (άρθρο 4, παράγραφος 2).
6. Συμμετοχή, από τις 17 Ιουνίου 1986 έως τις 15 Μαρτίου 1987, σε εναρμονισμένες πρακτικές που είχαν ως στόχο να παύσει η ιταλική επιχείρηση Calcestruzzi να είναι πελάτης των Ελλήνων παραγωγών και, ειδικότερα, της Ανώνυμης Εταιρίας Τσιμέντων Τιτάν (άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα).
7. Συμμετοχή, από τις 3 Απριλίου 1987 έως τις 3 Απριλίου 1992, σε συμφωνία όσον αφορά τις συμβάσεις και τις συμφωνίες που υπογράφηκαν στις 3 και στις 15 Απριλίου 1987 και αποσκοπούσαν στην αποτροπή των εισαγωγών ελληνικού τσιμέντου εκ μέρους της Calcestruzzi (άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ).
- Η Επιτροπή διέταξε την Unicem να θέσει τέρμα στις περιγραφόμενες παραβάσεις και να απόσχει στο μέλλον από κάθε συμφωνία ή πρακτική θίγουσα τον ελεύθερο ανταγωνισμό στις αγορές κοινού και λευκού τσιμέντου (άρθρο 8), της επέβαλε δε πρόστιμο ύψους 11 652 000 ECU, το οποίο θα έφερε τόκους από τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε για την καταβολή του, ήτοι τρεις μήνες από την κοινοποίηση της αποφάσεως της Επιτροπής (άρθρα 9, 10 και 11).
3 Μη συμφωνώντας με την απόφαση της Επιτροπής, η Unicem την προσέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου.
ΙΙ. Η ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκη και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
4 Με την προσφυγή της, η Unicem ζήτησε, κυρίως, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής στο μέτρο που την αφορούσε. Επικουρικώς, ζήτησε την ακύρωση ή τη μείωση του προστίμου που της επιβλήθηκε. Εν πάση περιπτώσει, η Unicem ζήτησε να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και, επιπλέον, να αποδώσει όλα τα έξοδα και τους τόκους που υποχρεώθηκε να καταβάλει προς σύσταση ασφάλειας, στο σύνολό τους ή κατ' αναλογίαν της τυχόν μειώσεως του προστίμου.
5 Με μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας, που κοινοποιήθηκε στις προσφεύγουσες μεταξύ 19ης Ιανουαρίου και 2ας Φεβρουαρίου 1996, το Πρωτοδικείο ζήτησε από την Επιτροπή να προσκομίσει μια σειρά εγγράφων· η Επιτροπή συμμορφώθηκε στις 29 Φεβρουαρίου, προσκομίζοντας (9):
1. την ανακοίνωση των αιτιάσεων όπως αυτή κοινοποιήθηκε στις εμπλεκόμενες - και κατόπιν προσφεύγουσες - επιχειρήσεις·
2. τα πρακτικά της ακροάσεως καθεμιάς από τις επιχειρήσεις·
3. τον κατάλογο όλων των εγγράφων που περιλαμβάνονταν στους φακέλους·
4. τα κιβώτια που περιείχαν τα έγγραφα επί των οποίων η Επιτροπή είχε στηρίξει τα συμπεράσματα που περιλαμβάνονταν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, και
5. την κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ανταλλαγείσα αλληλογραφία μεταξύ του οργάνου και των προσφευγουσών επιχειρήσεων.
6 Άλλα δύο μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας κοινοποιήθηκαν στους διαδίκους στις 2 Οκτωβρίου 1996, όσον αφορά το πρώτο, και στις 18 και 19 Ιουνίου 1987, όσον αφορά το δεύτερο, με τα οποία το Πρωτοδικείο έλαβε τα απαραίτητα μέτρα ώστε οι προσφεύγουσες να μπορέσουν να εξετάσουν όλα τα πρωτότυπα έγγραφα του φακέλου, εξαιρουμένων εκείνων που περιείχαν επιχειρηματικά απόρρητα ή άλλα εμπιστευτικά στοιχεία και των εσωτερικών εγγράφων της Επιτροπής (10).
7 Το Πρωτοδικείο, αφού τους διαβίβασε αντίγραφο του πλήρους φακέλου, κάλεσε τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να καταθέσουν υπόμνημα περιοριζόμενο στην ακριβή επισήμανση των εγγράφων στα οποία δεν τους επετράπη η πρόσβαση κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και των οποίων η άγνοια μπορούσε να έχει επηρεάσει την άμυνά τους, καθώς και να εξηγήσουν τους λόγους για τους οποίους, κατά τη γνώμη τους, η διοικητική διαδικασία μπορούσε να έχει καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα αν τους είχε παρασχεθεί η δυνατότητα να τα συμβουλευθούν. Το υπόμνημα έπρεπε να συνοδεύεται από αντίγραφα των σχολιαζομένων εγγράφων. Όλες οι προσφεύγουσες, πλην μιας (11), ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση αυτή. Η Επιτροπή απάντησε σε όλες (12).
8 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή της Unicem και αποφάσισε:
«- [να ακυρώσει] το άρθρο 1 της αποφάσεως 94/815, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα μετέσχε στην προσαπτομένη παράβαση πριν από τις 9 Σεπτεμβρίου 1986 και μετά τις 3 Απριλίου 1992·
- [να ακυρώσει] το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 94/815 ως προς την προσφεύγουσα·
- [να ακυρώσει] το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/815 ως προς την προσφεύγουσα, αφενός, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η περιοδική κυκλοφορία πληροφοριών μεταξύ της Cembureau - Association europιenne du ciment και των μελών της αφορούσε, ως προς τις τιμές που ίσχυαν στο Βέλγιο και στις Κάτω Ξώρες, τις κατώτατες τιμές των παραγωγών των δύο αυτών χωρών για τις παραδόσεις τσιμέντου με φορτηγό αυτοκίνητο και, ως προς το Λουξεμβούργο, τις τιμές, περιλαμβανομένων των εκπτώσεων, του παραγωγού της χώρας αυτής και, αφετέρου, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα μετέσχε στην προσαπτομένη παράβαση πριν από τις 9 Σεπτεμβρίου 1986·
- [να ακυρώσει] το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως 94/815, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα μετέσχε στην προσαπτομένη παράβαση πριν από τις 9 Σεπτεμβρίου 1986 και μετά τις 31 Μαου 1987·
- [να ακυρώσει] το άρθρο 4, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/815 ως προς την προσφεύγουσα·
- [να ακυρώσει] το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της αποφάσεως 94/815, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα μετέσχε στην προσαπτομένη παράβαση πριν από τις 9 Σεπτεμβρίου 1986·
- [να ακυρώσει] το άρθρο 5 της αποφάσεως 94/815 ως προς την προσφεύγουσα (sic)· (13)
- [να καθορίσει] το ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα με το άρθρο 9 της αποφάσεως 94/815 σε 6 399 000 ευρώ·
- [να απορρίψει] την προσφυγή κατά τα λοιπά·
- [ότι] η προσφεύγουσα φέρει τα δικαστικά της έξοδα και το ένα τρίτο των εξόδων της Επιτροπής·
- [ότι] η Επιτροπή φέρει τα δύο τρίτα των δικαστικών της εξόδων.»
9 Δηλαδή, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Unicem ευθυνόταν για συμπεριφορές θίγουσες τον ανταγωνισμό, καθόσον είχε συμμετάσχει:
1. στη συμφωνία Cembureau για τον σεβασμό των εθνικών αγορών κοινού τσιμέντου (άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής) από τις 9 Σεπτεμβρίου 1986 έως τις 3 Απριλίου 1992·
2. μεταξύ 9ης Σεπτεμβρίου 1986 και 31ης Δεκεμβρίου 1988, στην περιοδική κυκλοφορία πληροφοριών σχετικά με τις ατομικές κλίμακες τιμών των Δανών και Ιρλανδών παραγωγών, τις κλίμακες τιμών του κλάδου που ίσχυαν στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Πορτογαλία και τις μέσες τιμές που εφαρμόζονταν στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο (άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής)·
3. στη συμφωνία όσον αφορά τη σύσταση της European Task Force (άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής) μεταξύ 9ης Σεπτεμβρίου 1986 και 31ης Μαου 1987·
4. στις εναρμονισμένες πρακτικές με σκοπό να παύσει η Calcestruzzi να είναι πελάτης των Ελλήνων παραγωγών (άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της αποφάσεως της Επιτροπής) μεταξύ 9ης Σεπτεμβρίου 1986 και 15ης Μαρτίου 1987·
5. μεταξύ 3ης Απριλίου 1987 και 3ης Απριλίου 1992, στη συμφωνία όσον αφορά τις συμβάσεις και τις συμφωνίες που υπογράφηκαν στις 3 και στις 15 Απριλίου 1987, σκοπός των οποίων ήταν η αποτροπή των εισαγωγών ελληνικού τσιμέντου εκ μέρους της Calcestruzzi (άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ).
ΙΙΙ. Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
10 Μετά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως και την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, το Δικαστήριο, κάνοντας χρήση της δυνατότητας που του παρέχει το άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας (14), απέρριψε, με διάταξη της 5ης Ιουνίου 2002, τους εξής λόγους αναιρέσεως: δεύτερο (δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο σκέλος), τρίτο, έκτο, όγδοο, ένατο (πρώτο σκέλος), ενδέκατο (πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο σκέλος), δέκατο έκτο, δέκατο έβδομο, δέκατο ένατο, εικοστό και εικοστό πρώτο.
11 Όσον αφορά τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, στις 4 Ιουλίου 2002 πραγματοποιήθηκε κοινή επ' ακροατηρίου συζήτηση για τις έξι αιτήσεις αναιρέσεως που ασκήθηκαν κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, στην οποία παρέστησαν οι αναιρεσείουσες επιχειρήσεις και η Επιτροπή.
IV. Η αίτηση αναιρέσεως
12 Η Unicem ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει στο σύνολό της την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθώς και τη διοικητική απόφαση που επικυρώθηκε από το Πρωτοδικείο, καταδικάζοντας την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Επικουρικώς, ζητεί από το Δικαστήριο να μειώσει το πρόστιμο και, εν πάση περιπτώσει, να λάβει κάθε άλλο μέτρο που θα κρίνει σκόπιμο ή δίκαιο, επιφυλασσόμενη να ασκήσει κάθε άλλο μέσο ένδικης προστασίας που διαθέτει τόσο ως προς την ουσία όσο και ως προς τη διαδικασία.
13 Προς στήριξη των ανωτέρω αιτημάτων, η Unicem διατυπώνει τρεις ομάδες λόγων αναιρέσεως.
1. Με την πρώτη ομάδα, που περιλαμβάνει οκτώ λόγους αναιρέσεως, καταγγέλλει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και, σε σχέση προς την υποτιθέμενη αυτή παράβαση, μη ορθή εφαρμογή νομικών κανόνων εκ μέρους του Πρωτοδικείου και εσφαλμένη και αντιφατική αιτιολογία της αποφάσεώς του. Το Δικαστήριο απέρριψε ήδη, με την προμνησθείσα διάταξη, το δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, καθώς και τον τρίτο, έκτο και όγδοο λόγο αναιρέσεως.
2. Η δεύτερη κατηγορία λόγων αφορά την απόδειξη της συμφωνίας Cembureau και τη συμμετοχή της Unicem στη σύμπραξη και στα μέτρα που ελήφθησαν για την εφαρμογή της. Πρόκειται για τους λόγους ένατο έως δέκατο τρίτο, με τον οποίους προσάπτει στο επί της ουσίας δικαστήριο παράβαση νομικών κανόνων, ελλιπή αιτιολογία και εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων του φακέλου. Από τους λόγους αυτούς απορρίφθηκαν ήδη ο ένατος (πρώτο σκέλος) και ο ενδέκατος (πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο σκέλος).
3. Η τρίτη ομάδα λόγων αναιρέσεως αναφέρεται στον υπολογισμό του προστίμου που της επιβλήθηκε. Πρόκειται για τους λόγους δέκατο τέταρτο έως εικοστό πρώτο, από τους οποίους απορρίφθηκαν ήδη ο δέκατος έκτος, ο δέκατος έβδομος, ο δέκατος ένατος, ο εικοστός και ο εικοστός πρώτος.
14 Στη συνέχεια, θα εκθέσω τις αιτιάσεις της Unicem και την απάντηση της Επιτροπής, αναλύοντάς τες προς αιτιολόγηση των προτάσεών μου.
1. Επί των δικαιωμάτων άμυνας (πρώτη ομάδα λόγων αναιρέσεως)
Α. Η πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο και τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που αποφάσισε το Πρωτοδικείο (πρώτος λόγος αναιρέσεως και σημείο i του δευτέρου λόγου αναιρέσεως)
1) Η θέση των διαδίκων
α) Πρώτος λόγος αναιρέσεως (15)
15 Η Unicem υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα απορρίπτοντας τις αιτιάσεις της σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η διοικητική διαδικασία και, ειδικότερα, όσον αφορά την πρόσβαση στον φάκελο. Προσθέτει ότι τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που αποφάσισε το Πρωτοδικείο δεν ήταν ικανά να εξαλείψουν την προσβολή του δικαιώματος άμυνας για την οποία ευθυνόταν η Επιτροπή και ότι το Πρωτοδικείο διέπραξε την ίδια παράβαση, εξαρτώντας την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής από την απόδειξη του ότι τα έγγραφα στα οποία δεν της επετράπη η πρόσβαση, αν της είχαν κοινοποιηθεί, θα είχαν οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Κατά τη γνώμη της, το Πρωτοδικείο απέστη από τη νομολογία την οποία διαμόρφωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Hercules Chemicals κατά Επιτροπής (16).
16 Η Unicem διευκρινίζει ότι η προσβολή του δικαιώματος των εμπλεκομένων να συμβουλευθούν τα επιβαρυντικά αποδεικτικά στοιχεία κατά τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας συνεπάγεται αυτομάτως την ακυρότητα της διοικητικής αποφάσεως, όταν το εμπόδιο αυτό απειλεί τις εγγυήσεις που τους επιτρέπουν να αμυνθούν. Κατά τη γνώμη της, η μη χρησιμοποίηση των εγγράφων κατά τον χρόνο διατυπώσεως των κατηγοριών δεν μπορεί να αντισταθμιστεί με τη χρησιμοποίησή τους κατά την ένδικη διαδικασία καθόσον, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο αυτόν έχει ήδη καταλογιστεί ευθύνη στις επιχειρήσεις, οι τελευτείες είναι υποχρεωμένες να προσκομίσουν αποδείξεις περί της μη ενοχής τους, άλλως το δικαστήριο θα κρίνει ότι η διαδικαστική πλημμέλεια δεν ασκεί επιρροή. Κατά την αναιρεσείουσα, η προσέγγιση αυτή θίγει την άσκηση του δικαιώματος αποτελεσματικής άμυνας καθόσον συνιστά πρόδηλη παραβίαση της αρχής του βάρους αποδείξεως, το οποίο δεν φέρουν οι επιχειρήσεις ή ενώσεις στις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις αλλά η Επιτροπή.
17 Η Επιτροπή δεν δέχεται ότι το Πρωτοδικείο οργάνωσε την πρόσβαση στον φάκελο με σκοπό την εξάλειψη των τυχόν παρατυπιών κατά τη διοικητική διαδικασία. Υποστηρίζει ότι, αντιθέτως, η Επιτροπή περιορίστηκε να εξακριβώσει κατά πόσον τα δικαιώματα άμυνας της Unicem είχαν όντως προσβληθεί λόγω του ότι δεν είχαν τεθεί στη διάθεσή της ορισμένα έγγραφα. Προς τούτο, εξέτασε λεπτομερώς τη νομολογία που επικαλέστηκε η Unicem με την προσφυγή της και έκρινε σύμφωνα με αυτή.
18 Το εν λόγω όργανο διαφωνεί με την εκ μέρους της αναιρεσείουσας ερμηνεία της αποφάσεως Hercules Chemicals κατά Επιτροπής. Η εκτίμηση των αποδείξεων εμπίπτει στην αρμοδιότητα του επί της ουσίας δικαστηρίου και δεν μπορεί, καταρχήν, να αμφισβητηθεί κατ' αναίρεση. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο ουδόλως ανέστρεψε το βάρος της αποδείξεως: εξέτασε κατά πόσον τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκε η Unicem θα μπορούσαν να της έχουν φανεί χρήσιμα.
β) Δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρώτο σκέλος (17)
19 Κατά την Unicem, η συλλογιστική την οποία εκθέτει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 263 της αποφάσεως αντιφάσκει προς την επόμενη σκέψη, όπου το Πρωτοδικείο εκδηλώνει σαφώς την τάση απορρίψεως οποιασδήποτε εναλλακτικής εξηγήσεως. Οποιαδήποτε δικαιολογία και αν είχε παράσχει, δεν θα ήταν επαρκής ώστε να αμφισβητηθεί η εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία της συμπεριφοράς της, ακριβώς διότι η ερμηνεία αυτή στηριζόταν σε άμεσες έγγραφες αποδείξεις. Το κριτήριο αυτό εξουδετέρωνε την αποδεικτική αξία κάθε νέας έγγραφης αποδείξεως.
20 Κατά την Επιτροπή, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Πρωτοδικείου, οργάνου το οποίο δεν απέρριψε εκ προοιμίου τις αποδείξεις που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες, καθόσον, στις σκέψεις 1220 έως 1225 της αποφάσεώς του, εξέτασε ενδελεχώς τα έγγραφα τα οποία η Unicem ανέφερε ως σημαντικά για την προάσπιση των συμφερόντων της και στα οποία δεν της είχε επιτραπεί η πρόσβαση κατά τη διοικητική διαδικασία. Το Πρωτοδικείο εκτίμησε τη χρησιμότητά τους και την επίδρασή τους σε ενδεχόμενη προσβολή του δικαιώματος άμυνας.
21 Η Επιτροπή συμφωνεί με την κρίση του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την οποία οι έγγραφες αποδείξεις που επικαλείται η Unicem προς στήριξη της απόψεώς της πρέπει να συνδέονται αντικειμενικώς και τις αιτιάσεις που διατυπώθηκαν εναντίον της. Αν δεν υφίσταται τέτοιος σύνδεσμος, οι αποδείξεις αυτές είναι ξένες προς την παράβαση την οποία κολάζει η απόφαση της Επιτροπής. Η εκτίμηση της υπάρξεως αυτού του συνδέσμου αποτελεί πραγματικό ζήτημα το οποίο εκτιμάται από το επί της ουσίας δικαστήριο.
22 Η Unicem, επικαλούμενη στο υπόμνημα απαντήσεως την απόφαση Hόls AG κατά Επιτροπής (18) υποστηρίζει ότι οι λόγοι αναιρέσεως που αντλούνται από ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία όσον αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων είναι παραδεκτοί.
2) Η νομιμότητα των μέτρων
23 Όσον αφορά την πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο και τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που έλαβε το Πρωτοδικείο, η αναιρεσείουσα διατυπώνει τρεις αιτιάσεις, οι οποίες, καίτοι διαφορετικές, είναι εντούτοις στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους. Η πρώτη, η ευρύτερη, άπτεται της νομιμότητας των μέτρων αυτών και, ειδικότερα, του συμβατού τους με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
24 Η δεύτερη αναφέρεται στην υποτιθέμενη αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, την οποία συνεπάγεται η θέση που υιοθέτησε το Πρωτοδικείο όσον αφορά τις άμεσες έγγραφες αποδείξεις.
25 Με την τρίτη, που περιλαμβάνεται στο πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, καταγγέλλεται μια εσωτερική αντίφαση της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
26 Στο πλαίσιο της εξετάσεως της πρώτης αιτιάσεως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Πρωτοδικείο, για να απαντήσει στις αιτιάσεις όσον αφορά το νομότυπο της διοικητικής διαδικασίας και, ενδεχομένως, να εξαλείψει τη βλάβη που προκλήθηκε από τη μη παροχή προσβάσεως σε ορισμένα έγγραφα, ζήτησε από την Επιτροπή να αποστείλει τον πλήρη φάκελο, θέτοντάς τον στη διάθεση των διαδίκων (19), ούτως ώστε οι τελευταίοι, λαμβάνοντας γνώση εκείνων των εγγράφων τα οποία δεν είχαν μπορέσει να εξετάσουν κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, να τα προσδιορίσουν, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους η διαδικασία θα μπορούσε να έχει καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα αν τους είχε δοθεί η ευκαιρία να τα συμβουλευθούν.
27 Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναλύει τα έγγραφα που επισημάνθηκαν από τους διαδίκους και τις διατυπωθείσες παρατηρήσεις και καταλήγει, όσον αφορά την Unicem, στα διαλαμβανόμενα στο σημείο 19 του διατακτικού της, όπως εκτέθηκε στο σημείο 8 των παρουσών προτάσεων. Το Πρωτοδικείο έκρινε εφαρμόζοντας το ακόλουθο κριτήριο: συνέτρεχε περίπτωση προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας των προσφευγουσών αν υπήρχε πιθανότητα, έστω και περιορισμένη, να είχε καταλήξει η διοικητική διαδικασία σε διαφορετικό αποτέλεσμα σε περίπτωση που τους είχε δοθεί η δυνατότητα να επικαλεστούν τα έγγραφα στα οποία δεν είχε επιτραπεί η πρόσβαση (20).
28 Η Unicem αμφισβητεί τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου, υποστηρίζοντας ότι η προσέγγιση την οποία υιοθέτησε, αφενός, αντίκειται στη νομολογία του Δικαστηρίου και, αφετέρου, παραβλέπει το ότι το Πρωτοδικείο όφειλε να ακυρώσει την απόφαση εφόσον διαπίστωσε ότι είχε σημειωθεί προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
29 Η διαδικασία διαπιστώσεως της υπάρξεως παραβάσεων των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ έχει κατασταλτικό χαρακτήρα. Πέραν της παύσεως των πρακτικών που θίγουν τον ανταγωνισμό, αποβλέπει στον κολασμό των συμπεριφορών που τις προκαλούν, παρέχοντας στην Επιτροπή τη δυνατότητα να τιμωρεί τους υπευθύνους των συμπεριφορών αυτών με χρηματικές κυρώσεις. Προς τούτο, το εν λόγω όργανο έχει ευρείες εξουσίες έρευνας, όμως, ακριβώς λόγω αυτού του χαρακτήρα και λόγω της συγκεντρώσεως στο ίδιο όργανο των εξουσιών διεξαγωγής έρευνας και λήψεως αποφάσεως, τα δικαιώματα άμυνας των εμπλεκομένων στη διαδικασία πρέπει να αναγνωρίζονται ανεπιφύλακτα και να γίνονται σεβαστά (21).
30 Αυτή είναι η έννοια των διατάξεων που περιέχονται στον κανονισμό 17, ειδικότερα του άρθρου 19, και στον κανονισμό (ΕΚ) 2842/98 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τις ακροάσεις στο πλαίσιο ορισμένων διαδικασιών κατ' εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 ΕΚ (22)· και αυτό το περιεχόμενο τους προσέδωσε η νομολογία του Δικαστηρίου (23) και του Πρωτοδικείου (24). Το Ευρωπαϋκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επέκτεινε την ισχύ των εγγυήσεων που προβλέπει το άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης και στις πειθαρχικής φύσεως διοικητικές διαδικασίες (25).
Ο Ξάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϋκής Ενώσεως (26) προχωρεί ακόμα περισσότερο στη γραμμή αυτή, καθόσον, παράλληλα με το δικαίωμα του κατηγορουμένου να υπερασπίσει τις νομικές απόψεις σε δίκαιη και δημόσια δίκη ενώπιον ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, εκ των προτέρων προσδιορισμένου από τον νόμο (27), εγγυάται επίσης και το δικαίωμα οιουδήποτε προσώπου να τύχει ακροάσεως από τα όργανα της Ευρωπαϋκής Ενώσεως προτού αυτά θεσπίσουν ατομικό μέτρο δυνάμενο να το επηρεάσει δυσμενώς, καθώς και το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο (28).
31 Η δυνατότητα του ενδιαφερομένου να συμβουλευθεί τον φάκελο αποτελεί ένα ακόμα μέσο στην υπηρεσία του δικαιώματος άμυνας (29). Δεν είναι αυτοσκοπός (30). Οι τυπικές εγγυήσεις της ένδικης ή διοικητικής διαδικασίας εξηγούνται ενόψει του σκοπού αυτού, που δεν είναι άλλος από την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων και των θεμιτών συμφερόντων όλων. Όταν υπάρχει κάποιο διαδικαστικό ελάττωμα, όταν παραβλέπονται οι τύποι, δημιουργούνται έννομες συνέπειες συνιστάμενες στη μείωση των μέσων άμυνας. Με άλλες λέξεις, η έννοια της αδυναμίας άμυνας είναι ουσιαστική, οπότε, όσες παρατυπίες και αν σημειωθούν κατά τη διαδικασία, στερούνται σημασίας εφόσον ο ενδιαφερόμενος διέθετε, παρά ταύτα, τα κατάλληλα μέσα άμυνας.
32 Ο λειτουργικός χαρακτήρας του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο έχει και μία επιπλέον συνέπεια. Ακόμα και σε περίπτωση που ο μη σεβασμός ή ο ελλιπής σεβασμός του δικαιώματος αυτού έχει μειώσει τις δυνατότητες άμυνας του ενδιαφερομένου, η ακύρωση της αποφάσεως που τον αφορά επιβάλλεται μόνον όταν διαπιστώνεται ότι, αν είχε τηρηθεί σχολαστικά η διαδικασία, το αποτέλεσμα θα ήταν ίσως διαφορετικό, περισσότερο ευνοϋκό, για τον ενδιαφερόμενο, ή όταν, ακριβώς λόγω της υπάρξεως τυπικού ελαττώματος, δεν είναι γνωστό κατά πόσον η απόφαση θα ήταν διαφορετική. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις επιβάλλεται η ακύρωση της τελικής αποφάσεως και, ενδεχομένως, η επανάληψη της διαδικασίας για την ορθή εφαρμογή της.
33 Τελικά, τα τυπικά ελαττώματα δεν έχουν ίδια ύπαρξη, διακρινόμενη από την ουσία της διαφοράς. Αν ακυρωθεί απόφαση εκδοθείσα κατόπιν ελαττωματικής διαδικασίας, διότι, λόγω των παρατυπιών που σημειώθηκαν κατά την πορεία της εκδόσεώς της, είναι εσφαλμένη ως προς την ουσία, η ακύρωση υπαγορεύεται από το εσφαλμένο της αποφάσεως και όχι από την ύπαρξη διαδικαστικού ελαττώματος. Το τυπικό ελάττωμα αποκτά ίδια σημασία μόνον όταν, λόγω της υπάρξεώς του, δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί η ληφθείσα απόφαση.
34 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων αποκτούν νόημα τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που αποφάσισε το Πρωτοδικείο.
35 Αφού καταγγέλθηκε από τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων και διαπιστώθηκε κατόπιν από το Πρωτοδικείο, η παράβαση των τυπικών απαιτήσεων, συνιστάμενη στην άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει την πρόσβαση σε όλα τα απαλλακτικά έγγραφα που περιλαμβάνονταν στον φάκελο, επιβαλλόταν να εξεταστεί κατά πόσον το διαδικαστικό ελάττωμα είχε επιπτώσεις στα δικαιώματα άμυνάς τους. Προς τον σκοπό αυτόν, ήταν αναγκαίο να γνωρίζει το Πρωτοδικείο τα απαλλακτικά στοιχεία στα οποία δεν τους επιτράπηκε η πρόσβαση και την άποψή τους επ' αυτών. Λαμβάνοντας γνώση των στοιχείων αυτών, το Πρωτοδικείο εξέτασε κατά πόσον, λόγω του ότι δεν είχαν μπορέσει να τα συμβουλευθούν και να τα επικαλεστούν ενώπιον της Επιτροπής, η απόφαση της τελευταίας μπορούσε να ήταν διαφορετική, ευνοϋκότερη για τις κατηγορούμενες επιχειρήσεις.
36 Συνεπώς, το Πρωτοδικείο δεν υποσκέλισε την Επιτροπή ούτε την υποκατέστησε παρανόμως. Αντιθέτως, περιορίστηκε να ασκήσει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, με άκρα σχολαστικότητα, τις δικαιοδοτικές του εξουσίες, ελέγχοντας το νομότυπο της εφαρμοσθείσας διαδικασίας για την επιβολή των κυρώσεων. Και στο πλαίσιο αυτό, η κρίση, που προβάλλεται στο παρελθόν, πρέπει να εκφράζεται βάσει όλων των στοιχείων που είναι διαθέσιμα στο παρόν, πράγμα που της προσδίδει μεγαλύτερη πληρότητα και υψηλότερο ποσοστό βεβαιότητας (31).
37 Κατά την ένδικη διαδικασία δεν σημειώθηκε καμία παρατυπία. Η πρόσβαση στον φάκελο, την οποία παρέσχε το Πρωτοδικείο, υπήρξε, από διαδικαστικής απόψεως, «ισοδύναμη» με εκείνη η οποία θα έπρεπε να είχε παρασχεθεί στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις κατά τη διοικητική διαδικασία. Είναι προφανές ότι, μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου χρονικού σημείου, παρήλθε κάποιο διάστημα, στη διάρκεια του οποίου σημειώθηκαν γεγονότα, ορισμένα από τα οποία παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τη λύση της υποθέσεως και τον δικαστικό έλεγχό της· κανένα, όμως, από αυτά δεν συνεπάγεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της αναιρεσείουσας. Πέραν αυτού, όσον αφορά την επίδικη απόφαση, τόσον οι επί της ουσίας δικαστές όσο και οι διάδικοι έλαβαν γνώση ορισμένων στοιχείων εκτιμήσεως τα οποία δεν είχαν στη διάθεσή τους προηγουμένως, στοιχείων τα οποία, όπως ήδη ανέφερα, ενισχύουν το βάσιμο της λύσεως που προκρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
38 Στις προτάσεις που ανέπτυξα σήμερα στην υπόθεση C-204/00 P (32) ανέφερα ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε το Πρωτοδικείο ουδόλως αφίσταται της νομολογίας του Δικαστηρίου. Στην προμνησθείσα απόφαση Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, αναφέρεται ότι, σε περίπτωση που έχει σημειωθεί προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, αυτή δεν θεραπεύεται με το να επιτραπεί καθυστερημένα η πρόσβαση στα έγγραφα του φακέλου, που θα επιτρέψει στις θιγόμενες επιχειρήσεις να αντλήσουν ισχυρισμούς και επιχειρήματα προς θεμελίωση των αιτημάτων τους, καθόσον η πρόσβαση αυτή δεν τις θέτει στην κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν αν είχαν μπορέσει να στηριχθούν στα έγγραφα αυτά για να υποβάλουν τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους ενώπιον της Επιτροπής (33).
39 Το Πρωτοδικείο δεν προσπάθησε να θεραπεύσει a posteriori μια ήδη σημειωθείσα προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας· περιορίστηκε, σε ένα πρώτο στάδιο, να ερευνήσει κατά πόσον είχε υπάρξει αυτή η προσβολή (34). Όταν έκρινε ότι όντως υπήρχε τέτοια προσβολή, ακύρωσε την απόφαση (35). Οσάκις, αντιθέτως, θεώρησε ότι δεν υπήρξε προσβολή, έκρινε ότι η τυπική παρατυπία που σημειώθηκε κατά την κατάρτιση του διοικητικού φακέλου δεν ασκούσε εν προκειμένω επιρροή.
40 Εξάλλου, αυτό είναι και το νόημα της ίδιας της αποφάσεως Hercules Chemicals κατά Επιτροπής. Από την ανάγνωση της σκέψεως 80 της αποφάσεως προκύπτει ότι καθοριστική σημασία δεν έχει αυτό καθαυτό το τυπικό ελάττωμα, αλλά η επίπτωσή του στο δικαίωμα άμυνας, η οποία μπορεί να είναι ανύπαρκτη αν η ίδια η θιγείσα επιχείρηση δεν αποδεικνύει ότι η αδυναμία της να λάβει γνώση ορισμένων απαλλακτικών αποδεικτικών στοιχείων τής στέρησε τα μέσα προκειμένου να πείσει την Επιτροπή για την αθωότητά της.
3) Η μη ύπαρξη παράνομης αντιστροφής του βάρους αποδείξεως
41 Αυτός ο τρόπος ενέργειας δεν ενέχει καμία αντιστροφή του βάρους αποδείξεως. Η αρχή αυτή, η οποία είναι δικονομικής φύσεως, υπηρετεί το θεμελιώδες δικαίωμα του τεκμηρίου αθωότητας, το οποίο είναι ουσιαστικής φύσεως και με το οποίο δεν πρέπει να συγχέεται η ανωτέρω αρχή.
42 Το τεκμήριο αθωότητας απαγορεύει την επιβολή ποινής εφόσον δεν έχει αποδειχθεί η ενοχή. Κατά συνέπεια, εναπόκειται σε εκείνον που διατυπώνει την κατηγορία να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος έχει όντως διαπράξει την παράβαση, καθώς και ότι συντρέχουν οι λοιπές πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις καταλογισμού. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο συναντώνται το τεκμήριο αθωότητας και το βάρος αποδείξεως. Η Επιτροπή καταλόγισε στις προσφεύγουσες επιχειρήσεις συγκεκριμένες συμπεριφορές θίγουσες τον ανταγωνισμό και χρησιμοποίησε διάφορες αποδείξεις προς στήριξη των κατηγοριών αυτών. Συνεπώς, καταρχήν, τήρησε αυτόν τον δικονομικό κανόνα περί του βάρους αποδείξεως. Διαφορετικό ζήτημα, το οποίο δεν χρειάζεται να εξεταστεί εν προκειμένω, είναι το κατά πόσον τα χρησιμοποιηθέντα έγγραφα είναι ικανά να ανατρέψουν το εν λόγω τεκμήριο.
43 Μετά την έκδοσή της, η απόφαση της Επιτροπής προσβλήθηκε, μεταξύ άλλων από την Unicem, η οποία ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως επικαλούμενη το γεγονός ότι δεν της δόθηκε η δυνατότητα να αμυνθεί καθόσον δεν της παρασχέθηκε πλήρης πρόσβαση στα έγγραφα του φακέλου και, ειδικότερα, σε εκείνα τα οποία θα μπορούσαν να την απαλλάξουν. Δυνάμει της αρχής του βάρους αποδείξεως, σ' αυτήν εναπόκειται να αποδείξει τα πραγματικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται το αίτημά της. Οφείλει να αποδείξει, πρώτον, ότι η Επιτροπή δεν της κοινοποίησε όλα τα έγγραφα που χρησιμοποίησε στη διάρκεια της διαδικασίας και, δεύτερον, ότι αυτή η έλλειψη κοινοποιήσεως κατέστησε αδύνατη την άμυνά της.
44 Με άλλες λέξεις, αφ' ης στιγμής η Επιτροπή εκπλήρωσε την υποχρέωση που υπείχε, στις κατηγορούμενες επιχειρήσεις και ενώσεις εναπέκειτο να ανατρέψουν τις αποδείξεις που τις ενοχοποιούσαν χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα τα οποία διέθεταν. Το Πρωτοδικείο, εφαρμόζοντας το κριτήριο εκτιμήσεως που καθόρισε στις σκέψεις 241 και 247 της αποφάσεώς του, έκρινε ότι η τυπική πλημμέλεια, ήτοι η μη παροχή προσβάσεως στα έγγραφα αυτά κατά τη διοικητική διαδικασία, δεν ασκούσε επιρροή από πλευράς των δικαιωμάτων άμυνας.
45 Επομένως, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε αυστηρώς την αρχή του βάρους αποδείξεως, οπότε δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αφηρημένη και τυπολατρική προσέγγιση της Unicem: οποιαδήποτε διαδικαστική πλημμέλεια, έστω και αμελητέα, οδηγεί στην ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η επίδραση που είχε η πλημμέλεια αυτή από πλευράς ορθότητας της αποφάσεως αυτής. Η προσέγγιση αυτή θα προκαλούσε, χωρίς να προσθέτει κάποια εγγύηση υπέρ των δικαιωμάτων των διοικουμένων, παράλυση της διοικήσεως, ασυμβίβαστη με την αρχή της αποτελεσματικότητας.
4) Η μη ύπαρξη αντιφάσεως μεταξύ των σκέψεων 263 και 264 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
46 Μεταξύ των ανωτέρω χωρίων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν υφίσταται η αντίφαση την οποία καταγγέλλει η Unicem.
47 Το Πρωτοδικείο είχε πλήρη επίγνωση του ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν ελήφθη «βάσει μιας παράλληλης συμπεριφοράς διαπιστωθείσας στην αγορά» (36), γεγονός το οποίο αποδυναμώνει τα έγγραφα που είναι ικανά να παράσχουν μια άλλη οικονομική εξήγηση της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων που τιμωρήθηκαν (37).
48 Η προσέγγιση αυτή προσδίδει όλο το νόημά του στο κριτήριο που χρησιμοποίησε το Πρωτοδικείο και το οποίο συνίσταται στον περιορισμό του φάσματος των αποδείξεων που μπορούν να ανατρέψουν τις πραγματικές εκτιμήσεις της Επιτροπής μόνο σε εκείνες που περιέχονται «στα έγγραφα τα οποία αφορούν άμεσα παραβάσεις» καταγγελλόμενες στην απόφαση της Επιτροπής (38). Με άλλες λέξεις, είναι ορθός ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας των προσφευγουσών υφίσταται αν, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, δεν τους επετράπη η πρόσβαση σε αποδεικτικά στοιχεία ικανά να ανατρέψουν τις αποδείξεις που χρησιμοποίησε η Επιτροπή (39) και όχι μόνον δυνάμενα να παράσχουν συμπληρωματικές ή διαφορετικές εξηγήσεις οι οποίες, όσο αξιόπιστες και αν είναι, δεν ανατρέπουν τα έγγραφα που επικαλείται η απόφαση της Επιτροπής.
49 Για την κατανόηση των ανωτέρω αρκεί ένα παράδειγμα. Από ορισμένα έγγραφα (40) η Επιτροπή συνήγαγε ότι, κατά τις συναντήσεις των Ευρωπαίων παραγωγών τσιμέντου που πραγματοποιήθηκαν στις 14 Ιανουαρίου 1983, στις 19 Μαρτίου 1984 και στις 7 Νοεμβρίου 1984, συνήφθησαν συμφωνίες θίγουσες τον ανταγωνισμό. Φαίνεται εύλογο να καθοριστεί το επίπεδο των επιταγών από πλευράς προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας με αναφορά στις αποδείξεις που θα μπορούσαν να ανατρέψουν το περιεχόμενο αυτών των αποδεικτικών στοιχείων. Άλλωστε, το Πρωτοδικείο δεν απαίτησε τίποτε άλλο όταν έκανε λόγο για «αντικειμενική σχέση» με μία από τις αιτιάσεις που διατυπώνονται στην απόφαση της Επιτροπής (41).
50 Η Επιτροπή, βάσει των εγγράφων του φακέλου, θεώρησε ότι, κατά τη διάρκεια της συναντήσεως των επικεφαλής αντιπροσωπείας που πραγματοποιήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1983, η Cembureau και τα άμεσα μέλη της κατέληξαν σε συμφωνία σχετικά με τον σεβασμό των εθνικών αγορών και τη ρύθμιση των διεθνών πωλήσεων, συμφωνία της οποίας το περιεχόμενο επιβεβαιώθηκε, μεταξύ άλλων, κατά τις συναντήσεις της 19ης Μαρτίου 1984 και της 7ης Νοεμβρίου 1984. Προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Unicem θα συνιστούσε μόνον η μη παροχή της δυνατότητας να χρησιμοποιήσει απαλλακτικά αποδεικτικά στοιχεία που θα διέψευδαν το ότι κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών είχε συναφθεί και επικυρωθεί η επίδικη συμφωνία ή που θα καταδείκνυαν ότι η Unicem δεν παρέστη στις συναντήσεις αυτές και δεν εφάρμοσε κανένα μέτρο εφαρμογής της συμφωνίας (42).
51 Εφόσον αποδείχθηκε η σύναψη και η επικύρωση της συμφωνίας κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών, η τυχόν χρησιμοποίηση αποδεικτικών στοιχείων ικανών να παράσχουν διαφορετική οικονομική εξήγηση της συμπεριφοράς της Unicem εστερείτο σημασίας και, κατά συνέπεια, το γεγονός ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, δεν επετράπη στην Unicem η πρόσβαση στον φάκελο δεν μπορούσε να συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς της. Η προσεκτική ανάγνωση των σκέψεων 1220 έως 1225 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καταδεικνύει ότι τα έγγραφα τα οποία δεν μπόρεσε η αναιρεσείουσα εταιρία να συμβουλευθεί μπορούν να χαρακτηριστούν ως «άσχετα» και, κατά συνέπεια, δεν παρουσίαζαν κανένα ενδιαφέρον για την άμυνά της, καθόσον δεν ήταν ικανά να ανατρέψουν τις άμεσες αποδείξεις που χρησιμοποιήθηκαν στην απόφαση της Επιτροπής.
52 Με άλλες λέξεις, η Επιτροπή συνήγαγε από ορισμένες αποδείξεις (43) ότι οι επιχειρήσεις και ενώσεις στις οποίες αποφάσισε να επιβάλει κυρώσεις ευθύνονταν για τις θίγουσες τον ανταγωνισμό συμπεριφορές που περιγράφονται στα επτά πρώτα άρθρα της αποφάσεώς της. Από την πλευρά της, η Unicem θέλησε να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα που εμφάνιζαν μια διαφορετική εκδοχή των πραγματικών περιστατικών, αλλά η Επιτροπή δεν της επέτρεψε την πρόσβαση σε αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία. Το Πρωτοδικείο, ασκώντας προσηκόντως τις δικαιοδοτικές του εξουσίες και προασπίζοντας τα δικαιώματα άμυνας των διαδίκων, θεράπευσε την κατάσταση αυτή και έθεσε στη διάθεσή τους το σύνολο του φακέλου. Αφού άκουσε τους διαδίκους επί του συγκεκριμένου αυτού σημείου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν ήταν ικανά να παράσχουν διαφορετική ερμηνεία των πραγματικών περιστατικών.
53 Δεν είναι βέβαιο ότι οποιοδήποτε έγγραφο και αν είχαν μπορέσει να προσκομίσουν δεν θα είχε αρκέσει ώστε να τεθεί εν αμφιβόλω η εκτίμηση στην οποία προέβη η Επιτροπή, καθόσον το Πρωτοδικείο ενήργησε κατά τον ίδιο τρόπο και σε άλλες υποθέσεις, μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Solvay κατά Επιτροπής και ICI κατά Επιτροπής (44).
54 Στις δύο αυτές αποφάσεις, το Πρωτοδικείο δέχθηκε τις προσφυγές διότι, λαμβανομένων υπόψη των εγγράφων που δεν είχαν τεθεί στη διάθεση των διαδίκων κατά τη διοικητική διαδικασία, δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο «να είχε διαπιστώσει η Επιτροπή συντομότερη και λιγότερο σοβαρή παράβαση και να είχε, κατά συνέπεια, ορίσει ένα χαμηλότερο πρόστιμο» (45). Ωστόσο, σε άλλη απόφαση της ίδιας ημέρας, επίσης καλούμενη ICI κατά Επιτροπής (46), το Πρωτοδικείο απέρριψε παρόμοια ουσιαστικά αιτίαση, με την αιτιολογία ότι η ίδια διαδικαστική πλημμέλεια που είχε σημειωθεί στην υπόθεση εκείνη δεν είχε θίξει την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας (47).
55 Η τελευταία αυτή απόφαση καταδεικνύει ότι, για το Πρωτοδικείο, το καθοριστικό στοιχείο είναι - και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά - το κατά πόσον η διαδικαστική πλημμέλεια είχε αρνητική επίπτωση στη σφαίρα των δικαιωμάτων άμυνας των εταιριών που εμπλέκονταν στη διαδικασία. Η λύση που δόθηκε στις υποθέσεις Solvay κατά Επιτροπής και ICI κατά Επιτροπής είναι διαφορετική από αυτή της υπό κρίση υποθέσεως, η διαφορά όμως αυτή έχει σαφή εξήγηση. Στις δύο πρώτες υποθέσεις, το Πρωτοδικείο έλεγξε μια απόφαση με την οποία η Επιτροπή είχε επιβάλει κυρώσεις στις προσφεύγουσες επιχειρήσεις διότι είχαν συμμετάσχει σε εναρμονισμένες πρακτικές με στόχο τον διαμερισμό των αγορών. Αντίθετα προς την υπό κρίση υπόθεση, η συμπεριφορά των επιχειρήσεων εκείνων δεν μπορούσε να αποδειχθεί παρά με έμμεσες αποδείξεις, συναγόμενες κατ' ουσίαν από την παράλληλη και παθητική στάση τους (48). Σε μια τέτοια κατάσταση, τα απαλλακτικά στοιχεία που δεν είχαν μπορέσει να χρησιμοποιηθούν κατά την έρευνα της υποθέσεως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αποδεικτική αξία των ενδείξεων αυτών, καθόσον ήταν ικανά να παράσχουν διαφορετική εξήγηση της παράλληλης συμπεριφοράς (49). Η κατάσταση της Unicem είναι διαφορετική. Η συμμετοχή της στα πραγματικά περιστατικά διαπιστώθηκε από την Επιτροπή με άμεσες και ειδικές αποδείξεις (50), το περιεχόμενο των οποίων, κατά την κυρίαρχη εκτίμηση του Πρωτοδικείου, δεν ανατρεπόταν από τα έγγραφα στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση στην αναιρεσείουσα κατά τη διοικητική διαδικασία.
56 Τελικά, οι λόγοι αναιρέσεως που αντλούνται από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας λόγω μη παροχής προσβάσεως στον διοικητικό φάκελο πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Β. Οι σχετικές με την εγχώρια αγορά αιτιάσεις και η παραίτηση από αυτές. Παραπομπή (τέταρτος και πέμπτος λόγος αναιρέσεως) (51)
57 Η αιτίαση την οποία η Unicem διατυπώνει με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως συμπίπτει με εκείνη που διατυπώνει στο πέμπτο σκέλος του δεκάτου λόγου. Εξάλλου, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως θέτει το ίδιο ζήτημα με εκείνο του πρώτου σκέλους του δωδεκάτου λόγου αναιρέσεως. Για τον λόγο αυτόν, θα εξετάσω τους δύο αυτούς λόγους αναιρέσεως αργότερα.
Γ. Το δικαίωμα της Unicem να μην καταθέσει επιβαρυντικά γι' αυτήν στοιχεία (έβδομος λόγος αναιρέσεως) (52)
1) Η θέση των διαδίκων
58 Η Unicem υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο προσέβαλε το δικαίωμά της να μη καταθέσει επιβαρυντικά γι' αυτή στοιχεία και αγνόησε τη νομολογία Orkem κατά Επιτροπής (53) με τη σκέψη 733 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον η Επιτροπή δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρισμούς κατηγορουμένης επιχειρήσεως συνεπαγόμενους αναγνώριση της παραβάσεως ούτε να τους χρησιμοποιήσει ως απόδειξη παρανόμων συμπεριφορών άλλης επιχειρήσεως, άλλως παραβιάζει την αρχή της ισότητας των όπλων και την αρχή της άμυνας.
59 Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι ο ισχυρισμός του Πρωτοδικείου (σκέψη 735 της αποφάσεως) ότι οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και, ειδικότερα, η Cembureau, δεν ήταν υποχρεωμένες να απαντήσουν σε αίτηση παροχής πληροφοριών, διατυπωθείσα στο πλαίσιο του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 17, στερείται σημασίας, καθόσον οι πληροφορίες που την αφορούσαν δεν παρασχέθηκαν σε εκτέλεση αυτής της διατάξεως, αλλά στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 2. Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι η αιτιολογία της αποφάσεως είναι εσφαλμένη ως προς το σημείο αυτό.
60 Η Επιτροπή θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο παρέσχε πλήρη απάντηση, παρατηρώντας, κατ' ουσίαν, ότι μια δήλωση με την οποία ένας εμπλεκόμενος διατυπώνει κατηγορίες κατ' άλλων επιχειρήσεων χωρίς να εμπλέκει τον εαυτό του δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς αυτοενοχοποίηση. Επιπλέον, το γεγονός ότι μια επιχείρηση απαντά σε ερώτηση την οποία κάλλιστα μπορούσε να μην απαντήσει δεν ισοδυναμεί προς αναγνώριση των πραγματικών περιστατικών. Η συλλογιστική την οποία ακολούθησε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι σύμφωνη με την κοινοτική νομολογία και με τη νομολογία του Ευρωπαϋκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η αντίθετη άποψη, την οποία υποστηρίζει η Unicem, οδηγεί σε παράλογο αποτέλεσμα, ήτοι στην ακυρότητα κάθε μαρτυρικής καταθέσεως σχετικής με την ύπαρξη συμπράξεως θίγουσας τον ανταγωνισμό.
2) Μια αιτίαση στερούμενη ερείσματος
61 Τα δικαιώματα της μη καταθέσεως επιβαρυντικών για τον καταθέτοντα στοιχείων και της μη ομολογίας αποτελούν λειτουργικές εγγυήσεις του γενικού δικαιώματος άμυνας, το οποίο και καλύπτουν στην παθητική του έκφραση. Συνδέονται στενά με την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας. Παρέχουν στον υπέρ ου αναγνωρίζονται το δικαίωμα τηρήσεως παθητικής στάσεως και απαγορεύουν στον κατήγορο να χρησιμοποιήσει οιοδήποτε μέτρο πιέσεως ή εξαναγκασμού ώστε να επιτύχει την εκ μέρους του κατηγορουμένου αναγνώριση ενοχής ή ομολογία, ρητή ή σιωπηρά (54).
62 Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο «η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλλει στις επιχειρήσεις την υποχρέωση να δίδουν σε ερωτήσεις απαντήσεις από τις οποίες θα αποδεικνυόταν η ύπαρξη παραβάσεως» (55). Ωστόσο, τίποτα δεν εμποδίζει την επιχείρηση να απαντήσει οικειοθελώς.
63 Αυτό είναι το περιεχόμενο των εξουσιών που απονέμει ο κανονισμός 17 στην Επιτροπή, όταν την εξουσιοδοτεί να συλλέγει πληροφορίες από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, οι οποίες υποχρεούνται να τις παρέχουν, πλην εκείνων των στοιχείων που τις ενοχοποιούν. Το ίδιο ισχύει και ως προς τις εξουσίες ελέγχου του εν λόγω οργάνου.
64 Οι αποδείξεις που συλλέγονται κατά παραβίαση των εγγυήσεων αυτών είναι ανίσχυρες και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε βάρος του κατηγορουμένου.
65 Οι ανωτέρω σκέψεις καθιστούν πρόδηλο ότι η αιτίαση της Unicem στερείται ερείσματος.
66 Ουδέποτε ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα ότι τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον της συνήχθησαν από δηλώσεις, της ιδίας ή άλλων επιχειρήσεων, οι οποίες ελήφθησαν υπό πίεση, ούτε ότι, όπως μόλις ανέφερα, υπάρχει κώλυμα όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των πληροφοριών που παρασχέθηκαν οικειοθελώς.
67 Εξάλλου, όπως προκύπτει σαφώς από τη σκέψη 733 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την ενοχοποίηση της Unicem δεν προήλθαν από την ίδια, αλλά από άλλες επιχειρήσεις. Το δικαίωμα μη καταθέσεως επιβαρυντικών για τον κατηγορούμενο στοιχείων και το δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως έχουν, όπως επεσήμανα, αυτοπαθή χαρακτήρα: ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να υποχρεωθεί να αναγνωρίσει την ενοχή του, ούτε ρητώς ούτε παρέχοντας στοιχεία που τον ενοχοποιούν. Τα δικαιώματα αυτά δεν έχουν, ωστόσο, σχέση με την έννοια της αμοιβαιότητας. Τίποτα δεν εμποδίζει να χρησιμοποιηθούν κατά του κατηγορουμένου δηλώσεις τρίτου, έστω και αν, ενδεχομένως, οι δηλώσεις αυτές δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά του τρίτου αυτού (56).
68 Η αιτίαση της Unicem την οποία εξέθεσα στο σημείο 58 των παρουσών προτάσεων πάσχει διττώς.
69 Πρώτον, πάσχει από θεωρητικής απόψεως. Τα δικαιώματα με τα οποία ασχολούμαι εδώ αποτελούν θεμελιώδεις εγγυήσεις υπέρ του πολίτη ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με τη δημόσια εξουσία που ασκεί το jus puniendi στο πλαίσιο διοικητικής κατασταλτικής διαδικασίας ή ποινικής διαδικασίας. Πρόκειται για δικαιώματα σκοπός των οποίων είναι η αποκατάσταση της ισορροπίας εκεί όπου αυτή δεν υφίσταται: η δημόσια εξουσία απέναντι στους πολίτες, οι οποίοι πρέπει να προστατεύονται από αυθαίρετες πιέσεις (57). Τα δικαιώματα αυτά είναι άσχετα με την αρχή της ισότητας των όπλων, η οποία αποσκοπεί στη διατήρηση της αρχικής συμμετρίας μεταξύ των διαδίκων που υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους ενώπιον ενός αμερόληπτου τρίτου ο οποίος αποφασίζει. Συνεπώς, τίποτα δεν εμποδίζει να χρησιμοποιηθούν οι δηλώσεις ενός κατηγορουμένου εναντίον άλλου κατηγορουμένου.
70 Δεύτερον, η αιτίαση πάσχει από πρακτικής απόψεως. Όπως επεσήμανε η Επιτροπή, η αποδοχή της απόψεως της αναιρεσείουσας θα συνεπαγόταν αδυναμία αποδείξεως συμπεριφορών όπως οι επίδικες και θα οδηγούσε στην ατιμωρησία τους. Στην απόφαση Orkem κατά Επιτροπής, το ίδιο το Δικαστήριο υπογράμμισε την ανάγκη αναζητήσεως ενός σημείου ισορροπίας που να εξασφαλίζει ταυτόχρονα και την αποτελεσματικότητα της δράσεως της Επιτροπής και τα δικαιώματα των επιχειρήσεων κατά των οποίων κινείται μια διαδικασία έρευνας ή μια κατασταλτική διαδικασία. Αυτό είναι το νόημα των σκέψεων 32 έως 35 της αποφάσεως αυτής.
71 Τέλος, δεν αληθεύει ότι το Πρωτοδικείο διέπραξε το σφάλμα που του προσάπτει η Unicem, καθόσον, στη σκέψη 735 της αποφάσεώς του, δήλωσε ότι τα στοιχεία στα οποία αναφέρεται προέρχονται από έλεγχο που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 17. Ακόμα και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο, ένα τέτοιο σφάλμα δεν θα είχε σημασία, καθόσον τα στοιχεία δεν προέρχονταν από την Unicem, αλλά από τη Cembureau, η οποία ήταν ελεύθερη να απαντήσει στις ερωτήσεις που της τέθηκαν ή να τις αγνοήσει. Η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί, εξάλλου, τις δύο αυτές δηλώσεις που περιέχονται στην προμνησθείσα σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
72 Συνεπώς, και αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
2. Επί της συμφωνίας Cembureau και της συμμετοχής της Unicem στη σύμπραξη και στα μέτρα εφαρμογής της (δεύτερη ομάδα λόγων αναιρέσεως)
73 Στο μέρος αυτό της αιτήσεως αναιρέσεως, η Unicem προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι αιτιολόγησε εσφαλμένως την απόφασή του, ότι παρέβη κανόνες δικαίου και ότι υπέπεσε σε σφάλματα εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων.
Α. Η ύπαρξη και η φύση της συμφωνίας Cembureau (ένατος λόγος αναιρέσεως)
74 Η Unicem χωρίζει τον λόγο αυτόν σε τέσσερα σκέλη, το πρώτο από τα οποία (εσφαλμένη εκτίμηση της οικείας αγοράς) απορρίφθηκε ήδη με τη διάταξη της 5ης Ιουνίου 2002 ως προδήλως αβάσιμο.
1) Εσφαλμένη εκτίμηση των άμεσων εγγράφων αποδείξεων (ένατος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο σκέλος, πρώτο μέρος) (58)
α) Η θέση των διαδίκων
75 Κατά την αναιρεσείουσα, τα έγγραφα στα οποία αναφέρεται το Πρωτοδικείο και τα οποία κατέθεσε η Επιτροπή στον διοικητικό φάκελο δεν αποδεικνύουν τη συμμετοχή της στη συμφωνία Cembureau.
76 Η Επιτροπή επικαλείται το απαράδεκτο αυτού του λόγου αναιρέσεως, υποστηρίζοντας ότι η αντίδικος δεν προσάπτει στο επί της ουσίας δικαστήριο αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων, αλλά επιδιώκει την επανεξέτασή τους από το Δικαστήριο.
77 Κατά την Unicem, κανένα από τα ακόλουθα έγγραφα δεν αποδεικνύει τη συμμετοχή της στη σύμπραξη:
i) Τα εσωτερικά σημειώματα της Blue Circle
78 Τα σημειώματα αυτά αφορούν αποκλειστικά τις εισαγωγές στο Ηνωμένο Βασίλειο και, ως εκ τούτου, ακόμα και αν αποδεικνύουν την ύπαρξη συμφωνίας θίγουσας τον ανταγωνισμό, τα αποτελέσματα της συμφωνίας αυτής δεν επηρεάζουν την Ευρώπη στο σύνολό της, αλλά μόνον ορισμένα κράτη.
ii) Η δήλωση του Ν. Καλογερόπουλου
79 Προκειμένου να εκτιμήσει τη δήλωση στην οποία προέβη ο Ν. Καλογερόπουλος κατά τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της Ηρακλής, το Πρωτοδικείο δεν έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να δικαιολογήσει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η επιχείρηση. Η εκ μέρους του Ν. Καλογερόπουλου αναφορά σε μια συμφωνία μεταξύ των ευρωπαϋκών τσιμεντοβιομηχανιών δεν περιείχε καμία μνεία περί της Cembureau.
iii) H ομολογία της Cembureau
80 Το αποδεικτικό αυτό στοιχείο δεν περιέχει καμία μνεία περί τυχόν συμμετοχής της αναιρεσείουσας στη σύμπραξη.
iv) Η επιστολή προσκλήσεως στη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 14ης Ιανουαρίου 1983
81 Το έγγραφο αυτό αναφέρεται στη σκοπιμότητα περιορισμού των αρνητικών επιπτώσεων των εισαγωγών τσιμέντου, το Πρωτοδικείο όμως δεν ανέφερε ότι το παράδειγμα που παραθέτει μεταξύ των μέτρων των οποίων η λήψη συζητήθηκε κατά τη συνεδρίαση αφορούσε τις συναλλαγές μεταξύ Βελγίου και Κάτω Ξωρών, οι οποίες ρυθμίζονταν από ένα πρωτόκολλο.
v) Η επικύρωση της συμφωνίας Cembureau κατά τη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 7ης Νοεμβρίου 1984
82 Η φράση την οποία χρησιμοποίησε η Επιτροπής ως απόδειξη της υπάρξεως της συμφωνίας Cembureau («η επίτευξη σταθερής συμφωνίας μεταξύ των μεγαλύτερων ευρωπαίων εξαγωγέων») δεν καταδεικνύει ότι είχε ήδη συναφθεί τέτοια συμφωνία, αλλά μάλλον ότι δεν είχε ακόμα συναφθεί. Η Unicem προσθέτει ότι από τη φράση αυτή θα μπορούσε το πολύ να συναχθεί ότι μια συμφωνία είχε υπογραφεί μεταξύ των κυριοτέρων Ευρωπαίων παραγωγών τσιμέντου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβανόταν η Unicem.
β) Απλές διαστάσεις απόψεων ως προς τα πραγματικά περιστατικά
83 Καίτοι η Unicem επιχειρεί να αποδείξει το αντίθετο, τα επιχειρήματά της δεν ανατρέπουν τις διαπιστώσεις όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Η επιχειρηματολογία της εκφράζει ένα διαφορετικό τρόπο εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών ο οποίος κατ' ουδένα τρόπο καταδεικνύει ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό κατά τρόπο αυθαίρετο ή παράλογο.
84 Από την οπτική αυτή γωνία, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο αιτήσεως αναιρέσεως, δεν μπορεί να ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό παρά μόνον αν τα αποδεικτικά στοιχεία αυτά συγκεντρώθηκαν κατά παράβαση διατάξεως ή αρχής του κοινοτικού δικαίου ή αν, κατά την εκτίμησή τους, το Πρωτοδικείο έπραξε το ίδιο όσον αφορά τους κανόνες διεξαγωγής και εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων, προβαίνοντας σε παράλογη ή αυθαίρετη ερμηνεία η οποία τα διαστρεβλώνει. Υπό την επιφύλαξη του ελέγχου του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο δεν μπορεί ποτέ να αποφανθεί επί των πραγματικών περιστατικών, αλλά μόνο να αναιρέσει την απόφαση θεραπεύοντας ένα νομικό σφάλμα του Πρωτοδικείου (59).
85 Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε το Πρωτοδικείο, το οποίο επικύρωσε εν μέρει τα συμπεράσματα τα οποία είχε συναγάγει η Επιτροπή από το αποδεικτικό υλικό. Εκκινώντας από ορισμένα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία χαρακτήρισε ως «άμεσα» (60), συνήγαγε ότι κατά τη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 14ης Ιανουαρίου 1983 συνήφθη συμφωνία αντιβαίνουσα στο τότε άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, καθόσον είχε ως αντικείμενο τον «[σεβασμό] των εγχώριων αγορών και [τη] ρύθμιση των πωλήσεων από τη μια χώρα στην άλλη, ήτοι [την] κατανομή των αγορών», συμφωνία η οποία επικυρώθηκε κατά τη συνεδρίαση της 7ης Νοεμβρίου 1984 (61). Η Unicem, άμεσο μέλος της Cembureau, δεν παρέστη σε καμία από τις δύο συνεδριάσεις (62), η ένταξή της, όμως, στη σύμπραξη, όπως και των μη άμεσων μελών, συνήχθη από το γεγονός της συμμετοχής της σε διάφορα μέτρα εκτελέσεως της συμφωνίας (63).
86 Αυτή η βάσει τεκμηρίων απόδειξη είναι απολύτως θεμιτή (64). Στο πλαίσιο της αποδείξεως αυτής, θεωρούνται αποδεδειγμένα ορισμένα επιβαρυντικά περιστατικά βάσει υποθέσεων στηριζομένων στους κανόνες της λογικής, στην κοινή λογική και την πείρα. Προς τούτο, ως σημείο εκκινήσεως λαμβάνονται βεβαιωμένα γεγονότα, τα οποία επιτρέπουν να θεωρηθούν αποδεδειγμένα ορισμένα περιστατικά χάρη σε μια νοητική επεξεργασία σύμφωνη με τους κανόνες της κοινής λογικής.
87 Αυτό ακριβώς έπραξε το Πρωτοδικείο. Στηριζόμενο σε αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά (ήτοι στο ότι οργανώθηκαν ορισμένες συνεδριάσεις, στο ότι κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων αυτών συνήφθησαν συμφωνίες θίγουσες τον ανταγωνισμό, στο ότι η Unicem μετέσχε σε ορισμένα μέτρα εκτελέσεώς τους), το Πρωτοδικείο έκρινε αποδεδειγμένη την ύπαρξη συμπράξεως, στην οποία μετείχε και η αναιρεσείουσα. Η άποψη αυτή είναι εύλογη· άλλωστε το Πρωτοδικείο την εξήγησε προσηκόντως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
88 Αντιθέτως, δεν χωρεί μεμονωμένη ανάλυση καθενός από τα αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να προταθεί εναλλακτική εκτίμηση, μη λαμβάνουσα υπόψη το όλο πλαίσιο και υπογραμμίζουσα τυχόν αντιφάσεις μεταξύ των διαφόρων εγγράφων.
2) Η υποτιθέμενη αντίφαση στα επιχειρήματα του Πρωτοδικείου όσον αφορά την ύπαρξη της συμφωνίας Cembureau (ένατος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο σκέλος, δεύτερο μέρος) (65)
α) Η θέση των διαδίκων
89 Η Unicem επισημαίνει διάφορα χωρία της αποφάσεως (σκέψεις 996, 1048, 1049 και 4072), όπου, κατά τη γνώμη της, απαντώνται οι αντιφάσεις, ανακρίβειες και παρανοήσεις τις οποίες προσάπτει στο Πρωτοδικείο.
90 Κατά την Επιτροπή, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η Unicem δεν προσδιορίζει τα χωρία της αποφάσεως τα οποία πάσχουν από ελλιπή αιτιολογία. Η αναιρεσείουσα συγχέει τις παρατηρήσεις του Πρωτοδικείου με τις παρατηρήσεις της Επιτροπής που παρατίθενται στην απόφαση του Πρωτοδικείου. Αυτό συμβαίνει με τη σκέψη 4072. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή δεν διαπιστώνει καμία αντίφαση στα λοιπά χωρία της αποφάσεως που αφορά αυτός ο λόγος αναιρέσεως.
β) Η μη ύπαρξη αντιφάσεων στα χωρία της αποφάσεως τα οποία αφορά ο λόγος αναιρέσεως
91 Δεν μπορώ να κατανοήσω τη θέση την οποία έλαβε η Επιτροπή σχετικά με την αιτίαση αυτή, δεδομένου ότι η Unicem προσδιόρισε σαφώς στη δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως τις σκέψεις του Πρωτοδικείου που περιέχουν, κατά τη γνώμη της, αντιφατική αιτιολογία.
92 Ωστόσο, η προσαπτόμενη στο Πρωτοδικείο αντίφαση δεν υφίσταται. Η Unicem επαναπροτείνει, όπως στον προηγούμενο λόγο αναιρέσεως και σε άλλα σημεία του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, μια μερική, μονομερή και αποσπασματική ανάγνωση της αποφάσεως.
93 Το γεγονός ότι στις συνεδριάσεις της 30ής Μαου 1983 και της 10ης Ιουνίου 1985 δεν έγινε συζήτηση σχετικά με το ενδοκοινοτικό εμπόριο τσιμέντου και ότι δεν μπορεί, επομένως, να γίνει λόγος για διαμερισμό των εθνικών αγορών (σκέψεις 996 και 1048 της αποφάσεως) δεν αντιφάσκει προς τη διαπίστωση ότι, κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 1983, όντως συνήφθη η συμφωνία Cembureau, ούτε ότι η συμφωνία αυτή επικυρώθηκε στη συνέχεια στις συνεδριάσεις της 19ης Μαρτίου και της 7ης Νοεμβρίου 1984 (σκέψη 1049), όπως έκρινε το Πρωτοδικείο αφού εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή του. Τα χωρία αυτά της αποφάσεως δεν είναι, εξάλλου, καθόλου ασαφή. Κατά το Πρωτοδικείο, ορισμένες από τις συνεδριάσεις είχαν παράνομο αντικείμενο (οι τρεις τελευταίες από τις προμνησθείσες συνεδριάσεις) ενώ άλλες όχι.
94 Η σκέψη 4072 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου (66) αποτελεί κατά γράμμα αντιγραφή ορισμένων χωρίων της αποφάσεως της Επιτροπής και ανάλυση των υποκειμενικών συνδετικών στοιχείων τα οποία εκθέτει η Επιτροπή στην απόφασή της προκειμένου να δικαιολογήσει το ότι χαρακτήρισε τη συμφωνία Cembureau ως ενιαία και διαρκή συμφωνία. Κατά την Επιτροπή, δεν μπορεί να γίνει επίκληση αυτών των χωρίων της αποφάσεως του Πρωτοδικείου προκειμένου να καταδειχθεί η ύπαρξη αντιφάσεως στη συλλογιστική του ή συγχύσεως των επιχειρημάτων του.
95 Η Unicem εκπλήσσεται για το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο (στην πραγματικότητα πρόκειται όμως για την Επιτροπή) συνέδεσε τις διμερείς καταστάσεις με τις «παράνομες» συνεδριάσεις και όχι με τις συνεδριάσεις που δεν είχαν καμία σχέση με οποιαδήποτε συμφωνία θίγουσα τον ανταγωνισμό. Η απλή έκφραση απορίας, χωρίς τη διατύπωση περαιτέρω επιχειρημάτων, δεν αρκεί ώστε να αμφισβητηθεί η νομική ορθότητα της εκτιμήσεως στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο στη σκέψη 4072, στο πλαίσιο της εξουσίας που του αναγνωρίζεται όσον αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων.
3) Ο χαρακτηρισμός της συμφωνίας Cembureau ως ενιαίας συμφωνίας (ένατος λόγος αναιρέσεως, τρίτο σκέλος) (67)
α) Οι θέσεις των διαδίκων
96 Η Unicem προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι χαρακτήρισε την αρχή Cembureau ως «ενιαία συμφωνία». Κατά τη γνώμη της, η έννοια αυτή προϋποθέτει μία μόνη αδιάλειπτη συμπεριφορά, ενώ τα περιστατικά που της προσάπτονται δεν αντιστοιχούν σε «ενιαία συμπεριφορά» αλλά μόνο σε ένα «ενιαίο παράνομο σχέδιο». Δεν υπήρξε ενιαία και αδιάλειπτη συμπεριφορά, καθόσον μακρά χρονικά διαστήματα μεσολαβούσαν μεταξύ των διαφόρων συνεδριάσεων. Οι δεκατέσσερις μήνες που διέρρευσαν μεταξύ της 14ης Ιανουαρίου 1983 και της 19ης Μαρτίου 1984 αποκλείουν, σύμφωνα με την κοινοτική νομολογία (68), την ύπαρξη ενιαίας συμφωνίας.
97 Η Επιτροπή προσάπτει στην αναιρεσείουσα μια υπερβολικά «πρόχειρη» και εσφαλμένη ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις σκέψεις 1004 και 1027 της οποίας γίνεται αναφορά σε μια σειρά στοιχείων που προκύπτουν από τα πρακτικά και τις σημειώσεις που αφορούν τις συνεδριάσεις αυτές. Τα στοιχεία αυτά διαλύουν κάθε αμφιβολία: η συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1984 οργανώθηκε ως συνέχεια της συνεδριάσεως του Ιανουαρίου 1983. Η απόφαση του Πρωτοδικείου την οποία επικαλείται η Unicem εν προκειμένω είναι άσχετη με την υπό κρίση περίπτωση.
β) Επί της εννοίας της ενιαίας και διαρκούς συμφωνίας και της εφαρμογής της στη σύμπραξη Cembureau
98 Το άρθρο 85 της Συνθήκης απαγορεύει τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων και τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και, γενικώς, τις εναρμονισμένες πρακτικές, συμεπριλαμβανομένων των συμπεριφορών που συνιστούν πράξεις εκτελέσεως ή εφαρμογής τους, όταν αυτές δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και έχουν αντίθετο στον ανταγωνισμό αντικείμενο ή αποτέλεσμα. Επομένως, παράβαση του άρθρου αυτού μπορεί να προκύπτει όχι μόνον από μεμονωμένη ενέργεια, αλλά και από σειρά ενεργειών ή ακόμη από διαρκή συμπεριφορά (69). Καθοριστικό στοιχείο αποτελεί η ύπαρξη ενός κοινού υποκειμενικού στοιχείου και ενός κοινού παραβατικού σχεδίου που να ενώνει τις συμπεριφορές αυτές (70).
99 Καταρχήν, είναι θεμιτός ο χαρακτηρισμός ως ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως ενός συνόλου δραστηριοτήτων που εντάσσονται σε ένα σύστημα περιοδικών συναντήσεων οι οποίες έχουν ως κοινό στόχο τον σεβασμό των εθνικών αγορών τσιμέντου, στόχο προς επίτευξη του οποίου λαμβάνονται, μεταξύ άλλων, μέτρα ανταλλαγής πληροφοριών ως προς τις τιμές καθώς και μέτρα πειθαναγκασμού των εισαγωγέων που απειλούν τη σταθερότητα των αγορών.
100 Στο πλαίσιο αυτό, δεν έχει σημασία το ότι ορισμένες συμπεριφορές, λαμβανόμενες υπόψη μεμονωμένα, αποτελούν αυτοτελείς παραβάσεις του άρθρου 85 της Συνθήκης (71), ούτε το ότι μια επιχείρηση δεν έχει μετάσχει σε όλα τα συστατικά στοιχεία της συμπράξεως, ότι έχει διαδραματίσει ήσσονα ρόλο (72), ή ότι δεν θέτει σε εφαρμογή τα στοιχεία της συμπράξεως (73).
101 Ως εκ τούτου, αν μια εμπορική εταιρία μετάσχει σε παράβαση του είδους αυτού με δικές της συμπεριφορές που αποσκοπούν στην επίτευξη του κοινού στόχου, είναι συνυπαίτια, για όλη τη διάρκεια της συμμετοχής της στην εν λόγω παράβαση, της συμπεριφοράς την οποία ανέπτυξαν άλλες επιχειρήσεις στο πλαίσιο της ίδιας παραβάσεως. «Αυτό αληθεύει, πράγματι, όταν αποδεικνύεται ότι η εν λόγω επιχείρηση εγνώριζε την παραβατική συμπεριφορά των άλλων μετεχόντων ή ότι ηδύνατο ευλόγως να την προβλέψει και ότι αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο» (74).
102 Οι έννοιες της «ενιαίας συμφωνίας» και του «ενιαίου παρανόμου σχεδίου» δεν αποκλείουν η μία την άλλη, όπως φαίνεται να υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Η δεύτερη είναι απαραίτητη προϋπόθεση της πρώτης. Είναι αληθές ότι ένας κατακριτέος στόχος μπορεί να επιδιωχθεί μέσω διαφόρων συμπεριφορών μη συνδεομένων εμφανώς μεταξύ τους· ωστόσο, όταν στην ενότητα του στόχου προστίθεται το γεγονός ότι όλες οι μεμονωμένες πράξεις εντάσσονται στο ίδιο σχέδιο δράσεως, είναι θεμιτό να γίνει λόγος για ενιαία συμφωνία, παράγουσα αποτελέσματα κατά τρόπο διαρκή.
103 Η απόφαση του Πρωτοδικείου αφιερώνει τις σκέψεις 4025 έως 4417 στην αιτιολόγηση του χαρακτηρισμού της αρχής Cembureau ως ενιαίας και διαρκούς συμφωνίας, εξετάζοντας τη συμμετοχή καθεμιάς από τις επιχειρήσεις.
104 Η Unicem δεν αμφισβητεί μεν αυτή τη συλλογιστική της αποφάσεως, δεν δέχεται ωστόσο ότι το Πρωτοδικείο μπορεί να κάνει λόγο για συμπεριφορές αυτού του είδους, διότι μεταξύ των δύο πρώτων συνεδριάσεων των επικεφαλής αντιπροσωπείας διέρρευσαν δεκατέσσερις μήνες.
105 Στις σκέψεις 1004 έως 1027, το Πρωτοδικείο εξηγεί προσηκόντως την ύπαρξη ενός κοινού στόχου και ενός συνδέσμου μεταξύ της συνεδριάσεως της 14ης Ιανουαρίου 1983, κατά την οποία συνήφθη η συμφωνία Cembureau, και της συνεδριάσεως της 19ης Μαρτίου του επομένου έτους, κατά την οποία η συμφωνία αυτή επικυρώθηκε. Οι σκέψεις αυτές αναφέρονται σε έγγραφα τα οποία καταδεικνύουν ότι η απαιτούμενη συνέχεια συνδέει τις δύο αυτές συνεδριάσεις: πρόκειται για τα πρακτικά της συνεδριάσεως της εκτελεστικής επιτροπής της 9ης Νοεμβρίου 1983, για το μνημόνιο προς το πρόεδρο για τη συνεδρίαση της 19ης Μαρτίου 1984, καθώς και για την ημερήσια διάταξη και τις σημειώσεις της συνεδριάσεως. Η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε τα έγγραφα αυτά ούτε τις εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών στις οποίες προέβη το Πρωτοδικείο αφού εξέτασε τα έγγραφα αυτά.
106 Η απόφαση του Πρωτοδικείου την οποία επικαλείται η Unicem (75) προς νομική θεμελίωση αυτού του λόγου αναιρέσεως δεν ανατρέπει τις ανωτέρω εκτιμήσεις, για τον απλό λόγο ότι αναφέρεται σε διαφορετική πραγματική κατάσταση, στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή δεν είχε προσκομίσει αποδείξεις για τον διαρκή χαρακτήρα της παραβάσεως.
107 Οι ανωτέρω σκέψεις οδηγούν στην πλήρη απόρριψη του ενάτου λόγου αναιρέσεως.
Β. Οι περιοδικές ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές (δέκατος λόγος αναιρέσεως) (76)
108 Η Unicem, την οποία η Επιτροπή θεωρεί υπεύθυνη για τη συμπεριφορά που περιγράφει στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της αποφάσεώς της, χωρίζει αυτόν τον λόγο αναιρέσεως σε πέντε σκέλη. Με όλα προσάπτει στην απόφαση του Πρωτοδικείου εσφαλμένη αιτιολογία.
1) Η θέση των διαδίκων
α) Παράλογη αιτιολογία (πρώτο σκέλος)
109 Κατά την αναιρεσείουσα, η συλλογιστική που ακολουθείται στις σκέψεις 1651 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προς αιτιολόγηση της ευθύνης της είναι παράλογη. Η αναιρεσείουσα εκθέτει την ακόλουθη συλλογιστική: α) αν τα στοιχεία που αντηλλάγησαν ήταν δημόσια και μπορούσαν να ληφθούν από διάφορες πηγές, πώς διευκόλυναν την εκτέλεση της συμφωνίας; β) θα υπάρχουν πάντοτε επιχειρήσεις πρόθυμες να χρησιμοποιήσουν για ύποπτους σκοπούς πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση τους τυχαία, οπότε θα είναι πάντοτε παράνομη η ανταλλαγή πληροφοριών, πράγμα παράδοξο· τέλος, γ) το γεγονός ότι οι πληροφορίες αυτές χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων των επικεφαλής αντιπροσωπείας δεν καταδεικνύει ότι έχουν σχέση, από πλευράς παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού, με τις συνεδριάσεις κατά τις οποίες πραγματοποιήθηκαν θεμιτές ανταλλαγές πληροφοριών.
110 Επιπλέον, οι διαπιστώσεις που περιέχονται στην απόφαση του Πρωτοδικείου ως προς το σημείο αυτό αντιβαίνουν στην θεμελιώδη αρχή του δικαίου του ανταγωνισμού, σύμφωνα με την οποία η παράβαση του άρθρου 85 προϋποθέτει ότι οι ανταλλαγείσες πληροφορίες θεωρούνται ως επιχειρηματικά απόρρητα.
111 Η Επιτροπή απαντά ότι οι σκέψεις 1651 και 1652 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστούν εκτίμηση του ζητήματος, καθόσον επαναλαμβάνουν τις εξηγήσεις που παρέσχε με τις σκέψεις 1639 έως 1643 προκειμένου να χαρακτηρίσει τις ανταλλαγές πληροφοριών ως παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού στο πλαίσιο της συμφωνίας Cembureau. Στη σκέψη 1644, το Πρωτοδικείο, αφού αναλύει τα έγγραφα που επικαλείται η Επιτροπή, εξηγεί ότι η ανταλλαγή στοιχείων αποτελούσε μέτρο εφαρμογής της συμπράξεως. Στο πλαίσιο αυτό, από τις σκέψεις 1651 και 1652 προκύπτει ότι το γεγονός ότι οι ιταλικές επιχειρήσεις θεώρησαν αναγκαίο να παράσχουν μια πληροφορία η οποία μπορούσε να ληφθεί δι' άλλης οδού καταδεικνύει ότι συμμορφώνονταν προς τις αποφάσεις που λαμβάνονταν στο πλαίσιο της αρχής Cembureau.
β) Εσφαλμένη αιτιολογία όσον αφορά το θεμιτό των ανταλλαγών πληροφοριών (δεύτερο σκέλος)
112 Η Unicem υποστήριξε πρωτοδίκως ότι, ακόμα και γίνει δεκτό ότι οι πληροφορίες που είχαν κυκλοφορήσει μεταξύ των παραγωγών ήταν κρίσιμες, η ανταλλαγή τους μπορούσε να απαγορευθεί μόνο στο πλαίσιο ενός ολιγοπωλίου, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε με τον τομέα του τσιμέντου. Κατ' αναίρεση, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε ορθώς το επιχείρημα αυτό και ότι το παρενόησε, θεωρώντας ότι η προσφεύγουσα είχε χαρακτηρίσει την επίμαχη αγορά ως ολιγοπώλιο. Συνεπώς, η αιτιολογία της αποφάσεώς του είναι εσφαλμένη.
113 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι πρόκειται για πρόδηλο συντακτικό λάθος το οποίο δεν αναιρεί την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, ούτε καν στο ιταλικό κείμενο της αποφάσεως, στο πλαίσιο της οποίας τόνισε ότι η άποψη της Unicem ότι οι ανταλλαγές πληροφοριών είχαν ενισχύσει τον ανταγωνισμό στην αγορά διεψεύδεται στις σκέψεις 1630 έως 1647.
114 Η Unicem απαντά ότι η πλημμέλεια της διατυπώσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, πλημμέλεια την οποία το ίδιο δεν μπόρεσε να διαπιστώσει, προσβάλλει το δικαίωμα άμυνάς της, καθόσον η ίδια διατύπωσε τον λόγο αναιρέσεως βάσει του αντιγράφου της αποφάσεως το οποίο της κοινοποιήθηκε. Αν το Πρωτοδικείο της είχε κοινοποιήσει ένα σωστό κείμενο, θα μπορούσε να έχει διατυπώσει διαφορετικά την αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι η απάντηση της Επιτροπής (το σφάλμα δεν αναιρεί τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου) στερείται σημασίας εν προκειμένω, καθόσον οι συναφείς σκέψεις της αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι εντελώς ακατάληπτες και αντίθετες προς το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ.
115 Η Επιτροπή υποστηρίζει, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, ότι δεν αντιλαμβάνεται πώς προσβλήθηκε το δικαίωμα άμυνας της Unicem εξ αιτίας μιας ανακρίβειας η οποία δεν ασκεί καμία επιρροή στη θεμελίωση των ισχυρισμών της, οι οποίοι απορρίφθηκαν δεόντως από το Πρωτοδικείο.
γ) Παράλογη αιτιολογία σχετικά με τη δυνατότητα διευκολύνσεως της συμφωνίας Cembureau μέσω των ανταλλαγών πληροφοριών (τρίτο σκέλος)
116 Η Unicem προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν εξέτασε την εξήγηση που παρέσχε η Επιτροπή υποστηρίζοντας ότι ορισμένες ανταλλαγές πληροφοριών, που πραγματοποιούνταν από το 1981 και μετά, κατέστησαν, από το 1984, πράξεις εκτελέσεως της συμφωνίας Cembureau. Η συλλογιστική της Επιτροπής δεν περιέχει καμία απόδειξη, παρά μόνον εικασίες. Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο υπέπεσε στο ίδιο σφάλμα.
117 Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι, όπως η Cementir και η Italcementi, ουδέποτε εξήγαγε τσιμέντο προς άλλες κοινοτικές αγορές, οπότε η υπόθεση την οποία διατυπώνει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 1725 της αποφάσεώς του δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Υποστηρίζει ότι παρόμοια αιτίαση μπορεί να διατυπωθεί και ως προς τη σκέψη 1726. Επιπλέον, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν η Επιτροπή και το Πρωτοδικείο δεν συνιστά, σύμφωνα με πλούσια κοινοτική νομολογία, τη μόνη δυνατή εξήγηση της συμπεριφοράς αυτής, αλλά εκφράζει μια απλή υπόνοια, η οποία έχει την ίδια αποδεικτική ισχύ με εκείνη των εξηγήσεων που διατυπώθηκαν με τις προσφυγές των εμπλεκομένων επιχειρήσεων.
118 Κατά την Επιτροπή, οι σκέψεις 1725 έως 1727 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου δεν μπορούν να χαρακτηριστούν παράλογες.
δ) Κυκλική αιτιολογία (τέταρτο σκέλος)
119 Η Unicem υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε σφάλμα θεωρώντας τη συμμετοχή της στις ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές ως απόδειξη της προσχωρήσεώς της στη συμφωνία Cembureau και την ένταξή της στην εν λόγω σύμπραξη ως απόδειξη της συνενοχής της όσον αφορά τις ανταλλαγές αυτές (σκέψη 1698).
120 Ο κυκλικός χαρακτήρας του συλλογισμού είναι προφανής. Ούτε η Επιτροπή ούτε το Πρωτοδικείο απέδειξαν ότι οι ανταλλαγές πληροφοριών ήταν, αυτές καθαυτές, παράνομες. Αν η συμπεριφορά αυτή είναι θεμιτή και κυρώσεις επιβλήθηκαν μόνο για το ότι διευκόλυνε την εφαρμογή της συμφωνίας Cembureau, δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ταυτόχρονα και ως απόδειξη περί του «ενιαίου» της συμπράξεως.
121 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν ανταποκρίνεται στις παρατηρήσεις που διατυπώνονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Στη σκέψη 1698 της αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αναφέρει ότι η συμμετοχή της Unicem στη συμφωνία Cembureau από τις 9 Σεπτεμβρίου 1986 καταδεικνύεται από τα στοιχεία που μνημονεύονται στις σκέψεις 4243 και 4247, όπου αναφέρεται ότι η παρέμβασή της στη σύσταση της European Task Force και, αργότερα, η συμμετοχή της στα μέτρα που αποσκοπούσαν στο να εμποδιστεί η Calcestruzzi να εισάγει τσιμέντο από την Ελλάδα, μέτρα που ελήφθησαν στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής, αποτελούσαν έκφραση της προσχωρήσεώς της στην αρχή Cembureau. Η Επιτροπή θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι ο συλλογισμός του Πρωτοδικείου δεν είναι κυκλικός.
ε) Εσφαλμένη αιτιολογία όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (τέταρτος λόγος αναιρέσεως και πέμπτο σκέλος του δεκάτου λόγου αναιρέσεως)
122 Η Unicem εκθέτει στην αίτηση αναιρέσεως ότι το δικαίωμά της στην ίση μεταχείριση προσβλήθηκε από το γεγονός ότι, σχετικά με τις περιοδικές ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές, δεν διατυπώθηκαν αιτιάσεις κατ' άλλων ιταλικών επιχειρήσεων, ιδίως κατά της Associazione Italiana Tecnico Economica del Cemento, ή, αν διατυπώθηκαν, κατόπιν αποσύρθηκαν με την απόφαση περί αποσύρσεως των «εθνικών αιτιάσεων».
123 Κατά την αναιρεσείουσα, είναι πρόδηλο το νομικό σφάλμα του Πρωτοδικείου, καθόσον δεν ήταν εύλογο να αγνοήσει την πάγια κοινοτική νομολογία η οποία καταδικάζει τη συμπεριφορά των «τομεακών» ενώσεων μέσω των οποίων πραγματοποιούνται οι ανταλλαγές πληροφοριών.
124 Η Επιτροπή, επικαλούμενη τη διάταξη Unifruit Hellas κατά Επιτροπής (77), υποστηρίζει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν προσδιορίζει τις σκέψεις της αποφάσεως κατά των οποίων βάλλει.
125 Επί της ουσίας, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος απαλλαγής της Unicem, η ευθύνη της οποίας ήταν αδιαμφισβήτητη, καίτοι η ένωση δεν κατηγορήθηκε για την παράβαση που περιγράφεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως της Επιτροπής (78).
126 Η αναιρεσείουσα θεωρεί ελάχιστα αληθοφανές το ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να εντοπίσει τις σκέψεις της αποφάσεως του Πρωτοδικείου κατά των οποίων βάλλει αυτός ο λόγος αναιρέσεως και θεώρησε, ως εκ τούτου, απαράδεκτο αυτόν τον λόγο, δεδομένου ότι οι σκέψεις αυτές (ήτοι οι σκέψεις 1700 έως 1702) προσδιορίστηκαν με το υπόμνημα απαντήσεως.
2) Η Unicem και οι περιοδικές ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές (τρία πρώτα σκέλη αυτού του λόγου αναιρέσεως)
127 Η ύπαρξη περιοδικών ανταλλαγών πληροφοριών ως προς τις τιμές αποτελεί μη αμφισβητηθέν πραγματικό περιστατικό, το οποίο, εξάλλου, ως πραγματικό στοιχείο, δεν θα μπορούσε να συζητηθεί κατ' αναίρεση. Ούτε αμφισβητείται η συμμετοχή της Unicem, από τις 9 Σεπτεμβρίου 1986 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1988 (79) σ' αυτές. Το καθοριστικό στοιχείο έγκειται στο ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή η πρακτική, η οποία ακολουθείτο από το 1981, αποτέλεσε, από το 1984 και μετά, μέσο εφαρμογής της συμφωνίας Cembureau, καθόσον διευκόλυνε την εκτέλεσή της (80).
128 Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε συναγάγει το ορθό συμπέρασμα, καθόσον στηρίχθηκε σε πραγματικά περιστατικά πλήρως αποδεδειγμένα και μη αμφισβητούμενα: 1) στις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες εξέφρασαν τις ανησυχίες τους σχετικά με την αισθητή μείωση του επιπέδου ορισμένων τιμών και αντήλλαξαν πληροφορίες για το θέμα αυτό· 2) στον πίνακα «Εγχώριες τιμές», στον οποίο αναφέρεται η σκέψη 1646 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και ο οποίος διανεμήθηκε κατά τη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 30ής Μαου 1983 (81) και 3) στις ίδιες τις ανταλλαγές πληροφοριών, ανταλλαγές οι οποίες επέτρεπαν αντικειμενικά να συναχθεί η τάση των διαφόρων τιμών που εφαρμόζονταν εντός των χωρών στις οποίες ήταν εγκατεστημένα τα μέλη της Cembureau (82) και παρείχαν ενδείξεις επιτρέπουσες τον καθορισμό των τιμών σε αποτρεπτικά επίπεδα (83). Από τα στοιχεία αυτά το Πρωτοδικείο συνάγει ότι η τακτική ανταλλαγή πληροφοριών επέτρεψε στα μέλη της Cembureau, από τη σύναψη της ομώνυμης συμφωνίας και μετά, να τη θέσουν ευκολότερα σε εφαρμογή (84).
129 Στο πλαίσιο αυτό, η αιτίαση που διατυπώνει η Unicem στο πρώτο σκέλος του δεκάτου λόγου αναιρέσεως στερείται παντελώς αντικειμένου. Η σκέψη 1651 της αποφάσεως, η οποία επαναλαμβάνει εν μέρει το σημείο 47, παράγραφος 14, δεύτερη παύλα, της αποφάσεως της Επιτροπής, δεν πρέπει να αναγνωσθεί μεμονωμένα. Το γεγονός ότι τα στοιχεία ήταν δημόσια δεν εμποδίζει να θεωρηθεί ότι η Unicem, διαδίδοντάς τα, επεδίωκε να συνεργαστεί με τη σύμπραξη και να διευκολύνει την εκτέλεση της συμφωνίας Cembureau. Επιπλέον, μια καταρχήν θεμιτή συμπεριφορά μπορεί να καταστεί παράνομη αν τεθεί στην υπηρεσία μιας συμπράξεως η οποία περιορίζει τον ανταγωνισμό (85).
130 Υπάρχει μία πτυχή της αιτιάσεως της Unicem η οποία είναι απαράδεκτη. Πρόκειται για το χωρίο με το οποίο η επιχείρηση αυτή ισχυρίζεται ότι η χρησιμοποίηση δεδομένων ως προς τις τιμές κατά τις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας δεν καταδεικνύει ότι οι συνεδριάσεις, κατά τις οποίες πραγματοποιήθηκαν θεμιτές ανταλλαγές πληροφοριών, είχαν σχέση με συμπεριφορά θίγουσα τον ανταγωνισμό. Αυτή η διάσταση του λόγου αναιρέσεως άπτεται της αποδείξεως και, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα απλώς αμφισβητεί την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, πρέπει να απορριφθεί άνευ άλλου τινός.
131 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το τρίτο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως επίσης στερείται ερείσματος. Η Unicem προσάπτει στην Επιτροπή και το Πρωτοδικείο ότι συνήγαγαν «χωρίς καμία απόδειξη», βάσει «τεκμηρίων», ότι οι ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές χρησιμοποιήθηκαν από το 1984 και μετά για τη διευκόλυνση της εφαρμογής της συμφωνίας Cembureau. Σφάλλει, ωστόσο, όταν εξομοιώνει τα «τεκμήρια» προς έλλειψη αποδείξεων, καθόσον, όπως ήδη ανέφερα στο σημείο 86 των παρουσών προτάσεων, τα τεκμήρια αποτελούν πρόσφορη τεχνική προς επιβεβαίωση πραγματικών περιστατικών. Στο σημείο 128 εξέθεσα τη διαδικασία που ακολούθησε το Πρωτοδικείο προκειμένου να συναγάγει ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι, από της απόψεως αυτής, σύννομη. Συνεπώς, αυτή η αιτίαση της αναιρεσείουσας δεν είναι ικανή να θέσει εν αμφιβόλω την ορθότητα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
132 Με το ίδιο αυτό τρίτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, η Unicem υποστηρίζει ότι η αιτιολογία την οποία εκθέτει το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 1725 έως 1727 της αποφάσεώς του προς απόρριψη του ισχυρισμού ότι η συμμετοχή της στις ανταλλαγές πληροφοριών δεν μπορούσε να περιορίσει τον ανταγωνισμό, καθόσον η ίδια δεν εξήγε τσιμέντο προς άλλες ευρωπαϋκές χώρες την εποχή εκείνη, είναι παράλογη. Για μία ακόμα φορά, η αναιρεσείουσα προτείνει μια μερική, αποσπασματική ανάγνωση της δικαστικής αποφάσεως την οποία προσβάλλει. Στις τρεις αυτές σκέψεις, το Πρωτοδικείο απαντά προσηκόντως στην προσφεύγουσα. Εφόσον είχε αποδειχθεί ο ρόλος που είχε διαδραματίσει στις ανταλλαγές πληροφοριών και συναγόταν ότι, από το 1984 και μετά, οι ανταλλαγές αυτές εξυπηρετούσαν τη συμφωνία Cembureau για τον σεβασμό των εθνικών αγορών (σκέψεις 1634 επ.), το γεγονός ότι οι Ιταλοί παραγωγοί δεν πραγματοποιούσαν εξαγωγές προς άλλα κράτη μέλη δεν καταδεικνύει το ότι δεν είχαν κανένα συμφέρον στη διάδοση των πληροφοριών κατ' εφαρμογήν της αρχής Cembureau. Εφόσον αναγνωσθούν κατά τον τρόπο αυτόν, σε συνδιασμό με τα άλλα μέρη της αποφάσεως τα οποία αφορούν το ζήτημα αυτό, οι σκέψεις του Πρωτοδικείου ούτε παράλογες είναι ούτε μη θεμελιωμένες σε αποδείξεις. Τα βασικά πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται η κατηγορία αποδείχθηκαν, για τον λόγο δε αυτόν η Unicem και οι λοιποί Ιταλοί παραγωγοί επεχείρησαν να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά τους από άλλη οπτική γωνία.
133 Στο πρώτο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως αναφέρεται ότι υφίσταται μια ουσιώδης αρχή του δικαίου του ανταγωνισμού, σύμφωνα με την οποία οι ανταλλαγές πληροφοριών συνιστούν παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης μόνον όταν πρόκειται για επαγγελματικά απόρρητα (86). Αυτό όμως, υπ' αυτή τη διατύπωση, είναι ανακριβές. Είναι μεν αληθές ότι, κατά κανόνα, μια συμφωνία περί ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ ανταγωνιστών αντιβαίνει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης μόνον αν οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται αποτελούν επιχειρηματικά απόρρητα (87), υπάρχουν ωστόσο εξαιρέσεις. Μία από αυτές είναι και η περίπτωση που εξετάζει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
134 Η Επιτροπή δεν καταδίκασε τις ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές ως αυτοτελή συμπεριφορά θίγουσα τον ανταγωνισμό, αλλά μόνο στο μέτρο που διευκόλυναν την εκτέλεση της συμφωνίας Cembureau. Η αμοιβαία παροχή στοιχείων ως προς τις παραμέτρους διαμορφώσεως των τιμών συνέβαλλε στον σεβασμό των εθνικών αγορών, καθόσον επέτρεπε στον παραγωγό να αποτρέπει δυνητικούς εξωτερικούς πελάτες να προμηθεύονται από αυτόν, προτείνοντας μια τιμή καθόλου ελκυστική σε σχέση προς εκείνη την οποία ο ενδεχόμενος αυτός αγοραστής θα επετύγχανε από τις επιχειρήσεις του κράτους μέλους εντός του οποίου είναι εγκατεστημένος (88). Υπό τις περιστάσεις αυτές, το κατά πόσον τα ανταλλασσόμενα στοιχεία ήταν απόρρητα στερείται σημασίας. Καθοριστικό στοιχείο συνιστά η δυνατότητα των ανταλλαγών αυτών να εξασφαλίσουν την εφαρμογή της συμφωνίας Cembureau, ήτοι να επιδράσουν επί της αγοράς του τσιμέντου εξαλείφοντας την αβεβαιότητα (89). Η γενική γνώση ενός στοιχείου δεν αποκλείει εκ προοιμίου το ενδεχόμενο της χρησιμοποιήσεώς του για σκοπούς αντίθετους προς τον ανταγωνισμό. Ο τρόπος της διαδόσεως της πληροφορίας, ο τρόπος της επεξεργασίας της, ο χρόνος κατά τον οποίο λαμβάνει χώρα η ανταλλαγή και το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου πραγματοποιείται μπορούν να καταστήσουν αθέμιτη μια συμφωνία του είδους αυτού η οποία, κανονικά, δεν θα έπρεπε να θίγει τον ελεύθερο ανταγωνισμό καθόσον αφορά στοιχεία μη χαρακτηριζόμενα ως απόρρητα.
135 Το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως εκκινεί από εσφαλμένο δεδομένο. Η απόφαση του Πρωτοδικείου, στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις της, αναφέρει, στη σκέψη 1680, ότι «η Unicem [...] υποστηρίζει ότι, σε μια αγορά που δεν είναι ολιγοπωλιακή [...]» (90), εκτός από την ιταλική απόδοση, η οποία κάνει λόγο για ολιγοπωλιακή αγορά. Εφόσον η υπόθεση επί της οποίας στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως είναι εσφαλμένη, ο λόγος αυτός στερείται αυτομάτως ερείσματος.
136 Δεν αντιλαμβάνομαι πώς η περίσταση αυτή μπορεί να έθεσε την Unicem σε αδυναμία να αμυνθεί, εκτός αν γίνει δεκτό ότι εκείνο που την ενδιαφέρει δεν είναι τόσο η νομική ορθότητα της δικαστικής αποφάσεως όσο η ύπαρξη κενών και τυχόν αντιφάσεων που θα της επέτρεπαν να κατασκευάσει τεχνητά επιχειρήματα προς στήριξη των αναιρετικών αιτημάτων της. Αυτός ο τρόπος αντιλήψεως της λειτουργίας του δικαιώματος άμυνας εξηγεί ίσως αρκετούς από τους λόγους που συνθέτουν το δεύτερο αυτό μέρος της αιτήσεως αναιρέσεως: στηρίζονται σε αποσπασματικές αναγνώσεις της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
137 Στις προτάσεις που ανέπτυξα σήμερα στην υπόθεση C-205/00 P, Irish Cement Limited, ανέφερα ότι οι αιτιάσεις που αφορούν την αιτιολογία, ιδίως δεδομένου ότι προβάλλονται συστηματικά, είναι αλυσιτελείς. Μια δικαστική απόφαση η οποία καταλαμβάνει ουσιαστικά 1 200 σελίδες της Συλλογής της νομολογίας και περιλαμβάνει 5 134 σκέψεις, απόφαση με την οποία το Πρωτοδικείο, με μεγάλη προσπάθεια συνθέσεως, ταξινομεί, αναλύει και συστηματοποιεί τα επιχειρήματα σαρανταμιάς προσφευγουσών ώστε να απαντήσει σε κάθε μία από αυτές, μόνον ως αναιτιολόγητη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Είναι φυσικά πιθανόν να μην απάντησε το Πρωτοδικείο ρητώς σε κάποια μεμονωμένα επιχειρήματα, από δε τη μεμονωμένη ανάγνωση μιας ορισμένης σκέψεως, εκτός του όλου πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, είναι δυνατόν να προκύπτουν φαινομενικά αντιφάσεις, αυτό όμως οφείλεται ακριβώς στο ότι πρόκειται για ένα ενιαίο και συγκεντρωτικό κείμενο στο οποίο, σε πολλές περιπτώσεις, η λύση εμπεριέχεται στην έκθεση της επιχειρηματολογίας (91). Υπό τις περιστάσεις αυτές, κάθε μερική, αποσπασματική και εκτός του όλου πλαισίου της ανάγνωση πρέπει να απορρίπτεται, έστω και αν είναι κατανοητή από πλευράς της θεμιτής ασκήσεως των δικαιωμάτων άμυνας.
138 Οι προηγούμενες παρατηρήσεις ισχύουν ιδιαίτερα εν προκειμένω, καθόσον, ακόμα και αν υπήρχε όντως η αντίφαση την οποία καταγγέλλει η Unicem (πράγμα το οποίο συμβαίνει στο ιταλικό κείμενο της αποφάσεως), η αιτίαση αυτή θα εστερείτο ερείσματος. Όπως προσφυώς επισημαίνει η Επιτροπή, η σκέψη 1680 της αποφάσεως πρέπει να αναγνωσθεί σε συνδυασμό με τις άλλες σκέψεις με τις οποίες συνδέεται, ιδίως τις σκέψεις 1639 έως 1647, στις οποίες το Πρωτοδικείο παρατηρεί ότι οι ανταλλαγές πληροφοριών είχαν στην πραγματικότητα στόχο και αποτελέσματα που έθιγαν τον ανταγωνισμό. Ακόμα και αν η ευρωπαϋκή αγορά τσιμέντου ήταν ολιγοπωλιακή (όπως αναφέρει, εκ παραδρομής, το ιταλικό κείμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), η εκτίμηση την οποία διατυπώνει η Unicem σχετικά με τα θετικά αποτελέσματα που είχαν για τον ανταγωνισμό οι ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές διαψεύδεται με τις προμνησθείσες σκέψεις της αποφάσεως.
139 Συνεπώς, τα τρία πρώτα σκέλη του δεκάτου αυτού λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα και αβάσιμα.
3) Η συμμετοχή της Unicem στις περιοδικές ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές δεν χρησιμοποιήθηκε ως απόδειξη της αναμείξεώς της στη συμφωνία Cembureau (τέταρτο σκέλος)
140 Η Unicem, η οποία ήταν άμεσο μέλος της Cembureau, δεν παρέστη στις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας των ετών 1983 και 1984, κατά τις οποίες συνήφθη και επικυρώθηκε η ομώνυμη συμφωνία (92). Για τον λόγο αυτόν, το Πρωτοδικείο εξέτασε μήπως, παρά την απουσία της, η αναιρεσείουσα συμμορφώθηκε με τους όρους της συμφωνίας θέτοντας σε εφαρμογή μέτρα εκτελέσεως της συμπράξεως. Κατόπιν της εξετάσεως αυτής, το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Unicem μετέσχε στη σύσταση της European Task Force (άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής) (93), στις πρακτικές που απέβλεπαν στο να παύσει η Calcestruzzi να είναι πελάτης των Ελλήνων παραγωγών και, ιδίως, του Τιτάνα (άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα) (94), και στη συμφωνία που είχε ως αντικείμενο την αποτροπή των εισαγωγών ελληνικού τσιμέντου εκ μέρους της Calcestruzzi (άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ) (95). Από την ανάμειξη της Unicem στις τρεις αυτές πρακτικές, πρώτα η Επιτροπή και στη συνέχεια το Πρωτοδικείο συνήγαγαν ότι η Unicem προσχώρησε στη συμφωνία Cembureau από τις 9 Σεπτεμβρίου 1986 (96).
141 Ωστόσο, ουδέποτε το Πρωτοδικείο ανέφερε ότι η συμμετοχή της αναιρεσείουσας στις ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές επιβεβαιώνει την προσχώρησή της στη σύμπραξη (97). Με άλλες λέξεις, η συνεργασία της Unicem στα μέτρα εκτελέσεως τα οποία κολάζονται με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 4 της αποφάσεως της Επιτροπής ελήφθη υπόψη για να θεωρήσει το Πρωτοδικείο την Unicem ως μετέχουσα στη συμφωνία Cembureau (98), η δε προσχώρησή της σ' αυτή τη συμφωνία εξηγεί την ανάμειξή της στις ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές (99). Συνεπώς, δεν υφίσταται η κυκλική αιτιολογία που καταγγέλλει η Unicem.
142 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί και το τέταρτο σκέλος του δεκάτου λόγου αναιρέσεως
4) Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (τέταρτος λόγος αναιρέσεως και πέμπτο σκέλος του δεκάτου λόγου αναιρέσεως)
143 Η Επιτροπή επικαλείται το απαράδεκτο αυτού του λόγου, η ένστασή της όμως είναι υπερβολικά τυπολατρική και, αν γίνει δεκτή, υπάρχει κίνδυνος προσβολής του δικαιώματος της Unicem σε αποτελεσματική δικαστική προστασία. Είναι μεν αληθές ότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιόρισε στην αίτηση αναιρέσεως τις σκέψεις της αποφάσεως κατά των οποίων βάλλει (100), το περιεχόμενο, όμως, του λόγου αναιρέσεως επιτρέπει στο Δικαστήριο να τις εντοπίσει, έστω και αν δεν αναφέρονται με τους αριθμούς τους.
144 Ωστόσο, αυτό το σκέλος του δεκάτου λόγου αναιρέσεως στερείται ερείσματος.
145 Καταρχάς, η Unicem αποδίδει στο Πρωτοδικείο κρίσεις οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στην απόφαση, στην οποία πουθενά δεν αναφέρεται ότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η μη διατύπωση της ίδιας αιτιάσεως και κατά της Associazione Italiana Tecnico Economica del Cemento την περιήγαγε σε δυσμενέστερη θέση. Η απόφαση περιορίζεται να αναγνωρίσει ότι το γεγονός ότι δεν κατηγορήθηκε η ιταλική ένωση δεν μείωσε τα δικαιώματα άμυνας της Unicem, η οποία, μέσω της ενώσεως αυτής, μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση σε έγγραφα που θα της επέτρεπαν να αμυνθεί αποτελεσματικά κατά τη διοικητική διαδικασία (101). Είναι, επομένως, ανακριβές ότι της επιβλήθηκε probatio diabolica. Πρόκειται απλώς για διαπίστωση η οποία δεν αντικρούσθηκε ούτε αμφισβητήθηκε.
146 Ούτε έκρινε το Πρωτοδικείο, όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι η Associazione δεν υπείχε καμία ευθύνη καθόσον είχε περιοριστεί στη διαβίβαση των στοιχείων που της είχαν κοινοποιήσει οι παραγωγοί τσιμέντου. Η απόφαση αναφέρει απλώς ότι ο μη καταλογισμός ευθύνης στην εν λόγω ένωση δεν αποκλείει την ευθύνη της Unicem, η οποία «αποδείχθηκε δεόντως» (102), και ότι, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για απόκλιση από πάγια κοινοτική νομολογία.
147 Ο επικαλούμενος λόγο αναιρέσεως στηριζόμενο στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως οφείλει να παράσχει ένα έγκυρο μέτρο συγκρίσεως το οποίο να καταδεικνύει την ομοιότητα των καταστάσεων σε αμφότερες τις περιπτώσεις, κατά τρόπον ώστε η διαφορά μεταχειρίσεως να φανερώνει μια συμπεριφορά η οποία εισάγει δυσμενή διάκριση και είναι, κατά συνέπεια, καταδικαστέα.
148 Κατά τα λοιπά, δεδομένου ότι δεν χωρεί ισότητα στην παρανομία, ουδείς μπορεί να απαιτήσει να μη τιμωρηθεί για τον μοναδικό λόγο ότι άλλο πρόσωπο, το οποίο επίσης θα έπρεπε να τιμωρηθεί, δεν τιμωρήθηκε.
149 Συνεπώς, ο δέκατος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Γ. Η συμμετοχή της Unicem στη συμφωνία για τη σύσταση της Cembureau Task Force ή European Task Force (ενδέκατος λόγος αναιρέσεως, τρίτο σκέλος) (103)
150 Κατόπιν της εκδόσεως της διατάξεως της 5ης Ιουνίου 2002, από τον λόγο αυτόν παραμένει να εξεταστεί το τρίτο σκέλος, στο πλαίσιο του οποίου η Unicem επιχειρεί να καταδείξει ότι τα επιχειρήματα με τα οποία το Πρωτοδικείο απέδειξε την ευθύνη της για την παράβαση που περιγράφεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής ήταν εσφαλμένα.
1) Η θέση των διαδίκων
151 Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο στήριξε την εκτίμησή του στα «συστατικά στοιχεία» της European Task Force και στην «πρόταση» του κ. Albert, στοιχεία βάσει των οποίων θεώρησε ότι η Unicem γνώριζε ότι η συμφωνία Cembureau και οι εναρμονισμένες πρακτικές στις οποίες είχε συμμετάσχει αποτελούσαν μέρος μιας συνολικής στρατηγικής με στόχο την παύση των εισαγωγών.
152 H Unicem επιμένει ότι δεν μπορεί να συνέβαλε στη σύσταση της European Task Force και ότι δεν παρέστη στη συνεδρίαση της 9ης Σεπτεμβρίου 1986 και, ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο ουδόλως απέδειξε ότι είχε επίγνωση ότι συμμετείχε σε ενιαία συμφωνία θίγουσα τον ανταγωνισμό.
153 Κατά την αναιρεσείουσα, η ίδια επιχειρηματολογία καταδεικνύει ότι η ίδια δεν συνεργάστηκε στις πρακτικές που περιγράφονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 4 της αποφάσεως της Επιτροπής.
154 Η Επιτροπή δεν απάντησε σ' αυτόν τον λόγο αναιρέσεως.
2) Αβάσιμος λόγος αναιρέσεως
155 Το Πρωτοδικείο αφιερώνει τις σκέψεις 3740 έως 3745 της αποφάσεώς του για να απορρίψει τα επιχειρήματα της Unicem, προτού κρίνει ότι η τελευταία μετέσχε στην ενιαία συμφωνία σχετικά με τη European Task Force, στηριζόμενο σε δύο στοιχεία: τη συμμετοχή της αναιρεσείουσα στα συστατικά στοιχεία της συμφωνίας (104) και την πρόταση να μετάσχει ένας υπάλληλός της, ο κ. Albert, σε δύο από τις πέντε ομάδες εργασίας (105).
156 Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν το Πρωτοδικείο να απορρίψει, με τη διάταξη της 5ης Ιουνίου 2002 (106), τα δύο πρώτα σκέλη αυτού του λόγου αναιρέσεως ως προδήλως αβάσιμα υπαγορεύουν την ίδια λύση και όσον αφορά το τρίτο σκέλος, με το οποίο η Unicem χρησιμοποιεί ως σημείο εκκινήσεως μια εκδοχή των πραγματικών περιστατικών η οποία δεν έγινε δεκτή καθόσον δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη κατ' αναίρεση.
157 Εφόσον δεν έγινε δεκτή η υπόθεση επί της οποίας η αναιρεσείουσα στηρίζει την άποψή της, η αιτίαση καθίσταται άνευ αντικειμένου.
158 Δεν είναι ούτε εσφαλμένη ούτε παράλογη η διαπίστωση ότι η Unicem είχε επίγνωση του ότι δρούσε στο πλαίσιο μιας συλλογικής στρατηγικής που αποσκοπούσε στην εξάλειψη των εισαγωγών στη Δυτική Ευρώπη, ήτοι στο πλαίσιο της συμπράξεως της σχετικής με τη European Τask Force, αν ληφθεί η συμμετοχή της στα διάφορα συστατικά στοιχεία της συμφωνίας και η συμμετοχή ενός μέλους του προσωπικού της στις δύο ομάδες εργασίας, όπου το μέλος αυτό αναφέρθηκε στις προσπάθειες που καταβάλλονταν στο πλαίσιο της εφαρμογής της συμφωνίας (107).
Δ. Τα μέτρα προστασίας της ιταλικής αγοράς (δωδέκατος λόγος αναιρέσεως)
159 Με τον λόγο αυτόν, τον οποίο χωρίζει σε έξι σκέλη, η Unicem αμφισβητεί την εκ μέρους του Πρωτοδικείου ανάλυση των δράσεων που αναλήφθηκαν προκειμένου να παύσει η Calcestruzzi να είναι πελάτης των Ελλήνων παραγωγών και να εμποδιστεί να εισαγάγει τσιμέντο από την Ελληνική Δημοκρατία.
1) Η απόσυρση των σχετικών με τις εθνικές συμπράξεις αιτιάσεων που περιλαμβάνονταν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων [πέμπτος λόγος αναιρέσεως και πρώτο και τρίτο σκέλος, σημείο 1 (ως προς μία από τις πτυχές του) του δωδεκάτου λόγου αναιρέσεως] (108)
α) Η θέση των διαδίκων
160 Κατά την Unicem, η απόσυρση των εθνικών αιτιάσεων και η εκ νέου εξέταση ορισμένων συμβάσεων και συμφωνιών που ήδη εξετάστηκαν από την ιταλική αρχή ανταγωνισμού συνεπάγεται διπλό καταλογισμό ευθύνης για το ίδιο περιστατικό, κατά παραβίαση της αρχής non bis in idem.
161 Κατά την αναιρεσείουσα, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τις ίδιες συμφωνίες ως απόδειξη της συμμετοχής της στη σύμπραξη Cembureau (άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής), διαπιστώνοντας ότι οι Italcementi, Cementir και Unicem ευθύνονταν λόγω της συμμετοχής τους σε συμφωνία σχετική με τις συμβάσεις που συνάφθηκαν στις 3 και 15 Απριλίου 1987 με στόχο να παρεμποδιστούν οι εκ μέρους της Calcestruzzi εισαγωγές ελληνικού τσιμέντου.
162 Η Unicem προσθέτει ότι η αιτιολογία η οποία παρέχεται στη σκέψη 3386 της αποφάσεως προς δικαιολόγηση της διπλής εξετάσεως των συμπεριφορών στις εγχώριες αγορές είναι όχι μόνον ήκιστα πειστική, αλλά και περίπλοκη και απατηλή, καθόσον οι συμβάσεις που συνάφθηκαν με την Calcestruzzi αποτέλεσαν αντικείμενο κοινοτικού ελέγχου λόγω του εγγενούς αθέμιτου χαρακτήρα τους, δεδομένου ότι τόσον η Επιτροπή όσο και το Πρωτοδικείο τις χρησιμοποίησαν προκειμένου να καταδείξουν τη σχέση τους με τη συμφωνία Cembureau.
163 Από τα ανωτέρω η αναιρεσείουσα συνάγει ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου παρέχει εσφαλμένη αιτιολογία όσον αφορά την αντίφαση μεταξύ της αποφάσεως περί εγκαταλείψεως των «εθνικών πτυχών» της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και της εκτιμήσεως των συμβάσεων που συνάφθηκαν με την Calcestruzzi.
164 Η Επιτροπή απαντά ότι αυτή η αιτίαση είναι απαράδεκτη, καθόσον αποσκοπεί σε πλήρη επανεξέταση των επιχειρημάτων που προέβαλε η Unicem πρωτοδίκως.
165 Όσον αφορά το εσφαλμένο της αιτιολογίας, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υφίσταται η αντίφαση που καταγγέλλει η αναιρεσείουσα.
166 Δεν υπάρχει αντίφαση ούτε στις εκτιμήσεις σχετικά με τη διάρκεια της ισχύος των συμβάσεων που συνήψαν οι Ιταλοί παραγωγοί τσιμέντου με την Calcestruzzi, λαμβανομένου υπόψη ότι ως περίοδος ισχύος της συμπράξεως αυτής καθορίστηκε το χρονικό διάστημα από 3 Απριλίου 1987, ημερομηνία υπογραφής των συμβάσεων, έως 3 Απριλίου 1992, ημερομηνία της λήξεως της ισχύος τους. Το προηγούμενο ζήτημα δεν έχει καμία σχέση με την απόσυρση των «εθνικών αιτιάσεων», δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται στις σκέψεις 445 έως 447 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο διεθνές μέρος της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και στην απόφαση της Επιτροπής γινόταν ρητή αναφορά στις συμβάσεις από την οπτική γωνία της απαγορευμένης συμπράξεως, καθόσον οι συμβάσεις αυτές εμπόδιζαν τις εισαγωγές ελληνικού τσιμέντου στην Ιταλία.
167 Κατά την Επιτροπή, η απόφαση του Πρωτοδικείου εξηγεί λεπτομερώς ότι η συμμετοχή της Unicem στην παράβαση που περιγράφεται στο άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής διαπράχθηκε μεταξύ 9ης Σεπτεμβρίου 1986 και 3ης Απριλίου 1992, ημερομηνίας κατά την οποία έληξε η ισχύς της συμφωνίας των τριών Ιταλών παραγωγών για την παρεμπόδιση των εισαγωγών ελληνικού τσιμέντου.
β) Παραδεκτός λόγος αναιρέσεως
168 Η Επιτροπή σφάλλει όταν υποστηρίζει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον η Unicem δεν περιορίζεται μόνο να επαναλάβει τα επιχειρήματα που προέβαλε πρωτοδίκως, αλλά επικρίνει και το Πρωτοδικείο το οποίο τα απέρριψε.
169 Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε νομική πλάνη, καθόσον δεν αναγνώρισε ότι σημειώθηκε προσβολή της αρχής non bis in idem και χρησιμοποίησε αντιφατική αιτιολογία. Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής προβολής λόγου αναιρέσεως.
γ) Η αρχή non bis in idem
170 Η εν λόγω αρχή (109) απαγορεύει την επιβολή πλειόνων ποινών στο ίδιο πρόσωπο για την ίδια παράνομη συμπεριφορά χάριν της προστασίας των ιδίων εννόμων αγαθών στο μέτρο που η πολλαπλή αυτή επιβολή ποινών συνεπάγεται απαράδεκτη επανάληψη κατά την άσκηση του jus puniendi (110).
171 Συνεπώς, η εφαρμογή της αρχής αυτής εξαρτάται από τρεις προϋποθέσεις: ταυτότητα των περιστατικών, ταυτότητα του παραβάτη και ταυτότητα του προστατευομένου εννόμου αγαθού (111).
172 Εν προκειμένω, δεν υφίσταται αμφιβολία ως προς το ότι υπάρχει ταυτότητα του παραβάτη.
173 Ούτε υφίσταται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του προστατευομένου εννόμου αγαθού. Το σύνολο των κανόνων που εξασφαλίζουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό εντός της Ευρωπαϋκής Ενώσεως δεν επιτρέπουν τη διάκριση μεταξύ κοινοτικού πλαισίου και εθνικών πλαισίων, ως εάν επρόκειτο για δύο στεγανούς χώρους. Τόσο το κοινοτικό όσο και τα εθνικά πλαίσια προστατεύουν τον ελεύθερο και ανοικτό ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς. Αν το πρώτο πλαίσιο κανόνων έχει ως αντικείμενο το σύνολο της κοινής αγοράς ενώ τα άλλα πλαίσια ασχολούνται με τα επιμέρους συστατικά στοιχεία της, η ουσία τους παραμένει η ίδια. Επί του σημείου αυτού, τα εθνικά δίκαια οφείλουν να μεταφέρουν προσηκόντως στην εσωτερική έννομη τάξη τις διατάξεις των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ και του παραγώγου δικαίου που θεσπίζεται προς εφαρμογήν τους.
174 Από την ανάγνωση των άρθρων 2 (112) και 3 του ιταλικού νόμου 287/1990, της 10ης Οκτωβρίου 1990, για την προστασία του ανταγωνισμού και της αγοράς (113), προκύπτει ότι αποτελεί σχεδόν κατά λέξη μεταγραφή των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, με μόνη τη διαφορά ότι ο Ιταλός νομοθέτης κάνει λόγο για «εθνική αγορά» όπου η Συνθήκη αναφέρεται στην «κοινή αγορά», η διαφορά όμως αυτή, όπως θα εξηγήσω κατωτέρω, περιορίζεται στους επιθετικούς προσδιορισμούς και δεν ασκεί ουσιαστική επιρροή.
175 Οι κοινοτικές και οι εθνικές αρχές επιτελούν παρεμφερές έργο και, όταν καλάζουν συμπεριφορές θίγουσες τον ανταγωνισμό, σκοπούν στην προστασία ενός και του αυτού εννόμου αγαθού, κατανέμοντας μεταξύ τους τις αρμοδιότητες σύμφωνα με τα κριτήρια που έχει καθορίσει το Δικαστήριο με τις προμνησθείσες στην υποσημείωση 110 των παρουσών προτάσεων αποφάσεις.
176 Στην προμνησθείσα απόφαση Wilhelm, αναφέρεται ότι, «ενώ το άρθρο 85 [...] αντιμετωπίζει [τις συμπράξεις] με κριτήριο τα εμπόδια που μπορούν να δημιουργήσουν για το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, οι εσωτερικές νομοθεσίες, εμπνεόμενες από δικές τους η καθεμιά σκέψεις, αντιμετωπίζουν τις συμπράξεις μόνο μέσα στο μοναδικό αυτό πλαίσιο» (114). Το Δικαστήριο, εκφραζόμενο με τον τρόπο αυτό, αναφέρεται στη διπλή αυτή οπτική, μία συνολική και μία γεωγραφικώς περιορισμένη, στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όταν η σύμπραξη περιορίζεται εντός των συνόρων ενός κράτους μέλους, δεν παύει να επηρεάζει «[τον ανταγωνισμό] εντός της κοινής αγοράς» (115). Το κριτήριο της γεωγραφικής εκτάσεως που καλύπτει η θίγουσα τον ανταγωνισμό συμπεριφορά δεν είναι ουσιαστικό, αλλά καθαρώς προσδιοριστικό, καθόσον δεν επηρεάζει τη φύση της παραβάσεως αλλά μόνον την έντασή της.
177 Όταν μια συμπεριφορά αντιβαίνουσα στο άρθρο 81 ΕΚ έχει διωχθεί και τιμωρηθεί από την Επιτροπή, και εφόσον συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που προανάφερα, η συμπεριφορά αυτή δεν μπορεί να τιμωρηθεί και από την αρμόδια για την προστασία του ανταγωνισμού εθνική αρχή και αντιστρόφως (116).
178 Η λύση την οποία υιοθέτησε το Δικαστήριο στην απόφαση Wilhelm, και η οποία συνίσταται στη μείωση, εκ μέρους της αρχής που επεμβαίνει δεύτερη, της κυρώσεως αναλόγως του ύψους του προστίμου που επιβλήθηκε από την πρώτη αρχή, δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές της αρχής non bis in idem. Η αρχή αυτή δεν αποτελεί διαδικαστικό κανόνα ο οποίος λειτουργεί ως μέσο μετριασμού των κυρώσεων στην υπηρεσία της αρχής της αναλογικότητας, όταν ένα πρόσωπο υποβάλλεται σε διπλή δίκη και ποινή για την ίδια συμπεριφορά, αλλά συνιστά θεμελιώδη εγγύηση των δικαιωμάτων των πολιτών (117).
179 Στην πραγματικότητα, η προμνησθείσα απόφαση του Δικαστηρίου δεν εφάρμοσε την εν λόγω αρχή (118), καθόσον επρόκειτο περί «δύο παραλλήλων διαδικασιών, που εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς» (119), δηλαδή περί διαδικασιών σκοπουσών στην προστασία διαφορετικών εννόμων αγαθών ή αξιών (120). Δεν υπήρχε η ταυτότητα του προστατευομένου αντικειμένου την οποία απαιτεί ο κανόνας non bis in idem. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι, κατά την κοινοτική νομοθεσία, ακόμα και όταν δεν εφαρμόζεται η ανωτέρω αρχή και είναι επιτρεπτή η σώρευση των κυρώσεων, «μία γενική απαίτηση επιεικείας [...] επιβάλλει να ληφθεί υπόψη κάθε προηγούμενη κατασταλτική απόφαση για τον καθορισμό μιας ενδεχόμενης κυρώσεως» (121).
180 Πάντως, η τρίτη από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, ήτοι η ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών, δεν συντρέχει εν προκειμένω (122).
181 Η σκέψη 3386 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως διευκρινίζει ότι η απόφαση της Autoritΰ Garante della Concorrenza e del Mercato αφορούσε τις συμβάσεις προμηθείας και τις συμφωνίες συνεργασίας που υπεγράφησαν μεταξύ των τριών Ιταλών παραγωγών (Unicem, Cementir και Italcementi) και της Calcestruzzi, ενώ η παρέμβαση των κοινοτικών αρχών είχε ως αντικείμενο τη συμφωνία την οποία συνήψαν οι προμνησθέντες παραγωγοί τσιμέντου με σκοπό να παύσει η Calcestruzzi να εισάγει τσιμέντο από την Ελλάδα.
182 Η Unicem αμφισβητεί την ως άνω διαπίστωση του Πρωτοδικείου, όμως η αίτηση αναιρέσεως δεν είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος για να το πράξει, καθόσον η εκ μέρους του Πρωτοδικείου διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών δεν μπορεί να αναθεωρηθεί κατ' αναίρεση.
183 Τελικά, οι τρεις Ιταλοί παραγωγοί τσιμέντου συνήψαν συμφωνία προκειμένου να μη συνεχίσει η Calcestruzzi να εισάγει ελληνικό τσιμέντο σε εκτέλεση, μεταξύ άλλων, της συμβάσεως που είχε υπογράψει το 1986 με τον Τιτάνα. Η συμφωνία αυτή, η οποία εντασσόταν στο πλαίσιο της κοινής προτάσεως της European Task Force για την κατάργηση των εισαγωγών τσιμέντου στη Δυτική Ευρώπη, χρειαζόταν να συμπληρωθεί, αυτός δε ήταν, εξάλλου, ο απώτερος στόχος της. Προκειμένου να εμποδιστεί η Calcestruzzi να συνεχίσει τις εισαγωγές τσιμέντου από την Ελλάδα και για να υποχρεωθεί να εφοδιάζεται από τους Ιταλούς παραγωγούς, ώστε να τηρείται ο κανόνας «καθένας στον τόπο του» επί του οποίου στηρίζεται η αρχή Cembureau, ήταν απαραίτητο να ρυθμιστεί ο εφοδιασμός αυτού του Ιταλού παραγωγού σκυροδέματος σε τσιμέντο σύμφωνα με τον σκοπό των συμβάσεων και συμφωνιών που είχαν υπογραφεί στις 3 και στις 15 Απριλίου 1987.
184 Ήταν δύο διαφορετικές συμπεριφορές. Η πρώτη, με διεθνείς διαστάσεις, είχε ως σκοπό να εμποδιστούν οι εκ μέρους της Calcestruzzi εισαγωγές ελληνικού τσιμέντου. Η άλλη, καθαρά εθνικών διαστάσεων, συνίστατο στη συμφωνία μεταξύ των τριών τσιμεντοβιομηχανιών και της Calcestruzzi. Για την πρώτη ευθύνονταν οι Unicem, Italcementi και Cementir, καθόσον η εταιρία παραγωγής σκυροδέματος εμφανιζόταν ως θύμα, ενώ για τη δεύτερη, και οι τέσσερις εταιρίες μετείχαν στη σύμπραξη. Η συμφωνία μεταξύ των τριών τσιμεντοπαραγωγών για να ασκήσουν πιέσεις έναντι εκείνου ο οποίος επρόκειτο στη συνέχεια να υπογράψει συμβάσεις εφοδιασμού αποτελεί αυτοτελή κολάσιμη σύμπραξη (123).
δ) Μη αντιφατική αιτιολογία
185 Η σχετική με την εθνική σύμπραξη αιτίαση για την Ιταλία αφορούσε τις συμβάσεις και συμφωνίες εφοδιασμού που είχαν υπογραφεί στις 3 και στις 15 Απριλίου 1987 από τις Unicem, Italcementi, Cementir και Calcestruzzi. Στο πλαίσιο των συμφωνιών αυτών, οι εν λόγω επιχειρήσεις ίδρυσαν μια κοινή θυγατρική με την ονομασία Societα Italiana per le Promozioni ed Applicazioni del Calcestruzzo SpA (SIPAC) (124). Με τις συμφωνίες αυτές, οι τρεις παραγωγοί ανέλαβαν την υποχρέωση να ικανοποιούν όλες τις ανάγκες του ομίλου Calcestruzzi σε τσιμέντο και να εφαρμόζουν τις συμφωνηθείσες εκπτώσεις τιμών. Από την πλευρά της, η τελευταία επιχείρηση ανέλαβε την υποχρέωση να αποδίδει το ήμισυ του ποσού των εκπτώσεων αυτών στην προμνησθείσα κοινή θυγατρική, η οποία όφειλε να επενδύει τα σχετικά ποσά σε εταιρίες παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος ή σε συναφείς δραστηριότητες και να ικανοποιεί τουλάχιστον το 80 % των αναγκών της σε τσιμέντο από την Italcementi, την Unicem ή τη Cementir ή από τις επιχειρήσεις που αυτές θα υποδείκνυαν. Αν οι αγορές της Calcestruzzi ήταν χαμηλότερες του 95 % των αναγκών της, οι παραγωγοί επιφυλάσσονταν του δικαιώματος καταγγελίας των συμβάσεων (125).
186 Στη διεθνή πτυχή της ανακοινώσεως των αιτιάσεων γινόταν αναφορά σε δύο παραβάσεις σχετικές με τα μέτρα προστασίας της ιταλικής αγοράς, οι οποίες διαπράχθηκαν στο πλαίσιο της European Task Force ή Cembureau Task Force (126).
187 Η πρώτη, γενικότερη, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, συνίσταται σε εναρμονισμένες πρακτικές αποσκοπούσες στo να παύσει η Calcestruzzi, η οποία ήταν τότε ο κυριότερος Ιταλός παραγωγός έτοιμου σκυροδέματος, να είναι πελάτης των Ελλήνων παραγωγών τσιμέντου και, ειδικότερα, του Τιτάνα. Η παράβαση αυτή καταλογίστηκε στην Italcementi, την Unicem και τη Cementir, καθώς και στα λοιπά μέλη της εν λόγω συμπράξεως (127).
188 Η δεύτερη, ειδικότερη, συνίστατο στη συμφωνία που είχαν συνάψει οι τρεις Ιταλοί παραγωγοί με σκοπό να παύσει η Calcestruzzi να εισάγει τσιμέντο από την Ελλάδα και στο πλαίσιο της οποίας συνάφθηκαν οι συμβάσεις της 3ης και 15ης Απριλίου 1987. Σκοπός της ήταν να αντιμετωπιστεί η απειλή εισαγωγής 1,5 ΜΤ ελληνικού τσιμέντου από την Calcestruzzi (128). Η παράβαση αυτή, για την οποία επιβάλλει κυρώσεις το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, καταλογίστηκε αποκλειστικά στους τρεις προμνησθέντες παραγωγούς (129).
189 To Πρωτοδικείο συνδέει τη διάρκεια της παραβάσεως αυτής με τη διάρκεια των συμβάσεων και συμφωνιών που είχαν συναφθεί με την Calcestruzzi. Εφόσον αποδείχθηκε (130) ότι οι Unicem, Italcementi και Cementir είχαν έλθει σε συμφωνία για να εμποδίσουν την Calcestruzzi να εισάγει ελληνικό τσιμέντο, συμφωνία στο πλαίσιο της οποίας είχαν συνάψει συμβάσεις εφοδιασμού με την επιχείρηση αυτή, δεν είναι ούτε αντιφατικό ούτε παράλογο να καθοριστεί η διάρκεια της συμπράξεως αυτής με αναφορά προς τη διάρκεια της ισχύος των συμβάσεων αυτών, οι οποίες αποτελούν την έκφραση της συμπράξεως αυτής προς τα έξω. Αυτό είναι το νόημα των σκέψεων 3396, 4340 και συναφών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
190 Μια διαπίστωση όπως η ανωτέρω δεν αφίσταται της συλλογιστικής την οποία αναπτύσσει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 4278 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η συμφωνία Cembureau περί σεβασμού των εθνικών αγορών αποτελούσε ολική συμφωνία θίγουσα τον ανταγωνισμό, την οποία εφάρμοσε η πλεινότητα των κοινοτικών παραγωγών τσιμέντου. Όλες οι επιχειρήσεις στις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις μετέσχαν στη σύναψή της ή στην εφαρμογή της ή και στα δύο, μέσω μέτρων μεγάλης κατά το μάλλον ή ήττον διάρκειας. Το ότι οι τρεις Ιταλοί παραγωγοί εξακολούθησαν να την τηρούν έως τις 3 Απριλίου 1992, ενώ οι άλλοι παραγωγοί είχαν παύσει πλέον να την τηρούν, καταδεικνύει απλώς ότι οι τρεις αυτές επιχειρήσεις διατήρησαν τη συμφωνία αυτή σε ισχύ επί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ' ό,τι οι άλλες επιχειρήσεις.
191 Τελικά, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως και το πρώτο σκέλος του δωδεκάτου λόγου αναιρέσεως.
2) Η συμμετοχή της Unicem στη σύμπραξη που είχε ως στόχο να παύσει η Calcestruzzi να είναι πελάτης των Ελλήνων παραγωγών - άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της αποφάσεως της Επιτροπής - (δεύτερο σκέλος του δωδεκάτου λόγου αναιρέσεως) (131)
α) Η θέση των διαδίκων
192 Η Unicem αμφισβητεί συναφώς την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των εγγράφων αποδείξεων (πρώτο σκέλος) καθώς και τον καθορισμό της διάρκειας της παραβάσεως (δεύτερο σκέλος).
193 Η Επιτροπή θεωρεί αυτόν τον λόγο αναιρέσεως απαράδεκτο καθόσον, αφενός, αφορά την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και, αφετέρου, η Unicem δεν διατυπώνει συγκεκριμένη αιτίαση όταν αμφισβητεί τον εκ μέρους του Πρωτοδικείου καθορισμό της διάρκειας της παραβάσεως. Προσθέτει ότι, στις σκέψεις 3245 έως 3254 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το επί της ουσίας δικαστήριο ανέλυσε ορθώς τους λόγους της συμμετοχής της αναιρεσείουσας εταιρίας στη σύμπραξη.
194 Η Unicem απαντά ότι το Πρωτοδικείο αλλοίωσε την έννοια των πρακτικών των συνεδριάσεων της 17ης Ιουνίου και της 4ης Σεπτεμβρίου 1986· άλλως, η αιτιολογία της σκέψεως 2683 της αποφάσεως είναι αντιφατική. καθόσον δεν ανταποκρίνεται στη διάρκεια που αποδόθηκε στην παράβαση.
β) Λόγος αναιρέσεως αβάσιμος, ο οποίος δεν επηρεάζει την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών
195 Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, η Unicem εκφράζει τη διαφωνία της ως προς την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των εγγράφων αποδείξεων τις οποίες διέθετε το εν λόγω όργανο.
196 Αρκεί η ανάγνωση του σημείου 4.2 της αιτήσεως αναιρέσεως, σε συνδυασμό προς τις σκέψεις της αποφάσεως που επικαλείται η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως, προκειμένου να καταδειχθεί ότι εκείνο το οποίο ζητεί η Unicem από το Δικαστήριο είναι να υιοθετήσει τη δική της εκδοχή των πραγματικών περιστατικών, η οποία είναι διαφορετική από αυτή που δέχθηκε το Πρωτοδικείο. Από την άποψη αυτή, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
197 Είναι επίσης αβάσιμος, καθόσον, αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, δεν υπάρχει ούτε αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων ούτε αντιφατική ή εσφαλμένη αιτιολογία.
198 Για μία ακόμα φορά, η Unicem προτείνει μια αποσπασματική ανάγνωση της νομικής θεμελιώσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Είναι αληθές ότι, στις σκέψεις 3245 έως 3253, γίνεται λόγος για τις συνεδριάσεις της 6ης και 11ης Φεβρουαρίου 1987, στις οποίες δεν παρέστη ο κ. Albert, εκπρόσωπος της Unicem. Ωστόσο, αναφέρεται επίσης και μια άλλη συνεδρίαση της 9ης Σεπτεμβρίου 1986, οι συμμετέχοντες στην οποία ενημερώθηκαν για τα πεπραγμένα των προηγουμένων συναντήσεων και το αντικείμενό τους, όπως και για τη συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 17 Μαρτίου 1987, κατά την οποία ο ως άνω εκπρόσωπος ενημέρωσε τους συμμετέχοντες για τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των Ιταλών παραγωγών τσιμέντου και του ομίλου Ferruzzi, στον οποίο ανήκε η Calcestruzzi. Το Πρωτοδικείο εξέτασε και τα τηλετυπήματα της 13ης Μαου 1987 και της 2ας Σεπτεμβρίου 1988. Πιθανόν, η αναφορά σε μια «συμφωνία μεταξύ των ιταλικών τσιμεντοβιομηχανιών και του ομίλου Ferruzzi αποτρέπουσ[α] την απειλή εισαγωγής τσιμέντου από τον όμιλο, απειλή η οποία κρίθηκε καταστροφική για τις τιμές» (132) να έγινε μόνο κατά τη συνεδρίαση της 11ης Φεβρουαρίου 1987, η περίσταση όμως αυτή δεν μεταβάλλει την κατάσταση. Ακόμα και αν δεν ληφθούν υπόψη η συνεδρίαση αυτή και η άλλη του ίδιου μήνα, το Πρωτοδικείο διέθετε επαρκή στοιχεία ώστε να κρίνει ότι «βασίμως η Επιτροπή διαπίστωσε [...] τη συμμετοχή της Unicem στις εναρμονισμένες πρακτικές που είχαν ως σκοπό να παύσει η Calcestruzzi να είναι πελάτισσα των Ελλήνων παραγωγών και ιδιαίτερα της Τιτάν» (133).
199 Επιπλέον, δεν υφίσταται η αντίφαση την οποία καταγγέλλει η αναιρεσείουσα με το υπόμνημα απαντήσεως. Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τις συνεδριάσεις της 17ης Ιουνίου και της 4ης Σεπτεμβρίου 1986, όπως προκύπτει από την ανάγνωση των σκέψεων 3245 έως 3253 της αποφάσεώς του.
200 Όσον αφορά την αιτίαση σχετικά με τη διάρκεια την οποία αποδίδει το Πρωτοδικείο στην παράβαση, η αναιρεσείουσα, εκ παραδρομής, αναφέρεται στις ανταλλαγές πληροφοριών, τις οποίες κολάζει το άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής. Η Επιτροπή, επικαλούμενη το λάθος αυτό, υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Ωστόσο, από το κείμενο του μέρους αυτού της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της διοικητικής αποφάσεως, προκύπτει ότι η Unicem βάλλει κατ' εκείνου του μέρους του σκεπτικού της αποφάσεως με το οποίο καθορίζεται το χρονικό διάστημα της συμμετοχής της στα πραγματικά περιστατικά και, ως εκ τούτου, αυτή η πτυχή του λόγου αναιρέσεως δεν είναι απαράδεκτη.
201 Ωστόσο, θα πρέπει να απορριφθεί. Η Επιτροπή, στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα της αποφάσεώς της, αναφέρει ως ημερομηνία ενάρξεως της παραβάσεως τη 17η Ιουνίου 1986, ενώ το Πρωτοδικείο τη μετέθεσε, όσον αφορά την Unicem, στις 9 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε στο Baden-Baden η συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας και των εκπροσώπων της European Task Force. Ως ημερομηνία λήξεως της παραβάσεως όρισε η Επιτροπή, εκ παραδρομής, τη 15η Μαρτίου 1987 (134), δεδομένου ότι η συνεδρίαση δεν πραγματοποιήθηκε την ημερομηνία αυτή, αλλά δύο ημέρες αργότερα. Το Πρωτοδικείο, όμως, δεν μπορούσε να διορθώσει το λάθος αυτό χωρίς να υποπέσει σε αντίφαση και να μεταβάλει επί τα χείρω την κατάσταση της Unicem.
202 Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και αβάσιμος.
3) Η συμφωνία σχετικά με τις συμβάσεις και συμφωνίες που υπογράφηκαν τον Απρίλιο του 1987 με την Calcestruzzi (άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής)
α) Η θέση των διαδίκων
i) Η απόδειξη της συμμετοχής της Unicem (δωδέκατος λόγος αναιρέσεως, τρίτο σκέλος, σημείο 2) (135)
203 Η Unicem προσβάλλει τη σκέψη 3353 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου υποστηρίζοντας ότι δεν αποδεικνύει ότι οι μετασχόντες στη συνεδρίαση της European Task Force της 17ης Μαρτίου 1987 γνώριζαν πράγματι την ύπαρξη της συμφωνίας αυτής και, ενδεχομένως, την είχαν εγκρίνει ούτε ότι γνώριζαν την ύπαρξη κοινού σχεδίου και κοινής δράσεως.
204 Η Unicem επαναλαμβάνει ότι παρέστη μόνο στη συνεδρίαση της 17ης Μαρτίου 1987, κατά την οποία συζητήθηκαν απολύτως νόμιμα θέματα, και ότι ο εκπρόσωπός της κ. Albert περιορίστηκε να αναφέρει, όταν ερωτήθηκε από τους συμμετέχοντες, ότι η σύμβαση με τη Ferruzzi, δηλαδή με την Calcestruzzi, δεν είχε ακόμα συναφθεί.
205 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι υπάρχουν αποδείξεις σχετικά με την ύπαρξη της συμφωνίας και παραπέμπει στις σκέψεις 3348 έως 3386 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
ii) Η υποχρέωση κοινοποιήσεως των συμβάσεων με την Calcestruzzi (δωδέκατος λόγος αναιρέσεως, τρίτο σκέλος, σημείο 3) (136)
206 Κατά την Unicem, το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, θεωρώντας ότι οι συμβάσεις και συμφωνίες που είχαν συναφθεί με την Calcestruzzi έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή απαλλάσσει από την υποχρέωση κοινοποιήσεως τις συμφωνίες που δεν αφορούν ούτε εισαγωγές ούτε εξαγωγές, έστω και αν επηρεάζουν εμμέσως τις εν λόγω κινήσεις εμπορευμάτων.
207 Η Επιτροπή αναφέρει ότι δεν είναι σε θέση να εντοπίσει το χωρίο της προσφυγής με το οποίο η Unicem προβάλλει την ως άνω αιτίαση και, ως εκ τούτου, τη θεωρεί ως νέο ισχυρισμό, μη δυνάμενο να προβληθεί παραδεκτώς κατ' αναίρεση. Προσθέτει ότι οι συμφωνίες που συνάφθηκαν με την Calcestruzzi δεν καλύπτονται από την προμνησθείσα διάταξη του κανονισμού 17, καθόσον εμπόδιζαν την εισαγωγή σημαντικής ποσότητας ελληνικού τσιμέντου στην Ιταλία.
208 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Unicem αναγνωρίζει μεν ότι δεν έθιξε το ζήτημα αυτό ενώπιον του Πρωτοδικείου, θεωρεί ωστόσο ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως, καθόσον αποτελεί ζήτημα δημοσίας τάξεως.
iii) Η διάρκεια της παραβάσεως (δωδέκατος λόγος αναιρέσεως, τρίτο σκέλος, σημείο 4) (137)
209 Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι η παράβαση που περιγράφεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής διήρκεσε έως τις 3 Απριλίου 1992, αντιφάσκει προς τη συλλογιστική που αναπτύσσει στη σκέψη 4278 της αποφάσεώς του.
210 Κατά την Επιτροπή, δεν υφίσταται καμία αντίφαση στο κείμενο της αποφάσεως. Η συμφωνία Cembureau για τον σεβασμό των εθνικών αγορών τηρήθηκε από τους τρεις Ιταλούς παραγωγούς έως τις 3 Απριλίου 1992, πράγμα το οποίο δεν υποδηλώνει ότι άλλες ευρωπαϋκές επιχειρήσεις παραγωγής τσιμέντου την εφάρμοσαν έως την ίδια αυτή ημερομηνία.
β) Επί της παρεμβάσεως της Unicem
211 Για ακόμα μία φορά, η Unicem επιχειρεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ένα χώρο στον οποίο δεν μπορεί να εισέλθει, δηλαδή στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, χρησιμοποιώντας ένα τέχνασμα που συνίσταται στην απομόνωση ενός χωρίου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως από το όλο πλαίσιό του. Ισχυρίζεται ότι η ύπαρξη της συμφωνίας την οποία κολάζει το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής και της αποδείξεως της συμμετοχής της Unicem σ' αυτή καταδεικνύεται μόνο στη σκέψη 3353 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ενώ, στην πραγματικότητα, το Πρωτοδικείο αφιερώνει στο ζήτημα αυτό τριάντα εννέα σκέψεις της αποφάσεώς του.
212 Η Unicem δεν αρνείται την ύπαρξη των συμβάσεων που υπογράφηκαν στις 3 και στις 15 Απριλίου 1987 με την Calcestruzzi, ούτε ότι αυτές υπήρξαν το αποτελέσμα ή το αντικείμενο της συμφωνίας μεταξύ των τριών Ιταλών παραγωγών και της Ferruzzi, στην οποία αναφέρονται τα τηλετυπήματα που ήδη ανέφερα στις παρούσες προτάσεις (138). Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στερούνται ερείσματος οι εκτιμήσεις που περιέχονται στις σκέψεις 3356, 3360, 3361, 3367, 3372 και τις άλλες συναφείς σκέψεις της αποφάσεως.
213 Η απουσία της αναιρεσείουσας εταιρίας από τη συνεδρίαση της European Task Force της 11ης Φεβρουαρίου 1987 δεν έχει σημασία. Η παράβαση που κολάζει το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής δεν αποτελεί συμφωνία ευρωπαϋκών διαστάσεων καθόσον συνάφθηκε αποκλειστικώς μεταξύ της Cementir, της Italcementi και της Unicem. Με άλλες λέξεις, οι συμβάσεις και συμφωνίες που συνάφθηκαν στις 3 και στις 15 Απριλίου 1987 συνάφθηκαν κατ' εφαρμογήν της συμφωνίας την οποία είχαν συνάψει οι τρεις αυτοί Ιταλοί παραγωγοί για να αντιμετωπίσουν την απειλή της εισαγωγής 1,5 ΜΤ κοινού τσιμέντου εκ μέρους της Calcestruzzi (139), συμφωνίας η οποία μνημονεύθηκε κατά τις συνεδριάσεις της European Task Force της 11ης Φεβρουαρίου και της 15ης Μαρτίου 1987 (140). Στο πλαίσιο αυτό, τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας καθίστανται άνευ αντικειμένου, διότι η συμφωνία που περιγράφεται στην προμνησθείσα διάταξη της αποφάσεως της Επιτροπής δεν συνήφθη στα πλαίσια αυτής της ενώσεως και, κατά συνέπεια, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν παρέστη σε μία συνεδρίαση κατά την οποία δεν συνήφθη η συμφωνία αυτή, έστω και αν μνημονεύθηκε η ύπαρξή της.
214 Όποιες και αν είναι οι εκτιμήσεις της Unicem όσον αφορά το περιεχόμενο της συνεδριάσεως της 17ης Μαρτίου 1987, γεγονός παραμένει ότι κατά τη συνεδρίαση αυτή παρασχέθηκαν πληροφορίες σχετικά με το στάδιο των διαπραγματεύσεων με τη Feruzzi (141). Η περιεχόμενη στις σκέψεις 3353 επ. της αποφάσεως εκτίμηση αυτού του πραγματικού στοιχείου, σε συνδυασμό προς τις λοιπές αποδείξεις που είχε στη διάθεσή του το Πρωτοδικείο, δεν εμφανίζει κανένα ελάττωμα που να δικαιολογεί την αναίρεση της αποφάσεως. Συνεπώς, η αιτίαση της Unicem είναι, ως προς το σημείο αυτό, απαράδεκτη.
γ) Επί της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως
215 Η Unicem αναγνωρίζει ότι δεν έθεσε το ζήτημα κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκη. Συνεπώς, το ζήτημα που επιχειρεί να θέσει τώρα είναι απαράδεκτο. Όπως προβλέπουν τα άρθρα 113, παράγραφος 2, και 116, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι αρμοδιότητες του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας περιορίζονται στην εκ μέρους του Πρωτοδικείου νομική λύση της διαφοράς βάσει των ισχυρισμών των διαδίκων, δεν μπορεί, όμως, να ευρύνει τη διαφορά (142).
216 Είναι αληθές ότι το ζήτημα της κοινοποιήσεως των συμβάσεων που συνάφθηκαν με την Calcestruzzi τέθηκε από την Italcementi και δόθηκε συναφώς απάντηση με τις σκέψεις 3380 έως 3384 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Όμως, οι διαδικασίες που κίνησαν η Unicem και η Italcementi αποτελούσαν δύο χωριστές υποθέσεις οι οποίες ενώθηκαν μόνον προς τον σκοπό της εκδόσεως κοινής αποφάσεως. Για τον λόγο αυτόν, δεν είναι θεμιτό να οικειοποιηθεί η Unicem μια αιτίαση της Italcementi προκειμένου να προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση.
217 Κατά τα λοιπά, το ζήτημα της ερμηνείας του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 δεν είναι δημοσίας τάξεως. Η έννοια αυτή αναφέρεται σε ζητήματα τα οποία, λόγω της σημασίας τους για το γενικό συμφέρον, δεν αφήνονται στη διακριτική ευχέρεια των διαδίκων ούτε του δικαιοδοτικού οργάνου και πρέπει να εξετάζονται αυτεπαγγέλτως in limine litis, έστω και αν δεν θιγούν από τους ενδιαφερομένους.
218 Η προμνησθείσα διάταξη εξαιρεί από την υποχρέωση κοινοποιήσεως τις συμφωνίες στις οποίες συμμετέχουν επιχειρήσεις μιας μόνο χώρας και οι οποίες «δεν αφορούν (143) ούτε εισαγωγές ούτε εξαγωγές μεταξύ κρατών μελών». Το γράμμα του άρθρου αυτού δικαιώνει το Πρωτοδικείο και όχι την Unicem. Για να μην εμπίπτει στη διάταξη αυτή, δεν είναι απαραίτητο η πρακτική να έχει ως αντικείμενο τις εισαγωγές και τις εξαγωγές· αρκεί να επηρεάζει αυτές τις συναλλαγές με το εξωτερικό. Η συμπεριφορά που περιγράφεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής συνίσταται σε συμφωνία σχετικά με τις συμβάσεις και συμφωνίες που συνάφθηκαν με την Calcestruzzi, για την παράδοση τσιμέντου στην επιχείρηση αυτή, ούτως ώστε να παύσει η τελευταία να εισάγει τσιμέντο από την Ελλάδα.
219 Συνεπώς, η αιτίαση της Unicem δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως προς το σημείο αυτό.
δ) Επί της διάρκειας της παραβάσεως. Παραπομπή
220 Καταγγέλλοντας την ύπαρξη αντιφάσεως στην αιτιολογία της αποφάσεως όσον αφορά τη διάρκεια της παραβάσεως αυτής, η Unicem επαναλαμβάνει μια αιτίαση την οποία διατύπωσε και στο πρώτο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως (του δωδεκάτου)· γι' αυτό, παραπέμπω στις σκέψεις που εξέθεσα ανωτέρω στα σημεία 185 έως 190.
4) Η σχέση των μέτρων προστασίας της ιταλικής αγοράς με τη European Task Force και της συμπράξεως αυτής με την αρχή Cembureau [δωδέκατος λόγος αναιρέσεως, τρίτο σκέλος, σημείο 1 (δεύτερη πτυχή), και τέταρτο σκέλος] (144)
α) Η θέση των διαδίκων
i) Επί της σχέσεως μεταξύ των μέτρων και της συμπράξεως European Task Force
221 Η Unicem υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως χαρακτήρισε τη συμφωνία σχετικά με τις συμβάσεις και συμφωνίες που συνάφθηκαν με την Calcestruzzi ως πράξη εκτελέσεως της συμφωνίας European Task Force. Κατά τη γνώμη της, οι προμνησθείσες συμβάσεις και συμφωνίες δεν είχαν ως στόχο να προστατεύσουν την ιταλική αγορά τσιμέντου ούτε να παρεμποδίσουν τις εισαγωγές από την Ελλάδα, αλλά να εμποδίσουν την Calcestruzzi να εφοδιάζεται από την εν λόγω χώρα, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της ισχύος των συμβάσεων αυτών, οι εισαγωγές από την Ελλάδα αυξήθηκαν σημαντικά.
222 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον συνεπάγεται επανεξέταση των αποδείξεων, καθώς και αβάσιμος, στο μέτρο που προτείνει μια αποσπασματική ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν περιέχει ούτε αντίφαση ούτε σφάλμα ως προς το σημείο αυτό.
ii) Επί της σχέσεως μεταξύ της European Task Force και της αρχής Cembureau
223 Η Unicem υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο χρησιμοποίησε ως απόδειξη της συμμετοχής της στην ολική σύμπραξη Cembureau: α) την παρέμβασή της κατά την σύναψη της συμφωνίας για τη σύσταση της European Task Force, β) την ανάμειξή της στα μέτρα προστασίας της ιταλικής αγοράς, γ) την υποψηφιότητα του κ. Albert σε ορισμένες υποομάδες εργασίας και δ) την παρουσία της κατά τη συνεδρίαση της 17ης Μαρτίου 1987. Αν δεν μετέσχε στη συστατική αυτή πράξη της συμπράξεως, αν δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των μέτρων προστασίας της ιταλικής αγοράς και της European Task Force και αν ο διορισμός του κ. Albert καθώς και η παρουσία του στην προμνησθείσα συνεδρίαση δεν αποδεικνύουν τίποτα, τότε δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος για κοινό σκοπό θίγοντα τον ανταγωνισμό ούτε για «ενιαίο» της συμφωνίας Cembureau.
224 Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου του λόγου αυτού, καθόσον αφορά αποκλειστικά και μόνον τα πραγματικά περιστατικά. Ανεξαρτήτως αυτού, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει στοιχεία που υποδηλώνουν ότι υπήρχε σχέση μεταξύ των μέτρων που έλαβε η Unicem και της συμφωνίας Cembureau.
β) Περισσότερα σχετικά με την άποψη ότι η αρχή Cembureau συνιστά «ενιαία και διαρκή συμφωνία». Παραπομπή
225 Μια από τις πτυχές αυτού του λόγου αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτη. Οι σκέψεις όσον αφορά την αποδεικτική αξία των πραγματικών στοιχείων που έλαβε υπόψη του το Πρωτοδικείο προκειμένου να θεωρήσει ότι η Unicem μετέσχε στη σύσταση της European Task Force καθώς και για να διαπιστώσει τον σύνδεσμο μεταξύ των μέτρων προστασίας της ιταλικής αγοράς και της συμπράξεως αυτής δεν έχουν θέση στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Ως προς τα ζητήματα αυτά απάντησα ήδη προηγουμένως στις παρούσες προτάσεις.
226 Η Unicem αναγνωρίζει ότι οι συμβάσεις και συμφωνίες που συνήψε με την Calcestruzzi είχαν ως στόχο να εμποδίσουν την επιχείρηση αυτή να εισάγει τσιμέντο από την Ελλάδα, αρνείται όμως ότι, με τον τρόπο αυτόν, επεδίωκε να προστατεύσει την ιταλική αγορά και να εμποδίσει τις εισαγωγές από την εν λόγω χώρα. Το επιχείρημα αυτό ενέχει αντίφαση, καθόσον αντικείμενο των συμβάσεων αυτών ήταν ο εφοδιασμός σε τσιμέντο της Calcestruzzi, στην οποία η ελληνική τσιμεντοβιομηχανία Τιτάν θα έπαυε να παραδίδει τσιμέντο εφόσον αναστελλόταν η μεταξύ τους σύμβαση· το μέτρο αυτό, λόγω της ποσότητας που αφορούσε (1,5 ΜΤ), ήταν καταστροφικό για τις τιμές στην Ιταλία, όπως προκύπτει από τα χειρόγραφα πρακτικά της συνεδριάσεως της European Task Force της 11ης Φεβρουαρίου 11ης Φεβρουαρίου 1987 (145). Είναι πρόδηλο ότι σκοπός ήταν η εξασφάλιση της σταθερότητας των τιμών στην ιταλική αγορά, η οποία απειλείτο από την πιθανότητα πραγματοποιήσεως μαζικών εισαγωγών από την Ελλάδα.
227 Η ανωτέρω διαπίστωση δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι, κατά τα έτη κατά τα οποία ίσχυαν οι συμβάσεις με την Calcestruzzi, οι εισαγωγές από την Ελλάδα αυξήθηκαν, διότι, όπως προσφυώς παρατηρεί το Πρωτοδικείο, η Calcestruzzi ανέστειλε τις παραδόσεις τσιμέντου που είχε συμφωνήσει με τον Τιτάνα και διότι μια θίγουσα τον ελεύθερο ανταγωνισμό συμφωνία είναι αυτή καθαυτήν επιλήψιμη, έστω και αν στην πράξη δεν επιτυγχάνει να τον περιορίσει (146).
228 Συνεπώς, υπήρχαν βάσιμοι λόγοι ώστε να θεωρηθεί η συμφωνία σχετικά με τις συμβάσεις και συμφωνίες που είχαν συναφθεί με την Calcestruzzi ως μία ακόμα συμφωνία στο πλαίσιο της στρατηγικής για την «εξάλειψη των εισαγωγών στη Δυτική Ευρώπη και ιδίως για την παρεμπόδιση των εισαγωγών ελληνικού τσιμέντου στις χώρες της Κοινότητας» (147) και, σύμφωνα με τις σκέψεις 3701 έως 3706, να θεωρηθούν όλες οι συμπεριφορές που περιγράφονται στο άρθρο 4 της αποφάσεως της Επιτροπής ως μέρος μιας ενιαίας και διαρκούς συμφωνίας.
229 Με βάση τα δεδομένα αυτά, τίποτα δεν εμπόδιζε το Πρωτοδικείο να θεωρήσει ότι οι προμνησθείσες συμπεριφορές, η υιοθέτηση της αρχής Cembureau και η επικύρωσή της, καθώς και περιοδική ανταλλαγή πληροφοριών ως προς τις τιμές για την εφαρμογή της, αφού καταδείχθηκε ότι είχαν ως κοινό στόχο τον σεβασμό των εθνικών αγορών, συνιστούσαν «ενιαία και διαρκή» συμφωνία. Το συμπέρασμα αυτό είναι σύμφωνο με τη νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία παρέθεσα στα ανωτέρω σημεία 98 έως 102 και την οποία ορθώς εφάρμοσε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 4025 έως 4417 της αποφάσεώς του.
230 Σύμφωνα με τις ανωτέρω σκέψεις, προτείνω στο Πρωτοδικείο να απορρίψει, είτε ως απαράδεκτα είτε ως αβάσιμα, τα διάφορα σκέλη του δωδεκάτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως της Unicem τα οποία δεν απορρίφθηκαν ήδη με τη διάταξη της 5ης Ιουνίου 2002.
Ε. Η συμμετοχή της Unicem στην ενιαία και διαρκή συμφωνία Cembureau (δέκατος τρίτος λόγος αναιρέσεως)
231 Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, ο οποίος χωρίζεται σε τέσσερα σκέλη, η αναιρεσείουσα εταιρία αμφισβητεί τις εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου σχετικά με τη συμμετοχή της στην ολική συμφωνία Cembureau.
1) Το αντικειμενικό στοιχείο (πρώτο σκέλος) (148)
α) Η θέση των διαδίκων
232 Η Unicem αμφισβητεί τις εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου διότι: 1) οι περιοδικές ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές ήταν θεμιτές και δεν διευκόλυναν την εκτέλεση της συμφωνίας Cembureau· 2) η ίδια δεν μετέσχε στην κατάρτιση της συμβάσεως για την European Task Force και 3) δεν καταδείχθηκε ότι οι συμφωνίες σχετικά με τον Τιτάνα και οι συμβάσεις με την Calcestruzzi είχαν σχέση με την European Task Force και τη Cembureau.
233 Κατά την Επιτροπή, η Unicem αμφισβητεί την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών όσον αφορά τη θέση της Unicem. Τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο κατ' αναίρεση.
β) Επανάληψη επιχειρημάτων. Παραπομπές
234 Με το πρώτο αυτό σκέλος του δεκάτου τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Unicem επαναλαμβάνει αιτιάσεις που έχει ήδη διατυπώσει προηγουμένως.
235 Σε διάφορα σημεία των προτάσεών μου διατύπωσα τη γνώμη μου επί των αιτιάσεων αυτών προτείνοντας την απόρριψή τους. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές, παραπέμπω στα σημεία 127 έως 149. Σχετικά με τη συμμετοχή της Unicem στη σύσταση της European Task Force, παραπέμπω στα σημεία 155 έως 158. Τέλος, εξέθεσα τις απόψεις μου σχετικά με τη σχέση των μέτρων προστασίας της ιταλικής αγοράς με τις συμπράξεις European Task Force και Cembureau στα σημεία 225 έως 229.
2) Το υποκειμενικό στοιχείο (δεύτερο σκέλος)
α) Η θέση των διαδίκων
236 Η αναιρεσείουσα εταιρία χωρίζει το σκέλος αυτό σε τέσσερα σημεία.
i) Η εσφαλμένη διαπίστωση ότι η Unicem ήταν άμεσο μέλος της Cembureau
237 Η Unicem θεωρεί ότι υπάρχει αντίφαση στο κείμενο της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, καθόσον το Πρωτοδικείο την περιέλαβε μεταξύ των άμεσων μελών της Cembureau και, συγχρόνως, την εξομοίωσε προς τα έμμεσα μέλη. Υποστηρίζει ότι δεν ήταν άμεσο μέλος, καθόσον δεν παρέστη σε καμία από τις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας. Εξάλλου, η Unicem θεωρεί ότι η χρησιμοποίηση αυτής της ιδιότητάς της ως κύριου μέλους προς ενίσχυση της αποδείξεως της συμμετοχής της στη σύμπραξη Cembureau στερείται ερείσματος.
238 Η Επιτροπή, αφού επαναλαμβάνει ότι η Unicem αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, αναφέρει ότι υπό τον χαρακτηρισμό «άμεσο μέλος» νοούνται οι επιχειρήσεις και οι ενώσεις που απαρτίζουν τη Cembureau. Ωστόσο, καίτοι η Unicem είχε προσχωρήσει στη ομάδα αυτή, τήρησε ιδιαίτερη στάση, καθόσον δεν παρέστη σε καμία από τις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας.
239 Η Unicem απαντά ότι δεν αμφισβητεί την τυπική συμμετοχή της στη Cembureau, αλλά την ανεπαρκή αιτιολογία όσον αφορά την απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή την εκ μέρους της γνώση του αντίθετου προς τον ανταγωνισμό σκοπού της συμπράξεως και των μέτρων που ελήφθησαν προς εκτέλεσή της. Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο απέδειξε επαρκώς κατά δίκαιο την ύπαρξη αυτού του υποκειμενικού στοιχείου.
ii) Το παράλογο της διαπιστώσεως σύμφωνα με την οποία η Unicem «αναγκαστικά γνώριζε»
240 Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι η απλή συμμετοχή της σε μια ένωση δεν αποδεικνύει ότι γνώριζε τον παράνομο χαρακτήρα της συμφωνίας που είχε συναφθεί στα πλαίσια της ενώσεως. Όσον αφορά άλλα άμεσα μέλη της Cembureau, το Πρωτοδικείο συνήγαγε ότι γνώριζαν το παράνομο της πρακτικής λόγω της παρουσίας τους στις συνεδριάσεις κατά τις οποίες αποφασίστηκε η σύμπραξη και όχι λόγω του ότι ήταν μέλη της ομάδας.
241 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού διότι αφορά τα πραγματικά περιστατικά και διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί δεόντως τη διαπίστωση ότι τα έμμεσα μέλη και, κατά μείζονα λόγο, τα άμεσα μέλη γνώριζαν τη φύση της συμφωνίας.
iii) Η έλλειψη αιτιολογίας και το ακατάλληλο, στην περίπτωση της Unicem, των κριτηρίων που χρησιμοποιήθηκαν όσον αφορά τα έμμεσα μέλη
242 Κατά την Unicem, το Πρωτοδικείο δεν παρέσχε καμία εξήγηση περί του ότι η ίδια εν γνώσει της εφάρμοσε τη θίγουσα τον ανταγωνισμό συμφωνία. Όσον αφορά τα έμμεσα μέλη, έλαβε υπόψη του ότι οι ενώσεις στις οποίες μετείχαν παρίσταντο στις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας της Cembureau κατά τις οποίες συμφωνήθηκε και επικυρώθηκε η σύμπραξη, ενώ η Unicem δεν εκπροσωπήθηκε στις συνεδριάσεις αυτές ούτε άμεσα ούτε έμμεσα. Η εξομοίωσή της προς τα έμμεσα μέλη, όσον αφορά το υποκειμενικό στοιχείο, είναι εσφαλμένη.
243 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αναιρεσείουσα προτείνει μια αποσπασματική ανάγνωση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, στη οποία λαμβάνεται υπόψη και αναλύεται η ιδιάζουσα θέση που κατείχε η εταιρία αυτή.
iv) Άλλες ενδείξεις που χρησιμοποιήθηκαν από το Πρωτοδικείο
244 Η Unicem αμφισβητεί τις άλλες ενδείξεις που χρησιμοποίησαν οι δικαστές του Πρωτοδικείου προς απόδειξη του ότι η ίδια γνώριζε τον παράνομο χαρακτήρα της συμπράξεως. Οι συναντήσεις με επιχειρήσεις που παρέστησαν στις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας δεν αποδεικνύουν ότι γνώριζε την ύπαρξη της συμφωνίας Cembureau. Οι επαφές της με τις Italcementi και Cementir, στο πλαίσιο της συμφωνίας για την Calcestruzzi, δεν καταδεικνύουν ότι είχε επίγνωση του ότι προσχωρούσε στην ολική σύμπραξη. Τέλος, το τηλετύπημα της 13ης Μαου 1987 δεν αποδεικνύει τίποτα.
245 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, καθόσον αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται κανένα στοιχείο προς απόδειξη του ότι η επιχειρηματολογία του Πρωτοδικείου είναι εσφαλμένη.
β) Επί της εκτιμήσεως της ιδιάζουσας καταστάσεως της Unicem στη σύμπραξη Cembureau
246 Στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί απαραδέκτου, ενστάσεως την οποία ως επωδό επαναλαμβάνει η Επιτροπή, δεδομένου ότι η Unicem δεν αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, αλλά τη νομική εκτίμησή τους και την αιτιολογία της αποφάσεως όσον αφορά τη συμμετοχή της στη συμφωνία Cembureau, την οποία το Πρωτοδικείο χαρακτηρίζει ενιαία και διαρκή.
247 Ωστόσο, οι αιτιάσεις της Unicem στερούνται ερείσματος.
248 Στο υπόμνημα απαντήσεως, διοθρώνει την αρχική θέση της και δεν αρνείται πλέον τον χαρακτηρισμό της ως άμεσου μέλους της Cembureau, καθόσον ο χαρακτηρισμός αυτός δεν εξαρτάται από τη συμμετοχή της σε μεγάλο ή μικρό αριθμό συνεδριάσεων των επικεφαλής αντιπροσωπείας της ενώσεως, αλλά από την τυπική ιδιότητα του μέλους της (149).
249 Όμως η Unicem κατέχει στο πλαίσιο της συμπράξεως μια ιδιάζουσα θέση, καθόσον, καίτοι είναι άμεσο μέλος, δεν παρέστη σε καμία από τις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας κατά τις οποίες συνάφθηκε και επικυρώθηκε η θίγουσα τον ανταγωνισμό συμφωνία· για τον λόγο αυτόν, το Πρωτοδικείο, για να καταδείξει τη συμμετοχή της στην κολασθείσα παράβαση, χρησιμοποίησε το ίδιο κριτήριο με εκείνο που εφάρμοσε στις επιχειρήσεις και ενώσεις που χαρακτηρίστηκαν «έμμεσα μέλη» (λόγω του ότι εκπροσωπούνταν από τις ενώσεις στις οποίες ανήκαν). Για να αποδείξει την ευθύνη αυτής της κατηγορίας παραβατών, το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του το κατά πόσον συνεργάστηκαν σε ένα ή περισσότερα μέτρα εκτελέσεως της συμφωνίας.
250 Δεν είναι, συνεπώς, αληθές ότι το Πρωτοδικείο έλαβε αποκλειστικά και μόνο υπόψη του την ιδιότητα της Unicem ως άμεσου μέλους της Cembureau για να θεωρήσει ότι η Unicem γνώριζε την ύπαρξη της συμπράξεως και τον παράνομο χαρακτήρα της.
251 Η αναιρεσείουσα μετέσχε σε διάφορα μέτρα εκτελέσεως, μεταξύ άλλων, στη σύσταση της European Task Force, στις πιέσεις που ασκήθηκαν στην Calcestruzzi και στη συμφωνία που είχε ως στόχο να παύσει η επιχείρηση αυτή να εισάγει ελληνικό τσιμέντο, γι' αυτό και το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι η Unicem ήταν ενήμερη της υπάρξεως της ολικής συμπράξεως και του παράνομου χαρακτήρα της, καθόσον:
1) ήταν άμεσο μέλος της Cembureau (150)·
2) η European Task Force και τα μέτρα προστασίας της ιταλικής αγοράς απέβλεπαν, μέσω της εξαλείψεως των εισαγωγών τσιμέντου στη Δυτική Ευρώπη, στον σεβασμό των εθνικών αγορών, που αποτελούσε στόχο και της συμφωνίας Cembureau (151)·
3) στο πλαίσιο της συστάσεως της European Task Force, η αναιρεσείουσα διατηρούσε άμεσες επαφές με εκπροσώπους επιχειρήσεων και ενώσεων που παρίσταντο στις συνεδριάσεις κατά τις οποίες συμφωνήθηκε και επικυρώθηκε η αρχή Cembureau (152)·
4) η Italcementi και η Cementir, με τις οποίες επεδίωξε, κατόπιν συνεννοήσεως, να παύσει η Calcestruzzi να εισάγει τσιμέντο από την Ελλάδα, είναι άμεσα μέλη της ενώσεως και εκπροσωπήθηκαν στις εν λόγω συναντήσεις ή σε ορισμένες από αυτές (153)· και
5) δεν μπορεί να συναχθεί διαφορετικό συμπέρασμα από το κείμενο του τηλετυπήματος που απέστειλε στις 13 Μαου 1987 η Italcementi στον Τιτάνα σχετικά με τη συνάντηση που είχε οριστεί για τις 24 του ίδιου μήνα στο Λουξεμβούργο, μεταξύ των τριών Ιταλών παραγωγών και του Τιτάνα, και η οποία πραγματοποιήθηκε μετά τη γενική συνέλευση της Cembureau (154).
252 Όπως διαπιστώνεται, βρίσκεται μακράν της πραγματικότητας ο ισχυρισμός της Unicem ότι ενεπλάκη στην ολική σύμπραξη λόγω της ιδιόητάς της ως άμεσου μέλους της ενώσεως.
253 Ούτε είναι βέβαιο ότι η Unicem θεωρήθηκε υπεύθυνη, όπως άλλα μέλη της Cembureau, διότι εκπροσωπήθηκε «εμμέσως» στις συνεδριάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1983, της 19ης Μαρτίου 1984 και της 7ης Νοεμβρίου 1984, μέσω των ενώσεων στις οποίες ανήκε. Πρώτον, δεν είναι αληθές ότι τα μέλη αυτά θεωρήθηκαν ότι ευθύνονταν γι' αυτόν τον λόγο· θεωρήθηκαν ότι ευθύνονταν και διότι είχαν μετάσχει σε ένα ή πλείονα μέτρα εφαρμογής της συμπράξεως. Ούτε μπορεί να υποστηριχθεί ότι η συμμετοχή της Unicem συνήχθη, άνευ άλλου τινός, κατ' εφαρμογήν των ιδίων κριτηρίων που εφαρμόστηκαν για τα άλλα έμμεσα μέλη της Cembureau. Αρκεί, προς διαπίστωση αυτού, η ανάγνωση των σκέψεων 4102 έως 4106, τις οποίες μόλις προ ολίγου ανέλυσα, και των σκέψεων 4243 έως 4247. Το Πρωτοδικείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προέβη στην ειδική εξέταση την οποία ζητεί η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του παρόντος λόγου αναιρέσεως.
254 Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσω εδώ ότι η δια τεκμηρίων απόδειξη είναι θεμιτή και ικανή να ανατρέψει το τεκμήριο αθωότητας. Αρκεί να διευκρινιστεί ότι το Πρωτοδικείο έκανε, στην υπό κρίση περίπτωση, προσήκουσα χρήση αυτού του τρόπου αποδείξεως, ούτως ώστε να θεωρήσει αποδεδειγμένα ορισμένα πραγματικά περιστατικά. Εκκινώντας από ορισμένα αναμφισβήτητα στοιχεία ( τις επαφές με επιχειρήσεις που παρέστησαν στις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας, τη συμμετοχή στη σύσταση της European Task Force, την ανάμειξη, μαζί με τις Italcementi και Cementir, στα μέτρα προστασίας της ιταλικής αγοράς και το περιεχόμενο του τηλετυπήματος της 13ης Μαου 1987), το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Unicem γνώριζε την ύπαρξη ολικής συμπράξεως και ότι με τη συμμετοχή της σε ορισμένες πρακτικές και συμφωνίες συνέβαλε στην υλοποίηση των στόχων της συμπράξεως.
255 Αντιθέτως, δεν έχει θέση εδώ η μεμονωμένη ανάλυση κάθε αποδεικτικού στοιχείου για τη συναγωγή διαφορετικής εκτιμήσεως, με την υπογράμμιση των τυχόν αντιφάσεων μεταξύ των διαφόρων εγγράφων, καθόσον μια τέτοια προσέγγιση δεν λαμβάνει υπόψη τον τρόπο με τον οποίο ενεργούν τα δικαστήρια, τα οποία εξακριβώνουν τα πραγματικά περιστατικά μέσω των αποδεικτικών στοιχείων που τους υποβάλλονται: η μέθοδός τους συνίσταται στην εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και λαμβάνει υπόψη τις αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ των διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων.
256 Κατά τα λοιπά, δεν υφίσταται η εγγενής αντίφαση την οποία καταγγέλλει η αναιρεσείουσα. Είναι αληθές ότι, στη σκέψη 4112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο πλαίσιο των συμπαιγνιακών γαλλοϋταλικών πρακτικών, οι επαφές της Unicem με επιχειρήσεις που μετέσχαν στη συμφωνία Cembureau δεν θεωρούνται ως απόδειξη του ότι γνώριζε την ύπαρξη της συμπράξεως. Ωστόσο, υπάρχουν δύο στοιχεία που διαφοροποιούν την κατάσταση της Unicem από εκείνη της Buzzi (155) και τα οποία, ως εκ τούτου, εξαλείφουν τη φαινομενική αντίφαση. Η Unicem δεν παρέστη στις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας, καίτοι ήταν άμεσο μέλος της Cembureau. Η Buzzi δεν παρέστη ούτε ήταν μέλος, υπό οποιαδήποτε έννοια, της Cembureau. Επιπλέον, από τα έγγραφα που χρησιμοποίησε η Επιτροπή προς απόδειξη του ότι οι γαλλοϋταλικές συμπαιγνιακές πρακτικές και η συμφωνία Cembureau επεδίωκαν τον ίδιο σκοπό δεν συνάγονταν ενδείξεις περί του ότι η Buzzi γνώριζε τη συμφωνία αυτή, ενώ, όπως ελέχθη, υπήρχαν τέτοιες ενδείξεις στην περίπτωση της Unicem.
3) Η αιτιολογία (τρίτο σκέλος)
α) Η θέση των διαδίκων
257 Η αναιρεσείουσα χαρακτηρίζει κυκλική την αιτιολογία της Επιτροπής όσον αφορά τη συμμετοχή των επιχειρήσεων στη συμφωνία Cembureau, καθόσον συνάγει το αθέμιτο ορισμένων μέτρων, τα οποία, αυτά καθαυτά ήταν νόμιμα, από τη σχέση τους με τη συμφωνία και στηρίζεται, στη συνέχεια, στις πρακτικές αυτές για να αποδείξει την ύπαρξη της ολικής συμφωνίας για τον σεβασμό των εθνικών αγορών. Κατά τη γνώμη της, το Πρωτοδικείο υπέπεσε στο ίδιο σφάλμα, καθόσον συνεπέρανε ότι η Unicem είχε προσχωρήσει στη συμφωνία Cembureau από το γεγονός ότι είχε συμμετάσχει σε ορισμένα μέτρα εφαρμογής της συμφωνίας αυτής (η αναιρεσείουσα παραθέτει τις σκέψεις 1442 και 4066 της αποφάσεως), ενώ, σε άλλα μέρη της αποφάσεως (τα οποία δεν προσδιορίζει) το Πρωτοδικείο συνήγαγε την ανάμειξή της στις πρακτικές αυτές ακριβώς λόγω της προσχωρήσεώς της στην αρχή Cembureau.
258 Κατά την Επιτροπή, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν προσδιορίζει επακριβώς τα στοιχεία της αποφάσεως κατά των οποίων βάλλει, καίτοι η αναιρεσείουσα χρησιμοποιεί λογικά επιχειρήματα προς θεμελίωσή του.
259 Η Unicem απαντά ότι τα χωρία της αποφάσεως κατά των οποίων βάλλει μπορούν εύκολα να εντοπιστούν, όπως καταδεικνύει το γεγονός ότι η Επιτροπή αμύνθηκε επί της ουσίας. Αναφέρει ως παράδειγμα τη σκέψη 1698.
β) Η μη ύπαρξη κυκλικής αιτιολογίας. Νέα παραπομπή
260 Στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, η Unicem δεν προσδιορίζει τα χωρία της αποφάσεως που περιέχουν κυκλική αιτιολογία. Αργότερα, με το υπόμνημα απαντήσεως, απαντώντας στην ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, βάλλει καθ' όλων των σκέψεων στις οποίες το Πρωτοδικείο αιτιολογεί την εκτίμησή του ότι η Unicem αναμείχθηκε στα μέτρα εκτελέσεως της συμφωνίας Cembureau, αναφέροντας, ως παράδειγμα, τη σκέψη 1698, που αφορά τις περιοδικές ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η αναφορά αυτή δεν θεραπεύει την αρχική έλλειψη.
261 Περισσότερη σημασία έχει μια άλλη από τις σιωπές της. Προβάλλοντας τον λόγο αυτόν, η Unicem διαμαρτύρεται διότι το Πρωτοδικείο συνήγαγε την ανάμειξή της στα μέτρα εκτελέσεως από την προσχώρησή της στη σύμπραξη Cembureau, δεν αναφέρεται όμως συναφώς σε καμία σχετική σκέψη της αποφάσεως, και τούτο για τον απλούστατο λόγο ότι τέτοια σκέψη δεν υπάρχει. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εξήγησε τη συμμετοχή της στις θίγουσες τον ανταγωνισμό πρακτικές λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι ήταν μέλος της Cembureau (156).
262 Ως προς την αναφορά στο άρθρο 1698, ήδη εξήγησα, στα σημεία 140 και 141 των παρουσών προτάσεων, ότι η αναφορά αυτή δεν είναι λυσιτελής και απέρριψα τον ισχυρισμό περί ταυτολογικής αιτιολογίας, καθόσον το Πρωτοδικείο δεν χρησιμοποίησε την ανάμειξη της Unicem στην ανταλλαγή πληροφοριών ως προς τις τιμές ως απόδειξη της συμμετοχής της στη σύμπραξη Cembureau και τανάπαλιν.
4) Η διάρκεια της παραβάσεως (τέταρτο σκέλος)
α) Η θέση των διαδίκων
263 Η Unicem επιμένει ότι δεν υφίστανται αποδείξεις περί συμμετοχής της στην παράβαση που περιγράφεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής πριν από τις 17 Μαρτίου 1987 και, ως εκ τούτου, η ενδεχόμενη διάρκεια της παραβάσεως αυτής θα έπρεπε να περιοριστεί στο χρονικό διάστημα μεταξύ αυτής της ημερομηνίας και της 31ης Μαου 1988.
264 Όσον αφορά την παράβαση που περιγράφεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής, η Unicem υποστηρίζει ότι εσφαλμένως αναφέρεται η ημερομηνία της 3ης Απριλίου 1992. Στη σκέψη 4278 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναγνωρίζεται ότι το γεγονός ότι η συμφωνία για την Calcestruzzi ίσχυε μέχρι την ημερομηνία αυτή δεν σημαίνει ότι η συμφωνία Cembureau διατηρήθηκε σε ισχύ μέχρι τότε. Ελλείψει άμεσων εγγράφων αποδείξεων, ως ημερομηνία τερματισμού και αυτής της παραβάσεως θα έπρεπε να ληφθεί η 31η Δεκεμβρίου 1988.
265 Κατά την Επιτροπή, ο λόγος αυτός, πέραν του ότι είναι απαράδεκτος, καθόσον αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι και αβάσιμος. Όσον αφορά τη συμφωνία συστάσεως της European Task Force, η Επιτροπή παραπέμπει σε όσα υποστήριξε προς απάντηση στο πέμπτο σκέλος του ενδεκάτου λόγου αναιρέσεως, που το Δικαστήριο απέρριψε με τη διάταξη της 5ης Ιουνίου 2002.
β) Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως. Νέα παραπομπή
266 Το Πρωτοδικείο απέρριψε, ως προδήλως απαράδεκτους, τους ισχυρισμούς της Unicem σχετικά με τη διάρκεια της παραβάσεως που περιγράφεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, το τέταρτο αυτό σκέλος του δεκάτου τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί με το ίδιο σκεπτικό. Παραπέμπω, συνεπώς, στη σκέψη 167, σε συνδυασμό με τις σκέψεις 159 και 160, της διατάξεως της 5ης Ιουνίου 2002.
267 Εξάλλου, ήδη εξέτασα το ζήτημα της διάρκειας της παραβάσεως που περιγράφεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής στα σημεία 189 και 190 των παρουσών προτάσεων, όπου θεώρησα ότι η αιτίαση της Unicem στερείται ερείσματος.
268 Επομένως, ο δέκατος τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως απαράδεκτος και εν μέρει ως αβάσιμος.
3. Επί του προστίμου (τρίτη ομάδα λόγων αναιρέσεως)
269 Η αναιρεσείουσα εταιρία αφιερώνει του λόγους αναιρέσεως 14 έως 21 για να αμφισβητήσει την ανάλυση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο όσον αφορά το πρόστιμο που επέβαλε η Επιτροπή. Από τους λόγους αυτούς, στην προφορική φάση της διαδικασίας έφθασαν μόνον ο δέκατος τέταρτος, ο δέκατος πέμπτος και ο δέκατος όγδοος· οι υπόλοιποι πέντε λόγοι αναιρέσεως απορρίφθηκαν με την προμνησθείσα διάταξη της 5ης Ιουνίου 2002.
Α. Η θέση των διαδίκων
1) Ένα ενιαίο πρόστιμο για τις διάφορες παραβάσεις (δέκατος τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
270 Κατά την Unicem, η επικύρωση, με την απόφαση του Πρωτοδικείου, της αποφάσεως της Επιτροπής, με την οποία επιβάλλεται μία και μόνη κύρωση για τη συμμετοχή στην ενιαία συμφωνία Cembureau, αντιβαίνει στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως.
271 Η Επιτροπή θεωρεί ότι κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία δεν διατυπώθηκε αιτίαση όπως αυτή που διατυπώνει τώρα η Unicem. Στην περίπτωση αυτή, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον θέτει ένα νέο ζήτημα. Σύμφωνα με τη νομολογία, η επιβολή ενός μόνο προστίμου είναι σύμφωνη προς τη διάταξη της οποίας την παράβαση επικαλείται η Unicem, καθόσον οι διάφορες παραβάσεις εντάσσονται σε μια συνολική και συνεπή στρατηγική.
272 Η αναιρεσείουσα εταιρία απαντά ότι κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκη ήδη εξέφρασε τις αμφιβολίες της ως προς την επιβολή ενιαίου προστίμου, υποστηρίζοντας ότι οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας επιβάλλουν να λαμβάνεται υπόψη η βαρύτητα των διαπραχθεισών παραβάσεων και ο διαφορετικός ρόλος τον οποίο διαδραμάτισε κάθε επιχείρηση. Δεν μπορεί να γίνει λόγος περί νέου ισχυρισμού.
2) Ένα ενιαίο πρόστιμο αναξάρτητο του αριθμού των παραβάσεων και της βαρύτητάς τους (δέκατος πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
273 Η Unicem προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι μείωσε το πρόστιμο που της είχε επιβληθεί λαμβάνοντας υπόψη μόνο τη μείωση της διάρκειας της συμμετοχής της στη σύμπραξη Cembureau. Το Πρωτοδικείο όφειλε να λάβει υπόψη του και ότι δεν έλαβε μέρος σε άλλες παραβάσεις που περιγράφονται στην απόφαση της Επιτροπής, εκτιμώντας την απουσία της από τις συναντήσεις κατά τις οποίες συνάφθηκε η συμφωνία καθώς και την περιθωριακή ανάμειξή της στα μέτρα εκτελέσεως.
274 Η Επιτροπή θεωρεί απαράδεκτες τις αιτιάσεις αυτές, λόγω του ότι αφορούν τα πραγματικά περιστατικά και στερούνται ερείσματος, καθόσον, κατά τη γνώμη της, το Πρωτοδικείο στάθμισε ορθώς τη σχετική θέση της Unicem στο πλαίσιο της συμπράξεως Cembureau.
3) Εσφαλμένος υπολογισμός του προστίμου σε σχέση προς την εσφαλμένη εκτίμηση της διάρκειας της παραβάσεως (δέκατος όγδοος λόγος αναιρέσεως)
275 Κατά την άποψη της Unicem, η κύρωση έπρεπε να υπολογιστεί με βάση μια διάρκεια της παραβάσεως κατά πολύ βραχύτερη από την αναφερόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπου λαμβάνεται υπόψη το χρονικό διάστημα από 17 Μαρτίου 1987 έως 31 Δεκεμβρίου 1988.
276 Η Επιτροπή παραπέμπει σε όσα εξέθεσε σχετικά με τη διάρκεια των παραβάσεων.
Β. Το ύψος του προστίμου και η διάρκεια της παραβάσεως. Μη αυτοτελής λόγος αναιρέσεως
277 Πρέπει να διευκρινιστεί ότι το ζήτημα του καθορισμού του ύψους του προστίμου βάσει της διάρκειας της αναμείξεως της Unicem στη σύμπραξη Cembureau αποτελεί παρεπόμενο ζήτημα των λόγων αναιρέσεως που αφορούν το χρονικό διάστημα της συνεργασίας της στις διάφορες παραβάσεις και, συνεπώς, στην ολική συμφωνία· ως εκ τούτου, στον παρόντα λόγο αναιρέσεως θα πρέπει να επιφυλαχθεί η ίδια τύχη, δηλαδή ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Γ. Τα κριτήρια που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για την επιβολή των προστίμων
278 Για την ανάλυση αυτού του λόγου αναιρέσεως, πρέπει να υπομνησθούν τόσο η δομή των ουσιαστικών διατάξεων της αποφάσεως της Επιτροπής όσο και τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν προς καθορισμό των κυρώσεων.
279 Στην απόφασή της, η Επιτροπή διακρίνει δύο αγορές, ήτοι την αγορά του γκρίζου τσιμέντου και την αγορά του λευκού τσιμέντου. Όσον αφορά την πρώτη, κατακρίνει τη σύναψη της συμφωνίας Cembureau, με την οποία οι συμμετέχοντες συμφώνησαν τον σεβασμό των εγχωρίων αγορών και τη ρύθμιση των μεταφορών τσιμέντου από τη μία χώρα στην άλλη. Τα άρθρα 2 έως 6 αφορούν συμπεριφορές, διμερείς ή πολυμερείς, αποσκοπούσες στην εκτέλεση αυτής της «ενιαίας και διαρκούς» συμφωνίας ή στη διευκόλυνση της εκτελέσεώς της ή, ακόμα, στην εξάλειψη των εμποδίων που ήταν δυνατόν να απειλήσουν την αποτελεσματικότητά της, όπως, π.χ., αυτό που συμφωνήθηκε να αποκαλείται «ελληνική απειλή». Τέλος, το άρθρο 7 αναφέρεται σε συμπεριφορές θίγουσες τον ανταγωνισμό στην αγορά του λευκού τσιμέντου.
280 Η Επιτροπή αποφάσισε διαφορετικές κυρώσεις για τις παραβάσεις σε καθεμία από τις δύο αγορές (157).
281 Όσον αφορά την αγορά του γκρίζου τσιμέντου, τη μόνη για την οποία καταλογίστηκαν στην Unicem συμπεριφορές θίγουσες τον ανταγωνισμό, η Επιτροπή αποφάσισε να μην τιμωρήσει κάθε συμπεριφορά μεμονωμένα και επέβαλε ένα συνολικό πρόστιμο σε κάθε επιχείρηση λόγω των αμοιβαίων σχέσεων μεταξύ της συμφωνίας Cembureau και όλων των εκτελεστικών της μέτρων (158). Αυτός ο τρόπος ενέργειας είναι θεμιτός και στηρίζεται στην εξουσία που διαθέτει η Επιτροπή να αποφαίνεται επί πλειόνων παραβάσεων με μία και μόνη απόφαση (159).
282 Η Επιτροπή θεώρησε, εξάλλου, ότι όλες οι επιχειρήσεις και ενώσεις στις οποίες απευθυνόταν η απόφαση είχαν προσχωρήσει στην απόφαση Cembureau και εξέθεσε τα στοιχεία τα οποία χρησιμοποίησε προς καθορισμό της συμμετοχής καθεμιάς από αυτές. Έτσι, στην περίπτωση της Unicem, έκρινε ότι, ως μέλος της Cembureau, η επιχείρηση αυτή προσχώρησε στη συμφωνία ή την αρχή του σεβασμού των εγχωρίων αγορών ήδη από τις συζητήσεις που επρόκειτο να καταλήξουν στη σύναψή της και μετέσχε επίσης στη λήψη μέτρων και σύναψη συμφωνιών με σκοπό τη συμπλήρωση της συμφωνίας ή τη διευκόλυνση της εφαρμογής της (160).
283 «Πάντως έλαβε υπόψη, στο πλαίσιο της εν λόγω γενικής διαπίστωσης, τον ρόλο που διαδραμάτισε κάθε επιχείρηση κατά τη σύναψη της συμφωνίας» ή κατά τη θέσπιση ρυθμίσεων και μέτρων που συμφωνήθηκαν προς συμπλήρωση και εφαρμογή της συμφωνίας αυτής. Έλαβε επίσης υπόψη της τη διάρκεια κάθε ρυθμίσεως ή μέτρου (161).
284 Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η Επιτροπή διέκρινε δύο ομάδες επιχειρήσεων και ενώσεων. Αφενός, εκείνες που είχαν συμμετάσχει στη συμφωνία Cembureau και, αφετέρου, εκείνες των οποίων η παρέμβαση ήταν λιγότερο καθοριστική και, κατά συνέπεια, ήσσονος βαρύτητας (162).
285 Εντός της πρώτης κατηγορίας, η Επιτροπή διέκρινε τρεις υποομάδες: 1) εκείνη που απαρτίζεται από επιχειρήσεις και ενώσεις που μετέσχαν ευθέως, ως μέλη της Cembureau, στη σύναψη της συμφωνίας για τον σεβασμό των εγχώριων αγορών και στη θέσπιση των μέτρων άμεσης προστασίας των αγορών αυτών, υποομάδα στην οποία ενέταξε και την Unicem· 2) μια δεύτερη υποομάδα περιλαμβάνουσα τις εταιρίες οι οποίες, μέσω των ανωτάτων διευθυντικών στελεχών τους, ανέλαβαν την αρμοδιότητα των επικεφαλής αντιπροσωπείας στη Cembureau είτε την εποχή κατά την οποία συνάφθηκε η συμφωνία είτε κατά την περίοδο εφαρμογής της· και 3) μια τρίτη και τελευταία υποομάδα απαρτιζόμενη από τις επιχειρήσεις που μετέσχαν σε μέτρα εφαρμογής της συμφωνίας που είχαν ως στόχο την άμεση προστασία των εγχώριων αγορών (163).
286 Στη δεύτερη κατηγορία, επίσης διέκρινε τρία είδη υπευθύνων: 1) τις επιχειρήσεις που μετέσχαν μόνο στα μέτρα εφαρμογής της συμφωνίας που είχαν ως στόχο τη διοχέτευση των πλεονασμάτων παραγωγής προς τις τρίτες χώρες· 2) εκείνες οι οποίες, μολονότι συμμετέσχαν σε μέτρα εφαρμογής της συμφωνίας με στόχο την άμεση προστασία των εγχώριων αγορών, προσπάθησαν να αποφύγουν να την εφαρμόσουν· και 3) την εταιρία Ciments Luxembourgeois η οποία, καίτοι υπήρξε άμεσο μέλος της Cembureau και είχε συμμετάσχει στις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας κατά τη διάρκεια των οποίων είχε συναφθεί η συμφωνία Cembureau ή καθιερωθεί η ομώνυμη αρχή, δεν έθεσε σε εφαρμογή κανένα εκτελεστικό μέτρο (164).
287 Η Επιτροπή τιμώρησε τις επιχειρήσεις και ενώσεις της πρώτης κατηγορίας επιβάλλοντάς τους πρόστιμο το ύψος του οποίου αντιστοιχούσε στο 4 % του κύκλου εργασιών που είχε πραγματοποιήσει εκάστη στην αγορά του γκρίζου τσιμέντου κατά το 1992. Στις καταταγείσες στη δεύτερη κατηγορία επιβλήθηκε πρόστιμο ίσο προς το 2,8 % της ιδίας παραμέτρου (165).
288 Το Πρωτοδικείο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή της Unicem διότι η Επιτροπή, για την επιμέτρηση του προστίμου που της επέβαλε, θεώρησε ότι η επιχείρηση αυτή είχε συμμετάσχει στη σύμπραξη Cembureau επί 122 μήνες, ενώ είχε διαπιστωθεί συμμετοχή της μόνον επί 67 μήνες (166). Γι' αυτό, το Πρωτοδικείο μείωσε αναλογικά το ύψος του προστίμου (167).
289 Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι αυτός ο τρόπος ενέργειας του Πρωτοδικείου αντιβαίνει στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και παραβιάζει τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας όσον αφορά τον υπολογισμό των προστίμων.
290 Διατυπωμένος κατ' αυτόν τον τρόπο, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον επαναλαμβάνει τα ίδια επιχειρήματα με εκείνα τα οποία η Unicem είχε ήδη εκθέσει με την προσφυγή της και στα οποία το Πρωτοδικείο απάντησε με τις σκέψεις 4965 έως 4969 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που παραπέμπουν στις σκέψεις 4753 έως 4766. Η Unicem δεν επικαλείται, με τον λόγο αυτόν, κανένα νέο στοιχείο που να μην έχει αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεως και αποφάσεως στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας. Η αναιρεσείουσα επωφελείται από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο εφαρμόζει το ίδιο κριτήριο επιμετρήσεως των προστίμων με αυτό που εφάρμοσε η Επιτροπή, προκειμένου να θέσει εκ νέου ένα ζήτημα το οποίο, στην πραγματικότητα, δεν αποτελεί κριτική κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου αυτής καθαυτήν, αλλά κατά της διοικητικής αποφάσεως περί επιβολής κυρώσεων.
Δ. Η τήρηση των αρχών της αναλογικότητας και της ισότητας
291 Και αυτές οι αιτιάσεις είναι αβάσιμες.
292 Η κύρωση έχει διπλό σκοπό: κατασταλτικό και προληπτικό. Αποσκοπεί στο να κολάσει μια ορισμένη συμπεριφορά και να αποθαρρύνει τους υπευθύνους της συμπεριφοράς αυτής ή άλλους εν δυνάμει παραβάτες να υιοθετήσουν συμπεριφορές θίγουσες τον ανταγωνισμό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κύρωση πρέπει να είναι και κατάλληλη και ισορροπημένη, ούτως ώστε να κολάζει την παράνομη συμπεριφορά και, ταυτόχρονα, να έχει παραδειγματικό χαρακτήρα.
293 Όσον αφορά την πρώτη πτυχή, δηλαδή την κατασταλτική λειτουργία της κυρώσεως, η κύρωση πρέπει, κατ' εφαρμογήν της αρχής του προσωποπαγούς των ποινών στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως στις παρούσες προτάσεις, να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της παραβάσεως και των λοιπών περιστάσεων, υποκειμενικών και αντικειμενικών, της κάθε περιπτώσεως. Για τον λόγο αυτόν, το άρθρο 15, παράγραφος 2, in fine, του κανονισμού 17 ορίζει ότι το ύψος του προστίμου καθορίζεται αναλόγως της σοβαρότητας της παραβάσεως και, ενδεχομένως, της διάρκειάς της.
294 Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποδεικνύεται βάσει διαφόρων στοιχείων όπως είναι, μεταξύ άλλων, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, τούτο δε χωρίς να υφίσταται δεσμευτικός ή εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων που πρέπει υποχρεωτικά να λαμβάνονται υπόψη (168).
295 Φρονώ ότι η εκτίμηση αυτή πρέπει να στηρίζεται σε τρία κύρια κριτήρια: τη φύση της παραβάσεως, την επίπτωσή της στον ανταγωνισμό και τη γεωγραφική έκταση της επηρεασθείσας αγοράς. Κάθε ένα από τα κριτήρια αυτά πρέπει να εξετάζεται από αντικειμενική οπτική γωνία, ήτοι από αυτή της παραβάσεως αυτής καθαυτήν, και από υποκειμενική οπτική γωνία, ήτοι αυτή της ευθυνομένης επιχειρήσεως (169).
296 Έτσι, πρέπει να εκτιμάται το περιεχόμενο των θιγουσών τον ανταγωνισμό συμπεριφορών, η έκταση της αγοράς που υπήρξε θύμα των συμπεριφορών αυτών και, ειδικότερα, η βλάβη η οποία προκλήθηκε στη δημόσια οικονομική τάξη, στο πλαίσιο δε της εκτιμήσεως αυτής στοιχεία όπως η διάρκεια της απαγορευμένης πρακτικής, η φύση της οικείας αγοράς, ο αριθμός και η ένταση των εκτελεστικών μέτρων που τέθηκαν σε εφαρμογή δεν είναι αμελητέα.
297 Σε υποκειμενικό επίπεδο, ήτοι αυτό των ευθυνομένων επιχειρήσεων, εμφανίζονται περιστάσεις όπως το σχετικό μέγεθός τους ή το μερίδιο της αγοράς που κατέχουν στον συγκεκριμένο οικονομικό τομέα, καθώς και η καθ' υποτροπήν υιοθέτηση συμπεριφορών που θίγουν τον ανταγωνισμό.
298 Η υποχρέωση επιβολής κυρώσεως ανάλογης της σοβαρότητας της παραβάσεως συνεπάγεται ότι, όταν μια παράβαση έχει διαπραχθεί από πλείονα πρόσωπα (170), πρέπει να εξετάζεται η σχετική βαρύτητα της συμμετοχής καθενός από αυτά βάσει των κανόνων που υπευνθύμισα προηγουμένως (171). Πράγματι, η αρχή της ισότητας επιβάλλει να είναι το πρόστιμο ίδιο για όλες τις επιχειρήσεις που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση και απαγορεύει την επιβολή της ίδιας κυρώσεως σε επιχειρήσεις που βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση.
299 Αυτό ακριβώς έπραξε το Πρωτοδικείο εγκρίνοντας και εφαρμόζοντας τα κριτήρια τα οποία είχε χρησιμοποιήσει η Επιτροπή για την επιμέτρηση των προστίμων. Τα κριτήρια αυτά όχι μόνον δεν αντικατοπτρίζουν μια αυθαίρετη κατάταξη των ευθυνομένων εταιριών και ενώσεων, αλλά, αντιθέτως, είναι το αποτέλεσμα λεπτομερούς αναλύσεως της συμμετοχής και της συμπεριφοράς καθεμιάς από αυτές. Απόδειξη αυτού αποτελούν οι παράγραφοι 3, 5 και 9 του σημείου 65 της αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία - δεν πρέπει να λησμονείται - περιλαμβάνει ένα πρώτο εκτενές μέρος στο οποίο εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά και περιγράφεται η συμμετοχή των διαφόρων εμπλεκομένων επιχειρήσεων και ενώσεων.
300 Όλες οι συμπεριφορές, οι οποίες δεν είναι αναγκαστικά όλες όμοιες, επεδίωκαν τον ίδιο αντίθετο προς τον ανταγωνισμό σκοπό, ούτως ώστε, από πλευράς της επιβολής κυρώσεως, μπορούσαν να ταξινομηθούν αναλόγως της σοβαρότητάς τους σε μία ή πλείονες κατηγορίες, ενόψει της επιπτώσεώς τους στην αγορά και του κατά πόσον επηρέασαν τον ελεύθερο ανταγωνισμό.
301 Αυτή η μέθοδος δεν είναι αντικανονική καθόσον, όπως ήδη ανέφερα, η σοβαρότητα μιας παραβάσεως μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τη βλάβη η οποία προκλήθηκε στη δημόσια οικονομική τάξη από τις επίμαχες συμπεριφορές. Όπως αναφέρει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 4966 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κάθε μία από τις επιχειρήσεις που μετέσχαν στη συμφωνία Cembureau «προσπάθησε να διασφαλίσει τον σεβασμό των εγχωρίων αγορών μέσω του αριθμού των μέτρων που έκρινε αναγκαίο ανάλογα, μεταξύ άλλων, με τα εμπορικά συμφέροντά της και τη γεωγραφική κατάσταση της φυσικής αγοράς της. Το γεγονός ότι έλαβε μέρος, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, σε περιορισμένο αριθμό παρανόμων μέτρων δεν σημαίνει, επομένως, λιγότερο έντονη προσχώρηση στη συμφωνία Cembureau και, κατά συνέπεια, λιγότερο βαριά ευθύνη για την κολασθείσα παράβαση». Σε σχέση προς τη βλάβη από πλευράς ανταγωνισμού, η κατάσταση όλων των επιχειρήσεων ήταν η ίδια.
302 Έτσι, όταν η Unicem διατείνεται ότι άλλες επιχειρήσεις, επίσης καταταγείσες στην ομάδα των φερουσών τη μεγαλύτερη ευθύνη, είχαν συμμετάσχει περισσότερο ενεργά στη σύμπραξη, η αιτίασή της είναι εκτός θέματος, έστω και αν αναγνωριστεί ότι η συμμετοχή της δεν οφειλόταν σε δόλο αλλά σε αμέλεια, καθόσον, από πλευράς ανταγωνισμού, οι εξ αμελείας τελούμενες παραβάσεις δεν είναι λιγότερο σοβαρές από εκείνες οι οποίες τελούνται εκ προθέσεως. Για τον καθορισμό της σοβαρότητας της παραβάσεως, το Πρωτοδικείο δεν ήταν υποχρεωμένο να εξακριβώσει αν αυτή ετελέσθη εκ προθέσεως ή εξ αμελείας (172). Στον τομέα του ανταγωνισμού, η υπαιτιότητα είναι μεν προϋπόθεση της επιβολής κυρώσεως, ο βαθμός, όμως, του πταίσματος δεν αποτελεί κριτήριο για την επιμέτρηση του προστίμου (173).
303 Για τον ίδιο λόγο, η εκ μέρους του Πρωτοδικείου ακύρωση ορισμένων από τις ουσιαστικές διατάξεις της αποφάσεως της Επιτροπής με το αιτιολογικό ότι η συμβολή της Unicem στις περιγραφόμενες στις διατάξεις αυτές πρακτικές δεν αποδείχθηκε δεν συνοδεύεται αναγκαστικά από μείωση του επιβληθέντος προστίμου, δεδομένου ότι το καθοριστικό στοιχείο υπήρξε η προσχώρηση και η διαρκής συμμετοχή στην αρχή Cembureau, μέσω της συμμετοχής σε ένα ή πλείονα μέτρα εφαρμογής που αποσκοπούσαν στην άμεση προστασία των εθνικών αγορών (174).
304 Συνεπώς, δεν έχει σημασία το ότι το Πρωτοδικείο, και προηγουμένως η Επιτροπή, εσφαλμένως κατέταξαν την Unicem στην πρώτη υποομάδα της πρώτης κατηγορίας επιχειρήσεων, ενώ, λόγω του ότι δεν αναμείχθηκε στη σύναψη της συμφωνίας Cembureau, θα έπρεπε να καταταγεί στην τρίτη. Όπως επισημαίνει το αναιρεσίβλητο όργανο, από πλευράς της επιβολής των κυρώσεων, καθοριστικό στοιχείο είναι η κατάταξη σε μία από τις κατηγορίες αυτές, διότι η διαίρεση καθεμιάς κατηγορίας σε τρεις υποομάδες οφείλεται καθαρά σε συστηματικούς λόγους, καθόσον όλες οι επιχειρήσεις που εντάχθηκαν σε μια κατηγορία, ανεξαρτήτως της υποομάδας στην οποία κατετάγησαν, επιδίωξαν την εξασφάλιση του σεβασμού των εθνικών αγορών με την ίδια ένταση. Στην περίπτωση των επιχειρήσεων που κατετάγησαν στην πρώτη κατηγορία, λόγω του ότι είχαν προσχωρήσει άμεσα στη συμφωνία Cembureau και είχαν εφαρμόσει ορισμένες μέτρα εκτελέσεώς της, η συμπεριφορά τους είχε άμεση επίδραση όσον αφορά τη στεγανοποίηση των εν λόγω αγορών (175).
305 Ούτε υπάρχει παραβίαση της αρχής της ισότητας αν γίνει σύγκριση με τις εταιρίες της ομάδας «ήσσονος ευθύνης». Η Επιτροπή, προς στήριξη της διακρίσεως στην οποία προέβη μεταξύ των δύο κατηγοριών επιχειρήσεων, εξέθεσε ορισμένους λόγους, τους οποίους δεν απέρριψε το Πρωτοδικείο (176). Οι λόγοι αυτοί στηρίζονται σε ένα αντικειμενικό και εύλογο κριτήριο, ήτοι τις επιπτώσεις των συμπεριφορών επί του ανταγωνισμού και, ειδικότερα, από πλευράς στεγανοποιήσεως των εγχώριων αγορών. Με τον τρόπο αυτό, οι συμπεριφορές που περιγράφονται στα άρθρα 2, 3 και 4 της αποφάσεως θεωρήθηκαν ως οι πλέον σοβαρές, καθόσον αποσκοπούσαν στην άμεση προστασία των αγορών αυτών, ενώ εκείνες που περιγράφονται στα άρθρα 5 και 6, οι οποίες είχαν «λιγότερο άμεσα αποτελέσματα» όσον αφορά τη στεγανοποίηση των αγορών (177), μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως λιγότερο σοβαρές.
306 Κατά συνέπεια, αν τα κριτήρια της Επιτροπής είναι σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την επιβολή των προστίμων, η μείωση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες επίσης τηρεί τις αρχές αυτές.
307 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο δέκατος τέταρτος και ο δέκατος πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και αβάσιμοι.
308 Η απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως που κρίθηκαν παραδεκτοί οδηγεί στην ολοσχερή απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
V. Τα δικαστικά έξοδα
309 Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 122, πρώτο εδάφιο, σε συνδυασμό προς το άρθρο 69, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, και λαμβανομένου υπόψη του σχετικού αιτήματος της Επιτροπής, η Unicem θα πρέπει να φέρει τα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
VI. Πρόταση
310 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) Να απορρίψει ολοσχερώς τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως της Buzzi Unicem SpA που δεν απορρίφθηκαν με τη διάταξη της 5ης Ιουνίου 2002.
2) Να επικυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που αφορά την αναιρεσείουσα.
3) Να καταδικάσει την αναιρεσείουσα εταιρία στα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
(1) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-25/95, Τ-26/95, Τ-30/95 έως Τ-32/95, Τ-34/95 έως Τ-39/95, Τ-42/95 έως Τ-46/95, Τ-48/95, Τ-50/95 έως Τ-65/95, Τ-68/95 έως Τ-71/95, Τ-87/95, Τ-88/95, Τ-103/95 και Τ-104/95 (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-491).
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25.
(3) - Υπόθεση IV/33.126 και 33.322 - Τσιμέντο.
(4) - Σκέψεις 2 και 3.
(5) - Σκέψεις 3, 9 και 12.
(6) - Σκέψεις 4 έως 6.
(7) - ΕΕ L 343, σ. 1.
(8) - Σκέψη 22.
(9) - Βλ. σκέψη 163 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με τις σκέψεις 5 και 95.
(10) - Βλ. σκέψεις 164 έως 168 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(11) - Ciments Luxembourgeois S.A.
(12) - Σκέψεις 169 και 170.
(13) - Πρόκειται για παραδρομή του Πρωτοδικείου. Στο άρθρο 5 της αποφάσεως της Επιτροπής δεν αναφέρεται η Unicem.
(14) - Κωδικοποιημένο κείμενο δημοσιευμένο στην ΕΕ C 34 της 1ης Φεβρουαρίου 2001, σ. 1.
(15) - Λόγος Α.1.1.1 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
(16) - Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999 (C-51/92 P, Συλλογή 1999, σ. Ι-4235).
(17) - Λόγος Α.1.1.2.i του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
(18) - Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-199/92 P (Συλλογή 1999, σ. Ι-4287).
(19) - Εξαιρουμένων των εγγράφων που περιείχαν επιχειρηματικά απόρρητα ή άλλα εμπιστευτικά στοιχεία και των εσωτερικών εγγράφων της Επιτροπής.
(20) - Βλ. σκέψη 241 της αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο διακρίνει μεταξύ των εγγράφων που δεν έχουν αντικειμενική σχέση με καμία από τις κατηγορίες που έγιναν δεκτές, και τα οποία απορρίπτει εκ προοιμίου, και των εγγράφων που έχουν όντως σχέση, στην περίπτωση των οποίων εξετάζει σε ποιο βαθμό περιέχουν στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να έχουν οδηγήσει σε διαφορετική λύση.
(21) - Όσον αφορά το δικαίωμα άμυνας στις διαδικασίες του δικαίου του ανταγωνισμού, βλ. το άρθρο των K. Lenaerts και I. Maselis με τίτλο Le justiciable face ΰ la Commission europιenne dans les procιdures de constatation d'infraction aux articles 81 et 82 CE, που δημοσιεύθηκε στο «Journal des tribunaux», αριθ. 5973 (2000), σ. 496 έως 504. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η μελέτη του L. Goossens, Concurrence et droits de la dιfense: la phase administrative devant la Commission, που δημοσιεύθηκε στο «Journal des tribunaux. Droit europιen», αριθ. 52 (1998), σ. 169 έως 175, και αριθ. 53 (1998), σ. 200 έως 204. Παρότι είναι σχετικά παλαιό, δεν παύει να παρουσιάζει ενδιαφέρον το άρθρο του O. Due, πρώην Προέδρου του Δικαστηρίου, Le respect des droits de la dιfense dans le droit administratif communautaire, που δημοσιεύθηκε στο «Cahiers de Droit Europιen», αριθ. 1 και 2 (1987), σ. 383 έως 396.
(22) - ΕΕ L 354, σ. 18. Ο κανονισμός αυτός αντικατέστησε τον κανονισμό 99/63/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1963, περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 17 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37), που ίσχυε κατά τον χρόνο διεξαγωγής της διοικητικής διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση.
(23) - Βλ., μεταξύ άλλων και ως πλέον πρόσφατη, την απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-51/92 P, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-4235, σκέψη 75 επ.).
(24) - Η ίδια η απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αποτελεί παράδειγμα (βλ. τις σκέψεις 142 έως 144 και 240).
(25) - Βλ. τις αποφάσεις της 8ης Ιουνίου 1976, Engel κ.λπ. κατά Κάτω Ξωρών (Σειρά Α αριθ. 22), όσον αφορά τις στρατιωτικές πειθαρχικές διαδικασίες, και την απόφαση της 23ης Ιουνίου 1981, Le Compte, Van Leuven και De Meyere κατά Βελγίου (Σειρά Α αριθ. 43), όσον αφορά τις πειθαρχικές διαδικασίες στο πλαίσιο ιατρικού συλλόγου.
(26) - ΕΕ 2000, C 364, σ. 1.
(27) - Βλ. τα άρθρα 47, δεύτερο εδάφιο, και 48, παράγραφος 2.
(28) - Άρθρο 41, παράγραφος 2, πρώτη και δεύτερη παύλα.
(29) - Όπως είναι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να τύχει ακροάσεως, να ενημερωθεί για την εναντίον του κατηγορία, να χρησιμοποιήσει τα κατάλληλα για την υπεράσπισή του αποδεικτικά μέσα ή, κατά περίπτωση, να αναθέσει την υπεράσπισή του σε δικηγόρο.
(30) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mischo της 25ης Οκτωβρίου 2001, στις υποθέσεις C-244/99 P και C-251/99 P, σκέψεις 331 και 125, αντιστοίχως, επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2002, PVC II (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-238/99 P, C-244/99 P, C-245/99 P, C-247/99 P, C-250/99 P έως C-252/99 P και C-254/99 P, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή).
(31) - Ο δικαστής, όπως ο ιστορικός, αναπλάθει το παρελθόν και, προς τούτο, οφείλει να συγκεντρώσει αποδεικτικά στοιχεία και μαρτυρίες ούτως ώστε να αναπαραστήσει τα πραγματικά περιστατικά ακριβώς όπως αυτά συνέβησαν. Ο δικαστής, όπως ο ιστορικός, δεν μπορεί να τοποθετηθεί στη θέση εκείνων που αποτελούν το αντικείμενο της έρευνάς του, αλλά οφείλει να τεθεί υπεράνω αυτής. Σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ δικαίου και ιστορίας, βλ. C. Ginzburg, El juez y el historiador (Consideraciones al margen del proceso Sofri), έκδοση Anaya y Mario Muchnik, Μαδρίτη, 1993.
(32) - Σημείο 34.
(33) - Σκέψεις 78 και 79.
(34) - Αυτό είναι το κριτήριο που εφάρμοσε πρόσφατα το Πρωτοδικείο με την προμνησθείσα απόφαση PVC II, σκέψεις 315 επ. και, ειδικότερα, σκέψη 325.
(35) - Αυτή είναι η περίπτωση της επιχειρήσεως Cedest S.A. (Τ-38/95). Βλ. σκέψεις 2211 και 2286.
(36) - Σκέψη 264 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(37) - Βλ. γενικώς τις σκέψεις 264 και 1116. Όσον αφορά ειδικότερα την Unicem, βλ. τις σκέψεις 1220 έως 1225.
(38) - Σκέψη 262 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(39) - Σκέψη 263 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(40) - Πρόκειται για τα έγγραφα που μνημονεύονται στα σημεία 18, 19 και 45 της αποφάσεως της Επιτροπής.
(41) - Σκέψη 247 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(42) - Βλ. τις σκέψεις 1416 και 1442 επ. της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(43) - Τις μνημονευόμενες στα σημεία 18, 19 και 45 της αποφάσεώς της.
(44) - Απόφαση της 29ης Ιουλίου 1995, Τ-30/91, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1775, και Τ-36/91, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1847.
(45) - Αντιστοίχως, σκέψη 98 και 108.
(46) - Υπόθεση Τ-37/91, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1901.
(47) - Σκέψεις 66 και 70.
(48) - Βλ. τη σκέψη 61 της αποφάσεως Solvay κατά Επιτροπής και τη σκέψη 71 της αποφάσεως ICI κατά Επιτροπής.
(49) - Αντιστοίχως, σκέψη 98 και 108 των αποφάσεων.
(50) - Βλ. τις σκέψεις 263 και 264 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(51) - Λόγοι Α.1.4 και Α.1.5 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(52) - Λόγος Α.1.7 της αιτήσεως αναιρέσεως.
(53) - Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1989, C-374/87, Συλλογή 1989, σ. 3283.
(54) - Σχετικά με το περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών, βλ. δύο σημαντικές αποφάσεις του Ευρωπαϋκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: τις αποφάσεις της 8ης Φεβρουαρίου 1996, John Murray κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Recueil des arrκts et dιcisions 1996-I, σκέψεις 40 επ.), και της 17ης Δεκεμβρίου 1996, Saunders κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Recueil des arrκts et dιcisions 1996-VI, σκέψεις 67 επ.). Η νομολογία που συνάγεται από τις δύο αυτές αποφάσεις ακολουθήθηκε, στη συνέχεια, ιδίως με τις αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, I.J.L., G.M.R. και Α.Κ.Ρ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21ης Δεκεμβρίου 2000, Heaney και McGuinness κατά Ιρλανδίας, και της 3ης Μαου 2001, J.B. κατά Ελβετίας.
(55) - Σκέψη 35 της προμνησθείσας αποφάσεως Orkem κατά Επιτροπής.
(56) - Σε άλλο πλαίσιο (αναλύσεις αίματος ή ούρων), το Ευρωπαϋκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διετύπωσε μια άποψη κρίσιμη για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο επιχείρημα της Unicem: το δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως δεν καλύπτει και τα στοιχεία που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη βούληση του κατηγορουμένου (βλ. σκέψη 69 της προμνησθείσας αποφάσεως Saunders κατά Ηνωμένου Βασιλείου). Συνεπώς, το δικαίωμα αυτό δεν παρέχει καμία προστασία έναντι στοιχείων που προέρχονται από τρίτους.
(57) - Βλ. τις προμνησθείσες αποφάσεις του Ευρωπαϋκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου John Murray κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 45, και Saunders κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 68.
(58) - Λόγος Β.1.2 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως (σ. 26 έως 29 του πρωτοτύπου ιταλικού κειμένου).
(59) - Βλ. το σημείο 27 των προτάσεων που ανέπτυξα στις 3 Μαου 2001 στην υπόθεση C-315/99 P, Ismeri κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (απόφαση της 10ης Ιουλίου 2001, Συλλογή 2001, σ. Ι-5281), καθώς και τις αποφάσεις που μνημόνευσα στην υποσημείωση 17 των παρουσών προτάσεων, όπως και τη σκέψη 19 της αποφάσεως Ismeri κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου. Μεταξύ των πλέον προσφάτων αποφάσεων του Δικαστηρίου, παραπέμπω στην απόφαση της 21ης Ιουνίου 2001, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-280/99 P έως C-282/99 P, Moccia Irme κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. Ι-4717, σκέψη 78).
(60) - Πρόκειται για τα έγγραφα που αναφέρονται στα σημεία 18, 19 και 45. Όσον αφορά την απόφαση του Πρωτοδικείου, βλ. σκέψεις 861 επ. Ειδικότερα, όσον αφορά τα εσωτερικά σημειώματα της Blue Circle, βλ. τις σκέψεις 875 έως 901· όσον αφορά τη δήλωση του Ν. Καλογερόπουλου, βλ. τις σκέψεις 902 έως 913· όσον αφορά την ομολογία της Cembureau, βλ. τις σκέψεις 914 έως 919· όσον αφορά την επιστολή προσκλήσεως στη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 14ης Ιανουαρίου 1983, βλ. τις σκέψεις 930 έως 941, και όσον αφορά τη συνεδρίαση της 7ης Νοεμβρίου 1984, κατά την οποία επικυρώθηκε η συμφωνία Cembureau, βλ. τις σκέψεις 1028 έως 1046.
(61) - Βλ. σημείο 45, παράγραφος 9, της αποφάσεως της Επιτροπής και σκέψεις 1003, 1046, 1086 και 1095 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(62) - Ούτε στη συνεδρίαση της 19ης Μαρτίου 1984.
(63) - Βλ. τις σκέψεις 1416, 1442, 3744, 3745 και 4243 έως 4247 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(64) - Βλ. τις αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1999, C-49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (Συλλογή 1999, σ. Ι-4125, σκέψη 96), Hόls κατά Επιτροπής (προμνησθείσα, σκέψη 155), και C-235/92 P, Montecatini κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-4539, σ. 181).
(65) - Λόγος Β.1.2 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως (σ. 29 και 30 του πρωτοτύπου ιταλικού κειμένου).
(66) - «Επί του αιτήματος ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως», ΞΙΙ, Α, 2.2.
(67) - Λόγος Β.1.3. του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
(68) - Η αναιρεσείουσα παραθέτει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 7ης Ιουλίου 1994, Τ-43/92, Dunlop Slazenger κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-441).
(69) - Βλ. προμνησθείσα απόφαση Anic Partecipazioni, σκέψη 81.
(70) - Βλ. προμνησθείσα απόφαση Montecatini κατά Επιτροπής, σκέψη 195.
(71) - Βλ. σκέψη 81 της προμνησθείσα αποφάσεως Anic Partecipazioni.
(72) - Υπό την επιφύλαξη της επιδράσεώς της στην εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως και, συνεπώς, στο ύψος της κυρώσεως (βλ. σκέψη 90 της προμνησθείσας στην προηγούμενη υποσημείωση αποφάσεως).
(73) - Βλ. την απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-291/98 P, Sarriσ κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-9991, σκέψη 50).
(74) - Προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 83. Βλ. επίσης σκέψη 203.
(75) - Προμνησθείσα απόφαση Dunlop Slazenger κατά Επιτροπής.
(76) - Λόγος Β.2 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
(77) - Διάταξη της 5ης Φεβρουαρίου 1997, C-51/95 P (Συλλογή 1997, σ. Ι-727).
(78) - Η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, Ahlstsφm Osakeythiφ κ.λπ. κατά Επιτροπής, «Ξαρτοπολτός ΙΙ» (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-89/85, C-104/85, C-114/85, C-116/85, C-117/85 και C-125/85 έως C-129/85, Συλλογή 1993, σ. Ι-1307, σκέψη 146).
(79) - Βλ. σκέψεις 1698 και 4340 της αποφάσεως.
(80) - Σημείο 47, παράγραφος 13, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(81) - Εκ παραδρομής αναφέρει το Πρωτοδικείο στην απόφαση ότι η διανομή αυτή πραγματοποιήθηκε κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1983. Στο σημείο 16, παράγραφος 5, της αποφάσεώς της, αντιθέτως, η Επιτροπή κάνει λόγο για τη συνεδρίαση της 30ής Μαου 1983.
(82) - Βλ. τη σκέψη 1643 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(83) - Οι ανταλλαγές «παρείχαν πράγματι τη δυνατότητα στην επιχείρηση που αντιμετώπιζε την αίτηση ενδεχομένου πελάτη εγκατεστημένου εντός άλλης χώρας μέλους να λάβει γνώση του γενικού επιπέδου των ισχυουσών στη χώρα αυτή τιμών, κατά τον χρόνο αυτό, και να ευθυγραμμίσει συνακολούθως τις τιμές της κατά την εξαγωγή, για να αποτρέψει τον εν λόγω πελάτη να προμηθευθεί τσιμέντο εκτός της χώρας του και να αποφύγει έτσι τον ανταγωνισμό με τους τοπικούς παραγωγούς» (σκέψη 1642 της αποφάσεως).
(84) - Βλ. τις σκέψεις 1644 έως 1646 της αποφάσεως.
(85) - Βλ. το σημείο 134 των προτάσεων που ανέπτυξα σήμερα στην υπόθεση C-204/00 P, Aalborg Portland A/S. Βλ. επίσης τις σκέφψεις 1634 και 1638 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(86) - Προτελευταίο εδάφιο της παραγράφου Β.2.1 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
(87) - Βλ. Έβδομη έκθεση της Επιτροπής για την πολιτική του ανταγωνισμού (Βρυξέλλες-Λουξεμβούργο, Απρίλιος 1978, σ. 23).
(88) - Βλ. σκέψη 1642 της αποφάσεως.
(89) - Βλ. την αππφοαση της 16ης Δεκεμβρίου 1975, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 και 114/73, Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1975, σ. 507, σκέψεις 173 έως 175).
(90) - Η υπογράμμιση δική μου.
(91) - Βλ. σημεία 126 και 127 των εν λόγω προτάσεων.
(92) - Βλ. τις σκέψεις 1412, 1439 και 1697 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(93) - Βλ. τις σκέψεις 2682 και 2683 της αποφάσεως.
(94) - Βλ. τις σκέψεις 3252 και 3253 της αποφάσεως.
(95) - Βλ. σκέψη 3396 της αποφάσεως.
(96) - Βλ. τις σκέψεις 4244 και 4245 της αποφάσεως.
(97) - Βλ. σκέψη 4246 της αποφάσεως.
(98) - Βλ. τις σκέψεις 4103, 4104 και 4244 της αποφάσεως.
(99) - Βλ. τη σκέψη 1698 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(100) - Το έπραξε αργότερα με το υπόμνημα απαντήσεως.
(101) - Βλ. τη σκέψη 1702 της αποφάσεως.
(102) - Σκέψη 1701 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(103) - Λόγος Β.3.3 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
(104) - Σκέψη 3741.
(105) - Σκέψη 3742 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(106) - Σκέψεις 143, 144, 159 και 160.
(107) - Βλ. τις σκέψεις 3741 και 3742 της αποφάσεως.
(108) - Λόγοι Α.1.5, Β.4.1 και Β.4.3.1 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
(109) - Σχετικά με την αρχή non bis in idem παραπέμπω στις προτάσεις που ανέπτυξα στις 19 Σεπτεμβρίου 2001 στις υποθέσεις C-187/01, Gφzόtok, και C-385/01, Brόgge, επί των οποίων δεν έχει ακόμα εκδοθεί απόφαση.
(110) - Το Δικαστήριο εξέτασε ήδη την περίπτωση της υπέρ το δέον παρεμβάσεως των εθνικών αρχών ανταγωνισμού και της Επιτροπής με την απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1969, 14/68, Wilhelm (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1), όπου αποφάνθηκε ότι η παράλληλη εφαρμογή του εθνικού δικαίου δεν μπορεί να βλάψει την πλήρη και ομοιόμορφη εφαρμογή, εντός του συνόλου της κοινής αγοράς, των κοινοτικών κανόνων περί συμπαιγνιακών πρακτικών και τα πλήρη αποτελέσματα των πράξεων που εκδίδονται προς εκτέλεση των κανόνων αυτών (σημείο 1 του διατακτικού). Η ύπαρξη συναρμοδιοτήτων είναι σήμερα αναγνωρισμένη (βλ. την ανακοίνωση σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων για την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, ΕΕ 1993, C 39, σ. 6)· αυτό ισχύει και όσον αφορά τον κανόνα περί υπεροχής του κοινοτικού δικαίου σε περίπτωση πλειόνων παρεμβάσεων για την ίδια θίγουσα τον ανταγωνισμό πρακτική ή συμφωνία (βλ. αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-234/89, Δηλιμίτης, Συλλογή 1991, σ. Ι-935, και της 14ης Δεκεμβρίου 2000, C-344/98, Masterfoods και ΗΒ, Συλλογή 2000, σ. Ι-11369).
(111) - Στην απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1987, 137/85, Maizena (Συλλογή 1987, σ. 4587), το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση παραβιάσεως της αρχής non bis in idem, καθόσον οι δύο εγγυήσεις που είχαν ζητηθεί από το ίδιο πρόσωπο σε σχέση προς τα ίδια περιστατικά δεν επεδίωκαν τον ίδιο στόχο (σκέψεις 22 και 23).
(112) - Ακριβώς λόγω παραβάσεως αυτής της διατάξεως καταδικάστηκε η Italcementi με την προμνησθείσα απόφαση της Autoritα Garante della Concorrenza e del Mercato.
(113) - Gazzetta Ufficiale della Repubblica Italiana, αριθ. 240, της 13ης Οκτωβρίου 1990.
(114) - Σκέψη 3.
(115) - Άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81 ΕΚ).
(116) - Όσον αφορά την επιβολή κυρώσεως για το ίδιο περιστατικό σε δύο διαφορετικές έννομες τάξεις, βλ. τις σκέψεις που εξέθεσα στα σημεία 52 επ. των προτάσεων που ανέπτυξα στις προμνησθείσες υποθέσεις Gφzόtok και Brόgge.
(117) - Βλ. το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 της Συμβάσεως της Ρώμης και το άρθρο 50 του Ξάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϋκής Ενώσεως.
(118) - Βλ. M. Pralus: «Ιtude en droit pιnal international et en droit communautaire d'un aspect du principe non bis in idem: non bis», Revue de science criminelle, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1996, σ. 553 έως 574, ειδικότερα σ. 558.
(119) - Σκέψη 11.
(120) - Δεν συμφωνώ με την προσέγγιση αυτή διότι, όπως ανέφερα προηγουμένως, οι εθνικές αρχές και η Επιτροπή προστατεύουν τις ίδιες αρχές όταν κολάζουν την ίδια συμπεριφορά κατ' εφαρμογήν του δικαίου του ανταγωνισμού, είτε του εθνικού είτε του κοινοτικού.
(121) - Σκέψη 11.
(122) - Στην απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1972, 7/72, Boehringer Mannheim κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 313), το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι υπήρχε παραβίαση της αρχήςτ non bis in idem, καθόσον, «ναι μεν τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τη βάση των δύο εν λόγω καταδικών έχουν την προέλευσή τους στο ίδιο σύνολο συμφωνιών, διαφέρουν όμως ουσιαστικά όσον αφορά τόσο το σκοπό τους, όσο και το εδαφικό τους επίκεντρο» (σκέψη 4).
(123) - Είναι κολάσιμες οι συμφωνίες περί διαμερισμού των αγορών, ανεξαρτήτως του αν παράγουν στη συνέχεια συγκεκριμένο αποτέλεσμα περιορισμού του ανταγωνισμού. Στην προμνησθείσα απόφαση Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο καταδίκασε τις συμφωνίες που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό της αγοράς (σκέψη 174, η υπογράμμιση δική μου). Η αρχή αυτή έχει πλέον παγιωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου: «ναι μεν η ίδια η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής προϋποθέτει συμπεριφορά των μετεχουσών επιχειρήσεων στην αγορά, δεν συνεπάγεται όμως κατ' ανάγκην ότι η συμπεριφορά αυτή επιφέρει συγκεκριμένα το αποτέλεσμα να περιορίζει, καταργεί ή νοθεύει τον ανταγωνισμό» (προμνησθείσα απόφαση Hόls κατά Επιτροπής, σκέψη 165). Βλ. επίσης την προμνησθείσα απόφαση της ίδιας ημέρας στην υπόθεση Montecatini κατά Επιτροπής, σκέψη 125.
(124) - Βλ. τις σκέψεις 444 και 445 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(125) - Βλ. σημείο 27, παράγραφος 6, της αποφάσεως της Επιτροπής και σκέψη 3345 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(126) - Σχετικά με τις παραβάσεις αυτές, βλ. σκέψεις 3133 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(127) - Σχετικά με την ύπαρξη αυτής της παραβάσεως, βλ. σκέψεις 3138 επ. της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(128) - Βλ. σημείο 55, στοιχείο ββ, παράγραφος 2, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(129) - Η συλλογιστική του Πρωτοδικείου σχετικά με την ύπαρξη αυτής της παραβάσεως εκτίθεται στις σκέψεις 3345 επ. της αποφάσεως.
(130) - Υπενθυμίζεται ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να εξεταστούν κατ' αναίρεση.
(131) - Λόγος Β.4.2 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
(132) - Σκέψη 3248 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(133) - Σκέψη 3252 της αποφάσεως.
(134) - Βλ. τα σημεία 27, παράγραφοι 3 και 5, και 55, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(135) - Λόγος Β.4.3.2 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
(136) - Λόγος Β.4.3.3 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
(137) - Λόγος Β.4.3.4 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
(138) - Βλ. σκέψεις 3345, 3353 και 3355 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(139) - Βλ. σημείο 55, παράγραφος 2, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(140) - Βλ. σκέψεις 3286 και 3345 της αποφάσεως.
(141) - Βλ. σημείο 27, παράγραφος 5, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(142) - Μεταξύ των πλέον προσφάτων αποφάσεων του Δικαστηρίου, βλ. τη διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 2001, C-404/01 P (R), Επιτροπή κατά Euroalliages κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. 10367, σκέψη 53).
(143) - Η υπογράμμιση δική μου.
(144) - Λόγοι Β.4.3.1 και Β.4.4 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
(145) - Βλ. σημείο 27, παράγραφος 5, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(146) - Βλ. σκέψεις 3372 και 3373 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(147) - Βλ. σημείο 53, παράγραφος 9, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(148) - Λόγος Β.5.1 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
(149) - Βλ. σημείο 15, παράγραφος 2, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(150) - Βλ. σκέψη 4104 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(151) - Βλ. σκέψη 4104, σε συνδυασμό με τις σκέψεις 4050 έως 4052.
(152) - Βλ. το πρώτο μέρος της σκέψεως 4105.
(153) - Δεύτερο μέρος της σκέψεως 4105 της αποφάσεως.
(154) - Βλ. σκέψη 4106 της αποφάσεως.
(155) - Υπενθυμίζω ότι η αναιρεσείουσα επιχείρηση είναι το αποτέλεσμα της συγχωνεύσεως της Unicem και της Buzzi, οι οποίες, κατά τη διοικητική διαδικασία και την ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκη, ενεργούσαν χωριστά.
(156) - Όσον αφορά τη συμμετοχή της στη σύσταση της European Task Force, βλ. τις σκέψεις 2678 έως 2683 της αποφάσεως. Όσον αφορά τη συμμετοχή της στις πιέσεις που ασκήθηκαν στην Calcestruzzi, βλ. τις σκέψεις 3246 έως 3253. Τέλος, όσον αφορά τη συμφωνία που συνήφθη με την Italcementi και την Cementir, με στόχο να παύσει ο εν λόγω παραγωγός σκυροδέματος να εισάγει ελληνικό τσιμέντο, οι σχετικές εξηγήσεις του Πρωτοδικείου περιλαμβάνονται στις σκέψεις 3350 επ.
(157) - Βλ. σημείο 65, παράγραφος 7, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(158) - Βλ. σημείο 65, παράγραφος 8, πρώτη παύλα, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(159) - Βλ. προμνησθείσα απόφαση Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 111. Όσον αφορά την επιμέτρηση των προστίμων σε περιπτώσεις περιπλόκων παραβάσεων, βλ. E. David, «La dιtermination du montant des amendes sanctionnant les infractions complexes: rιgime commun ou rιgime particulier?», Revue trimestrielle de droit europιen, αριθ. 36(3), Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2000, σ. 511 έως 545.
(160) - Βλ. απόφαση της Επιτροπής, σημείο 65, παράγραφος 3, στοιχείο αα, και παράγραφος 9, στοιχείο αα, πρώτη παύλα.
(161) - Σημείο 65, παράγραφος 9, πρώτη παύλα, της αποφάσεως της Επιτροπής. Βλ. επίσης τη σκέψη 4950 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Η Επιτροπή «καθόρισε ένα συνολικό πρόστιμο για κάθε επιχείρηση λόγω της συμμετοχής της στη συμφωνία ή αρχή Cembureau και στα μέτρα εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας» (σημείο 65, παράγραφος 8, δεύτερη παύλα).
(162) - Σημείο 65, παράγραφος 9, στοιχεία αα και ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(163) - Σημείο 65, παράγραφος 9, στοιχείο αα, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(164) - Σημείο 65, παράγραφος 9, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(165) - Βλ. την επιστολή της Επιτροπής προς το Πρωτοδικείο, της 7ης Ιουλίου 1998, και ειδικότερα τις παραγράφους 2 και 3. Επίσης, βλ. τις σκέψεις 4738, 4957 και 4963 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(166) - Βλ. τις σκέψεις 4807 έως 4814 της αποφάσεως και, ειδικότερα, τη όγδοη παύλα της τελευταίας αυτής σκέψεως.
(167) - Βλ. τη σκέψη 4815 της αποφάσεως καθώς και την όγδοη παύλα του σημείου 19 του διατακτικού.
(168) - Βλ. τις αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 1983, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 100/80 έως 103/80, Musique diffusion franηaise κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 120), και της 17ης Ιουλίου 1997, C-219/95 P, Ferriere Nord κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι-4411, σκέψη 33)· βλ. επίσης τη διάταξη της 25ης Μαρτίου 1996, C-137/95 P, SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-1611, σκέψη 54).
(169) - Στη μελέτη που ήδη ανέφερα, ο E. David υποστηρίζει ότι «la gravitι s'apprιcie selon trois critθres: la nature de l'infraction, son impact sur le marchι lorsqu'il est mesurable et le marchι gιographique et ΰ deux niveaux: ceux de l'infraction et de l'entreprise» (σ. 522).
(170) - Οι παραβάσεις του άρθρου 81 ΕΚ προϋποθέτουν, εξ ορισμού, συλλογική συμπεριφορά.
(171) - Βλ. τις προμνησθείσες αποφάσεις Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 623, και Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, σκέψη 110.
(172) - Βλ. προμνησθείσα διάταξη SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 55 και 57.
(173) - Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 αναφέρεται σε δύο χωριστά ζητήματα. Αφενός, καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την επιβολή προστίμων από την Επιτροπή (προϋποθέσεις επιβολής προστίμου)· μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών περιλαμβάνεται η σχετική με την εκ προθέσεως ή εξ αμελείας τέλεση της παραβάσεως (πρώτο εδάφιο). Αφετέρου, ρυθμίζει τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, ο οποίος συναρτάται προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως (δεύτερο εδάφιο) (προμνησθείσα διάταξη SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 53, και προμνησθείσα απόφαση Ferriere Nord κατά Επιτροπής, σκέψη 32).
(174) - Βλ. τις σκέψεις 4975 και 4976 της αποφάσεως.
(175) - Βλ. τις σκέψεις 4952 και 4966 της αποφάσεως.
(176) - Βλ. το σημείο 65, παράγραφος 9, της αποφάσεως της Επιτροπής, και τη σκέψη 4968 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(177) - Τέλος της σκέψεως 4968 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Full & Egal Universal Law Academy