Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η Cementir, Cementerie del Tirreno SpA (στο εξής: Cementir), άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως την οποία εξέδωσε στις 15 Μαρτίου 2000 το τέταρτο πενταμελές τμήμα του Πρωτοδικείου στην υπόθεση που είναι γνωστή ως Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής (1).
Ι. Τα πραγματικά περιστατικά
2 Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκθέτει, στο μέτρο που αφορούν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
- Aπό τον Απρίλιο του 1989 έως τον Ιούλιο του 1990 η Επιτροπή διενήργησε ορισμένους ελέγχους σε ευρωπαϋκές επιχειρήσεις παραγωγής τσιμέντου και σε επαγγελματικές ενώσεις του τομέα, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 81 και 82 ΕΚ) (2). Κατόπιν των ελέγχων αυτών, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 12 Νοεμβρίου 1991, να κινήσει διοικητική διαδικασία (3) κατά, μεταξύ άλλων επιχειρήσεων του τομέα, της Cementir (4).
- Στις 25 Νοεμβρίου 1991, η Επιτροπή απηύθυνε στις εβδομήντα έξι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων την ανακοίνωση των αιτιάσεων, επί της οποίας η Cementir είχε την ευκαιρία να διατυπώσει γραπτές παρατηρήσεις και, στη συνέχεια, προφορικές παρατηρήσεις κατά τις ακροάσεις που οργανώθηκαν από την 1η Μαρτίου έως την 1η Απριλίου 1993 (5).
- Το κείμενο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, το οποίο περιλαμβανόταν σε ένα ενιαίο έγγραφο, δεν απεστάλη ολόκληρο στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων. Σε κάθε αποδέκτρια απεστάλησαν ο πλήρης πίνακας περιεχομένων της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και ο πίνακας όλων των εγγράφων, με μνεία εκείνων των εγγράφων που είχε τη δυνατότητα να συμβουλευθεί. Ορισμένες από τις κατηγορούμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων ζήτησαν από την Επιτροπή να τους κοινοποιήσει τα κεφάλαια που δεν είχαν περιληφθεί στο κείμενο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων που τους είχε αποσταλεί και να τους επιτρέψει την πρόσβαση στο σύνολο των εγγράφων του φακέλου, εξαιρουμένων των εσωτερικών και των εμπιστευτικών εγγράφων. Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό (6).
- Η Επιτροπή, με την απόφαση 94/815/ΕΚ, της 30ής Νοεμβρίου 1994 (στο εξής: απόφαση της Επιτροπής) (7), προσήψε στην Cementir τις ακόλουθες θίγουσες τον ανταγωνισμό συμπεριφορές, που συνιστούσαν όλες παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (8):
1. Συμμετοχή, από τις 14 Ιανουαρίου 1983, σε συμφωνία που είχε ως αντικείμενο τον σεβασμό των εγχώριων αγορών και τη ρύθμιση των μεταφορών τσιμέντου από τη μία χώρα στην άλλη (άρθρο 1). Πρόκειται για την αποκαλούμενη «συμφωνία Cembureau».
2. Συμμετοχή, από τις 14 Ιανουαρίου 1983 έως τις 14 Απριλίου 1986, σε συμφωνίες που συνάφθηκαν κατά τις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας και της εκτελεστικής Επιτροπής της Cembureau - Association europιenne du Ciment (στο εξής: Cembureau), σχετικά με τις ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές, με σκοπό τη διευκόλυνση της εκτελέσεως της συμφωνίας που περιγραφόταν στο άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής (άρθρο 2, παράγραφος 1).
3. Συμμετοχή, από την 1η Ιανουαρίου 1984 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1988, με τον ίδιο σκοπό, σε εναρμονισμένες πρακτικές σχετικές με τη διάδοση πληροφοριών όσον αφορά:
α) τις κατώτατες τιμές για τις παραδόσεις τσιμέντου με φορτηγό από τους Βέλγους και Ολλανδούς παραγωγούς καθώς και τις τιμές, συμπεριλαμβανομένων των εκπτώσεων, του παραγωγού του Λουξεμβούργου·
β) τις ατομικές κλίμακες τιμών των Δανών και των Ιρλανδών παραγωγών, τις κλίμακες τιμών του κλάδου που ίσχυαν στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Πορτογαλία, καθώς και τις μέσες τιμές που εφαρμόζονταν στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο (άρθρο 2, παράγραφος 2).
4. Συμμετοχή, από τις 28 Μαου 1986, σε συμφωνία όσον αφορά τη σύσταση της Cembureau Task Force ή European Task Force (άρθρο 4, παράγραφος 1).
5. Συμμετοχή, από τις 9 Ιουνίου 1986 έως τις 26 Μαρτίου 1993, σε συμφωνία όσον αφορά τη σύσταση της Joint Trading Company, Interciment S.A., με σκοπό την εφαρμογή των προτρεπτικών και αποτρεπτικών μέτρων έναντι των απειλούντων τη σταθερότητα των αγορών του τσιμέντου στις χώρες μέλη (άρθρο 4, παράγραφος 2).
6. Συμμετοχή, από τις 17 Ιουνίου 1986 έως τις 15 Μαρτίου 1987, σε εναρμονισμένες πρακτικές που είχαν ως στόχο να παύσει η ιταλική επιχείρηση Calcestruzzi να είναι πελάτης των Ελλήνων παραγωγών και, ειδικότερα, της Ανώνυμης Εταιρίας Τσιμέντων Τιτάν (άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα).
7. Συμμετοχή, από τις 3 Απριλίου 1987 έως τις 3 Απριλίου 1992, σε συμφωνία όσον αφορά τις συμβάσεις και τις συμφωνίες που υπογράφηκαν στις 3 και στις 15 Απριλίου 1987 και αποσκοπούσαν στην αποτροπή των εισαγωγών ελληνικού τσιμέντου εκ μέρους της Calcestruzzi (άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ).
8. Συμμετοχή, στο πλαίσιο της European Cement Export Commitee, από τις 14 Μαρτίου 1984 έως τις 22 Σεπτεμβρίου 1989, σε εναρμονισμένες πρακτικές όσον αφορά την ανταλλαγή στοιχείων σχετικά με την κατάσταση της προσφοράς και της ζητήσεως στις τρίτες χώρες εισαγωγείς, τις τιμές που εφαρμόζονταν στις εξαγωγές, την κατάσταση των εισαγωγών στις χώρες μέλη και την κατάσταση της προσφοράς και της ζητήσεως των εσωτερικών αγορών, με σκοπό την αποτροπή των διεισδύσεων των ανταγωνιστών στις αντίστοιχες εθνικές αγορές της Κοινότητας (άρθρο 5).
- Η Επιτροπή διέταξε την Cementir να θέσει τέρμα στις περιγραφόμενες παραβάσεις και να απόσχει στο μέλλον από κάθε συμφωνία ή πρακτική θίγουσα τον ελεύθερο ανταγωνισμό στις αγορές κοινού και λευκού τσιμέντου (άρθρο 8), της επέβαλε δε πρόστιμο ύψους 8 248 000 ECU, το οποίο θα έφερε τόκους από τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε για την καταβολή του, ήτοι τρεις μήνες από την κοινοποίηση της αποφάσεως της Επιτροπής (άρθρα 9 και 11).
3 Μη συμφωνώντας με την απόφαση της Επιτροπής, η Cementir την προσέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου.
ΙΙ. Η ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκη και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
4 Με την προσφυγή της, η Cementir ζήτησε, κυρίως, την ολική η μερική ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής και, επικουρικώς, την ακύρωση ή τη μείωση του επιβληθέντος προστίμου. Εν πάση περιπτώσει, ζήτησε να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
5 Με μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας, που κοινοποιήθηκε στις προσφεύγουσες μεταξύ 19ης Ιανουαρίου και 2ας Φεβρουαρίου 1996, το Πρωτοδικείο ζήτησε από την Επιτροπή να προσκομίσει μια σειρά εγγράφων· η Επιτροπή συμμορφώθηκε στις 29 Φεβρουαρίου, προσκομίζοντας (9):
1. την ανακοίνωση των αιτιάσεων όπως αυτή κοινοποιήθηκε στις εμπλεκόμενες -και κατόπιν προσφεύγουσες- επιχειρήσεις·
2. τα πρακτικά της ακροάσεως καθεμιάς από τις επιχειρήσεις·
3. τον κατάλογο όλων των εγγράφων που περιλαμβάνονταν στους φακέλους·
4. τα κιβώτια που περιείχαν τα έγγραφα επί των οποίων η Επιτροπή είχε στηρίξει τα συμπεράσματα που περιλαμβάνονταν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, και
5. την κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ανταλλαγείσα αλληλογραφία μεταξύ του οργάνου και των προσφευγουσών επιχειρήσεων.
6 Άλλα δύο μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας κοινοποιήθηκαν στους διαδίκους στις 2 Οκτωβρίου 1996, όσον αφορά το πρώτο, και στις 18 και 19 Ιουνίου 1987, όσον αφορά το δεύτερο, με τα οποία το Πρωτοδικείο έλαβε τα απαραίτητα μέτρα ώστε οι προσφεύγουσες να μπορέσουν να εξετάσουν όλα τα πρωτότυπα έγγραφα του φακέλου, εξαιρουμένων εκείνων που περιείχαν επιχειρηματικά απόρρητα ή άλλα εμπιστευτικά στοιχεία και των εσωτερικών εγγράφων της Επιτροπής (10).
7 Το Πρωτοδικείο, αφού τους διαβίβασε αντίγραφο του πλήρους φακέλου, κάλεσε τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να καταθέσουν υπόμνημα περιοριζόμενο στην ακριβή επισήμανση των εγγράφων στα οποία δεν τους επετράπη η πρόσβαση κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και των οποίων η άγνοια μπορούσε να έχει επηρεάσει την άμυνά τους, καθώς και να εξηγήσουν τους λόγους για τους οποίους, κατά τη γνώμη τους, η διοικητική διαδικασία μπορούσε να έχει καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα αν τους είχε παρασχεθεί η δυνατότητα να τα συμβουλευθούν. Το υπόμνημα έπρεπε να συνοδεύεται από αντίγραφα των σχολιαζομένων εγγράφων. Όλες οι προσφεύγουσες, πλην μιας (11), ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση αυτή. Η Επιτροπή απάντησε σε όλες (12).
8 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή της Cementir και αποφάσισε:
«- [να ακυρώσει] το άρθρο 1 της αποφάσεως 94/815, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα μετέσχε στην προσαπτομένη παράβαση μετά τις 3 Απριλίου 1992·
- [να ακυρώσει] το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 94/815 ως προς την προσφεύγουσα, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι συνήφθησαν συμφωνίες σχετικά με ανταλλαγές πληροφοριών επί των τιμών κατά τις συνεδριάσεις της εκτελεστικής επιτροπής της Cembureau - Association europιenne du ciment και κατά το μέτρο που διαπιστώνεται η συμμετοχή της προσφεύγουσας στην προσαπτομένη παράβαση μετά τις 14 Ιανουαρίου 1983·
- [να ακυρώσει] το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/815 ως προς την προσφεύγουσα, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η περιοδική κυκλοφορία πληροφοριών μεταξύ της Cembureau - Association europιenne du ciment και των μελών της αφορούσε, ως προς τις τιμές που ίσχυαν στο Βέλγιο και στις Κάτω Ξώρες, τις κατώτατες τιμές των παραγωγών των δύο αυτών χωρών για τις παραδόσεις τσιμέντου με φορτηγό αυτοκίνητο και, ως προς το Λουξεμβούργο, τις τιμές, περιλαμβανομένων των εκπτώσεων, του παραγωγού της χώρας αυτής·
- [να ακυρώσει] το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 94/815 ως προς την προσφεύγουσα·
- [να ακυρώσει] το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της αποφάσεως 94/815, κατά το μέτρο που σ' αυτό διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα μετέσχε στην προσαπτομένη παράβαση πριν από τις 9 Σεπτεμβρίου 1986·
- [να ακυρώσει] το άρθρο 5 της αποφάσεως 94/815 ως προς την προσφεύγουσα·
- [να καθορίσει] το ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα με το άρθρο 9 της αποφάσεως 94/815 σε 7 471 000 ευρώ·
- [να απορρίψει] την προσφυγή κατά τα λοιπά·
- [ότι] η προσφεύγουσα φέρει τα δικαστικά της έξοδα και το ένα τρίτο των εξόδων της Επιτροπής·
- [ότι] η Επιτροπή φέρει τα δύο τρίτα των δικαστικών της εξόδων.»
9 Δηλαδή, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Cementir ευθυνόταν για συμπεριφορές θίγουσες τον ανταγωνισμό, καθόσον είχε συμμετάσχει:
1. στη συμφωνία Cembureau για τον σεβασμό των εθνικών αγορών κοινού τσιμέντου (άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής) από τις 14 Ιανουαρίου 1983 έως τις 3 Απριλίου 1992·
2. στις 14 Ιανουαρίου 1983, σε περιστασιακές ανταλλαγές πληροφοριών σχετικά με τις τιμές του κοινού τσιμέντου (άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής)·
3. μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1984 και 31ης Δεκεμβρίου 1988, στην περιοδική κυκλοφορία πληροφοριών σχετικά με τις ατομικές κλίμακες τιμών των Δανών και Ιρλανδών παραγωγών, τις κλίμακες τιμών του κλάδου που ίσχυαν στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Πορτογαλία και τις μέσες τιμές που εφαρμόζονταν στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο (άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής)·
4. στις εναρμονισμένες πρακτικές με σκοπό να παύσει η Calcestruzzi να είναι πελάτης των Ελλήνων παραγωγών (άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της αποφάσεως της Επιτροπής) μεταξύ 9ης Σεπτεμβρίου 1986 και 15ης Μαρτίου 1987·
5. μεταξύ 3ης Απριλίου 1987 και 3ης Απριλίου 1992, στη συμφωνία όσον αφορά τις συμβάσεις και τις συμφωνίες που υπογράφηκαν στις 3 και στις 15 Απριλίου 1987, σκοπός των οποίων ήταν η αποτροπή των εισαγωγών ελληνικού τσιμέντου εκ μέρους της Calcestruzzi (άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ).
ΙΙΙ. Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
10 Μετά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως και την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, το Δικαστήριο, κάνοντας χρήση της δυνατότητας που του παρέχει το άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας (13), απέρριψε, με διάταξη της 5ης Ιουνίου 2002, το τέταρτο και έκτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως ως προδήλως αβάσιμα.
11 Όσον αφορά τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, στις 4 Ιουλίου 2002 πραγματοποιήθηκε κοινή επ' ακροατηρίου συζήτηση για τις έξι αιτήσεις αναιρέσεως που ασκήθηκαν κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, στην οποία παρέστησαν οι αναιρεσείουσες επιχειρήσεις και η Επιτροπή.
IV. Η αίτηση αναιρέσεως
12 Η Cementir ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να ακυρώσει, ολικώς ή μερικώς, την απόφαση της Επιτροπής ή, τουλάχιστον, να ακυρώσει ή να μειώσει το πρόστιμο που της επιβλήθηκε. Επικουρικώς, ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει εν όλω ή εν μέρει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου, προκειμένου το τελευταίο να κρίνει εκ νέου τη διαφορά υπό το φως των υποδείξεων του Δικαστηρίου, στο μέτρο που με την απόφαση του Πρωτοδικείου επικυρώθηκε η απόφαση της Επιτροπής. Η αναιρεσείουσα ζητεί, τέλος, να καταδικαστεί, κατά πάσα περίπτωση, η Επιτροπή στα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
13 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει ολοσχερώς την αίτηση αναιρέσεως και να επικυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καταδικάζοντας την Cementir στα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
14 Προς στήριξη των αιτημάτων της, η αναιρεσείουσα εταιρία επικαλείται έξι λόγους αναιρέσεως, ορισμένοι από τους οποίους περιλαμβάνουν πλείονα σκέλη. Όπως μόλις ανέφερα, δύο από τα σκέλη του έκτου λόγου απορρίφθηκαν ήδη.
15 Στη συνέχεια, θα εκθέσω τις αιτιάσεις της Cementir και την απάντηση της Επιτροπής, αναλύοντάς τες προς αιτιολόγηση των προτάσεών μου.
1. Προσβολή του δικαιώματος άμυνας όσον αφορά την πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο
Α. Γενική εκτίμηση (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
1) Η θέση των διαδίκων
16 Κατά την Cementir, οι σκέψεις 142 έως 263 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου καθιστούν κενό περιεχομένου το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο. Τα δύο κριτήρια που χρησιμοποιεί το Πρωτοδικείο (ήτοι η αντικειμενική σχέση των εγγράφων με τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία επιβάλλονται κυρώσεις και η δυνατότητα ανατροπής των άμεσων επιβαρυντικών αποδείξεων) οδηγούν σε σοβαρό περιορισμό της ασκήσεως των δικαιωμάτων άμυνας, ο οποίος μπορεί να επηρεάσει το κύρος της τελικής αποφάσεως.
17 Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ο κρίσιμος χαρακτήρας ενός εγγράφου ως αποδεικτικού στοιχείου πρέπει να εκτιμάται κατά τη φάση της διοικητικής διαδικασίας και όχι κατά τη διάρκεια του επακόλουθου δικαστικού ελέγχου. Άλλως, η έρευνα της υποθέσεως «μετατίθεται» σε ένα πλαίσιο το οποίο δεν είναι το προσήκον, με αποτέλεσμα τον «ακρωτηριασμό» των δικαιωμάτων άμυνας. Επιπλέον, η προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία το έγγραφο στο οποίο δεν επετράπη η πρόσβαση κατά τη διοικητική διαδικασία πρέπει να μπορεί να ανατρέψει άμεσα επιβαρυντικά αποδεικτικά στοιχεία υποχρέωσε το Πρωτοδικείο να προβεί σε μια ανάλυση την οποία έπρεπε να έχει κάνει η Επιτροπή και, ως εκ τούτου, να την υποκαταστήσει. Αυτός ο τρόπος ενέργειας καθιστά κενές περιεχομένου διαδικαστικές πλημμέλειες όπως η μη κοινοποίηση εγγράφων κατά τη διοικητική φάση, καθόσον οι πλημμέλειες αυτές μπορούν να «τακτοποιηθούν» μέσω της δικαστικής εκτιμήσεως των εγγράφων στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση.
18 Η Cementir προσθέτει ότι το Πρωτοδικείο αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως, καθόσον απαίτησε από την εμπλεκόμενη επιχείρηση να αποδείξει ότι τα έγγραφα τα οποία δεν είχε μπορέσει να συμβουλευθεί ήταν ικανά να ανατρέψουν τις άμεσες αποδείξεις που χρησιμοποίησε η Επιτροπή. Η θέση αυτή του Πρωτοδικείου δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία, δεδομένου ότι, με τις αποφάσεις Solvay κατά Επιτροπής (14) και ICI κατά Επιτροπής (15), το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι υφίσταται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και επιβάλλεται η ακύρωση της αποφάσεως κοινοτικού οργάνου όταν το δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο ενδιαφερόμενος δεν μπόρεσε να συμβουλευθεί ένα έγγραφο χρήσιμο για την άμυνά του. Δεν χρειάζεται να εξεταστεί ειδικά κάθε μη κοινοποιηθέν έγγραφο ούτε να συγκριθεί με τις αποδείξεις που αναφέρονται στην απόφαση. Με τις αποφάσεις Hercules Chemicals κατά Επιτροπής (16) και Distillers Company κατά Επιτροπής (17), το Δικαστήριο διαπίστωσε, χωρίς καν να εξετάσει το περιεχόμενό τους, ότι τα έγγραφα στα οποία δεν είχε παρασχεθεί πρόσβαση ήταν προδήλως απρόσφορα προς θεμελίωση της παραβάσεως.
19 Κατά την Επιτροπή, υπάρχει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας μόνον όταν στις κατηγορούμενες επιχειρήσεις δεν επετράπη η πρόσβαση σε έγγραφα χρήσιμα για την άμυνά τους. Το Πρωτοδικείο δεν επεδίωξε να θεραπεύσει τις πλημμέλειες της διοικητικής διαδικασίας και περιορίστηκε να εξετάσει κατά πόσον υπήρξε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας των εμπλεκομένων επιχειρήσεων και ενώσεων λόγω του ότι δεν είχε τεθεί στη διάθεσή τους το σύνολο των εγγράφων του φακέλου.
20 Κατά τη γνώμη της, η προσέγγιση την οποία ακολούθησε το Πρωτοδικείο επικυρώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση Hercules Chemicals κατά Επιτροπής. Η σκέψη 247 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι ορθή, καθόσον η έλλειψη οποιασδήποτε αντικειμενικής σχέσεως μεταξύ του εγγράφου στο οποίο δεν επετράπη η πρόσβαση κατά τη διοικητική διαδικασία και των αιτιάσεων που ελήφθησαν υπόψη καθιστούν το έγγραφο αυτό αδιάφορο εν προκειμένω. Η εκτίμηση του κατά πόσον υφίσταται τέτοια σχέδη αποτελεί πραγματικό ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου.
21 Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν αντέστρεψε το βάρος αποδείξεως, διότι σε αυτό εναπόκειται να εκτιμήσει τη χρησιμότητα ενός εγγράφου στο οποίο δεν επετράπη η πρόσβαση. Αν η εκτίμηση αυτή είχε και πάλι ανατεθεί στην Επιτροπή, θα υπήρχε παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων.
2) Η νομιμότητα των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας και η αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου να διατάξει τα μέτρα αυτά
22 Το Πρωτοδικείο, για να απαντήσει στις αιτιάσεις όσον αφορά το νομότυπο της διοικητικής διαδικασίας και, ενδεχομένως, να εξαλείψει τη βλάβη που προκλήθηκε από τη μη παροχή προσβάσεως σε ορισμένα έγγραφα, ζήτησε από την Επιτροπή να αποστείλει τον πλήρη φάκελο, θέτοντάς τον στη διάθεση των διαδίκων (18), ούτως ώστε οι τελευταίοι, λαμβάνοντας γνώση εκείνων των εγγράφων τα οποία δεν είχαν μπορέσει να εξετάσουν κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, να τα προσδιορίσουν, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους η διαδικασία θα μπορούσε να έχει καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα αν τους είχε δοθεί η ευκαιρία να τα συμβουλευθούν.
23 Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναλύει τα έγγραφα που επισημάνθηκαν από τους διαδίκους και τις διατυπωθείσες παρατηρήσεις και καταλήγει, όσον αφορά την Cementir, στα διαλαμβανόμενα στο σημείο 39 του διατακτικού της, όπως εκτέθηκε στο σημείο 8 των παρουσών προτάσεων. Το Πρωτοδικείο έκρινε εφαρμόζοντας το ακόλουθο κριτήριο: συνέτρεχε περίπτωση προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας των προσφευγουσών αν υπήρχε πιθανότητα, έστω και περιορισμένη, να είχε καταλήξει η διοικητική διαδικασία σε διαφορετικό αποτέλεσμα σε περίπτωση που τους είχε δοθεί η δυνατότητα να επικαλεστούν τα έγγραφα στα οποία δεν είχε επιτραπεί η πρόσβαση (19).
24 Η Cementir αμφισβητεί τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου, υποστηρίζοντας ότι τα απρόσφορα κριτήρια που εφάρμοσε επέτρεπαν την κάλυψη μεγάλων διαδικαστικών παρατυπιών και ότι το Πρωτοδικείο, εκτιμώντας τον βαθμό στον οποίο τα έγγραφα στα οποία δεν επετράπη η πρόσβαση κατά τη διοικητική διαδικασία μπορούσαν να έχουν επηρεάσει την απόφαση της Επιτροπής, ενήργησε όχι όπως όφειλε να ενεργήσει το ίδιο, αλλά όπως θα έπρεπε να έχει ενεργήσει η Επιτροπή.
25 Η διαδικασία διαπιστώσεως της υπάρξεως παραβάσεων των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ έχει κατασταλτικό χαρακτήρα. Πέραν της παύσεως των πρακτικών που θίγουν τον ανταγωνισμό, αποβλέπει στον κολασμό των συμπεριφορών που τις προκαλούν, παρέχοντας στην Επιτροπή τη δυνατότητα να τιμωρεί τους υπευθύνους των συμπεριφορών αυτών με χρηματικές κυρώσεις. Προς τούτο, το εν λόγω όργανο έχει ευρείες εξουσίες έρευνας, όμως, ακριβώς λόγω αυτού του χαρακτήρα και λόγω της συγκεντρώσεως στο ίδιο όργανο των εξουσιών διεξαγωγής έρευνας και λήψεως αποφάσεως, τα δικαιώματα άμυνας των εμπλεκομένων στη διαδικασία πρέπει να αναγνωρίζονται ανεπιφύλακτα και να γίνονται σεβαστά (20).
26 Αυτή είναι η έννοια των διατάξεων που περιέχονται στον κανονισμό 17, ειδικότερα του άρθρου 19, και στον κανονισμό (ΕΚ) 2842/98 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τις ακροάσεις στο πλαίσιο ορισμένων διαδικασιών κατ' εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 ΕΚ (21)· και αυτό το περιεχόμενο τους προσέδωσε η νομολογία του Δικαστηρίου (22) και του Πρωτοδικείου (23). Το Ευρωπαϋκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επέκτεινε την ισχύ των εγγυήσεων που προβλέπει το άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης και στις πειθαρχικής φύσεως διοικητικές διαδικασίες (24).
Ο Ξάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϋκής Ενώσεως (25) προχωρεί ακόμα περισσότερο στη γραμμή αυτή, καθόσον, παράλληλα με το δικαίωμα του κατηγορουμένου να υπερασπίσει τις νομικές απόψεις σε δίκαιη και δημόσια δίκη ενώπιον ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, εκ των προτέρων προσδιορισμένου από τον νόμο (26), εγγυάται επίσης και το δικαίωμα οιουδήποτε προσώπου να τύχει ακροάσεως από τα όργανα της Ευρωπαϋκής Ενώσεως προτού αυτά θεσπίσουν ατομικό μέτρο δυνάμενο να το επηρεάσει δυσμενώς, καθώς και το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο (27).
27 Η δυνατότητα του ενδιαφερομένου να συμβουλευθεί τον φάκελο αποτελεί ένα ακόμα μέσο στην υπηρεσία του δικαιώματος άμυνας (28). Δεν είναι αυτοσκοπός (29). Οι τυπικές εγγυήσεις της ένδικης ή διοικητικής διαδικασίας εξηγούνται ενόψει του σκοπού αυτού, που δεν είναι άλλος από την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων και των θεμιτών συμφερόντων όλων. Όταν υπάρχει κάποιο διαδικαστικό ελάττωμα, όταν παραβλέπονται οι τύποι, δημιουργούνται έννομες συνέπειες συνιστάμενες στη μείωση των μέσων άμυνας. Με άλλες λέξεις, η έννοια της αδυναμίας άμυνας είναι ουσιαστική, οπότε, όσες παρατυπίες και αν σημειωθούν κατά τη διαδικασία, στερούνται σημασίας εφόσον ο ενδιαφερόμενος διέθετε, παρά ταύτα, τα κατάλληλα μέσα άμυνας.
28 Ο λειτουργικός χαρακτήρας του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο έχει και μία επιπλέον συνέπεια. Ακόμα και σε περίπτωση που ο μη σεβασμός ή ο ελλιπής σεβασμός του δικαιώματος αυτού έχει μειώσει τις δυνατότητες άμυνας του ενδιαφερομένου, η ακύρωση της αποφάσεως που τον αφορά επιβάλλεται μόνον όταν διαπιστώνεται ότι, αν είχε τηρηθεί σχολαστικά η διαδικασία, το αποτέλεσμα θα ήταν ίσως διαφορετικό, περισσότερο ευνοϋκό, για τον ενδιαφερόμενο, ή όταν, ακριβώς λόγω της υπάρξεως τυπικού ελαττώματος, δεν είναι γνωστό κατά πόσον η απόφαση θα ήταν διαφορετική (30). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις επιβάλλεται η ακύρωση της τελικής αποφάσεως και, ενδεχομένως, η επανάληψη της διαδικασίας για την ορθή εφαρμογή της.
29 Τελικά, τα τυπικά ελαττώματα δεν έχουν ίδια ύπαρξη, διακρινόμενη από την ουσία της διαφοράς. Αν ακυρωθεί απόφαση εκδοθείσα κατόπιν ελαττωματικής διαδικασίας, διότι, λόγω των παρατυπιών που σημειώθηκαν κατά την πορεία της εκδόσεώς της, είναι εσφαλμένη ως προς την ουσία, η ακύρωση υπαγορεύεται από το εσφαλμένο της αποφάσεως και όχι από την ύπαρξη διαδικαστικού ελαττώματος. Το τυπικό ελάττωμα αποκτά ίδια σημασία μόνον όταν, λόγω της υπάρξεώς του, δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί η ληφθείσα απόφαση.
30 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων αποκτούν νόημα τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που αποφάσισε το Πρωτοδικείο.
31 Αφού καταγγέλθηκε από τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων και διαπιστώθηκε κατόπιν από το Πρωτοδικείο, η παράβαση των τυπικών απαιτήσεων, συνιστάμενη στην άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει την πρόσβαση σε όλα τα απαλλακτικά έγγραφα που περιλαμβάνονταν στον φάκελο, επιβαλλόταν να εξεταστεί κατά πόσον το διαδικαστικό ελάττωμα είχε επιπτώσεις στα δικαιώματα άμυνάς τους. Προς τον σκοπό αυτόν, ήταν αναγκαίο να γνωρίζει το Πρωτοδικείο τα απαλλακτικά στοιχεία στα οποία δεν τους επιτράπηκε η πρόσβαση και την άποψή τους επ' αυτών. Λαμβάνοντας γνώση των στοιχείων αυτών, το Πρωτοδικείο εξέτασε κατά πόσον, λόγω του ότι δεν είχαν μπορέσει να τα συμβουλευθούν και να τα επικαλεστούν ενώπιον της Επιτροπής, η απόφαση της τελευταίας μπορούσε να ήταν διαφορετική, ευνοϋκότερη για τις κατηγορούμενες επιχειρήσεις.
32 Συνεπώς, το Πρωτοδικείο δεν υποσκέλισε την Επιτροπή ούτε την υποκατέστησε παρανόμως. Αντιθέτως, περιορίστηκε να ασκήσει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, με άκρα σχολαστικότητα, τις δικαιοδοτικές του εξουσίες, ελέγχοντας το νομότυπο της εφαρμοσθείσας διαδικασίας για την επιβολή των κυρώσεων. Και στο πλαίσιο αυτό, η κρίση, που προβάλλεται στο παρελθόν, πρέπει να εκφράζεται βάσει όλων των στοιχείων που είναι διαθέσιμα στο παρόν, πράγμα που της προσδίδει μεγαλύτερη πληρότητα και υψηλότερο ποσοστό βεβαιότητας (31).
3) Το Πρωτοδικείο δεν απέκλινε ούτε από τη δική του νομολογία ούτε από τη νομολογία του Δικαστηρίου
33 Ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε το Πρωτοδικείο ουδόλως αφίσταται της νομολογίας του Δικαστηρίου. Στην προμνησθείσα απόφαση Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, αναφέρεται ότι, σε περίπτωση που έχει σημειωθεί προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, αυτή δεν θεραπεύεται με το να επιτραπεί καθυστερημένα η πρόσβαση στα έγγραφα του φακέλου, που θα επιτρέψει στις θιγόμενες επιχειρήσεις να αντλήσουν ισχυρισμούς και επιχειρήματα προς θεμελίωση των αιτημάτων τους, καθόσον η πρόσβαση αυτή δεν τις θέτει στην κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν αν είχαν μπορέσει να στηριχθούν στα έγγραφα αυτά για να υποβάλουν τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις τους ενώπιον της Επιτροπής (32).
34 Το Πρωτοδικείο δεν προσπάθησε να θεραπεύσει a posteriori μια ήδη σημειωθείσα προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας· περιορίστηκε, σε ένα πρώτο στάδιο, να ερευνήσει κατά πόσον είχε υπάρξει αυτή η προσβολή (33). Όταν έκρινε ότι όντως υπήρχε τέτοια προσβολή, ακύρωσε την απόφαση (34). Οσάκις, αντιθέτως, θεώρησε ότι δεν υπήρξε προσβολή, έκρινε ότι η τυπική παρατυπία που σημειώθηκε κατά την κατάρτιση του διοικητικού φακέλου δεν ασκούσε εν προκειμένω επιρροή.
35 Εξάλλου, αυτό είναι και το νόημα της ίδιας της αποφάσεως Hercules Chemicals κατά Επιτροπής. Από την ανάγνωση της σκέψεως 80 της αποφάσεως προκύπτει ότι καθοριστική σημασία δεν έχει αυτό καθαυτό το τυπικό ελάττωμα, αλλά η επίπτωσή του στο δικαίωμα άμυνας, η οποία μπορεί να είναι ανύπαρκτη αν η ίδια η θιγείσα επιχείρηση δεν αποδεικνύει ότι η αδυναμία της να λάβει γνώση ορισμένων απαλλακτικών αποδεικτικών στοιχείων τής στέρησε τα μέσα προκειμένου να πείσει την Επιτροπή για την αθωότητά της. Αυτή τη θέση υιοθέτησε επίσης το Δικαστήριο και στην απόφαση Distillers Company κατά Επιτροπής, στην οποία ήδη αναφέρθηκα.
36 Το Πρωτοδικείο δεν μετέβαλε ούτε την ίδια τη νομολογία του, την οποία είχε διαμορφώσει με τις επίσης προμνησθείσες αποφάσεις Solvay κατά Επιτροπής και ICI κατά Επιτροπής. Αντιθέτως, εφάρμοσε επιμελώς τη νομολογία αυτή.
37 Με τις δύο αυτές αποφάσεις, το Πρωτοδικείο δέχθηκε τις προσφυγές διότι, όσον αφορά τα έγγραφα που δεν είχαν τεθεί στη διάθεση των διαδίκων κατά τη διοικητική φάση της διαδικασίας, δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο «να είχε διαπιστώσει η Επιτροπή συντομότερη και λιγότερο σοβαρή παράβαση και να είχε, κατά συνέπεια, ορίσει ένα χαμηλότερο πρόστιμο» (35). Ωστόσο, με άλλη απόφαση, επίσης ονομαζόμενη ICI κατά Επιτροπής (36), την οποία εξέδωσε την ίδια ημέρα, το Πρωτοδικείο απέρριψε ταυτόσημη ουσιαστικά αιτίαση με την αιτιολογία ότι η ίδια διαδικαστική παρατυπία που είχε σημειωθεί στην υπόθεση εκείνη δεν είχε θίξει την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας (37).
38 Η τελευταία αυτή απόφαση καταδεικνύει ότι, κατά το Πρωτοδικείο, το καθοριστικό στοιχείο είναι -και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό- το ότι η διαδικαστική πλημμέλεια επέδρασε αρνητικά στη σφαίρα των δικαιωμάτων άμυνας των εμπλεκομένων εταιριών. Η λύση που δόθηκε στις υποθέσεις Solvay κατά Επιτροπής και ICI κατά Επιτροπής είναι μεν διαφορετική από αυτή της υπό κρίση υποθέσεως, υπάρχει όμως γι' αυτό σαφής εξήγηση. Στις δύο πρώτες αποφάσεις, το Πρωτοδικείο έλεγξε μια απόφαση με την οποία η Επιτροπή επέβαλε κυρώσεις στις προσφεύγουσες επιχειρήσεις διότι είχαν συμμετάσχει σε εναρμονισμένες πρακτικές αποσκοπούσες στον διαμερισμό της αγοράς. Σε αντίθεση προς την υπόθεση την οποία εξετάζω σήμερα, η συμπεριφορά των επιχειρήσεων αυτών δεν μπορούσε να αποδειχθεί παρά μόνο μέσω εμμέσων αποδείξεων, συναγομένων ουσιαστικά από την παράλληλη και παθητική συμπεριφορά τους (38). Σε μια τέτοια κατάσταση, τα απαλλακτικά αποδεικτικά στοιχεία που δεν είχαν μπορέσει να χρησιμοποιηθούν κατά την επεξεργασία του φακέλου θα μπορούσαν, λόγω του ότι ήταν ικανά να εξηγήσουν διαφορετικά την παράλληλη συμπεριφορά, να ασκήσουν επιρροή όσον αφορά την αποδεικτική αξία των ενδείξεων αυτών (39). Η κατάσταση της Cementir είναι διαφορετική. Η Επιτροπή μπόρεσε να καταδείξει τη συμμετοχή της στις επίμαχες συμπεριφορές με άμεσες και ειδικές αποδείξεις (40), το περιεχόμενο των οποίων, κατά την κυρίαρχη εκτίμηση του Πρωτοδικείου, δεν ανατρεπόταν από τα έγγραφα στα οποία δεν είχε επιτραπεί η πρόσβαση στην επιχείρηση αυτή κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας.
4) Η μη ύπαρξη αντιστροφής του βάρους αποδείξεως
39 Αυτός ο τρόπος ενέργειας δεν ενέχει καμία αντιστροφή του βάρους αποδείξεως. Η αρχή αυτή, η οποία είναι δικονομικής φύσεως, υπηρετεί το θεμελιώδες δικαίωμα του τεκμηρίου αθωότητας, το οποίο είναι ουσιαστικής φύσεως και με το οποίο δεν πρέπει να συγχέεται η ανωτέρω αρχή.
40 Το τεκμήριο αθωότητας απαγορεύει την επιβολή ποινής εφόσον δεν έχει αποδειχθεί η ενοχή. Κατά συνέπεια, εναπόκειται σε εκείνον που διατυπώνει την κατηγορία να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος έχει όντως διαπράξει την παράβαση, καθώς και ότι συντρέχουν οι λοιπές πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις καταλογισμού. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο συναντώνται το τεκμήριο αθωότητας και το βάρος αποδείξεως. Η Επιτροπή καταλόγισε στις προσφεύγουσες επιχειρήσεις συγκεκριμένες συμπεριφορές θίγουσες τον ανταγωνισμό και χρησιμοποίησε διάφορες αποδείξεις προς στήριξη των κατηγοριών αυτών. Συνεπώς, καταρχήν, τήρησε αυτόν τον δικονομικό κανόνα περί του βάρους αποδείξεως. Διαφορετικό ζήτημα, το οποίο δεν χρειάζεται να εξεταστεί εν προκειμένω, είναι το κατά πόσον τα χρησιμοποιηθέντα έγγραφα είναι ικανά να ανατρέψουν το εν λόγω τεκμήριο.
41 Μετά την έκδοσή της, η απόφαση της Επιτροπής προσβλήθηκε, μεταξύ άλλων από την Cementir, η οποία ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως επικαλούμενη το γεγονός ότι δεν της δόθηκε η δυνατότητα να αμυνθεί καθόσον δεν της παρασχέθηκε πλήρης πρόσβαση στα έγγραφα του φακέλου και, ειδικότερα, σε εκείνα τα οποία θα μπορούσαν να την απαλλάξουν. Δυνάμει της αρχής του βάρους αποδείξεως, σ' αυτήν εναπόκειται να αποδείξει τα πραγματικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται το αίτημά της. Οφείλει να αποδείξει, πρώτον, ότι η Επιτροπή δεν της κοινοποίησε όλα τα έγγραφα που χρησιμοποίησε στη διάρκεια της διαδικασίας και, δεύτερον, ότι αυτή η έλλειψη κοινοποιήσεως κατέστησε αδύνατη την άμυνά της.
42 Με άλλες λέξεις, αφ' ης στιγμής η Επιτροπή εκπλήρωσε την υποχρέωση που υπείχε, στις κατηγορούμενες επιχειρήσεις και ενώσεις εναπέκειτο να ανατρέψουν τις αποδείξεις που τις ενοχοποιούσαν χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα τα οποία διέθεταν. Το Πρωτοδικείο, εφαρμόζοντας το κριτήριο εκτιμήσεως που καθόρισε στις σκέψεις 241 και 247 της αποφάσεώς του, έκρινε ότι η τυπική πλημμέλεια, ήτοι η μη παροχή προσβάσεως στα έγγραφα αυτά κατά τη διοικητική διαδικασία, δεν ασκούσε επιρροή από πλευράς των δικαιωμάτων άμυνας.
43 Επομένως, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε αυστηρώς την αρχή του βάρους αποδείξεως, οπότε δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αφηρημένη και τυπολατρική προσέγγιση της Cementir: οποιαδήποτε διαδικαστική πλημμέλεια, έστω και αμελητέα, οδηγεί στην ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η επίδραση που είχε η πλημμέλεια αυτή από πλευράς ορθότητας της αποφάσεως αυτής. Η προσέγγιση αυτή θα προκαλούσε, χωρίς να προσθέτει κάποια εγγύηση υπέρ των δικαιωμάτων των διοικουμένων, παράλυση της διοικήσεως, ασυμβίβαστη με την αρχή της αποτελεσματικότητας.
5) Ο εύλογος χαρακτήρας του κριτηρίου που εφάρμοσε το Πρωτοδικείο
44 Η Επιτροπή εκπλήρωσε, συνεπώς, την υποχρέωσή της να παράσχει πειστικά στοιχεία αποδεικνύοντα την ενοχή των κατηγορουμένων επιχειρήσεων και ενώσεων. Έκανε χρήση «άμεσων γραπτών αποδείξεων» (41) και δεν έκρινε «βάσει μιας παράλληλης συμπεριφοράς διαπιστωθείσας στην αγορά» (42).
45 Η προσέγγιση αυτή προσδίδει όλο το νόημά του στο κριτήριο που χρησιμοποίησε το Πρωτοδικείο και το οποίο συνίσταται στον περιορισμό του φάσματος των αποδείξεων που μπορούν να ανατρέψουν τις πραγματικές εκτιμήσεις της Επιτροπής μόνο σε εκείνες που περιέχονται «στα έγγραφα τα οποία αφορούν άμεσα παραβάσεις» καταγγελλόμενες στην απόφαση της Επιτροπής (43). Με άλλες λέξεις, είναι ορθός ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας των προσφευγουσών υφίσταται αν, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, δεν τους επετράπη η πρόσβαση σε αποδεικτικά στοιχεία ικανά να ανατρέψουν τις αποδείξεις που χρησιμοποίησε η Επιτροπή (44) και όχι μόνον δυνάμενα να παράσχουν συμπληρωματικές ή διαφορετικές εξηγήσεις οι οποίες, όσο αξιόπιστες και αν είναι, δεν ανατρέπουν τα έγγραφα που επικαλείται η απόφαση της Επιτροπής.
46 Για την κατανόηση των ανωτέρω αρκεί ένα παράδειγμα. Από ορισμένα έγγραφα η Επιτροπή συνήγαγε ότι, κατά τις συναντήσεις των Ευρωπαίων παραγωγών τσιμέντου που πραγματοποιήθηκαν στις 14 Ιανουαρίου 1983, στις 19 Μαρτίου 1984 και στις 7 Νοεμβρίου 1984 (η Cementir δεν μετέσχε στη δεύτερη (45)), συνήφθησαν συμφωνίες θίγουσες τον ανταγωνισμό. Φαίνεται εύλογο να καθοριστεί το επίπεδο των επιταγών από πλευράς προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας με αναφορά στις αποδείξεις που θα μπορούσαν να ανατρέψουν το περιεχόμενο αυτών των αποδεικτικών στοιχείων. Άλλωστε, το Πρωτοδικείο δεν απαίτησε τίποτε άλλο όταν έκανε λόγο για «αντικειμενική σχέση» με μία από τις αιτιάσεις που διατυπώνονται στην απόφαση της Επιτροπής (46).
47 Η Επιτροπή, βάσει των εγγράφων του φακέλου, θεώρησε ότι, κατά τη διάρκεια της συναντήσεως των επικεφαλής αντιπροσωπείας που πραγματοποιήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1983, η Cembureau και τα μέλη της κατέληξαν σε συμφωνία σχετικά με τον σεβασμό των εθνικών αγορών και τη ρύθμιση των διεθνών πωλήσεων, συμφωνία της οποίας το περιεχόμενο επιβεβαιώθηκε, μεταξύ άλλων, κατά τη συνάντηση της 7ης Νοεμβρίου 1984. Προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Cementir θα συνιστούσε μόνον η μη παροχή της δυνατότητας να χρησιμοποιήσει απαλλακτικά αποδεικτικά στοιχεία που θα διέψευδαν το ότι κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών είχε συναφθεί και επικυρωθεί η επίδικη συμφωνία ή που θα καταδείκνυαν ότι η Cementir ήταν όντως απούσα στις συναντήσεις αυτές, ή ότι, καίτοι παρέστη, αποστασιοποιήθηκε από τα συμφωνηθέντα.
48 Εφόσον αποδείχθηκε η σύναψη και η επικύρωση της συμφωνίας κατά τη διάρκεια των συναντήσεων αυτών, η τυχόν χρησιμοποίηση αποδεικτικών στοιχείων ικανών να παράσχουν διαφορετική οικονομική εξήγηση της συμπεριφοράς της Cementir εστερείτο σημασίας και, κατά συνέπεια, το γεγονός ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, δεν επετράπη στην Cementir η πρόσβαση στον φάκελο δεν μπορούσε να συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς της. Η προσεκτική ανάγνωση των σκέψεων 1277 έως 1284 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καταδεικνύει ότι τα έγγραφα τα οποία δεν μπόρεσε η αναιρεσείουσα εταιρία να συμβουλευθεί ήταν έγγραφα τα οποία μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «άσχετα» και δεν παρουσίαζαν κανένα ενδιαφέρον για την άμυνά της, καθόσον δεν ήταν ικανά να ανατρέψουν τις άμεσες αποδείξεις που χρησιμοποιήθηκαν στην απόφαση της Επιτροπής.
49 Οι ανωτέρω σκέψεις οδηγούν στην απόρριψη, ως αβάσιμου, του πρώτου λόγου αναιρέσεως που προβάλλει η Cementir.
Β. Ειδική εκτίμηση του δικαιώματος άμυνας
1) Σε σχέση προς τη συμφωνία Cembureau (δεύτερος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο σκέλος)
α) Η θέση των διαδίκων
50 Η Cementir υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως έκρινε ότι η μη παροχή προσβάσεως στο σημείωμα του J. Toscano και σε άλλα έγγραφα δεν συνιστά προσβολή του δικαιώματος άμυνάς της.
i) Το σημείωμα του J. Toscano
51 Σχετικά με το έγγραφο αυτό, η αναιρεσείουσα εταιρία διαπυπώνει τρία επιχειρήματα.
52 Πρώτον, υποστηρίζει ότι, κατά τις επ' ακροατηρίου συζητήσεις ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι το σημείωμα του J. Toscano έπρεπε να είχε τεθεί στη διάθεση των ενδιαφερομένων κατά τη διοικητική διαδικασία (47), καθώς και ότι ήταν σημαντικό προκειμένου να εξηγηθεί η συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1983 και να καταδειχθεί ότι ο αντίθετος προς τον ανταγωνισμό σκοπός της συνεδριάσεως αυτής δεν ήταν επαρκώς αποδεδειγμένος (48). Δεδομένου ότι οι υποθέσεις «τσιμέντο» ενώθηκαν μόνο προς τον σκοπό εκδόσεως κοινής αποφάσεως, η Cementir ζήτησε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, ώστε να μπορέσει να ληφθεί υπόψη η ομολογία αυτή, το Πρωτοδικείο όμως δεν έκανε δεκτό το αίτημα αυτό. Κατά την αναιρεσείουσα, η άρνηση αυτή αποτελεί διαδικαστική πλημμέλεια η οποία οδήγησε σε εσφαλμένη εκτίμηση του λόγου ακυρώσεως που αντλείτο από την προσβολή του δικαιώματος άμυνας κατά τη διοικητική διαδικασία.
53 Η Επιτροπή αρνείται ότι αναγνώρισε ότι το σημείωμα του J. Toscano ήταν ουσιώδες για την άσκηση του δικαιώματος άμυνας. Ισχυρίζεται ότι απλώς το χαρακτήρισε ως σχετικό, καθόσον αναφερόταν στη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1983. Επιπλέον, καθώς πρόκειται για μη αντικειμενικό και μη ολοκληρωμένο έγγραφο, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.
54 Δεύτερον, κατά την άποψη της Cementir, το έγγραφο αυτό, το οποίο αναφέρεται αποκλειστικά σε συζητήσεις σχετικά με τις εξαγωγές σε τιμές ντάμπινγκ που προέρχονταν από άλλες χώρες της ευρωπαϋκής ηπείρου, παρείχε μια διαφορετική ερμηνεία της ημερησίας διατάξεως της συνεδριάσεως του Ιανουαρίου του 1983.
55 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αναιρεσείουσα απλώς επαναλαμβάνει όσα είχε υποστηρίξει πρωτοδίκως με το υπόμνημα της 29ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα. Στην πραγματικότητα, η Cementir επιδιώκει επανεξέταση του αιτήματος που είχε υποβάλει στο Πρωτοδικείο, επανεξέταση η οποία δεν έχει θέση στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
56 Τρίτον, η Cementir προσθέτει ότι η αποδεικτική αξία του σημειώματος του J. Toscano ενισχύεται από άλλα έγγραφα (τα «σημειώματα για τον πρόεδρο» (49) και το «σημείωμα Cimpor» (50)), που επίσης δεν περιέχουν καμία αναφορά σε συζητήσεις σχετικά με τον κανόνα του σεβασμού των εγχώριων αγορών. Λαμβανόμενα υπόψη στο σύνολό τους, τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία καταδεικνύουν ότι υφίσταται ένα σύνολο στοιχείων που θεμελιώνουν την άποψη της αναιρεσείουσας επιχειρήσεως.
57 Κατά την Επιτροπή, η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, καθόσον αφορά πραγματικό ζήτημα, και αβάσιμη, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε δεόντως το εν λόγω αποδεικτικό υλικό.
ii) Άλλα στοιχεία
58 Η Cementir προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του να μη λάβει υπόψη του ορισμένα έγγραφα, τα οποία αποδείκνυαν ότι οι συμφωνίες, εναρμονισμένες πρακτικές και άλλες μορφές συνεργασίας που τέθηκαν σε εφαρμογή σε ορισμένες γεωγραφικές ζώνες είχαν υπαγορευθεί και δικαιολογούνταν από καθαρά τοπικούς λόγους και δεν εμφάνιζαν την παραμικρή σχέση με την υποτιθέμενη ευρωπαϋκή σύμπραξη. Τα έγγραφα αυτά είναι τα μνημονευόμενα στις σκέψεις 1277 έως 1282 και 1435 έως 1439 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και τα πρακτικά των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου της Fιdιration de l'Industrie Cimentiθre (FIC), που πραγματοποιήθηκαν στις 8 Δεκεμβρίου 1982 (51) και την 1η Σεπτεμβρίου 1987 (52).
59 Η Επιτροπή δεν δέχεται την επανεξέταση των πραγματικών περιστικών, καθόσον θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του.
β) Κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκη δεν σημειώθηκε διαδικαστική πλημμέλεια
60 Η επανάληψη της προφορικής φάσεως της διαδικασίας αποτελεί εγγύηση εγγενή του δικαιώματος σε μια διαδικασία στηριζόμενη στην αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως και σε μια δίκαιη δίκη, κατά την έννοια του άρθρου 6 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Τόσο το Δικαστήριο, προτάσει του γενικού εισαγγελέα, όσο και το Πρωτοδικείο (53), οφείλουν να διατάξουν την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, όταν θεωρούν ότι δεν έχουν επαρκώς διαφωτιστεί ή ότι η υπόθεση πρέπει να επιλυθεί βάσει επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων (54). Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, επιδιώκεται η προστασία κατά της «δικαστικής εκπλήξεως» (55), δηλαδή κατά του ενδεχομένου να αποφανθεί το δικαστήριο βάσει ισχυρισμών οι οποίοι δεν προβλήθηκαν από τους διαδίκους ή οι οποίοι, καίτοι προβλήθηκαν από έναν από τους διαδίκους, δεν μπόρεσαν να αμφισβητηθούν ή να συζητηθούν από τον αντίδικό του.
61 Η αιτίαση της Cementir εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση και στερείται ερείσματος, καθόσον καίτοι το καθού όργανο, κατά τις επ' ακροατηρίου συζητήσεις στις υποθέσεις CBR κατά Επιτροπής και Irish Cement κατά Επιτροπής, αναγνώρισε ότι το σημείωμα του J. Toscano περιείχε στοιχεία κρίσιμα για την εκτίμηση της συναντήσεως της 14ης Ιανουαρίου 1983, το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 155 της αποφάσεώς του, δεν δέχθηκε ότι η Επιτροπή «προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας των προσφευγουσών κατά τη διοικητική διαδικασία». Ως εκ τούτου, το πλαίσιο των συζητήσεων δεν είχε μεταβληθεί και παρέμενε, κατά το πέρας των επ' ακροατηρίου συζητήσεων, το ίδιο όπως και πριν, οπότε δεν ήταν αναγκαία η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.
62 Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι οι δηλώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή κατά τις επ' ακροατηρίου συζητήσεις περιείχαν ένα νέο στοιχείο, ενώ η ίδια η προσφεύγουσα τις χαρακτήρισε ομολογία, η άρνηση επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας δεν μπορεί να της προξένησε την παραμικρή βλάβη, δεδομένου ότι δεν θα υπήρχε τίποτα για να συζητηθεί ή να προστεθεί όσον αφορά ένα γεγονός το οποίο, αυτό καθαυτό, λειτουργούσε προς όφελός της. Μια τέτοια διαδικασία θα ήταν άσκοπη.
63 H Cementir προτείνει, για μία ακόμα φορά, επιστροφή στους τύπους και την αναγόρευσή τους σε δογματικούς κανόνες. Στις προτάσεις που ήδη μνημόνευσα, τις οποίες ανέπτυξα στην υπόθεση Arben Kaba, ανέφερα ότι «οι σχετιζόμενες με την εκατέρωθεν ακρόαση απαιτήσεις χρήζουν ιδιαίτερης δικαστικής προστασίας μόνον όταν η παραβίασή τους συνιστά προσβολή θεμελιώδους δικαιώματος, ήτοι όταν οδηγεί σε αδυναμία του διαδίκου να αμυνθεί» (56). Όμως, η μη συζήτηση ενός ζητήματος που καθαρά ευνοεί την προσφεύγουσα δεν την περιάγει σε αδυναμία να αμυνθεί.
γ) Επί της αποδεικτικής αξίας του σημειώματος του J. Toscano και άλλων εγγράφων
64 Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το πραγματικό αυτό στοιχείο, το οποίο εκτιμήθηκε δεόντως, δεν μεταβάλλει την κατάσταση.
65 Εφαρμόζοντας το κριτήριο εξετάσεως που είχε καθορίσει στη σκέψη 241 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κριτήριο του οποίου τη νομιμότητα κατέδειξα με τις σκέψεις που εξέθεσα σχετικά με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα έγγραφα που αποκάλυψε η Επιτροπή δεν ήταν ικανά να μεταβάλουν την εκδοχή των πραγματικών περιστατικών την οποία η Επιτροπή είχε υιοθετήσει στην απόφασή της. Συγκεκριμένα, θεώρησε ότι το σημείωμα του J. Toscano επιβεβαιώνει μεν το ότι στη διάρκεια των συναντήσεων αυτών συζητήθηκαν θέματα ευαίσθητα για τον τομέα της τσιμεντοβιομηχανίας, δεν επιτρέπει όμως να αποκλεισθεί ότι στις συναντήσεις αυτές συνάφθηκαν συμφωνίες θίγουσες τον ανταγωνισμό, συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή στηριχθείσα σε άμεσα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία (57). Επιβάλλεται, συνεπώς, η διαπίστωση ότι η συζήτηση την οποία επιχειρεί να προκαλέσει η Cementir ουδόλως επηρεάζει την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων ή τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς εκ μέρους της Επιτροπής.
66 Κατά τα λοιπά, υπογραμμίζοντας, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση, την αξία των «σημειώσεων για τον πρόεδρο» και του «σημειώματος της Cimpor», που, κατά τη γνώμη της, ενισχύουν το σημείωμα του J. Toscano, η Cementir επιχειρεί και πάλι να θέσει ένα ζήτημα που δεν μπορεί να εξεταστεί κατ' αναίρεση. Το Πρωτοδικείο, αφού εξέτασε τα έγγραφα αυτά, δήλωσε ότι δεν αποτελούσαν επίσημα πρακτικά της συνεδριάσεως της 14ης Ιανουαρίου 1983 (58), κατά την οποία δεν συντάχθηκαν πρακτικά. Από αυτό δεν συνάγει, ωστόσο, ότι στη διάρκεια της συναντήσεως αυτής δεν υιοθετήθηκε η αρχή Cembureau, γεγονός το οποίο θεωρεί αποδεδειγμένο βάσει των σκέψεων που εκθέτει στις σκέψεις 862 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
67 Το αυτό μπορεί να λεχθεί και ως προς τα λοιπά έγγραφα τα οποία παραθέτει η Cementir προς απόδειξη του ότι οι συμφωνίες, εναρμονισμένες πρακτικές και άλλες μορφές συνεργασίας που διαμορφώθηκαν σε ορισμένες γεωγραφικές ζώνες είχαν καθαρά τοπική προέλευση και λόγο υπάρξεως και δεν είχαν σχέση με κάποια υποτιθέμενη ευρωπαϋκή σύμπραξη.
68 Αρκεί η ανάγνωση των σκέψεων 1277 έως 1282 και 1435 έως 1439 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως για να απορριφθεί η αιτίαση που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον, στις σκέψεις αυτές, το Πρωτοδικείο ανέλυσε τα έγγραφα στα οποία αναφέρεται ο παρών λόγος αναιρέσεως, τα αξιολόγησε και εξήγησε τους λόγους για τους οποίους τα απαλλακτικά αυτά στοιχεία δεν θα είχαν επιτρέψει τη συναγωγή διαφορετικού συμπεράσματος, έστω και αν είχαν τεθεί στη διάθεση της Cementir κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Η απόφαση περιέχει μια λογική εξήγηση η οποία ανταποκρίνεται στις επιταγές της αιτιολογήσεως των αποφάσεων. Η εξήγηση αυτή θα μπορούσε, φυσικά, να είναι περισσότερο εκτενής, στο πλαίσιο, όμως, το οποίο εντάσσεται αποτελεί προσήκουσα αιτιολογία. Η επιταγή της αιτιολογήσεως των αποφάσεων δεν επιβάλλει στον δικαστή να περιγράφει εξαντλητικά τη συλλογιστική του σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες ως προς την έκταση, την ένταση ή το περιεχόμενο. Όπως συμβαίνει στις προμνησθείσες σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αρκεί να συνάγονται τα στοιχεία επί των οποίων θεμελιώνεται η εκδιδόμενη απόφαση.
2) Σε σχέση προς τις ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές και τα μέτρα προστασίας της ιταλικής αγοράς (δεύτερο σκέλος του τρίτου και του τετάρτου λόγου αναιρέσεως)
α) Η θέση των διαδίκων
69 Η Cementir προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν έδωσε μεγάλη σημασία στα έγγραφα που επιβεβαιώνουν ότι οι τιμές μιας εταιρίας ποικίλλουν ανάλογα με διαφόρους παράγοντες (όπως οι εκπτώσεις, τα έξοδα μεταφοράς, κ.λπ.), με την αιτιολογία ότι η Επιτροπή θα είχε καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα ακόμα και αν είχε λάβει υπόψη της τις παραμέτρους αυτές. Η αναιρεσείουσα, αντιθέτως, επαναλαμβάνει ότι τα στοιχεία αυτά ήταν χρήσιμα για την άμυνά της καθόσον καταδείκνυαν ότι οι ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές δεν μπορούσαν να συμβάλουν στην εφαρμογή της υποτιθέμενης συμπράξεως Cembureau.
70 Η Επιτροπή απαντά ότι το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο, καθόσον άπτεται της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και απλώς επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα τα οποία ήδη προβλήθηκαν κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκη, στο πλαίσιο της οποίας το Πρωτοδικείο δεν αλλοίωσε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεν παρέβη καμία νομική διάταξη ούτε υπέπεσε σε αντίφαση, δεδομένου ότι οι εν λόγω αποδείξεις δεν ήταν ικανές να οδηγήσουν τη διοικητική διαδικασία σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
71 Όσον αφορά αυτό το οποίο η Επιτροπή αποκαλεί μέτρα προστασίας της ιταλικής αγοράς, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη του μια σειρά εγγράφων τα οποία, όπως και τα πρακτικά της συνεδριάσεως του διοικητικού συμβουλίου της ελληνικής επιχειρήσεως Ηρακλής της 23ης Ιουλίου 1986 (59), επιβεβαιώνουν ότι η συμμετοχή της στις συμφωνίες που συνάφθηκαν με την Calcestruzzi δεν είχαν παρά καθαρά εμπορικούς στόχους. Παραπέμπει επίσης στα έγγραφα που καταδεικνύουν ότι ορισμένοι Ιταλοί παραγωγοί είχαν λάβει μέτρα για την προστασία των αγορών τους κατά των ελληνικών εισαγωγών εκτός του πλαισίου της Cembureau (60), καθώς και στα άλλα έγγραφα από τα οποία, κατά τη γνώμη της, προκύπτει ότι οι εισαγωγές αυτές είχαν φθάσει σε σημαντικό βαθμό διεισδύσεως στην ιταλική αγορά και ότι δεν υπήρχε καμία ευρωπαϋκή συμφωνία σχετικά με τα όρια των εγχώριων αγορών (61). Η Cementir υποστηρίζει ότι, ελλείψει αμέσων αποδείξεων που να καταδεικνύουν ότι η προσχώρησή της στις συμφωνίες που συνάφθηκαν με την Calcestruzzi συνδεόταν με τις συζητήσεις που είχαν διεξαχθεί στο πλαίσιο της European Task Force, το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε ορθώς την κρισιμότητα των εγγράφων αυτών, τα οποία, κατά τη γνώμη της, παρέχουν μια διαφορετική ερμηνεία των πραγματικών περιστατικών.
72 Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο εκτίμησε προσηκόντως τα έγγραφα αυτά με τις σκέψεις 3387 έως 3396 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, επομένως, ακόμα και αν η προσφεύγουσα είχε μπορέσει να τα συμβουλευθεί κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής θα ήταν το ίδιο.
β) Αιτίαση ήδη προβληθείσα, απαράδεκτη και στερούμενη ερείσματος. Παραπομπή
73 Η Επιτροπή τονίζει σχετικά ότι, στο δεύτερο σκέλος του τρίτου και του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, η ουσία των οποίων είναι ίδια με εκείνη του πρώτου λόγου αναιρέσεως και του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η Cementir δεν επισημαίνει καμία αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Πρωτοδικείου, δεν εντοπίζει καμία αντίφαση στην αιτιολογία της αποφάσεως ούτε επικαλείται παράβαση κάποιας νομικής διατάξεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτίασή της απλώς εκφράζει τη διαφωνία της με τις σκέψεις 1773, 1775, 1776 και 3392 έως 3396 της αποφάσεως την οποία προσβάλλει. Ως εκ τούτου, η αιτίαση είναι απαράδεκτη.
74 Αυτό που καταγγέλλει στην πραγματικότητα η Cementir είναι ότι τα έγγραφα τα οποία επικαλείται, και τα οποία δεν μπόρεσε να συμβουλευθεί κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, καταδεικνύουν, κατά τη γνώμη της, ότι τα διαβιβασθέντα κατά τις ανταλλαγές πληροφοριών στοιχεία δεν περιείχαν προσωπικά δεδομένα και ότι, κατά συνέπεια, δεν παρουσίαζαν την παραμικρή χρησιμότητα για τον επακριβή καθορισμό της τιμής που εφάρμοζαν οι διάφοροι Ευρωπαίοι παραγωγοί τσιμέντου. Το Πρωτοδικείο εξηγεί ότι η Επιτροπή το έλαβε δεόντως υπόψη της στην απόφασή της (62).
75 Τα σχετικά με τα μέτρα προστασίας των ιταλικών αγορών έγγραφα, μέσω των οποίων η Cementir επιχείρησε να αποδείξει ότι η συμμετοχή της στις συμβάσεις που συνάφθηκαν με την Calcestruzzi υπαγορευόταν από καθαρά εμπορικά κριτήρια, ότι άλλοι Ιταλοί παραγωγοί είχαν υιοθετήσει ανάλογα μέτρα ξένα προς την αρχή Cembureau και ότι οι εισαγωγές ελληνικού τσιμέντου αντιπροσώπευαν σημαντικές ποσότητες, αξίζουν την ίδια τύχη. Στις σκέψεις 3393 έως 3395 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αναπτύσσει συνεπή και λογικά επιχειρήματα προς κατάδειξη του ότι τα σχόλια τα οποία θα μπορούσε να είχε διατυπώσει η Cementir σχετικά με τις αποδείξεις αυτές κατά τη διοικητική διαδικασία δεν θα είχαν οδηγήσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
76 Η αναιρεσείουσα επιχείρηση, «αποδοκιμάζοντας» αυτή τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου απλώς επανέρχεται στο ζήτημα το οποίο ήδη συζητήθηκε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Για τον λόγο αυτόν, παραπέμπω στις σκέψεις που εξέθεσα συναφώς ανωτέρω.
77 Επομένως, απορριπτέα είναι και τα δεύτερα σκέλη του τρίτου και του τετάρτου λόγου αναιρέσεως.
2. Νομικά σφάλματα και ελλείψεις αιτιολογίας
Α. Όσον αφορά την εξέταση της συμφωνίας Cembureau (πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως)
1) Η θέση των διαδίκων
78 Κατά την Cementir, η ανάλυση του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 861 έως 1095 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με την ύπαρξη της συμφωνίας Cembureau πάσχει λόγω ελλιπούς αιτιολογίας και εσφαλμένου νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών, η οποία αλλοιώνει τις αποδείξεις.
79 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η ύπαρξη συμπτώσεως των βουλήσεων μεταξύ διαφόρων επιχειρήσεων σχετικά με τη συμφωνία Cembureau έπρεπε να αποδειχθεί με βέβαια και σαφή αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία να μην επιτρέπουν την παραμικρή εύλογη αμφιφολία. Ελλείψει τέτοιων στοιχείων, η θεμελιώδης αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, την οποία το Δικαστήριο υπενθύμισε στην απόφαση Hόls κατά Επιτροπής (63), απαγόρευε στο Πρωτοδικείο να καταλογίσει οποιαδήποτε παράβαση του άρθρου 85 της Συνθήκης στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε ορθώς την ιδιαίτερη θέση της Cementir και έσφαλε ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό.
80 Η Επιτροπή αναφέρει ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Το Πρωτοδικείο δεν αλλοίωσε τα αποδεικτικά στοιχεία της υποθέσεως, ματαίως δε μπορεί να αναζητηθεί, στην αιτίαση αυτή της Cementir, ένα νομικό ζήτημα υποκείμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου. Θεωρεί, κατά συνέπεια, ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
α) Η έγγραφη πρόσκληση στη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 14ης Ιανουαρίου 1983 (64)
81 Κατά την Cementir, η πρόσκληση στη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 14ης Ιανουαρίου 1983 δεν καταδεικνύει ότι η ίδια μετέσχε στη συμφωνία Cembureau. Η αναιρεσείουσα προβάλλει συναφώς τους εξής λόγους: πρώτον, έλαβε μόνο την επίσημη πρόσκληση, η οποία δεν περιείχε καμία αναφορά στις μεταφορές τσιμέντου μεταξύ των χωρών που μετείχαν στην επίμαχη συμφωνία· δεύτερον, η επιστολή του G. Braz de Oliveira απευθυνόταν σε δύο μόνον επιχειρήσεις, μία ιρλανδική και μία δανική· τρίτον, η ίδια δεν παρέστη στη συνεδρίαση της εκτελεστικής επιτροπής της 5ης Νοεμβρίου 1982, κατά την οποία έγινε λόγος για την ανάγκη προστασίας της τσιμεντοβιομηχανίας μέσω «καταλλήλων μέτρων» και, τέταρτον, δεν έλαβε το τηλετύπημα του J. Van Hove.
82 Κατά την Επιτροπή, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον άπτεται της εκτιμήσεως των αποδείξεων από το δικαστήριο ουσίας. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν πάσχει από ελλιπή αιτιολογία ούτε ενέχει νομικό σφάλμα: στις σκέψεις 935 και 936, το Πρωτοδικείο αποδεικνύει ότι οι δύο έγγραφες προσκλήσεις για τη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1983 δεν αντέφασκαν μεταξύ τους. Η εκ μέρους του εκτίμηση της ιδιαίτερης θέσεως της Cementir δεν είναι εσφαλμένη, επιβεβαιώνεται δε από το κείμενο που απεστάλη στον J. Van Hove και στο οποίο περιλαμβάνεται η ημερήσια διάταξη της συνεδριάσεως του Ιανουαρίου 1983.
β) Τα σχετικά με τη διεξαγωγή της συνεδριάσεως της 14ης Ιανουαρίου 1983 έγγραφα
83 Η Cementir προβάλλει πέντε επιχειρήματα που η Επιτροπή θεωρεί απαράδεκτα και με τα οποία επιχειρεί να καταδείξει ότι τα στοιχεία τα οποία έλαβε υπόψη του το Πρωτοδικείο δεν επιτρέπουν να αποδειχθεί, με τη σαφήνεια και βεβαιότητα που απαιτεί το τεκμήριο αθωότητας, ότι μετέσχε στην υιοθέτηση της συμφωνίας Cembureau κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1983.
i) Η εισαγωγική έκθεση του προέδρου
84 Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το προσωρινό κείμενο της εισαγωγικής εκθέσεως του προέδρου της Cembureau δεν καταδεικνύει ότι επρόκειτο για τη σύναψη συμφωνίας θίγουσας τον ανταγωνισμό, αλλά απλώς εκφράζει την επιθυμία να καθιερωθούν ενδεχομένως ορισμένοι κανόνες. Η Επιτροπή αναφέρει ότι το σχέδιο συντάχθηκε από τους διευθυντές της Cembureau, την P. Durton και τον H. Collis.
ii) Η μη τήρηση πρακτικών της συνεδριάσεως
85 Κατά την Cementir, η απόφαση να μη συνταχθούν πρακτικά των συζητήσεων δεν αποτελεί άμεση και θετική απόδειξη της συνάψεως της συμφωνίας Cembureau. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, στις σκέψεις 962, 964 και 972 έως 976 της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο εξέθεσε ορθώς τους λόγους που εξηγούν την απουσία πρακτικών των συζητήσεων, απουσία η οποία αναφέρεται το σχέδιο εισαγωγικής εκθέσεως και δικαιολογείται βάσει του εμπιστευτικού χαρακτήρα της συνεδριάσεως.
iii) Οι σημειώσεις της Blue Circle (65)
86 Η Cementir υποστήριξε ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι οι σημειώσεις της Blue Circle συντάχθηκαν από τρίτους, ότι δεν γνώριζε την ύπαρξή τους και ότι τα έγγραφα αυτά δεν την αφορούσαν άμεσα (66). Ωστόσο, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι σημειώσεις αυτές αναφέρονταν και στον κίνδυνο αυξήσεως των πλεονασμάτων των εγχωρίων αγορών λόγω των εισαγωγών. Κατά την αναιρεσείουσα, η εκτίμηση αυτή δεν είναι παρά απλή εικασία και δεν συνιστά βέβαιη ένδειξη (ακόμα δεν λιγότερο άμεση απόδειξη) σχετικά με την ευθύνη της στα επίδικα πραγματικά περιστατικά. Η Επιτροπή αμφισβητεί την έλλειψη αιτιολογίας και παραπέμπει στις σκέψεις 885 και 886 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Πρωτοδικείο αποδεικνύει δεόντως ότι το πρόβλημα των εισαγωγών υπό καθεστώς ντάμπινγκ συνδεόταν στενά με το ζήτημα της τηρήσεως της συμφωνίας Cembureau. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι σημειώσεις της Blue Circle έχουν σημαντική αποδεικτική αξία και προσθέτει ότι η παρουσία του επικεφαλής της ισπανικής αντιπροσωπείας (η οποία ήταν αναμεμειγμένη σ' αυτή την επιθετική πρακτική) στη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1983 αποτελεί ουσιώδες στοιχείο.
iv) Η δήλωση του Ν. Καλογερόπουλου (67)
87 Η Cementir φρονεί ότι ένα έγγραφο το οποίο προέρχεται από τρίτον και χρονολογείται από το 1986 δεν μπορεί να αποτελεί άμεση απόδειξη της προσχωρήσεώς της στη συμφωνία Cembureau. Η Επιτροπή απαντά ότι η δήλωση του Ν. Καλογερόπουλου αφορούσε, κατ' ουσίαν, όλους τους Ευρωπαίους παραγωγούς τσιμέντου και ότι θα ήταν παράλογο να αναγνωρίσει το Πρωτοδικείο αποδεικτική ισχύ μόνον σε κάποιο έγγραφο το οποίο θα μνημόνευε ονομαστικά όλες τις επιχειρήσεις που εμπλέκονταν στη συμφωνία σχετικά με τον διαμερισμό των εθνικών αγορών.
γ) Η συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 19ης Μαρτίου 1984
88 Η Cementir ισχυρίζεται ότι δεν την αφορούν ούτε η συνεδρίαση αυτή ούτε η επικύρωση της συμφωνίας Cembureau η οποία υποτίθεται ότι έγινε κατά τη συνεδρίαση αυτή, καθόσον δεν παρέστη στην εν λόγω συνάντηση.
89 Η Επιτροπή απαντά ότι το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε την ευθύνη της αναιρεσείουσας εταιρίας ανάλογα με τον αριθμό των συναντήσεων στις οποίες μετέσχε και ότι η συνάντηση της 19ης Μαρτίου 1984 είναι σημαντική καθόσον επέτρεψε στους μετασχόντας να λάβουν γνώση τόσο της υπάρξεως απαγορευμένων συμφωνιών όσο και του περιεχομένου τους. Το ζήτημα της παρουσίας της Cementir τίθεται σε άλλο επίπεδο. Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση να επιβληθούν κυρώσεις για τη συνεργασία στη συμφωνία Cembureau δικαιολογείται απολύτως, έστω και αν η συμμετοχή μιας επιχειρήσεως δεν μπόρεσε να αποδειχθεί ως προς κανένα από τα μέτρα εκτελέσεως.
δ) Η συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 7ης Νοεμβρίου 1984
90 Η Cementir αμφισβητεί ότι οι επικεφαλής αντιπροσωπείας δήλωσαν ότι προσχωρούσαν στη συμφωνία για τον διαμερισμό των εθνικών αγορών και καταγγέλλει παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας. Ανεξάρτητα από οποιονδήποτε κανόνα περί σεβασμού των εθνικών αγορών, οι Ευρωπαίοι παραγωγοί δεν μπορούσαν παρά να επικροτήσουν την εξεύρεση τρόπου ώστε η τυχόν πλεονασματική παραγωγή να διατεθεί εκτός της ευρωπαϋκής ζώνης. Από την οπτική αυτή γωνία, η «συμπάθεια» με την οποία αντιμετώπισαν την ελληνοϋσπανική συμφωνία δεν συνιστούσε ένδειξη περί της υπάρξεως της συμφωνίας Cembureau.
91 Η αναιρεσείουσα υπογραμμίζει επίσης τον αντιφατικό χαρακτήρα της αιτιολογίας, στο μέτρο που το Πρωτοδικείο, αφενός, δηλώνει ότι η απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά σε άμεσες αποδείξεις και, αφετέρου, λαμβάνει υπόψη του στοιχεία τα οποία αποτελούν καθαρώς προϋόν επαγωγικών συλλογισμών.
92 Κατά την Επιτροπή, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί για μία ακόμα φορά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και, συνεπώς, και η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη. Αν η συμφωνία Cembureau αποσκοπούσε στην εξασφάλιση της σταθερότητας της κοινοτικής αγοράς τσιμέντου, οι εντάσεις που αντιμετώπιζε ο τομέας των εξαγωγών αντικατοπτρίζονταν στις τιμές που εφαρμόζονταν στο εσωτερικό της Κοινότητας, όπου οι παραγωγοί είχαν αναγκαστικά διαθέσει ένα μέρος της πλεονασματικής παραγωγής τους. Ήταν εύλογο να καταλήξουν τα ζητήματα αυτά στο τραπέζι των συζητήσεων των επικεφαλής αντιπροσωπείας, όπως καταδεικνύει το Πρωτοδικείου στις σκέψεις 1031 έως 1033 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
ε) Άλλα στοιχεία εκτιμήσεως
93 Κατά την Cementir, το Πρωτοδικείο δεν έδωσε μεγάλη σημασία σε ορισμένα στοιχεία τα οποία η ίδια θεωρεί ωστόσο σημαντικά για τον χαρακτηρισμό των συμπεριφορών ορισμένων επιχειρήσεων: πρώτον, άλλες δύο συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο 1983-1985, συνεδριάσεις κατά τις οποίες δεν έγινε καμία αναφορά στο ενδοκοινοτικό εμπόριο τσιμέντου ούτε στη λεγόμενη συμφωνία Cembureau· δεύτερον, η αναιρεσείουσα παρέστη μόνο σε δύο από τις πέντε συνεδριάσεις που διεξήχθησαν στη διάρκεια της τριετίας αυτής και, τρίτον, δεν εκδήλωσε κανένα ενδιαφέρον για την ένωση Cembureau, δεδομένου ότι, πριν από το 1983, δεν συμμετείχε στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, καθόσον η δραστηριότητά της περιοριζόταν στην πελατεία της περιφέρειάς της. Εφόσον οι αποδείξεις είναι αποσπασματικές, αβέβαιες και αμφίσημες, δεν είναι φρόνιμο να αγνοηθούν τα στοιχεία αυτά.
94 Η Επιτροπή προβάλλει και πάλι ένσταση απαραδέκτου και υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε πλήρη και σταθμισμένη ανάλυση, καθόσον έλαβε υπόψη του τις συνεδριάσεις του Μαου του 1983 και του Ιουνίου του 1985. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, ακόμα και αν το ενδοκοινοτικό εμπόριο δεν περιλαμβανόταν στην ημερήσια διάταξη των συναντήσεων αυτών, οι εν λόγω συναντήσεις δεν ανατρέπουν τις έγγραφες αποδείξεις από τις οποίες προκύπτει ο παράνομος χαρακτήρας των συνεδριάσεων της 14ης Ιανουαρίου 1983 και της 7ης Νοεμβρίου 1984.
2) Λόγος αναιρέσεως απαράδεκτος...
95 Αυτός ο λόγος αναιρέσεως δεν βαίνει πέραν του καθορισμού των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και είναι, επομένως, απαράδεκτος. Το Δικαστήριο μπορεί μόνο να θεραπεύσει ένα νομικό σφάλμα του Πρωτοδικείου και ουδέποτε μπορεί να εξετάσει τα πραγματικά περιστατικά, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου του νομικού χαρακτηρισμού τους (68).
3) ...και αβάσιμος
96 Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε το Πρωτοδικείο, το οποίο επικύρωσε εν μέρει τα συμπεράσματα τα οποία είχε συναγάγει η Επιτροπή από το αποδεικτικό υλικό. Εκκινώντας από ορισμένα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία χαρακτήρισε ως «άμεσα» (69), συνήγαγε ότι κατά τη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 14ης Ιανουαρίου 1983 συνήφθη συμφωνία αντιβαίνουσα στο τότε άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, καθόσον είχε ως αντικείμενο τον «[σεβασμό] των εγχώριων αγορών και [τη] ρύθμιση των πωλήσεων από τη μια χώρα στην άλλη, ήτοι [την] κατανομή των αγορών», συμφωνία η οποία επικυρώθηκε κατά τη συνεδρίαση της 7ης Νοεμβρίου 1984 (70). Η Cementir, άμεσο μέλος της Cembureau, παρέστη και στις δύο συνεδριάσεις, γεγονός το οποίο, σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε εκδηλώσεως αποστασιοποιήσεώς της, επέτρεψε στην Επιτροπή, κατ' εφαρμογήν κριτηρίου επικυρωθέντος από το Πρωτοδικείο, να συναγάγει τη συμμετοχή της στη σύμπραξη (71).
97 Αυτή η βάσει τεκμηρίων απόδειξη είναι απολύτως θεμιτή (72) και σύμφωνη με την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας. Στο πλαίσιο της αποδείξεως αυτής, θεωρούνται αποδεδειγμένα ορισμένα επιβαρυντικά περιστατικά βάσει υποθέσεων στηριζομένων στους κανόνες της λογικής, στην κοινή λογική και την πείρα. Προς τούτο, ως σημείο εκκινήσεως λαμβάνονται βεβαιωμένα γεγονότα, τα οποία επιτρέπουν να θεωρηθούν αποδεδειγμένα ορισμένα περιστατικά χάρη σε μια νοητική επεξεργασία σύμφωνη με τους κανόνες της κοινής λογικής και δεόντως εκτιθέμενη στη δικαστική απόφαση, ήτοι προσηκόντως αιτιολογημένη.
98 Αυτό ακριβώς έπραξε το Πρωτοδικείο. Στηριζόμενο σε αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά (ήτοι στο ότι οργανώθηκαν ορισμένες συνεδριάσεις, στο ότι κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων αυτών συνήφθησαν συμφωνίες, στο ότι η Cementir μετέσχε σε δύο από τις εν λόγω συνεδριάσεις, στο ότι δεν υπήρξε εκδήλωση αποστασιοποιήσεώς της από τις συμφωνίες αυτές), το Πρωτοδικείο έκρινε αποδεδειγμένη την ύπαρξη συμπράξεως, στην οποία μετείχε και η αναιρεσείουσα. Η άποψη αυτή είναι εύλογη· άλλωστε, το Πρωτοδικείο την εξήγησε προσηκόντως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
99 Αντιθέτως, δεν χωρεί μεμονωμένη ανάλυση καθενός από τα αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να προταθεί εναλλακτική εκτίμηση, μη λαμβάνουσα υπόψη το όλο πλαίσιο και υπογραμμίζουσα τυχόν αντιφάσεις μεταξύ των διαφόρων εγγράφων.
100 Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν υιοθετήσω τη μεροληπτική και στρεβλή οπτική της Cementir, θεωρώ ότι οι αιτιάσεις της στερούνται ερείσματος.
α) Η συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1983
i) Η επιστολή προσκλήσεως
101 Η επιστολή του G. Braz de Oliveira, η συνεδρίαση της εκτελεστικής επιτροπής της 5ης Νοεμβρίου 1982 ή το τηλετύπημα προς τον J. Van Hove αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία χρησιμοποίησε η Επιτροπή προς απόδειξη του ότι κατά τη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 14ης Ιανουαρίου 1983 συνήφθη η συμφωνία για τις εγχώριες αγορές τσιμέντου, οπότε δεν έχει σημασία αν η Cementir δεν υπήρξε αποδέκτρια της πρώτης, δεν παρέστη στη δεύτερη ή δεν παρέλαβε το τρίτο, δεδομένου ότι η ευθύνη της στη σύμπραξη στηρίζεται στη συμμετοχή της στη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1983. Τα τρία αυτά αποδεικτικά στοιχεία αναφέρονται, συνεπώς, σε στάδιο προγενέστερο (της αποδείξεως της υπάρξεως της συμφωνίας) από εκείνο στο οποίο η αναιρεσείουσα εταιρία επιχειρεί να τα εντάξει (ήτοι στο στάδιο της συμμετοχής και της ευθύνης κάθε επιχειρήσεως).
102 Κατά τα λοιπά, στις σκέψεις 930 έως 940 και 979 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καταδεικνύεται η αποδεικτική αξία της επιστολής του G. Braz de Oliveira.
ii) Η διεξαγωγή της συνεδριάσεως
103 Ο πρόεδρος της Cembureau, στο σχέδιο εισαγωγικής εκθέσεως, εξέφρασε την επιθυμία του να επιτευχθεί μεταξύ των παρουσών επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων συμφωνία σχετικά με «ορισμένους κανόνες του παιχνιδιού που έχουμε συμφέρον να σεβαστούμε» (73) και ανακοίνωσε ότι δεν θα τηρούνταν πρακτικά των συζητήσεων (74). Συνεπώς, στις σκέψεις 960, 964, 966, 968, 969, 972, 973 και 976 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ορθώς εκτίμησε τα διάφορα αποδεικτικά στοιχεία. Έκρινε ότι ο πρόεδρος της Cembureau επιθυμούσε να καταλήξουν οι συμμετέχοντες στη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 14ης Ιανουαρίου 1983 σε συμφωνία σχετικά με τους «κανόνες του παιχνιδιού», αποφασίζοντας να μη τηρηθούν πρακτικά των συζητήσεων ώστε αυτές να παραμείνουν απόρρητες. Το Πρωτοδικείο εξηγεί ότι, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, αυτή η συμφωνία αντιβαίνει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης και εκθέτει τους λόγους για τους οποίους απέδωσε την πατρότητα του σχεδίου εισαγωγικής εκθέσεως στον πρόεδρο της Cembureau καθώς και τους λόγους που επιτρέπουν να θεωρηθεί η απόφαση περί μη τηρήσεως πρακτικών της συνεδριάσεως ως έκφραση της επιθυμίας να τηρηθεί μυστικό το περιεχόμενο των συζητήσεων και των συμφωνιών που θα προέκυπταν από αυτές.
104 Το ότι η Cementir δεν μετέσχε στη σύνταξη των σημειώσεων της Blue Circle ή ότι δεν γνώριζε την ύπαρξή τους δεν έχει σημασία, για τους λόγους που εξέθεσα ανωτέρω σχετικά με τα έγγραφα προσκλήσεως στη συνεδρίαση. Οι σημειώσεις Blue Circle δεν χρησιμοποιήθηκαν προς απόδειξη της συμμετοχής της αναιρεσείουσας εταιρίας στη συμφωνία Cembureau, αλλά προς απόδειξη της υπάρξεως της συμφωνίας αυτής.
105 Η έλλειψη αιτιολογίας την οποία η Cementir προσάπτει στην απόφαση του Πρωτοδικείου ως προς το σημείο αυτό δεν μπορεί να έχει καμία συνέπεια. Στις προτάσεις που ανέπτυξα σήμερα στην υπόθεση C-205/00 P, Irish Cement Limited, ανέφερα ότι οι αιτιάσεις που αφορούν την αιτιολογία, ιδίως δεδομένου ότι προβάλλονται συστηματικά, είναι αλυσιτελείς. Μια δικαστική απόφαση η οποία καταλαμβάνει ουσιαστικά 1 700 σελίδες της Συλλογής της νομολογίας και περιλαμβάνει 5 134 σκέψεις, απόφαση με την οποία το Πρωτοδικείο, με μεγάλη προσπάθεια συνθέσεως, ταξινομεί, αναλύει και συστηματοποιεί τα επιχειρήματα σαρανταμιάς προσφευγουσών ώστε να απαντήσει σε κάθε μία από αυτές, μόνον ως αναιτιολόγητη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Είναι φυσικά πιθανόν να μην απάντησε το Πρωτοδικείο ρητώς σε κάποια μεμονωμένα επιχειρήματα, από δε τη μεμονωμένη ανάγνωση μιας ορισμένης σκέψεως, εκτός του όλου πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, είναι δυνατόν να προκύπτουν φαινομενικά αντιφάσεις, αυτό όμως οφείλεται ακριβώς στο ότι πρόκειται για ένα ενιαίο και συγκεντρωτικό κείμενο στο οποίο, σε πολλές περιπτώσεις, η λύση εμπεριέχεται στην έκθεση της επιχειρηματολογίας (75). Υπό τις περιστάσεις αυτές, κάθε μερική, αποσπασματική και εκτός του όλου πλαισίου της ανάγνωση πρέπει να απορρίπτεται, έστω και αν είναι κατανοητή από πλευράς της θεμιτής ασκήσεως των δικαιωμάτων άμυνας.
106 Στις σκέψεις 885 και 886 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι εισαγωγές από χώρες εκτός Κοινότητας που πραγματοποιούνταν σε τιμές ντάμπινγκ συσχετίζονται με την πολιτική σεβασμού των εγχωρίων αγορών, εξηγείται δε ότι οι σημειώσεις Blue Circle επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της συμφωνίας Cembureau. Ακόμα μία φορά, η Cementir αμφισβητεί την εκ μέρους του δικαστηρίου ουσίας εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.
107 Η Cementir ισχυρίζεται ότι δεν κατανοήθηκε ορθώς η έννοια των αιτιάσεών της σχετικά με το σημείωμα του Ν. Καλογερόπουλου, γι' αυτό και η απάντηση που δόθηκε με τη σκέψη 910 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν ήταν η κατάλληλη. Ένα έγγραφο προερχόμενο από τρίτον, χρονολογούμενο από το 1986 και στο οποίο γίνεται αναφορά στις εξαγωγές τσιμέντου προς το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορούσε να αποτελέσει άμεση απόδειξη της συναινέσεώς της στη σύναψη της συμφωνίας Cembureau. Στα ανωτέρω μπορεί να αντιταχθεί ότι η επίμαχη δήλωση δεν χρησιμοποιήθηκε για να καταδειχθεί η εκ μέρους της επιδοκιμασία της συμπράξεως Cembureau, αλλά για να αποδειχθεί η ύπαρξη συμφωνίας σχετικής με τον σεβασμό των εγχωρίων αγορών και συναφθείσας μεταξύ όλων των Ευρωπαίων παραγωγών (76).
β) Η συνεδρίαση της 19ης Μαρτίου 1984
108 Τα όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα εταιρία σχετικά με τη συνάντηση αυτή, στην οποία δεν έλαβε μέρος, δεν έχουν νόημα. Πρώτη η Επιτροπή και, στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο αναγνώρισαν ότι, κατά τη συνεδρίαση της 19ης Μαρτίου 1984 επικυρώθηκε η συμφωνία Cembureau, όπως και αργότερα κατά τη συνάντηση της 7ης Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Ανέφεραν επίσης ότι η Cementir, άμεσο μέλος της Cembureau, μετέσχε στη σύμπραξη καθόσον παρέστη σε δύο συνεδριάσεις (77), όμως, όπως εξηγεί η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως, ο αριθμός των συμμετοχών κάθε επιχειρήσεως δεν άσκησε καμία επιρροή από πλευράς βαρύτητας της καταλογισθείσας παραβάσεως ούτε από πλευράς εντάσεως της κυρώσεως.
γ) Η συνεδρίαση της 7ης Νοεμβρίου 1984
109 Οι σκέψεις 1031 έως 1037 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εξηγούν ότι, κατά τη συνεδρίαση της 7ης Νοεμβρίου 1984, επικυρώθηκε η συμφωνία Cembureau μέσω της υποστηρίξεως της διοχετεύσεως της πλεονασματικής παραγωγής των ελληνικών και ισπανικών τσιμεντοβιομηχανιών, με σκοπό την αποφυγή της αποσταθεροποιήσεως των ευρωπαϋκών αγορών. Στις εκτιμήσεις αυτές, το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη, πέραν των πρακτικών της συνεδριάσεως αυτής καθώς και της συνεδριάσεως της εκτελεστικής επιτροπής που έλαβε χώρα την επομένη, και τις συνοπτικές σημειώσεις της 12ης Νοεμβρίου, από τις οποίες προκύπτει ότι η στήριξη της ελληνοϋσπανικής συμφωνίας αποσκοπούσε στην αποφυγή του κινδύνου «αποσταθεροποιήσεως στην Ευρώπη», καθώς και το εσωτερικό σημείωμα της Blue Circle της 1ης Δεκεμβρίου 1983, από το οποίο συνάγεται ότι «ο σεβασμός των εγχωρίων αγορών και η διοχέτευση των εξαγωγών συμβάδιζαν».
110 Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να μη συμφωνεί με τη συλλογιστική που ακολούθησε το Πρωτοδικείο, όμως, σαφώς, δεν μπορεί να του προσάψει ολισθήματα τα οποία να μπορούν να δικαιολογήσουν επέμβαση του Δικαστηρίου σε έναν τομέα, όπως αυτός της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων, στον οποίο δεν του επιτρέπεται, καταρχήν, να επεμβαίνει.
111 Είναι αληθές ότι, αν ληφθεί υπόψη μεμονωμένα, η συνεδρίαση της 7ης Νοεμβρίου 1984 δεν επιβεβαιώνει τίποτε· αν όμως συσχετισθεί με τις συνεδριάσεις του Ιανουαρίου 1983 και του Μαρτίου 1984 καθώς και με άλλα έγγραφα που την περιγράφουν, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αναφέρονται στην προετοιμασία της και τη διεξαγωγή της, καθώς και με τα μεταγενέστερα εκτελεστικά μέτρα, αποκτούν πλήρες νόημα οι εκτιμήσεις της Επιτροπής και του Πρωτοδικείου. Όπως και στην περίπτωση ενός ιμπρεσιονιστικού πίνακα, πρέπει κανείς να απομακρυνθεί για να τον παρατηρήσει ολόκληρο και να τον καταλάβει στο σύνολό του.
112 Η αναιρεσείουσα εταιρία επίσης σφάλλει όταν υποστηρίζει ότι η αιτιολογία της αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι αντιφατική, καθόσον σ' αυτήν το Πρωτοδικείο χαρακτηρίζει ως άμεση απόδειξη ένα στοιχείο το οποίο, κατ' αυτήν, αποτελεί έμμεσο συμπέρασμα. Η αναιρεσείουσα συγχέει το αποδεικτικό υλικό με τα λογικά συμπεράσματα του Πρωτοδικείου. Τα πρακτικά και τα λοιπά έγγραφα που χρησιμοποιήθηκαν σαφώς αποτελούν άμεσες, υλικές και απτές αποδείξεις οι οποίες, εκτιμηθείσες στο σύνολό τους, επέτρεψαν την απόδειξη της υπάρξεως της συμφωνίας Cembureau.
δ) Τα λοιπά στοιχεία εκτιμήσεως
113 Για μία ακόμα φορά, η Cementir αμφισβητεί την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και συγχέει το δικαίωμά της να λάβει απάντηση από το δικαστήριο με την επιθυμία της η απάντηση αυτή να είναι σύμφωνη με τους ισχυρισμούς της. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο δέχεται ότι, καίτοι στις συνεδριάσεις της 30ής Μαου 1983 και της 10ης Ιουνίου 1985 δεν συζητήθηκε το ενδοκοινοτικό εμπόριο, το γεγονός αυτό «δεν μπορεί να προσδώσει διαφορετική έννοια στη δέσμη των εγγράφων αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ότι συνήφθη μια συμφωνία σεβασμού των εγχωρίων αγορών η οποία επικυρώθηκε, στη συνέχεια, κατά τις συνεδριάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1983, της 19ης Μαρτίου και της 7ης Νοεμβρίου 1984» (78).
114 Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως της Cementir πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο και ως αβάσιμο.
Β. Όσον αφορά την εξέταση των ανταλλαγών πληροφοριών ως προς τις τιμές (τρίτος λόγος αναιρέσεως, πρώτο σκέλος)
1) Η θέση των διαδίκων
α) Οι περιστασιακές ανταλλαγές πληροφοριών κατά τις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας (άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής)
115 Η αναιρεσείουσα εταιρία δεν δέχεται να της καταλογιστεί η παράβαση αυτή διότι: α) οι ανταλλαγείσες πληροφορίες δεν είχαν ενδιαφέρον από πλευράς ανταγωνισμού· β) το σχέδιο εισαγωγικής εκθέσεως του προέδρου της Cembureau για τη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1983 ήταν κείμενο γενικής φύσεως, το οποίο δεν επέτρεπε να συναχθεί ότι η ανταλλαγή πληροφοριών είχε ως στόχο τη βλάβη του ανταγωνισμού· και γ) τα έγγραφα σχετικά με τη συνάντηση της 19ης Μαρτίου 1984 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη εις βάρος της, καθόσον η ίδια δεν ήταν παρούσα στη συνάντηση αυτή.
116 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, καθόσον επαναλαμβάνει επιχειρηματολογία ήδη εκτεθείσα ενώπιον του Πρωτοδικείου.
β) Οι περιοδικές ανταλλαγές πληροφοριών (άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως της Επιτροπής)
117 Η Cementir επαναλαμβάνει την άποψή της σχετικά το σχέδιο εισαγωγικής εκθέσεως του προέδρου της Cembureau και δεν αντιλαμβάνεται ότι ένα σύστημα πληροφορήσεως όσον αφορά γνωστά στοιχεία, όπως αυτό που εφαρμοζόταν πριν από τις 14 Ιανουαρίου 1983, μπορεί να είναι παράνομο. Επιμένει στο ότι τα έγγραφα που αφορούν τη συνεδρίαση της 19ης Μαρτίου 1984, τα οποία συντάχθηκαν από τρίτους και δεν απευθύνονταν σ' αυτήν, αφορούσαν δε μια συνεδρίαση στην οποία δεν μετέσχε, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη εναντίον της. Το έγγραφο σχετικά με τις μέσες εθνικές τιμές δεν διανεμήθηκε κατά τη συνεδρίαση του Ιανουαρίου του 1983, αλλά κατά τη συνεδρίαση της 30ής Μαου του ιδίου έτους, στην οποία δεν παρέστη. Συνεπώς, κατά την Cementir, το Πρωτοδικείο αλλοίωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που εξέτασε και διατύπωσε συναφώς απρόσφορη αιτιολογία.
118 Η Επιτροπή θεωρεί την αιτίαση αυτή απαράδεκτη, καθόσον η Cementir επαναλαμβάνει όσα εξέθεσε πρωτοδίκως. Προσθέτει ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου είναι σαφής και ότι η αναιρεσείουσα εταιρία δεν εξηγεί γιατί οι ανταλλαγές στοιχείων ως προς τις τιμές που πραγματοποιήθηκαν κατά τις συναντήσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας δεν μπορούσαν να εντάσσονται σε ένα σύστημα περιοδικής αμοιβαίας ενημερώσεως. Κατά την Επιτροπή, η πρώτη συμπεριφορά αποτελεί μέρος της δεύτερης. Οι ανταλλαγές αυτές, οι οποίες ήταν νόμιμες πριν από τη σύναψη της συμφωνίας Cembureau, τέθηκαν, από το 1983 και μετά, στην υπηρεσία στόχων που έθιγαν τον ανταγωνισμό. Το τυπικό λάθος όσον αφορά την ημερομηνία της διανομής του πίνακα των εθνικών τιμών ενισχύει την άποψη αυτή. Ακόμα και αν ο πίνακας διανεμήθηκε κατά τη διάρκεια συναντήσεως στην οποία η Cementir δεν μετείχε, τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα της συμπράξεως δεν αναιρούνται.
2) Η Cementir και οι ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές
119 Η ένσταση απαραδέκτου την οποία προβάλλει η Επιτροπή στερείται ερείσματος. Αρκεί η ανάγνωση του τμήματος ΙΙΙ.1 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως για να διαπιστωθεί ότι, πέραν της επαναλήψεως των επιχειρημάτων τα οποία προέβαλε πρωτοδίκως, η Cementir επικρίνει και την απάντηση την οποία έδωσε το Πρωτοδικείο με την απόφασή του.
120 Η αναιρεσείουσα δεν αρνείται την ύπαρξη των ανταλλαγών πληροφοριών ως προς τις τιμές, υπογραμμίζει, ωστόσο, σχετικά με αυτές που έλαβαν χώρα κατά τις συναντήσεις της 14ης Ιανουαρίου 1983 και της 19ης Μαρτίου 1984 (79), ότι το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι η ίδια δεν παρέστη στη δεύτερη συνάντηση (80).
121 Δεν τίθεται επίσης θέμα (81) όσον αφορά τις περιοδικές ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές που εφαρμόζονταν στη Δανία, την Ιρλανδία, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Πορτογαλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο ή ως προς τη συμμετοχή της Cementir κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1984 έως 31 Δεκεμβρίου 1988 (82). Κατά την Επιτροπή, καθοριστικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η πρακτική αυτή, η οποία εφαρμοζόταν από το 1981, κατέστη, από το 1984 και μετά, μέτρο εφαρμογής της συμφωνίας Cembureau, καθόσον διευκόλυνε την εκτέλεσή της (83).
122 Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε συναγάγει το ορθό συμπέρασμα, καθόσον στηρίχθηκε σε πραγματικά περιστατικά πλήρως αποδεδειγμένα και μη αμφισβητούμενα: 1) στις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες εξέφρασαν τις ανησυχίες τους σχετικά με την αισθητή μείωση του επιπέδου ορισμένων τιμών και αντήλλαξαν πληροφορίες για το θέμα αυτό· 2) στον πίνακα «Εγχώριες τιμές», στον οποίο αναφέρεται η σκέψη 1646 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και ο οποίος διανεμήθηκε κατά τη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 30ής Μαου 1983 (84) και 3) στις ίδιες τις ανταλλαγές πληροφοριών, ανταλλαγές οι οποίες επέτρεπαν αντικειμενικά να συναχθεί η τάση των διαφόρων τιμών που εφαρμόζονταν εντός των χωρών στις οποίες ήταν εγκατεστημένα τα μέλη της Cembureau (85) και παρείχαν ενδείξεις επιτρέπουσες τον καθορισμό των τιμών σε αποτρεπτικά επίπεδα (86). Από τα στοιχεία αυτά το Πρωτοδικείο συνάγει ότι η τακτική ανταλλαγή πληροφοριών επέτρεψε στα μέλη της Cembureau, από τη σύναψη της ομώνυμης συμφωνίας και μετά, να τη θέσουν ευκολότερα σε εφαρμογή (87).
123 Στο πλαίσιο αυτό, οι αιτιάσεις της Cementir στερούνται παντελώς αντικειμένου.
124 Το Πρωτοδικείο εξέθεσε δεόντως τους λόγους για τους οποίους θεώρησε ότι οι ανταλλαγές πληροφοριών όχι μόνον ήταν σημαντικές από πλευράς ανταγωνισμού, αλλά και εξυπηρετούσαν τη συμφωνία περί σεβασμού των εγχωρίων αγορών (88). Το γεγονός ότι τα στοιχεία ήταν δημόσια δεν εμποδίζει να θεωρηθεί ότι η Cementir, διαδίδοντάς τα, επεδίωκε να συνεργαστεί με τη σύμπραξη και να διευκολύνει την εκτέλεση της συμφωνίας Cembureau. Επιπλέον, μια καταρχήν θεμιτή συμπεριφορά μπορεί να καταστεί παράνομη αν τεθεί στην υπηρεσία μιας συμπράξεως η οποία περιορίζει τον ανταγωνισμό (89).
125 Το Πρωτοδικείο εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι, κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1983, αντηλλάγησαν πληροφορίες ως προς τις τιμές, αναφέροντας τα έγγραφα τα οποία του επέτρεψαν να σχηματίσει την πεποίθηση αυτή (90).
126 Τα έγγραφα που αφορούσαν τη συνάντηση της 19ης Μαρτίου 1984 δεν ελήφθησαν υπόψη εναντίον της Cementir, στην οποία το Πρωτοδικείο δεν καταλόγισε ότι αντήλλαξε πληροφορίες ως προς τις τιμές του κοινού τσιμέντου. Η αναιρεσείουσα συγχέει και πάλι δύο διαδοχικά στάδια: τη διαπίστωση της παραβάσεως, αφενός, και, αφετέρου, τη διαπίστωση της συμμετοχής των διαφόρων εμπλεκομένων στην έρευνα επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων.
127 Δεν αμφισβητείται ότι ο πίνακας «Εγχώριες τιμές (εκτός φόρου)» δεν διανεμήθηκε κατά τη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 14ης Ιανουαρίου 1983, όπως, εκ παραδρομής, αναφέρει το Πρωτοδικείο, αλλά κατά τη συνεδρίαση της 30ής Μαου 1983 (91), το λάθος όμως αυτό δεν έχει τη συνέπεια που υποστηρίζει η Cementir.
128 Το Πρωτοδικείο δεν χρησιμοποίησε το έγγραφο αυτό ως απόδειξη της παραβάσεως, αλλά προς επιβεβαίωση του βασίμου των εκτιμήσεων της Επιτροπής (92). Ούτε έλαβε τον πίνακα αυτόν υπόψη προκειμένου να θεωρήσει ως αποδεδειγμένο ότι όντως αντηλλάγησαν πληφορορίες κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1983, αλλά για να διαπιστώσει, λόγω του τυπικού αυτού λάθους, ότι τέτοιες ανταλλαγές πληροφοριών είχαν λάβει χώρα κατά τη δεύτερη συνεδρίαση, δηλαδή τη συνεδρίαση της 30ής Μαου του ιδίου έτους (93).
Γ. Όσον αφορά την εξέταση των μέτρων προστασίας της ιταλικής αγοράς (τέταρτος λόγος αναιρέσεως)
1) Οι πιέσεις που ασκήθηκαν στην Calcestruzzi (άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της αποφάσεως της Επιτροπής) (πρώτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως)
α) Η θέση των διαδίκων
129 Κατά την Cementir, καμία από τις αποδείξεις τις οποίες χρησιμοποίησε το Πρωτοδικείο δεν καταδεικνύει ότι περιλαμβανόταν μεταξύ των Ιταλών παραγωγών τσιμέντου που άσκησαν πιέσεις στον όμιλο Ferruzzi με σκοπό να παύσει η Calcestruzzi να εφαρμόζει τη σύμβαση εφοδιασμού που είχε συνάψει με την ελληνική επιχείρηση παραγωγής τσιμέντου Τιτάν:
1) Τα πρακτικά της συναντήσεως των επικεφαλής αντιπροσωπείας που πραγματοποιήθηκε στο Baden-Baden στις 9 Σεπτεμβρίου 1986 δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον της, καθόσον η ίδια δεν παρέστη στη συνάντηση αυτή.
2) Η αναιρεσείουσα δεν μετέσχε σε καμία από τις συνεδριάσεις της European Task Force, όπως αναγνώρισε εξάλλου το Πρωτοδικείο.
3) Επιπλέον, η επιστολή την οποία απηύθυνε ο Τιτάνας στους Άγγλους δικηγόρους του (94) δεν αποδεικνύει ότι η σχέση την οποία η Cementir διατηρούσε με την Calcestruzzi εντασσόταν στο πλαίσιο εναρμονισμένης πρακτικής με άλλους Ευρωπαίους παραγωγούς, καθόσον, καίτοι επιχείρησε να την προσελκύσει ως πελάτη, το έπραξε προς το δικό της και μόνον συμφέρον και όχι στο πλαίσιο της European Task Force, οργανισμού του οποίου ουδέποτε υπήρξε μέλος.
4) Τέλος, τα τηλετυπήματα τα οποία η Italcementi και η Calcestruzzi απέστειλαν στον Τιτάνα για να επιβεβαιώσουν την αναστολή των συμφωνηθεισών παραδόσεων τσιμέντου δεν προϋποθέτουν την ύπαρξη πρακτικών που θίγουν τον ανταγωνισμό. Αποδεικνύουν απλώς ότι διάφοροι Ιταλοί παραγωγοί και η Calcestruzzi είχαν συνάψει εμπορική συμφωνία, στην οποία η Cementir, όπως και πολλές άλλες επιχειρήσεις, προσχώρησε προς το δικό της συμφέρον.
130 Συνεπώς, τίποτε δεν αποδεικνύει ότι η Cementir μετέσχε στην παράβαση που περιγράφεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της αποφάσεως της Επιτροπής. Επομένως, οι εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου δεν είναι προσηκόντως αιτιολογημένες, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι πρωτοβουλίες τις οποίες έλαβε η Cementir σχετικά με την Calcestruzzi, και οι οποίες κατέληξαν στη διαπραγμάτευση των συμφωνιών «SIPAC» (Societΰ Italiana per le Promozioni ed Applicazioni del Calcestruzzo Spa) συνδέονταν αντικειμενικά με εναρμονισμένες πρακτικές που είχαν διαμορφωθεί σε ευρωπαϋκό επίπεδο.
131 Η Cementir φρονεί ότι, ελλείψει άλλων στοιχείων, το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε σε απλό τεκμήριο και ότι το τεκμήριο αυτό τής επιβάλλει μια probatio diabolica, καθόσον είναι υποχρεωμένη να αποδείξει τη μη ύπαρξη μιας ανύπαρκτης σχέσεως. Θεωρεί, συνεπώς, ότι το Πρωτοδικείο προσέβαλε το δικαίωμα που αντλεί από την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας.
132 Η Επιτροπή θεωρεί αυτόν τον λόγο αναιρέσεως απαράδεκτο καθόσον αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων.
133 Η αναφορά στους Ιταλούς παραγωγούς τσιμέντου δεν μπορεί να θεωρηθεί «πολύ γενική», δεδομένου ότι το τηλετύπημα της Calcestruzzi προς τον Τιτάνα, της 28ης Μαου 1987, κατονομάζει διάφορες επιχειρήσεις, περιλαμβανομένης και της Cementir, ενώ, σε άλλα σημεία, αναφέρεται σ' αυτές τις επιχειρήσεις εμμέσως, κάνοντας λόγο για «Ιταλούς παραγωγούς τσιμέντου» και «ιταλικές τσιμεντοβιομηχανίες».
β) Η Cementir και οι πιέσεις που ασκήθηκαν στην Calcestruzzi
134 Για ακόμα μία αφορά, η Cementir απλώς εκφράζει τη διαφωνία της με την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των αποδείξεων. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
135 Καθεμία από τις σκέψεις 3151 έως 3163 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περιέχει ανάλυση των αποδείξεων, όπου το Πρωτοδικείο δέχεται ότι η Επιτροπή είχε επαρκείς λόγους για να τιμωρήσει την εναρμονισμένη πρακτική που περιγράφεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της αποφάσεώς της. Ειδικότερα, στις σκέψεις 3283 έως 3290, το Πρωτοδικείο εξηγεί τη συμμετοχή της Cementir, η οποία, για μία ακόμα φορά, συγχέει την έλλειψη αιτιολογίας ή την εσφαλμένη αιτιολογία με την απόρριψη των αιτημάτων της.
136 Συνεπώς, και αυτός ο λόγος αναιρέσεως στερείται ερείσματος.
137 Η απουσία της αναιρεσείουσας από τη συνεδρίαση του Baden-Baden (95) και από τις συνεδριάσεις της European Task Force (96) δεν καταδεικνύει ότι δεν μετέσχε στην πρακτική που περιγράφεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της αποφάσεως της Επιτροπής. Υφίστανται άλλες αποδείξεις περί της συμμετοχής της: η επιστολή που απέστειλε ο Τιτάνας στους Άγγλους δικηγόρους του και τα τηλετυπήματα της Italcementi και της Calcestruzzi προς την εν λόγω ελληνική εταιρία.
138 Στην πραγματικότητα, οι συνεδριάσεις αυτές δεν ελήφθησαν υπόψη προς απόδειξη της συμμετοχής της στη σύμπραξη, αλλά προς απόδειξη του συνδέσμου της με την European Task Force. Πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της αποφάσεως της Επιτροπής περιγράφει ως παράβαση τη συμμετοχή της «σε εναρμονισμένες πρακτικές με σκοπό να παύσει η Calcestruzzi να είναι πελάτης των Ελλήνων παραγωγών και ιδιαίτερα του Τιτάνα». Ορισμένες επιχειρήσεις ενεπλάκησαν στην παράβαση μέσω της European Task Force, ενώ άλλες, όπως η Cementir (και οι Italcementi και Unicem) μετέσχαν απευθείας προβαίνοντας σε διαπραγματεύσεις με την Ferruzzi, προκειμένου η θυγατρική της, η Calcestruzzi, να αναστείλει την εκτέλεση της συμβάσεως εφοδιασμού που είχε συνάψει με τον Τιτάνα.
139 Η ίδια η αναιρεσείουσα αναγνωρίζει εμμέσως τα πραγματικά περιστατικά με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και παραδέχεται ότι προσπάθησε να προσελκύσει ως πελάτη την Calcestruzzi, δηλώνει όμως ότι το έπραξε για το δικό της συμφέρον και όχι στο πλαίσιο της εκτελέσεως ή της εφαρμογής ενός σχεδίου που είχε επινοηθεί στο πλαίσιο της European Task Force. Ωστόσο, το γεγονός ότι ενήργησε για το δικό της συμφέρον δεν αναιρεί την ύπαρξη καρτέλ.
140 Ως εκ τούτου, η Επιτροπή, σε πρώτη φάση, και κατόπιν το Πρωτοδικείο βασίμως κατέληξαν ότι η Cementir και οι λοιποί Ιταλοί παραγωγοί είχαν έλθει σε διαπραγματεύσεις με τη Ferruzzi με σκοπό να ματαιώσουν τις εισαγωγές τις οποίες είχε συμφωνήσει η Calcestruzzi με τον Τιτάνα και συμπέραναν (97) ότι οι συναφείς συμφωνίες συνήφθησαν στο πλαίσιο συμφωνίας συναφθείσας σε ευρωπαϋκό επίπεδο και αποσκοπούσας στην απομάκρυνση της επιχειρήσεως αυτής, η οποία ήταν την εποχή εκείνη ο κυριότερος Ιταλός παραγωγός ετοίμου σκυροδέματος, από τις ελληνικές τσιμεντοβιομηχανίες.
2) Οι συμφωνίες με την Calcestruzzi (άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής) (δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως)
α) Η θέση των διαδίκων
141 Η Cementir υποστηρίζει ότι δεν αποδεικνύεται η συμμετοχή της στην παράβαση αυτή για τον απλούστατο λόγο ότι δεν παρέστη στις συνεδριάσεις των Ευρωπαίων παραγωγών κατά τις οποίες διαμορφώθηκε η πρακτική αυτή.
142 Σχετικά με τη συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 27 Μαου 1987 στο Λουξεμβούργο μεταξύ του Τιτάνα, της Cementir και τους λοιπούς Ιταλούς παραγωγούς τσιμέντου, η σκέψη 3359 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αλλοιώνει τα επιχειρήματά της, καθόσον η αναιρεσείουσα παρέστη με μοναδικό σκοπό να διατηρήσει σε ισχύ τη δική της συμφωνία με την Calcestruzzi και όχι με σκοπό να εκτελέσει την συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ του εν λόγω παραγωγού σκυροδέματος και του Τιτάνα (sic). Επιπλέον, στη σκέψη 2780 αναγνωρίζεται ότι δεν υφίσταται καμία σχέση μεταξύ της συμμετοχής της Cementir στη συνάντηση του Λουξεμβούργου και των επαφών που διατηρούσαν συγχρόνως εκεί οι Ευρωπαίοι παραγωγοί στο πλαίσιο της European Task Force.
143 H Cementir προσθέτει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα χαρακτηρισμού συνδέοντας την προσχώρησή της στις συμφωνίες με την Calcestruzzi με τις θίγουσες τον ανταγωνισμό συμπράξεις τις οποίες είχαν ενδεχομένως θέσει σε εφαρμογή άλλοι παραγωγοί στο πλαίσιο της European Task Force.
144 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Cementir επαναλαμβάνει όσα είχε ήδη εκθέσει προηγουμένως και ότι ουδόλως αμφισβητεί τις περιεχόμενες στις σκέψεις 3353 έως 3357 της αποφάσεως εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των συμβάσεων που υπογράφηκαν από τους Ιταλούς παραγωγούς τον Απρίλιο του 1987 και της συμφωνίας Cembureau.
β) Η Cementir και οι συμβάσεις με την Calcestruzzi
145 Η αιτίαση την οποία η αναιρεσείουσα διατυπώνει σχετικά με τις συμβάσεις που συνήφθησαν με την Calcestruzzi είναι ουσιαστικά η ίδια με εκείνη την οποία διατυπώνει όσον αφορά την παράβαση που περιγράφεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, της αποφάσεως της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να της επιφυλαχθεί η ίδια τύχη. Η Cementir δεν αρνείται την ύπαρξη των συμβάσεων που υπογράφηκαν στις 3 και στις 15 Απριλίου 1987 με την Calcestruzzi, ούτε ότι αυτές υπήρξαν το αποτελέσμα ή το αντικείμενο της συμφωνίας μεταξύ των τριών Ιταλών παραγωγών και της Ferruzzi, στην οποία αναφέρονται τα τηλετυπήματα που ήδη ανέφερα στις παρούσες προτάσεις (98). Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στερούνται ερείσματος οι εκτιμήσεις που περιέχονται στις σκέψεις 3356, 3360, 3361, 3367, 3372, 3377 και τις άλλες συναφείς σκέψεις της αποφάσεως.
146 Ειδικότερα, η ερμηνεία την οποία το Πρωτοδικείο δίνει στη συνεδρίαση του Λουξεμβούργου δεν διαστρεβλώνει τα επιχειρήματα της Cementir και δεν αλλοιώνει κανένα αποδεικτικό στοιχείο, καθόσον τα έγγραφα που χρησιμοποιεί η Επιτροπή επιτρέπουν να συναχθεί ότι η συνεδρίαση είχε ως αντικείμενο την εξεύρεση λύσεως για τα προβλήματα που είχε δημιουργήσει η αναστολή των παραδόσεων τσιμέντου από τον Τιτάνα κατόπιν της συμφωνίας που συνήφθη με την Italcementi, την Unicem και την Cementir (99).
147 Το γεγονός ότι η τελευταία αυτή επιχείρηση δεν μετέχει στη European Task Force και δεν παρέστη στη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας που διεξήχθη στο Λουξεμβούργο στις 27 Μαου 1987, επ' ευκαιρία της γενικής συνελεύσεως της Cembureau, δεν έχει καμία σημασία (100). Η παράβαση που κολάζει το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής δεν αποτελεί συμφωνία ευρωπαϋκών διαστάσεων καθόσον συνήφθη αποκλειστικώς μεταξύ της Cementir, της Italcementi και της Unicem. Με άλλες λέξεις, οι συμβάσεις και συμφωνίες που συνήφθησαν στις 3 και στις 15 Απριλίου 1987 συνήφθησαν κατ' εφαρμογήν της συμφωνίας την οποία είχαν συνάψει οι τρεις αυτοί Ιταλοί παραγωγοί για να αντιμετωπίσουν την απειλή της εισαγωγής 1,5 ΜΤ κοινού τσιμέντου εκ μέρους της Calcestruzzi (101), συμφωνίας η οποία μνημονεύθηκε κατά τις συνεδριάσεις της European Task Force της 11ης Φεβρουαρίου και της 15ης Μαρτίου 1987 (102). Στο πλαίσιο αυτό, τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας καθίστανται άνευ αντικειμένου, διότι η συμφωνία που περιγράφεται στην προμνησθείσα διάταξη της αποφάσεως της Επιτροπής δεν συνήφθη στα πλαίσια αυτής της ενώσεως.
148 Οι προηγούμενες σκέψεις υπαγορεύουν να δοθεί η ίδια λύση όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από την έλλειψη αποδείξεων όσον αφορά την ύπαρξη κάποιας σχέσεως μεταξύ της παραβάσεως την οποία κολάζει το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής και της European Task Force. Η Επιτροπή και το Πρωτοδικείο διέθεταν επαρκή στοιχεία προκειμένου να κρίνουν ότι υπήρχε τέτοια σχέση, δεδομένου ότι η συμφωνία που συνήφθη μεταξύ των Ιταλών παραγωγών και της Calcestruzzi, η οποία επέτρεπε την αποτροπή της απειλής «καταστροφικών για τις τιμές» εξαγωγών, κοινοποιήθηκε κατά τις δύο προμνησθείσες συνεδριάσεις (103) και να συναγάγουν ότι η ιταλική συμφωνία ήταν ικανή να θίξει «το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο» (104) διότι σκοπός της ήταν να εμποδιστεί η Calcestruzzi να εισαγάγει ελληνικό τσιμέντο (105).
Δ. Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό ως ενιαίας και διαρκούς συμφωνίας (πέμπτος λόγος αναιρέσεως)
1) Η θέση των διαδίκων
α) Ενιαία και διαρκής συμφωνία σχετικά με τη European Task Force (πρώτο σκέλος)
149 Η αναιρεσείουσα επιχείρηση αμφισβητεί την ακρίβεια διαλαμβανομένων στη σκέψη 3760 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως υποστηρίζοντας ότι η σκέψη αυτή στερείται νομικού ερείσματος και είναι αντιφατική, καθόσον το Πρωτοδικείο θεωρεί ως δεδομένο ότι οι συμβάσεις που συνήφθησαν με την Calcestruzzi διατάρασσαν τον ανταγωνισμό και υποθέτει ότι η Cementir γνώριζε ότι μετείχε σε ένα συνολικό σχέδιο. Προς στήριξη της θέσεώς της, η αναιρεσείουσα προβάλλει δύο λόγους:
1) Είναι αντιφατικό να θεωρείται ότι η Cementir δεν μετέσχε στις παραβάσεις που αφορούν τη European Task Force και την Interciment (άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως της Επιτροπής) και, αμέσως μετά, να θεωρείται ότι ευθύνεται για μια ενιαία και διαρκή συμφωνία η οποία είχε ως αντικείμενο αυτή τη σύμπραξη.
2) Καθώς η Cementir δεν εκπροσωπείτο από άλλες ιταλικές επιχειρήσεις ούτε στη European Task Force ούτε στην Interciment, είναι απαράδεκτο να τεκμαίρεται ότι είχε «κατ' ανάγκην» λάβει γνώση από τρίτους της υπάρξεως σχεδίων θιγόντων τον ανταγωνισμό. Το Πρωτοδικείο τής προσάπτει ότι ήταν ενήμερη της σχέσεως που συνέδεε τις εν λόγω συμβάσεις με μια υποτιθέμενη ενιαία και διαρκή συμφωνία, χωρίς να διατυπώνει την παραμικρή εξήγηση, πράγμα το οποίο, κατά την αναιρεσείουσα, δεν συμβιβάζεται με το δικαίωμα στο τεκμήριο αθωότητας.
150 Η Επτροπή θεωρεί ότι η καταγγελλόμενη αντίφαση είναι πλασματική. Στη σκέψη 3761 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, σύμφωνα με τη συναφή νομολογία, το γεγονός ότι η Cementir δεν μετέσχε σε όλα τα συστατικά στοιχεία της παραβάσεως δεν την απαλλάσσει από κάθε ευθύνη. Έστω και αν η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η επιχείρηση αυτή μετέσχε στη σύσταση της European Task Force, απέδειξε ότι αναμείχθηκε σε μεταγενέστερες ενέργειες, ιδίως στις εναρμονισμένες πρακτικές και στις συμβάσεις με την Calcestruzzi, οι οποίες, όλες, αποτελούν εκδηλώσεις της συμφωνίας Cembureau.
151 Εξάλλου, η Επιτροπή διερωτάται κατά πόσον το Πρωτοδικείο μπορούσε να ερμηνεύσει διαφορετικά το τηλετύπημα που απηύθυνε η Calcestruzzi στον Τιτάνα στις 13 Μαου 1987, τηλετύπημα στο οποίο κάνει λόγο για συνεδρίαση διοργανωθείσα στο Λουξεμβούργο προκειμένου να εξευρευθεί λύση στα προβλήματα που είχαν ανακύψει με τον Τιτάνα κατόπιν της υπογραφής της συμφωνίας με την Calcestruzzi.
β) Ενιαία και διαρκής συμφωνία σχετικά με την αρχή Cembureau (δεύτερο σκέλος)
152 Η Cementir δεν δέχεται να θεωρηθεί ότι μετέσχε σε ενιαία και διαρκή συμφωνία για τον λόγο ότι μετέσχε σε μία ή δύο συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας της Cembureau. Ειδικότερα, αμφισβητεί τη σκέψη 4127 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η απλότητα της αρχής Cembureau («ο καθένας στον χώρο του») καθιστούσε περιττή την οργάνωση περιοδικών συνεδριάσεων. Κατά την αναιρεσείουσα, πρόκειται για ένα κριτήριο πρόχειρο και στερούμενο παντός ερείσματος, καθόσον μια συμφωνία όπως αυτή που κολάσθηκε δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς μια κάποια συνέχεια και τακτικότητα στη διαχείρισή της. Επιπλέον, η Cementir θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο, αφού ακύρωσε τις παραβάσεις σχετικά με την European Cement Export Committee και την European Export Policy Committee (αντιστοίχως, άρθρα 5 και 6 της αποφάσεως της Επιτροπής) και, όσον αφορά ειδικότερα την αναιρεσείουσα, τις παραβάσεις που συνδέονταν με την European task Force και την Interciment, έπρεπε να κρίνει ότι η υπόθεση της Επιτροπής σχετικά με την ύπαρξη ενιαίου συνολικού σχεδίου, αναλυομένου σε μια σειρά μέτρων εφαρμογής, είχε καταρρεύσει.
153 Η αναιρεσείουσα επιχείρηση αναγνωρίζει ότι μετέσχε στη συνεδρίαση της 14ης Ιανοαυρίου 1983 και στη συνεδρίαση της 7ης Νοεμβρίου 1984, κατά τις οποίες δεν συζητήθηκε το θέμα των ενδοκοινοτικών ανταλλαγών τσιμέντου, θεωρεί όμως ότι η παρουσία της στις συνεδριάσεις αυτές δεν σημαίνει διαρκή προσχώρησή της στη συμφωνία Cembureau. Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζει τα ακόλουθα:
1) ότι δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ αυτών των συνεδριάσεων και των συμφωνιών που συνήφθησαν με την Calcestruzzi, οι οποίες υπεγράφησαν τέσσερα έτη μετά την πρώτη συνεδρίαση του 1983·
2) ότι οι συμφωνίες αυτές δεν έχουν καμία σχέση με τις συνεδριάσεις της European Task Force και
3) ότι οι περιοδικές ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές ήταν ξένες προς τη συμφωνία που υποτίθεται ότι συνήφθη κατά την εν λόγω συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1983.
154 Τέλος, η αναιρεσείουσα δεν αντιλαμβάνεται γιατί η σκέψη 4064 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως της καταλογίζει ότι «κατ' ανάγκην» γνώριζε ότι οι συμπεριφορές της αποτελούσαν μέρος ενός κοινού σχεδίου θίγοντος τον ανταγωνισμό το οποίο εφαρμόστηκε επί μία δεκαετία.
155 Η Επιτροπή μετά λύπης παρατηρεί ότι η Cementir επαναλαμβάνεται και επανέρχεται στις αποδείξεις που προσκομίστηκαν κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκη. Ζητεί την απόρριψη αυτού του λόγου αναιρέσεως ως απαράδεκτου.
156 Έστω και αν η συμμετοχή της αναιρεσείουσας στη σύσταση της European Task Force και ο ρόλος της στο πλαίσιο της Interciment δεν αποδείχθηκαν, αποδείχθηκε η ανάμειξή της στη συμφωνία Cembureau και, ειδικότερα, σε ορισμένες από τις παράνομες εκδηλώσεις της συμφωνίας αυτής. Καίτοι το Πρωτοδικείο ακύρωσε ορισμένες πτυχές της αποφάσεως της Επιτροπής, σεβάστηκε σε μεγάλο βαθμό τη δομή της και διατήρησε σε ισχύ τον βασικό πυρήνα της διοικητικής αποφάσεως, ήτοι τη διαπίστωση της υπάρξεως συνολικής συμπράξεως για τον σεβασμό των εγχωρίων αγορών, η οποία εκτελέστηκε μέσω διαφόρων μέτρων εφαρμογής.
2) Επί της εννοίας της ενιαίας και διαρκούς συμφωνίας
157 Το άρθρο 85 της Συνθήκης απαγορεύει τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων και τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και, γενικώς, τις εναρμονισμένες πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων των συμπεριφορών που συνιστούν πράξεις εκτελέσεως ή εφαρμογής τους, όταν αυτές δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και έχουν αντίθετο στον ανταγωνισμό αντικείμενο ή αποτέλεσμα. Επομένως, παράβαση του άρθρου αυτού μπορεί να προκύπτει όχι μόνον από μεμονωμένη ενέργεια, αλλά και από σειρά ενεργειών ή ακόμη από διαρκή συμπεριφορά (106). Καθοριστικό στοιχείο αποτελεί η ύπαρξη ενός κοινού υποκειμενικού στοιχείου και ενός κοινού παραβατικού σχεδίου που να ενώνει τις συμπεριφορές αυτές (107).
158 Καταρχήν, είναι θεμιτός ο χαρακτηρισμός ως ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως ενός συνόλου δραστηριοτήτων που εντάσσονται σε ένα σύστημα περιοδικών συναντήσεων οι οποίες έχουν ως κοινό στόχο τον σεβασμό των εθνικών αγορών τσιμέντου, στόχο προς επίτευξη του οποίου λαμβάνονται, μεταξύ άλλων, μέτρα ανταλλαγής πληροφοριών ως προς τις τιμές καθώς και μέτρα πειθαναγκασμού των εισαγωγέων που απειλούν τη σταθερότητα των αγορών.
159 Στο πλαίσιο αυτό, δεν έχει σημασία το ότι ορισμένες συμπεριφορές, λαμβανόμενες υπόψη μεμονωμένα, αποτελούν αυτοτελείς παραβάσεις του άρθρου 85 της Συνθήκης (108), ούτε το ότι μια επιχείρηση δεν έχει μετάσχει σε όλα τα συστατικά στοιχεία της συμπράξεως, ότι έχει διαδραματίσει ήσσονα ρόλο (109), ή ότι δεν θέτει σε εφαρμογή τα στοιχεία της συμπράξεως (110).
160 Ως εκ τούτου, αν μια εμπορική εταιρία μετάσχει σε παράβαση του είδους αυτού με δικές της συμπεριφορές που αποσκοπούν στην επίτευξη του κοινού στόχου, είναι συνυπαίτια, για όλη τη διάρκεια της συμμετοχής της στην εν λόγω παράβαση, της συμπεριφοράς την οποία ανέπτυξαν άλλες επιχειρήσεις στο πλαίσιο της ίδιας παραβάσεως. «Αυτό αληθεύει, πράγματι, όταν αποδεικνύεται ότι η εν λόγω επιχείρηση εγνώριζε την παραβατική συμπεριφορά των άλλων μετεχόντων ή ότι ηδύνατο ευλόγως να την προβλέψει και ότι αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο» (111).
3) Επί της ενιαίας και διαρκούς συμφωνίας της European Task Force και των μέτρων εφαρμογής της
161 Η Cementir δεν επικρίνει τον χαρακτηρισμό της ενιαίας και διαρκούς συμφωνίας τον οποίο έδωσε το Πρωτοδικείο στις παραβάσεις που περιγράφει η Επιτροπή στις διάφορες παραγράφους του άρθρου 4 της αποφάσεώς της. Αντιθέτως, αμφισβητεί τη συμμετοχή στις παραβάσεις αυτές που της αποδίδεται.
162 Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου την οποία εξέθεσα, δεν είναι αντιφατικό μια επιχείρηση η οποία δεν αναμείχθηκε μεν στη δημιουργία μιας συμπράξεως, μετέσχε, όμως, σε ορισμένα από τα μέτρα εκτελέσεώς της, να θεωρηθεί ότι ευθύνεται για την ενιαία και διαρκή συμφωνία που θίγει τον ανταγωνισμό.
163 Το αποφασιστικής σημασίας ζήτημα είναι κατά πόσον αποδεικνύεται ότι η Cementir γνώριζε ή μπορούσε λογικά να γνωρίζει τις παράνομες συμφωνίες που είχαν συνάψει οι ανταγωνιστές της, συμφωνίες στις οποίες η ίδια δεν αναμείχθηκε, καθώς και την ύπαρξη σχέσεως μεταξύ αυτών των συμφωνιών και των ενεργειών στις οποίες προσέφερε τη συνδρομή της.
164 Επί της τελευταίας αυτής πτυχής του ζητήματος, παραπέμπω στις σκέψεις που ήδη εξέθεσα ανωτέρω όταν ανέλυσα το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, ιδίως στο σημείο 148.
165 Όσον αφορά τη γνώση την οποία η αναιρεσείουσα μπορούσε να έχει όσον αφορά τη σύσταση της European Task Force, η σκέψη 3760 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν μου φαίνεται στερούμενη ούτε λογικής ούτε ερείσματος. Η Unicem και η Italcementi είχαν πλήρη επίγνωση του ότι οι πιέσεις στην Calcestruzzi και η συμφωνία που οδήγησε στην υπογραφή των συμβάσεων εφοδιασμού με την εταιρία αυτή εντάσσονταν στην ευρύτερη στρατηγική που είχε καθοριστεί στο πλαίσιο της European Task Force (με σκοπό την εξάλειψη των εισαγωγών της δυτικής Ευρώπης). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο συζητήθηκαν αυτά τα μέτρα προστασίας της ιταλικής αγοράς κατά τις συνεδριάσεις στις οποίες μετείχαν τα μέλη της συμπράξεως και οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 11 Φεβρουαρίου και 15 Μαρτίου 1987. Συνεπώς, είναι συνεπές να συναχθεί ότι η Cementir, η οποία ενεργούσε σε συνεννόηση με τους δύο άλλους αυτούς Ιταλούς παραγωγούς, σε μια πρώτη φάση, για να ασκήσουν πιέσεις στην Calcestruzzi και, σε δεύτερη φάση, να έλθουν σε συμφωνία με αυτήν, γνώριζε την ύπαρξη αυτής της ευρύτερης συμφωνίας, στη σύναψη της οποίας δεν είχε αναμειχθεί, και ότι ήξερε ότι οι πιέσεις που ασκούνταν στον Ιταλό παραγωγό σκυροδέματος και οι συμβάσεις που συνήφθησαν με αυτόν εξυπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό. Η διά τεκμηρίων απόδειξη, επί της νομιμότητας της οποίας εξέφρασα ήδη την άποψή μου στις παρούσες προτάσεις, επιτρέπει να καταδειχθούν τα ανωτέρω.
166 Υπάρχει ένα ακόμα στοιχείο το οποίο επιβεβαιώνει την ορθότητα του επαγωγικού συλλογισμού. Η συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο στις 24 Μαου 1987 μεταξύ των τριών Ιταλών παραγωγών τσιμέντου και της ελληνικής τσιμεντοβιομηχανίας Τιτάν διεξήχθη παράλληλα με τις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας της Cembureau, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στην ίδια πόλη από τις 25 έως τις 28 Μαου, κατά τις οποίες συζητήθηκε το μέλλον της European Task Force.
4) Επί της ενιαίας και διαρκούς συμφωνίας Cembureau
167 Στις σκέψεις 4025 έως 4417 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εκθέτει τους λόγους για τους οποίους χαρακτήρισε την αρχή Cembureau ως ενιαία και διαρκή συμφωνία, εξετάζοντας τη συμμετοχή καθεμιάς από τις επιχειρήσεις. Η Cementir επικεντρώνει τις επικρίσεις της σε τρία συγκεκριμένα ζητήματα:
1) Η παρουσία της σε δύο συνεδριάσεις δεν είναι αρκετή ώστε να θεωρηθεί ότι η συμπεριφορά της εντασσόταν σε ενιαία και διαρκή συμφωνία, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι δεν υφίσταται καμία σχέση μεταξύ, αφενός, των συμβάσεων που συνήφθησαν με την Calcestruzzi και, αφετέρου, των συνταντήσεων αυτών και των συνεδριάσεων της European Task Force, και αν θεωρηθεί, επιπλέον, ότι οι περιοδικές ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές ήταν άσχετες με την εφαρμογή της συμφωνίας αυτής.
2) Μετά την ακύρωση των άρθρων 5 και 6 της αποφάσεως της Επιτροπής, η ιδέα της υπάρξεως ενιαίας και διαρκούς συμφωνίας απώλεσε κάθε έρεισμα και κατέρρευσε.
3) Ο ισχυρισμός ότι η ίδια γνώριζε «κατ' ανάγκην» ότι η συμπεριφορά της εντασσόταν σε ένα κοινό σχέδιο που έθιγε τον ανταγωνισμό αποτελεί απαράδεκτη εικασία.
168 Η νομολογία που παρέθεσα προηγουμένως επιτρέπει να θεωρηθεί ότι μια επιχείρηση μετέσχε σε ενιαία και διαρκή συμφωνία θίγουσα τον ανταγωνισμό, ανεξαρτήτως του αριθμού, της σημασίας και της εντάσεως των παρεμβάσεών της. Το αποφασιστικό στοιχείο έγκειται αλλού, στη γνώση ή στη δυνατότητα προβλέψεως των παρανόμων δραστηριοτήτων των λοιπών μετεχόντων και στην επίγνωση του ότι συμβάλλει, με την ανάμειξή της, σε κοινό σκοπό θίγοντα τον ανταγωνισμό. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι η Cementir δεν παρέστη στις συνεδριάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1983 και της 9ης Νοεμβρίου 1984 δεν ασκεί επιρροή. Πρέπει, επιπλέον, να υπομνησθεί ότι η Cementir μετέσχε στις ανταλλαγές στοιχείων ως προς τις τιμές και στα μέτρα που υιοθετήθηκαν με σκοπό την προστασία της ιταλικής αγοράς του τσιμέντου (112).
169 Για να αμφισβητήσει τις συνέπειες αυτής της πραγματικότητας, η αναιρεσείουσα εταιρία επιχειρεί να αποσυνδέσει τα τελευταία αυτά μέτρα από τις συνεδριάσεις κατά τη διάρκεια των οποίων επικυρώθηκε η αρχή Cembureau, συνεδριάσεις στις οποίες παρέστη. Η Cementir θέτει έτσι εκ νέου το ζήτημα στο οποίο ήδη έδωσα απάντηση στις παρούσες προτάσεις και το οποίο, όπως επεσήμανα, είναι απαράδεκτο και στερείται ερείσματος. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι το Πρωτοδικείο εξέθεσε τόσον τους λόγους για τους οποίους οι ανταλλαγές στοιχείων ως προς τις τιμές αποσκοπούσαν στη διευκόλυνση της εκτελέσεως της συμφωνίας Cembureau (113) όσο και τους λόγους για τους οποίους οι πιέσεις που ασκήθηκαν στην Calcestruzzi και η συμφωνία σχετικά με τις συμβάσεις που υπογράφηκαν με αυτόν τον Ιταλό παραγωγό σκυροδέματος συνδέονταν με την European Task Force και την αρχή Cembureau, στους σκοπούς των οποίων ανταποκρίνονταν απολύτως (114).
170 Μια δεύτερη πτυχή της αιτιάσεως της Cementir στηρίζεται σε μερικώς εσφαλμένη μείζονα πρόταση συλλογισμού. Το Πρωτοδικείο δεν ακύρωσε το άρθρο 6 της αποφάσεως της Επιτροπής στο σύνολό του (115), αλλά μόνον έναντι των επιχειρήσεων που κατονομάζονται στη σκέψη 4015 της αποφάσεώς του. Αυτό σημαίνει ότι υπήρχε όντως μια εναρμονισμένη πρακτική στο πλαίσιο της European Export Policy Committee και ότι, εφόσον αποσκοπούσε στην αποτροπή των διεισδύσεων των ανταγωνιστών στις αντίστοιχες εθνικές αγορές της Κοινότητας (116), πράγμα το οποίο δεν αμφισβητεί η Cementir, πρόκειται για ένα επιπλέον στοιχείο που επιτρέπει τον χαρακτηρισμό της αρχής Cembureau ως ενιαίας και διαρκούς πρακτικής.
171 Όσον αφορά την αιτίαση που διατυπώνεται σχετικά με τη σκέψη 4064 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παραπέμπω σε όσα εξέθεσα στο σημείο 165 των παρουσών προτάσεων. Αν η Cementir παρέστη στις συνεδριάσεις και μετέσχε στις πρακτικές τις οποίες ανέφερα ανωτέρω στο σημείο 168, δεν είναι καθόλου αυθαίρετο να θεωρηθεί ότι «κατ' ανάγκην» είχε επίγνωση του ότι μετείχε σε ένα συνολικό σχέδιο που έθιγε τον ανταγωνισμό και του οποίου σκοπός ήταν η εξασφάλιση του σεβασμού των εγχωρίων αγορών του τσιμέντου. Πράγματι, α) αν παρέστη στη συνεδρίαση κατά την οποία υιοθετήθηκε η αρχή Cembureau, β) αν μετέσχε, στη συνέχεια, σε άλλη συνεδρίαση κατά την οποία επικυρώθηκε η αρχή αυτή, γ) αν συνεργάστηκε στο σύστημα ανταλλαγής στοιχείων ως προς τις τιμές, το οποίο εξυπηρετούσε την εφαρμογή του κανόνα «ο καθένας στον χώρο του», και δ) αν, για την προστασία της ιταλικής εγχώριας αγοράς, παρέσχε τη συνδρομή της στις «δράσεις» και τις «συμβάσεις Calcestruzzi» προς αντιμετώπιση των εισαγωγών, ιδίως των προερχομένων από την Ελλάδα, δεν είναι ούτε απίθανο ούτε ασυνεπές και παράλογο να θεωρηθεί ότι η Cementir ήταν ενήμερη του ότι μετείχε σε μια γενική σύμπραξη με αντικείμενο τον διαμερισμό των αγορών.
172 Κατά συνέπεια, και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
3. Το πρόστιμο (έκτος λόγος αναιρέσεως)
Α. Η θέση των διαδίκων
173 Με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως, η Cementir βάλλει κατά της οικονομικής κυρώσεως που της επιβλήθηκε. Διατυπώνει τον λόγο αυτόν σε έξι σκέλη, εκ των οποίων δύο -το τέταρτο και το πέμπτο σκέλος- απορρίφθηκαν ως προδήλως αβάσιμα με τη διάταξη της 5ης Ιουνίου 2002.
174 Τα υπόλοιπα τέσσερα σκέλη αφορούν τη διάρκεια και τη βαρύτητα των παραβάσεων, την παραγραφή της παραβάσεως που περιγράφεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής και το ύψος του προστίμου στο οποίο κατέληξε το Πρωτοδικείο.
1) Η διάρκεια των παραβάσεων (πρώτο σκέλος)
175 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, αν το Δικαστήριο δεχθεί τους λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται στη νομιμότητα των ανταλλαγών πληροφοριών ως προς τις τιμές και εκείνους που αφορούν τις πιέσεις που ασκήθηκαν στην Calcestruzzi και τις συμφωνίες που συνάφθηκαν με την επιχείρηση αυτή, η διάρκεια της παραβάσεως θα περιοριζόταν, όσον αφορά την ίδια, σε μία και μόνο ημέρα και, συνακολούθως, θα μειωνόταν η βαρύτητά της. Αναφέρει, ειδικότερα, ότι η συνέχιση της παραβάσεως δεν μπορεί να συνδεθεί με την ισχύ της συμφωνίας με την Calcestruzzi διότι το θίγον τον ανταγωνισμό στοιχείο έγκειτο αποκλειστικά και μόνον στη συνεννόηση που οργανώθηκε με σκοπό να τεθεί τέρμα στη σχέση μεταξύ Calcestruzzi και Τιτάνα.
176 Η Επιτροπή ερμηνεύει αυτό το σκέλος του λόγου αναιρέσεως ως έμμεση αίτηση επανεξετάσεως των πραγματικών περιστατικών, η οποία είναι απαράδεκτη. Προσθέτει ότι, στις σκέψεις 3283 έως 3290 και 3133 έως 3166 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δέχθηκε την άποψη που είχε διατυπώσει με την απόφασή της σχετικά με τη διάρκεια της παραβάσεως και σύμφωνα με την οποία οι συμβάσεις που συνήφθησαν με την Calcestruzzi, και οι οποίες παρέμειναν σε ισχύ έως τις 3 Απριλίου 1992, αποτελούσαν εκδήλωση της συμφωνίας Cembureau.
2) Η βαρύτητα της παραβάσεως (δεύτερο σκέλος)
177 Η Cementir θεωρεί αντιφατικό και παράνομο το μέρος της αποφάσεως με το οποίο το Πρωτοδικείο, υιοθετώντας την άποψη της Επιτροπής, συνδέει την κύρωση με την παράβαση που περιγράφεται στο άρθρο 1 της αποφάσεως και θεωρεί ότι δεν έχει σημασία το ότι οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις μετέσχαν σε μία ή σε πλείονες παραβάσεις.
178 Προς στήριξη αυτού του λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τους ακόλουθους λόγους:
1) Το να μην έχει η ακύρωση μεγάλου αριθμού παραβάσεων καμία επίδραση στην εκτίμηση της συνολικής βαρύτητας της τιμωρουμένης συμπεριφοράς αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον είναι παράδοξη η εκ μέρους του Πρωτοδικείου επικύρωση της κυρώσεως και η διατήρησή της στο ίδιο ποσοστό παρά το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα αθωώθηκε για τέσσερις από τις παραβάσεις που της προσάπτονταν.
2) Η λύση αυτή δεν συμβιβάζεται, εξάλλου, με την κοινοτική νομολογία, η οποία εξαρτά τη βαρύτητα της παραβάσεως από τη μεγαλύτερη ή μικρότερη συμμετοχή των επιχειρήσεων στην ενιαία και διαρκή πρακτική.
3) Η λύση αυτή συνεπάγεται επίσης άνιση και αδικαιολόγητη μεταχείριση, καθόσον επιχειρήσεις οι οποίες μετέσχαν σε διαφορετικό αριθμό παραβάσεων και συνέβαλαν κατά διαφορετικό τρόπο στη συνολική σύμπραξη πλήττονται με την ίδια κύρωση.
179 Μόνον κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου προφορική διαδικασία παρέσχε η Επιτροπή εξηγήσεις ως προς το πώς συνέδεε την κύρωση με την παράβαση που περιγραφόταν στο άρθρο 1 της αποφάσεώς της. Κατά την Cementir, η καθυστέρηση αυτή επηρεάζει καθοριστικά τη νομιμότητα του μέρους εκείνου της διοικητικής αποφάσεως που αφορά την επιμέτρηση του προστίμου.
180 Κατά την Επιτροπή, το πρόστιμο επιβλήθηκε σε καθεμία από τις επιχειρήσεις με γνώμονα τη συμμετοχή της στη συμφωνία Cembureau, η δε αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση λαμβάνει θέση απολύτως σύμφωνη προς τη σχετική με την επιβολή των προστίμων νομολογία.
3) Διόρθωση του ποσού του προστίμου (τρίτο σκέλος)
181 Ο κύκλος εργασιών τον οποίο η Cementir ανακοίνωσε στην Επιτροπή την εποχή εκείνη ήταν μεγαλύτερος από τον πραγματικό, καθόσον περιελάμβανε τα ποσά που εισέπραττε ως έξοδα μεταφοράς, το κόστος συσκευασίας σε σάκους και άλλες υπηρεσίες ξένες προς την πώληση του τσιμέντου. Η αναιρεσείουσα θεωρεί, κατά συνέπεια, ότι οι σκέψεις 5030 και 5032 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περιέχουν εσφαλμένη αιτιολογία και συνιστούν παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως, καθόσον το Πρωτοδικείο αναφέρει στις σκέψεις αυτές ότι τα έξοδα αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της τιμής πωλήσεως του προϋόντος.
182 Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτό το σκέλος του λόγου αναιρέσεως αφορά τα πραγματικά περιστατικά και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτο.
4) Η παραγραφή της παραβάσεως που περιγράφεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής (πέμπτο σκέλος)
183 Εφόσον το Πρωτοδικείο υπογράμμισε ότι η Cementir συνεργάστηκε στις περιοδικές ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές μόνο μία ημέρα, έπρεπε να κρίνει ότι η αυτοτελής παράβαση την οποία αφορά το άρθρο αυτό της αποφάσεως της Επιτροπής είχε παραγραφεί και να λάβει υπόψη του το στοιχείο αυτό κατά την εκτίμηση της γενικής βαρύτητας της συμπεριφοράς της.
184 Η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι αυτή η πτυχή του λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτη για τον ίδιο λόγο όπως και το τρίτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως. Υπογραμμίζει ότι, στις σκέψεις 4801 και 4802 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξηγεί σαφώς ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό 2988/74 (117), η εξουσία της Επιτροπής προς επιβολή κυρώσεων εξακολουθούσε να υφίσταται κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως, καθόσον η παράβαση είχε διαπραχθεί μεταξύ της 14ης Ιανουαρίου 1983 και της 3ης Απριλίου 1992.
Β. Τα κριτήρια που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για την επιβολή των προστίμων
185 Για την ανάλυση αυτού του λόγου αναιρέσεως, πρέπει να υπομνησθούν τόσο η δομή των ουσιαστικών διατάξεων της αποφάσεως της Επιτροπής όσο και τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν προς καθορισμό των κυρώσεων.
186 Στην απόφασή της, η Επιτροπή διακρίνει δύο αγορές, ήτοι την αγορά του γκρίζου τσιμέντου και την αγορά του λευκού τσιμέντου. Όσον αφορά την πρώτη, κατακρίνει τη σύναψη της συμφωνίας Cembureau, με την οποία οι συμμετέχοντες συμφώνησαν τον σεβασμό των εγχωρίων αγορών και τη ρύθμιση των μεταφορών τσιμέντου από τη μία χώρα στην άλλη. Τα άρθρα 2 έως 6 αφορούν συμπεριφορές, διμερείς ή πολυμερείς, αποσκοπούσες στην εκτέλεση αυτής της «ενιαίας και διαρκούς» συμφωνίας ή στη διευκόλυνση της εκτελέσεώς της ή, ακόμα, στην εξάλειψη των εμποδίων που ήταν δυνατόν να απειλήσουν την αποτελεσματικότητά της, όπως, π.χ., αυτό που συμφωνήθηκε να αποκαλείται «ελληνική απειλή». Τέλος, το άρθρο 7 αναφέρεται σε συμπεριφορές θίγουσες τον ανταγωνισμό στην αγορά του λευκού τσιμέντου.
187 Η Επιτροπή αποφάσισε διαφορετικές κυρώσεις για τις παραβάσεις σε καθεμία από τις δύο αγορές (118).
188 Όσον αφορά την αγορά του γκρίζου τσιμέντου, τη μόνη για την οποία καταλογίστηκαν στην Cementir συμπεριφορές θίγουσες τον ανταγωνισμό, η Επιτροπή αποφάσισε να μην τιμωρήσει κάθε συμπεριφορά μεμονωμένα και επέβαλε ένα συνολικό πρόστιμο σε κάθε επιχείρηση λόγω των αμοιβαίων σχέσεων μεταξύ της συμφωνίας Cembureau και όλων των εκτελεστικών της μέτρων (119). Αυτός ο τρόπος ενέργειας είναι θεμιτός και στηρίζεται στην εξουσία που διαθέτει η Επιτροπή να αποφαίνεται επί πλειόνων παραβάσεων με μία και μόνη απόφαση (120).
189 Η Επιτροπή θεώρησε, εξάλλου, ότι όλες οι επιχειρήσεις και ενώσεις στις οποίες απευθυνόταν η απόφαση είχαν προσχωρήσει στην απόφαση Cembureau και εξέθεσε τα στοιχεία τα οποία χρησιμοποίησε προς καθορισμό της συμμετοχής καθεμιάς από αυτές. Έτσι, στην περίπτωση της Cementir, έκρινε ότι, ως μέλος της Cembureau, η επιχείρηση αυτή προσχώρησε στη συμφωνία ή την αρχή του σεβασμού των εγχωρίων αγορών ήδη από τις συζητήσεις που επρόκειτο να καταλήξουν στη σύναψή της και μετέσχε επίσης στη λήψη μέτρων και σύναψη συμφωνιών με σκοπό τη συμπλήρωση της συμφωνίας ή τη διευκόλυνση της εφαρμογής της (121).
190 «Πάντως έλαβε υπόψη, στο πλαίσιο της εν λόγω γενικής διαπίστωσης, τον ρόλο που διαδραμάτισε κάθε επιχείρηση κατά τη σύναψη της συμφωνίας» ή κατά τη θέσπιση ρυθμίσεων και μέτρων που συμφωνήθηκαν προς συμπλήρωση και εφαρμογή της συμφωνίας αυτής. Έλαβε επίσης υπόψη της τη διάρκεια κάθε ρυθμίσεως ή μέτρου (122).
191 Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η Επιτροπή διέκρινε δύο ομάδες επιχειρήσεων και ενώσεων. Αφενός, εκείνες που είχαν συμμετάσχει στη συμφωνία Cembureau και, αφετέρου, εκείνες των οποίων η παρέμβαση ήταν λιγότερο καθοριστική και, κατά συνέπεια, ήσσονος βαρύτητας (123).
192 Εντός της πρώτης κατηγορίας, η Επιτροπή διέκρινε τρεις υποομάδες: 1) εκείνη που απαρτίζεται από επιχειρήσεις και ενώσεις που μετέσχαν ευθέως, ως μέλη της Cembureau, στη σύναψη της συμφωνίας για τον σεβασμό των εγχωρίων αγορών και στη θέσπιση των μέτρων άμεσης προστασίας των αγορών αυτών, υποομάδα στην οποία ενέταξε και την Cementir· 2) μια δεύτερη υποομάδα περιλαμβάνουσα τις εταιρίες οι οποίες, μέσω των ανωτάτων διευθυντικών στελεχών τους, ανέλαβαν την αρμοδιότητα των επικεφαλής αντιπροσωπείας στη Cembureau είτε την εποχή κατά την οποία συνάφθηκε η συμφωνία είτε κατά την περίοδο εφαρμογής της· και 3) μια τρίτη και τελευταία υποομάδα απαρτιζόμενη από τις επιχειρήσεις που μετέσχαν σε μέτρα εφαρμογής της συμφωνίας που είχαν ως στόχο την άμεση προστασία των εγχωρίων αγορών (124).
193 Στη δεύτερη κατηγορία, επίσης διέκρινε τρία είδη υπευθύνων: 1) τις επιχειρήσεις που μετέσχαν μόνο στα μέτρα εφαρμογής της συμφωνίας που είχαν ως στόχο τη διοχέτευση των πλεονασμάτων παραγωγής προς τις τρίτες χώρες· 2) εκείνες οι οποίες, μολονότι συμμετέσχαν σε μέτρα εφαρμογής της συμφωνίας με στόχο την άμεση προστασία των εγχωρίων αγορών, προσπάθησαν να αποφύγουν να την εφαρμόσουν· και 3) την εταιρία Ciments Luxembourgeois η οποία, καίτοι υπήρξε άμεσο μέλος της Cembureau και είχε συμμετάσχει στις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας κατά τη διάρκεια των οποίων είχε συναφθεί η συμφωνία Cembureau ή καθιερωθεί η ομώνυμη αρχή, δεν έθεσε σε εφαρμογή κανένα εκτελεστικό μέτρο (125).
194 Η Επιτροπή τιμώρησε τις επιχειρήσεις και ενώσεις της πρώτης κατηγορίας επιβάλλοντάς τους πρόστιμο το ύψος του οποίου αντιστοιχούσε στο 4 % του κύκλου εργασιών που είχε πραγματοποιήσει εκάστη στην αγορά του γκρίζου τσιμέντου κατά το 1992. Στις καταταγείσες στη δεύτερη κατηγορία επιβλήθηκε πρόστιμο ίσο προς το 2,8 % της ιδίας παραμέτρου (126).
195 Το Πρωτοδικείο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή της Cementir διότι η Επιτροπή, για την επιμέτρηση του προστίμου που της επέβαλε, θεώρησε ότι η επιχείρηση αυτή είχε συμμετάσχει στη σύμπραξη Cembureau επί 122 μήνες, ενώ είχε διαπιστωθεί συμμετοχή της μόνον επί 110,5 μήνες (127). Γι' αυτό, το Πρωτοδικείο μείωσε αναλογικά το ύψος του προστίμου (128).
196 Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι αυτός ο τρόπος ενέργειας του Πρωτοδικείου παραβιάζει τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας όσον αφορά τον υπολογισμό των προστίμων.
197 Διατυπωμένος κατ' αυτόν τον τρόπο, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον περιορίζεται να επαναλάβει τα ίδια επιχειρήματα με εκείνα τα οποία η Cementir είχε ήδη εκθέσει με την προσφυγή της και στα οποία το Πρωτοδικείο απάντησε με τις σκέψεις 4949 έως 4969 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η Cementir δεν επικαλείται κανένα νέο στοιχείο με τον λόγο αυτόν και δεν προσθέτει τίποτε που να μην έχει αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεως και αποφάσεως στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας. Η αναιρεσείουσα επωφελείται από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο εφαρμόζει το ίδιο κριτήριο επιμετρήσεως των προστίμων με αυτό που εφάρμοσε η Επιτροπή, προκειμένου να θέσει εκ νέου ένα ζήτημα το οποίο, στην πραγματικότητα, δεν αποτελεί κριτική κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου αυτής καθαυτήν, αλλά κατά της διοικητικής αποφάσεως περί επιβολής κυρώσεων.
Γ. Η τήρηση των αρχών της αναλογικότητας και της ισότητας
198 Αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι επίσης αβάσιμος.
199 Η κύρωση έχει διπλό σκοπό: κατασταλτικό και προληπτικό. Αποσκοπεί στο να κολάσει μια ορισμένη συμπεριφορά και να αποθαρρύνει τους υπευθύνους της συμπεριφοράς αυτής ή άλλους εν δυνάμει παραβάτες να υιοθετήσουν συμπεριφορές θίγουσες τον ανταγωνισμό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κύρωση πρέπει να είναι και κατάλληλη και ισορροπημένη, ούτως ώστε να κολάζει την παράνομη συμπεριφορά και, ταυτόχρονα, να έχει παραδειγματικό χαρακτήρα.
200 Όσον αφορά την πρώτη πτυχή, δηλαδή την κατασταλτική λειτουργία της κυρώσεως, η κύρωση πρέπει, κατ' εφαρμογήν της αρχής του προσωποπαγούς των ποινών στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως στις παρούσες προτάσεις, να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της παραβάσεως και των λοιπών περιστάσεων, υποκειμενικών και αντικειμενικών, της κάθε περιπτώσεως. Για τον λόγο αυτόν, το άρθρο 15, παράγραφος 2, in fine, του κανονισμού 17 ορίζει ότι το ύψος του προστίμου καθορίζεται αναλόγως της σοβαρότητας της παραβάσεως και, ενδεχομένως, της διάρκειάς της.
201 Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποδεικνύεται βάσει διαφόρων στοιχείων όπως είναι, μεταξύ άλλων, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, τούτο δε χωρίς να υφίσταται δεσμευτικός ή εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων που πρέπει υποχρεωτικά να λαμβάνονται υπόψη (129).
202 Φρονώ ότι η εκτίμηση αυτή πρέπει να στηρίζεται σε τρία κύρια κριτήρια: τη φύση της παραβάσεως, την επίπτωσή της στον ανταγωνισμό και τη γεωγραφική έκταση της επηρεασθείσας αγοράς. Κάθε ένα από τα κριτήρια αυτά πρέπει να εξετάζεται από αντικειμενική οπτική γωνία, ήτοι από αυτή της παραβάσεως αυτής καθαυτήν, και από υποκειμενική οπτική γωνία, ήτοι αυτή της ευθυνομένης επιχειρήσεως (130).
203 Έτσι, πρέπει να εκτιμάται το περιεχόμενο των θιγουσών τον ανταγωνισμό συμπεριφορών, η έκταση της αγοράς που υπήρξε θύμα των συμπεριφορών αυτών και, ειδικότερα, η βλάβη η οποία προκλήθηκε στη δημόσια οικονομική τάξη, στο πλαίσιο δε της εκτιμήσεως αυτής στοιχεία όπως η διάρκεια της απαγορευμένης πρακτικής, η φύση της οικείας αγοράς, ο αριθμός και η ένταση των εκτελεστικών μέτρων που τέθηκαν σε εφαρμογή δεν είναι αμελητέα.
204 Σε υποκειμενικό επίπεδο, ήτοι αυτό των ευθυνομένων επιχειρήσεων, εμφανίζονται περιστάσεις όπως το σχετικό μέγεθός τους ή το μερίδιο της αγοράς που κατέχουν στον συγκεκριμένο οικονομικό τομέα, καθώς και η καθ' υποτροπή υιοθέτηση συμπεριφορών που θίγουν τον ανταγωνισμό.
205 Η υποχρέωση επιβολής κυρώσεως ανάλογης της σοβαρότητας της παραβάσεως συνεπάγεται ότι, όταν μια παράβαση έχει διαπραχθεί από πλείονα πρόσωπα (131), πρέπει να εξετάζεται η σχετική βαρύτητα της συμμετοχής καθενός από αυτά βάσει των κανόνων που υπευνθύμισα προηγουμένως (132). Πράγματι, η αρχή της ισότητας επιβάλλει να είναι το πρόστιμο ίδιο για όλες τις επιχειρήσεις που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση και απαγορεύει την επιβολή της ίδιας κυρώσεως σε επιχειρήσεις που βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση.
206 Αυτό ακριβώς έπραξε το Πρωτοδικείο εγκρίνοντας και εφαρμόζοντας τα κριτήρια τα οποία είχε χρησιμοποιήσει η Επιτροπή για την επιμέτρηση των προστίμων. Τα κριτήρια αυτά όχι μόνον δεν αντικατοπτρίζουν μια αυθαίρετη κατάταξη των ευθυνομένων εταιριών και ενώσεων, αλλά, αντιθέτως, είναι το αποτέλεσμα λεπτομερούς αναλύσεως της συμμετοχής και της συμπεριφοράς καθεμιάς από αυτές. Απόδειξη αυτού αποτελούν οι παράγραφοι 3, 5 και 9 του σημείου 65 της αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία -δεν πρέπει να λησμονείται- περιλαμβάνει ένα πρώτο εκτενές μέρος στο οποίο εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά και περιγράφεται η συμμετοχή των διαφόρων εμπλεκομένων επιχειρήσεων και ενώσεων.
207 Όλες οι συμπεριφορές, οι οποίες δεν είναι αναγκαστικά όλες όμοιες, επεδίωκαν τον ίδιο αντίθετο προς τον ανταγωνισμό σκοπό, ούτως ώστε, από πλευράς της επιβολής κυρώσεως, μπορούσαν να ταξινομηθούν αναλόγως της σοβαρότητάς τους σε μία ή πλείονες κατηγορίες, ενόψει της επιπτώσεώς τους στην αγορά και του κατά πόσον επηρέασαν τον ελεύθερο ανταγωνισμό.
208 Αυτή η μέθοδος δεν είναι αντικανονική καθόσον, όπως ήδη ανέφερα, η σοβαρότητα μιας παραβάσεως μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τη βλάβη η οποία προκλήθηκε στη δημόσια οικονομική τάξη από τις επίμαχες συμπεριφορές. Όπως αναφέρει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 4966 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κάθε μία από τις επιχειρήσεις που μετέσχαν στη συμφωνία Cembureau «προσπάθησε να διασφαλίσει τον σεβασμό των εγχωρίων αγορών μέσω του αριθμού των μέτρων που έκρινε αναγκαίο ανάλογα, μεταξύ άλλων, με τα εμπορικά συμφέροντά της και τη γεωγραφική κατάσταση της φυσικής αγοράς της. Το γεγονός ότι έλαβε μέρος, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, σε περιορισμένο αριθμό παρανόμων μέτρων δεν σημαίνει, επομένως, λιγότερο έντονη προσχώρηση στη συμφωνία Cembureau και, κατά συνέπεια, λιγότερο βαριά ευθύνη για την κολασθείσα παράβαση». Σε σχέση προς τη βλάβη από πλευράς ανταγωνισμού, η κατάσταση όλων των επιχειρήσεων ήταν η ίδια.
209 Για τον ίδιο λόγο, το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο ακύρωσε ορισμένες διατάξεις της αποφάσεως της Επιτροπής με την αιτιολογία ότι η συμβολή της Cementir στις συμπεριφορές που περιγράφουν οι διατάξεις αυτές δεν αποδείχθηκε δεν συνεπάγεται αναγκαστικά μείωση του προστίμου, καθόσον το αποφασιστικό στοιχείο υπήρξε η διαρκής προχώρηση στην αρχή Cembureau με τη συμμετοχή σε ένα ή πλείονα μέτρα εφαρμογής που αποσκοπούσαν στην άμεση προστασία των εγχωρίων αγορών (133).
210 Έτσι, όταν η Cementir διατείνεται ότι άλλες επιχειρήσεις, επίσης καταταγείσες στην ομάδα των φερουσών τη μεγαλύτερη ευθύνη, είχαν συμμετάσχει περισσότερο ενεργά στη σύμπραξη, η αιτίασή της είναι εκτός θέματος, έστω και αν αναγνωριστεί ότι η συμμετοχή της δεν οφειλόταν σε δόλο αλλά σε αμέλεια, καθόσον, από πλευράς ανταγωνισμού, οι εξ αμελείας τελούμενες παραβάσεις δεν είναι λιγότερο σοβαρές από εκείνες οι οποίες τελούνται εκ προθέσεως. Για τον καθορισμό της σοβαρότητας της παραβάσεως, το Πρωτοδικείο δεν ήταν υποχρεωμένο να εξακριβώσει αν αυτή ετελέσθη εκ προθέσεως ή εξ αμελείας (134). Στον τομέα του ανταγωνισμού, η υπαιτιότητα είναι μεν προϋπόθεση της επιβολής κυρώσεως, ο βαθμός, όμως, του πταίσματος δεν αποτελεί κριτήριο για την επιμέτρηση του προστίμου (135).
211 Ούτε υπάρχει παραβίαση της αρχής της ισότητας αν γίνει σύγκριση με τις εταιρίες της ομάδας «ήσσονος ευθύνης». Η Επιτροπή, προς στήριξη της διακρίσεως στην οποία προέβη μεταξύ των δύο κατηγοριών επιχειρήσεων, εξέθεσε ορισμένους λόγους, τους οποίους δεν απέρριψε το Πρωτοδικείο (136). Οι λόγοι αυτοί στηρίζονται σε ένα αντικειμενικό και εύλογο κριτήριο, ήτοι τις επιπτώσεις των συμπεριφορών επί του ανταγωνισμού και, ειδικότερα, από πλευράς στεγανοποιήσεως των εγχώριων αγορών. Με τον τρόπο αυτό, οι συμπεριφορές που περιγράφονται στα άρθρα 2, 3 και 4 της αποφάσεως θεωρήθηκαν ως οι πλέον σοβαρές, καθόσον αποσκοπούσαν στην άμεση προστασία των αγορών αυτών, ενώ εκείνες που περιγράφονται στα άρθρα 5 και 6, οι οποίες είχαν «λιγότερο άμεσα αποτελέσματα» όσον αφορά τη στεγανοποίηση των αγορών (137), μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως λιγότερο σοβαρές.
212 Κατά συνέπεια, αν τα κριτήρια της Επιτροπής είναι σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την επιβολή των προστίμων, η μείωση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες επίσης τηρεί τις αρχές αυτές.
Δ. Μια κύρωση επαρκώς αιτιολογημένη
213 Η Επιτροπή αφιέρωσε το σημείο 65 της αποφάσεώς της, το οποίο είναι ιδιαίτερα μακροσκελές, για να εξηγήσει τα κριτήρια επιβολής των κυρώσεων τα οποία επρόκειτο να εφαρμόσει με τις ουσιαστικές διατάξεις της αποφάσεως. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο απάντησε στις αιτιάσεις των προσφευγουσών με τις σκέψεις 4722 έως 5057 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου ανέλυσε τις διάφορες πτυχές των επιβληθεισών κυρώσεων.
214 Αρκεί η ανάγνωση των δύο κειμένων για να διαπιστωθεί ότι ο λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Cementir και συνίσταται στη μη αιτιολόγηση της επιλογής να επιβληθεί κύρωση μόνο για τη συμμετοχή στη συμφωνία Cembureau, ανεξαρτήτως του αριθμού των μέτρων εφαρμογής στα οποία αναμείχθηκε κάθε επιχείρηση, στερείται ερείσματος. Από την προσεκτική ανάγνωση της περιγραφής την οποία εξέθεσα ανωτέρω, βάσει του σημείου 65 της αποφάσεως, όσον αφορά τα κριτήρια που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για τον καθορισμό της κυρώσεως προκύπτει σαφώς ότι το Πρωτοδικείο διατύπωσε την αιτιολογία της οποίας την έλλειψη καταγγέλλει η Cementir.
215 Στην πραγματικότητα, αυτή η πτυχή του λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, καθόσον η αναιρεσείουσα επαναλαμβάνει ισχυρισμό επί του οποίου το Πρωτοδικείο απάντησε δεόντως με τις σκέψεις 4722 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Ε. Επί της διάρκειας των παραβάσεων, ειδικότερα δε της παραβάσεως που περιγράφεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής
216 Το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως εκκινεί, ως προς μία από τις πτυχές του, από μια υποθετική περίπτωση η οποία δεν συντρέχει, ήτοι από την αποδοχή των λόγων που αφορούν τις ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές, τις πιέσεις που ασκήθηκαν στην Calcestruzzi και τις συμβάσεις που συνάφθηκαν με την επιχείρηση αυτή. Εφόσον προτείνω την απόρριψη των αιτιάσεων αυτών, η παράβαση παραμένει, καταρχήν, αμετάβλητη.
217 Η δεύτερη πτυχή αυτού του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου αναιρέσεως αφορά την παράβαση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής, με το οποίο η τελευταία επέβαλε κυρώσεις για τη συμφωνία την οποία συνήψαν οι Cementir, Italcementi και Unicem για να υποχρεώσουν την Calcestruzzi να παύσει τις εισαγωγές ελληνικού τσιμέντου, συμφωνία στο πλαίσιο της οποίας οι τρεις επιχειρήσεις υπέγραψαν με τον εν λόγω παραγωγό σκυροδέματος τις συμβάσεις που διατηρήθηκαν σε ισχύ έως τις 3 Απριλίου 1992. Κατά την αναιρεσείουσα, η διαπίστωση της παράλληλης διατηρήσεως σε ισχύ της συμφωνίας αυτής και των επιμάχων συμβάσεων οφείλεται σε παρανόηση.
218 Ανέφερα ήδη, στις προτάσεις που ανέπτυξα σήμερα στην υπόθεση 217/00 Ρ (138), ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της αποφάσεως διακρίνει δύο διαφορετικές συμπεριφορές. Η πρώτη, με διεθνείς διαστάσεις, είχε ως σκοπό να εμποδιστούν οι εκ μέρους της Calcestruzzi εισαγωγές ελληνικού τσιμέντου. Η άλλη, καθαρά εθνικών διαστάσεων, συνίστατο στη συμφωνία μεταξύ των τριών τσιμεντοβιομηχανιών και της Calcestruzzi. Για την πρώτη ευθύνονταν οι Unicem, Italcementi και Cementir, ενώ για τη δεύτερη ευθύνονταν και οι τέσσερις εταιρίες. Η συμφωνία μεταξύ των τριών τσιμεντοπαραγωγών για να ασκήσουν πιέσεις έναντι εκείνου ο οποίος επρόκειτο στη συνέχεια να υπογράψει συμβάσεις εφοδιασμού αποτελεί αυτοτελή κολάσιμη σύμπραξη (139). Συνεπώς, δεν είναι ούτε αντιφατικό ούτε παράλογο να καθοριστεί η διάρκεια της συμπράξεως αυτής με αναφορά προς τη διάρκεια της ισχύος των συμβάσεων αυτών, οι οποίες αποτελούν την έκφραση της συμπράξεως αυτής προς τα έξω, οπότε θεμιτό να θεωρηθεί ότι η συμφωνία Cembureau, η οποία υιοθετήθηκε κατά τη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 14ης Ιανουαρίου 1983, ίσχυε επί όσο χρονικό διάστημα εφαρμόζονταν τα μέτρα εφαρμογής της.
ΣΤ. Επί της παραγραφής της παραβάσεως που συνίσταται στην περιστασιακή ανταλλαγή πληροφοριών ως προς τις τιμές
219 Με την αιτίαση αυτή, η Cementir επαναλαμβάνει απλώς τα επιχειρήματα που ήδη εξέθεσε πρωτοδίκως χωρίς καν να επικρίνει την απάντηση που της έδωσε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 4801 και 4802 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συνεπώς, τα επιχειρήματα αυτά είναι απαράδεκτα.
220 Εν πάση περιπτώσει, τα επιχειρήματα αυτά στερούνται επίσης ερείσματος.
221 Η απάντηση σ' αυτόν τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να βασιστεί στα πραγματικά περιστατικά τα οποία έκρινε αποδεδειγμένα το Πρωτοδικείο και τα οποία δεν ανατράπηκαν στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας. Η Cementir παρέστη στις συνεδριάσεις των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 14ης Ιανουαρίου 1983 και της 7ης Νοεμβρίου 1994. Μετέσχε επίσης στις ανταλλαγές πληροφοριών ως προς τις τιμές που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της πρώτης από τις συνεδριάσεις αυτές καθώς και σε εκείνες που ελάμβαναν χώρα περιοδικώς από την 1η Ιανουαρίου 1984 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1988. Η αναιρεσείουσα μετέσχε στις εναρμονισμένες πρακτικές που αποσκοπούσαν στην απομάκρυνση της Calcestruzzi από τους Έλληνες προμηθευτές της, ιδίως τον Τιτάνα, κατά το χρονικό διάστημα από 9 Σεπτεμβρίου 1986 έως 15 Μαρτίου 1987. Τέλος, συνασπίστηκε με τις Unicem και Italcementi προκειμένου να εμποδίσει την Calcestruzzi να εισάγει τσιμέντο από την Ελλάδα, σκοπός προς εξυπηρέτηση του οποίου οι τρεις ιταλικές επιχειρήσεις υπέγραψαν συμβάσεις και συμφωνίες προμηθείας με τον εν λόγω παραγωγό σκυροδέματος στις 3 και 15 Απριλίου 1987. Η πρακτική αυτή διήρκεσε έως τις 3 Απριλίου 1992 (140).
222 Ακόμα και αν μπορεί να θεωρηθεί ότι η παράβαση που περιγράφεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως της Επιτροπής είχε παραγραφεί, η διαπίστωση αυτή δεν θα μετέβαλλε το αποτέλεσμα, καθόσον η Cementir εξακολούθησε να μετέχει στη σύμπραξη ως άμεσο μέλος της Cembureau, το οποίο συνεργάστηκε σε ορισμένα από τα μέτρα εφαρμογής της. Συνεπώς, θα συμπεριλαμβανόταν στην ομάδα των επιχειρήσεων που τιμωρήθηκαν με πρόστιμο ίσο προς το 4 % του κύκλου εργασιών τους.
223 Επιπλέον, η αναιρεσείουσα επιχείρηση λησμονεί ότι η τιμωρηθείσα παράβαση είναι διαρκής και ότι, λόγω αυτού του χαρακτηριστικού της, η dies a quo για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής είναι η ημέρα κατά την οποία τέθηκε τέρμα στην ενιαία συμπεριφορά (141), ήτοι, εν προκειμένω, η 3η Απριλίου 1992. Εφόσον η ανακοίνωση των αιτιάσεων κοινοποιήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1991 (142), δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος περί παραγραφής, δεδομένου ότι κατά την ημερομηνία αυτή η παράβαση εξακολουθούσε να παράγει αποτελέσματα.
Ζ. Επί της διορθώσεως του κύκλου εργασιών
224 Αυτό το σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως είναι εξίσου απαράδεκτο όπως και το προηγούμενο, διότι, με αυτό, η Cementir εκθέτει απλώς τα ίδια επιχειρήματα που εξέθεσε και πρωτοδίκως και στα οποία το Πρωτοδικείο απάντησε στις σκέψεις 5030 έως 5032 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
225 Επιπλέον, κατά τη γνώμη μου, το επιχείρημα της Cementir είναι εσφαλμένο.
226 Ο «κύκλος εργασιών», που είναι ένα στοιχείο που επιτρέπει να εκτιμηθούν το μέγεθος και η οικονομική ισχύς μιας επιχειρήσεως (143), μπορεί να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς για τον υπολογισμό των προστίμων, ούτως ώστε η κύρωση να είναι ανάλογη της σημασίας της επιχειρήσεως στην αγορά των προϋόντων που αποτελούν το αντικείμενο της παραβάσεως. Αυτή είναι η έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 (144). Λαμβάνεται, συνεπώς, υπόψη η επιρροή την οποία ο παραβάτης ασκεί στην αγορά λόγω του μεγέθους και της οικονομικής του ισχύος (145).
227 Το επιχείρημα που προβάλλει η Cementir ως προς το αν το κόστος μεταφοράς του τσιμέντου ή η τιμή των σάκων εντός των οποίων παραδίδεται αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της τιμής πωλήσεως είναι, συνεπώς, αλυσιτελές. Καθοριστικής σημασίας είναι το ότι αυτά τα στοιχεία κόστους εντάσσονται στην εμπορική κίνηση της επιχειρήσεως, λόγος για τον οποίο είναι απαραίτητα για την εκτίμηση της σημασίας και της οικονομικής ισχύος της.
228 Τέλος, η αιτίαση περί άνισης μεταχειρίσεως, την οποία διατυπώνει συναφώς η αναιρεσείουσα είναι καθαρώς θεωρητικής φύσεως. Ο παραπονούμενος ότι υπέστη δυσμενή μεταχείριση οφείλει να το αποδείξει προσκομίζοντας συγκριτικά στοιχεία. Η Cementir δεν το έπραξε ούτε πρωτοδίκως ούτε στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
229 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να απορριφθούν τα τέσσερα σκέλη του έκτου λόγου αναιρέσεως τα οποία δεν απορρίφθηκαν με τη διάταξη της 5ης Ιουνίου 2002.
230 Η απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως που κρίθηκαν παραδεκτοί οδηγεί στην ολοσχερή απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
V. Τα δικαστικά έξοδα
231 Εφόσον η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα, η Cementir πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 122, πρώτο εδάφιο, και του άρθρου 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
VΙ. Πρόταση
232 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει ολοσχερώς τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως της Cementir, Cementerie del Tirreno SpA, που δεν απορρίφθηκαν με τη διάταξη της 5ης Ιουνίου 2002·
2) να επικυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που αφορά την αναιρεσείουσα και
3) να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-25/95, Τ-26/95, Τ-30/95 έως Τ-32/95, Τ-34/95 έως Τ-39/95, Τ-42/95 έως Τ-46/95, Τ-48/95, Τ-50/95 έως Τ-65/95, Τ-68/95 έως Τ-71/95, Τ-87/95, Τ-88/95, Τ-103/95 και Τ-104/95 (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-491).
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25.
(3) - Υπόθεση IV/33.126 και 33.322 - Τσιμέντο.
(4) - Σκέψεις 2 και 3.
(5) - Σκέψεις 3, 9 και 12.
(6) - Σκέψεις 4 έως 6.
(7) - ΕΕ L 343, σ. 1.
(8) - Σκέψη 22.
(9) - Βλ. σκέψη 163 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με τις σκέψεις 5 και 95.
(10) - Βλ. σκέψεις 164 έως 168 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(11) - Ciments Luxembourgeois S.A.
(12) - Σκέψεις 169 και 170.
(13) - Κωδικοποιημένο κείμενο δημοσιευμένο στην ΕΕ C 34 της 1ης Φεβρουαρίου 2001, σ. 1.
(14) - Απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995, Τ-30/91 (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1775).
(15) - Απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995, Τ-36/91 (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1847).
(16) - Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-51/92 P (Συλλογή 1999, σ. Ι-4235).
(17) - Απόφαση της 10ης Ιουλίου 1980, 30/78 (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 465).
(18) - Εξαιρουμένων των εγγράφων που περιείχαν επιχειρηματικά απόρρητα ή άλλα εμπιστευτικά στοιχεία και των εσωτερικών εγγράφων της Επιτροπής.
(19) - Βλ. σκέψη 241 της αποφάσεως.
(20) - Όσον αφορά το δικαίωμα άμυνας στις διαδικασίες του δικαίου του ανταγωνισμού, βλ. το άρθρο των K. Lenaerts και I. Maselis με τίτλο Le justiciable face ΰ la Commission europιenne dans les procιdures de constatation d'infraction aux articles 81 et 82 CE, που δημοσιεύθηκε στο «Journal des tribunaux», αριθ. 5973 (2000), σ. 496 έως 504. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η μελέτη του L. Goossens, Concurrence et droits de la dιfense: la phase administrative devant la Commission, που δημοσιεύθηκε στο «Journal des tribunaux. Droit europιen», αριθ. 52 (1998), σ. 169 έως 175, και αριθ. 53 (1998), σ. 200 έως 204. Παρότι είναι σχετικά παλαιό, δεν παύει να παρουσιάζει ενδιαφέρον το άρθρο του O. Due, πρώην Προέδρου του Δικαστηρίου, Le respect des droits de la dιfense dans le droit administratif communautaire, που δημοσιεύθηκε στο «Cahiers de Droit Europιen», αριθ. 1 και 2 (1987), σ. 383 έως 396.
(21) - ΕΕ L 354, σ. 18. Ο κανονισμός αυτός αντικατέστησε τον κανονισμό 99/63/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1963, περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 17 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37), που ίσχυε κατά τον χρόνο διεξαγωγής της διοικητικής διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση.
(22) - Βλ., μεταξύ άλλων και ως πλέον πρόσφατη, την απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-51/92 P, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-4235, σκέψη 75 επ.).
(23) - Η ίδια η απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αποτελεί παράδειγμα (βλ. τις σκέψεις 142 έως 144 και 240).
(24) - Βλ. τις αποφάσεις της 8ης Ιουνίου 1976, Engel κ.λπ. κατά Κάτω Ξωρών (Σειρά Α αριθ. 22), όσον αφορά τις στρατιωτικές πειθαρχικές διαδικασίες, και την απόφαση της 23ης Ιουνίου 1981, Le Compte, Van Leuven και De Meyere κατά Βελγίου (Σειρά Α αριθ. 43), όσον αφορά τις πειθαρχικές διαδικασίες στο πλαίσιο ιατρικού συλλόγου.
(25) - ΕΕ 2000, C 364, σ. 1.
(26) - Βλ. τα άρθρα 47, δεύτερο εδάφιο, και 48, παράγραφος 2.
(27) - Άρθρο 41, παράγραφος 2, πρώτη και δεύτερη παύλα.
(28) - Όπως είναι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να τύχει ακροάσεως, να ενημερωθεί για την εναντίον του κατηγορία, να χρησιμοποιήσει τα κατάλληλα για την υπεράσπισή του αποδεικτικά μέσα ή, κατά περίπτωση, να αναθέσει την υπεράσπισή του σε δικηγόρο.
(29) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mischo της 25ης Οκτωβρίου 2001 στις υποθέσεις C-244/99 P και C-251/99 P, σκέψεις 331 και 125, αντιστοίχως, επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2002, PVC II (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-238/99 P, C-244/99 P, C-245/99 P, C-247/99 P, C-250/99 P έως C-252/99 P και C-254/99 P, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή).
(30) - Βλ. τη σκέψη 26 της αποφάσεως του Δικαστηρίου Distillers Company κατά Επιτροπής, την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα. Στη σκέψη αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προβαλλόμενες διαδικαστικές πλημμέλειες δεν χρειάζεται να εξεταστούν παρά μόνον «αν υπήρχε πιθανότητα, αν έλειπαν οι πλημμέλειες αυτές, η διοικητική διαδικασία να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα».
(31) - Ο δικαστής, όπως ο ιστορικός, αναπλάθει το παρελθόν και, προς τούτο, οφείλει να συγκεντρώσει αποδεικτικά στοιχεία και μαρτυρίες ούτως ώστε να αναπαραστήσει τα πραγματικά περιστατικά ακριβώς όπως αυτά συνέβησαν. Ο δικαστής, όπως ο ιστορικός, δεν μπορεί να τοποθετηθεί στη θέση εκείνων που αποτελούν το αντικείμενο της έρευνάς του, αλλά οφείλει να τεθεί υπεράνω αυτής. Σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ δικαίου και ιστορίας, βλ. C. Ginzburg, El juez y el historiador (Consideraciones al margen del proceso Sofri), έκδοση Anaya y Mario Muchnik, Μαδρίτη, 1993.
(32) - Σκέψεις 78 και 79.
(33) - Αυτό είναι το κριτήριο που εφάρμοσε πρόσφατα το Πρωτοδικείο με την προμνησθείσα απόφαση PVC II, σκέψεις 315 επ. και, ειδικότερα, σκέψη 325.
(34) - Αυτή είναι η περίπτωση της επιχειρήσεως Cedest S.A. (Τ-38/95). Βλ. σκέψεις 2211 και 2286.
(35) - Αντιστοίχως, σκέψεις 98 και 108.
(36) - Προμνησθείσα στην υποσημείωση 15 υπόθεση Τ-37/91.
(37) - Βλ. σκέψεις 66 και 70.
(38) - Βλ. σκέψη 61 της αποφάσεως Solvay κατά Επιτροπής και σκέψη 71 της αποφάσεως ICI κατά Επιτροπής.
(39) - Βλ., αντιστοίχως, σκέψη 98 και 108.
(40) - Βλ. σκέψεις 263 και 264 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(41) - Πρόκειται για τις αποδείξεις που μνημονεύονται στα σημεία 18, 19 και 45 της αποφάσεως της Επιτροπής.
(42) - Βλ. σκέψη 264 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(43) - Σκέψη 262 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(44) - Σκέψη 263 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(45) - Βλ. σκέψη 1250 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(46) - Σκέψη 247 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(47) - Ακρόαση της 14ης Οκτωβρίου 1998, στην υπόθεση Τ-25/95, CBR κατά Επιτροπής.
(48) - Ακρόαση της 14ης Οκτωβρίου 1998, στην υπόθεση Τ-60/95, Irish Ciment κατά Επιτροπής.
(49) - Έγγραφα αριθ. 33.126/11630 έως 11633.
(50) - Έγγραφα αριθ. 33.322/308 έως 312.
(51) - Έγγραφα αριθ. 33.126/2023 έως 2049.
(52) - Έγγραφα αριθ. 33.126/2105 έως 2113.
(53) - Βλ., αντιστοίχως, τα άρθρα 61 και 62 των Κανονισμών Διαδικασίας.
(54) - Βλ., μεταξύ άλλων, τη διάταξη της 4ης Φεβρουαρίου 2000, C-17/98, Emesa Sugar (Συλλογή 2000, σ. Ι-665, σκέψη 18), και την απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2000, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-270/97 και C-271/97, Deutsche Post (Συλλογή 2000, σ. Ι-929, σκέψη 30).
(55) - Βλ. υποσημείωση 62 των προτάσεων που ανέπτυξα στις 11 Ιουλίου 2002 στην υπόθεση C-466/00, Arben Kaba, επί της οποίας δεν έχει ακόμα εκδοθεί απόφαση.
(56) - Σημείο 93.
(57) - Πρόκειται για τα αναφερόμενα στα σημεία 18, 19 και 45 της αποφάσεως της Επιτροπής. Όσον αφορά το σημείωμα του J. Toscano, βλ. σκέψεις 1122 επ. της αποφάσεως του Πρωτοδικείου (ειδικότερα τις σκέψεις 1130, 1131 και 1132).
(58) - Βλ. τις σκέψεις 973 και 1131 της αποφάσεως.
(59) - Έγγραφα αριθ. 33.126/19878 έως 19880.
(60) - Έγγραφα αριθ. 33.126/2945 έως 2951, 2934, 2935, 2954 έως 2966 και 3065 έως 3068.
(61) - Έγγραφα αριθ. 33.126/19369 έως 19377, 18387, 19389, 19401, 19410, 19412, 19433, 19781, 19889, 20001, 20124 έως 20137, 20140 έως 20156, 20275 έως 20282 και 20294.
(62) - Βλ. σημείο 47, παράγραφος 14.
(63) - Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-199/92 P (Συλλογή 1999, σ. Ι-4287).
(64) - Έγγραφο αριθ. 33.126/11559.
(65) - Έγγραφα αριθ. 33.126/11332 έως 11334 και 11335 έως 11337.
(66) - Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, οι σημειώσεις αναφέρονται στις εισαγωγές υπό καθεστώς ντάμπινγκ από την Ανατολική Ευρώπη και από την Ισπανία (η οποία, την εποχή εκείνη, δεν ήταν ακόμα μέλος της Κοινότητας).
(67) - Έγγραφα αριθ. 22.126/19875 έως 19877.
(68) - Βλ. το σημείο 27 των προτάσεων που ανέπτυξα στις 3 Μαου 2001 στην υπόθεση C-315/99 P, Ismeri Europa κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 2001, σ. Ι-5281), επί της οποίας το Δικαστήριο αποφάνθηκε στις 10 Ιουλίου 2001, καθώς και τις αποφάσεις που μνημονεύονται στην υποσημείωση 17 των προτάσεων αυτών, όπως και τη σκέψη 19 της ίδιας της αποφάσεως Ismeri Europa κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου. Μεταξύ των πλέον προσφάτων αποφάσεων του Δικαστηρίου, βλ. την απόφαση της 21ης Ιουνίου 2001, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-280/99 P έως C-282/99 P, Moccia Irme κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. Ι-4717, σκέψη 78).
(69) - Πρόκειται για τα έγγραφα που αναφέρονται στα σημεία 18, 19 και 45. Όσον αφορά την απόφαση του Πρωτοδικείου, βλ. σκέψεις 861 επ. Ειδικότερα, όσον αφορά τα εσωτερικά σημειώματα της Blue Circle, βλ. τις σκέψεις 875 έως 901· όσον αφορά τη δήλωση του Ν. Καλογερόπουλου, βλ. τις σκέψεις 902 έως 913· όσον αφορά την ομολογία της Cembureau, βλ. τις σκέψεις 914 έως 919· όσον αφορά την επιστολή προσκλήσεως στη συνεδρίαση των επικεφαλής αντιπροσωπείας της 14ης Ιανουαρίου 1983, βλ. τις σκέψεις 930 έως 941, και όσον αφορά τη συνεδρίαση της 7ης Νοεμβρίου 1984, κατά την οποία επικυρώθηκε η συμφωνία Cembureau, βλ. τις σκέψεις 1028 έως 1046.
(70) - Βλ. σημείο 45, παράγραφος 9, της αποφάσεως της Επιτροπής και σκέψεις 1003, 1046, 1086 και 1095 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(71) - Βλ. σκέψεις 1343 έως 1345, 1352, 1353, 1376, 1391, 1400 και 1401 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(72) - Βλ. τις αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1999, C-49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (Συλλογή 1999, σ. Ι-4125, σκέψη 96), Hόls κατά Επιτροπής (προμνησθείσα, σκέψη 155), και C-235/92 P, Montecatini κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-4539, σ. 181).
(73) - Βλ. σκέψη 959 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(74) - Βλ. σκέψη 962 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(75) - Βλ. σημεία 126 και 127 των εν λόγω προτάσεων.
(76) - Βλ. τις σκέψεις 903 και 910 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(77) - Βλ. τις σκέψεις 1302, 1345 και 1352 της ίδιας αποφάσεως.
(78) - Σκέψη 1049.
(79) - Βλ. σκέψη 1470 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(80) - Βλ. τη σκέψη 1571 και τη δεύτερη παύλα του σημείου 39 του διατακτικού της αποφάσεως.
(81) - Βλ. σκέψη 1577 της αποφάσεως. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι το Πρωτοδικείο ακύρωσε το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αα, της αποφάσεως της Επιτροπής, που αφορούσε τις τιμές που εφαρμόζονταν στο Βέλγιο, τις Κάτω Ξώρες και το Λουξεμβούργο.
(82) - Βλ. σκέψεις 1751 έως 1755 και 4400 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(83) - Βλ. σημείο 47, παράγραφος 13, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(84) - Εκ παραδρομής αναφέρει το Πρωτοδικείο στην απόφαση ότι η διανομή αυτή πραγματοποιήθηκε κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 1983. Στο σημείο 16, παράγραφος 5, της αποφάσεώς της, αντιθέτως, η Επιτροπή κάνει λόγο για τη συνεδρίαση της 30ής Μαου 1983.
(85) - Βλ. τη σκέψη 1643 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(86) - Οι ανταλλαγές «παρείχαν πράγματι τη δυνατότητα στην επιχείρηση που αντιμετώπιζε την αίτηση ενδεχομένου πελάτη εγκατεστημένου εντός άλλης χώρας μέλους να λάβει γνώση του γενικού επιπέδου των ισχυουσών στη χώρα αυτή τιμών, κατά τον χρόνο αυτό, και να ευθυγραμμίσει συνακολούθως τις τιμές της κατά την εξαγωγή, για να αποτρέψει τον εν λόγω πελάτη να προμηθευθεί τσιμέντο εκτός της χώρας του και να αποφύγει έτσι τον ανταγωνισμό με τους τοπικούς παραγωγούς» (σκέψη 1642 της αποφάσεως).
(87) - Βλ. τις σκέψεις 1644 έως 1646 της αποφάσεως.
(88) - Βλ. τη σκέψη 1518 όσον αφορά τις περιστασιακές ανταλλαγές πληροφοριών και τη σκέψη 1644 όσον αφορά τις περιοδικές ανταλλαγές πληροφοριών.
(89) - Βλ. το σημείο 134 των προτάσεων που ανέπτυξα σήμερα στην υπόθεση C-204/00 P, Aalborg Portland A/S. Βλ. επίσης τις σκέψεις 1634 και 1638 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(90) - Βλ. σκέψη 1473 της πρωτόδικης αποφάσεως.
(91) - Το σημείο 16, παράγραφος 5, της αποφάσεως της Επιτροπής αναφέρεται στη συνεδρίαση της 30ής Μαου 1983.
(92) - Βλ. σκέψεις 1644 και 1645 της πρωτόδικης αποφάσεως.
(93) - Βλ. σκέψη 1475 της αποφάσεως.
(94) - Έγγραφο αριθ. 33.126/19196.
(95) - Βλ., για παράδειγμα, τη σκέψη 3077 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(96) - Βλ. σκέψη 2768 της αποφάσεως.
(97) - Βλ. τις σκέψεις που εξέθεσα στις παρούσες προτάσεις και στις συναφείς προτάσεις που ανέπτυξα σήμερα σχετικά με το κατά πόσον είναι νόμιμη η διά τεκμηρίων απόδειξη προς ανατροπή του τεκμηρίου αθωότητας.
(98) - Βλ. σκέψεις 3345, 3353 και 3355 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(99) - Βλ. τη σκέψη 3360 της αποφάσεως, στην οποία το Πρωτοδικείο παραπέμπει, εσφαλμένως, στο έγγραφο 33.126/19218· όπως προκύπτει από το σημείο 27, παράγραφος 10, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως της Επιτροπής, πρόκειται στην πραγματικότητα για το έγγραφο 33.126/19208.
(100) - Όπως αναγνωρίζει το ίδιο το Πρωτοδικείο στη σκέψη 2780 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(101) - Βλ. σημείο 55, παράγραφος 2, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(102) - Βλ. σκέψεις 3286 και 3345 της αποφάσεως.
(103) - Πρακτικά της συνεδριάσεως της European Task Force της 11ης Φεβρουαρίου 1987 (βλ. σημείο 27, παράγραφος 5, της αποφάσεως της Επιτροπής).
(104) - Βλ. τη σκέψη 3378 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία παραπέμπει στο σημείο 57 της αποφάσεως της Επιτροπής.
(105) - Με τις συμβάσεις και συμφωνίες εφοδιασμού τις οποίες υπέγραψαν στις 3 και 15 Απριλίου 1987, οι Unicem, Italcementi, Cementir και Calcestruzzi προέβησαν στη σύσταση κοινής θυγατρικής με την επωνυμία Societα Italiana per le Promozioni ed Applicazioni del Calcestruzzo Spa (SIPAC) (βλ. τις σκέψεις 444 και 445 της αποφάσεως). Μέσω αυτών των συμφωνιών, οι τρεις παραγωγοί αναλάμβαναν την υποχρέωση να ικανοποιούν όλες τις ανάγκες του ομίλου Calcestruzzi σε τσιμέντο και να χορηγούν τις προβλεπόμενες εκπτώσεις. Από την πλευρά του, ο εν λόγω παραγωγός σκυροδέματος αναλάμβανε την υποχρέωση να προορίζει το ήμισυ των εκπτώσεων αυτών για την προμνησθείσα κοινή θυγατρική, η οποία όφειλε να επενδύει τα ποσά αυτά σε εταιρίες ετοίμου σκυροδέματος ή σε συναφείς δραστηριότητες, και να καλύπτει τουλάχιστον το 80 % των αναγκών της σε τσιμέντο από την Italcementi, την Unicem και την Cementir ή από εταιρίες που της υποδείκνυαν οι εν λόγω τρεις εταιρίες. Οι τρεις παραγωγοί τσιμέντου επιφυλάσσονταν να καταγγείλουν τη συμφωνία αν οι αγορές τσιμέντου που πραγματοποιούσε από αυτούς η Calcestruzzi ήταν κατώτερες του 95 % των αναγκών του αγοραστή (βλ. σημείο 27, παράγραφος 6, της αποφάσεως της Επιτροπής και σκέψη 3345 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου).
(106) - Βλ. προμνησθείσα απόφαση Anic Partecipazioni, σκέψη 81.
(107) - Βλ. προμνησθείσα απόφαση Montecatini κατά Επιτροπής, σκέψη 195.
(108) - Βλ. σκέψη 81 της προμνησθείσας αποφάσεως Anic Partecipazioni.
(109) - Υπό την επιφύλαξη της επιδράσεώς της στην εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως και, συνεπώς, στο ύψος της κυρώσεως (βλ. σκέψη 90 της προμνησθείσας στην προηγούμενη υποσημείωση αποφάσεως).
(110) - Βλ. την απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-291/98 P, Sarriσ κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-9991, σκέψη 50).
(111) - Προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 83. Βλ. επίσης σκέψη 203.
(112) - Βλ. σκέψη 4400 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(113) - Βλ. σκέψεις 1501 έως 1518 και 1620 έως 1682 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(114) - Βλ. σκέψεις 3068 έως 3163 και 3345 έως 3386 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(115) - Άρθρο το οποίο δεν καταλογίζει στην Cementir καμία συμμετοχή στην παράβαση την οποία περιγράφει.
(116) - Βλ. σκέψεις 3919, 4055 και συναφείς της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(117) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1974, περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως και εκτελέσεως των αποφάσεων στους τομείς του δικαίου των μεταφορών και του ανταγωνισμού της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 241).
(118) - Βλ. σημείο 65, παράγραφος 7, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(119) - Βλ. σημείο 65, παράγραφος 8, πρώτη παύλα, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(120) - Βλ. προμνησθείσα απόφαση Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 111. Όσον αφορά την επιμέτρηση των προστίμων σε περιπτώσεις περιπλόκων παραβάσεων, βλ. E. David, «La dιtermination du montant des amendes sanctionnant les infractions complexes: rιgime commun ou rιgime particulier?», Revue trimestrielle de droit europιen, αριθ. 36(3), Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2000, σ. 511 έως 545.
(121) - Βλ. απόφαση της Επιτροπής, σημείο 65, παράγραφος 3, στοιχείο αα, και παράγραφος 9, στοιχείο αα, πρώτη παύλα.
(122) - Σημείο 65, παράγραφος 9, πρώτη παύλα, της αποφάσεως της Επιτροπής. Βλ. επίσης τη σκέψη 4950 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Η Επιτροπή «καθόρισε ένα συνολικό πρόστιμο για κάθε επιχείρηση λόγω της συμμετοχής της στη συμφωνία ή αρχή Cembureau και στα μέτρα εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας» (σημείο 65, παράγραφος 8, δεύτερη παύλα).
(123) - Σημείο 65, παράγραφος 9, στοιχεία αα και ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(124) - Σημείο 65, παράγραφος 9, στοιχείο αα, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(125) - Σημείο 65, παράγραφος 9, στοιχείο ββ, της αποφάσεως της Επιτροπής.
(126) - Βλ. την επιστολή της Επιτροπής προς το Πρωτοδικείο, της 7ης Ιουλίου 1998, και ειδικότερα τις παραγράφους 2 και 3. Επίσης, βλ. τις σκέψεις 4738, 4957 και 4963 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(127) - Βλ. τις σκέψεις 4807 έως 4814 της αποφάσεως και, ειδικότερα, τη δεύτερη παύλα της τελευταίας αυτής σκέψεως.
(128) - Βλ. τη σκέψη 4815 της αποφάσεως καθώς και την έβδομη παύλα του σημείου 39 του διατακτικού.
(129) - Βλ. τις αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 1983, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 100/80 έως 103/80, Musique diffusion franηaise κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 120), και της 17ης Ιουλίου 1997, C-219/95 P, Ferriere Nord κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι-4411, σκέψη 33)· βλ. επίσης τη διάταξη της 25ης Μαρτίου 1996, C-137/95 P, SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-1611, σκέψη 54).
(130) - Στη μελέτη που ήδη ανέφερα, ο E. David υποστηρίζει ότι «la gravitι s'apprιcie selon trois critθres: la nature de l'infraction, son impact sur le marchι lorsqu'il est mesurable et le marchι gιographique et ΰ deux niveaux: ceux de l'infraction et de l'entreprise» (σ. 522).
(131) - Οι παραβάσεις του άρθρου 81 ΕΚ προϋποθέτουν, εξ ορισμού, συλλογική συμπεριφορά.
(132) - Βλ. τις προμνησθείσες αποφάσεις Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 623, και Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, σκέψη 110.
(133) - Βλ. τις σκέψεις 4975 και 4976 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(134) - Βλ. προμνησθείσα διάταξη SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 55 και 57.
(135) - Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 αναφέρεται σε δύο χωριστά ζητήματα. Αφενός, καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την επιβολή προστίμων από την Επιτροπή (προϋποθέσεις επιβολής προστίμου)· μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών περιλαμβάνεται η σχετική με την εκ προθέσεως ή εξ αμελείας τέλεση της παραβάσεως (πρώτο εδάφιο). Αφετέρου, ρυθμίζει τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, ο οποίος συναρτάται προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως (δεύτερο εδάφιο) (προμνησθείσα διάταξη SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 53, και προμνησθείσα απόφαση Ferriere Nord κατά Επιτροπής, σκέψη 32).
(136) - Βλ. το σημείο 65, παράγραφος 9, της αποφάσεως της Επιτροπής, και τη σκέψη 4968 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
(137) - Τέλος της σκέψεως 4968 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(138) - Σημεία 188 έως 192.
(139) - Είναι κολάσιμες οι συμφωνίες περί διαμερισμού των αγορών, ανεξαρτήτως του αν παράγουν στη συνέχεια συγκεκριμένο αποτέλεσμα περιορισμού του ανταγωνισμού. Στην προμνησθείσα απόφαση Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο καταδίκασε τις συμφωνίες που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό της αγοράς (σκέψη 174, η υπογράμμιση δική μου). Η αρχή αυτή έχει πλέον παγιωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου: «ναι μεν η ίδια η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής προϋποθέτει συμπεριφορά των μετεχουσών επιχειρήσεων στην αγορά, δεν συνεπάγεται όμως κατ' ανάγκην ότι η συμπεριφορά αυτή επιφέρει συγκεκριμένα το αποτέλεσμα να περιορίζει, καταργεί ή νοθεύει τον ανταγωνισμό» (προμνησθείσα απόφαση Hόls κατά Επιτροπής, σκέψη 165). Βλ. επίσης την προμνησθείσα απόφαση της ίδιας ημέρας στην υπόθεση Montecatini κατά Επιτροπής, σκέψη 125.
(140) - Βλ. σκέψεις 4339 και 4400 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
(141) - Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/74, που μνημονεύθηκε ήδη στην υποσημείωση 117.
(142) - Οι διάφορες πράξεις στο πλαίσιο της έρευνας διενεργήθηκαν από τον Απρίλιο του 1989 έως τον Ιούλιο του 1990.
(143) - Βλ. προμνησθείσα απόφαση Sarriσ κατά Επιτροπής, σκέψη 86.
(144) - Βλ. προμνησθείσα απόφαση Musique Diffusion franηaise κατά Επιτροπής, σκέψη 119. Βλ. επίσης την απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-248/98 Ρ, ΚΝΡ ΒΤ κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-9641, σκέψη 61).
(145) - Βλ. προμνησθείσα απόφαση Musique Diffusion franηaise, σκέψεις 120 και 121. Βλ., επίσης, προμνησθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 164, και Hόls κατά Επιτροπής, σκέψη 195.
Full & Egal Universal Law Academy