Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με προσφυγή που άσκησε, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα για την πλήρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 9 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων , όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 , των άρθρων 3, 4, 5 και 7 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μα_ου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας , των άρθρων 3, 4, 5, 7 και 10 της οδηγίας 80/68/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1979, περί προστασίας των υπογείων υδάτων από τη ρύπανση που προέρχεται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες , των άρθρων 3, 4, 9 και 10 της οδηγίας 84/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1984, σχετικά με την καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που προέρχεται από βιομηχανικές εγκαταστάσεις , και των άρθρων 2 και 8 της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον , παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 249 ΕΚ και από τις προπαρατεθείσες οδηγίες.
2. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή εκθέτει, χωρίς να αντικρούεται από το καθού, ότι τόσο η νομοθεσία που ισχύει στην περιφέρεια της Φλάνδρας όσο και αυτή που ισχύει στην περιφέρεια της Βαλλονίας προβλέπουν ένα μηχανισμό σιωπηρών αδειών στο πεδίο εφαρμογής των προπαρατεθεισών οδηγιών.
3. Έτσι, στις δύο αυτές περιφέρειες, αν η αρμόδια αρχή δεν λάβει απόφαση εντός ορισμένης προθεσμίας, επί αιτήσεως περί χορηγήσεως αδείας, η αίτηση θεωρείται απορριφθείσα. Αντίθετα, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής, η άδεια θεωρείται χορηγηθείσα, αν η αρμόδια αρχή δεν λάβει απόφαση εντός της προθεσμίας.
4. Όμως, σύμφωνα με την Επιτροπή είναι αναμφισβήτητο ότι τέτοιου είδους σιωπηρές άδειες δεν συμβιβάζονται προς τις επιταγές των προπαρατεθεισών οδηγιών.
5. Την άποψη αυτή συμμερίζομαι και εγώ.
6. ράγματι, όπως σωστά παρατηρεί η Επιτροπή, το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι τόσο ο μηχανισμός των σιωπηρών αδειών όσο και ο μηχανισμός των σιωπηρών απορρίψεων δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνος προς τις επιταγές της οδηγίας 80/68.
7. Δεν υπάρχει, κατά την άποψή μου, λόγος να μην επεκταθεί η νομολογία αυτή και στις άλλες οδηγίες που αφορά η παρούσα υπόθεση.
8. ράγματι, όλες έχουν ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τη χορήγηση αδειών για διάφορες δραστηριότητες που μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς το περιβάλλον. Επιπλέον, όλες έχουν ως κοινό σημείο το ότι θεσπίζουν αφενός τις λεπτομερείς προϋποθέσεις ως προς τα δεδομένα που πρέπει να αναφέρουν οι άδειες αυτές και, αφετέρου, τις εγγυήσεις που πρέπει να περιβάλλουν την αρμόδια αρχή, η οποία έχει την υποχρέωση να καθορίσει, με βάση διάφορους ελέγχους, ένα συγκεκριμένο αριθμό στοιχείων, πριν εκδώσει την αιτηθείσα άδεια.
9. Από τα ανωτέρω συνάγω ότι η απαίτηση για την ύπαρξη ρητής νομικής πράξεως που καθιέρωσε η προπαρατεθείσα νομολογία ισχύει για όλες τις οδηγίες αυτές.
10. Όπως, εξάλλου, ισχυρίζεται η Επιτροπή, αν λείπει μια τέτοια πράξη, δεν είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί ότι οι άδειες χορηγούνται μόνον αν τηρηθεί το σύνολο των προϋποθέσεων που τάσσουν οι οδηγίες σχετικά τόσο με το περιεχόμενο των αδειών όσο και με τις διαδικασίες των ελέγχων που προηγούνται της χορηγήσεως των αδειών.
11. Εξάλλου, το καθού δέχεται ότι, ως έχει σήμερα η νομοθεσία των δύο επίμαχων περιφερειών, η εξασφάλιση αυτή δεν υπάρχει.
12. Τονίζει, όμως, ότι καταβάλλονται προσπάθειες από τις αρμόδιες αρχές για να εξαλειφθεί η κατάσταση αυτή, προσπάθειες οι οποίες δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε αποτέλεσμα.
13. ρέπει να υπομνησθεί ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία , η παράβαση πρέπει να ελέγχεται κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η προθεσμία αυτή ήταν δύο μήνες από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης με επιστολή της 18ης Δεκεμβρίου 1998.
14. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι υπάρχει παράβαση και ότι πρέπει να γίνουν δεκτά τα αιτήματα της Επιτροπής.
ρόταση
15. Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί την προσφυγή της Επιτροπής και να διαπιστώσει ότι:
το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα για την πλήρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 9 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, των άρθρων 3, 4, 5 και 7 της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μα_ου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας, των άρθρων 3, 4, 5, 7 και 10 της οδηγίας 80/68/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1979, περί προστασίας των υπογείων υδάτων από τη ρύπανση που προέρχεται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες, των άρθρων 3, 4, 9 και 10 της οδηγίας 84/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1984, σχετικά με την καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που προέρχεται από βιομηχανικές εγκαταστάσεις, και των άρθρων 2 και 8 της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 249 ΕΚ και από τις προπαρατεθείσες οδηγίες.
16. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy