ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 8ης Μαΐου 2003 (1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-231/00, C-303/00 και C-451/00
Cooperativa Lattepiù arl
κατά
Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (AIMA),
Azienda Agricola Marcello Balestreri e Maura Lena
κατά
Regione Lombardia και Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (AIMA)
και
Azienda Agricola Giuseppe Cantarello
κατά
Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (AIMA) και Ministero per le Politiche Agricole
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-480/00 έως C-482/00, C-484/00, C-489/00 έως C-491/00 και C-497/00 έως C-499/00
Azienda Agricola Ettore Ribaldi,
Azienda Agricola Ettore Raffa κ.λπ.,
Carlo Balestreri,
Cesare e Michele Filippi ss,
Cooperativa Produttori Latte Associati della Lessinia arl,
Azienda Agricola Simone e Stefano Gonal di Gonzato,
Azienda Agricola Gianluigi Cerati e Maria Ceriali ss,
Nicolò Musini, ως κάτοχος της Azienda Agricola Tenuta di Fassia,
κατά
Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (AIMA) και Ministero del Tesoro, del Bilancio e della Programmazione Economica
(C-480/00, C-482/00, C-484/00, C-490/00, C-491/00, C-497/00, C-498 και C‑499/00),
Domenico Buttiglione κ.λπ.
κατά
Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (AIMA) και Ministero delle Politiche Agricole Alimentari e Forestali (C-481/00)
και
Azienda Agricola «Corte delle Piacentine» κ.λπ.
κατά
Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (AIMA) (C-489/00)
και υπόθεση C-495/00
Azienda Agricola Giorgio, Giovanni e Luciano Visentin κ.λπ.
κατά
Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (AIMA)
[αιτήσεις του Tribunale amministrativo regionale del Lazio (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα – Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος – Κανονισμός (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου – Κανονισμός (ΕΟΚ) 536/93 της Επιτροπής – Ποσότητες αναφοράς για τις οποίες δεν οφείλεται εισφορά – Διόρθωση – Κοινοποίηση στους παραγωγούς»
1. Προκειμένου να μειώσει την παραγωγή αγελαδινού γάλακτος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε το 1984 ένα καθεστώς «συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος» (2). Βάσει αυτού του καθεστώτος, κάθε παραγωγός του οποίου η παραγωγή υπερβαίνει την ατομική ποσότητα αναφοράς που του χορηγείται, κοινώς καλούμενη «ποσόστωση γάλακτος», υποχρεούται να καταβάλει εισφορά επί αυτού του πλεονάσματος.
2. Το 1999 οι ιταλικές αρχές προέβησαν σε διόρθωση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που είχαν χορηγηθεί στους Ιταλούς παραγωγούς για τις γαλακτοπαραγωγικές περιόδους 1995/1996 και 1996/1997. Ως εκ τούτου, κατόπιν ανακατανομής των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί, οι ιταλικές αρχές προέβησαν σε νέο υπολογισμό των συμπληρωματικών εισφορών που όφειλαν οι παραγωγοί αυτοί για τις εν λόγω περιόδους.
3. Οι ενέργειες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να υποβληθεί στην κρίση του Tribunale amministrativo regionale del Lazio (Ιταλία) ένας πολύ σημαντικός αριθμός υποθέσεων (3). Σε είκοσι πέντε από τις υποθέσεις αυτές, το εν λόγω δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα. Σε ένδεκα από τις υποθέσεις αυτές η διαδικασία ανεστάλη μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην παρούσα διαδικασία.
4. H υπόθεση C-231/00 συνεκδικάσθηκε, προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως, με τις υποθέσεις C-303/00 και C-451/00 (4). Οι υποθέσεις C-480/00 έως C-482/00, C-484/00, C-489/00 έως C-491/00 και C-497/00 έως C-499/00 συνεκδικάσθηκαν, προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως (5). Η πρώτη και η δεύτερη ομάδα υποθέσεων, καθώς και η υπόθεση C-495/00 συζητήθηκαν κατά την κοινή συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002. Οι παρούσες προτάσεις αφορούν τις δύο αυτές ομάδες υποθέσεων και την υπόθεση C-495/00.
5. Σε όλες τις ως άνω υποθέσεις, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει δύο προδικαστικά ερωτήματα παρεμφερούς χαρακτήρα. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι πραγματοποιηθείσες από τις ιταλικές αρχές διορθώσεις είναι σύμφωνες με την ισχύουσα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και, σε περίπτωση αποφατικής απαντήσεως, αν η ρύθμιση αυτή διατηρεί την ισχύ της υπό το πρίσμα του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 33 ΕΚ).
6. Στη δεύτερη ομάδα υποθέσεων, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει πέντε πρόσθετα ερωτήματα. Τρία εκ των ερωτημάτων αυτών αφορούν το ζήτημα αν οι ατομικές ποσότητες αναφοράς πρέπει να κοινοποιούνται στους παραγωγούς, καθώς και το ζήτημα της μορφής αυτής της κοινοποιήσεως. Τα άλλα δύο προδικαστικά ερωτήματα αφορούν το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα κράτη μέλη όσον αφορά τον καθορισμό των κατηγοριών παραγωγών στους οποίους μπορούν να χορηγούνται οι μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες αναφοράς.
7. Τέλος, στην υπόθεση C-495/00, το αιτούν δικαστήριο ερωτά επίσης αν τα κράτη μέλη δύνανται να αναλαμβάνουν τη διευθέτηση των οφειλόμενων, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, ποσών.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
1. Ιστορικό
8. Στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, το γάλα αποτελεί προϊόν κοινής οργανώσεως αγοράς (ΚΟΑ) από το 1964. Η εν λόγω ΚΟΑ εντάσσεται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΚΓΠ) και αποσκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο 39 της Συνθήκης, στην εξασφάλιση ενός δίκαιου βιοτικού επιπέδου στον αγροτικό πληθυσμό (6). Προς τούτο, η ΚΟΑ προβλέπει τον καθορισμό, εκ μέρους του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενδεικτικής τιμής για το γάλα, την οποία πρέπει να αποκτήσουν όλοι οι παραγωγοί εντός της Κοινότητας.
9. Η ΚΟΑ εφάρμοσε διάφορα μέτρα παρεμβάσεως για την επίτευξη αυτής της ενδεικτικής τιμής. Τα μέτρα αυτά αποσκοπούν στη διασφάλιση της ισορροπίας της αγοράς με δράσεις στο επίπεδο της προσφοράς και της κατανάλωσης. Συνίστανται ιδίως σε απευθείας αγορές, εκ μέρους δημόσιων οργανισμών, ορισμένων γαλακτοκομικών προϊόντων. Τα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνουν επίσης επιστροφές κατά την εξαγωγή, οι οποίες αντισταθμίζουν τη διαφορά τιμής, για τους εξαγωγείς, μεταξύ της κοινοτικής αγοράς και της παγκόσμιας αγοράς, καθώς και δασμούς κατά την εισαγωγή.
10. Από τη δεκαετία του ‘70, η παραγωγή γάλακτος υπερκάλυψε την κατανάλωση. Προκειμένου να αναχαιτίσει την αύξηση αυτής της παραγωγής, ο κοινοτικός νομοθέτης καθιέρωσε το 1977 μια εισφορά, καλούμενη «εισφορά συνυπευθυνότητας», την οποία οφείλει κάθε παραγωγός επί των ποσοτήτων γάλακτος που προμηθεύει στα γαλακτοπωλεία ή πωλεί στο αγρόκτημα υπό τη μορφή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων (7). Εντούτοις, τα αποτελέσματα της επιβολής αυτής της εισφοράς αποδείχθηκαν ανεπαρκή. Εκτιμώντας ότι οι δαπάνες που συνεπάγεται η διάθεση στην αγορά του πλεονάσματος της παραγωγής γάλακτος έθεταν σε κίνδυνο το μέλλον της ΚΓΠ, ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε, με τον κανονισμό 856/84 (8), το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, προκειμένου να αποκατασταθεί η ισορροπία στη αγορά (9). Οι όροι εφαρμογής αυτού του καθεστώτος καθορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 (10).
11. Ο κανονισμός 856/84 προέβλεπε τον καθορισμό, για το σύνολο της Κοινότητας, μιας συνολικής εγγυημένης ποσότητας. Η ποσότητα αυτή καταμεριζόταν μεταξύ των κρατών μελών ανάλογα με τις ποσότητες που είχαν παραδοθεί στην επικράτειά τους κατά το έτος 1981. Η εν λόγω ποσότητα κάλυπτε τις πωλήσεις στους αγοραστές (τα γαλακτοπωλεία) και τις πωλήσεις απευθείας στον καταναλωτή. Τα κράτη μέλη μπορούσαν να κατανέμουν τη σχετική με τις πωλήσεις στα γαλακτοπωλεία ποσότητα είτε μεταξύ των αγοραστών είτε μεταξύ των παραγωγών. Τα κράτη μέλη μπορούσαν ομοίως να διαθέτουν μέρος της εγγυημένης ποσότητάς τους σε ένα εθνικό απόθεμα, το οποίο τους επέτρεπε να προσαρμόζουν τις ατομικές ποσότητες αναφοράς στην ιδιαίτερη κατάσταση ορισμένων παραγωγών. Η χορηγούμενη στους παραγωγούς ή τους αγοραστές ποσότητα αναφοράς ήταν ίση με την ποσότητα γάλακτος που είχαν παραγάγει ή αγοράσει κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου αναφοράς. Η υπέρβαση αυτής της ποσότητας αναφοράς για περίοδο δώδεκα μηνών, από 1 Απριλίου έως 31 Μαρτίου, είχε ως συνέπεια την υποχρέωση καταβολής συμπληρωματικής εισφοράς, τουλάχιστον ίσης με το 75 % της τιμής αναφοράς του γάλακτος. Η συμπληρωματική αυτή εισφορά αποσκοπούσε στην κάλυψη του κόστους της διαθέσεως του πλεονάσματος αυτού στην αγορά. Η υποχρέωση καταβολής αυτής της εισφοράς βάρυνε τον παραγωγό ή τον αγοραστή, ο οποίος την μετακύλιε στον παραγωγό.
12. Το καθεστώς της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, το οποίο είχε, αρχικώς, προβλεφθεί για χρονικό διάστημα πέντε ετών, παρατάθηκε έως τις 31 Μαρτίου 1992 (11) και, εν συνεχεία, έως τις 31 Μαρτίου 1993 (12). Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3950/92 (13) παρατάθηκε εκ νέου για χρονικό διάστημα επτά ετών. Ο κανονισμός αυτός, καθώς και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 536/93 (14), ο οποίος καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του, αποτελούν τα νομοθετικά κείμενα που εφαρμόζονται στις παρούσες υποθέσεις. Τέλος, το καθεστώς αυτό παρατάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1256/1999 (15) έως το 2008.
2. Ο κανονισμός 3950/92
13. Ο κανονισμός 3950/92 καταργεί τις υφιστάμενες διατάξεις και τίθεται σε ισχύ προκειμένου να απλουστευθεί και να αποσαφηνισθεί το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, ώστε να προστατεύεται αποτελεσματικότερα η ασφάλεια δικαίου των παραγωγών και των άλλων ενδιαφερομένων παραγόντων (16).
14. Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού, θεσπίζεται, για επτά νέες διαδοχικές περιόδους δώδεκα μηνών, της πρώτης αρχομένης την 1η Απριλίου 1993, συμπληρωματική εισφορά, η οποία βαρύνει τους παραγωγούς αγελαδινού γάλακτος, επί των ποσοτήτων γάλακτος οι οποίες παραδίδονται σε αγοραστή ή πωλούνται απευθείας προς κατανάλωση και υπερβαίνουν ποσότητα που θα καθοριστεί. Η εισφορά καθορίζεται σε ποσοστό 115 % της ενδεικτικής τιμής του γάλακτος.
15. Το άρθρο 2 του κανονισμού 3950/92 ορίζει ότι η εισφορά αυτή κατανέμεται μεταξύ των παραγωγών που συνέβαλαν στην υπέρβαση. Σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους, η συμμετοχή των παραγωγών στην καταβολή της οφειλόμενης εισφοράς καθορίζεται μετά από ανακατανομή ή όχι των ποσοτήτων αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκαν. Όταν το εισπραχθέν ποσό υπερβαίνει την εισφορά που οφείλεται, το κράτος μέλος μπορεί να αποδώσει το επιπλέον ποσό στους παραγωγούς που εμπίπτουν σε κατηγορίες προτεραιότητας.
16. Το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού καθορίζει τα κριτήρια για τον υπολογισμό της ποσοστώσεως γάλακτος που μπορεί να διαθέτει κάθε παραγωγός. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
«1. Η διαθέσιμη ατομική ποσότητα αναφοράς για μια εκμετάλλευση είναι ίση προς τη διαθέσιμη στις 31 Μαρτίου 1993 ποσότητα και αναπροσαρμόζεται, ενδεχομένως για καθεμία από τις εν λόγω περιόδους, κατά τρόπο ώστε το σύνολο των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς της ίδιας φύσης να μην υπερβαίνει την αντίστοιχη συνολική ποσότητα […]
2. Η ατομική ποσότητα αναφοράς αυξάνεται ή καθορίζεται μετά από δεόντως αιτιολογημένη αίτηση του παραγωγού, ώστε να λαμβάνονται υπόψη τυχόν μεταβολές που επηρεάζουν τις παραδόσεις του ή/και τις απευθείας πωλήσεις τους. Η αύξηση ή ο καθορισμός μιας ποσότητας αναφοράς υπόκειται σε αντίστοιχη μείωση ή κατάργηση της άλλης ποσότητας αναφοράς που διαθέτει ο παραγωγός. Οι προσαρμογές αυτές δεν είναι δυνατόν να συνεπάγονται για το οικείο κράτος μέλος την αύξηση του συνόλου των παραδόσεων και απ’ ευθείας πωλήσεων […]»
17. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να προβαίνει σε «γραμμική» μείωση του συνόλου των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς για να τροφοδοτεί το εθνικό του απόθεμα, προκειμένου να χορηγεί πρόσθετες ή ειδικές ποσότητες σε παραγωγούς που καθορίζονται σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία διαμορφώνονται σε συνεννόηση με την Επιτροπή (17).
18. Τα άρθρο 6 του κανονισμού 3950/92 αφορά τις προσωρινές παραχωρήσεις των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς. Κατά το άρθρο αυτό, τα κράτη μέλη επιτρέπουν παραχωρήσεις για τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου των δώδεκα μηνών πριν από ημερομηνία την οποία καθορίζουν και το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου.
19. Το άρθρο 7 του κανονισμού αφορά τις μεταβιβάσεις των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς. Κατά το άρθρο αυτό, σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή κληρονομικής μεταβιβάσεως μιας εκμεταλλεύσεως, η διαθέσιμη στην εκμετάλλευση ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται, μαζί με την εκμετάλλευση, στους παραγωγούς στους οποίους περιέρχεται η εκμετάλλευση, σύμφωνα με διαδικασίες που καθορίζουν τα κράτη μέλη.
20. Η συμπληρωματική εισφορά αποτελεί μέρος των παρεμβάσεων που προορίζονται για τη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών και διατίθεται για τη χρηματοδότηση των δαπανών του γαλακτοκομικού τομέα (18).
3. Ο κανονισμός 536/93
21. Με τον κανονισμό 536/93, ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε, μεταξύ άλλων, μέτρα για τη διασφάλιση της εν ευθέτω χρόνω καταβολής της συμπληρωματικής εισφοράς και κανόνες για τον έλεγχο του ομαλού ρυθμού της εισπράξεώς της.
22. Τα μέτρα που αποσκοπούν στη διασφάλιση της καταβολής των οφειλόμενων ποσών ορίζονται στα άρθρα 3 και 4, τα οποία αφορούν τις πωλήσεις στους αγοραστές και τις απευθείας πωλήσεις, αντιστοίχως. Η Επιτροπή θέλησε να καθορίσει αποκλειστικές προθεσμίες τόσο όσον αφορά τη διαβίβαση των στοιχείων σχετικά με την περισυλλογή γάλακτος από τους αγοραστές και τις απευθείας πωλήσεις από τους παραγωγούς όσο και την καταβολή των οφειλόμενων ποσών (19). Όσον αφορά τις πωλήσεις στους αγοραστές, οι αγοραστές υποχρεούνται να εφαρμόσουν το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος.
23. Το άρθρο 3 του κανονισμού 536/99 ορίζει τα εξής:
«[…]
2. Πριν τις 15 Μαΐου κάθε έτους, ο αγοραστής κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους τον πίνακα των υπολογισμών που έχουν καταρτιστεί για κάθε παραγωγό ή, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους, τον συνολικό όγκο και τον όγκο που διορθώνεται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, και τη μέση περιεκτικότητα σε λιπαρή ουσία του γάλακτος ή/και του ισοδυνάμου γάλακτος που έχει παραδοθεί από τους παραγωγούς, καθώς και το σύνολο των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς και την μέση αντιπροσωπευτική περιεκτικότητα σε λιπαρή ουσία που διαθέτουν οι παραγωγοί αυτοί.
Σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας, ο αγοραστής οφείλει πρόστιμο […]
3. Το κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή κοινοποιεί στον αγοραστή το ποσό της εισφοράς το οποίο οφείλει, αφού, σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους, αποδώσει εκ νέου ή όχι, ολικώς ή μερικώς τις μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες αναφοράς είτε απευθείας στους ενδιαφερομένους παραγωγούς είτε στους αγοραστές, για να κατανεμηθούν μεταξύ των ενδιαφερομένων παραγωγών.
4. Πριν την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ο αγοραστής που οφείλει την εισφορά καταβάλει στον αρμόδιο οργανισμό το οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται από το κράτος μέλος.
Σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας πληρωμής, τα οφειλόμενα ποσά αποδίδουν ετησίως τόκο, του οποίου το επιτόκιο καθορίζεται από το κράτος μέλος και δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το επιτόκιο που εφαρμόζεται σε περίπτωση ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών».
24. Το άρθρο 4 του κανονισμού 536/93 τάσσει όμοιες προθεσμίες στον παραγωγό που εκτελεί απευθείας πωλήσεις. Το άρθρο αυτό ορίζει:
«[…]
2. Πριν από τις 15 Μαΐου κάθε έτους, ο παραγωγός υποβάλλει την δήλωσή του στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους.
Σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας, ο παραγωγός οφείλει την εισφορά για το σύνολο των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που έχουν πωληθεί απευθείας και υπερβαίνουν την ποσότητα αναφοράς που διαθέτει ή, αν δεν υφίσταται υπέρβαση, οφείλει πρόστιμο ίσο προς το ποσόν της οφειλόμενης εισφοράς για υπέρβαση 0,1 % της ποσότητας αναφοράς την οποία διαθέτει […].
Αν δεν υποβληθεί η δήλωση πριν από την 1η Ιουλίου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού […] 3950/92 μετά τη λήξη προθεσμίας 30 ημερών, η οποία ακολουθεί την προειδοποίηση του κράτους μέλους.
3. Το κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή κοινοποιεί στον παραγωγό το ποσό της οφειλόμενης εισφοράς, αφού, σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους, αποδώσει εκ νέου ή όχι, ολικώς ή μερικώς, τις μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς.
4. Πριν από την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ο παραγωγός καταβάλλει το οφειλόμενο ποσό στον αρμόδιο οργανισμό σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται από το κράτος μέλος.
Σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας πληρωμής, τα οφειλόμενα ποσά αποδίδουν ετησίως τόκο, του οποίου το επιτόκιο καθορίζεται από το κράτος μέλος και δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το επιτόκιο που εφαρμόζεται σε περίπτωση ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών».
25. Το άρθρο 5 του κανονισμού 536/93 αφορά τον καθορισμό, από το κράτος μέλος, των κατηγοριών παραγωγών στους οποίους μπορεί να αποδοθεί κατά προτεραιότητα το αχρεωστήτως καταβληθέν τμήμα της εισφοράς. Το άρθρο αυτό ορίζει, ειδικότερα, ότι οι κατηγορίες αυτές μπορούν να καθορισθούν σε συνάρτηση με τη γεωγραφική θέση της εκμεταλλεύσεως και ότι προτεραιότητα δίδεται στις ορεινές περιοχές.
26. Τέλος, η Επιτροπή έκρινε ότι τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν κατάλληλα μέσα προκειμένου να ελέγχουν εκ των υστέρων εάν και σε ποιο βαθμό η εισφορά έχει εισπραχθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις (20).
27. Προς τούτο, το άρθρο 7 του κανονισμού 536/93 ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ελέγχου προς διασφάλιση της είσπραξης της εισφοράς επί των ποσοτήτων γάλακτος και ισοδυνάμου γάλακτος που τίθενται σε εμπορία καθ’ υπέρβαση της μιας ή της άλλης των ποσοτήτων οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 3 του κανονισμού […] αριθ. 3950/92 […]
[…]
3. Το κράτος μέλος επαληθεύει στην πράξη την ακρίβεια της λογιστικής των ποσοτήτων γάλακτος και ισοδυνάμου γάλακτος που τίθενται σε εμπορία και, για τον σκοπό αυτό, προβαίνει σε ελέγχους των μεταφερομένων ποσοτήτων γάλακτος κατά τη διάρκεια της περισυλλογής στις εκμεταλλεύσεις και διενεργεί επιτόπου έλεγχο:
α) όσον αφορά τους αγοραστές, των υπολογισμών που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της αντιστοιχίας μεταξύ της λογιστικής υλικού και εφοδιασμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχεία γ΄ και δ΄, και των εμπορικών και άλλων εγγράφων που δικαιολογούν τη χρησιμοποίηση του γάλακτος και του ισοδύναμου γάλακτος που περισυ[νε]λέγησαν,
β) όσον αφορά τους παραγωγούς που διαθέτουν ποσότητα αναφοράς απευθείας πωλήσεων, της αντιστοιχίας μεταξύ της δήλωσης που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, και της λογιστικής υλικού που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο στ΄ […]».
Β – Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
28. Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι πρώτες νομοθετικές διατάξεις περί εφαρμογής στην Ιταλία του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος θεσπίσθηκαν μόλις το 1992 (21).
29. Οι διατάξεις αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο πολλών αμφισβητήσεων. Η Επιτροπή έκρινε ότι οι διατάξεις που προέβλεπαν ότι οι μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες έπρεπε να αποδοθούν, απευθείας ή μέσω των αγοραστών, στις ενώσεις παραγωγών και όχι στους ίδιους τους παραγωγούς ήταν αντίθετες προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Στις 20 Μαΐου 1996 η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη. Μετά την κατάργηση, εκ μέρους των ιταλικών αρχών, των επίμαχων διατάξεων, η υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας είχε κινηθεί η διαδικασία κατά παραβάσεως, τέθηκε στο αρχείο. Ομοίως, με δύο αποφάσεις της 28ης Δεκεμβρίου 1995 και της 11ης Δεκεμβρίου 1998, το Corte costituzionale (Ιταλία) κήρυξε ανίσχυρες τις διατάξεις σχετικά με τη μείωση των ποσοστώσεων γάλακτος, καθώς και εκείνες που αφορούν τα κριτήρια που εφαρμόζονται για την εθνική αντιστάθμιση.
30. Επιπλέον, το σύστημα καθορισμού της πραγματικής ποσοστώσεως γάλακτος, το οποίο εφάρμοσαν οι ιταλικές αρχές, δεν επέτρεψε τη συλλογή αξιόπιστων στοιχείων, ιδίως για τις περιόδους παραγωγής 1995/1996 και 1996/1997. Για τον λόγο αυτό, οι ιταλικές αρχές συνέστησαν μια κυβερνητική επιτροπή έρευνας, στην οποία ανέθεσαν τον έλεγχο ενδεχόμενων παρατυπιών στη διαχείριση των ποσοστώσεων, στην παραγωγή του γάλακτος και στους σχετικούς ελέγχους (22).
31. Προκειμένου να αρθούν οι ως άνω παρατυπίες και να ληφθεί υπόψη η έκθεση της εν λόγω επιτροπής, εκδόθηκε το νομοθετικό διάταγμα υπ’ αριθ. 411, της 1ης Δεκεμβρίου 1997, νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, νόμος υπ’ αριθ. 5, της 27ης Ιανουαρίου 1998 (23), καθώς και το νομοθετικό διάταγμα υπ’ αριθ. 43, της 1ης Μαρτίου 1999, νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, νόμος υπ’ αριθ. 118, της 27ης Απριλίου 1999 (24), που αποτέλεσαν το νομοθετικό έρεισμα των προσβαλλόμενων στις υποθέσεις των κυρίων δικών πράξεων.
32. Βάσει του προαναφερθέντος νόμου υπ’ αριθ. 5, της 27ης Ιανουαρίου 1998, η Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (κρατική υπηρεσία για τις παρεμβάσεις στη γεωργική αγορά) (25) είναι υπεύθυνη για τον καθορισμό, βάσει της εκθέσεως της κυβερνητικής επιτροπής έρευνας και των ελέγχων που διενήργησαν οι περιφέρειες, των πραγματικών ποσοτήτων γάλακτος που παρήχθησαν και διατέθηκαν στην αγορά κατά τις περιόδους 1995/1996 και 1996/1997. Η AIMA κοινοποιεί στους παραγωγούς τις ατομικές ποσότητες αναφοράς που τους χορηγούνται, καθώς και τις ποσότητες γάλακτος που διατίθενται στο εμπόριο. Οι παραγωγοί μπορούν να ζητήσουν την εκ νέου εξέταση αυτών των στοιχείων.
33. Κατ’ εφαρμογήν του υπ’ αριθ. 43 νομοθετικού διατάγματος, η AIMA προβαίνει, βάσει αυτών των στοιχείων, στην ανακατανομή των ποσοτήτων αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκαν σε εθνικό επίπεδο κατά τις περιόδους 1995/1996 και 1996/1997 και υπολογίζει τη συμπληρωματική εισφορά που βαρύνει κάθε παραγωγό. Το εν λόγω νομοθετικό διάταγμα καθορίζει τις προθεσμίες εντός των οποίων η AIMA οφείλει να κοινοποιήσει τους υπολογισμούς της και οι παραγωγοί να καταβάλουν τα εν λόγω ποσά.
II – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
Α – Οι υποθέσεις της πρώτης ομάδας C-231/00 και C-451/00, οι υποθέσεις της δεύτερης ομάδας και η υπόθεση C-495/00
34. Στις υποθέσεις της πρώτης ομάδας C-231/00 και C-451/00, στις υποθέσεις της δεύτερης ομάδας και στην υπόθεση C-495/00, το Tribunale amministrativo regionale del Lazio (Ιταλία) παραθέτει κατά τρόπο παρεμφερή τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων των κυρίων δικών. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι προσφεύγοντες βάλλουν κατά της νομιμότητας των πράξεων με τις οποίες η ΑΙΜΑ εφάρμοσε το άρθρο 1 του υπ’ αριθ. 43 νομοθετικού διατάγματος και προέβη στην «αντιστάθμιση» (ήτοι στην εκ νέου κατανομή των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκαν) για τις γαλακτοπαραγωγικές περιόδους 1995/1996 και 1996/1997 (26). Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, ότι οι εν λόγω πράξεις είναι παράνομες διότι βασίζονται σε αναδρομικό καθορισμό των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς (27).
35. Με ίδιο σκεπτικό σε όλες τις αποφάσεις περί παραπομπής των ως άνω υποθέσεων, το Tribunale amministrativo regionale del Lazio επισημαίνει ότι πρέπει να διαπιστωθεί αν οι εθνικές διατάξεις που προβλέπουν «αναδρομική» χορήγηση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς είναι σύμφωνες προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, κατά το αιτούν δικαστήριο, μια τέτοια διαπίστωση είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του.
36. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 3950/92, καθώς και τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 536/93 επιτρέπουν την τροποποίηση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς. Τονίζει, εντούτοις, ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν προέβλεψε ότι θα μπορούσε να καταστεί αναγκαία νέα κατανομή των ποσοστώσεων για περίοδο κατά την οποία ολοκληρώθηκε η εμπορία.
37. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι τα κράτη μέλη πρέπει να είναι σε θέση να επιδιώκουν, έστω και με καθυστέρηση, την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 39 της Συνθήκης. Μια αυστηρή ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, η οποία δεν επιτρέπει τη συνύπαρξη αυτών των σκοπών με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, θέτει σε κίνδυνο την επίτευξή τους. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ουσιώδες για τον καθορισμό των ποσοστώσεων στοιχείο είναι να προσδιοριστεί η πραγματική παραγωγή μιας εκμεταλλεύσεως σε δεδομένο χρόνο. Ο παραγωγός δεν δύναται να θεμελιώσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη σε ποσότητα αναφοράς που δεν αντιστοιχεί στην ποσότητα προϊόντων την οποία διέθεσε πράγματι στο εμπόριο. Τέλος, το γεγονός ότι η ίδια η κοινοτική έννομη τάξη απαγορεύει στα κράτη μέλη να αναλαμβάνουν την καταβολή συμπληρωματικών εισφορών συνηγορεί υπέρ μιας ερμηνείας που επιτρέπει, σε περίπτωση διαφοράς, την εκτέλεση των αναγκαίων για τις εισφορές εργασιών μετά την εκπνοή των προθεσμιών που ορίζουν οι κανονισμοί 3950/92 και 536/93.
38. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, το Tribunale amministrativo regionale del Lazio αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
– στην υπόθεση C-231/00, στις υποθέσεις της δεύτερης ομάδας και στην υπόθεση C-495/00:
«1) Έχουν οι διατάξεις των άρθρων 1 και 4 του κανονισμού […] 3950/92 […] και των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού […] 536/93 […] την έννοια ότι οι προθεσμίες για τη χορήγηση των ποσοστώσεων, για την πραγματοποίηση των αντισταθμίσεων και την επιβολή των εισφορών επιδέχονται εξαιρέσεις σε περίπτωση προσβολής των σχετικών αποφάσεων ενώπιον των διοικητικών ή των δικαστικών αρχών;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα:
2) Είναι οι διατάξεις των άρθρων 1 και 4 του κανονισμού […] 3950/92 […] και των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού […] 536/93 […], έγκυρες από την άποψη του άρθρου 33 (πρώην 39) της Συνθήκης, καθόσον δεν προβλέπουν ότι οι προθεσμίες που ορίζουν οι διατάξεις αυτές επιδέχονται εξαιρέσεις σε περίπτωση προσβολής ενώπιον των διοικητικών ή των δικαστικών αρχών των αποφάσεων περί χορηγήσεως των ατομικών ποσοστώσεων αναφοράς, περί πραγματοποιήσεως αντισταθμίσεως ή περί επιβολής εισφορών;»
– Στην υπόθεση C-451/00:
«1) Ερωτάται αν οι διατάξεις των άρθρων 1 και 4 του κανονισμού […] 3950/92 […] και των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού […] 536/93 […] μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι είναι δυνατές παρεκκλίσεις από τις προθεσμίες για τη χορήγηση των ποσοστώσεων και εκείνες για την πραγματοποίηση των αντισταθμίσεων και των εισφορών σε περίπτωση κοινοτικής διαφοράς και επακόλουθης προσαρμογής του κράτους μέλους.
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως επί του ως άνω ερωτήματος:
«2) Ερωτάται αν οι προαναφερθείσες κοινοτικές διατάξεις είναι έγκυρες σε σχέση με το άρθρο 33 (πρώην 39) της Συνθήκης, στον βαθμό που δεν προβλέπουν παρεκκλίσεις από τις προθεσμίες χορηγήσεως και αντισταθμίσεως στ[ο] πλαίσι[ο] της προαναφερθείσας υπό κρίση περιπτώσεως κοινοτικής διαφοράς.»
39. Στις υποθέσεις της δεύτερης ομάδας και στην υπόθεση C-495/00, το Tribunale amministrativο regiοnale del Laziο έκρινε αναγκαίο να υποβάλει τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
– στις υποθέσεις C-480/00, C-482/00, C-489/00 έως C-491/00 και C-497/00 έως C-499/00:
«3) Έχουν οι κανονισμοί 3950/92 και 536/93 την έννοια ότι η εφαρμογή του καθεστώτος που θεσπίζουν είναι ανεξάρτητη από την […] επίσημη ανακοίνωση [της χορηγήσεως] των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς στους παραγωγούς και/ή από την επίσημη ανακατανομή, εκ μέρους του κράτους μέλους, της συνολικής εγγυημένης ποσότητας μεταξύ των παραγωγών του κράτους αυτού;
4) Έχουν τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 3950/92 την έννοια ότι δεν χρειάζεται καμία επίσημη ανακοίνωση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς στους παραγωγούς ή είναι η χορήγηση της ατομικής ποσότητας αναφοράς ανεξάρτητη από την ατομική ανακοίνωση προς τους παραγωγούς αυτούς;»
– Στην υπόθεση C-484/00:
«[5)] Έχουν οι κανονισμοί 3950/92 και 536/93 την έννοια ότι η ατομική ποσότητα αναφοράς δεν χρειάζεται οπωσδήποτε να κοινοποιείται σε κάθε παραγωγό χωριστά, αλλά μπορεί να ανακοινώνεται με άλλες μορφές, όπως είναι η δημοσίευση επίσημων δελτίων;» (28).
– Στις υποθέσεις C-480/00, C-490/00 και C-491/00:
«[6)] Έχουν τα άρθρα 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 3950/92 και […] 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 536/93 την έννοια ότι αφήνουν στα κράτη μέλη την ευχέρεια να προβλέπουν ορισμένες ευνοούμενες κατηγορίες παραγωγών στις οποίες πρέπει να χορηγούνται αντισταθμίσεις κατά προτεραιότητα έναντι των άλλων;» (29).
– Στην υπόθεση C-481/00:
«[7)] Έχουν οι κανονισμοί 3950/92 και 536/93 την έννοια ότι επιτρέπουν στα κράτη μέλη να προβλέπουν ορισμένες ευνοούμενες κατηγορίες παραγωγών στις οποίες πρέπει να χορηγούνται αντισταθμίσεις κατά προτεραιότητα έναντι άλλων, δίνοντας συγκεκριμένα την προτεραιότητα στις ορεινές περιοχές έναντι των λεγόμενων “μειονεκτικών ζωνών”;» (30)
– Στην υπόθεση C-495/00:
«[8)] Επιτρέπει η κοινοτική νομοθεσία στο κράτος μέλος, εφόσον δεν υπάρχουν δυνατότητες αναδρομικών αντισταθμίσεων, να αναλάβει την εξόφληση των οφειλόμενων βάσει του κοινοτικού δικαίου ποσών χωρίς να κινδυνεύει να υποστεί κυρώσεις;» (31).
Β – Η υπόθεση C-303/00 της πρώτης ομάδας
40. Η Azienda Αgricola Marcello Balestreri e Maura Lena παράγει γάλα στον δήμο Stagno Lombardo (Ιταλία). Είναι κάτοχος ατομικής ποσότητας αναφοράς την οποία μίσθωσε και, εν συνεχεία, αγόρασε από άλλο παραγωγό. Κατόπιν ελέγχων που διεξήχθησαν στην εκμετάλλευση του παραγωγού αυτού, οι ιταλικές αρχές μείωσαν την ατομική ποσότητα αναφοράς που του είχε χορηγηθεί. Δεδομένου ότι η εν λόγω ποσότητα αναφοράς είχε αποτελέσει αντικείμενο παραχωρήσεως, οι αρμόδιες αρχές προέβησαν σε διόρθωση της ποσότητας αναφοράς που κατέχει η Azienda Agricola Marcello Balestreri e Maura Lena.
41. Η Azienda Agricola Marcello Balestreri e Maura Lena βάλλει κατά αυτής της διορθώσεως κυρίως για τον λόγο ότι η ΑΙΜΑ δεν είχε την εξουσία να προβαίνει σε εκ των υστέρων διορθώσεις για γεωργικές περιόδους που είχαν προ πολλού ολοκληρωθεί.
42. Το Tribunale amministrativo regionale del Lazio, μολονότι επισήμανε ότι το νομικό ζήτημα ήταν όμοιο με αυτό της υποθέσεως C-231/00, έκρινε ότι τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως C-303/00 καθιστούσαν αναγκαία την υποβολή στο Δικαστήριο των ακόλουθων προδικαστικών ερωτημάτων:
«1) Ερωτάται αν οι διατάξεις των άρθρων 1, 4, 6 και 7 του κανονισμού […] 3950/92 […], καθώς και των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού […] 536/93 […] επιτρέπουν την παρέκκλιση από τις προθεσμίες για τη χορήγηση των ποσοστώσεων και, συνακόλουθα, για τις αντισταθμίσεις και τις εισφορές, σε περίπτωση κατά την οποία, στ[ο] πλαίσι[ο] της επαληθεύσεως της νομιμότητας των συμβάσεων μισθώσεως και πωλήσεως των ιδίων ποσοστώσεων, διαπιστώνεται ότι εκείνες που είχαν χορηγηθεί αρχικά στον δικαιούχο είχαν υπολογιστεί κατ’ εσφαλμένο τρόπο, για λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται η διοίκηση.
2) Ερωτάται αν οι προαναφερθείσες κοινοτικές διατάξεις είναι έγκυρες, σε σχέση με το άρθρο 39 (νυν άρθρο 33) της Συνθήκης, στον βαθμό που [δεν] προβλέπουν ότι, σε περίπτωση μεταγενέστερης επαληθεύσεως των ατομικών ποσοστώσεων αναφοράς που έχουν αποτελέσει αντικείμενο μισθώσεως ή αγοραπωλησίας, μπορεί να χορηγηθεί αναδρομικώς η ποσόστωση με τη διόρθωση των ποσοστώσεων που προσδιορίζονταν εσφαλμένα για λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται η ίδια η διοίκηση.»
III – Εκτίμηση
43. Τα προδικαστικά ερωτήματα στις διάφορες υποθέσεις αφορούν τέσσερα διαφορετικά ζητήματα. Συγκεκριμένα, το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα αφορούν το ζήτημα της συμφωνίας των εκ των υστέρων διορθώσεων των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς και των οφειλόμενων συμπληρωματικών εισφορών με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα σχετίζονται με την κοινοποίηση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς στους παραγωγούς. Το έκτο και το έβδομο ερώτημα αφορούν το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη για τον καθορισμό των κατηγοριών παραγωγών στους οποίους μπορούν να χορηγηθούν κατά προτεραιότητα οι μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες αναφοράς. Το όγδοο ερώτημα αφορά τη δυνατότητα των κρατών μελών να προβαίνουν σε διευθετήσεις των οφειλόμενων ποσών. Τα τέσσερα αυτά ζητήματα θα εξετασθούν διαδοχικά.
Α – Επί της εκ των υστέρων διορθώσεως των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς και των συμπληρωματικών εισφορών που οφείλονται
1. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
44. Σε όλες τις υπό κρίση υποθέσεις, το αιτούν δικαστήριο, με το πρώτο του προδικαστικό ερώτημα, ερωτά αν η διόρθωση στην οποία προέβησαν οι ιταλικές αρχές το 1999, όσον αφορά τις ατομικές ποσότητες αναφοράς και τις συμπληρωματικές εισφορές που οφείλουν οι παραγωγοί γάλακτος, μετά την ανακατανομή των ποσοτήτων αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκαν, για τις περιόδους 1995/1996 και 1996/1997, αντιβαίνει ή όχι στα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 3950/92, καθώς και στα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 536/93. Στην υπόθεση C-303/00, το αιτούν δικαστήριο ερωτά επιπλέον αν οι διορθώσεις αυτές αντιβαίνουν ή όχι στα άρθρα 6 και 7 του κανονισμού 3950/92.
45. Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται επίσης στους όρους υπό τους οποίους πραγματοποιούνται αυτές οι διορθώσεις. Έτσι, στην υπόθεση C-231/00, στις υποθέσεις της δεύτερης ομάδας και στην υπόθεση C-495/00, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία τα εθνικά μέτρα εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος έχουν προσβληθεί με προσφυγές ενώπιον των διοικητικών ή δικαστικών αρχών. Στην υπόθεση C-451/00, το αιτούν δικαστήριο θέτει στην κρίση του Δικαστηρίου την περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη διόρθωση επήλθε μετά την έκδοση, εκ μέρους της Επιτροπής, στις 20 Μαΐου 1996, αιτιολογημένης γνώμης επί της σχετικής ιταλικής νομοθεσίας. Tέλος, στην υπόθεση C-303/00, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει, με το ερώτημά του, το γεγονός ότι η διόρθωση της ποσοστώσεως γάλακτος επήλθε κατόπιν ελέγχου της νομιμότητας της παραχωρήσεως της ποσοστώσεως αυτής μεταξύ παραγωγών.
46. Όπως θα γίνει εν συνεχεία αντιληπτό με τις παρούσες προτάσεις, οι διαφορετικές αυτές περιπτώσεις δεν ασκούν επιρροή στην απάντηση που πρέπει να δοθεί στον αιτούν δικαστήριο. Ομοίως, η αιτιολογία αυτής της απαντήσεως είναι, σε μεγάλο βαθμό, όμοια για όλα τα άρθρα των κανονισμών 3950/92 και 536/93 τα οποία αφορούν οι διάφορες υπό κρίση υποθέσεις.
47. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να εξετάσει αυτά τα πρώτα προδικαστικά ερωτήματα από κοινού και να θεωρήσει ότι με αυτά το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν τα άρθρα 1, 4, 6 και 7 του κανονισμού 3950/92, καθώς και τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 536/93 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν σε ένα κράτος μέλος να διορθώνει, κατόπιν ελέγχων, τις ατομικές ποσότητες αναφοράς που χορηγήθηκαν σε κάθε παραγωγό και, συνεπώς, να προβαίνει, μετά την ανακατανομή των ποσοτήτων αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκαν και σε χρόνο μεταγενέστερο της ημερομηνίας εκπνοής της προθεσμίας καταβολής των συμπληρωματικών εισφορών για τη συγκεκριμένη περίοδο, σε νέο υπολογισμό των εισφορών αυτών.
2. Ανάλυση
48. Είναι αληθές ότι σε κανένα άρθρο των κανονισμών 3950/92 και 536/93 δεν περιλαμβάνεται διάταξη σχετικά με τη διόρθωση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που χορηγούνται στους παραγωγούς γάλακτος και, συνεπώς, με τη διόρθωση των συμπληρωματικών εισφορών που αυτοί οφείλουν. Ειδικότερα, το άρθρο 7 του κανονισμού 536/93, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ελέγχου για τη διασφάλιση της εισπράξεως της συμπληρωματικής εισφοράς σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, ουδόλως αναφέρεται σε επαλήθευση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς (32).
49. Εντούτοις, εν αντιθέσει προς την άποψη των προσφευγόντων στις υποθέσεις των κυρίων δικών, εκτιμώ, όπως η Επιτροπή και η Ιταλική Κυβέρνηση και η Ελληνική Κυβέρνηση, ότι οι διορθώσεις στις οποίες προέβησαν οι ιταλικές αρχές δεν αντιβαίνουν στους κανονισμούς 3950/92 και 536/93.
50. Η εκτίμηση αυτή ερείδεται, πρώτον, στο περιεχόμενο των άρθρων που αναφέρει το αιτούν δικαστήριο και, δεύτερον, στους σκοπούς και την οικονομία της κανονιστικής ρυθμίσεως στην οποία περιλαμβάνονται τα άρθρα αυτά.
α) Το περιεχόμενο των άρθρων στα οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο
51. Από την εξέταση της διατυπώσεως των άρθρων αυτών προκύπτει ότι αυτά δεν περιλαμβάνουν καμία διάταξη απαγορεύουσα την πραγματοποίηση διορθώσεων όμοιων με τις πραγματοποιηθείσες στις υποθέσεις των κυρίων δικών.
52. Όσον αφορά, καταρχάς, τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 3950/92, εν αντιθέσει προς την εντύπωση που δίδει η διατύπωση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στις αποφάσεις περί παραπομπής, τα άρθρα αυτά δεν ορίζουν καμία προθεσμία για τη χορήγηση των ποσοστώσεων γάλακτος. Το άρθρο 4 ορίζει απλώς ότι η διαθέσιμη σε μια εκμετάλλευση ατομική ποσότητα αναφοράς είναι ίση προς τη διαθέσιμη στις 31 Μαρτίου 1993. Πρέπει να υπομνησθεί ότι ο κανονισμός 3950/92 αποσκοπεί στην παράταση του θεσπισθέντος με προηγούμενη νομοθεσία καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος. Ο εν λόγω κανονισμός αποσκοπεί, συνεπώς, στη συνέχιση αυτού του καθεστώτος και λαμβάνει ως δεδομένο ότι παραγωγοί διαθέτουν ήδη ποσοστώσεις γάλακτος κατ’ εφαρμογήν αυτής της νομοθεσίας (33). Ορίζει, επομένως, ευλόγως ότι οι ατομικές ποσότητες αναφοράς που χορηγούνται για τις περιόδους παραγωγής που θα ακολουθήσουν καθορίζονται βάσει των ποσοστώσεων γάλακτος που διαθέτουν οι παραγωγοί κατά την τελευταία ημέρα εφαρμογής αυτής της νομοθεσίας, ήτοι κατά την 31η Μαρτίου 1993.
53. Εντούτοις, οι ποσοστώσεις δεν καθορίζονται οριστικά για όλη τη διάρκεια παρατάσεως του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς. Συγκεκριμένα, το άρθρο 4 του κανονισμού 3950/92 ορίζει ρητώς ότι οι ποσοστώσεις μπορούν να αναπροσαρμόζονται για καθεμία από τις εν λόγω περιόδους παραγωγής, κατά τρόπο ώστε το σύνολο των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς για τις πωλήσεις στα γαλακτοπωλεία και τις απευθείας πωλήσεις να μην υπερβαίνει την αντίστοιχη συνολική εγγυημένη ποσότητα που χορηγήθηκε στο κράτος μέλος, λαμβανομένων υπόψη τυχόν μειώσεων που επιβάλλονται για την τροφοδοσία του εθνικού αποθέματος.
54. Επομένως, τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 3950/92 δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν στις εθνικές αρχές να προβαίνουν, σε χρόνο μεταγενέστερο της συγκεκριμένης περιόδου παραγωγής, σε διορθώσεις των εσφαλμένων ατομικών ποσοτήτων αναφοράς, δεδομένου ότι οι διορθώσεις αυτές έχουν ακριβώς ως σκοπό να μην υπερβαίνει η παραγωγή του κράτους μέλους για την οποία δεν υφίσταται υποχρέωση καταβολής συμπληρωματικής εισφοράς τη συνολική εγγυημένη ποσότητα που χορηγήθηκε στο εν λόγω κράτος μέλος.
55. Δεύτερον, όσον αφορά τα άρθρα 6 και 7 του κανονισμού 3950/92, που αφορούν τις παραχωρήσεις των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς, το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρινίζει κατά ποιο τρόπο τα εν λόγω άρθρα ενδέχεται να απαγορεύουν τους επίμαχους ελέγχους και διορθώσεις (34).
56. Πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 6 του κανονισμού 3950/92 ορίζει ότι τα κράτη μέλη επιτρέπουν, πριν από ημερομηνία την οποία έχουν καθορίσει και πάντως πριν από την 31η Δεκεμβρίου, προσωρινές παραχωρήσεις των ποσοστώσεων γάλακτος για περίοδο δώδεκα μηνών. Το άρθρο αυτό δεν απαγορεύει την πραγματοποίηση, μετά την πάροδο αυτής της ημερομηνίας, ελέγχων και διορθώσεων επί της ποσότητας που μεταβιβάζεται για μια περίοδο παραγωγής. Συγκεκριμένα, η ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου αποτελεί απλώς το χρονικό όριο πέρα από το οποίο οι παραγωγοί δεν δύνανται πλέον να συμφωνήσουν σε παραχώρηση ποσοστώσεως γάλακτος για την περίοδο παραγωγής που διανύουν. Όσον αφορά το άρθρο 7 του ίδιου κανονισμού, το άρθρο αυτό δεν προβλέπει καμία προθεσμία δυνάμενη να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να προβαίνουν σε εκ των υστέρων έλεγχο της ακρίβειας της ποσοστώσεως που παραχωρείται.
57. Τρίτον, όσον αφορά τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 536/93, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η παράγραφος 2 των άρθρων αυτών ορίζει ότι ο αγοραστής και ο παραγωγός που πωλεί απευθείας τα προϊόντα του οφείλουν να κοινοποιούν, πριν από τις 15 Μαΐου κάθε έτους, στην αρμόδια εθνική αρχή, αντιστοίχως, τα λογιστικά στοιχεία για την περισυλλογή του γάλακτος και για την παραγωγή της διανυθείσας περιόδου. Η παράγραφος 3 των άρθρων αυτών ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι η αρμόδια αρχή θα κοινοποιεί στον αγοραστή ή στον παραγωγό το ποσό της εισφοράς που οφείλει αφού κατανεμηθούν εκ νέου ή όχι, ολικώς ή μερικώς, οι μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες αναφοράς. Τέλος, κατά την παράγραφο 4 των άρθρων αυτών, ο αγοραστής και ο παραγωγός οφείλουν να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά πριν από την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους.
58. Όπως τονίζουν οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών, είναι αληθές ότι οι προθεσμίες των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού 536/93 είναι επιτακτικές, εφόσον ο κοινοτικός νομοθέτης μερίμνησε για την επιβολή προστίμων στον αγοραστή και στον παραγωγό που δεν τις τηρούν. Η ερμηνεία αυτή ταυτίζεται με την ερμηνεία που έδωσε στις προθεσμίες αυτές το Δικαστήριο με την απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, Molkereigenossenschaft Wiedergeltingen (35).
59. Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν ότι τα άρθρα αυτά απαγορεύουν την εκ των υστέρων διόρθωση των εσφαλμένων ατομικών ποσοτήτων αναφοράς και των συμπληρωματικών εισφορών που οφείλονται για συγκεκριμένη περίοδο παραγωγής. Πράγματι, αφενός, οι προθεσμίες αυτές αφορούν την εξέλιξη της τακτικής διοικητικής διαδικασίας και όχι την εκ μέρους των αρμόδιων εθνικών αρχών πραγματοποίηση ελέγχων και διορθώσεων των λαθών ή των παρατυπιών. Αφετέρου, ο επιτακτικός χαρακτήρας των προθεσμιών της διοικητικής διαδικασίας που αποσκοπεί στη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως δεν είναι ασυμβίβαστος με την εκ των υστέρων πραγματοποίηση ελέγχων και διορθώσεων που αποσκοπούν ομοίως στην ορθή εφαρμογή της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως.
60. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι οι εκ των υστέρων έλεγχοι προβλέπονται ρητά στο άρθρο 7 του κανονισμού 536/93, όσον αφορά την ακρίβεια των σχετικών με την περισυλλογή γάλακτος και τις απευθείας πωλήσεις λογιστικών πινάκων τους οποίους καταρτίζουν οι αγοραστές και οι παραγωγοί (36). Είναι αληθές ότι τέτοιοι έλεγχοι μπορούν να διεξαχθούν μόνο μετά τη λήξη της συγκεκριμένης περιόδου παραγωγής, εφόσον αποσκοπούν στην επαλήθευση των λογιστικών στοιχείων που αφορούν την εν λόγω περίοδο. Επιπλέον, οι έλεγχοι αυτοί μπορούν αδιαμφισβήτητα να καταλήξουν σε διορθώσεις των συμπληρωματικών εισφορών που οφείλει ένας αγοραστής ή ένας παραγωγός μετά τη λήξη της προθεσμίας για την καταβολή των ποσών που οφείλονται για την εν λόγω περίοδο. Επομένως, οι προσφεύγοντες δεν δύνανται να υποστηρίζουν ότι τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 536/93 απαγορεύουν την εκ των υστέρων διόρθωση των εσφαλμένων ατομικών ποσοτήτων αναφοράς και, συνεπώς, την τροποποίηση των συμπληρωματικών εισφορών που οφείλονται για τη συγκεκριμένη περίοδο παραγωγής.
61. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται, κατά την άποψή μου, από τους σκοπούς και την οικονομία της επίμαχης κανονιστικής ρυθμίσεως.
β) Οι σκοποί και η οικονομία της επίμαχης κανονιστικής ρυθμίσεως
62. Πρέπει να υπομνησθεί ότι το θεσπισθέν το 1984 καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος αποτελεί ένα νομοθετικό κείμενο ρυθμίσεως της αγοράς, το οποίο έχει ως σκοπό να επιφέρει ισορροπία μεταξύ της παραγωγής γάλακτος και της κατανάλωσης. Η ισορροπία αυτή είναι αναγκαία προκειμένου να είναι σε θέση η Κοινότητα να διατηρεί μια ενδεικτική τιμή για το γάλα, ικανή να διασφαλίζει στους παραγωγούς ένα δίκαιο βιοτικό επίπεδο, χωρίς να επιβαρύνεται με πολύ υψηλές δαπάνες παρεμβάσεως (37). Το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς έχει, συνεπώς, ως σκοπό να επιτρέψει στην Κοινότητα να στηρίζει τις τιμές παραγωγής, συγκρατώντας τις δαπάνες που προκαλούνται από αυτή τη στήριξη.
63. Προκειμένου να υλοποιήσει αυτούς τους στόχους, ο κοινοτικός νομοθέτης έθεσε ως βάση του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς δύο κυρίως όρους. Πρώτον, το καθεστώς αυτό προϋποθέτει τον καθορισμό της κοινοτικής συνολικής ποσότητας αναφοράς, η οποία αποτελεί το πλαίσιο εντός του οποίου η Κοινότητα είναι σε θέση να στηρίζει τις τιμές και, συνεπώς, να εξασφαλίζει ένα δίκαιο εισόδημα στους παραγωγούς. Δεύτερον, πρόκειται για τον καταμερισμό αυτής της συνολικής εγγυημένης ποσότητας μεταξύ των γαλακτοπαραγωγών των διαφόρων κρατών μελών, με την επιβολή στους υπερβαίνοντες το μερίδιό τους παραγωγούς της υποχρεώσεως να φέρουν οι ίδιοι τις δαπάνες της διαθέσεως αυτού του πλεονάσματος. Η ποσόστωση που επιβάλλεται με τον τρόπο αυτό σε κάθε παραγωγό και η υποχρέωση καταβολής συμπληρωματικής εισφοράς, σε περίπτωση υπερβάσεως αυτής της ποσοστώσεως, αντισταθμίζουν τα πλεονεκτήματα που παρέχει ο καθορισμός ενδεικτικής τιμής. Το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος βασίζεται, συνεπώς, στην αλληλεγγύη των γαλακτοπαραγωγών της Κοινότητας, οι οποίοι, αντισταθμίζοντας τη στήριξη που παρέχεται στην παραγωγή τους, κατανέμουν μεταξύ τους την ποσότητα εντός του ορίου μέχρι το οποίο η Κοινότητα μπορεί να τους προσφέρει αυτήν την στήριξη.
64. Με τους κανονισμούς 3950/92 και 536/93, ο κοινοτικός νομοθέτης αποφάσισε να παρατείνει αυτό το καθεστώς, προκειμένου να επέλθει καλύτερη ισορροπία στην αγορά. Ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε να διατηρήσει τη μέθοδο που συνίσταται σε καθορισμό συνολικής ποσότητας αναφοράς την οποία το άθροισμα των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς δεν πρέπει να υπερβαίνει. Προκειμένου να καταστήσει αποτελεσματικότερο αυτό το καθεστώς, ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε, με τον κανονισμό 536/93, αυστηρούς κανόνες όσον αφορά τις προθεσμίες κοινοποιήσεως των σχετικών με την περισυλλογή γάλακτος και τις απευθείας πωλήσεις στοιχείων, καθώς και όσον αφορά την καταβολή των οφειλόμενων ποσών.
65. Λαμβανομένων υπόψη αυτών των στοιχείων, η επίτευξη των σκοπών του κοινοτικού νομοθέτη προϋποθέτει, κατ’ ανάγκην, ότι, αφενός, η ποσότητα γάλακτος που κάθε παραγωγός δικαιούται να παράγει χωρίς να οφείλει συμπληρωματική εισφορά καθορίζεται επακριβώς και ότι, αφετέρου, οι συμπληρωματικές εισφορές που οι παραγωγοί οφείλουν επί της υπερβαίνουσας την ποσότητα αυτή παραγωγής εισπράττονται πραγματικά για λογαριασμό της Κοινότητας.
66. Πιο συγκεκριμένα, η επίτευξη των σκοπών του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος θα ετίθετο σε κίνδυνο, αν, κατόπιν εσφαλμένου καθορισμού των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς, η παραγωγή γάλακτος σε ένα κράτος μέλος υπερέβαινε τη χορηγηθείσα σε αυτό συνολική εγγυημένη ποσότητα, χωρίς να καταβάλλεται η οφειλόμενη για την υπέρβαση αυτή συμπληρωματική εισφορά. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, η αλληλεγγύη επί της οποίας εδράζεται το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος θα ανατρεπόταν, καθώς ορισμένοι παραγωγοί θα απολάμβαναν τα πλεονεκτήματα του καθορισμού ενδεικτικής τιμής για το γάλα χωρίς να υφίστανται τις αναγκαίες για τη διατήρηση της ενδεικτικής αυτής τιμής πιέσεις. Ως εκ τούτου, οι παραγωγοί που θα απαλλάσσονταν εσφαλμένα από την υποχρέωση καταβολής συμπληρωματικής εισφοράς για την πλεονάζουσα παραγωγή θα είχαν αδικαιολόγητα ένα πλεονέκτημα στον τομέα του ανταγωνισμού έναντι των παραγωγών των κρατών μελών που εφαρμόζουν ορθώς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
67. Από την ανωτέρω ανάλυση συνάγονται δύο συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι τα κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να διορθώνουν, μετά τη λήξη της οικείας περιόδου παραγωγής, τις εσφαλμένες ατομικές ποσότητες αναφοράς και να τροποποιούν τις συμπληρωματικές εισφορές που οφείλονται για την εν λόγω περίοδο. Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι οι διατάξεις που αποσκοπούν στη διασφάλιση της εν ευθέτω χρόνω καταβολής της εν λόγω εισφοράς δεν πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο που να καθιστά αδύνατες τέτοιες διορθώσεις. Εν συνεχεία, θα εξετασθούν διαδοχικά τα δύο αυτά συμπεράσματα.
68. Όσον αφορά, καταρχάς, την υποχρέωση των κρατών μελών να διορθώνουν, μετά τη λήξη της οικείας περιόδου παραγωγής, τις εσφαλμένες ατομικές ποσότητες αναφοράς και τις συμπληρωματικές εισφορές που οφείλονται, η υποχρέωση αυτή απορρέει, κατά την άποψη μου, από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 10 ΕΚ).
69. Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα Συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας». Κατά πάγια νομολογία, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που αποτελούν τη βάση της Κοινότητας και διέπουν τις σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, εναπόκειται στα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης, να διασφαλίζουν στο έδαφός τους την εφαρμογή των κοινοτικών ρυθμίσεων. Εφόσον το κοινοτικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των γενικών του αρχών, δεν περιλαμβάνει κοινούς κανόνες για το θέμα αυτό, οι εθνικές αρχές ενεργούν, κατά την εφαρμογή αυτών των ρυθμίσεων, βάσει των τυπικών και ουσιαστικών κανόνων του εθνικού τους δικαίου, με την προϋπόθεση ότι οι εθνικοί αυτοί κανόνες συνάδουν προς την επιταγή ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, η οποία είναι αναγκαία για την αποφυγή της άνισης μεταχειρίσεως των επιχειρηματιών. Επιπλέον, οι κανόνες αυτοί δεν θα πρέπει να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως (38).
70. Από τη νομολογία αυτή συνάγεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η ισχύουσα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με τη διόρθωση, μετά τη λήξη της οικείας περιόδου, των εσφαλμένων ποσοστώσεων γάλακτος και των συμπληρωματικών εισφορών που οφείλονται για την εν λόγω περίοδο, απόκειται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να λάβει, σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού του δικαίου, τα αναγκαία προς τούτο μέτρα.
71. Όπως επισημαίνει και το αιτούν δικαστήριο με τις αποφάσεις περί παραπομπής, είναι πρόδηλο ότι, εν προκειμένω, η υποχρέωση αυτή υφίστατο. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στις αποφάσεις περί παραπομπής, οι ατομικές ποσότητες αναφοράς που χορηγήθηκαν αρχικώς από τις ιταλικές αρχές περιείχαν πληθώρα λαθών, τα οποία οφείλονταν κυρίως στο γεγονός ότι η πραγματική παραγωγή βάσει της οποίας χορηγήθηκαν αυτές οι ποσότητες είχε βεβαιωθεί από τους ίδιους τους παραγωγούς (39). Μεταξύ των λαθών που εντοπίστηκαν, η κυβερνητική εξεταστική επιτροπή διαπίστωσε, ιδίως, ότι περισσότερες από δύo χιλιάδες εκμεταλλεύσεις που είχαν δηλώσει ότι παράγουν γάλα δεν διέθεταν αγελάδες (40). Είναι αδιαμφισβήτητο ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 της Συνθήκης, οι ιταλικές αρχές όφειλαν να λάβουν τα αναγκαία για τη διόρθωση τέτοιων παρατυπιών μέτρα (41). Συνεπώς, όφειλαν να προβούν στις διορθώσεις αυτές, προκειμένου να διασφαλίσουν την ορθή εφαρμογή του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος για τις περιόδους παραγωγής 1995/1996 και 1996/1997 (42).
72. Επιπλέον, οι διορθώσεις αυτές ανταποκρίνονται πλήρως στους ειδικούς σκοπούς της εφαρμοστέας ρυθμίσεως (43). Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 536/93 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ελέγχου για τη διασφάλιση της εισπράξεως της συμπληρωματικής εισφοράς. Τα κράτη μέλη οφείλουν, μεταξύ άλλων, να επαληθεύουν στην πράξη την ακρίβεια των λογιστικών στοιχείων σχετικά με τις ποσότητες που περισυνελέγησαν ή πωλήθηκαν από τους αγοραστές ή τους παραγωγούς. Με τη διάταξη αυτή, ο κοινοτικός νομοθέτης έκρινε ότι τα κράτη μέλη πρέπει να καθιερώσουν κατάλληλα μέσα για την εκ των υστέρων διεξαγωγή ελέγχου, προκειμένου να διαπιστώνουν ότι η συμπληρωματική εισφορά εισπράχθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις (44). Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο σκοπός αυτός και ο ορθός καθορισμός της συμπληρωματικής εισφοράς που οφείλουν οι παραγωγοί μπορούν να επιτευχθούν μόνον αν οι ατομικές ποσότητες αναφοράς βάσει των οποίων υπολογίζεται η υπέρβαση του ορίου παραγωγής είναι ακριβείς.
73. Δεύτερον, από τον σκοπό και την οικονομία της επίμαχης ρυθμίσεως συνάγεται ότι, εν αντιθέσει προς τον ισχυρισμό των προσφευγόντων των κυρίων δικών, οι διατάξεις που αποσκοπούν στη διασφάλιση της εν ευθέτω χρόνω καταβολής των συμπληρωματικών εισφορών δεν πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο που να καθιστά αδύνατη τη διόρθωση των εσφαλμένων ατομικών ποσοτήτων αναφοράς μετά την οικεία περίοδο παραγωγής.
74. Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, θα ήταν παράδοξο και αντίθετο προς τον σκοπό των διατάξεων να ερμηνευθούν αυτές ως αποτελούσες πρόσκομμα στην πραγματοποίηση των διορθώσεων, οι οποίες αποσκοπούν ομοίως στη διασφάλιση της εισπράξεως των συμπληρωματικών εισφορών που οφείλονται πραγματικά βάσει της ισχύουσας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Μια τέτοια ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα να ενθαρρύνεται η παράβαση των διατάξεων αυτής της κοινοτικής ρυθμίσεως, καθόσον ένα κράτος μέλος θα μπορούσε να την εφαρμόσει εσφαλμένα, να μην προβεί σε διόρθωση των ποσοστώσεων γάλακτος πριν ή κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου παραγωγής και να μην έχει, εν συνεχεία, τη δυνατότητα να διορθώσει τις παρατυπίες της εν λόγω περιόδου.
75. Η ως άνω ανάλυση ισχύει, κατά την άποψή μου, σε όλες τις περιπτώσεις οι οποίες, κατά το αιτούν δικαστήριο, οδήγησαν στους ελέγχους και στις διορθώσεις που πραγματοποίησαν οι ιταλικές αρχές. Πράγματι, στερείται σημασίας το γεγονός ότι τα λάθη στον καθορισμό των ποσοστώσεων διαπιστώθηκαν μετά την προσβολή, ενώπιον διοικητικών ή δικαστικών αρχών, των ληφθέντων προς εφαρμογή του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς μέτρων ή στο πλαίσιο ελέγχου της νομιμότητας της παραχωρήσεως ποσοστώσεως γάλακτος ή ακόμη και μετά την νομοθετική τροποποίηση που κατέστησε την εθνική νομοθεσία σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η υποχρέωση των ιταλικών αρχών να διορθώσουν τις εσφαλμένες ατομικές ποσότητες αναφοράς, προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή εφαρμογή του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, παραμένει ίδια.
76. Εν αντιθέσει προς τις ανωτέρω σκέψεις, οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών υποστηρίζουν ότι οι επίμαχες διορθώσεις είναι αντίθετες προς τις αρχές της αναλογικότητας και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ως προς την αρχή της αναλογικότητας, υποστηρίζουν ότι η επιβολή της κυρώσεως της συμπληρωματικής εισφοράς επιτρέπεται μόνον αν αυτή δεν υπερβαίνει το ποσό που είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της ρυθμίσεως την οποία παρέβη ο παραγωγός. Η αίτηση περί καταβολής συμπληρωματικής εισφοράς μετά τη λήξη της προθεσμίας καταβολής του ποσού αυτού για τη συγκεκριμένη περίοδο είναι, κατά τους προσφεύγοντες, παράλογη, αν θεωρηθεί ότι η ποσότητα αναφοράς βάσει της οποίας υπολογίστηκε αυτή η εισφορά δεν βασίζεται στην πραγματική ετήσια παραγωγή που προβλέπει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Όσον αφορά την αρχή προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η αρχή αυτή παραβιάσθηκε διότι οι παραγωγοί ανέμεναν ότι μέτρα με αντίκτυπο επί των επενδύσεων στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας γάλακτος θα τους κοινοποιούνταν εν ευθέτω χρόνω. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι προσφεύγοντες ενέμειναν στον ισχυρισμό ότι δεν μπόρεσαν να λάβουν γνώση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που τους είχαν χορηγηθεί για τις συγκεκριμένες περιόδους παραγωγής και ότι, ως εκ τούτου, οι διορθώσεις στην οποίες προέβησαν οι ιταλικές αρχές το 1999 συνιστούσαν, στην πραγματικότητα, αναδρομική χορήγηση ποσοστώσεων.
77. Είναι αληθές ότι η υποχρέωση τηρήσεως των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι αρχές της αναλογικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, επιβάλλεται σε κάθε αρμόδια για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου εθνική αρχή (45). Εντούτοις, τα επιχειρήματα των προσφευγόντων των κυρίων δικών δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
78. Όσον αφορά, καταρχάς, την αρχή της αναλογικότητας, είναι γνωστό ότι, βάσει αυτής της αρχής, η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει είναι πρόσφορη και να μην υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο (46). Εν αντιθέσει προς την άποψη των προσφευγόντων των κυρίων δικών, η συμπληρωματική εισφορά δεν αποτελεί κύρωση παρόμοια με τα πρόστιμα που προβλέπουν τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 536/93 σε περίπτωση μη τηρήσεως των προθεσμιών που τάσσονται για την κοινοποίηση των λογιστικών στοιχείων και την καταβολή των οφειλόμενων ποσών. Συγκεκριμένα, η εισφορά αυτή δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στην εκ μέρους των παραγωγών τήρηση των ποσοστώσεων που τους χορηγήθηκαν, η οποία θα καθιστούσε πράγματι δυσανάλογη προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς τη συνολική είσπραξη της εισφοράς μετά τη λήξη της οικείας περιόδου παραγωγής. Όπως έχει επισημανθεί ανωτέρω, η εισφορά αυτή έχει επίσης ως σκοπό να προσφέρει στην Κοινότητα τα αναγκαία κονδύλια για τη διάθεση των προϊόντων που οι παραγωγοί παρήγαγαν καθ’ υπέρβαση των ποσοστώσεών τους. Όπως ανέφερε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το πλεόνασμα αυτό της παραγωγής εξακολουθεί να υφίσταται επί μακρόν μετά το τέλος της οικείας περιόδου, κυρίως υπό τη μορφή αποθέματος γαλακτοκομικών προϊόντων. Η είσπραξη των οφειλόμενων για δεδομένη περίοδο παραγωγής συμπληρωματικών εισφορών μερικά έτη μετά την ολοκλήρωση της περιόδου αυτής, εντός των ορίων που προβλέπει το εθνικό δίκαιο για τις ομοειδείς πιστώσεις, δεν υπερβαίνει, συνεπώς, τους σκοπούς της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως στον τομέα του γάλακτος.
79. Όσον αφορά το ζήτημα αν η ατομική ποσότητα αναφοράς, βάσει της οποίας υπολογίστηκε η οφειλόμενη συμπληρωματική εισφορά, καθορίστηκε σύμφωνα με την ισχύουσα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, αυτό δεν είναι, κατά την άποψή μου, κρίσιμο για την εκτίμηση παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας.
80. Όσον αφορά, περαιτέρω, την αρχή προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, οι προσφεύγοντες δεν δύνανται να την επικαλούνται για τους ακόλουθους λόγους.
81. Καταρχάς, όπως ορθώς επισήμανε το εθνικό δικαστήριο, εφόσον οι ποσοστώσεις γάλακτος χορηγήθηκαν από τη διοίκηση σύμφωνα με κριτήρια αντικειμενικά, προκαθορισμένα και γνωστά, και δεδομένου ότι το μοναδικό στοιχείο που διαφοροποιείται είναι η παραγωγή του συγκεκριμένου παραγωγού κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς που επελέγη για τον καθορισμό των ποσοστώσεων γάλακτος, ο παραγωγός αυτός δεν μπορεί να έχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη διατήρηση μιας ανακριβούς ατομικής ποσότητας αναφοράς (47). Κατά μείζονα λόγο, οι κάτοχοι γεωργικών εκμεταλλεύσεων που, προκειμένου να αποκτήσουν παρατύπως ποσόστωση γάλακτος, υπέβαλαν ψευδείς δηλώσεις στην αρμόδια εθνική αρχή ως προς την παραγωγή τους γάλακτος κατά την περίοδο αναφοράς, ουδόλως μπορούν να επικαλούνται δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τη διατήρηση της ποσοστώσεως αυτής και να αντιτίθενται στην άρση των αποτελεσμάτων αυτής της απάτης μετά τη συγκεκριμένη περίοδο παραγωγής (48).
82. Επιπροσθέτως, οι παραγωγοί δεν δύνανται να έχουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς την ανακατανομή, κατά τη λήξη μιας περιόδου παραγωγής, ορισμένης μη χρησιμοποιηθείσας ατομικής ποσότητας αναφοράς. Πράγματι, μια τέτοια ανακατανομή είναι, εκ φύσεως, υποθετική, ενώ δεν δύναται να καθοριστεί εκ των προτέρων, καθώς εξαρτάται από τη δραστηριότητα των άλλων παραγωγών. Ένας παραγωγός δεν μπορεί, επομένως, να έχει, προ της ενάρξεως μιας περιόδου παραγωγής, δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς την ανακατανομή καθορισμένου τμήματος των ποσοστώσεων που δεν χρησιμοποιήθηκαν. Συνεπώς, οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών δεν δύνανται να αντιτίθενται σε μια τροποποίηση, κατόπιν των διεξαχθέντων από τις εθνικές αρχές ελέγχων, της ανακατανομής των ποσοτήτων αυτών, τις οποίες οι προσφεύγοντες διέθεταν αρχικώς, κατά τις περιόδους 1995/1996 και 1996/1997.
83. Τέλος, όσον αφορά τους προσφεύγοντες των κυρίων δικών που ισχυρίζονται ότι οι εθνικές αρχές δεν τους κοινοποίησαν τις ποσοστώσεις τους γάλακτος πριν το 1998, είναι δύσκολο να γίνει δεκτό ότι οι προσφεύγοντες μπορούσαν καλόπιστα να πιστεύουν ότι είχαν δικαίωμα να παράγουν γάλα χωρίς κανέναν περιορισμό κατά τις περιόδους από το 1995 έως 1997, ήτοι ένδεκα έτη μετά τη θέσπιση του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος. Δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ότι η μη προσήκουσα, εκ μέρους των αρμόδιων αρχών, κοινοποίηση των ποσοστώσεων γάλακτος, στην περίπτωση κατά την οποία αυτή θα αποδεικνυόταν, μπορεί να δικαιολογήσει την απαλλαγή αυτών των παραγωγών από την υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων συμπληρωματικών εισφορών. Όπως υποστήριξαν η Επιτροπή και το Συμβούλιο με τις προφορικές τους παρατηρήσεις, τα κράτη μέλη εισέπραξαν τις εισφορές αυτές για λογαριασμό της Κοινότητας, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι δαπάνες της ΚΓΠ στον τομέα του γάλακτος. Επιπλέον, η είσπραξη αυτής της εισφοράς είναι αναγκαία προκειμένου όλοι οι παραγωγοί γάλακτος να βρίσκονται, όσον αφορά τον ανταγωνισμό, στην ίδια θέση.
84. Απόκειται στους παραγωγούς που εκτιμούν ότι, λόγω της μη ορθής, εκ μέρους των ιταλικών αρχών, εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, υπέστησαν ζημία να ασκήσουν ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου αγωγή αποζημιώσεως κατά του Ιταλικού Δημοσίου (49).
85. Λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι τα άρθρα 1, 4, 6 και 7 του κανονισμού 3950/92, καθώς και τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 536/93 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να διορθώνει, κατόπιν ελέγχων, τις ατομικές ποσότητες αναφοράς που χορηγήθηκαν σε κάθε παραγωγό και να υπολογίζει, συνεπώς, εκ νέου, κατόπιν ανακατανομής των ποσοτήτων αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκαν, τις συμπληρωματικές εισφορές που οφείλονται, μετά τη λήξη της προθεσμίας καταβολής των εισφορών αυτών για τη συγκεκριμένη περίοδο παραγωγής.
3. Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος όλων των υπό κρίση υποθέσεων
86. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν τα άρθρα 1, 4, 6 και 7 του κανονισμού 3950/92, καθώς και τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 536/93, στον βαθμό κατά τον οποίο απαγορεύουν τους επίμαχους ελέγχους και διορθώσεις, είναι σύμφωνα προς το άρθρο 39 της Συνθήκης.
87. Δεδομένου ότι το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε μόνο για την περίπτωση κατά την οποία τα ως άνω άρθρα πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν τους επίμαχους ελέγχους και διορθώσεις, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα αυτό.
Β – Επί της κοινοποιήσεως των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς
1. Επί του παραδεκτού του τρίτου, του τετάρτου και του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
88. Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό του τρίτου, του τετάρτου και του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος. Επισημαίνει ότι το αιτούν δικαστήριο περιορίστηκε να διαπιστώσει ότι είναι αναγκαία η κρίση του Δικαστηρίου επί των ερωτημάτων αυτών, χωρίς να διευκρινίσει με ποιο τρόπο εντάσσονται τα ερωτήματα αυτά στο νομικό πλαίσιο και στα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων των κυρίων δικών και για ποιο λόγο εκτιμά ότι η απάντηση σ’ αυτά είναι κρίσιμη για την επίλυση των εν λόγω διαφορών.
89. Εκτιμώ ότι θα ήταν αντίθετο προς το πνεύμα συνεργασίας μεταξύ των δικαστηρίων, το οποίο διαπνέει τη διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής, να κριθούν απαράδεκτα τα τρία επίμαχα ερωτήματα. Η άποψη αυτή βασίζεται στους ακόλουθους λόγους.
90. Η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου αναφορά στα πραγματικά περιστατικά είναι πολύ περιληπτική και αρκετά ασαφής. Ως εκ τούτου, από τις αποφάσεις περί παραπομπής στις υποθέσεις της δεύτερης ομάδας, οι οποίες επαναλαμβάνουν το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής στην υπόθεση C-231/00, προκύπτει απλώς ότι η ιταλική νομοθεσία που θεσπίσθηκε το 1992 όρισε ότι ο κατάλογος των παραγωγών και οι ποσοστώσεις γάλακτος θα δημοσιεύονται σε επίσημα δελτία καταρτισθέντα ανά περιφέρεια. Με τη νομοθεσία αυτή ορίστηκε επίσης ότι οι ατομικές αυτές ποσοστώσεις διαιρούνται σε δύο τμήματα και κατανέμονται ανάλογα με την παραγωγή κατά τις περιόδους 1988/1989 ή 1991/1992.
91. Προκαλεί πράγματι δυσχέρειες το γεγονός ότι το αιτούν δικαστήριο δεν προσπάθησε να καταστήσει σαφέστερο τον λόγο για τον οποίο έκρινε αναγκαία την υποβολή πρόσθετων ερωτημάτων στις υποθέσεις της δεύτερης ομάδας. Επιπλέον, δεν παρέσχε καμία εξήγηση για τους λόγους για τους οποίους υπέβαλε το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στις οκτώ από τις δέκα υποθέσεις της δεύτερης ομάδας και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα αποκλειστικά στην υπόθεση C-484/00.
92. Εντούτοις, πρέπει να υπομνησθεί ότι η επιταγή περί επαρκούς προσδιορισμού, με την απόφαση περί παραπομπής, του νομικού πλαισίου και των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς των κυρίων δικών επιτελεί δύο λειτουργίες. Αφενός, έχει ως σκοπό να παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να προβαίνει σε χρήσιμη για τον εθνικό δικαστή ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου (50). Αφετέρου, έχει ως σκοπό να παρέχει στις κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και στα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου (51).
93. Εν προκειμένω, φρονώ ότι τα ανωτέρω εκτεθέντα στοιχεία επιτρέπουν να δοθεί χρήσιμη απάντηση στα τρία προδικαστικά ερωτήματα. Συγκεκριμένα, προκύπτει ότι οι ποσοστώσεις γάλακτος που χορηγήθηκαν για πρώτη φορά στους ιταλούς παραγωγούς μετά το 1992 δημοσιεύθηκαν σε επίσημα δελτία. Επιπλέον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση επιβεβαιώθηκε ότι οι διαφορές των κυρίων δικών αφορούν ομοίως το ζήτημα αν η κοινοποίηση αυτή ήταν σύμφωνη με τις επιταγές του ισχύοντος κοινοτικού δικαίου, καθώς οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι δεν είχαν πρόσβαση στα δελτία αυτά και ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν τις ποσοστώσεις γάλακτος που τους είχαν χορηγηθεί. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή και Ιταλική Κυβέρνηση μπόρεσαν να υποβάλουν εγγράφως και προφορικώς τις παρατηρήσεις του επί του ζητήματος αυτού.
94. Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να κρίνει παραδεκτά τα τρία υπό κρίση ερωτήματα.
2. Επί της ουσίας
95. Με το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν οι κανονισμοί 3950/92 και 536/93 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιβάλλουν την υποχρέωση κοινοποιήσεως στους παραγωγούς των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η κοινοποίηση αυτή πρέπει να απευθύνεται ατομικά σε κάθε παραγωγό ή αν μπορεί να πραγματοποιείται υπό άλλες μορφές, όπως η δημοσίευση επίσημων δελτίων.
α) Επί της υπάρξεως της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως
96. Οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών, καθώς και η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή συμφωνούν ότι ατομικές ποσότητες αναφοράς πρέπει να κοινοποιούνται στους παραγωγούς. Ομοίως, φρονώ ότι, μολονότι δεν προβλέπεται ρητώς από την ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση, η υποχρέωση κοινοποιήσεως επιβάλλεται με σαφήνεια από τους σκοπούς και την οικονομία του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος.
97. Συγκεκριμένα, αφενός, επισημάνθηκε ήδη ότι το καθεστώς αυτό έχει ως σκοπό να μην υπερβαίνει η παραγωγή γάλακτος στην Κοινότητα μια συνολική εγγυημένη ποσότητα που καθορίζεται σε κοινοτικό επίπεδο και κατανέμεται από τα κράτη μέλη μεταξύ των παραγωγών. Η επίτευξη αυτού του σκοπού προϋποθέτει συνεπώς, λογικά και κατ’ ανάγκην, ότι οι παραγωγοί έχουν ενημερωθεί για το αναλογούν σε αυτούς τμήμα της συνολικής εγγυημένης ποσότητας το οποίο οφείλουν να μην υπερβούν.
98. Αφετέρου, είναι αληθές ότι οι παραγωγοί δεν δύνανται να καθορίζουν οι ίδιοι, βάσει της συνολικής εγγυημένης ποσότητας που χορηγείται στο οικείο κράτος μέλος για τις απευθείας πωλήσεις και τις πωλήσεις στα γαλακτοπωλεία, το τμήμα που τους αναλογεί για τις ποσότητες αυτές. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο κανονισμός 3950/92 προέβλεψε ότι το κράτος μέλος μπορεί να τροποποιήσει, πριν από κάθε περίοδο παραγωγής, τις ποσοστώσεις γάλακτος που είναι διαθέσιμες στην εκμετάλλευση την 31η Μαρτίου 1993, ανάλογα με την συνολική εγγυημένη ποσότητα που του χορηγήθηκε, προκειμένου το άθροισμα των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς να μην υπερβαίνει την εν λόγω ποσότητα (52). Ομοίως, κάθε κράτος μέλος μπορεί να προβαίνει σε γραμμική μείωση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς, προκειμένου να τροφοδοτεί το εθνικό του απόθεμα (53). Το κράτος μέλος μπορεί, επίσης, να προσαρμόζει τις ποσότητες αναφοράς που χορηγήθηκαν σε έναν παραγωγό ανάλογα με την εξέλιξη της δραστηριότητάς του (54) και να ρυθμίζει τις προσωρινές παραχωρήσεις αυτών των ποσοτήτων (55). Επομένως, μόνο το κράτος μέλος είναι σε θέση να καθορίσει επακριβώς ποια θα είναι, κατόπιν αυτών των τροποποιήσεων, η νέα ποσότητα αναφοράς του ή των συγκεκριμένων παραγωγών. Η ίδια θεώρηση επιβάλλεται, κατά μείζονα λόγο, όσον αφορά την αρχική χορήγηση, εκ μέρους των κρατών μελών, των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς, για την οποία κάνει εμμέσως λόγο ο κανονισμός 3950/92. Στην περίπτωση αυτή, οι εθνικές αρχές εφαρμόζουν για πρώτη φορά στην ιδιαίτερη περίπτωση ενός παραγωγού τους κανόνες που θέσπισε το κράτος μέλος, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, για την κατανομή της χορηγηθείσας σε αυτό συνολικής εγγυημένης ποσότητας.
99. Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς, τα κράτη μέλη και οι αγοραστές είναι απλοί ενδιάμεσοι παράγοντες μεταξύ της Κοινότητας και των παραγωγών, καθόσον κύριοι οφειλέτες της συμπληρωματικής εισφοράς έναντι της Κοινότητας είναι οι παραγωγοί (56) .
100. Συνεπώς, κατ’ εφαρμογήν του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, οι ατομικές ποσότητες αναφοράς πρέπει να κοινοποιούνται στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς κατά τη χορήγηση και κατά την τροποποίησή τους.
β) Επί των ιδιαίτερων κανόνων που διέπουν την κοινοποίηση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς
i) Επιχειρήματα των διαδίκων
101. Οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών υποστηρίζουν ότι οι ποσοστώσεις γάλακτος πρέπει να κοινοποιούνται ατομικά στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς. H απουσία ατομικής κοινοποιήσεως συνιστά, κατά την άποψή τους, παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος ιδιοκτησίας.
102. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι κανονισμοί 3950/92 και 536/93 δεν περιλαμβάνουν καμία ιδιαίτερη επιταγή επ’ αυτού του ζητήματος και ότι η δημοσιοποίηση μέσω επίσημων δελτίων είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ιταλική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι τα επίσημα δελτία είχαν αποσταλεί στις αρμόδιες υπηρεσίες των περιφερειών, στις οποίες κάθε παραγωγός μπορούσε να απευθυνθεί, και ότι είχαν επίσης δημοσιευθεί στην Gazzetta ufficiale della Repubblica italiana [Επίσημη Εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας].
103. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ελλείψει ειδικών κοινοτικών διατάξεων, η κοινοποίηση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού δικαίου, οι οποίοι, όπως είναι αυτονόητο, πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε να επιτυγχάνονται οι σκοποί του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος. Αυτό προϋποθέτει ότι η μορφή της κοινοποιήσεως πρέπει να είναι ικανή να διασφαλίζει την πραγματική γνώση, εκ μέρους του παραγωγού, της ποσοστώσεως γάλακτος που του έχει χορηγηθεί. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι έχει κρίνει ικανοποιητική τη μορφή κοινοποιήσεως που καθιέρωσαν οι ιταλικές αρχές για την αρχική χορήγηση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που πραγματοποιήθηκε κατ’ εφαρμογήν της θεσπισθείσας το 1992 νομοθεσίας, ήτοι την κοινοποίηση μέσω συστημένης επιστολής με αποδεικτικό παραλαβής.
ii) Ανάλυση
104. Όπως οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών, φρονώ ότι οι ατομικές ποσότητες αναφοράς πρέπει να κοινοποιούνται ατομικά σε κάθε παραγωγό. Η θέση αυτή βασίζεται στα ακόλουθα στοιχεία.
105. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης και την προπαρατεθείσα στο σημείο 69 νομολογία, η κοινοποίηση αυτή πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού δικαίου, δεδομένου ότι η επίμαχη κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για την κοινοποίηση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, επίσης, ότι οι κανόνες αυτές πρέπει να διασφαλίζουν την ισχύ και την αποτελεσματικότητα του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος (57). Επιπλέον, όπως ήδη επισημάνθηκε, οι κανόνες αυτοί, πρέπει να συνάδουν με μια ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, η οποία είναι αναγκαία προκειμένου να αποφεύγεται η άνιση μεταχείριση των επιχειρηματιών. Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατ’ εφαρμογήν του καθήκοντος έντιμης συνεργασίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεριμνούν για την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την επίμαχη κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, ώστε να επιτυγχάνονται οι σκοποί της (58).
106. Είναι αληθές ότι το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος έχει ως σκοπό να αποτρέπει τους παραγωγούς από την υπέρβαση την ατομικής ποσότητας αναφοράς που τους χορηγήθηκε (59). Η επίτευξη των σκοπών αυτού του καθεστώτος προϋποθέτει, συνεπώς, ότι όλοι οι παραγωγοί όλων των κρατών μελών γνωρίζουν επακριβώς τις ποσοστώσεις τους γάλακτος. Και αντιστρόφως, η επίτευξη των σκοπών του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος θα διακυβευόταν, αν σε ένα κράτος μέλος οι παραγωγοί γάλακτος ή ορισμένοι εξ αυτών δεν γνώριζαν το ακριβές ύψος της ατομικής τους ποσότητας αναφοράς και την υπερέβαιναν εν αγνοία τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, η παραγωγή του συγκεκριμένου κράτους μέλους θα υπερέβαινε τη συνολική του εγγυημένη ποσότητα και η είσπραξη της συμπληρωματικής εισφοράς που θα όφειλαν, λόγω αυτού του πλεονάσματος, οι εν λόγω παραγωγοί θα μπορούσε να καταστεί δυσχερής και να αποτελέσει αντικείμενο αμφισβητήσεων. Επιπλέον, θα ετίθετο σε κίνδυνο η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, καθώς οι επιχειρηματίες αυτοί δεν θα βρίσκονταν σε θέση όμοια με αυτή των επιχειρηματιών των κρατών μελών στα οποία οι εθνικές αρχές μεριμνούν για την πραγματική ενημέρωση κάθε παραγωγού όσον αφορά την ποσόστωσή του γάλακτος.
107. Από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι ο εφαρμοζόμενος από τα κράτη μέλη τρόπος κοινοποιήσεως των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς πρέπει να πληροί δύο προϋποθέσεις. Αφενός, πρέπει να διασφαλίζει την πραγματική ενημέρωση κάθε παραγωγού για την ποσόστωση γάλακτος που του χορηγείται. Αφετέρου, πρέπει να παρέχει στις αρμόδιες εθνικές αρχές τη δυνατότητα να βεβαιώνονται ότι κάθε παραγωγός έλαβε όντως γνώση της κοινοποιήσεως.
108. Φρονώ ότι ο μόνος τρόπος κοινοποιήσεως που μπορεί πραγματικά να παρέχει αυτές τις εγγυήσεις είναι μια ατομική κοινοποίηση. Πράγματι, η αποτελεσματικότητα ενός συλλογικού ή γενικού τρόπου κοινοποιήσεως εξαρτάται, εκ φύσεως, από την επιμέλεια που θα επιδείξουν οι ενδιαφερόμενοι. Επιπλέον, ένας τέτοιος τρόπος κοινοποιήσεως δεν παρέχει στις αρμόδιες εθνικές αρχές τη δυνατότητα να βεβαιώνονται ότι κάθε αποδέκτης ενημερώθηκε πραγματικά. Μια ατομική κοινοποίηση μπορεί βεβαίως να γίνει υπό διάφορες μορφές. Μπορεί, παραδείγματος χάριν, να συνίσταται σε συστημένη επιστολή με αποδεικτικό παραλαβής. Μπορεί επίσης να συνίσταται σε προφορική κοινοποίηση από τους αγοραστές προς τους παραγωγούς, μετά την οποία κάθε παραγωγός βεβαιώνει, με υπογραφή του σε μητρώο, ότι ενημερώθηκε προσηκόντως. Κρίσιμο, κατά την άποψή μου στοιχείο, είναι να μπορεί, με τον εφαρμοζόμενο από τις αρμόδιες εθνικές αρχές τρόπο κοινοποιήσεως, να ενημερώνεται κάθε παραγωγός ατομικά για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και να μπορούν οι εν λόγω αρχές να βεβαιώνονται για την εκ μέρους του λήψη γνώσεως.
109. Η υποχρέωση ατομικής κοινοποιήσεως επιβάλλεται, κατά την άποψή μου, και προς το συμφέρον των ίδιων των παραγωγών, σύμφωνα με την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν η κοινοτική ρύθμιση παρέχει, όπως εν προκειμένω, στα κράτη μέλη τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσοτέρων τρόπων εφαρμογής τα κράτη μέλη οφείλουν να ασκούν τη διακριτική τους ευχέρεια τηρώντας τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων και την αρχή της ασφάλειας δικαίου (60).
110. Με την απόφαση Mulligan κ.λπ., το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, βάσει αυτής της αρχής, τα εθνικά μέτρα που εκδίδονται κατ’ εφαρμογήν μιας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως πρέπει να αποτελούν αντικείμενο επαρκούς δημοσιότητας (61). Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η προσήκουσα δημοσιότητα πρέπει να είναι τέτοια ώστε τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία αφορά το μέτρο, να ενημερώνονται για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από αυτό (62). Κατά πάγια, επίσης, νομολογία, όταν η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση ενδέχεται να έχει οικονομικές επιπτώσεις, η επιταγή της ασφάλειας δικαίου πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, προκειμένου να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλονται (63).
111. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η χορήγηση και η τροποποίηση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς μπορεί να έχει, για τους οικείους παραγωγούς, σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις (64). Επιπλέον, πρόκειται για ατομικές αποφάσεις (65) που παράγουν έννομα αποτελέσματα, καθόσον καθορίζουν την ποσότητα γάλακτος που δικαιούται να παράγει ένας παραγωγός χωρίς να βαρύνεται με συμπληρωματική εισφορά. Λαμβανομένων υπόψη αυτών των στοιχείων και της προπαρατεθείσας νομολογίας, φρονώ ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει επίσης στα κράτη μέλη την υποχρέωση να κοινοποιούν ατομικά σε κάθε παραγωγό την ποσότητα αναφοράς που του χορηγείται.
112. Τέλος, είναι σημαντικό, προκειμένου να κριθεί υπό ποιους όρους οφείλουν τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, να υπομνησθεί ότι το καθεστώς αυτό έχει ορισμένες επιπτώσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα της ιδιοκτησίας και της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας (66). Η ατομική κοινοποίηση των ποσοστώσεων γάλακτος προσφέρει στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς πληρέστερη προστασία των θεμελιωδών αυτών δικαιωμάτων από εκείνη που παρέχει μια γενική κοινοποίηση, όπως η δημοσίευση.
113. Για τον λόγο αυτό, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο τρίτο, στο τέταρτο και στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι οι κανονισμοί 3950/92 και 536/93 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι ατομικές ποσότητες αναφοράς πρέπει να κοινοποιούνται στους παραγωγούς κατά τον χρόνο της χορηγήσεως και της τροποποιήσεώς τους. Η κοινοποίηση αυτή πρέπει να απευθύνεται ατομικά σε κάθε παραγωγό, υπό μορφή που να δίδει στις αρμόδιες εθνικές αρχές τη δυνατότητα να βεβαιώνονται ότι κάθε παραγωγός ενημερώθηκε πραγματικά για την ατομική ποσότητα αναφοράς που του χορηγήθηκε.
Γ– Επί του περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών όσον αφορά τον καθορισμό των κατηγοριών παραγωγών στους οποίους μπορούν να χορηγηθούν κατά προτεραιότητα οι μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες αναφοράς
114. Με το έκτο και το έβδομο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι κανονισμοί 3950/92 και 536/93 ή ορισμένες από τις διατάξεις τους πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να καθορίζουν τις κατηγορίες παραγωγών στους οποίους πρέπει να κατανεμηθούν εκ νέου οι μη χρησιμοποιηθείσες ατομικές ποσότητες αναφοράς και αν, ειδικότερα, οι ορεινές περιοχές προηγούνται των ονομαζόμενων «μειονεκτικών περιοχών».
115. Όπως επισημάνθηκε, κατά πάγια νομολογία, η ανάγκη να δοθεί χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου απαιτεί να προσδιορίζει το εθνικό δικαστήριο το πλαίσιο των πραγματικών περιστάσεων και των κανονιστικών ρυθμίσεων στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να εξηγεί τις πραγματικές περιπτώσεις στις οποίες στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά (67).
116. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το αιτούν δικαστήριο δεν παρέσχε κανένα στοιχείο που να επιτρέπει τον προσδιορισμό του πλαισίου των πραγματικών περιστάσεων και των κανονιστικών ρυθμίσεων στο οποίο εντάσσονται τα δύο αυτά ερωτήματα. Με τις αποφάσεις περί παραπομπής με τις οποίες υποβάλλονται τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο, αφού επανέλαβε το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής στην υπόθεση C-231/00, περιορίστηκε να προσθέσει ότι, μεταξύ των άλλων ερωτημάτων που οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών του είχαν προτείνει να υποβάλει στο Δικαστήριο, έκρινε σκόπιμο να υποβάλει τα δύο αυτά ερωτήματα. Συνεπώς, αδυνατώ να κατανοήσω για ποιο λόγο η απάντηση του Δικαστηρίου στα δύο αυτά ερωτήματα θα μπορούσε να είναι χρήσιμη για την επίλυση των διαφορών των κυρίων δικών.
117. Προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτα τα δύο αυτά ερωτήματα.
Δ– Επί της δυνατότητας των κρατών μελών να προβαίνουν στη διευθέτηση των σχετικών οφειλών
118. Με το όγδοο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι ισχύοντες κοινοτικοί κανόνες επιτρέπουν στα κράτη μέλη να καταβάλλουν τα οφειλόμενα βάσει του κοινοτικού δικαίου ποσά, στην περίπτωση κατά την οποία «θα αποκλειόταν η δυνατότητα αναδρομικών αποζημιώσεων».
119. Δεν αντιλαμβάνομαι, ομοίως, με ποιο τρόπο το ερώτημα αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο των διαφορών των κυρίων δικών. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί μιας υποθετικής περιπτώσεως, ήτοι επί της καταβολής από το Ιταλικό Δημόσιο των ποσών που οφείλονται κατ’ εφαρμογήν της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
120. Πρέπει να υπομνησθεί ότι το πνεύμα συνεργασίας το οποίο πρέπει να πρυτανεύει στη λειτουργία της προδικαστικής παραπομπής προϋποθέτει ότι το εθνικό δικαστήριο σέβεται την αποστολή που έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο, η οποία συνίσταται στη συνεισφορά στην απονομή της δικαιοσύνης στα κράτη μέλη και όχι στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών επί γενικών ή υποθετικών ερωτημάτων (68).
121. Εκτιμώ ότι το εν λόγω ερώτημα, με τον αμιγώς υποθετικό του χαρακτήρα, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί σε χρήσιμη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το ερώτημα αυτό είναι απαράδεκτο.
IV – Πρόταση
122. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως ακολούθως στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale del Lazio:
«1) Τα άρθρα 1, 4, 6 και 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς και τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93 της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν σε ένα κράτος μέλος να διορθώνει, κατόπιν ελέγχων, τις ατομικές ποσότητες αναφοράς που χορηγήθηκαν σε κάθε παραγωγό και, συνεπώς, να υπολογίζει εκ νέου, κατόπιν ανακατανομής των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκαν και μετά τη λήξη της προθεσμίας καταβολής αυτών των εισφορών για τη συγκεκριμένη περίοδο παραγωγής, τις συμπληρωματικές εισφορές που οφείλονται.
2) Οι κανονισμοί 3950/92 και 536/92 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι ατομικές ποσότητες αναφοράς πρέπει να κοινοποιούνται στους παραγωγούς κατά τη χορήγηση και κατά την τροποποίησή τους. Η κοινοποίηση αυτή πρέπει να απευθύνεται σε κάθε παραγωγό ατομικά, υπό μορφή που να παρέχει στις αρμόδιες εθνικές αρχές τη δυνατότητα να βεβαιώνονται ότι κάθε παραγωγός ενημερώθηκε πραγματικά για την ατομική ποσότητα αναφοράς που του χορηγήθηκε».
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Άλλως καλούμενο «καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς».
3 – Περί τις 5 000 υποθέσεις (βλ. απόφαση περί παραπομπής στην υπόθεση C-495/00, σ. 14).
4 – Άλλως καλούμενες «πρώτη ομάδα υποθέσεων».
5 – Άλλως καλούμενες «δεύτερη ομάδα υποθέσεων».
6 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/3, σ. 82), τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
7 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1079/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εισφοράς συνυπευθυνότητος και μέτρων προς διεύρυνση των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018 , σ. 79).
8 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού 804/68 (ΕΕ L 90, σ. 10).
9 – Τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
10 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13).
11 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1109/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988, που τροποποιεί τον κανονισμό 804/68 (ΕΕ L 110, σ. 27).
12 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 816/92 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού 804/68 (ΕΕ L 86, σ. 83).
13 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 405, σ. 1).
14 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 57, σ. 12).
15 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την τροποποίηση του κανονισμού 3950/92 (ΕΕ L 160, σ. 73).
16 – Δεύτερη αιτιολογική σκέψη.
17 – Άρθρο 5.
18 – Άρθρο 10.
19 – Πέμπτη αιτιολογική σκέψη.
20 – Όγδοη αιτιολογική σκέψη.
21 – Βλ. απόφαση περί παραπομπής στην υπόθεση C-231/00 (σ. 8). Η κρίση αυτή του αιτούντος δικαστηρίου επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση από την Ιταλική Κυβέρνηση, η οποία επισήμανε ότι η υποχρέωση καταβολής συμπληρωματικής εισφοράς επιβλήθηκε στους Ιταλούς γαλακτοπαραγωγούς για πρώτη φορά κατά την γαλακτοπαραγωγική περίοδο 1995/1996. Η μη εφαρμογή, εκ μέρους των ιταλικών αρχών, του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς έως το 1992 και, ειδικότερα, η μη χορήγηση ατομικών ποσοτήτων αναφοράς και ο μη έλεγχος των υπερβάσεων των εν λόγω ποσοτήτων διαπιστώθηκαν με πολλές εκθέσεις (βλ., μεταξύ άλλων, ειδική έκθεση 4/93, σχετικά με την εφαρμογή του συστήματος των ποσοστώσεων που αποσκοπεί στον έλεγχο της παραγωγής γάλακτος, συνοδευόμενη από την απάντηση της Επιτροπής, ΕΕ 1994, C 12, σ. 1). H μη εφαρμογή αυτού του καθεστώτος προκύπτει επίσης από διάφορες αποφάσεις του Δικαστηρίου (βλ. αποφάσεις της 17ης Ιουνίου 1987, 394/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σ. 2741· της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-55/91, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I-4813, και της 5ης Δεκεμβρίου 1996, C-69/95, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I-6233).
22 – Βλ. απόφαση περί παραπομπής στην υπόθεση C-231/00 (σ. 11).
23 – GURI [Επίσημη Εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας] αριθ. 22, της 28ης Ιανουαρίου 1998.
24 – GURI [Επίσημη Εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας] αριθ. 100, της 30ής Απριλίου 1999 (στο εξής: υπ’ αριθ. 43 νομοθετικό διάταγμα).
25 – Στο εξής: AIMA.
26 – Βλ. απόφαση περί παραπομπής στην υπόθεση C-231/00 (σ. 2).
27 – Όπ.π. (σ. 2 και 3).
28 – Το ερώτημα αυτό τίθεται τρίτο στην απόφαση περί παραπομπής. Προς διευκόλυνση της σχετικής αναλύσεως, θεωρείται ότι πρόκειται για το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλεται στο Δικαστήριο με τη δικογραφία αυτή.
29 – Το ερώτημα αυτό τίθεται πέμπτο στις αποφάσεις περί παραπομπής στις τρεις αυτές υποθέσεις. Προς διευκόλυνση της σχετικής αναλύσεως, θεωρείται ότι πρόκειται για το έκτο προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλεται στο Δικαστήριο με τη δικογραφία αυτή.
30 – Το ερώτημα αυτό τίθεται τρίτο στην απόφαση περί παραπομπής. Προς διευκόλυνση της σχετικής αναλύσεως, θεωρείται ότι πρόκειται για το έβδομο προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλεται στο Δικαστήριο με τη δικογραφία αυτή.
31 – Το ερώτημα αυτό τίθεται τρίτο στην απόφαση περί παραπομπής. Προς διευκόλυνση της σχετικής αναλύσεως, θεωρείται ότι πρόκειται για το όγδοο προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλεται στο Δικαστήριο με τη δικογραφία αυτή.
32 – Ομοίως, σχετική διάταξη δεν περιλαμβάνεται ούτε στους κανονισμούς 856/84 και 857/84, με τους οποίους ο κοινοτικός νομοθέτης καθιέρωσε το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, ούτε στα πολυάριθμα τροποποιητικά νομοθετικά κείμενα που εκδόθηκαν πριν από τον κανονισμό 3950/92.
33 – Βλ. απόφαση της 13ης Απριλίου 2000, C- 292/97, Karlsson κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. Ι-2737, σκέψη 32).
34 – Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας της κύριας δίκης στην υπόθεση C-303/00 αφορά κυρίως παράβαση των διατάξεων της ιταλικής νομοθεσίας που καθορίζουν τις προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει οι εθνικές αρχές να προβαίνουν στον έλεγχο μιας παραχωρήσεως ποσοστώσεως (βλ. γραπτές παρατηρήσεις της, σ. 20).
35 – C-356/97, Συλλογή 2000, σ. I-5461 (σκέψεις 38 έως 41). Η απόφαση αυτή αφορά το χρονικό όριο της 15ης Μαΐου, για τη διαβίβαση των σχετικών με την περισυλλογή γάλακτος και τις απευθείας πωλήσεις στοιχείων.
36 – Σύμφωνα με την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 536/93, ο κοινοτικός νομοθέτης έκρινε ότι τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν κατάλληλα μέσα για την εκ των υστέρων διεξαγωγή ελέγχου.
37 – Από της εισαγωγής των ποσοστώσεων, η σχετική με την ΚΓΠ δαπάνη στον τομέα του γάλακτος μειώθηκε από 5 224 εκατομμύρια ευρώ το 1984 (ποσοστό 28,5 % του συνολικού κόστους της ΚΓΠ, ήτοι 18 330 εκατομμύρια ευρώ) σε 2 800 εκατομμύρια ευρώ τα τελευταία έτη (ποσοστό 6,5 % του συνολικού κόστους της ΚΓΠ, ήτοι 40 447 εκατομμύρια ευρώ). Βλ. έκθεση της Επιτροπής για ποσοστώσεις γάλακτος, της 10ης Ιουλίου 2002 [SEC (2002) 789 τελικό, σημείο 3.2].
38 – Βλ. αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κ.λπ. (Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψη 17)· της 27ης Μαΐου 1993, C-290/91, Peter (Συλλογή 1993, σ. I-2981, σκέψη 8), και προπαρατεθείσα απόφαση Karlsson κ.λπ. (σκέψη 27).
39 – Βλ. απόφαση περί παραπομπής στην υπόθεση C-231/00 (σ. 11).
40 – Όπ.π. (σ. 19).
41 – Βλ. υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-352/92, Milchwerke Köln κατά Wuppertal (Συλλογή 1994, σ. I-3385, σκέψη 23).
42 – Η ανάλυση αυτή είναι, επιπλέον, σύμφωνη με τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τις δράσεις που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ). Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να βεβαιώνονται για την άνευ παρατυπιών υλοποίηση των χρηματοδοτούμενων από το ΕΓΤΠΕ δράσεων, καθώς και να προλαμβάνουν και να διώκουν τις παρατυπίες, ακόμη και αν η ειδική κοινοτική πράξη την οποία εφαρμόζουν δεν προβλέπει ρητώς τη λήψη συγκεκριμένου μέτρου (βλ. αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-54/95, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-35, σκέψη 66, και της 13ης Νοεμβρίου 2001, C-277/98, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I-8453, σκέψη 40). Πρέπει να υπομνησθεί ότι τα μέτρα που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ισορροπίας των αγορών στον τομέα του γάλακτος χρηματοδοτούνται από το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ [άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 94, σ. 13)].
43 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Karlsson κ.λπ. (σκέψη 35).
44 – Όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 536/93.
45 – Βλ. αποφάσεις της 25ης Νοεμβρίου 1986, 201/85 και 202/85, Klensch κ.λπ. (Συλλογή 1986, σ. 3477, σκέψη 10), και της 20ής Ιουνίου 2002, C‑313/99, Mulligan κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-5719, σκέψη 35).
46 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1987, 137/85, Maizena κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 4587, σκέψη 15).
47 – Βλ. απόφαση περί παραπομπής στην υπόθεση C-231/00 (σ. 21).
48 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1985, 67/84, Sideradria κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 3983, 3994), και της 16ης Μαΐου 1991, C‑96/89, Επιτροπή κατά Ολλανδίας (Συλλογή 1991, σ. I-2461, σκέψη 30).
49 – Βλ. αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 1991, C‑6/90 και C‑9/90, Francovich κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-5357, σκέψεις 41 έως 43)· της 5ης Μαρτίου 1996, C‑46/93 και C‑48/93, Brasserie du pêcheur και Factortame (Συλλογή I1996, σ. Ι-1029, σκέψη 67), και της 23ης Μαΐου 1996, C‑5/94, Hedley Lomas (Συλλογή 1996, σ. I-2553, σκέψεις 24 έως 31).
50 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, C‑83/91, Meilicke (Συλλογή 1992, σ. I-4871, σκέψη 26), και της 26ης Ιανουαρίου 1993, C‑320/90 έως C‑322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-393, σκέψη 6).
51 – Βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 2ας Μαρτίου 1999, C‑422/98, Colonia Versicherung κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I-1279, σκέψη 5), και απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑67/96, Albany (Συλλογή 1999, σ. I-5751, σκέψη 40).
52 – Άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3950/92.
53 – Όπ.π., άρθρο 5.
54 – Όπ.π., άρθρο 4, παράγραφος 2. Κατά τον κανονισμό αυτό, κάθε παραγωγός μπορεί να έχει δύο ατομικές ποσότητες αναφοράς, μία για τις πωλήσεις του σε αγοραστή και μία για τις απευθείας πωλήσεις του.
55 – Όπ.π., άρθρο 6.
56 – Βλ., όσον αφορά τα κράτη μέλη, προπαρατεθείσα απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής και, όσον αφορά τους αγοραστές, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed στην υπόθεση C-230/01, Penycoed Farming Partnership (η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου).
57 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 13ης Ιουλίου 1990, C‑2/88, Zwartveld κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-3365, σκέψη 17), και απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑336/00, Huber (Συλλογή 2002, σ. I-7699, σκέψη 61).
58 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Νοεμβρίου 1989, 14/88, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 3677, σκέψη 20), και της 11ης Ιουνίου 1991, C‑251/89, Αθανασόπουλος κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-2797, σκέψη 57).
59 – Πρέπει επίσης, προς πλήρη τεκμηρίωση αυτής θέσεως, να αναφερθεί η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 3880/89 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού 857/84 (ΕΕ L 378, σ. 3), ο οποίος αύξησε το επιτόκιο της εισφοράς από 100 % σε 115 % της ενδεικτικής τιμής. Η αιτιολογική αυτή σκέψη έχει ως εξής: «[Εκτιμώντας:] ότι η ανάλυση της λειτουργίας του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς έδειξε τάση για άνοδο της παραγωγής πέρα από τις χορηγούμενες ποσότητες αναφοράς· ότι η τάση αυτή οφείλεται στην εξασθένηση των υποχρεωτικών στοιχείων του καθεστώτος· ότι πρέπει να αυξηθεί η συμπληρωματική εισφορά για να ενισχυθεί το αποτρεπτικό της αποτέλεσμα».
60 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Mulligan κ.λπ. (σκέψεις 35 και 46).
61 – Σκέψη 52. Βλ., ομοίως, υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 7ης Μαρτίου 1996, C‑334/94, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1996, σ. I-1307, σκέψη 30), και της 13ης Μαρτίου 1997, C‑197/96, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1997, σ. I-1489, σκέψη 14).
62 – Σκέψη 53. Βλ., ομοίως, υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C‑415/01, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2003, σ. Ι-2081, σκέψη 21).
63 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1987, 325/85, Ιρλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 5041, σκέψη 18), και της 27ης Μαρτίου 1990, C‑10/88, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-1229, σκέψη 13).
64 – O συνδυασμός των μηχανισμών στηρίξεως των τιμών και της χορηγήσεως ποσοστώσεων γάλακτος έχει ως αποτέλεσμα τη χορήγηση στους γαλακτοπαραγωγούς μιας «ποσοστώσεως προσόδου», η οποία αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της τιμής πωλήσεως και της τιμής κόστους. Σε ορισμένες ζώνες παραγωγής στα διάφορα κράτη μέλη, η παραγωγή γάλακτος αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 50 % της γεωργικής παραγωγής (βλ. προαναφερθείσα έκθεση της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 2002, επί των ποσοστώσεων γάλακτος, σημεία 3.4.1 και 2.1).
65 – Οι εν προκειμένω περιστάσεις διαφέρουν, συνεπώς, από εκείνες της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Mulligan κ.λπ., με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η δημοσίευση του επίμαχου μέτρου στον εθνικό τύπο συνιστούσε επαρκή δημοσιότητα. Συγκεκριμένα, επρόκειτο για μέτρο γενικής εφαρμογής, καλούμενο «claw back», δυνάμει του οποίου, σε περίπτωση πωλήσεως ή εκμισθώσεως γαλακτοκομικής εκμεταλλεύσεως, ποσοστό 20 % της ατομικής ποσότητας αναφοράς που είναι διαθέσιμη σε αυτή την εκμετάλλευση δεν θα μεταβιβαζόταν με αυτήν, αλλά θα αθροιζόταν στο εθνικό απόθεμα.
66 – Το Δικαστήριο εξέτασε ήδη το κύρος των ποσοστώσεων γάλακτος από πλευράς των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας και της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας. Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 1992, C‑177/90, Kühn (Συλλογή 1992, σ. Ι-35, σκέψη 17), της 15ης Φεβρουαρίου 1996, C‑63/93, Duff κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-569, σκέψη 30), και της 15ης Απριλίου 1997, C‑22/94, Irish Farmers Association κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-1809, σκέψη 29). Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δέχθηκε, από την πλευρά του, ότι η συμπληρωματική εισφορά που επιβάλλεται στους παραγωγούς γάλακτος θα μπορούσε να θεωρηθεί στέρηση της ιδιοκτησίας κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Procola κατά Λουξεμβούργου, της 28ης Σεπτεμβρίου 1995, σειρά Α αριθ. 236).
67 – Βλ. ομοίως, προπαρατεθείσα απόφαση Telemarsicabruzzo κ.λπ. (σκέψη 6), και απόφαση της 12ης Ιουλίου 2001, C-368/98, Vanbraekel κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. Ι-5363, σκέψη 21). Βλ., για μια πρόσφατη εφαρμογή, απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2003, C‑421/00, C‑426/00 και C‑16/01, Sterbenz et Haug, (που δεν δημοσιεύθηκε ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 20).
68 – Βλ. διάταξη της 23ης Μαρτίου 1995, C-458/93, Saddik (Συλλογή 1995, σ. I-511, σκέψη 17, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Full & Egal Universal Law Academy