Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Αντικείμενο της δίκης
1. Με την υπό κρίση προσφυγή η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη μεταφέροντας ορθώς στο εσωτερικό της δίκαιο τα άρθρα 2, στοιχείο α_, και 3, παράγραφοι 2, 3 και 4, της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την ελεύθερη πληροφόρηση για θέματα περιβάλλοντος (στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την ανωτέρω οδηγία και από το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
2. Αντικείμενο της διαφοράς είναι η έκταση της υποχρεώσεως πληροφορήσεως σύμφωνα με την οδηγία, ήτοι την έννοια των «πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον» [άρθρο 2, στοιχείο α_, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας], τις εξαιρέσεις από τη γενική αρχή της παροχής πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον (άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας), την υποχρέωση αποσπασματικής, αν παρίσταται ανάγκη, παροχής πληροφοριών (άρθρο 3, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας), τη δυνατότητα απορρίψεως αιτήσεως η οποία είναι προδήλως αβάσιμη ή όταν συνεπάγεται την παράδοση ημιτελών ή εσωτερικών εγγράφων (άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας), καθώς και την υποχρέωση των δημόσιων αρχών να ενημερώνουν τον αιτούντα για την τύχη της αιτήσεώς του το αργότερο εντός διμήνου καθώς και να αιτιολογούν την άρνηση παροχής των αιτουμένων πληροφοριών (άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας).
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο
Α - Κοινοτικό δίκαιο
3. Σύμφωνα με το άρθρο 1, σκοπός της οδηγίας 90/313 είναι αφενός, να εξασφαλισθεί η ελεύθερη πρόσβαση σε πληροφορίες για το περιβάλλον τις οποίες διαθέτουν οι δημόσιες αρχές, καθώς και η ελεύθερη διάδοση των πληροφοριών αυτών και, αφετέρου, να οριστούν οι βασικοί όροι και προϋποθέσεις παροχής των πληροφοριών αυτών.
4. Το άρθρο 2 της οδηγίας προβλέπει:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας:
α) "πληροφορία σχετική με το περιβάλλον": είναι κάθε διαθέσιμο στοιχείο, υπό γραπτή, οπτική, ακουστική ή μηχανογραφική μορφή, για την κατάσταση των υδάτων, του αέρος, του εδάφους, της πανίδας, της χλωρίδας και των φυσικών χώρων, καθώς και για δραστηριότητες (συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που προκαλούν ενόχληση, όπως ο θόρυβος) ή μέτρα που επηρεάζουν ή δύνανται να επηρεάσουν δυσμενώς τα ανωτέρω και για δραστηριότητες ή μέτρα που αποσκοπούν στην προστασία των ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών μέτρων και των προγραμμάτων προστασίας του περιβάλλοντος·
[...]»
5. Το άρθρο 3 προβλέπει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη υποχρεώνουν τις δημόσιες αρχές να χορηγούν πληροφορίες για το περιβάλλον σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το ζητά, χωρίς το πρόσωπο αυτό να πρέπει να αποδεικνύει συμφέρον.
Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις λεπτομέρειες σύμφωνα με τις οποίες οι πληροφορίες καθίστανται πράγματι διαθέσιμες.
2. Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι επιτρέπεται η άρνηση χορήγησης των πληροφοριών αυτών όταν οι πληροφορίες έχουν σχέση με:
- τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εργασιών των δημοσίων αρχών, των διεθνών σχέσεων και της εθνικής άμυνας,
- τη δημόσια ασφάλεια,
- υποθέσεις που εκκρεμούν ή εκκρεμούσαν ενώπιον δικαστηρίων ή υποθέσεις για τις οποίες διενεργείται είτε ανάκριση (συμπεριλαμβανομένου και του πειθαρχικού ελέγχου) είτε προανάκριση,
- εμπορικά και βιομηχανικά μυστικά, συμπεριλαμβανομένης της πνευματικής ιδιοκτησίας,
- εμπιστευτικά προσωπικά στοιχεία ή/και φακέλους,
- στοιχεία που χορηγήθηκαν από τρίτο που δεν υπείχε νομική υποχρέωση να τα χορηγήσει,
- στοιχεία, η αποκάλυψη των οποίων θα είχε σαν αποτέλεσμα μάλλον να επηρεάσει δυσμενώς το περιβάλλον το οποίο αφορούν.
Οι πληροφορίες τις οποίες κατέχουν οι δημόσιες αρχές χορηγούνται εν μέρει όταν είναι δυνατό να διαχωριστούν οι πληροφορίες που αφορούν τα προαναφερόμενα θέματα.
3. Μια αιτηθείσα πληροφορία δύναται να μη χορηγείται όταν συνεπάγεται την παράδοση ημιτελών εγγράφων ή στοιχείων ή εσωτερικών ανακοινώσεων, ή όταν η αίτηση είναι προδήλως αβάσιμος ή διατυπωμένη πολύ γενικά.
4. Η δημόσια αρχή ενημερώνει τον αιτούντα για την τύχη της αίτησής του το συντομότερο δυνατό και το αργότερο εντός διμήνου. Οι λόγοι ενδεχόμενης άρνησης παροχής των απαιτούμενων πληροφοριών πρέπει να αναφέρονται.»
Β - Εθνική νομοθεσία
6. Ο νόμος 78-753 περιέχει στο κεφάλαιο Ι ρυθμίσεις σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα τα οποία αφορούν το περιβάλλον.
7. Το άρθρο 2 του ανωτέρω νόμου προβλέπει τα εξής:
«Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 6 τα διοικητικά έγγραφα είναι αυτοδικαίως ανακοινώσιμα σε όποιον υποβάλει σχετική αίτηση, ανεξαρτήτως εάν αυτά προέρχονται από τις διοικητικές υπηρεσίες του κράτους, από οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς, ακόμη και ιδιωτικού δικαίου, στους οποίους έχει ανατεθεί η διαχείριση δημόσιας υπηρεσίας.»
8. Το άρθρο 6 του νόμου προβλέπει τα εξής:
«Οι διοικητικές υπηρεσίες του άρθρου 2 μπορούν να μην επιτρέπουν τη μελέτη ή τη λήψη αντιγράφου από διοικητικό έγγραφο σε περίπτωση που αυτή θα παρέβλαπτε:
- το απόρρητο των διασκέψεων της κυβερνήσεως και των αρμόδιων αρχών της εκτελεστικής εξουσίας·
- τα απόρρητα της εθνικής άμυνας, της εξωτερικής πολιτικής·
- το νόμισμα και την κοινή πίστη, την ασφάλεια του κράτους και τη δημόσια τάξη·
- τη διεξαγωγή των διαδικασιών που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων ή των διαδικασιών που προηγούνται της δίκης, εκτός εάν έχει δοθεί άδεια από την αρμόδια αρχή·
- το απόρρητο του ιδιωτικού βίου, των προσωπικών και ιατρικών φακέλων·
- τα εμπορικά και βιομηχανικά απόρρητα·
- την έρευνα, από τις αρμόδιες υπηρεσίες, φορολογικών και τελωνειακών παραβάσεων·
- ή, γενικότερα, τα προστατευόμενα με νόμο απόρρητα.
Για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, οι κατάλογοι των διοικητικών εγγράφων, τα οποία δεν είναι ανακοινώσιμα στο κοινό λόγω της φύσεως ή του αντικειμένου τους, καθορίζονται με υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες κατόπιν γνωμοδοτήσεως της επιτροπής προσβάσεως στα διοικητικά έγγραφα.»
9. Το άρθρο 7 του νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το διάταγμα 88-465 , προβλέπει μεταξύ άλλων:
«Η απόρριψη του αιτήματος προσβάσεως σε διοικητικά έγγραφα γνωστοποιείται στον διοικούμενο με γραπτή αιτιολογημένη απόφαση.
[...]»
10. Το άρθρο 2 του διατάγματος 88-465 προβλέπει μεταξύ άλλων:
«Έλλειψη απαντήσεως, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του μηνός, από την αρμόδια αρχή η οποία επελήφθη αιτήσεως ανακοινώσεως εγγράφων, κατ' εφαρμογήν του τίτλου Ι του νόμου αριθ. 78-753 της 17ης Ιουλίου 1978, επέχει θέση απορριπτικής αποφάσεως.
Σε περίπτωση ρητής ή σιωπηρής αρνήσεως, ο ενδιαφερόμενος έχει στη διάθεσή του προθεσμία δύο μηνών, από της κοινοποιήσεως της αρνήσεως ή από της εκπνοής της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου του παρόντος άρθρου, για να απευθυνθεί στην επιτροπή του άρθρου 5 του νόμου αριθ. 78-753 της 17ης Ιουλίου 1978.
Η προσφυγή στην εν λόγω επιτροπή, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου, είναι υποχρεωτική πριν από την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος.
Εντός μηνός από την προσφυγή του ενδιαφερομένου, η επιτροπή κοινοποιεί τη γνώμη της στην αρμόδια αρχή, η οποία, εντός μηνός αφότου λάβει τη γνώμη αυτή, πληροφορεί την επιτροπή για τη συνέχεια την οποία προτίθεται να δώσει στην αίτηση.
Η σιωπή της αρμόδιας αρχής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του διμήνου, αφότου ο ενδιαφερόμενος προσέφυγε στην επιτροπή, επέχει θέση απορριπτικής αποφάσεως.
Η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων παρατείνεται έως ότου κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο η απάντηση της αρμόδιας αρχής.»
11. Το άρθρο 5 του νόμου 79-587 περιέχει την ακόλουθη ρύθμιση όσον αφορά τις σιωπηρές αποφάσεις:
«Σιωπηρή απόφαση, σε περίπτωση κατά την οποία η ρητή απόφαση θα έπρεπε να είναι αιτιολογημένη, δεν είναι παράνομη εκ μόνου του λόγου ότι δεν φέρει αιτιολογία. Ωστόσο, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου υποβαλλομένης εντός των προθεσμιών ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος, πρέπει να του γνωστοποιηθούν οι αιτιολογίες οιασδήποτε σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως εντός μηνός από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως. Σε αυτή την περίπτωση η προθεσμία ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος κατά της εν λόγω αποφάσεως παρατείνεται μέχρι την πάροδο διμήνου από την ημέρα κατά την οποία οι αιτιολογίες θα έπρεπε να του είχαν κοινοποιηθεί.»
ΙΙΙ - Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
12. Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την ανωτέρω οδηγία το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992.
13. Ως διατάξεις μεταφοράς στο εσωτερικό της δίκαιο η Γαλλική Κυβέρνηση διαβίβασε a communiqué, με έγγραφο της 28ης Μαρτίου 1991 τον νόμο 78-753 και το διάταγμα 88-465.
14. Δεδομένου ότι η Επιτροπή και μετά την επακολουθήσασα αλληλογραφία με τις γαλλικές αρχές εξακολουθούσε να φρονεί ότι η οδηγία δεν είχε νομοτύπως μεταφερθεί με τις ανωτέρω διατάξεις στην εσωτερική έννομη τάξη της Γαλλίας, κάλεσε τη Γαλλική Κυβέρνηση με έγγραφο οχλήσεως της 17ης Νοεμβρίου 1994 να διατυπώσει εντός δύο μηνών τις επί του θέματος απόψεις της.
15. Η απαντητική επιστολή της 23ης Φεβρουαρίου 1995 δεν ήρε τις επιφυλάξεις της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή απηύθυνε στις 8 Φεβρουαρίου 1999 αιτιολογημένη γνώμη στη Γαλλική Δημοκρατία με την οποία την καλούσε να λάβει εντός δύο μηνών τα αναγκαία μέτρα για την ορθή μεταφορά των άρθρων 2, στοιχείο α_, και 3, παράγραφοι 2, 3 και 4, της οδηγίας.
16. Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε με επιστολή της 25ης Ιουνίου 1999 με την οποία αμφισβήτησε την ύπαρξη παραβιάσεως της Συνθήκης εμμένοντας στην άποψή της ότι η οδηγία - έστω και χωρίς ειδικές διατάξεις για τη μεταφορά της στην εσωτερική έννομη τάξη της Γαλλίας - είχε ενσωματωθεί σε μεγάλο βαθμό στην κείμενη νομοθεσία της Γαλλίας. Ωστόσο, η Γαλλική Κυβέρνηση δεσμεύτηκε να εξετάσει τη δυνατότητα βελτιώσεως της προσβάσεως στις σχετικές με το περιβάλλον πληροφορίες.
17. Με επιστολή της 19ης Ιανουαρίου 2000, η Γαλλική Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι υπήρχε νομοσχέδιο υπό επεξεργασία το οποίο θα επέφερε διάφορες τροποποιήσεις στο δίκαιο του περιβάλλοντος καθώς και στον τρόπο προσβάσεως στις σχετικές με το περιβάλλον πληροφορίες.
18. Δεδομένου ότι το εν λόγω νομοσχέδιο δεν της κοινοποιήθηκε στη συνέχεια, η Επιτροπή με δικόγραφο της 8ης Ιουνίου 2000, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Ιουνίου 2000, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ προσφυγή κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας.
19. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
- να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να μεταφέρει ορθώς στο εσωτερικό της δίκαιο τα άρθρα 2, στοιχείο α_, και 3, παράγραφοι 2, 3 και 4, της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την ελεύθερη πληροφόρηση για θέματα περιβάλλοντος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία καθώς και από το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ·
- να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
20. Η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής πλην του τρίτου λόγου της προσφυγής ο οποίος αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
21. Με έγγραφο της 13ης Σεπτεμβρίου 2001, η Γαλλική Κυβέρνηση έφερε σε γνώση του Δικαστηρίου τον νόμο της 12ης Απριλίου 2000 καθώς και την κανονιστική απόφαση της 11ης Απριλίου 2001 , τονίζοντας ότι, κατά την άποψή της, με τον τρόπο αυτό ικανοποιούνται τα αιτήματα που προβάλλει η Επιτροπή με τους πρώτους τέσσερις λόγους της προσφυγής της. Όσον αφορά τον πέμπτο λόγο της προσφυγής, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι εξακολουθεί να θεωρεί ότι η κείμενη γαλλική νομοθεσία είναι σύμφωνη με την οδηγία.
22. Πέραν της διαβιβάσεως των ανωτέρω νομοθετικών διατάξεων, η Γαλλική Κυβέρνηση κάλεσε την Επιτροπή να παραιτηθεί από την προσφυγή της. Η Επιτροπή ανακοίνωσε στο Δικαστήριο, με επιστολή της 24ης Σεπτεμβρίου 2001, ότι εμμένει στην προσφυγή της.
IV - Νομική εκτίμηση
Α - Εισαγωγικές παρατηρήσεις
23. Πριν από την εξέταση των επί μέρους λόγων της προσφυγής, θα ήθελα να κάνω ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τις βασικές θέσεις των διαδίκων, ήτοι σχετικά με το πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
24. Στην προκείμενη διαδικασία λόγω παραβάσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την οδηγία με το υφιστάμενο ήδη γενικό νομοθετικό πλαίσιο όσον αφορά την πρόσβαση σε διοικητικά έγγραφα και ότι, ως εκ τούτου, δεν απαιτούνται ειδικά μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη της. Ειδικότερα, η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, εφόσον παρίσταται ανάγκη, η υποχρέωση των εθνικών αρχών να προβαίνουν σε σύμφωνη με την οδηγία ερμηνεία των κείμενων διατάξεων διασφαλίζει την τήρηση του κοινοτικού δικαίου στο πλαίσιο της εθνικής έννομης τάξεως.
25. Με τον πέμπτο λόγο της προσφυγής της η Επιτροπή επιχειρεί να καταδείξει ότι αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Η Επιτροπή θεωρεί εν γένει ότι οι γνωστοποιηθείσες από τη Γαλλική Κυβέρνηση νομοθετικές διατάξεις είναι υπέρμετρα γενικές και αόριστες προκειμένου να θεωρηθούν ως ορθή μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Η Επιτροπή τονίζει ότι υπέρμετρα αόριστες ή γενικές εθνικές διατάξεις δημιουργούν ανασφάλεια δικαίου ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που ορίζει η οδηγία, γεγονός το οποίο αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο. Ως προς το σημείο αυτό δεν μπορεί να μεταβάλει την κατάσταση ούτε την υποχρέωση ερμηνείας των εθνικών διατάξεων κατά τρόπο σύμφωνο με την οδηγία.
26. Εν τω μεταξύ άρχισαν να ισχύουν στη Γαλλία νέες διατάξεις σχετικές με την εφαρμογή της οδηγίας . Κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή παραδέχθηκε μεν ότι με τη θέσπιση των διατάξεων αυτών αίρονται οι παραλείψεις στη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη οι οποίες προβάλλονται με τους τέσσερις πρώτους λόγους προσφυγής, εμμένει όμως ταυτόχρονα στην περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το Δικαστήριο διότι, κατά την άποψή της, από τις παρατηρήσεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι, παρά την πρόοδο αυτή, εξακολουθεί να υπάρχει νομική διχοστασία στα εριζόμενα σημεία.
27. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής να εκτιμήσει αν θα κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 226 ΕΚ και αν θα συνεχίσει τη διαδικασία αυτή , και ότι εξακολουθεί να υπάρχει συμφέρον για τη συνέχιση της εκδικάσεως της προσφυγής ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η παράβαση αίρεται μετά την πάροδο της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας .
28. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω στη συνέχεια τους επί μέρους λόγους της προσφυγής της Επιτροπής, και μάλιστα χωρίς να λάβω υπόψη μου τις προπαρατεθείσες νέες διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη της Γαλλίας, δεδομένου ότι, όπως το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει, «η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι οι μεταβολές που επήλθαν στη συνέχεια δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο» .
Β - Πρώτος λόγος της προσφυγής: ελλιπής μεταφορά των άρθρων 2, στοιχείο α_, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας (έννοια των «πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον»)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
29. Με τον ανωτέρω λόγο προσφυγής η Επιτροπή προβάλλει ότι η χρησιμοποιούμενη στις γαλλικές νομοθετικές διατάξεις έννοια των «διοικητικών εγγράφων» είναι στενότερη από αυτή των «πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον» όπως η έννοια αυτή ορίζεται στην οδηγία και ότι, ως εκ τούτου, η πρόσβαση σ' αυτού του είδους τις πληροφορίες δεν διασφαλίζεται στον βαθμό που απαιτεί η οδηγία.
30. Η Επιτροπή προβάλλει κατ' ουσίαν ότι η χρησιμοποιούμενη στο άρθρο 2 του νόμου 78-753 έννοια του «διοικητικού εγγράφου» υπολείπεται αυτής των «πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον», όπως η έννοια αυτή ορίζεται στην οδηγία, διότι στην έννοια αυτή, έστω και διασταλτικά ερμηνευόμενη από τη commission d'accès aux documents administratifs (στο εξής: CADA), εμπίπτουν μόνον τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή των διοικητικών αρχών και τα οποία αφορούν τη δραστηριότητα των δημοσίων υπηρεσιών ή τις δημόσιες διοικητικές δραστηριότητες. Επομένως, δεν εμπίπτουν κατά την άποψη της Επιτροπής πολλές μη ρυθμιστικές αποφάσεις των διοικητικών αρχών, π.χ. στον τομέα των διοικητικών φορέων με διοικητική μορφή ιδιωτικού δικαίου ή οι αστικές συμβάσεις μεταξύ διοικητικών αρχών και ιδιωτών στο πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως αυτής. Ωστόσο, όπως προκύπτει και από την απόφαση στην υπόθεση Mecklenburg , σύμφωνα με την οποία πρέπει να προσδοθεί ευρύ περιεχόμενο στην έννοια των «πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον», στην οδηγία εμπίπτουν και έγγραφα τα οποία δεν συνδέονται κατ' ανάγκη με μια δημόσια διοικητική δραστηριότητα.
31. Επιπλέον, η ερμηνεία μέσω της CADA δεν μπορεί να διασφαλίσει, σύμφωνα με τις αρχές της σαφήνειας του δικαίου και της ασφάλειας δικαίου, την απαιτούμενη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, διότι η CADA δεν αποτελεί το όργανο οι αποφάσεις του οποίου δημιουργούν νομολογία και του οποίου τις ερμηνείες το Δικαστήριο πρέπει να σέβεται, αλλά ένα ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο, οι απόψεις του οποίου δεν έχουν τον χαρακτήρα νομολογίας, όπως και η Γαλλική Κυβέρνηση συνομολογεί.
32. Τέλος, οι ειδικές διατάξεις στον τομέα της πληροφορήσεως σχετικά με το περιβάλλον τις οποίες προσκόμισε η Γαλλική Κυβέρνηση, οι οποίες συμπληρώνουν τις γενικές οι διατάξεις του νόμου 78-753, αφορούν απλώς την παροχή στο κοινό γενικών πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση του περιβάλλοντος κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας.
33. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι υπάρχουν «πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον», οι οποίες δεν καλύπτονται από τον νόμο 78-753, και ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να εντοπίσει ούτε μια και μόνον περίπτωση στην οποία μια πληροφορία σχετικά με το περιβάλλον δεν θα αναγνωριζόταν ως διοικητικό έγγραφο κατά την έννοια της διατάξεως αυτής. Η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι ούτως ή άλλως οι πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον, λόγω του ότι αφορούν το περιβάλλον και, ως εκ τούτου, την προστασία του περιβάλλοντος, περιλαμβάνονται εκ της φύσεώς τους ως επί το πλείστον σε έγγραφα τα οποία συνδέονται με την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Επομένως, οι πληροφορίες αυτές πρέπει αναμφισβήτητα να χαρακτηριστούν ως διοικητικό έγγραφο. Κατά το γαλλικό δίκαιο, η έννοια του διοικητικού εγγράφου είναι ευρύτερη από την έννοια της διοικητικής πράξεως και περιλαμβάνει και τα ιδιωτικού δικαίου έγγραφα των διοικητικών αρχών καθώς και τα έγγραφα που προέρχονται από ιδιώτες και τα οποία βρίσκονται στην κατοχή των διοικητικών αρχών, εφόσον τα έγγραφα αυτά συνδέονται κατά το μάλλον ή ήττον με διοικητικές δραστηριότητες ή με δημόσια καθήκοντα η άσκηση των οποίων έχει ανατεθεί σε ιδιώτες. Ο μόνος περιορισμός της έννοιας αυτής αφορά έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή διοικητικής αρχής η οποία δρα ως ιδιώτης και το περιεχόμενο των οποίων δεν έχει καμία σχέση με όσα προαναφέρθηκαν. Ωστόσο, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων δεν υπάρχουν τέτοιου είδους έγγραφα στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, δεδομένου ότι ο τομέας αυτός προϋποθέτει τη διενέργεια ως επί το πλείστον κανονιστικών πράξεων ή πράξεων ελέγχου από τη διοίκηση. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, και από την απόφαση επί της υποθέσεως C-343/95, Diego Calì & Figli προκύπτει ότι η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί κατ' αρχήν καθήκον της δημόσιας διοικήσεως και ότι, ως εκ τούτου, η γαλλική ρύθμιση ανταποκρίνεται στην οδηγία.
34. Η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται την απόφαση επί της υποθέσεως C-132/91, C-138/91 και C-139/91, Κατσικάς κ.λπ. , σύμφωνα με την οποία ως νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για τη μεταφορά μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη ενός κράτους μέλους νοούνται οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις όπως αυτές ερμηνεύονται από τα δικαστήρια του εν λόγω κράτους μέλους. Η Γαλλική Κυβέρνηση παραδέχεται μεν ότι η CADA δεν αποτελεί όργανο οι αποφάσεις του οποίου δημιουργούν νομολογία και ότι δεν έχει την εξουσία να προβαίνει σε δεσμευτική ερμηνεία του δικαίου, ωστόσο τονίζει τη σημασία του οργάνου αυτού κατά τον καθορισμό και την ερμηνεία του ισχύοντος δικαίου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
2. Εκτίμηση
35. Η επιχειρηματολογία της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποδείξει ούτε μια περίπτωση εγγράφου με πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον το οποίο να μην αναγνωρίζεται ως διοικητικό έγγραφο κατά την έννοια των γαλλικών νομοθετικών διατάξεων με υποχρεώνει να εξετάσω κατ' αρχάς την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά το βάρος αποδείξεως που φέρει η Επιτροπή.
36. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, εναπόκειται μεν κατ' αρχήν στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετική με παράβαση του άρθρου 226 ΕΚ, να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως και να προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου αυτό να διαπιστώσει την ύπαρξη της παραβάσεως αυτής . Ωστόσο, προκειμένου να αποδειχθεί ότι μια οδηγία έχει μεταφερθεί ελλιπώς ή εσφαλμένως στην εσωτερική έννομη τάξη από ορισμένες εθνικές διατάξεις δεν χρειάζεται να αποδειχθεί και ο τρόπος με τον οποίο πράγματι εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές ούτε πρέπει να αναμένεται μέχρις ότου η εφαρμογή των διατάξεων αυτών προκαλέσει πράγματι ζημίες . Αντιθέτως, πρέπει να διαπιστώνεται βάσει της ίδιας της διατυπώσεως των επίμαχων νομοθετικών διατάξεων αν η μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη είναι ελλιπής ή πλημμελής .
37. Αντιστοίχως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να προβάλει προς άμυνά του ότι δεν κατέστη δυνατό να αναφερθούν συγκεκριμένα παραδείγματα εφαρμογής των διατάξεων για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη του από τα οποία θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι οι διατάξεις αυτές δεν ανταποκρίνονται στις απορρέουσες από την οδηγία υποχρεώσεις .
38. Στην υπό κρίση υπόθεση η Γαλλική Κυβέρνηση προσκόμισε διάφορες γενικές διοικητικές διατάξεις οι οποίες δεν θεσπίστηκαν ειδικά για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη της. Όπως ορθώς παρατήρησαν αμφότεροι οι διάδικοι, η μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, δεν απαιτεί «τυπική και κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεων της οδηγίας σε ειδική και ρητή νομοθετική διάταξη, αλλά αρκεί [...] ένα γενικό νομικό πλαίσιο» .
39. Εξάλλου, ένα τέτοιου είδους γενικό νομικό πλαίσιο αρκεί μόνον «εφόσον αυτό εξασφαλίζει αποτελεσματικά την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο» .
40. Η ομόλογη έννοια στο γαλλικό δίκαιο της έννοιας των «πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον» της οδηγίας προέρχεται ωστόσο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Γαλλικής Κυβερνήσεως, από την έννοια του «διοικητικού εγγράφου» του νόμου 78-753 και μάλιστα από το γεγονός ότι η έννοια αυτή ερμηνεύεται από τις εθνικές αρχές διασταλτικά ήτοι κατά τρόπο σύμφωνο με την οδηγία.
41. Φρονώ ότι το νομικό αυτό πλαίσιο δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της σαφήνειας του δικαίου και της ασφάλειας δικαίου που διέπουν τη μεταφορά των οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη ενός κράτους μέλους. Πράγματι, η νομολογία του Δικαστηρίου έχει συγκεκριμενοποιήσει τις ανωτέρω αρχές, δίδοντάς τους μεταξύ άλλων την έννοια ότι τα κράτη μέλη πρέπει να δημιουργούν στον οικείο τομέα ένα «σαφές νομοθετικό πλαίσιο» και ότι υποχρεούνται να μεταφέρουν στην εσωτερική έννομη τάξη τους τις οδηγίες με διατάξεις «αναμφισβήτητης δεσμευτικότητας» .
42. Από την παρατιθέμενη από τη Γαλλική Κυβέρνηση νομολογία, σύμφωνα με την οποία πρέπει να εκτιμάται η σημασία των εθνικών νομοθετικών και διοικητικών διατάξεων λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας τους από τα εθνικά δικαστήρια , δεν προκύπτει ότι οι ερμηνείες ενός οργάνου όπως η CADA μπορούν να προσδώσουν στις νομοθετικές διατάξεις του εσωτερικού δικαίου τον χαρακτήρα επαρκών μέτρων μεταφοράς στη γαλλική έννομη τάξη. Πράγματι, η νομολογία αυτή αφορά, πρωτίστως, μόνον τη βασική κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δεν είναι κατ' αρχήν αρμόδιο να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο και ότι εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια και μόνο να καθορίζουν την ακριβή σημασία των εθνικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων .
43. Το περιεχόμενο της νομολογίας αυτής είναι ότι, κατά την εκτίμηση μιας εθνικής διατάξεως για τη μεταφορά μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, πρέπει η διάταξη αυτή να ερμηνεύεται σύμφωνα με την πάγια νομολογία των εθνικών δικαστηρίων .
44. Αντιθέτως, η εθνική νομολογία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις διατάξεις που θεσπίζονται για τη μεταφορά μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη ενός κράτους μέλους. Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφασή του επί της υποθέσεως C-144/99, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, ότι η επιταγή της ασφάλειας δικαίου δεν ικανοποιείται από «μια εθνική νομολογία, έστω και αν θεωρηθεί πάγια, έχουσα ερμηνεύσει τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά την έννοια που θεωρείται σύμφωνη με τις επιταγές μιας οδηγίας» .
45. Επομένως, η μεταφορά της έννοιας των «πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον», η οποία στηρίζεται στην ερμηνευτική πρακτική της CADA, δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής.
46. Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η ίδια η Γαλλική Κυβέρνηση, η CADA αποτελεί επιπλέον ένα συμβουλευτικό όργανο του οποίου οι συστάσεις δεν έχουν τον χαρακτήρα νομολογίας. Εξ αυτού του λόγου, η ερμηνευτική πρακτική της CADA, όπως κατ' αποτέλεσμα ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν μπορεί να έχει «αναμφισβήτητη δεσμευτικότητα» ούτε συνιστά σύμφωνη με την αρχή της ασφάλειας δικαίου μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της έννοιας των «πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον» κατά τα οριζόμενα στην οδηγία.
47. Δεδομένου ότι η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν πληροί τις απαιτήσεις της σαφήνειας του δικαίου και της ασφάλειας δικαίου, πρέπει, κατά μείζονα λόγο, στην υπό κρίση υπόθεση να εφαρμοστεί ως προς το σημείο αυτό ένα μάλλον αυστηρότερο κριτήριο.
48. Πράγματι, για την τήρηση της επιταγής της ασφάλειας δικαίου, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να είναι η νομική κατάσταση των ιδιωτών σαφής και συγκεκριμένη και να τους επιτρέπει να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να τα επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων . Συναφώς, έχει ιδιαίτερη σημασία, προκειμένου να καθοριστεί ο απαιτούμενος βαθμός σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου, η νομική κατάσταση όπως αυτή έχει υπό το πρίσμα του ενδιαφερομένου . Όπως έχω ήδη παρατηρήσει με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ιταλίας , είναι δυνατόν να τεθούν ακόμη και αυστηρότερες απαιτήσεις σε έναν ιδιαίτερο κύκλο αποδεκτών. Αντιθέτως, σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να διασφαλίσει, σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη της, την ελεύθερη πρόσβαση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου στις πληροφορίες για το περιβάλλον τις οποίες διαθέτουν οι δημόσιες αρχές. Σκοπός της είναι ακριβώς η βελτίωση της προσβάσεως του κοινού στις πληροφορίες και, ως εκ τούτου, απευθύνεται σε έναν όσο το δυνατόν ευρύτερο κύκλο αποδεκτών που δεν διαθέτουν ειδικές γνώσεις. Επομένως,η οδηγία πρέπει να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο ανάλογα σαφή και συγκεκριμένο.
49. Ωστόσο, έστω και αν το νομικό πλαίσιο της γαλλικής νομοθεσίας ως προς τις «πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον», κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α_, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, μπορούσε να θεωρηθεί ως επαρκώς σαφές και συγκεκριμένο, εντούτοις από άποψη περιεχομένου το νομικό αυτό πλαίσιο δεν μεταφέρει σε καμία περίπτωση πλήρως τις ανωτέρω διατάξεις.
50. Πράγματι, από τους ισχυρισμούς της Γαλλικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι η έννοια του διοικητικού εγγράφου, έστω και διασταλτικώς ερμηνευόμενη, προϋποθέτει ορισμένη σχέση με δραστηριότητες των διοικητικών αρχών.
51. Ωστόσο, όπως το Δικαστήριο έχει κρίνει στην υπόθεση Mecklenburg , από τη διατύπωση του άρθρου 2, στοιχείο α_, της οδηγίας προκύπτει ότι η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να προσδώσει στην έννοια των «πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον» ευρύ περιεχόμενο. Περαιτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως, στην έννοια αυτή περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πληροφορίες οι οποίες δεν αφορούν μέτρα σχετικά με περιβάλλον, αλλ' απλώς την κατάσταση του περιβάλλοντος, νοούνται δε συναφώς τα πάσης φύσεως με σχετικό περιεχόμενο έγγραφα. Τέλος, αντίθετα με τους ισχυρισμούς της Γαλλικής Κυβερνήσεως, δεν προκύπτει από την απόφαση Diego Calí & Figli ότι η έννοια αυτή περιλαμβάνει μόνον τις πληροφορίες οι οποίες, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, έχουν σχέση με την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε απλώς ότι οι δραστηριότητες επιτηρήσεως στο πλαίσιο της προστασίας του περιβάλλοντος συνδέονται κατά κανόνα με την άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας .
52. Επομένως, ορθώς η Επιτροπή αντέτεινε ότι η γαλλική έννοια του διοικητικού εγγράφου είναι στενότερη της έννοιας των «πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον» όπως η έννοια αυτή ορίζεται στην οδηγία.
53. Βάσει των ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο πρώτος λόγος της προσφυγής της Επιτροπής, περί ελλιπούς μεταφοράς του άρθρου 2, στοιχείο α_, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, είναι βάσιμος.
Γ - Δεύτερος λόγος της προσφυγής: εσφαλμένη μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας (εξαιρέσεις από την αρχή της χορηγήσεως πληροφοριών για το περιβάλλον)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
54. Με αυτόν τον λόγο της προσφυγής, η Επιτροπή προβάλλει ότι το άρθρο 6 του νόμου 78-753 παρέχει και τη δυνατότητα απορρίψεως της αιτήσεως προσβάσεως σε πληροφορίες σχετικές με το περιβάλλον, όταν η μελέτη ή η ανακοίνωση ενός εγγράφου θα έθιγε τα «προστατευόμενα από τον νόμο απόρρητα». Η εξαίρεση αυτή δεν προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας και, ως εκ τούτου, αντιβαίνει σ' αυτή.
55. Η Επιτροπή προβάλλει ότι η άρνηση παροχής πληροφοριών σύμφωνα με την οδηγία επιτρέπεται σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις, τις οποίες απαριθμεί εξαντλητικώς το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, και ότι οι εξαιρέσεις αυτές πρέπει επιπλέον να ερμηνεύονται συσταλτικά. Η δυνατότητα αρνήσεως παροχής πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον την οποία παρέχει ο νόμος 78-753 λόγω «προστατευομένων από τον νόμο απορρήτων» αποτελεί, κατά την Επιτροπή, απαράδεκτη συμπλήρωση των εξαιρέσεων που προβλέπει η οδηγία. Επομένως, οι γαλλικές διατάξεις δεν έχουν την απαιτούμενη σαφήνεια και δεν διασφαλίζουν την αρχή της ασφάλειας δικαίου όσον αφορά το εύρος των δυνατοτήτων αρνήσεως παροχής πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον. Η γενική παραπομπή σε προστατευόμενα από τον νόμο απόρρητα ανοίγει τον δρόμο σε απροσδιόριστο αριθμό εξαιρέσεων ασαφούς περιεχομένου.
56. Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι αναφερθείσες από τη Γαλλική Κυβέρνηση ειδικές διατάξεις με τις οποίες εισάγεται η ανωτέρω εξαίρεση, στις οποίες παραπέμπει ο λόγος αρνήσεως παροχής πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον που στηρίζεται στην ύπαρξη προστατευομένων από τον νόμο απορρήτων, μπορούν καθεαυτές να υπαχθούν στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων που απαριθμεί η οδηγία και, ως εκ τούτου, ο γενικός αυτός λόγος αρνήσεως είναι περιττός και μπορεί μόνο να συμβάλει στη δημιουργία ανασφάλειας δικαίου.
57. Αντιθέτως, η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι οι εξαιρέσεις του γαλλικού δικαίου δεν έχουν ευρύτερο περιεχόμενο από αυτό που προβλέπει η οδηγία. Η πρόβλεψη μιας γενικής κατηγορίας εξαιρέσεων σχετικά με τα «προστατευόμενα από τον νόμο απόρρητα» είναι αναγκαία, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, λόγω του μεγάλου αριθμού των γαλλικών νόμων και των ειδικών ρυθμίσεων σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα στοιχείων σε διάφορους τομείς, οι οποίοι συχνά είναι τελείως άσχετοι με το περιβάλλον. Εκάστη των ειδικών αυτών ρυθμίσεων που προβλέπουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα ορισμένων στοιχείων είναι διατυπωμένη με μεγάλη ακρίβεια. Η Επιτροπή δεν μπόρεσε να κατονομάσει ούτε μία περίπτωση από τις εξαιρέσεις αυτές που να μην είναι σύμφωνη με την οδηγία. Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει ότι στον τομέα αυτό ουδέποτε ασκήθηκαν προσφυγές από ιδιώτες. Παραδέχεται όμως ότι δεν είναι δυνατόν να απαριθμηθούν εξαντλητικώς οι εξαιρέσεις τις οποίες προβλέπουν οι διάφορες εθνικές ρυθμίσεις σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα ορισμένων στοιχείων.
2. Εκτίμηση
58. Με το άρθρο 1 της οδηγίας τίθεται η αρχή της ελεύθερης προσβάσεως στις πληροφορίες. Ωστόσο, σύμφωνα με την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, «σε ορισμένες συγκεκριμένες και σαφώς καθορισμένες περιπτώσεως» δικαιολογείται η απόρριψη αιτήσεως πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον. Τα συμφέροντα για την προστασία των οποίων επιτρέπεται ένα κράτος μέλος να απαγορεύσει την πρόσβαση σε σχετικές με το περιβάλλον πληροφορίες απαριθμούνται εξαντλητικώς στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, ως εξαιρέσεις δε από τη γενική ρύθμιση της οδηγίας πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς . Επιπλέον, αυτοί οι λόγοι αρνήσεως καθορίζουν το εύρος του δικαιώματος προσβάσεως σε πληροφορίες, το οποίο η οδηγία αναγνωρίζει στους ιδιώτες, και, ως εκ τούτου, οι λόγοι αυτοί πρέπει να είναι αρκούντως σαφείς και συγκεκριμένοι προκειμένου οι ιδιώτες να μπορούν να γνωρίζουν το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματός τους και να το προβάλλουν .
59. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι με τις εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας πρέπει να διασφαλίζεται κατά τρόπο σαφή ότι η απόρριψη αιτήσεως προσβάσεως σε πληροφορίες από διοικητική αρχή επιτρέπεται μόνον όταν πρόκειται για την προστασία των συμφερόντων τα οποία καθορίζονται στη διάταξη αυτή.
60. Ωστόσο, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 6 του νόμου 78-753 λόγος αρνήσεως παροχής πληροφοριών σχετικά με προστατευόμενα από τον νόμο απόρρητα παραπέμπει σε ρυθμίσεις ειδικών νόμων σχετικών με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα ορισμένων πληροφοριών, ρυθμίσεις οι οποίες, όπως παραδέχθηκε η Γαλλική Κυβέρνηση, δεν μπορούν να απαριθμηθούν εξαντλητικώς. Επομένως, με την ανωτέρω ρύθμιση δεν διασφαλίζεται ότι οι αιτήσεις για την παροχή πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον θα απορρίπτονται μόνο για τους λόγους που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2.
61. Το γεγονός ότι, όπως προέβαλε η Γαλλική Κυβέρνηση, οι ειδικές αυτές διατάξεις (καθεαυτές) σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα ορισμένων πληροφοριών είναι διατυπωμένες με ακρίβεια είναι ως προς το σημείο αυτό άνευ σημασίας όπως και ο ισχυρισμός ότι ουδέποτε ασκήθηκαν μέχρι τούδε για το θέμα αυτό προσφυγές από ιδιώτες .
62. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι είναι βάσιμος και ο λόγος προσφυγής της Επιτροπής ότι είναι εσφαλμένη η μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο.
Δ - Τρίτος λόγος της προσφυγής: παράλειψη μεταφοράς του άρθρου 3, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας (υποχρέωση μερικής χορηγήσεως πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον για τις οποίες κατά τα λοιπά συντρέχει λόγος απορρίψεως της σχετικής αιτήσεως)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
63. Με αυτόν τον λόγο της προσφυγής, η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλική Κυβέρνηση ότι οι γαλλικές νομοθετικές διατάξεις δεν προβλέπουν ρητώς την υποχρέωση μερικής χορηγήσεως πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον, την οποία προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας. Συναφώς, η Επιτροπή επικαλείται μεταξύ άλλων την απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας .
64. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αρνείται τον τρίτο λόγο της προσφυγής.
2. Εκτίμηση
65. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί με την απόφασή του Επιτροπή κατά Γερμανίας ότι η μερική παροχή πληροφοριών βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας πρέπει να μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών με ρητή διάταξη και δεδομένου ότι η Γαλλική Κυβέρνηση συνομολογεί ότι δεν έχει λάβει τα αντίστοιχα μέτρα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη της το άρθρο 3, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία και από το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
Ε - Τέταρτος λόγος της προσφυγής: παράλειψη μεταφοράς του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας (δυνατότητα απορρίψεως της αιτήσεως)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
66. Με τον τέταρτο λόγο της προσφυγής της, η Επιτροπή προβάλλει ότι, αντίθετα με όσα προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, οι γαλλικές νομοθετικές διατάξεις δεν ορίζουν ότι είναι δυνατή η απόρριψη αιτήσεως για τη χορήγηση πληροφοριών εφόσον συνεπάγεται την παράδοση ημιτελών εγγράφων ή στοιχείων ή εσωτερικών ανακοινώσεων ή εφόσον η αίτηση είναι προδήλως αβάσιμη ή αορίστως διατυπωμένη.
67. Η Επιτροπή συμφωνεί μεν με τη Γαλλική Κυβέρνηση ότι η απόρριψη της αιτήσεως αποτελεί δυνατότητα και όχι υποχρέωση των κρατών μελών, η χρήση της οποίας εναπόκειται στα κράτη μέλη, πλην όμως είναι προφανές ότι οι γαλλικές αρχές κάνουν πράγματι χρήση αυτής της δυνατότητας απορρίψεως των αιτήσεων για ορισμένους λόγους. Στην περίπτωση αυτή το κράτος μέλος υποχρεούται να μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη του τη σχετική διάταξη της οδηγίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι ιδιώτες να μπορούν να διαπιστώνουν με επαρκή ακρίβεια τα όρια του δικαιώματός τους πληροφορήσεως. Η νομολογία του Conseil d'État δεν δύναται, ενόψει της ελλείψεως σχετικών διατάξεων μεταφοράς, να δημιουργήσει την ανάλογη νομική κατάσταση.
68. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την έλλειψη ειδικών διατάξεων μεταφοράς της σχετικής ρυθμίσεως της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη της. Παραδέχθηκε επίσης ότι η δυνατότητα απορρίψεως μιας αιτήσεως για τους αναφερόμενους στο άρθρο 3, παράγραφος 3, λόγους πρέπει να προβλέπεται, διότι δεν αποκλείει το ενδεχόμενο οι γαλλικές αρχές να κάνουν χρήση αυτών των λόγων απορρίψεως της αιτήσεως. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι το γενικό νομικό πλαίσιο του νόμου 78-753, και μάλιστα μέσω της ερμηνείας του από το Conseil d'État, ρυθμίζει κατά τρόπο αρκούντως ακριβή και προσιτό σε όλους την εν λόγω δυνατότητα απορρίψεως ορισμένων αιτήσεων από τις διοικητικές αρχές. Όσον αφορά τους λόγους απορρίψεως, η Γαλλική Κυβέρνηση παραπέμπει κάθε φορά σε μια απόφαση του Conseil d'État. Περαιτέρω, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η σημασία του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας έγκειται όχι στην αναγνώριση δικαιωμάτων στους ιδιώτες, αλλά στην παροχή μιας δυνατότητας στις διοικητικές αρχές, δυνατότητας η οποία ήδη υφίσταται βάσει της νομολογίας του Conseil d'État. Επομένως, η απλή κωδικοποίηση της δυνατότητας αυτής ουδόλως θα συνέβαλε στην προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών.
2. Εκτίμηση
69. Όπως έχω εξηγήσει, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας καθορίζει ορισμένα συμφέροντα για την προστασία των οποίων ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση στις σχετικές με το περιβάλλον πληροφορίες.
70. Επιπλέον, το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας προβλέπει ότι μια αιτηθείσα πληροφορία δύναται να μη χορηγηθεί όταν συνεπάγεται την παράδοση ημιτελών εγγράφων ή στοιχείων ή εσωτερικών ανακοινώσεων, ή όταν η αίτηση είναι προδήλως αβάσιμη ή πολύ γενικά διατυπωμένη.
71. Κατ' αρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι η Γαλλική Κυβέρνηση ανέφερε ότι στο γαλλικό δίκαιο υφίστανται οι δυνατότητες απορρίψεως μιας αιτήσεως βάσει της σχετικής με τον νόμο 78-753 νομολογίας του Conseil d'État. Περαιτέρω, είναι σημαντικό το γεγονός ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αρνείται κατ' αρχήν την υποχρέωσή της να διασφαλίσει τη μεταφορά στο εσωτερικό της δίκαιο αυτών των ρυθμίσεων περί απορρίψεως ορισμένων αιτήσεων, καθόσον ιδίως, όπως η ίδια ανέφερε, οι γαλλικές διοικητικές αρχές μπορούσαν να κάνουν χρήση αυτών των δυνατοτήτων.
72. Ως εκ τούτου, η διαφορά εκτείνεται εν προκειμένω όχι στην αναγκαιότητα μεταφοράς του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη της Γαλλίας, αλλά περιορίζεται στο αν η διάταξη μεταφέρθηκε (επαρκώς) στο γαλλικό δίκαιο.
73. Στον βαθμό που η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται τη σχετική νομολογία του Conseil d'État, επιβάλλεται και πάλι η διαπίστωση ότι η μεταφορά των διατάξεων μιας οδηγίας δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην εθνική νομολογία . Επομένως, δεν αρκεί το γεγονός ότι οι λόγοι απορρίψεως τους οποίους προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας αναγνωρίζονται από τη νομολογία του Conseil d'État.
74. Περαιτέρω, φρονώ ότι η διάκριση, στην οποία προβαίνει η Γαλλική Κυβέρνηση προς αντίκρουση της αιτιάσεως περί ανασφάλειας δικαίου, μεταξύ της εξουσιοδοτήσεως των διοικητικών αρχών, που αποτελεί το βασικό αντικείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, και της περιπτώσεως μιας διατάξεως οδηγίας, με την οποία αναγνωρίζονται στους ιδιώτες ορισμένα δικαιώματα, δεν είναι ορθή.
75. Πράγματι, το εύρος του δικαιώματος προσβάσεως στις σχετικές με το περιβάλλον πληροφορίες, το οποίο παρέχει η οδηγία στους ιδιώτες, καθορίζεται ανάλογα με τον βαθμό που επιτρέπεται στις διοικητικές αρχές να απαγορεύουν στους ιδιώτες την πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές. Επομένως, το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας ρυθμίζει μετά βεβαιότητας τα δικαιώματα που αναγνωρίζει η οδηγία στους ιδιώτες και, ως εκ τούτου, η μεταφορά του στο εθνικό δίκαιο πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και συγκεκριμένη προκειμένου ο αιτών να μπορεί να γνωρίζει το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματός του να έχει πρόσβαση στις σχετικές με το περιβάλλον πληροφορίες . Ωστόσο, η ασφάλεια δικαίου δεν διασφαλίζεται με τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο η οποία στηρίζεται κυρίως στη νομολογία του Conseil d'État.
76. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ευσταθεί η αιτίαση περί παραλείψεως μεταφοράς του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας. Επομένως, ο τέταρτος λόγος προσφυγής είναι βάσιμος.
ΣΤ - Πέμπτος λόγος της προσφυγής: ελλιπής μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας (υποχρέωση αιτιολογήσεως της απορριπτικής αποφάσεως εντός δύο μηνών)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
77. Με αυτόν τον λόγο της προσφυγής, η Επιτροπή προβάλλει ότι οι γαλλικές διατάξεις δεν αντιστοιχούν στο άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας καθόσον δεν διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση απορριπτικής αποφάσεως επί αιτήσεως για την παροχή πληροφοριών, ο αιτών θα γνωρίζει την αιτιολογία της απορριπτικής αποφάσεως το αργότερο εντός δύο μηνών.
78. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή βάλλει κατά της περί σιωπηρής απορρίψεως ρυθμίσεως του άρθρου 2 του διατάγματος 88-465, σύμφωνα με την οποία η σιωπή της διοικήσεως άνω του ενός μήνα από της υποβολής της αιτήσεως ή η πέραν των δύο μηνών σιωπή της από της προσφυγής ενώπιον της CADA λογίζεται κάθε φορά ως απορριπτική απόφαση. Η παρεχόμενη με τον νόμο 79-587 δυνατότητα να ανακοινωθεί εκ των υστέρων εντός ενός μήνα η αιτιολογία αυτών των σιωπηρών αποφάσεων εγγράφως, καθώς και η αντικατάσταση της αιτιολογίας αυτής από την CADA, δεν μπορούσαν να διασφαλίσουν την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας, για τον λόγο ότι μέχρι τότε θα έχει παρέλθει ήδη η προθεσμία. Η Επιτροπή τονίζει και πάλι ότι οι ρυθμίσεις αυτές δεν είναι σαφείς για τους ιδιώτες και δεν διασφαλίζουν την τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
79. Εξάλλου, οι ιδιώτες θεωρητικά και μόνον έχουν τη δυνατότητα να λάβουν εκ των υστέρων εντός της προβλεπόμενης στην οδηγία δίμηνης προθεσμίας την αιτιολογία της σιωπηρής αποφάσεως, πράγμα που προϋποθέτει επιπλέον ότι οι ιδιώτες θα αντιδράσουν αμέσως μετά τη συμπλήρωση ενός μήνα σιωπής της διοικήσεως. Επιπλέον, και η Γαλλική Κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι στην παρούσα κατάσταση του δικαίου ενδέχεται ο αιτών να λάβει την αιτιολογία αυτή μετά την πάροδο της δίμηνης αυτής προθεσμίας.
80. Η Επιτροπή τονίζει περαιτέρω ότι η αιτιολογία μιας κανονιστικής πράξεως πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να δίδεται κατ' αρχήν μαζί με την ίδια την απόφαση . Εν πάση περιπτώσει, η αιτιολογία πρέπει να ακολουθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των δύο μηνών.
81. Αντιθέτως, αν θεωρηθεί, όπως πράττει η Γαλλική Κυβέρνηση, ότι η υποχρέωση απαντήσεως εντός δύο μηνών είναι ανεξάρτητη από την υποχρέωση αιτιολογήσεως, αυτό θα σήμαινε ότι δεν υπάρχει προθεσμία για την τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Η Επιτροπή απορρίπτει την ερμηνεία αυτή και βάσει των αρχών της χρηστής διοικήσεως.
82. Η Γαλλική Κυβέρνηση ζητεί ρητώς να θεωρηθούν οι αναπτύξεις της, κατά την προφορική διαδικασία, ως η κύρια επιχειρηματολογία της.
83. Ως εκ τούτου, η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας περιέχει δύο αυτοτελείς, ανεξάρτητες μεταξύ τους, υποχρεώσεις: σύμφωνα με την πρώτη περίοδο της διατάξεως αυτής, οι διοικητικές αρχές υποχρεούνται να απαντούν εντός δύο μηνών στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών. Η δεύτερη περίοδος της διατάξεως, η οποία είναι άσχετη προς την πρώτη, υποχρεώνει τις διοικητικές αρχές να δικαιολογούν την απόρριψη των αιτήσεων παροχής πληροφοριών. Επομένως, η αιτιολογία δεν χρειάζεται να παρατίθεται μαζί με την απορριπτική απόφαση ούτε να διατυπώνεται εντός δύο μηνών.
84. Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει ότι σκοπός της οδηγίας, σύμφωνα με το άρθρο 1, είναι ο καθορισμός των βασικών προϋποθέσεων για την πρόσβαση στις σχετικές με το περιβάλλον πληροφορίες και ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να ορίσουν τις επί μέρους λεπτομέρειες για τη διάθεση των πληροφοριών αυτών. Σύμφωνα με τη βασική αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών, δεν υπάρχει υποχρέωση ταυτόχρονης εκδόσεως της αποφάσεως και της παροχής αιτιολογίας.
85. Σκοπός της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως είναι η αποτροπή των αυθαιρεσιών κατά τη λήψη αποφάσεων και η παροχή της δυνατότητας στους ενδιαφερομένους να ασκήσουν ένδικο βοήθημα κατ' αυτής, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφασή του επί της υποθέσεως 222/86, Heylens , με την οποία αναγνώρισε επίσης τη δυνατότητα χωριστής αιτιολογίας. Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται a contrario και από την κοινή θέση του Συμβουλίου σχετικά με το σχέδιο οδηγίας που πρόκειται να αντικαταστήσει την παρούσα οδηγία, καθώς και από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1049/2001 του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου . Αντίθετα με την παρούσα οδηγία, οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ότι τόσο η απόφαση όσο και η αιτιολογία τους πρέπει να μην αφίστανται χρονικώς, ήτοι να είναι ταυτόχρονες.
86. Με τα υπομνήματά της, τα οποία πρέπει πλέον να ληφθούν επικουρικώς και μόνον υπόψη, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένα τη ρύθμιση του άρθρου 7 του νόμου 78-753 όπως τροποποιήθηκε με το διάταγμα 88-465. Κατά την άποψή της, η διάταξη αυτή προβλέπει στην πραγματικότητα ότι η απόρριψη αιτήσεως για την παροχή πληροφοριών πρέπει να είναι έγγραφη και αιτιολογημένη. Η δυνατότητα σιωπηρής αποφάσεως σύμφωνα με το διάταγμα 88-465 υφίσταται μόνο στην περίπτωση που οι διοικητικές αρχές αμέλησαν, κατά παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως, να εκδώσουν την αντίστοιχη απόφαση. Σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι να παρασχεθεί στους ιδιώτες η δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος. Επομένως, δεν παρέχεται στις διοικητικές αρχές το δικαίωμα να απορρίπτουν αναιτιολόγητα μια αίτηση, αλλά παρέχεται στους ιδιώτες η δυνατότητα να καταφύγουν στην άσκηση ένδικων βοηθημάτων κατά της αδράνειας της διοικήσεως. Ωστόσο, η Γαλλική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι η ρύθμιση περί σιωπηρών αποφάσεων μπορεί να οδηγήσει στην έκδοση αναιτιολόγητων αποφάσεων .
87. Ωστόσο, με το άρθρο 5 του νόμου 79-587 διασφαλίζεται ότι οι ιδιώτες, σε περίπτωση σιωπηρής αποφάσεως, θα λαμβάνουν την αιτιολογία της εντός ενός μήνα. Η Γαλλική Κυβέρνηση διαπιστώνει ότι η διαδικασία αυτή δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στην εκπρόθεσμη παροχή της αιτιολογίας, διότι δυνάμει του διατάγματος 88-465 οι ιδιώτες μπορούν, μετά την πάροδο ενός μήνα, να διαπιστώσουν την ύπαρξη σιωπηρής αποφάσεως και να επιταχύνουν τη διαδικασία.
2. Εκτίμηση
88. Η Γαλλική Κυβέρνηση στηρίζει την άποψή της ότι οι διατάξεις που προσκομίζει πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας πρωτίστως στο γεγονός ότι αμφότερες οι περίοδοι της διατάξεως αυτής προβλέπουν ανεξάρτητες μεταξύ τους υποχρεώσεις και ότι, ως εκ τούτου, μόνον η απάντηση, όχι όμως και η αιτιολογία, πρέπει να δίδονται εντός δύο μηνών.
89. Φρονώ ότι η ανωτέρω ερμηνεία στηρίζεται σε μια αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης περιόδου του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας, πράγμα που κατά την άποψή μου δεν συμβιβάζεται με το νόημα και τον σκοπό της διατάξεως αυτής.
90. Σύμφωνα με το άρθρο 1, σκοπός της οδηγίας είναι μεταξύ άλλων να οριστούν οι βασικοί όροι και προϋποθέσεις παροχής πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις βάσει των οποίων πρέπει να επιτρέπεται σε νομικά και φυσικά πρόσωπα, κατόπιν αιτήσεώς τους, η πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές ρυθμίζονται από το άρθρο 3, παράγραφοι 1 έως 3.
91. Το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας ρυθμίζει από διαδικαστικής απόψεως την απόφαση σχετικά με αυτό το δικαίωμα προσβάσεως. Σύμφωνα με την πρώτη περίοδο της διατάξεως αυτής, οι διοικητικές αρχές ενημερώνουν τον αιτούντα για την τύχη της αιτήσεώς του το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός διμήνου. Ανάλογα με το περιεχόμενο του δικαιώματος προσβάσεως, όπως αυτό προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφοι 1 έως 3, η απάντηση των διοικητικών αρχών μπορεί να συνίσταται στην αποδοχή του αιτήματος προσβάσεως στις πληροφορίες ή στην απόρριψή του για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο αυτό.
92. Η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, της οδηγίας ισχύει τόσο για τις θετικές όσο και για τις απορριπτικές αποφάσεις των διοικητικών αρχών. Εκ του γεγονότος αυτού καθίσταται σαφές ότι η ρύθμιση της δεύτερης περιόδου της διατάξεως αυτής δεν είναι τελείως ανεξάρτητη από την πρώτη περίοδο. Αντιθέτως, στη δεύτερη περίοδο ορίζεται επιπλέον ότι, σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως, ενδεχόμενο που καλύπτεται ήδη από την πρώτη περίοδο, η απόρριψη αυτή πρέπει να είναι αιτιολογημένη.
93. Επομένως, το γεγονός ότι αυτή η υποχρέωση αιτιολογήσεως ορίζεται σε μια χωριστή δεύτερη περίοδο οφείλεται μάλλον στη γλωσσική διατύπωση αυτής της πρόσθετης προϋποθέσεως στην περίπτωση που, με την κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος απάντηση των διοικητικών αρχών, δεν γίνεται δεκτό το αίτημα παροχής πληροφοριών, αλλά απορρίπτεται. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς της Γαλλικής Κυβερνήσεως, από το ανωτέρω άρθρο δεν προκύπτει ότι αυτή η υποχρέωση αιτιολογήσεως μπορεί να διακριθεί από τη γενική υποχρέωση απαντήσεως και ότι δεν εμπίπτει στην προθεσμία σύμφωνα με τη διάταξη αυτή.
94. Επιπλέον, η τασσόμενη στις διοικητικές αρχές προθεσμία για να απαντήσουν, όπως είναι η προθεσμία του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας, εξυπηρετεί μεταξύ άλλων την ασφάλεια δικαίου, δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι ο αιτών δεν θα παραμείνει επ' αόριστον σε κατάσταση αβεβαιότητας σχετικά με την τύχη της αιτήσεώς του, ήτοι σχετικά με την έννομη θέση του. Φρονώ ότι το σημείο αυτό πρέπει να τύχει ιδιαίτερης προσοχής, ιδίως στην περίπτωση μιας οδηγίας που σκοπεί στη διασφάλιση της προσβάσεως του κοινού σε πληροφορίες των διοικητικών αρχών.
95. Συναφώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτή η ανάγκη της ασφάλειας δικαίου υπάρχει και όσον αφορά την αιτιολόγηση των απορριπτικών αποφάσεων, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο 4 της οδηγίας προβλέπει τη δυνατότητα ασκήσεως ένδικου βοηθήματος τόσο κατά των θετικών όσο και κατά των απορριπτικών αποφάσεων των διοικητικών αρχών και ότι η νομιμότητα των τελευταίων αυτών αποφάσεων πρέπει να εκτιμάται βάσει της αιτιολογίας.
96. Επομένως, μια ερμηνεία, βάσει της οποίας δεν θα έπρεπε να υπάρχει προθεσμία για την αιτιολογία που απαιτεί το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας σε περίπτωση απορριπτικής αποφάσεως των διοικητικών αρχών, δεν θα ήταν σύμφωνη με το πνεύμα και τον σκοπό ούτε της διατάξεως αυτής ούτε της οδηγίας στο σύνολό της.
97. Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει εν πάση περιπτώσει να διασφαλίζουν ότι ο αιτών θα λάβει το αργότερο εντός δύο μηνών και την αιτιολογία της αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η αίτησή του. Επομένως, είναι εσφαλμένη η προτεινόμενη από τη Γαλλική Κυβέρνηση ερμηνεία ότι η αιτιολογία και η προθεσμία πρέπει να διακρίνονται μεταξύ τους. Ως εκ τούτου, ολόκληρη η επιχειρηματολογία της Γαλλικής Κυβερνήσεως που στηρίζεται στην ερμηνεία αυτή είναι απορριπτέα.
98. Επομένως, ορθώς η Επιτροπή θεώρησε ότι ο αιτών πρέπει να ενημερωθεί με την απόφαση που απέρριψε την αίτησή του για πρόσβαση σε πληροφορίες εν πάση περιπτώσει μαζί με την αιτιολογία της αποφάσεως αυτής το αργότερο εντός δύο μηνών.
99. Στο πλαίσιο αυτό, τέθηκε κατά τα λοιπά το ζήτημα αν η αιτιολογία πρέπει να διατυπώνεται ταυτόχρονα με την έκδοση της απορριπτικής αποφάσεως. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναπτύξεις μου, η αιτίαση περί εσφαλμένης μεταφοράς του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας θα ήταν βάσιμη και στην περίπτωση που δεν διασφαλιζόταν ότι ο αιτών, του οποίου η αίτηση παροχής πληροφοριών απορρίφθηκε, δεν ενημερώθηκε εντός της προβλεπόμενης δίμηνης προθεσμίας για την αιτιολογία της απορριπτικής αυτής αποφάσεως. Αν αυτό επιβεβαιωθεί στη συνέχεια, παρέλκει τότε η εξέταση του ζητήματος αν επιπλέον η αιτιολογία πρέπει να διατυπώνεται ταυτόχρονα με την έκδοση της απορριπτικής αποφάσεως.
100. Κατ' αρχάς, επιθυμώ να τονίσω γενικά ότι εναπόκειται φυσικά στα κράτη μέλη να ορίσουν τη μορφή και τα μέσα για τη μεταφορά μιας οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη τους, όπως αυτό προκύπτει από το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ. Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν όσον αφορά τη μεταφορά της οδηγίας, όπως επανειλημμένως έχω τονίσει, να περιοριστούν κατ' αρχήν σε ένα γενικό νομικό πλαίσιο .
101. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση ο τρόπος μεταφοράς που επιλέγουν τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή και μάλιστα κατά τρόπο ώστε όσοι αντλούν δικαιώματα από την οδηγία να μπορούν να αντιληφθούν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους .
102. Η Επιτροπή φρονεί ότι οι διατάξεις του γαλλικού δικαίου δεν είναι σύμφωνες ως προς το σημείο αυτό με την οδηγία στον βαθμό που δεν διασφαλίζουν ότι ο αιτών θα ενημερωθεί σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4 εντός διμήνου για την τυχόν απορριπτική απάντηση των διοικητικών αρχών και δη για την αιτιολογία της.
103. Όσον αφορά τις νομοθετικές διατάξεις με τις οποίες μεταφέρθηκε κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως η ανωτέρω υποχρέωση στο εσωτερικό της δίκαιο, επιβάλλεται η ακόλουθη διαπίστωση.
104. Έστω και αν η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι διοικητικές αρχές υποχρεούνται κατ' αρχήν βάσει του άρθρου 7 του νόμου 78-753, όπως τροποποιήθηκε με το διάταγμα 88-465, να αιτιολογουν την απόρριψη των αιτήσεων προσβάσεως σε έγγραφα, ωστόσο παραδέχθηκε ότι η ρύθμιση περί σιωπηρών αποφάσεων που περιέχει το διάταγμα αυτό, κατά της οποίας κυρίως στρέφεται η Επιτροπή, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την έκδοση αναιτιολόγητων απορριπτικών αποφάσεων. Επομένως, αυτές οι νομοθετικές διατάξεις δεν μπορούν καθεαυτές να διασφαλίσουν κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι οι απορριπτικές αποφάσεις των διοικητικών αρχών πρέπει να αιτιολογούνται εντός προθεσμίας δύο μηνών.
105. Ωστόσο, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλέστησε στο πλαίσιο αυτό το άρθρο 5 του νόμου 79-587, σύμφωνα με το οποίο ο αιτών, σε περίπτωση σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως, πρέπει να ενημερώνεται, κατόπιν αιτήσεώς του εντός ενός μήνα για τους λόγους της αποφάσεως αυτής.
106. Συναφώς, αρκεί να λεχθεί ότι η υποχρέωση των διοικητικών αρχών να κοινοποιήσουν στον αποδέκτη μιας σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως την αιτιολογία της εντός ενός μήνα σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη υπάρχει μόνο στην περίπτωση που ο αποδέκτης της αποφάσεως αυτής έχει υποβάλει σχετική αίτηση. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίσουν ότι ο αιτών την παροχή πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον θα ενημερωθεί για την απόρριψη της αιτήσεώς του, καθώς και για τους λόγους της απορρίψεως αυτής εν πάση περιπτώσει εντός δύο μηνών, χωρίς να απαιτείται προς τούτο κάποια περαιτέρω ενέργεια του αιτούντος. Επομένως, και η διάταξη αυτή δεν συνιστά πλήρη μεταφορά της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας.
107. Τέλος, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστήριξε επίσης ότι οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν οδηγούν κατ' ανάγκη στην εκπρόθεσμη διατύπωση της αιτιολογίας. Πράγματι, δυνάμει του νόμου 78-753 και του διατάγματος 88-465, οι ιδιώτες μπορούν μετά την πάροδο ενός μήνα να διαπιστώσουν την ύπαρξη σιωπηρής απορρίψεως και, στη συνέχεια, να ζητήσουν βάσει του άρθρου 5 του νόμου 79-587 να ενημερωθούν για την αιτιολογία της εντός ενός μήνα και, ως εκ τούτου, μπορούν να λάβουν εντός δύο μηνών την αιτιολογία που απαιτεί το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας.
108. Πέραν του ότι, όπως μόλις διαπίστωσα, η ρύθμιση αυτή προϋποθέτει μια (συμπληρωματική) αίτηση και, ως εκ τούτου, επιβάλλει στον αιτούντα την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια, πράγμα που δεν προβλέπει η οδηγία, δεν αρκεί επίσης το γεγονός ότι παρέχεται στον αιτούντα απλώς η δυνατότητα να λάβει μια αιτιολογημένη απάντηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμία των δύο μηνών. Αντιθέτως, πρέπει, βάσει των εθνικών διατάξεων για τη μεταφορά της οδηγίας, να επιβάλλεται στις διοικητικές αρχές η σαφής υποχρέωση να αιτιολογούν εντός δύο μηνών την απόρριψη των αιτήσεων παροχής πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον.
109. Επομένως, επιβάλλεται η γενική διαπίστωση ότι οι γαλλικές νομοθετικές διατάξεις δεν διασφαλίζουν κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι ο αιτών, του οποίου η αίτηση παροχής πληροφοριών απορρίφθηκε, θα λάβει εντός δύο μηνών την αιτιολογία της απορρίψεως αυτής. Συνεπώς, η μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας δεν ήταν πλήρης. Επομένως, δεν χρειάζεται να εξεταστεί εν προκειμένω το αν η αιτιολογία της απορρίψεως πρέπει να διατυπώνεται όχι μόνον εντός της προβλεπόμενης στη διάταξη αυτή προθεσμίας, αλλά, πέραν τούτου, και ταυτόχρονα με την απορριπτική απόφαση.
110. Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος προσφυγής είναι βάσιμος.
V - Πρόταση
111. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1) Η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να μεταφέρει ορθώς στο εσωτερικό της δίκαιο τα άρθρα 2, στοιχείο α_, και 3, παράγραφοι 2, 3 και 4, της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την ελεύθερη πληροφόρηση για θέματα περιβάλλοντος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την ανωτέρω οδηγία και από το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy