Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, θεσπίζοντας μια διαδικασία καταχωρίσεως των αδειών οδηγήσεως που έχουν χορηγηθεί από άλλα κράτη μέλη και υπολογίζοντας την διάρκεια της ισχύος τους από την ημερομηνία εκδόσεώς τους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδηγήσεως . Η Επιτροπή ζητεί, επίσης, να διαπιστωθεί ότι το κράτος μέλος αυτό παρέβη τις υποχρεώσεις του, θεσπίζοντας διατάξεις που δεν αντιστοιχούν σ' αυτές που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία, αφενός, σχετικά με την ηλικία που απαιτείται για την οδήγηση και, αφετέρου, σχετικά με την ιατρική εξέταση.
Ι - To νομικό πλαίσιο
Α - Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2. Οι άδειες έχουν αποτελέσει το αντικείμενο μίας πρώτης εναρμονίσεως με την έκδοση της πρώτης οδηγίας 80/1263/ΕΟΚ . Η οδηγία αυτή προοριζόταν να συντελέσει στη βελτίωση της οδικής ασφαλείας και να διευκολύνει την κυκλοφορία των προσώπων που εγκαθίστανται σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο εντός του οποίου έδωσαν εξετάσεις για την απόκτηση αδείας οδηγήσεως ή που διακινούνται στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
Για τον σκοπό αυτό, με την οδηγία 80/1263 πραγματοποιήθηκε μία προσέγγιση ορισμένων εθνικών κανόνων, κυρίως όσων αφορούν την ταξινόμηση των οχημάτων, τα εθνικά συστήματα εκδόσεως αδειών και τους όρους ισχύος τους. Καθόρισε ένα κοινοτικό υπόδειγμα αδείας οδηγήσεως και θέσπισε ένα σύστημα αμοιβαίας αναγνωρίσεως των εν λόγω αδειών καθώς και αντικαταστάσεώς τους όταν οι κάτοχοί τους αλλάζουν τόπο διαμονής ή εργασίας από ένα κράτος μέλος σε άλλο.
3. Η οδηγία 80/1263 καταργήθηκε με την οδηγία 91/439 η οποία σηματοδοτεί μία νέα φάση στην εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων, κυρίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των αδειών και την ταξινόμηση των οχημάτων._Ετσι, το άρθρο 6 της οδηγίας 91/439 θέτει προυποθέσεις σχετικά με το ελάχιστο όριο ηλικίας που απαιτείται για τη χορήγηση αδείας ανάλογα με τις κατηγορίες των οικείων οχημάτων. Το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας προσθέτει ότι η χορήγηση της αδείας οδηγήσεως προϋποθέτει την επιτυχία σε ορισμένες δοκιμασίες ελέγχου των γνώσεων, την πλήρωση ορισμένων απαιτήσεων υγείας καθώς και την ύπαρξη κανονικής διαμονής ή αποδείξεως της σπουδαστικής ιδιότητας επί διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών στην επικράτεια του κράτους μέλους που χορηγεί την άδεια οδηγήσεως.
4. Eξάλλου, η οδηγία 91/439 καταργεί την υποχρέωση αντικαταστάσεως της αδείας, που προβλεπόταν από την οδηγία 80/1263, σε περίπτωση μεταφοράς της κανονικής διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον η υποχρέωση αυτή κατέστη εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, λόγω της προόδου που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποιήσεως . Ωστόσο, η εν λόγω οδηγία, δέχεται την αντικατάσταση αδείας σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις .
5. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 καθιερώνει την αρχή σύμφωνα με την οποία «[τ]α κράτη μέλη αναγνωρίζουν αμοιβαία τις άδειες οδηγήσεως που χορηγούν». Ωστόσο, η παράγραφος 3 ορίζει ότι, όταν ο κάτοχος αδείας οδηγήσεως αποκτά την κανονική του διαμονή σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο που χορήγησε την άδεια, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να τον υπαγάγει στις εθνικές του διατάξεις όσον αφορά τη διάρκεια ισχύος της αδείας, τον ιατρικό έλεγχο, τη φορολογία και μπορεί να αναγράφει πάνω στην άδεια τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη χρήση της. Επίσης, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 ορίζει ότι, με την επιφύλαξη της αρχής της εδαφικότητας όσον αφορά την ισχύ των ποινικών και αστυνομικών διατάξεών του, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να εφαρμόσει στον κάτοχο αδείας οδηγήσεως, η οποία έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος, τις εθνικές του διατάξεις όσον αφορά τον περιορισμό, την αναστολή, την αφαίρεση ή την ακύρωση του δικαιώματος οδηγήσεως και, ενδεχομένως, να προβεί, για τους σκοπούς αυτούς, σε αντικατάσταση της αδείας αυτής.
6. Η οδηγία τροποποιήθηκε επανειλημμένως, κυρίως δε με την οδηγία 96/47/ΕΚ . Η τελευταία παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα χορηγήσεως αδείας σύμφωνα με υπόδειγμα που καθορίζεται στο παράρτημά της Ια, το οποίο είναι διαφορετικό από αυτό που προβλέπεται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 91/439. Επομένως, τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν είτε ένα παραδοσιακό υπόδειγμα επί χάρτινου υποθέματος είτε ένα πλέον προηγμένης τεχνολογίας υπόδειγμα επί πλαστικού υπόθεματος του τύπου που χρησιμοποιείται για τις τραπεζικές και πιστωτικές κάρτες.
Β - Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
7. Στις Κάτω Χώρες, η σχετική με τις άδειες ρύθμιση περιλαμβάνεται κατ' ουσίαν στον Wegenverkeerswet (νόμο περί οδικής κυκλοφορίας) και στον Reglement Rijbewijs (κανονισμό εφαρμογής του WVW) .
8. To άρθρο 107, παράγραφος 1, της WVW απαιτεί ο οδηγός οχήματος να είναι κάτοχος αδείας που έχει χορηγηθεί από τις ολλανδικές αρχές.
9. Ωστόσο, το άρθρο 108, παράγραφος 1, στοιχείο h, θεσπίζει ένα ιδιαίτερο σύστημα υπέρ των οδηγών που είναι κάτοχοι αδείας η οποία έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος όταν αυτοί διαμένουν στις Κάτω Χώρες. Συγκεκριμένα, η υποχρέωση κατοχής ολλανδικής αδείας οδηγήσεως στην εθνική επικράτεια δεν ισχύει έναντι αυτών κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου, η οποία ποικίλλει ανάλογα με το αν ο κάτοχος έχει προβεί ή όχι σε καταχώριση της αδείας του στις Κάτω Χώρες. Σε περίπτωση καταχωρίσεως, η περίοδος αυτή αντιστοιχεί στη διάρκεια ισχύος της αδείας στις Κάτω Χώρες. Ελλείψει καταχωρίσεως, η περίοδος αυτή είναι έτους μετά την εγκατάσταση του ενδιαφερομένου στις Κάτω Χώρες.
10. Σύμφωνα με το άρθρο 109, παράγραφος 1, του WVW οι άδειες ισχύουν στις Κάτω Χώρες:
- για 10 έτη από την ημερομηνία χορηγήσεώς τους, εφόσον κατά την ημερομηνία αυτή ο κάτοχος είναι κάτω των 60 ετών·
- για την περίοδο έως την ημερομηνία κατά την οποία ο κάτοχος θα έχει συμπληρώσει τα 70 έτη, εφόσον ο κάτοχος είναι μεταξύ 60 και 65 ετών κατά την ημερομηνία χορηγήσεως της αδείας και
- για 5 έτη από την ημερομηνία χορηγήσεως της αδείας, εφόσον κατά την ημερομηνία αυτή ο κάτοχος είχε συμπληρώσει τα 65 έτη.
11. Η ολλανδική διαδικασία καταχωρίσεως των αδειών έχει ως εξής . Ο κάτοχος αδείας οφείλει, καταρχάς, να συμπληρώσει ένα έντυπο, επισυνάπτοντας σ' αυτό ορισμένα δικαιολογητικά έγγραφα , και να το υποβάλει στον δήμαρχο της κοινότητας στην οποία είναι εγγεγραμμένος. Ο τελευταίος απευθύνεται με τη σειρά του σε ένα δημόσιο οργανισμό αρμόδιο για την κεντρική καταχώριση των αδειών στο τηρούμενο προς τούτο μητρώο. Ο οργανισμός αυτός επαληθεύει, ακολούθως, την ταυτότητα του αιτούντος, προσκαλώντας τον στα γραφεία του, και εξακριβώνει αν ισχύει η άδεια καθώς και αν πληρούνται οι απαιτούμενες για την καταχώριση προϋποθέσεις. Με την ευκαιρία αυτή, καθορίζει το χρόνο ισχύος, στις Κάτω Χώρες, της καταχωρισθείσας αδείας.
12. To άρθρο 177, παράγραφος 1, του WVW προβλέπει ότι η οδήγηση χωρίς άδεια, με άδεια που έχει λήξει ή που δεν πληροί τις νόμιμες προδιαγραφές κολάζεται ποινικώς δηλαδή με φυλάκιση δύο μηνών ή με πρόστιμο.
ΙΙ - Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
13. Με έγγραφα της 22ας Μαρτίου 1994 και 25ης Οκτωβρίου 1995, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υπέβαλε στην Επιτροπή μία σειρά νομοθετικών και κανονιστικών σχεδίων που αποσκοπούσαν στη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 91/439. Παρόλο που η Επιτροπή διατύπωσε ορισμένες επικρίσεις ως προς τα εν λόγω σχέδια, το αποτέλεσμα ήταν η έκδοση, βάσει των σχεδίων αυτών, στις 21 Απριλίου 1994, του WVW και, στις 28 Μαϊου 1996, του κανονισμού εφαρμογής του WVW.
14. Κατόπιν σχετικής αλληλογραφίας μεταξύ των ολλανδικών αρχών και της Επιτροπής, η τελευταία όχλησε, στις 17 Ιουνίου 1997, τις ολλανδικές αρχές καλώντας τες να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους ως προς τα προπαρατεθέντα κείμενα.
15. Η Επιτροπή, επειδή δεν επείσθη από τις παρατηρήσεις που υπέβαλε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, απαντώντας στο έγγραφό της οχλήσεως, απηύθυνε, στις 7 Δεκεμβρίου 1998, αιτιολογημένη γνώμη.
ΙΙΙ - Η προσφυγή
16. Η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Ιουνίου 2000. Η Επιτροπή διατυπώνει τέσσερις αιτιάσεις κατά του βασιλείου των Κάτω Χωρών.
17. Πρώτον, θεωρεί ότι η διαδικασία καταχωρίσεως των αδειών που ισχύει στις Κάτω Χώρες, εφόσον εφαρμόζεται στους κατόχους αδειών που έχουν χορηγηθεί από άλλα κράτη μέλη, είναι αντίθετη προς την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως που καθιερώνει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439.
18. Δεύτερον, αντίκειται επίσης προς την αρχή αυτή, κατά την άποψη της Επιτροπής, το γεγονός ότι ως αφετηρία της διάρκειας ισχύος τους στις Κάτω Χώρες λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία εκδόσεως των αδειών που έχουν χορηγηθεί από άλλα κράτη μέλη.
19. Τρίτον, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το ελάχιστο όριο ηλικίας που προβλέπει η ολλανδική ρύθμιση για τους οδηγούς της κατηγορίας Δ δεν ανταποκρίνεται στο όριο του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της οδηγίας 91/439.
20. Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η ολλανδική ρύθμιση δεν προβλέπει περιοδικές ιατρικές εξετάσεις για τους οδηγούς της ομάδας 2, αντίθετα με όσα επιβάλλει το παράρτημα ΙΙΙ, 4, της οδηγίας 91/439.
21. Οι δύο τελευταίες αυτές αιτιάσεις δεν έχουν αμφισβητηθεί από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών. Θα εξετάσω, επομένως, με τις προτάσεις μου, μόνον τις δύο πρώτες αιτιάσεις, προτείνοντας, κατά τα λοιπά, να γίνει δεκτή η προσφυγή.
Α - Επί της πρώτης αιτιάσεως σχετικά με τη διαδικασία καταχωρίσεως των αδειών
1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
22. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι άδειες που έχουν χορηγηθεί από κράτος μέλος σε πρόσωπα που διαμένουν άνω του ενός έτους στις Κάτω Χώρες δεν αναγνωρίζονται πλέον εκεί ελλείψει καταχωρίσεώς τους στις Κάτω Χώρες κατά την περίοδο αυτή. Τα πρόσωπα αυτά είναι, επομένως, υποχρεωμένα να προβαίνουν συστηματικά στην καταχώριση της αδείας τους, εντός της τασσομένης προθεσμίας, προκειμένου να συνεχίζουν να απολαύουν του δικαιώματος οδηγήσεως στην επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους. Εξάλλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι διατυπώσεις καταχωρίσεως που απαιτούνται στις Κάτω Χώρες είναι σχεδόν εξίσου αυστηρές με αυτές που προβλέπονται για την αντικατάσταση αδείας, ενώ η οδηγία 91/439 έχει ρητά απαγορεύσει στα κράτη μέλη τη θέσπιση τέτοιας διαδικασίας στις μεταξύ τους σχέσεις.
23. Η κατάσταση αυτή δεν συνάδει προς την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439. Συγκεκριμένα, μετά ένα έτος διαμονής στις Κάτω Χώρες, η αναγνώριση των αδειών που έχουν χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος δεν είναι πλέον αυτόματη, αλλά εξαρτάται από τη συμπλήρωση διαφόρων διατυπώσεων καταχωρίσεως.
24. Eπιπλέον, η επίδικη διαδικασία δεν δικαιολογείται από τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/439, οι οποίες ορίζουν ότι, όταν ο κάτοχος αδείας οδηγήσεως αποκτά κανονική διαμονή σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο που χορήγησε την άδεια, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να τον υπαγάγει στις εθνικές του διατάξεις που ρυθμίζουν τη διάρκεια ισχύος της αδείας, τον ιατρικό έλεγχο, τη φορολογία και μπορεί να αναγράφει πάνω στην άδεια τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη χρήση της. Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν στενά, διότι προβλέπουν εξαίρεση από την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών. Υπενθυμίζει ότι, ακόμα και πριν τεθεί σε ισχύ η οδηγία 80/1263, το Δικαστήριο είχε κρίνει, με την απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1978, Cloquet , ότι οι περιορισμοί του δικαιώματος οδηγήσεως οχήματος εντός της Κοινότητας με άδεια εκδοθείσα σε κράτος μέλος είναι αποδεκτοί, από πλευράς των κανόνων της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, μόνον αν μπορούν λογικά να συσχετισθούν με τις ανάγκες οδικής ασφαλείας. Αυτό, πάντως, δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
25. Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι προβλεπόμενες στις Κάτω Χώρες ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεως της επίδικης διαδικασίας δεν πληρούν την προϋπόθεση της αναλογικότητας που έθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος .
26. Η Ολλανδική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχει εντός της Κοινότητας κοινό σύστημα καταχωρίσεως ή συντονισμένο σύστημα μεταξύ των κρατών μελών. Επομένως, η θέσπιση ενός εθνικού συστήματος καταχωρίσεως είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της ισχύος των αδειών που επιδεικνύονται κατά τους οδικούς ελέγχους, σύμφωνα με τους επιδιωκόμενους από την οδηγία 91/439 στόχους της οδικής ασφαλείας και της καταπολεμήσεως της απάτης.
27. Συγκεκριμένα, μόνον ένα τέτοιο σύστημα θα επέτρεπε στα όργανα της τάξεως να επαληθεύουν επί τόπου αν οι άδειες που επιδεικνύονται συμφωνούν με τα καταχωρισθέντα στοιχεία, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διάρκεια της ισχύος τους και την ύπαρξη κυρώσεων που ενδέχεται να επηρεάζουν τα αποτελέσματά τους. Εξάλλου, η άμεση αναζήτηση πληροφορίας από τα καταχωρισθέντα στοιχεία είναι απαραίτητη για τον έλεγχο της ισχύος των αδειών που έχουν χορηγηθεί πριν από την θέση σε ισχύ της οδηγίας 91/439, και τούτο επειδή αυτές δεν ανταποκρίνονται σ' ένα ομοιόμορφο υπόδειγμα το οποίο να μπορεί εύκολα να αναγνωρίζεται. Επιπλέον, η θέσπιση ενός συστήματος καταχωρίσεως θα παρέχει τη δυνατότητα αναγραφής ορισμένων στοιχείων που είναι απαραίτητα για τη χρήση των αδειών χωρίς να καθίσταται πρακτικώς αδύνατη η αναγραφή στοιχείων πάνω στις άδειες που έχουν τη μορφή πλαστικής κάρτας.
28. Με άλλα λόγια, το εν λόγω σύστημα καταχωρίσεως είναι το μοναδικό μέσο που το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να εφαρμόζει στην πράξη, όσον αφορά τους κατόχους αδειών που έχουν χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος, τις εθνικές του διατάξεις σχετικά με τη διάρκεια της ισχύος των αδειών και τις κυρώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 1, παράγραφος 3, και 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439.
29. Εξάλλου, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως περιορίζεται στην απαγόρευση της διαδικασίας αντικαταστάσεως της αδείας και όχι της καταχωρίσεώς της. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την περιλαμβανόμενη στα πρακτικά συνεδριάσεως δήλωση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής _Ενωσης και της Επιτροπής κατά την έκδοση της οδηγίας 91/439. Εξάλλου, άδεια που χορηγείται από κράτος μέλος παραμένει έγκυρη και αναγνωρίζεται στις Κάτω Χώρες παρόλο που δεν έχει καταχωρισθεί. Η έλλειψη καταχωρίσεως έχει ως μόνη συνέπεια το γεγονός ότι η άδεια αυτή δεν επιτρέπει στον κάτοχο της να οδηγεί εντός της ολλανδικής επικρατείας.
30. Τέλος, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, από το 1990 περίπου, οι ποινικές κυρώσεις δεν επιβάλλονται πλέον στους οδηγούς που δεν έχουν καταχωρίσει τις άδειες τους. Επιπλέον, η εν λόγω εθνική ρύθμιση τροποποιήθηκε προκειμένου οι εν λόγω ποινικές κυρώσεις να αντικατασταθούν από διοικητικές κυρώσεις. Η νέα αυτή ρύθμιση επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ στην αρχή του 2003.
31. Η Ισπανική Κυβέρνηση, ασκώντας παρέμβαση υπέρ του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, φρονεί, επίσης, ότι η υποχρέωση καταχωρίσεως συνάδει προς την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως και δικαιολογείται από τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/439.
32. Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που ρυθμίζουν την ανανέωση των αδειών προϋποθέτει απαραίτητα ότι το κράτος μέλος υποδοχής είναι εν γνώσει της υπάρξεως των αδειών που έχουν χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος και χρησιμοποιούνται στην επικράτεια του. Προσθέτει ότι η καταχώριση των προηγουμένων παραβάσεων του οδηγού είναι απαραίτητη προκειμένου να του επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση, διότι ο προσδιορισμός αυτής εξαρτάται, συνήθως, από την ύπαρξη ή όχι υποτροπής. Τέλος, η εν λόγω Κυβέρνηση φρονεί ότι οι απλοί οδικοί έλεγχοι επί της δημοσίας οδού είναι ανεπαρκείς για τη διασφάλιση της εφαρμογής των σχετικών εθνικών διατάξεων του κράτους μέλους υποδοχής, εφόσον οι κάτοχοι αδειών, που έχουν χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος, δεν συμμορφώνονται κατ' ανάγκη στην κλήση των οργάνων της τάξεως και μπορούν κατ' αυτό τον τρόπο να διαφεύγουν οποιοδήποτε έλεγχο σχετικό με την ισχύ της αδείας.
2. Εκτίμηση
33. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί, γενικά, την ίδια την αρχή της καταχωρίσεως των αδειών που χορηγούνται από άλλο κράτος μέλος. Το ζήτημα αυτό έχει σαφώς υπογραμμιστεί στις γραπτές της παρατηρήσεις επί του υπομνήματος παρεμβάσεως του βασιλείου της Ισπανίας και, στη συνέχεια, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
34. Αυτό που αμφισβητείται στην υπό κρίση υπόθεση, είναι η ιδιάζουσα φύση της διαδικασίας καταχωρίσεως που ισχύει στις Κάτω Χώρες . Η ειδική αυτή διαδικασία επικρίνεται πολλαπλώς λόγω του υποχρεωτικού και συστηματικού της χαρακτήρα, της περιπλοκότητας των απαιτούμενων διοικητικών διατυπώσεων και της βαρύτητας των σχετικών κυρώσεων.
35. Στην υπό κρίση προσφυγή τίθενται δύο διαδοχικά ζητήματα. Πρώτον, πρέπει να καθοριστεί αν η υφιστάμενη στις Κάτω Χώρες διαδικασία καταχωρίσεως συνάδει προς την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, πρέπει, στη συνέχεια, να εξεταστεί αν η διαδικασία αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί από τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας.
α) Επί του συμβατού της διαδικασίας καταχωρίσεως προς την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439
36. Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μια άδεια που έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος παραμένει έγκυρη και αναγνωρίζεται στις Κάτω Χώρες, ακόμα και αν δεν έχει καταχωρισθεί. Η μόνη συνέπεια της ελλείψεως καταχωρίσεως είναι το ότι η άδεια αυτή δεν επιτρέπει πλέον στον κάτοχο της να οδηγεί στην ολλανδική επικράτεια. _Οπως και η Επιτροπή, δυσκολεύομαι να ακολουθήσω τη συλλογιστική της Ολλανδικής Κυβερνήσεως. Συγκεκριμένα, είναι σαφές ότι, δυνάμει της εν λόγω εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, άδεια που έχει χορηγηθεί από κράτος μέλος δεν είναι πλέον έγκυρη ούτε αναγνωρίζεται στις Κάτω Χώρες, εφόσον δεν έχει καταχωρισθεί εντός της τασσόμενης προθεσμίας.
37. Όπως το υπογραμμίζει η Επιτροπή, φαίνεται ότι η ολλανδική ρύθμιση εξαρτά τη διατήρηση της αναγνωρίσεως, στην ολλανδική επικράτεια, πέραν της προθεσμίας του ενός έτους διαμονής, των αδειών που έχουν χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος από τη συμπλήρωση των διατυπώσεων καταχωρίσεως.
38. Μία τέτοια εθνική κανονιστική ρύθμιση φαίνεται αυστηρότερη απ' ό,τι ορίζει το γράμμα των διατάξεων του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439, σύμφωνα με τις οποίες «[ο]ι άδειες οδηγήσεως που εκδίδονται σε άλλα κράτη μέλη είναι αμοιβαίως αναγνωρισμένες». Συγκεκριμένα, οι διατάξεις αυτές χρησιμοποιούν μία γενική διατύπωση υπέρ της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών, χωρίς να την εξαρτούν από συγκεκριμένη προϋπόθεση. Πρόκειται περί αυτού που υπογραμμίστηκε με την προπαρατεθείσα απόφαση Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος, η οποία ορίζει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 προβλέπει την αμοιβαία αναγνώριση, χωρίς καμία διατύπωση, των αδειών οδηγήσεως που χορηγούν τα κράτη μέλη . Με την απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1998, Awoyemi , το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν στα κράτη μέλη μια σαφή και ακριβή υποχρέωση αναγνωρίσεως των αδειών βάσει του κοινοτικού υποδείγματος και ότι τα κράτη προς τα οποία απευθύνεται η οδηγία 91/439 δεν διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τα μέτρα που πρέπει να θεσπίσουν για να συμμορφωθούν προς τις εν λόγω επιταγές. Εξ αυτού, το Δικαστήριο έχει συναγάγει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 έχει άμεσο αποτέλεσμα.
39. Συναφώς, η οδηγία 91/439 διαφέρει σαφώς από την οδηγία 80/1263 η οποία έχει καταργηθεί. Συγκεκριμένα, η τελευταία προέβλεπε, στο άρθρο της 8, παράγραφος 1, ότι με τη συμπλήρωση ενός έτους κανονικής διαμονής σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό της χορηγήσεως, η διατήρηση της αναγνωρίσεως των αδειών εξηρτάτο από την αντικατάσταση της αδείας. Ουδεμία τέτοιου είδους προϋπόθεση προβλέπεται από την οδηγία 91/439. Ο κοινοτικός νομοθέτης, εξάλλου, μερίμνησε ώστε να αποκλείσει ρητώς, με τις αιτιολογικές του σκέψεις, αυτή την προϋπόθεση αντικαταστάσεως της αδείας.
40. Κατά τη γνώμη μου, παρόλο που (αντίθετα με την περίπτωση της αντικατάστασεως της αδείας) η οδηγία ρητώς δεν αποκλείει τη διαδικασία καταχωρίσεως, όπως αυτή ισχύει στις Κάτω Χώρες, εμμέσως πλην σαφώς την αποκλείει. Πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ αυτής της απόψεως.
41. Πρώτον, οι διατυπώσεις που απαιτούνται για την καταχώριση είναι σχεδόν εξίσου περίπλοκες με αυτές που προβλέπονται για την αντικατάσταση αδείας. Βέβαια, όπως έχει υπογραμμίσει η Ολλανδική Κυβέρνηση, η εν λόγω διαδικασία μπορεί να πραγματοποιηθεί άνευ εξόδων και προθεσμίας, αντίθετα με την περίπτωση της αντικαταστάσεως αδείας. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, κατά την καταχώριση, απαιτείται ένας μεγάλος αριθμός δικαιολογητικών, γεγονός που καθιστά αναγκαία την προηγούμενη διεξαγωγή διαφόρων διοικητικών ενεργειών που προστίθενται στις ενέργειες για την καταχώριση αυτή καθ' αυτή, η οποία προϋποθέτει γενικά τη μετάβαση του ενδιαφερομένου στις αρμόδιες υπηρεσίες κατόπιν προσκλήσεως.
42. Δεύτερον, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι, κατά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως, η ολλανδική ρύθμιση απαιτεί την προσκόμιση δικαιολογητικών που πιστοποιούν ότι ο κάτοχος της αδείας έχει διαμείνει τουλάχιστον 185 ημέρες στην χώρα εκδόσεως ή είναι εγγεγραμμένος κατά τη διάρκεια τουλάχιστον 6 μηνών σε σχολείο ή πανεπιστήμιο της χώρας αυτής. Η απαίτηση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή διότι εντάσσεται στο πλαίσιο ενός ελέγχου που επαναλαμβάνει αυτόν που έχει κατ' ανάγκη διενεργηθεί επί του ζητήματος αυτού από τις αρχές χορηγήσεως της αδείας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439. Αυτή η ειδική διατύπωση αντίκειται προς την ίδια τη φιλοσοφία του συστήματος που έχει θεσπισθεί από την οδηγία αυτή, η οποία συνίσταται στον καθορισμό κοινοτικών κανόνων χορηγήσεως της αδείας και στην ανάθεση στο κράτος μέλος χορηγήσεως της αποκλειστικής αρμοδιότητας για τη διασφάλιση της τηρήσεως των κανόνων αυτών. Η ανάλυση αυτή συμβαδίζει προς αυτή που το Δικαστήριο ακολούθησε σχετικά με ορισμένες ελευθερίες που διασφαλίζει η Συνθήκη .
43. Τρίτον, η ολλανδική κανονιστική ρύθμιση προβλέπει ότι η οδήγηση με άδεια που δεν έχει καταχωρισθεί συνεπάγεται ποινικές κυρώσεις, ήτοι φυλάκιση δύο μηνών ή πρόστιμο. Είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι η ρύθμιση που προέβλεπε τόσο αυστηρές κυρώσεις έχει καταργηθεί με μία νέα ρύθμιση, για την οποία μέχρι σήμερα δεν έχουν προβλεφθεί μέτρα εφαρμογής, ή ότι η εν λόγω ρύθμιση δεν έχει εφαρμοσθεί στην πράξη για λόγους καθαρά διοικητικής πρακτικής. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται βάσει της καταστάσεως του κράτους μέλους όπως αυτή έχει κατά τη λήξη της προθεσμίας που έχει ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη και ότι οι επελθούσες, στη συνέχεια, αλλαγές δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο . Η έλλειψη θεσπίσεως, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, μέτρων που θα επέτρεπαν την εφαρμογή της επικληθείσας νέας εθνικής ρυθμίσεως μπορεί να προκαλέσει ανησυχίες ασυμβίβαστες προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, στον βαθμό που μία τέτοια κατάσταση δεν επιτρέπει στους επωφελούμενους την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών, που διακηρύσσεται με τις διατάξεις άμεσου αποτελέσματος του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439, να λάβουν γνώση της εκτάσεως των δικαιωμάτων τους . Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, το ασυμβίβαστο εθνικής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Συνθήκης, ακόμα και με αυτές που εφαρμόζονται απευθείας, δεν μπορεί να αρθεί οριστικά παρά μόνο με εσωτερικές διατάξεις αναγκαστικού χαρακτήρα που έχουν την ίδια τυπική ισχύ με τις διατάξεις που πρέπει να τροποποιηθούν. Επομένως, μια απλή διοικητική πρακτική, που από τη φύση της μπορεί να τροποποιείται κατά βούληση από τη διοίκηση και που στερείται της προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί έγκυρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη Συνθήκη .
44. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι με την οδηγία επιδιώχθηκε να αποκλειστεί η θέσπιση ενός συστήματος καταχωρίσεως αδειών όπως αυτό που ισχύει στις Κάτω Χώρες.
45. Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Ολλανδική Κυβέρνηση, το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από την επίμαχη δήλωση. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η δήλωση που περιλαμβάνεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του Συμβουλίου, κατά τη διάρκεια της οποίας έχει θεσπιστεί διάταξη παραγώγου δικαίου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την ερμηνεία της διατάξεως αυτής, εφόσον το περιεχόμενο της εν λόγω δηλώσεως δεν ανταποκρίνεται στο κείμενο της επίδικης διατάξεως και ως εκ τούτου η εν λόγω δήλωση στερείται νομικής σημασίας . Τούτο ακριβώς συμβαίνει εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/439, στο οποίο αναφέρεται η επίδικη δήλωση, δεν περιλαμβάνει ουδεμία διάταξη περί «καταχωρίσεως των στοιχείων των αδειών οδηγήσεως». Η μόνη διαδικασία που προβλέπεται είναι η αναγραφή στοιχείων πάνω στις άδειες. Η προσφυγή στη διαδικασία αυτή περιορίζεται στα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη χρήση των αδειών. To αντικείμενο και οι όροι της διευκρινίζονται στα παραρτήματα Ι, 4, της οδηγίας 91/439 και Ια, 4, τη οδηγίας 96/47. Με τις διατάξεις αυτές επιδιώκεται ο προσδιορισμός των περιπτώσεων κατά τις οποίες το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να προβαίνει στην αναγραφή στοιχείων επί της αδείας. Η λογική αυτή δεν βρίσκει απήχηση στην επίμαχη δήλωση, διότι αυτή μνημονεύει, κατά γενικό τρόπο, την καταχώριση στοιχείων στις άδειες, χωρίς κανένα περιορισμό ως προς τη φύση και τη χρησιμότητα των προς καταχώριση στοιχείων.
46. Επιπλέον, έστω και αν υποτεθεί ότι το Δικαστήριο θα έκρινε ότι το περιεχομένο της επίμαχης δηλώσεως ανταποκρίνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439, επιβάλλεται να υπογραμμισθεί ότι μία τέτοια δήλωση δεν επιτρέπει απαραίτητα στα κράτη μέλη να θεσπίσουν ένα οποιοδήποτε σύστημα καταχωρίσεως αδειών, ιδίως, όπως αυτό που ισχύει στις Κάτω Χώρες. Συγκεκριμένα, έστω και αν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να θεσπίσει σύστημα καταχωρίσεως με λιγότερες διατυπώσεις και χωρίς κυρώσεις, π.χ. για στατιστικούς σκοπούς, εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ να αντιληφθώ πως θα ήταν δυνατόν να γίνει δεκτό το υφιστάμενο στις Κάτω Χώρες σύστημα, λαμβανομένης υπόψη της αντιθέσεώς του προς την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως.
47. Εφόσον η διαδικασία καταχωρίσεως που ισχύει στις Κάτω Χώρες είναι, κατά τη γνώμη μου, αντίθετη προς την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439, ερωτάται, επομένως, αν η διαδικασία αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί από τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας.
β) Επί της δυνατότητας δικαιολογήσεως της διαδικασίας καταχωρίσεως από πλευράς του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/439
i) Επί της εφαρμογής των εθνικών διατάξεων του κράτους μέλους υποδοχής που ρυθμίζουν τη διάρκεια ισχύος των αδειών
48. Με την προπαρατεθείσα απόφαση Canal Satélite Digital, το Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν μία οδηγία δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη σχετικά με τις διοικητικές λεπτομέρειες για την επιβολή των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη από την οδηγία αυτή, τα κράτη μέλη δικαιούνται να θεσπίσουν σχετική διοικητική διαδικασία, πλην όμως πρέπει οπωσδήποτε να τηρούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες που εγγυάται η Συνθήκη .
49. Κατά την άποψή μου, η νομολογία αυτή μπορεί να ισχύσει στην υπό κρίση υπόθεση ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει στο κράτος μέλος υποδοχής το άρθρο 1, παράγραφος 3, τη οδηγίας 91/439. Συγκεκριμένα, η εν λόγω οδηγία δεν προβλέπει διοικητική διαδικασία η οποία να επιτρέπει στο κράτος αυτό να εφαρμόζει τις εθνικές του διατάξεις που αφορούν τη διάρκεια της ισχύος των αδειών, όσον αφορά τους κατόχους αδειών που έχουν χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος. Ούτε το άρθρο 1, παράγραφος 3, ούτε το παράρτημα Ι, 4, της οδηγίας 91/439 προβλέπει ότι η διάρκεια ισχύος των αδειών πρέπει να αναγράφεται πάνω στις άδειες μεταξύ των απαραίτητων στοιχείων για τη χρήση τους. Επομένως, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δικαιούται να θεσπίσει διοικητική διαδικασία προκειμένου να υλοποιήσει τη δυνατότητα που του παρέχει το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/439, ήτοι να εφαρμόσει τις εθνικές του διατάξεις σχετικά με τη διάρκεια ισχύος των αδειών. Ωστόσο, ενεργώντας έτσι, οφείλει να διασφαλίζει τις θεμελιώδεις ελευθερίες που εγγυάται η Συνθήκη. Επομένως, επιβάλλεται να εξεταστεί εν προκειμένω το συμβατό της ολλανδικής διαδικασίας καταχωρίσεως.
50. Με την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, Kraus , το Δικαστήριο έκρινε ότι «τα άρθρα 48 και 52 [της Συνθήκης] αντίκεινται σε οιοδήποτε εθνικό μέτρο [...] το οποίο, ακόμη και αν εφαρμόζεται άνευ διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, ενδέχεται να παρακωλύσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση, από τους υπηκόους των κρατών μελών της Κοινότητας, [...] των θεμελιωδών ελευθεριών που εξασφαλίζονται από τη Συνθήκη». Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι «το ζήτημα έχει άλλως μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το εν λόγω μέτρο επιδιώκει θεμιτό σκοπό συμβιβαζόμενο με τη Συνθήκη και δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος [...], ότι θα πρέπει η εφαρμογή της οικείας εθνικής ρυθμίσεως να είναι η κατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και να μην είναι δεσμευτική πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού αυτού βαθμού» .
51. Κατά την άποψή μου, η διαδικασία καταχωρίσεως που ισχύει στις Κάτω Χώρες ανήκει σ' αυτήν την κατηγορία των εθνικών περιοριστικών μέτρων. Συγκεκριμένα, με την προπαρατεθείσα απόφαση Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος , το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι «οι σχετικές με την έκδοση και την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών οδηγήσεως από τα κράτη μέλη ρυθμίσεις επηρεάζουν τόσο άμεσα όσο και έμμεσα την άσκηση των δικαιωμάτων που διασφαλίζουν οι διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών». Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι, «λόγω του σημαντικού ρόλου που κατέχουν τα ιδιωτικά μέσα μεταφοράς, η κατοχή αδείας οδηγήσεως που έχει αναγνωριστεί προσηκόντως από το κράτος υποδοχής μπορεί να έχει επίπτωση επί της ουσιαστικής ασκήσεως, εκ μέρους των προσώπων που υπάγονται στο κοινοτικό δίκαιο, ενός μεγάλου αριθμού επαγγελματικών δραστηριοτήτων, μισθωτών ή ανεξαρτήτων και, γενικότερα, της ελεύθερης κυκλοφορίας» . Ενόψει των γενικών αυτών θεωρήσεων, της αυστηρότητας της ολλανδικής διαδικασίας καταχωρίσεως και των σχετικών κυρώσεων, η επίδικη διαδικασία είναι δυνατό να παρακωλύει ή να καθιστά λιγότερο ελκυστική την άσκηση, από τους υπηκόους της Κοινότητας, του δικαιώματος της ελευθερίας εγκαταστάσεως ή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων.
52. Βέβαια, αυτό το εθνικό περιοριστικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται αδιακρίτως στους ολλανδούς υπηκόους και στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών, δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος που αφορούν την οδική ασφάλεια . Ωστόσο, κατά την άποψη μου, τούτο είναι δυσανάλογο, διότι βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ αυτής της απόψεως.
53. Πρώτον, το κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να εφαρμόζει ορθώς, κατά τους οδικούς ελέγχους, τις εθνικές του διατάξεις σχετικά με τη διάρκεια ισχύος των αδειών, χωρίς να είναι απαραίτητο να θεσπίσει σύστημα καταχωρίσεως όπως αυτό που ισχύει στις Κάτω Χώρες. Συγκεκριμένα, κατά τους ελέγχους αυτούς, τα όργανα της τάξεως είναι λογικώς σε θέση να υπολογίζουν, από μόνα τους, τη διάρκεια ισχύος των αδειών που τους επιδεικνύονται. Αρκεί, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της ολλανδικής νομοθεσίας, να προστεθούν 10 έτη από της ημερομηνίας εκδόσεως, η οποία οπωσδήποτε μνημονεύεται στις άδειες που εκδίδονται κατά το κοινοτικό υπόδειγμα.
54. Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Ολλανδική Κυβέρνηση, το ίδιο ισχύει τόσο για τις άδειες που εκδίδονται σε χάρτινο υπόθεμα, όσο και γι' αυτές που εκδίδονται σε πλαστικό υπόθεμα. Συγκεκριμένα, η ημερομηνία εκδόσεως αδείας συγκαταλέγεται μεταξύ των υποχρεωτικών στοιχείων των παραρτημάτων Ι, 2, της οδηγίας 91/439 (για τις άδειες σε χάρτινο υπόθεμα) και Ια, 2, της οδηγίας 96/47 (για τις άδειες σε πλαστικό υπόθεμα). Επομένως, δεν είναι απαραίτητη, κατά τους οδικούς ελέγχους,η προσφυγή σε μητρώα προκειμένου να καταστεί γνωστή η διάρκεια ισχύος των αδειών και να διασφαλιστεί η τήρηση της οικείας εθνικής ρυθμίσεως.
55. Είναι αλήθεια ότι δεν ισχύει απαραίτητα το ίδιο σύστημα για όλες τις άδειες, πιο συγκεκριμένα δε, για αυτές που έχουν χορηγηθεί προ της 1ης Ιανουαρίου 1986, ήτοι προ της λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 80/1263, με την οποία θεσπίστηκε κοινοτικό υπόδειγμα αδείας που απαιτεί την αναγραφή της ημερομηνίας εκδόσεως . Ωστόσο, η τυχόν ανυπαρξία τέτοιας αναγραφής στις άδειες που έχουν χορηγηθεί προ της 1ης Ιανουαρίου 1986 δεν μπορεί να δικαιολογήσει την υποχρέωση καταχωρίσεως όλων των αδειών, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ αυτών που χορηγήθηκαν προ ή μετά την 1η Ιανουαρίου 1986.
56. Δεύτερον, δεν έχω πεισθεί ότι, για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων που ρυθμίζουν τη διάρκεια ισχύος των αδειών, το κράτος μέλος υποδοχής υποχρεούται να επιβάλει διαδικασία καταχωρίσεως προκειμένου να επισημαίνει συστηματικά το στοιχείο αυτό και να διασφαλίζει ότι οι κάτοχοι προβαίνουν σε ανανέωση της αδείας τους εντός των επιβαλλομένων προθεσμιών.
ii) Επί της αναγραφής στην άδεια των απαραίτητων για τη χρήση της στοιχείων
57. Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η θέσπιση συστήματος καταχωρίσεως είναι, από τεχνικής απόψεως, αναγκαία λόγω του ότι δεν είναι δυνατή η αναγραφή στοιχείων πάνω σε άδειες σε πλαστικό υπόθεμα. Αυτό, πάντως, δεν συντρέχει εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, το παράρτημα Ια, 3, της οδηγίας 96/47 προβλέπει τη δυνατότητα αναγραφής στοιχείων πάνω σε άδειες σε πλαστικό υπόθεμα, όπως το παράρτημα Ι, 4, της οδηγίας 91/439 το προβλέπει για τις άδειες σε χάρτινο υπόθεμα. Κατά συνέπεια, στοιχεία, όπως σοβαρές παραβάσεις που έχουν διαπραχθεί στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής, μπορούν να αναγράφονται πάνω σε κάθε τύπο αδείας. Όπως και η Επιτροπή, θεωρώ ότι τα στοιχεία αυτά μπορούν λυσιτελώς να αναγράφονται κατά τη διαπίστωση παραβάσεως ή κατά την επιβολή της σχετικής κυρώσεως, χωρίς να είναι απόλυτα αναγκαίο να θεσπισθεί σύστημα καταχωρίσεως όπως αυτό που ισχύει στις Κάτω Χώρες.
58. Aπό το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η διαδικασία καταχωρίσεως των αδειών που ισχύει στις Κάτω Χώρες είναι αντίθετη προς την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τις διατάξεις της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου. Επομένως, προτείνω να γίνει δεκτή η αιτίαση αυτή.
Β - Επί της δεύτερης αιτιάσεως σχετικά με την έναρξη υπολογισμού της προθεσμίας ισχύος των αδειών
1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
59. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι ολλανδικές αρχές εφαρμόζουν τις εθνικές τους διατάξεις, που αφορούν τη διάρκεια ισχύος των αδειών, λαμβάνοντας υπόψη ως χρονικό σημείο έναρξης την ημερομηνία χορηγήσεως τους και όχι την ημερομηνία εγκαταστάσεως του κατόχου τους στην εθνική επικράτεια. Για τον λόγο αυτό, η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως μένει νεκρό γράμμα για μεγάλο αριθμό κατόχων αδειών που έχουν εκδοθεί από άλλα, εκτός των Κάτω Χωρών, κράτη μέλη. Αυτό ακριβώς συμβαίνει, ειδικότερα, όσον αφορά τους κατόχους αδειών οι οποίες χορηγηθεί 9 και πλέον έτη πριν από την εγκαταστάση τους στις Κάτω Χώρες και πριν από την συμπλήρωση της ηλικίας των 60 ετών. Συγκεκριμένα, οι κάτοχοι δεν μπορούν πλέον να τις καταχωρίσουν εντός της τασσομένης προθεσμίας του ενός έτους, διότι η προθεσμία ισχύος της αδείας τους, η οποία είναι 10 έτη στις Κάτω Χώρες, έχει λήξει. Είναι, επομένως, υποχρεωμένοι να προβούν σε αντικατάσταση των αδειών τους .
60. Η Ολλανδική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η οδηγία επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να εφαρμόζει τις εθνικές του διατάξεις, σχετικά με τη διάρκεια ισχύος των αδειών, χωρίς να διευκρινίζει ποιο είναι το χρονικό σημείο που λαμβάνεται υπόψη ως αφετηρία του υπολογισμού. Προσθέτει ότι το σχετικό χρονικό σημείο λαμβάνεται υπόψη αδιακρίτως όσον αφορά τόσο τις ολλανδικές άδειες όσο και αυτές που χορηγούνται από άλλο κράτος μέλος, γεγονός το οποίο επιτρέπει τη διασφάλιση της ισότητας μεταχειρίσεως μεταξύ των κατόχων τους. Συναφώς, η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει, επί της ουσίας, ότι η θέσπιση διαφόρων χρονικών σημείων για την έναρξη του υπολογισμού της διάρκειας ισχύος αδείας στην επικράτειά της, ανάλογα με το αν η άδεια έχει χορηγηθεί από τις εθνικές αρχές (με έναρξη υπολογισμού την ημερομηνία εκδόσεως) ή από άλλο κράτος μέλος (με έναρξη υπολογισμού την ημερομηνία εγκαταστάσεως των κατόχων στις Κάτω Χώρες), θα συνεπαγόταν αντίστροφη δυσμενή διάκριση, διότι οι κάτοχοι αδειών οι οποίες έχουν χορηγηθεί από τις Κάτω Χώρες θα βρίσκονταν σε μειονεκτικότερη θέση σε σχέση με τους κατόχους αδειών χορηγηθεισών από άλλο κράτος μέλος. Επιπλέον, μία ρύθμιση που προβλέπει ως έναρξη της διάρκειας ισχύος των αδειών που χορηγούνται από άλλο κράτος μέλος την ημερομηνία της εκδόσεως τους και όχι την ημερομηνία της εγκαταστάσεως των κατόχων τους στη ολλανδική επικράτεια υπαγορεύεται από την ανάγκη αποτελεσματικού ελέγχου, οδικής ασφαλείας και καλύτερης δυνατής καταπολεμήσεως της απάτης.
2. Εκτίμηση
61. Όπως και η Επιτροπή, θεωρώ ότι εθνική ρύθμιση, όπως αυτή που ισχύει στις Κάτω Χώρες, προβλέπουσα ως χρονικό σημείο ενάρξεως της ισχύος των αδειών που έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος την ημερομηνία της εκδόσεως τους και όχι την ημερομηνία εγκαταστάσεως των κατόχων τους στις Κάτω Χώρες αντίκειται προς την πρακτική αποτελεσματικότητα της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439. Συγκεκριμένα, από διάφορα στοιχεία, κυρίως στατιστικά που έχουν προσκομισθεί από την Επιτροπή, προκύπτει ότι η επίδικη ρύθμιση περιορίζει σημαντικά την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών.
62. Όπως έχει η δικογραφία, δεν συμμερίζομαι την εναντίωση της Ολλανδικής Κυβερνήσεως προς αντίκρουση των ισχυρισμών της Επιτροπής επί του ζητήματος αυτού. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι περιπτώσεις της αντίστροφης δυσμενούς διακρίσεως δεν λαμβάνονται υπόψη από το κοινοτικό δίκαιο. Επιλύονται στο πλαίσιο της εσωτερικής έννομης τάξεως του οικείου κράτους μέλους .
63. Επιπλέον, αντίθετα με όσα υποστηρίζει η Ολλανδική Κυβέρνηση, η εν λόγω ρύθμιση φαίνεται δυσανάλογη σε σχέση με τους στόχους της καλύτερης δυνατής καταπολεμήσεως της απάτης και της οδικής ασφάλειας, τους οποίους η εν λόγω Κυβέρνηση επικαλείται για να περιορίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.
64. Κατά συνέπεια, προτείνω να γίνει δεκτή η αιτίαση αυτή.
IV - Πρόταση
65. Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, θεσπίζοντας ρύθμιση που επιβάλλει στον κάτοχο αδείας οδηγήσεως, που έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος, να καταχωρίσει την άδεια του, εντός έτους αφ' ότου εγκατασταθεί στις Κάτω Χώρες, για να συνεχίζει να απολαύει του δικαιώματος οδηγήσεως στο κράτος αυτό, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, περί αδειών οδηγήσεως·
2) να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, θεσπίζοντας ρύθμιση προβλέπουσα ότι η προθεσμία ισχύος της εν λόγω οδηγίας αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία χορηγήσεώς της, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439·
3) να διαπιστώσει ότι, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, και στο παράρτημα ΙΙΙ, 4, της οδηγίας 91/439, αφενός, περί της ηλικίας αποκτήσεως και, αφετέρου, περί της ιατρικής εξετάσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και
4) να καταδικάσει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy