Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Βάσει του άρθρου 234 ΕΚ, το Tribunal Tributário de Primeira Instância de Lisboa (Πορτογαλία) έθεσε στο Δικαστήριο διάφορα ερωτήματα που ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς σχετικά με τους τελωνειακούς δασμούς που οφείλονται λόγω της εισαγωγής εγχρώμων τηλεοράσεων προελεύσεως Τουρκίας.
Ι - Το νομικό πλαίσιο
A - Η Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ/Τουρκίας και το πρόσθετο πρωτόκολλο
2. Κατά συνέπεια, η παρούσα υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο της Συμφωνίας Συνδέσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας με την Τουρκία (στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως), η οποία υπεγράφη στην Άγκυρα, από τη μια πλευρά, από τη Δημοκρατία της Τουρκίας και, από την άλλη πλευρά, από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα (στο εξής: συμβαλλόμενα μέρη). Η Συμφωνία Συνδέσεως εγκρίθηκε με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963, περί συνάψεως Συμφωνίας Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας , και τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 1964.
3. Κατά το άρθρο της 2, έχει ως αντικείμενο την προαγωγή της συνεχούς και ισόρροπης ενισχύσεως των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων των συμβαλλομένων μερών και προβλέπει μια προπαρασκευαστική, μια μεταβατική και μια οριστική φάση.
4. Τα άρθρα 22 και 23 της Συμφωνίας Συνδέσεως προβλέπουν τη σύσταση συμβουλίου συνδέσεως, το οποίο αποτελείται, από τη μια πλευρά, από μέλη των κυβερνήσεων των κρατών μελών, του Συμβουλίου και της Επιτροπής και, από την άλλη πλευρά, από μέλη της Τουρκικής Κυβερνήσεως και το οποίο, για την επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας αυτής, έχει την εξουσία να λαμβάνει με ομοφωνία αποφάσεις. Το άρθρο 25 παρέχει στο συμβούλιο συνδέσεως, το οποίο συγκαλείται από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη, την εξουσία να διευθετεί κάθε διαφορά σχετικά με την εφαρμογή ή ερμηνεία της Συμφωνίας Συνδέσεως ή να την φέρει ενώπιον του Δικαστηρίου.
5. Για να καθοριστούν οι όροι, ο τρόπος και ο ρυθμός εφαρμογής της μεταβατικής φάσεως που προβλέπεται από τη Συμφωνία Συνδέσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη υπέγραψαν στις 23 Νοεμβρίου 1970, στις Βρυξέλλες, ένα πρόσθετο πρωτόκολλο, το οποίο εγκρίθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, περί συνάψεως του προσθέτου πρωτοκόλλου καθώς και του χρηματοδοτικού πρωτοκόλλου που υπεγράφησαν στις 23 Νοεμβρίου 1970 και έχουν επισυναφθεί στη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας και περί των μέτρων που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να τεθούν σε εφαρμογή . Οι διατάξεις του πρωτοκόλλου αυτού εφαρμόστηκαν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η οριστική φάση που προβλέπεται από τη Συμφωνία Συνδέσεως.
6. Βάσει του άρθρου του 3, παράγραφος 1, οι διατάξεις του προσθέτου πρωτοκόλλου που αφορούν την κατάργηση των τελωνειακών δασμών και ποσοτικών περιορισμών (στο εξής: προτιμησιακό καθεστώς) εφαρμόζονται «επίσης επί των παραγομένων στην Κοινότητα ή την Τουρκία εμπορευμάτων για την παραγωγή των οποίων έχουν χρησιμοποιηθεί προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών τα οποία δεν ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα ή στη Τουρκία». Ωστόσο, ορίζεται ότι η υπαγωγή των εμπορευμάτων αυτών στο προτιμησιακό καθεστώς εξαρτάται από την είσπραξη, στο κράτος εξαγωγής, εξισωτικής εισφοράς.
7. Στις 29 Δεκεμβρίου 1972, το συμβούλιο συνδέσεως εξέδωσε την απόφαση 5/72 σχετικά με τις μεθόδους διοικητικής συνεργασίας για την εφαρμογή των άρθρων 2 και 3 του προσθέτου πρωτοκόλλου της Συμφωνίας της Άγκυρας . Κατά το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής, η υπαγωγή στο προτιμησιακό καθεστώς γίνεται με την προσκόμιση δικαιολογητικού εγγράφου που έχει εκδοθεί, κατόπιν αιτήσεως του εξαγωγέα, από τις τελωνειακές αρχές της Δημοκρατίας της Τουρκίας ή κράτους μέλους. Για τα εμπορεύματα που μεταφέρονται κατ' ευθείαν από την Τουρκία σε κράτος μέλος, πρόκειται για το πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων Α.ΤR.1 (στο εξής: πιστοποιητικό Α.ΤR.1).
8. Κατά το άρθρο της 4, παράγραφος 2, το πιστοποιητικό αυτό «μπορεί να θεωρηθεί μόνον όταν είναι δυνατόν να αποτελέσει έγγραφο που δικαιολογεί την εφαρμογή του προτιμησιακού καθεστώτος το οποίο προβλέπεται στο πρόσθετο πρωτόκολλο» .
B - Η κοινοτική ρύθμιση σχετικά με τη γένεση τελωνειακής οφειλής, την εκ των υστέρων μη είσπραξη, την επιστροφή ή τη διαγραφή τελωνειακών δασμών
9. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2144/87 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1987, σχετικά με την τελωνειακή οφειλή , ορίζει ότι:
«Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
α) όταν εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς τίθεται σε ελεύθερη κυκλοφορία [...]
[...]»
10. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1031/88 του Συμβουλίου, της 18ης Απριλίου 1988, για τον καθορισμό των προσώπων που υποχρεούνται στην καταβολή τελωνειακής οφειλής , ορίζει ότι:
«Όταν γεννάται τελωνειακή οφειλή δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχεία α_ [...], του κανονισμού (ΕΟΚ) 2144/87, υπόχρεος να καταβάλει την οφειλή είναι εκείνος στο όνομα του οποίου έχει γίνει η διασάφηση ή οποιαδήποτε άλλη πράξη με τα ίδια νομικά αποτελέσματα.
[...]»
11. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της «εκ των υστέρων» εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον οφειλέτη για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών , ορίζει ότι:
«Όταν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι το σύνολο ή μέρος του ποσού των εισαγωγικών [...] δασμών που οφείλεται νομίμως [...] δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του [οφειλέτη], προβαίνουν στην είσπραξη των δασμών που δεν καταβλήθηκαν.
[...]»
12. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1697/79 καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δεν εισπράττονται εκ των υστέρων τελωνειακοί δασμοί. Ορίζει:
«Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να μην προβαίνουν σε ενέργειες εισπράξεως "εκ των υστέρων" ποσού εισαγωγικών [...] δασμών που δεν καταβλήθηκε συνεπεία λάθους αυτών των ιδίων των αρμοδίων αρχών που λογικά δεν ηδύνατο να ανακαλυφθεί από τον [οφειλέτη] ο οποίος, από μέρους του, ενήργησε καλοπίστως και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, όσον αφορά την κατάθεση της τελωνειακής διασαφήσεως.
[...]»
13. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών , όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3069/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986 , καθορίζει τις προϋποθέσεις διαγραφής τελωνειακών δασμών. Ορίζει:
«Η [...] διαγραφή εισαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε ειδικές περιπτώσεις [...] οι οποίες προκύπτουν από περιστάσεις κατά τις οποίες δεν υπήρξε ούτε προφανής αμέλεια ούτε δόλος εκ μέρους του ενδιαφερομένου.
[...]»
14. Οι κανονισμοί 1697/79 και 1430/79 καταργήθηκαν από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (στο εξής: ΚΤΚ), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 22 Οκτωβρίου 1992 και έχει εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 1994 (άρθρα 251 και 253).
15. Το άρθρο 201 του ΚΤΚ έχει ως εξής:
«1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
α) από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς
ή
β) από την υπαγωγή του στο καθεστώς προσωρινής εισδοχής με μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς.
2. [...]
3. Οφειλέτης είναι ο διασαφητής. Σε περίπτωση έμμεσης αντιπροσώπευσης, οφειλέτης είναι επίσης το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου κατατίθεται η διασάφηση.
Όταν η τελωνειακή διασάφηση για ένα από τα καθεστώτα που ορίζονται στην παράγραφο 1 γίνεται βάσει στοιχείων εξαιτίας των οποίων δεν εισπράττονται εν μέρει ή και καθόλου οι νομίμως οφειλόμενοι δασμοί, τα πρόσωπα τα οποία παρέσχαν τα αναγκαία αυτά στοιχεία για τη συμπλήρωση της διασάφησης και τα οποία γνώριζαν ή όφειλαν λογικώς να γνωρίζουν ότι τα στοιχεία αυτά ήταν εσφαλμένα μπορούν επίσης να θεωρηθούν οφειλέτες, δυνάμει των ισχυουσών εθνικών διατάξεων.»
16. Την ημέρα που τέθηκε σε εφαρμογή ο ΚΤΚ, δηλαδή την 1η Ιανουαρίου 1994, τέθηκε σε εφαρμογή και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 . Η διαδικασία προκειμένου να μην εισπραχθούν εκ των υστέρων τελωνειακοί δασμοί διέπεται από το άρθρο 868 επ. Η διαδικασία προκειμένου να διαγραφούν τελωνειακοί δασμοί διέπεται από το άρθρο 877 επ. Κατά το άρθρο 878, παράγραφος 1, για τη διαγραφή τελωνειακών δασμών πρέπει να υποβληθεί ειδική αίτηση εκ μέρους του ενδιαφερομένου. Βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 1430/79, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3069/86, η αίτηση αυτή πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας δώδεκα μηνών από την ημερομηνία βεβαιώσεως των δασμών από την τελωνειακή αρχή. Η προθεσμία αυτή τάσσεται και από το άρθρο 239, παράγραφος 2, του ΚΤΚ.
ΙΙ - Το πραγματικό πλαίσιο και τα προδικαστικά ερωτήματα
17. Κατά τη διάταξη περί παραπομπής, «τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν προσωρινώς στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως» είναι τα ακόλουθα.
18. Με έγγραφο που φέρει τη χρονολογία 20 Ιουλίου 1992, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η Ilumitrónica - Iluminaçãο e Electrónica Lda (στο εξής: Ilumitrónica), διασάφησε στις πορτογαλικές τελωνειακές αρχές την εισαγωγή παρτίδας εγχρώμων τηλεοράσεων. Το εμπόρευμα συνοδευόταν με πιστοποιητικό Α.ΤR.1 και, ως εκ τούτου, υπήχθη στο προτιμησιακό καθεστώς, κατά τη Συμφωνία Συνδέσεως και το πρόσθετο πρωτόκολλο, όπως κυρώθηκαν από την Πορτογαλική Δημοκρατία με το διάταγμα 3/92 της 21ης Ιανουαρίου 1992.
19. Στις 19 Ιουλίου 1995, ο καθού της κύριας δίκης κάλεσε την Ilumitrónica να καταβάλει, λόγω της εισαγωγής αυτής, τελωνειακούς δασμούς συνολικού ποσού 7 534 264 εσκούδων.
20. Η πράξη αυτή για τον καταλογισμό τελωνειακών δασμών εκδόθηκε βάσει ενδείξεων που παρασχέθηκαν από τις υπηρεσίες της Επιτροπής στις πορτογαλικές τελωνειακές αρχές, κατά τις οποίες ενδείξεις το εμπόρευμα δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για να υπαχθεί στο προτιμησιακό καθεστώς. Επιληφθείσα καταγγελιών από κοινοτικούς παραγωγούς, η Επιτροπή είχε προβεί σε ελέγχους, κατά το πέρας των οποίων οι υπηρεσίες της συνήγαγαν ότι οι έγχρωμες τηλεοράσεις που κατασκευάζονταν στην Τουρκία είχαν συστατικά καταγωγής τρίτων χωρών, τα οποία ούτε είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία ούτε υπήχθησαν σε εξισωτική εισφορά όταν εξήχθησαν στην Κοινότητα.
21. Έχοντας αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στις εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, το Tribunal Tributário de Primeira Instância de Lisboa αποφάσισε, με διάταξη της 13ης Μαρτίου 2000, να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα πέντε προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είναι θεμιτό να απαιτείται η πληρωμή τελωνειακής οφειλής από εισαγωγείς που, ενεργώντας καλόπιστα και με τη συνήθη επιμέλεια, υπέβαλλαν επί σειρά ετών τις διασαφήσεις τους εν αγνοία μιας πλημμέλειας την οποία γνώριζαν τόσο οι τουρκικές όσο και οι κοινοτικές αρχές;
2) Αν οι τουρκικές αρχές τελούσαν εν γνώσει της ανακρίβειας του περιεχομένου των πιστοποιητικών ATR, τα οποία είχαν επικυρώσει, πρέπει να αποκλειστεί η δυνατότητα να καταστεί το Τουρκικό Δημόσιο υπεύθυνο για την καταβολή της τελωνειακής οφειλής;
3) Αν οι υπηρεσίες της Επιτροπής υποψιάζονταν ή γνώριζαν τον τρόπο ενέργειας των τουρκικών αρχών, για τον οποίο γίνεται λόγος στο ερώτημα 2, είχε η Επιτροπή υποχρέωση να ειδοποιήσει σχετικά τους κοινοτικούς επιχειρηματίες;
4) Η παράβαση της ενδεχομένης αυτής υποχρεώσεως αποκλείει την ευθύνη των προβαινόντων σε (τελωνειακή) διασάφηση, οι οποίοι επί σειρά ετών ενεργούσαν καλόπιστα κατά τη συμπλήρωση των εντύπων των διασαφήσεών τους;
5) Είναι ισχυρή η απόφαση της Επιτροπής και αυτή των πορτογαλικών τελωνειακών αρχών, κατόπιν συστάσεως της πρώτης, να εισπραχθούν εκ των υστέρων εισαγωγικοί δασμοί χωρίς προηγουμένως να κινηθεί η διαδικασία των άρθρων 22 και 25 της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας (που υπεγράφη στις Βρυξέλλες στις 23 Νοεμβρίου 1970);»
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
22. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι το αντικείμενο της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι, αφενός, να ερμηνευθεί το άρθρο 201, παράγραφος 3, του ΚΤΚ και, αφετέρου, να κριθεί το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής.
23. Όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή, αυτή αποτελεί το αντικείμενο του πέμπτου ερωτήματος, οπότε θα την εξετάσω στο πλαίσιο της αναλύσεως του ερωτήματος αυτού.
24. Όσον αφορά την πρώτη πτυχή, πρέπει να σημειωθεί, όπως εξάλλου σημείωσαν οι περισσότεροι απ' όσους υπέβαλαν παρατηρήσεις, ότι η διάταξη αυτή δεν έχει ratione temporis εφαρμογή επί της επίμαχης εισαγωγής, για την οποία η διασάφηση υποβλήθηκε στις 20 Ιουλίου 1992, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του ΚΤΚ. Η σχετική διάταξη αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε εισαγωγή που έλαβε χώρα πριν από την έναρξη ισχύος της διατάξεως αυτής .
25. Επί πλέον, πρέπει να σημειωθεί, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, ότι το ζήτημα του οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής, το οποίο αφορά η διάταξη αυτή, δεν έχει σημασία στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα, τόσο βάσει της διατάξεως αυτής όσο και βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1031/88 το οποίο προηγείται της διατάξεως αυτής και το οποίο έχει εφαρμογή ratione temporis, το πρόσωπο που είναι υποχρεωμένο να καταβάλει την τελωνειακή οφειλή είναι, ούτως ή άλλως, το πρόσωπο στο όνομα του οποίου έγινε η διασάφηση εισαγωγής.
26. Το γεγονός ότι το πρόσωπο αυτό ενδεχομένως ενήργησε καλόπιστα και καλείται ex post να καταβάλει δασμούς που νόμιζε ότι δεν πρέπει να καταβάλει δεν μπορεί να επηρεάσει την ιδιότητα του προσώπου αυτού ως οφειλέτη.
27. Συγκεκριμένα, το ζήτημα αν τέτοια περιστατικά μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα να αποφύγει το πρόσωπο αυτό τους δασμούς που καλείται να καταβάλει διέπεται από τις διατάξεις σχετικά με την εκ των υστέρων είσπραξη. Κατ' εφαρμογήν των διατάξεων αυτών, τα περιστατικά αυτά ενδέχεται να έχουν συνέπειες για την οριστική είσπραξη των δασμών. Αντιθέτως, δεν μπορούν να επηρεάσουν τον καθορισμό του οφειλέτη από την τελωνειακή ρύθμιση.
28. Κατά συνέπεια, τα ερωτήματα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο, στο κείμενο των οποίων άλλωστε δεν περιλαμβάνεται μνεία του άρθρου 201, παράγραφος 3, του ΚΤΚ, πρέπει να νοηθούν υπό την έννοια ότι αφορούν τη ρύθμιση περί της εκ των υστέρων εισπράξεως.
29. Εν προκειμένω, πρέπει να εξεταστούν από κοινού το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα, τα οποία αμφότερα αφορούν το αν υπάρχει υποχρέωση της Επιτροπής να ενημερώσει τους σχετικούς επιχειρηματίες.
ΙΙΙ - Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
30. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν δύναται να καταστήσει παράνομη την εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών το γεγονός ότι η παρατυπία που προσάπτεται στον επιχειρηματία ήταν γνωστή τόσο στην Επιτροπή όσο και στις τουρκικές αρχές, ενώ ήταν άγνωστη στον καλόπιστο και επιδείξαντα τη συνήθη επιμέλεια επιχειρηματία και συνεχίστηκε επί σειρά ετών.
31. Η Πορτογαλική, η Ολλανδική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, συμφωνούν ότι τα περιστατικά που περιγράφονται από το αιτούν δικαστήριο δεν έχουν σημασία για τον προσδιορισμό του οφειλέτη και για την έκταση της υποχρεώσεώς του.
32. Η Ολλανδική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, αν το πρώτο ερώτημα πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι αφορά τις προϋποθέσεις της εκ των υστέρων εισπράξεως, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατ' αρχήν, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως λάθος μια παρατυπία που είναι γνωστή στις κοινοτικές αρχές. Κατά συνέπεια, πρέπει να χωρήσει η εκ των υστέρων είσπραξη. Αν το ερώτημα αφορά τη διαγραφή ή την επιστροφή των δασμών, παρέλκει να δοθεί απάντηση σ' αυτό, καθόσον από τη διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε σχετική αίτηση.
33. Τι πρέπει να σκεφθεί κανείς σχετικά με τα διάφορα αυτά επιχειρήματα;
34. Πρέπει ευθύς εξ αρχής να υπομνησθεί ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, ναι μεν το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 ορίζει ότι οι εθνικές αρχές «δύνανται» να παραιτηθούν από την εκ των υστέρων είσπραξη, πλην όμως ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να χωρήσει η παραίτηση αυτή όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η εν λόγω διάταξη.
35. Οι προϋποθέσεις αυτές, οι οποίες πρέπει να πληρούνται ταυτοχρόνως, είναι τρεις τον αριθμό: η μη είσπραξη των δασμών πρέπει να οφείλεται σε λάθος των ιδίων των αρμοδίων αρχών· ο καλόπιστος οφειλέτης πρέπει να είχε περιέλθει σε αδυναμία να ανακαλύψει το λάθος και πρέπει να έχουν τηρηθεί όλες οι ισχύουσες διατάξεις σχετικά με την τελωνειακή διασάφηση.
36. Ναι μεν, κατά τη νομολογία , του αιτούντος δικαστηρίου έργο είναι να εξακριβώσει αν λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως πληρούνται τα τρία αυτά κριτήρια, πλην όμως πρέπει να διατυπωθούν οι ακόλουθες παρατηρήσεις.
37. Η έννοια του «λάθους των ιδίων των αρμοδίων αρχών», αντικείμενο της πρώτης προϋποθέσεως, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως του στόχου του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79. Πάντως, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του οφειλέτη .
38. Για να μπορέσει η συμπεριφορά των αρμοδίων αρχών να δημιουργήσει αίσθημα δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Κατά το Δικαστήριο, «από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 προκύπτει ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του υποχρέου είναι άξια της προστασίας που προβλέπει το άρθρο αυτό μόνον αν το έρεισμα της εμπιστοσύνης του το δημιούργησαν "οι ίδιες" οι αρμόδιες αρχές. Έτσι, μόνο τα σφάλματα που μπορούν να καταλογισθούν σε ενεργό συμπεριφορά των αρμοδίων αρχών γεννούν δικαίωμα να μη χωρήσει η εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών» . Αντιθέτως, μια απλή αποχή ή παράλειψη της διοικήσεως, κατ' αρχήν, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τοποθέτηση της διοικήσεως ικανή να δημιουργήσει δικαιολογημένη προσδοκία του εισαγωγέα.
39. Κατά συνέπεια, το ζήτημα είναι να καθοριστεί αν, εν προκειμένω, οι «αρμόδιες αρχές» διέπραξαν «σφάλμα» υπό την έννοια της νομολογίας που μόλις παρατέθηκε.
40. Θα υπενθυμίσω συναφώς ότι από τη νομολογία προκύπτει ότι, «εφόσον ούτε ο κανονισμός 1697/79 [...] περιέχ[ει] ακριβή και πλήρη ορισμό της έννοιας των "αρμοδίων αρχών", όχι μόνον οι αρμόδιες για την είσπραξη των δασμών αρχές, αλλά και κάθε αρχή η οποία, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, παρέχει στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη για την είσπραξη των δασμών δυνάμενη έτσι να γεννήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του υποχρέου, πρέπει να θεωρείται ως "αρμόδια αρχή" υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό ισχύει ιδίως για τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής που μεσολαβούν σχετικά με την τελωνειακή διασάφηση».
41. Στην απόφασή του Kaufring κ.λπ. κατά Επιτροπής , η οποία αφορούσε τη διαγραφή ή την επιστροφή δασμών για τηλεοράσεις που είχαν εισαχθεί από την Τουρκία σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, το Πρωτοδικείο αναφερόμενο στο κείμενο που μόλις παρέθεσα, εκτίμησε ότι οι τουρκικές τελωνειακές αρχές που χορήγησαν πιστοποιητικά A.TR.1, βάσει των οποίων η εισαγωγή έγινε ατελώς, είναι «αρμόδιες αρχές» υπό την έννοια του κανονισμού αυτού και ότι το ίδιο ισχύει για τις κεντρικές τελωνειακές αρχές της Τουρκίας. Συμμερίζομαι την άποψη αυτή, καθόσον βρισκόμαστε ενώπιον Συμφωνίας Συνδέσεως η οποία (μέσω του προσθέτου πρωτοκόλλου) επαναλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό το κείμενο της Συνθήκης ΕΟΚ.
42. Ωστόσο, πρέπει αμέσως να σημειωθεί ότι εξ αυτού δεν προκύπτει ότι η Δημοκρατία της Τουρκίας βρίσκεται, από κάθε άποψη, ακριβώς στην ίδια κατάσταση στην οποία τώρα βρίσκεται ένα κράτος μέλος της Κοινότητας.
43. Έτσι, όσον αφορά την απόδειξη ότι ένα εμπόρευμα πρέπει να υπαχθεί στο προτιμησιακό καθεστώς που καθιέρωσε η Συμφωνία Συνδέσεως, η τελευταία αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 5/72 του συμβουλίου συνδέσεως εξηγεί ότι «πρέπει να καθοριστούν μέθοδοι ανάλογες με εκείνες που η Κοινότητα εφάρμοζε μέχρι το τέλος της μεταβατικής περιόδου που προβλεπόταν στο άρθρο 8 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας».
44. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της αποφάσεως αυτής ορίζει ότι «το A.TR.1 πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων θεωρείται μόνο στις περιπτώσεις που μπορεί να αποτελέσει δικαιολογητικό έγγραφο για την εφαρμογή του προτιμησιακού καθεστώτος το οποίο προβλέπεται στο πρόσθετο πρωτόκολλο». Από το κείμενο αυτό προκύπτει ότι οι τουρκικές τελωνειακές αρχές έχουν καθήκον να εξακριβώνουν, όσον αφορά κάθε εμπόρευμα, αν για το εμπόρευμα αυτό δύναται να χορηγηθεί πιστοποιητικό A.TR.1.
45. Κατά τη γνώμη μου, εξ αυτού προκύπτει επίσης ότι οι αρχές αυτές, αν θεωρήσουν ένα πιστοποιητικό όταν το εμπόρευμα δεν δύναται να υπαχθεί στο προτιμησιακό καθεστώς, υποπίπτουν σε λάθος υπό την έννοια του κανονισμού 1697/79.
46. Αντιθέτως, η Επιτροπή η οποία, όπως οι άλλοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις, δεν επικαλέστηκε τη διάταξη αυτή υποστηρίζει ότι οι αρμόδιες τουρκικές αρχές δεν υπέπεσαν σε «ενεργητική πλάνη» καθόσον πλανήθηκαν από τους εξαγωγείς.
47. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή στηρίζεται στην προαναφερθείσα απόφαση Faroe Seafood κ.λπ., στη σκέψη 92 της οποίας το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 δεν πληρούνται όταν «οι αρμόδιες αρχές εμβάλλονται σε πλάνη - ιδίως περί την καταγωγή των εμπορευμάτων - από ανακριβείς δηλώσεις του εισαγωγέα, την εγκυρότητα των οποίων δεν υποχρεούνται να εκτιμήσουν ή να ελέγξουν. Στην περίπτωση αυτή, ο υπόχρεος είναι εκείνος που φέρει τον κίνδυνο από εμπορικό παραστατικό που αποδεικνύεται, κατόπιν μεταγενεστέρου ελέγχου, αναληθές».
48. Ωστόσο, πρέπει να υπομνησθεί ότι η προαναφερθείσα απόφαση Faroe Seafood κ.λπ. περιλαμβάνει και τη σκέψη 95 η οποία έχει ως εξής:
«Αντιθέτως, όταν ο εξαγωγέας έχει δηλώσει ότι τα εμπορεύματα κατάγονται από τα νησιά Φερόε στηριζόμενος στο ότι οι αρμόδιες αρχές των νησιών Φερόε γνώριζαν στην πράξη όλα τα απαραίτητα πραγματικά στοιχεία για την εφαρμογή της εν λόγω τελωνειακής νομοθεσίας και όταν, παρά τη γνώση των στοιχείων αυτών, οι ως άνω αρχές δεν προέβαλαν καμία αντίρρηση όσον αφορά τις ενδείξεις που περιέχονταν στις διασαφήσεις του εξαγωγέα, βασίζοντας συνεπώς σε εσφαλμένη ερμηνεία των κανόνων περί καταγωγής την εκ μέρους τους πιστοποίηση ότι τα εμπορεύματα κατάγονται από τα νησιά Φερόε, πρέπει να θεωρηθεί ότι, κατά την εισαγωγή των εμπορευμάτων, οι δασμοί δεν εισπράχθηκαν εξαιτίας σφάλματος των ιδίων των αρμοδίων αρχών κατά την αρχική εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας [...]»
49. Η συλλογιστική αυτή ασφαλώς δύναται να μεταφερθεί, τηρουμένων των αναλογιών, στη διαφορά της κύριας δίκης.
50. Στη συνέχεια, η Επιτροπή, χωρίς να προβάλει στοιχεία που επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ο εξαγωγέας στον οποίο απευθύνθηκε η Ilumitrónica οδήγησε σε πλάνη τις τουρκικές αρχές, επικαλείται την απόφαση REM 14/96, που η ίδια εξέδωσε, κατόπιν αιτήσεως των γερμανικών αρχών, σε υπόθεση επιστροφής εισαγωγικών δασμών ανάλογη με την παρούσα υπόθεση. Στην απόφαση αυτή, η Επιτροπή εξέθεσε ότι η ανακρίβεια της δηλώσεως του εξαγωγέα είναι εκείνη που οδήγησε σε πλάνη τις τουρκικές αρχές, στις οποίες επομένως δεν καταλογίστηκε «ενεργητική πλάνη».
51. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η απόφαση αυτή ακυρώθηκε από το Πρωτοδικείο στην προαναφερθείσα απόφασή του Kaufring κ.λπ. κατά Επιτροπής, με την οποία έκρινε ότι απλώς και μόνον το γεγονός ότι οι εξαγωγείς βεβαίωσαν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της προτιμησιακής μεταχειρίσεως δεν αποδεικνύει ότι οδηγήθηκαν σε πλάνη οι τουρκικές τελωνειακές αρχές που χορήγησαν τα πιστοποιητικά A.TR.1 . Όπως το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε τότε στη σκέψη 95 της προαναφερθείσας αποφάσεως Faroe Seafood κ.λπ., έτσι κι εγώ συμμερίζομαι την άποψη αυτή.
52. Τέλος, η διαφορά της κύριας δίκης χαρακτηρίζεται από ένα σημαντικότατο πρόσθετο στοιχείο που δεν υπήρχε στην υπόθεση Faroe Seafood κ.λπ. Συγκεκριμένα, όπως υπογραμμίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, οι τουρκικές αρχές μόλις το 1994, δηλαδή πολύ μετά τις επίμαχες εισαγωγές, θέσπισαν ρύθμιση που προβλέπει την είσπραξη, στο επίπεδο που απαιτείται από τη σχετική απόφαση του συμβουλίου συνδέσεως, εξισωτικής εισφοράς. Κατά συνέπεια, οι τουρκικές τελωνειακές αρχές δεν μπορούσαν να αγνοούν ότι τα συστατικά των τηλεοράσεων που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως δεν μπορούσαν να έχουν υπαχθεί στην εισφορά.
53. Ομοίως, δεν μπορούσαν να νομίσουν ότι τυχόν συστατικά προελεύσεως τρίτων χωρών είχαν ήδη τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Τουρκία, καθόσον τούτο δεν μπορούσε να γίνει χωρίς οι αρχές αυτές να το μάθουν.
54. Βέβαια, μπορεί κανείς να σκεφθεί ότι εν προκειμένω ο εξαγωγέας εξαπάτησε τις τουρκικές αρχές όσον αφορά την προέλευση των συστατικών των σχετικών τηλεοράσεων. Ωστόσο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως υπογραμμίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, η Τουρκία είχε εφαρμόσει ένα ειδικό πρόγραμμα για την παρότρυνση των εξαγωγών, το οποίο καθιστούσε δυνατή την ατελή εισαγωγή συστατικών προελεύσεως τρίτων χωρών υπό την προϋπόθεση ότι τα συστατικά αυτά θα ενσωματώνονταν σε εμπορεύματα που στη συνέχεια θα εξάγονταν στην Κοινότητα ή σε τρίτες χώρες, φυσικά χωρίς εξαγωγικούς δασμούς .
55. Κατά συνέπεια, προκύπτει γενικά ότι οι τουρκικές αρχές όχι μόνο γνώριζαν την ύπαρξη εμπορικών ρευμάτων που συνεπάγονταν την εισαγωγή συστατικών προελεύσεως τρίτων χωρών με σκοπό τη συναρμολόγησή τους σε εμπορεύματα που προορίζονταν για εξαγωγή στην Κοινότητα, αλλά και ενθάρρυναν τις πράξεις αυτές. Επομένως, ελάχιστα είναι πιθανόν να θεώρησε ένας συγκεκριμένος εξαγωγέας χρήσιμο να εξαπατήσει τις αρχές σχετικά με την προέλευση των συστατικών των τηλεοράσεών του, πολλώ δε μάλλον όταν η ισχύουσα τουρκική ρύθμιση δεν προέβλεπε την είσπραξη δασμών.
56. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, για να καθοριστεί αν εν προκειμένω υπήρξε λάθος υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, δεν μπορεί κανείς να περιοριστεί στο να λάβει υπόψη, όπως πράττει η Επιτροπή, τη δυνατότητα να οδήγησε τις τουρκικές αρχές σε πλάνη ο εσφαλμένος χαρακτήρας των δηλώσεων του εξαγωγέα. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να λάβει υπόψη ολόκληρο το πλαίσιο της εφαρμογής των αποφάσεων του συμβουλίου συνδέσεως από τις τουρκικές αρχές, όπως έπραξε το Πρωτοδικείο και όπως προτείνει η Γαλλική Κυβέρνηση.
57. Θα σημειώσω εν παρόδω ότι το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να συμμερίζεται την ανάλυση της Γαλλικής Κυβερνήσεως, καθόσον, στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα, υπαινίσσεται το περιστατικό ότι οι τουρκικές αρχές γνώριζαν το παράτυπο των πιστοποιητικών.
58. Πρέπει ακόμη να πω λίγα λόγια σχετικά με το επιχείρημα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ότι το περιστατικό αυτό αποκλείει την ύπαρξη λάθους των αρμοδίων αρχών.
59. Είναι αλήθεια ότι μια συμπεριφορά την οποία κάποιος τηρεί έχοντας πλήρη επίγνωση της καταστάσεως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κατά κυριολεξία ως «λάθος», καθόσον ο συμπεριφερόμενος κατ' αυτόν τον τρόπο δεν πλανάται. Ωστόσο, θα ήταν παράδοξο να ερμηνευθεί ο κανονισμός 1697/79 υπό την έννοια ότι ένα «λάθος» το οποίο διαπράττεται εν γνώσει εκείνου που το διαπράττει δεν παρέχει δικαίωμα να μην εισπραχθούν δασμοί. Συγκεκριμένα, δεν πρέπει να λησμονείται ο επιδιωκόμενος από τον κανονισμό στόχος προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Πάντως, ένας επιχειρηματίας ασφαλώς δύναται να έχει εμπιστοσύνη ως προς το ότι οι αρμόδιες αρχές δεν θα ενεργήσουν εν γνώσει τους κατά παράβαση της ρυθμίσεως.
60. Από τα πιο πάνω προκύκτει ότι μια παρατυπία που όχι μόνον ήταν γνωστή στις (εν ευρεία εννοία) αρμόδιες αρχές της χώρας εξαγωγής, αλλά και είχε ενθαρρυνθεί από αυτές, πρέπει να θεωρηθεί, υπό την έννοια των προαναφερθεισών αποφάσεων Faroe Seafood κ.λπ. (σκέψη 91) και Mecanarte (σκέψη 23), ως λάθος που οφείλεται σε ενεργητική συμπεριφορά των αρμοδίων αρχών, το οποίο παρέχει δικαίωμα να μην εισπραχθούν εκ των υστέρων τελωνειακοί δασμοί.
61. Ωστόσο, πρέπει να πληρούται και μια δεύτερη προϋπόθεση: πρέπει επίσης «ο υπόχρεος να έχει ενεργήσει καλοπίστως, δηλαδή λογικά να μην μπορούσε να διαπιστώσει το σφάλμα των αρμοδίων αρχών» . Για να εκτιμήσει αν αυτό συμβαίνει εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη τον συγκεκριμένο χαρακτήρα του λάθους, την επαγγελματική πείρα και επιμέλεια του οφειλέτη και την περιπλοκότητα της σχετικής ρυθμίσεως .
62. Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία, ο χαρακτήρας του λάθους εκτιμάται λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της διάρκειας του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο οι αρχές συνέχιζαν το λάθος τους . Πάντως, όπως υπογραμμίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, τα αμφιλεγόμενα πιστοποιητικά εκδίδονταν επί 20 έτη.
63. Επί πλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι η σχετική ρύθμιση, την οποία περιέγραψαν λεπτομερώς η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, δύναται αντικειμενικώς να χαρακτηριστεί ως περίπλοκη.
64. Έτσι, για έναν επιχειρηματία δεν ήταν αρκετό να γνωρίζει το περιεχόμενο των άρθρων 2 και 3 του προσθέτου πρωτοκόλλου τα οποία αφορούν το προτιμησιακό καθεστώς. Έπρεπε να πληροφορηθεί και το περιεχόμενο των αποφάσεων 2/72 και 3/72 του συμβουλίου συνδέσεως, οι οποίες αφορούν την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων και καθορίζουν, μεταξύ άλλων, το ποσοστό της εξισωτικής εισφοράς. Πάντως, όπως ισχυρίζεται η Γαλλική Κυβέρνηση, χωρίς να αντικρουστεί από την Επιτροπή, οι δύο αυτές αποφάσεις ουδέποτε δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
65. Κατά συνέπεια, οι επιχειρηματίες δεν μπορούσαν ούτε να εξακριβώσουν αν η τουρκική ρύθμιση είναι σύμφωνη με τις αποφάσεις αυτές.
66. Βέβαια, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ένας επιμελής επιχειρηματίας θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι η τουρκική ρύθμιση δεν περιείχε διατάξεις σχετικά με την είσπραξη εξισωτικών επιβαρύνσεων. Ωστόσο, ελλείψει δημοσιεύσεως των αποφάσεων 2/72 και 3/72 στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί ότι ένας τέτοιος επιχειρηματίας γνώριζε ότι καθορίστηκε το ποσοστό της επιβαρύνσεως αυτής, οπότε ο επιχειρηματίας αυτός μπορούσε να αποδώσει τη μη θέσπιση σχετικών τουρκικών διατάξεων στο γεγονός ότι δεν είχε ακόμη καθοριστεί το πιο πάνω ποσοστό.
67. Επί πλέον, όπως παρατηρεί η Γαλλική Κυβέρνηση, δύσκολα μπορεί να προσαφθεί σε επιχειρηματία άγνοια της από τις τουρκικές αρχές παραβάσεως των υποχρεώσεών τους, όταν η ίδια η Επιτροπή, της οποίας έργο ήταν να εξασφαλίζει τη σωστή εφαρμογή της Συμφωνίας και η οποία διέθετε όλα τα αναγκαία προς τούτο μέσα, χρειάστηκε σχεδόν 20 χρόνια για να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Τουρκίας δεν τήρησε το πρόσθετο πρωτόκολλο.
68. Κατά συνέπεια, όσον αφορά την προϋπόθεση αυτή μπορεί να συναχθεί ότι, εκτός αποδείξεως του εναντίου, ο οφειλέτης ενήργησε καλόπιστα, δηλαδή λογικά δεν μπορούσε να ανακαλύψει το λάθος των αρμοδίων αρχών, όταν μέρος των σχετικών διατάξεων δεν είχε δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και δεν είχε μεταφερθεί στο δίκαιο της συνδεδεμένης χώρας.
69. Όσο για την τρίτη προϋπόθεση η οποία αφορά την τήρηση όλων των εν ισχύι διατάξεων περί τελωνειακής διασαφήσεως, από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η προϋπόθεση αυτή είναι επίμαχη στην παρούσα υπόθεση.
70. Επιβάλλεται μια τελευταία παρατήρηση. Οι περισσότεροι από όσους υπέβαλαν παρατηρήσεις ισχυρίστηκαν ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, η παρούσα υπόθεση ούτως ή άλλως αποτελεί «ειδική περίπτωση» υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79. Εξ αυτού προκύπτει ότι δικαιολογείται διαγραφή ή επιστροφή των δασμών.
71. Είναι αλήθεια ότι στην απόφασή του Hewlett Packard France , το Δικαστήριο έκρινε ότι «το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 και το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, που είναι να περιορίζεται η καταβολή "εκ των υστέρων" των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών στις περιπτώσεις όπου είναι δικαιολογημένη και συμβιβάζεται με τη θεμελιώδη αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Υπό το πρίσμα αυτό η δυνατότητα διαγνώσεως του λάθους, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, ισοδυναμεί με προφανή αμέλεια ή δόλο κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, εις τρόπον ώστε οι προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής του κανονισμού 1430/79 πρέπει να εξετάζονται υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79».
72. Το γεγονός ότι οι δύο αυτές διατάξεις έχουν τον ίδιο σκοπό δεν εμποδίζει να έχουν εντούτοις διαφορετικό περιεχόμενο.
73. Συγκεκριμένα, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 αποτελεί γενική ρήτρα επιείκειας, η οποία έχει προορισμό να αποφεύγεται, σε μια ειδική περίπτωση, το ενδεχόμενο ο επιχειρηματίας να υποστεί μια βλάβη που θα είχε αποφευχθεί αν δεν υπήρχε η κατάσταση αυτή. Αντιθέτως, το αντικείμενο του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 είναι πιο περιορισμένο, έστω και αν, κατά τη γνώμη μου, σκέψεις επιείκειας αποτελούν το υπόβαθρο και της διατάξεως αυτής. Το άρθρο αυτό επιδιώκει να εξασφαλίσει την τήρηση μιας συγκεκριμένης αρχής, δηλαδή της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, σε συγκεκριμένες περιστάσεις, δηλαδή σε περίπτωση λάθους της διοικήσεως.
74. Κατά συνέπεια, είναι λογικό ότι στην προαναφερθείσα απόφαση Hewlett Packard France το Δικαστήριο έκρινε ότι μια κατάσταση που δεν οφείλεται σε «λάθος των ιδίων των αρμοδίων αρχών», υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, μπορεί παρά ταύτα να υπαχθεί στην έννοια των «ειδικών περιπτώσεων» κατά το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79.
75. Επομένως, θεμιτά μπορεί κανείς να διερωτηθεί αν, στην περίπτωση που το Δικαστήριο εκτιμήσει ότι εν προκειμένω δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη μη είσπραξη, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79.
76. Ωστόσο, πρέπει να διαπιστωθεί, όπως διαπίστωσαν η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ότι ουδεμία αίτηση διαγραφής ή επιστροφής φαίνεται να έχει υποβληθεί. Πάντως, τόσο από το άρθρο 239, παράγραφος 2, του ΚΤΚ όσο και από το άρθρο 905, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93 προκύπτει ότι η διαγραφή ή επιστροφή χωρούν κατόπιν αιτήσεως προς την τελωνειακή αρχή. Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να επιλυθεί το ζήτημα αν εν προκειμένω πληρούνται οι προϋποθέσεις διαγραφής ή επιστροφής.
77. Για τους πιο πάνω λόγους, προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
«"Λάθος των ιδίων των αρμοδίων αρχών" υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 υφίσταται όταν οι αρμόδιες αρχές της χώρας εξαγωγής εν γνώσει τους και συστηματικώς θεωρούσαν πιστοποιητικά A.TR.1 σχετικά με εμπορεύματα τα οποία περιέχουν συστατικά που δεν είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στη χώρα αυτή και που δεν υποβλήθηκαν σε εξισωτική εισφορά.
Εκτός αποδείξεως του εναντίου, ο οφειλέτης λογικά δεν μπορούσε να ανακαλύψει το λάθος αυτό όταν μέρος των σχετικών διατάξεων δεν είχε δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και δεν είχε εφαρμοστεί στο δίκαιο της χώρας εξαγωγής.»
IV - Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
78. Το ερώτημα αυτό, με το οποίο το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο ως προς τη δυνατότητα να καταστεί το τουρκικό δημόσιο υπεύθυνο για την καταβολή της τελωνειακής οφειλής, μπορεί να νοηθεί κατά δύο τρόπους.
79. Πρώτον, είναι δυνατόν να αφορά τον προσδιορισμό του οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής, στην περίπτωση που στις τουρκικές αρχές μπορεί να προσαφθεί πταισματική συμπεριφορά. Δεύτερον, είναι δυνατόν να αφορά το γενικότερο πρόβλημα της στοιχειοθετήσεως ευθύνης των αρχών αυτών για την εν λόγω συμπεριφορά.
80. Οι δύο αυτές πτυχές του προβλήματος θα εξεταστούν η μία μετά την άλλη.
81. Όσον αφορά την πρώτη πτυχή, επιβάλλεται αμέσως η διαπίστωση ότι, ακόμη και αν υποτεθεί η ύπαρξη πταίσματος των τουρκικών αρχών, τούτο δεν θα επηρεάσει τον προσδιορισμό του οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής.
82. Συγκεκριμένα, όπως εξάλλου υπενθυμίζει η Ολλανδική Κυβέρνηση, βάσει του άρθρου 2 του κανονισμού 1031/88, το οποίο είχε εφαρμογή κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ο διασαφητής θεωρείται οφειλέτης. Ο κανονισμός αυτός απαριθμεί ορισμένες περιπτώσεις όπου ένα άλλο πρόσωπο δύναται να θεωρηθεί οφειλέτης, π.χ. λόγω αντικανονικής εισαγωγής του εμπορεύματος στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας (άρθρο 3) ή λόγω υπεξαγωγής του εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση (άρθρο 4).
83. Σε όλες τις περιπτώσεις αυτές, υπόχρεος είναι ένα «πρόσωπο» υπό την έννοια του κανονισμού 1031/88, ο οποίος, στο άρθρο του 1, ορίζει ότι πρέπει να πρόκειται είτε για φυσικό πρόσωπο είτε για νομικό πρόσωπο είτε, εν ανάγκη, για ένωση προσώπων.
84. Συμμερίζομαι την ανάλυση της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ότι είναι πρόδηλον ότι στην έννοια αυτή δεν υπάγονται τα όργανα τρίτου κράτους. Συγκεκριμένα, το διεθνές δίκαιο δεν επιτρέπει στην Κοινότητα να ορίζει μονομερώς, μέσω κανονισμού, πότε στοιχειοθετείται ευθύνη των οργάνων αυτών.
85. Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι λίγο πιο πάνω διαπίστωσα ότι εν προκειμένω οι τουρκικές αρχές πρέπει να θεωρηθούν ως «αρμόδιες αρχές» υπό την έννοια του κανονισμού 1697/79, πράγμα που κατ' ανάγκην αποκλείει τη δυνατότητα να θεωρηθεί και ότι οι αρχές αυτές οφείλουν την τελωνειακή οφειλή.
86. Επομένως, όποια και αν είναι η απάντηση στο ερώτημα που έχει τεθεί, δεν θα έχει συνέπεια για τον προσδιορισμό του οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής και επομένως ούτε για τη δυνατότητα των πορτογαλικών αρχών να προχωρήσουν στην εκ των υστέρων είσπραξη.
87. Σχετικά με τη δεύτερη πτυχή την οποία ενδέχεται να αφορά το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, η δυνατότητα του πιο πάνω οφειλέτη να στραφεί κατά εκείνου τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για τη ζημία που υπέστη δεν έχει συνέπειες για τη δυνατότητα των αρχών να προχωρήσουν στην εκ των υστέρων είσπραξη.
88. Εξ αυτών προκύπτει ότι, νοούμενο κατ' αυτόν τον τρόπο, το ερώτημα που έχει τεθεί δεν έχει σημασία για τη διαφορά της κύριας δίκης, καθόσον ούτως ή άλλως η τυχόν ευθύνη των τουρκικών αρχών δεν έχει καμία συνέπεια για τη δυνατότητα να χωρήσει η εκ των υστέρων είσπραξη της τελωνειακής οφειλής εις βάρος του οφειλέτη της. Κατά συνέπεια, παρέλκει να δοθεί απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
89. Θα σημειώσω επικουρικώς ότι από την κοινοτική τελωνειακή ρύθμιση, είτε πρόκειται για τον κανονισμό 1031/88 είτε για το άρθρο 201, παράγραφος 3, του ΚΤΚ, το οποίο, όπως είδαμε, υπαινίσσεται το αιτούν δικαστήριο και το οποίο αναλύει η Πορτογαλική Κυβέρνηση, δεν προκύπτει δυνατότητα να τεθεί ζήτημα ευθύνης των τουρκικών αρχών. Όπως εξέθεσα λίγο πιο πάνω, δεν μπορεί να προβληθεί ότι η ρύθμιση αυτή διέπει την ευθύνη των οργάνων τρίτου κράτους.
90. Διαφορετικό είναι το ζήτημα αν είναι δυνατόν να ληφθεί αποζημίωση βάσει του τουρκικού δικαίου, ζήτημα σχετικά με το οποίο είναι προφανές ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αποφανθεί.
91. Τέλος, θα υπογραμμίσω ότι η ευχέρεια των συμβαλλομένων μερών να καταφύγουν στον μηχανισμό διευθετήσεως διαφορών ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 25 της Συμφωνίας Συνδέσεως ασφαλώς παρέχει τη δυνατότητα να εξεταστεί το ζήτημα αν η Δημοκρατία της Τουρκίας έχει ευθύνη έναντι των άλλων μερών της Συμφωνίας Συνδέσεως. Ωστόσο, ουδόλως επηρεάζει τον προσδιορισμό του οφειλέτη κατ' εφαρμογήν της κοινοτικής τελωνειακής ρυθμίσεως.
92. Για τους πιο πάνω λόγους, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
«Η συμπεριφορά των τουρκικών αρχών σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη δεν έχει σημασία για τον προσδιορισμό του οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής.»
V - Επί του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
93. Με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί στην ουσία να καθοριστεί αν η Επιτροπή έχει υποχρέωση να ειδοποιεί τους κοινοτικούς επιχειρηματίες όταν οι υπηρεσίες της έχουν υπόνοιες σχετικά με το νομότυπο ενός πιστοποιητικού A.TR.1 και αν η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής μπορεί να αποκλείσει την ευθύνη του διασαφητή.
94. Η Ολλανδική Κυβέρνηση, επικαλούμενη τη νομολογία του Πρωτοδικείου , υποστηρίζει ότι η Επιτροπή έχει υποχρέωση να λαμβάνει εγκαίρως αποτελεσματικά μέτρα ελέγχου για να αντιμετωπίζει τα προβλήματα που εντοπίζει στο πλαίσιο του εισαγωγικού καθεστώτος. Η Επιτροπή οφείλει, βάσει γενικής υποχρεώσεως, να μεριμνά για την ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και να ειδοποιεί γενικά τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες αν διαπιστώνει ή υποψιάζεται προβλήματα γενικής φύσεως κατά την εφαρμογή ενός εισαγωγικού καθεστώτος, τα οποία προβλήματα, αν δεν εντοπιστούν εγκαίρως από τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, τους εκθέτουν σε σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους.
95. Εξ αυτών συνάγει ότι η ενδεχόμενη μη τήρηση των υποχρεώσεων της Επιτροπής εμπίπτει στις «ειδικές περιπτώσεις» υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79, οπότε δικαιολογεί τη διαγραφή ή επιστροφή των δασμών. Ωστόσο, δέχεται, όπως είδαμε, ότι εν προκειμένω δεν φαίνεται να υποβλήθηκε σχετική αίτηση.
96. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή αμφισβητούν την ύπαρξη τέτοιας υποχρεώσεως της Επιτροπής, η οποία ειδικότερα στηρίζεται στην απόφαση De Haan από όπου προκύπτει κατ' αναλογίαν ότι, ακόμη και αν είχε ενημερωθεί για το ενδεχόμενο υπάρξεως απάτης ή παρατυπίας σχετικά με τα πιστοποιητικά ATR, η Επιτροπή ουδόλως ήταν υποχρεωμένη να ειδοποιήσει τους εισαγωγείς στους οποίους θα μπορούσαν να επιβληθούν τελωνειακοί δασμοί λόγω της απάτης ή παρατυπίας αυτής, έστω και αν ο σχετικός εισαγωγέας είχε ενεργήσει καλόπιστα.
97. Επικουρικώς, η Επιτροπή δέχεται ότι, σε περίπτωση παραβάσεως μιας τέτοιας υποχρεώσεως, πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79 και υπενθυμίζει ότι εν προκειμένω δεν υποβλήθηκε σχετική αίτηση.
98. Ωστόσο, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να ανατοποθετηθούν στο πλαίσιο της εκ των υστέρων εισπράξεως. Ούτως ή άλλως, η ύπαρξη τυχόν υποχρεώσεως της Επιτροπής θα είχε σημασία στο πλαίσιο αυτό μόνον αν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «λάθος» υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79.
99. Κατά συνέπεια, προκύπτει ότι, με τα δύο αυτά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να καθοριστεί αν το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ενημέρωσε τους κοινοτικούς επιχειρηματίες συνιστά τέτοιο «λάθος των αρμοδίων αρχών».
100. Εν προκειμένω, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το Δικαστήριο έκρινε στην προαναφερθείσα απόφαση De Haan ότι «η σκόπιμη παράλειψη των τελωνειακών αρχών, χάριν της έρευνας, να ενημερώσουν τον κύριο υπόχρεο για το ενδεχόμενο να έχει διαπραχθεί απάτη στην οποία αυτός δεν έχει συμμετοχή» δεν αποτελεί «λάθος των αρμοδίων αρχών» υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
101. Ωστόσο, πρόκειται για διαφορετική κατάσταση από εκείνη στην παρούσα υπόθεση, καθόσον η σιωπή των τελωνειακών αρχών δικαιολογούνταν από τις ανάγκες της εν εξελίξει έρευνας, ενώ στην παρούσα υπόθεση δεν προκύπτει ότι η αδράνεια της Επιτροπής εντάσσεται σε τέτοιο πλαίσιο.
102. Παρά ταύτα, πρέπει η αδράνεια αυτή να θεωρηθεί «λάθος» υπό την έννοια του κανονισμού 1697/69;
103. Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι η διάταξη αυτή έχει ως αντικείμενο την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Πάντως, από τη νομολογία που παρατέθηκε πιο πάνω προκύπτει ότι, για να μπορέσει η συμπεριφορά των αρχών να δημιουργήσει αίσθημα δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πρέπει να πρόκειται για «ενεργητική πλάνη». Κατά συνέπεια, δικαιολογημένη εμπιστοσύνη δεν μπορεί να στηριχθεί στην αδράνεια των αρχών, ακόμη και όταν, όπως εν προκειμένω, με την πρώτη ματιά προκύπτει ότι η παθητικότητα αυτή είναι ιδιαιτέρως επικριτέα.
104. Εξάλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, σε πολλές περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο αρνήθηκε να αναγνωρίσει την ύπαρξη «λάθους», ή ακόμη και «ειδικής περιπτώσεως», επρόκειτο για αποδοχή από την αρμόδια αρχή της μεταχειρίσεως που είχε ζητήσει ο επιχειρηματίας και στη συνέχεια για αλλαγή της τοποθετήσεως της αρχής, εν ανάγκη με επίκληση των αποτελεσμάτων ενός εκ των υστέρων ελέγχου.
105. Κατά συνέπεια, αν η αρχική αυτή αποδοχή από την αρμόδια αρχή δεν αποτελεί «λάθος», τότε, κατά μείζονα λόγο, δύσκολα βλέπω με ποιον τρόπο θα μπορούσε να δοθεί ο χαρακτηρισμός αυτός στη σιωπή της αρμόδιας αρχής.
106. Επί πλέον, θα υπογραμμίσω ότι, όπως αποδεικνύει η προαναφερθείσα απόφαση De Haan, η σιωπή των αρχών μπορεί να δικαιολογηθεί από θεμιτούς λόγους, όπως είναι η διεξαγωγή έρευνας.
107. Επομένως, οι επιχειρηματίες, έστω και καλής πίστεως, δεν μπορούν να θεωρούν ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν τους ειδοποίησε συνεπάγεται εξασφάλιση εκ μέρους της ότι κανένα πρόβλημα δεν θα μπορέσει να αναφυεί στις σχετικές οικονομικές πράξεις.
108. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ειδοποίησε τους σχετικούς επιχειρηματίες, ακόμη και καλής πίστεως, δεν μπορεί να αποτελέσει «λάθος των αρμοδίων αρχών» υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79.
109. Αντιθέτως, από όσα ελέχθησαν σχετικά με το πρώτο ερώτημα προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο πρέπει να αξιολογήσει αν ήταν δυνατόν να ανακαλυφθεί από τον επιχειρηματία το λάθος των τουρκικών αρχών. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σαφές ότι η σιωπή της Επιτροπής έχει σημασία, καθόσον, αν η Επιτροπή ειδοποιήσει τους επιχειρηματίες, οι τελευταίοι δεν θα είναι πλέον σε θέση να επικαλεστούν αδυναμία ανακαλύψεως του λάθους.
110. Πρέπει να γίνουν ακόμη δύο παρατηρήσεις, για λόγους πληρότητας.
111. Πρώτον, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί το ζήτημα αν η αδράνεια της Επιτροπής συνιστά «ειδική περίπτωση» που θα καθιστούσε δυνατή την επιστροφή ή τη διαγραφή των εισαγωγικών δασμών, καθόσον, όπως υπομνήσθηκε λίγο πιο πάνω, δεν φαίνεται να υποβλήθηκε σχετική αίτηση.
112. Δευτέρον, το γεγονός ότι η παθητικότητα της Επιτροπής δεν συνιστά ένα οφειλόμενο στην ίδια την Επιτροπή λάθος υπό την έννοια του κανονισμού 1697/79 δεν συνεπάγεται ότι η συμπεριφορά της ουδόλως δύναται να επικριθεί, οπότε αφήνει ανοικτό το ζήτημα τυχόν ευθύνης της Επιτροπής για τη ζημία που ενδεχομένως προκλήθηκε στους επιχειρηματίες.
113. Συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 211 ΕΚ, έργο της Επιτροπής είναι να μεριμνά για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, περιλαμβανομένων της Συμφωνίας Συνδέσεως και των αποφάσεων που λαμβάνονται βάσει της Συμφωνίας αυτής. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή οφείλει, μεταξύ άλλων, να εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων από τις τουρκικές αρχές, πράγμα που προδήλως δεν έπραξε καθόσον παρήλθαν σχεδόν 20 έτη πριν η Επιτροπή λάβει μέτρα ως προς τα προβλήματα σχετικά με την εφαρμογή του προσθέτου πρωτοκόλλου.
114. Στο πλαίσιο αυτό, θα υπενθυμίσω ότι, στη σκέψη 268 της προαναφερθείσας αποφάσεως Kaufring κ.λπ. κατά Επιτροπής, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή «παρέβη την υποχρέωση επιμελείας μη ειδοποιώντας, το ταχύτερο δυνατό, τους κοινοτικούς εισαγωγείς (συμπεριλαμβανομένων των προσφευγουσών) σχετικά με τους δυνητικούς κινδύνους που διέτρεχαν εισάγοντας από την Τουρκία συσκευές έγχρωμης τηλεοράσεως».
115. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό στο πλαίσιο της αναλύσεώς του σχετικά με την ύπαρξη, στη διαφορά που εκδίκαζε, «ειδικής περιπτώσεως» υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79, έννοια που το Δικαστήριο, όπως είδαμε, έκρινε ότι περιλαμβάνει καταστάσεις που δεν υπάγονται στην κατηγορία των «λαθών» κατά τον κανονισμό 1697/79 .
116. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προτείνω να δοθεί στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
«Το γεγονός ότι, όταν οι υπηρεσίες της Επιτροπής υποψιάζονταν ή γνώριζαν τη διαδικασία που ακολουθούσαν οι τουρκικές αρχές, η Επιτροπή δεν ειδοποίησε τους σχετικούς επιχειρηματίες δεν μπορεί να αποτελέσει "λάθος των αρμοδίων αρχών" υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, οπότε δεν έχει σημασία για τις προϋποθέσεις να μη χωρήσει η εκ των υστέρων είσπραξη. Αντιθέτως, ο επιχειρηματίας που ειδοποιήθηκε δεν μπορεί πλέον να ισχυριστεί ότι δεν ήταν δυνατόν να ανακαλυφθεί το λάθος των αρμοδίων αρχών.»
VI - Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
117. Το αιτούν δικαστήριο μάς ερωτά ως προς το κύρος, με γνώμονα τη Συμφωνία Συνδέσεως, της αποφάσεως της Επιτροπής, καθώς και αυτής των πορτογαλικών αρχών «κατόπιν συστάσεως της πρώτης» να προχωρήσουν στην εκ των υστέρων είσπραξη χωρίς προηγουμένως να κινήσουν τη διαδικασία των άρθρων 22 και 25 της Συμφωνίας Συνδέσεως.
118. Η Γαλλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, υπογραμμίζουν ότι εν προκειμένω βρισκόμαστε ενώπιον «αποφάσεως της Επιτροπής». Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο δεν παρέσχε καμία διευκρίνιση που να καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό της αποφάσεως την οποία αφορά το ερώτημα.
119. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι οι ενέργειες της Επιτροπής εντάσσονται στο πλαίσιο της αμοιβαίας συνδρομής που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1468/81 του Συμβουλίου, της 19ης Μα_ου 1981 .
120. Από το κείμενο του πέμπτου ερωτήματος προκύπτει ότι το ερώτημα αυτό έχει διττό αντικείμενο. Αφορά, αφενός, την «απόφαση της Επιτροπής» και, αφετέρου, την απόφαση των εθνικών αρχών.
121. Όσον αφορά την πρώτη απόφαση, ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή ότι εξ υπαρχής δεν μπορεί να πρόκειται για απόφαση να μην εισπραχθούν εκ των υστέρων ή να διαγραφούν ή να επιστραφούν τελωνειακοί δασμοί. Πάντως, υπογραμμίζει ότι, στην περίπτωση της επιχειρήσεως Ilumitrónica, δεν έλαβε καμία απόφαση αυτού του είδους.
122. Πρέπει όντως να παρατηρηθεί ότι ουδεμία διευκρίνιση στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως καθιστά δυνατό να προσδιοριστεί η πράξη αυτή. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο περιορίζεται να υπαινιχθεί μια «σύσταση» της Επιτροπής, καθώς και «ενδείξεις που παρασχέθηκαν από τις υπηρεσίες της Επιτροπής», χωρίς να παράσχει λεπτομερέστερες πληροφορίες.
123. Είναι αλήθεια ότι η απόφαση πρέπει να νοηθεί υπό ουσιαστική και όχι τυπική έννοια. Κατά συνέπεια, μια πράξη που φέρει τον τίτλο της «συστάσεως» κάλλιστα μπορεί να έχει απλώς τη μορφή συστάσεως και στην πραγματικότητα να αποτελεί, λόγω του περιεχομένου της, απόφαση ικανή να παραγάγει έννομα αποτελέσματα. Επομένως, οι λέξεις που χρησιμοποίησε το αιτούν δικαστήριο δεν αποκλείουν οπωσδήποτε το ενδεχόμενο να υπάρχει εν προκειμένω απόφαση.
124. Επίσης, κάλλιστα είναι δυνατόν τα τελωνεία των κρατών μελών, όταν λαμβάνουν από τις υπηρεσίες της Επιτροπής μήνυμα με το οποίο τους επισημαίνεται μια παρατυπία και τους γνωστοποιούνται τα μέτρα που πρέπει να λάβουν για να θέσουν τέλος στην παρατυπία αυτή, να δίνουν, κατά κανόνα, συνέχεια στο μήνυμα αυτό.
125. Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρει καμία απόφαση της ίδιας της Επιτροπής (σε αντιδιαστολή με τις «ενδείξεις» που παρασχέθηκαν από τις υπηρεσίες της) που να έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και της οποίας το κύρος να έχει σημασία για τη διαφορά της κύριας δίκης. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφανθεί επί της πρώτης πτυχής του ερωτήματος.
126. Όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή, η Πορτογαλική Κυβέρνηση εκθέτει ότι οι εθνικές αρχές, με το να εφαρμόσουν αυστηρώς την κοινοτική τελωνειακή ρύθμιση, απλώς ενήργησαν σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τους.
127. Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι εθνικές αρχές ενήργησαν σύμφωνα με τον κανονισμό 1468/81, τον οποίο αναφέρουν, δεν έπεται οπωσδήποτε ότι κατά τον τρόπο αυτόν τήρησαν το σύνολο των υποχρεώσεών τους.
128. Συγκεκριμένα, είναι αυτονόητο ότι έχουν και την υποχρέωση να τηρούν τις σχετικές διατάξεις της Συμφωνίας Συνδέσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί, όπως ζητεί το αιτούν δικαστήριο, αν οι υποχρεώσεις αυτές απαιτούσαν να κινήσουν οι πορτογαλικές αρχές τη διαδικασία των άρθρων 22 και 25 της Συμφωνίας Συνδέσεως πριν προχωρήσουν στην εκ των υστέρων είσπραξη.
129. Θα παρατηρήσω αμέσως ότι το ζήτημα αυτό είναι το ίδιο ανεξαρτήτως του αν τίθενται υπό αμφισβήτηση ενέργειες των εθνικών αρχών ή της Επιτροπής.
130. Το άρθρο 22 της Συμφωνίας Συνδέσεως ορίζει τις εξουσίες του συμβουλίου συνδέσεως, και η διαδικασία για να συγκληθεί προβλέπεται στο άρθρο 25 της Συμφωνίας αυτής. Πάντως, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, το τελευταίο αυτό άρθρο ορίζει ότι «[κ]άθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να προσφεύγει στο συμβούλιο συνδέσεως για οποιαδήποτε διαφορά που αφορά την εφαρμογή ή την ερμηνεία της Συμφωνίας».
131. Κατά συνέπεια, είναι αναμφισβήτητο ότι πρόκειται για ευχέρεια, οπότε από τη διάταξη αυτή δεν μπορεί να συναχθεί υποχρέωση συγκλήσεως του συμβουλίου συνδέσεως ακόμη και σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, όπου οι πορτογαλικές αρχές προχώρησαν στην εκ των υστέρων είσπραξη τελωνειακών δασμών επί εμπορευμάτων που εισήχθησαν υπό συνθήκες οι οποίες καθορίστηκαν στο πλαίσιο της εφαρμογής της Συμφωνίας Συνδέσεως.
132. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, από την προαναφερθείσα απόφαση Pascoal & Filhos προκύπτει ότι, ακόμη και όταν υφίσταται σύστημα διευθετήσεως των διαφορών μεταξύ των μερών συμφωνίας συνδέσεως, οι αρχές του κράτους εισαγωγής ούτως ή άλλως διατηρούν τη δυνατότητα να προχωρήσουν στην εκ των υστέρων είσπραξη στηριζόμενες μόνον στα αποτελέσματα ενός ελέγχου, χωρίς να είναι υποχρεωμένες να καταφύγουν στο σύστημα αυτό .
133. Είναι αλήθεια, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, ότι στην υπόθεση εκείνη ο σχετικός έλεγχος έγινε από τις αρχές του κράτους εξαγωγής, ενώ στην παρούσα υπόθεση ο εκ των υστέρων έλεγχος έγινε από τις υπηρεσίες της Επιτροπής βάσει της εφαρμοστέας κοινοτικής ρυθμίσεως.
134. Ωστόσο, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι ουδείς λόγος συντρέχει να μη θεωρηθεί, στο πλαίσιο της τωρινής συλλογιστικής, ότι οι δύο αυτές περιπτώσεις είναι ανάλογες. Τούτο ισχύει πολύ περισσότερο για τον λόγο ότι στην προαναφερθείσα απόφαση Pascoal & Filhos ο εκ των υστέρων έλεγχος στο κράτος εξαγωγής έγινε σε συνεργασία με την Επιτροπή. Συγκεκριμένα, δεν βλέπω για ποιον λόγο η δυνατότητα των αρχών του κράτους εισαγωγής να προχωρήσουν στην εκ των υστέρων είσπραξη χωρίς να καταφύγουν στο σύστημα διευθετήσεως των διαφορών, κατόπιν ελέγχου εκ των υστέρων, θα πρέπει να εξαρτάται από τον συγκεκριμένο βαθμό αναμείξεως, αφενός, της Επιτροπής και, αφετέρου, των αρχών του κράτους εξαγωγής στον έλεγχο αυτόν.
135. Επί πλέον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 25 της Συμφωνίας Συνδέσεως αφορά τη διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Πάντως, εν προκειμένω δεν προκύπτει ότι υπήρξε τέτοια διαφορά. Συγκεκριμένα, από την εκ μέρους της Επιτροπής περιγραφή των επαφών της με τις τουρκικές αρχές, άπαξ οι επαφές αυτές μπόρεσαν τελικά να αποδειχθούν, και από τις αντιδράσεις των τουρκικών αρχών στο αποτέλεσμα των ερευνών της Επιτροπής προκύπτει ότι δεν υπήρξε διαφωνία σχετικά με τα πορίσματα της τελευταίας ούτε με τα μέτρα που ελήφθησαν για να εξασφαλιστεί η είσπραξη των σχετικών δασμών.
136. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω προτείνω να δοθεί στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
«Τα άρθρα 22 και 25 της Συμφωνίας Συνδέσεως δεν επιβάλλουν στις εθνικές τελωνειακές αρχές που ενεργούν κατόπιν συστάσεως της Επιτροπής, ούτε, εν ανάγκη, στην Επιτροπή, να προσφύγουν στη διαδικασία που προβλέπεται από τα άρθρα αυτά πριν προχωρήσουν στην εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών.»
Συμπέρασμα
137. Για τους πιο πάνω λόγους, προτείνω να δοθεί στα ερωτήματα του Tribunal Tributário de Primeira Instância de Lisboa η εξής απάντηση:
Πρώτο ερώτημα
«"Λάθος των ιδίων των αρμοδίων αρχών" υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 υφίσταται όταν οι αρμόδιες αρχές της χώρας εξαγωγής εν γνώσει τους και συστηματικώς θεωρούσαν πιστοποιητικά A.TR.1 σχετικά με εμπορεύματα τα οποία περιέχουν συστατικά που δεν είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στη χώρα αυτή και που δεν υποβλήθηκαν σε εξισωτική εισφορά.
Εκτός αποδείξεως του εναντίου, ο οφειλέτης λογικά δεν μπορούσε να ανακαλύψει το λάθος αυτό όταν μέρος των σχετικών διατάξεων δεν είχε δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και δεν είχε εφαρμοστεί στο δίκαιο της χώρας εξαγωγής.»
Δεύτερο ερώτημα
«Η συμπεριφορά των τουρκικών αρχών σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη δεν έχει σημασία για τον προσδιορισμό του οφειλέτη της τελωνειακής οφειλής.»
Τρίτο και τέταρτο ερώτημα
«Το γεγονός ότι, όταν οι υπηρεσίες της Επιτροπής υποψιάζονταν ή γνώριζαν τη διαδικασία που ακολουθούσαν οι τουρκικές αρχές, η Επιτροπή δεν ειδοποίησε τους σχετικούς επιχειρηματίες δεν μπορεί να αποτελέσει "λάθος των αρμοδίων αρχών" υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79, οπότε δεν έχει σημασία για τις προϋποθέσεις να μη χωρήσει η εκ των υστέρων είσπραξη. Αντιθέτως, ο επιχειρηματίας που ειδοποιήθηκε δεν μπορεί πλέον να ισχυριστεί ότι δεν ήταν δυνατόν να ανακαλυφθεί το λάθος των αρμοδίων αρχών.»
Πέμπτο ερώτημα
«Τα άρθρα 22 και 25 της Συμφωνίας Συνδέσεως δεν επιβάλλουν στις εθνικές τελωνειακές αρχές που ενεργούν κατόπιν συστάσεως της Επιτροπής, ούτε, εν ανάγκη, στην Επιτροπή, να προσφύγουν στη διαδικασία που προβλέπεται από τα άρθρα αυτά πριν προχωρήσουν στην εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών.»
Full & Egal Universal Law Academy