Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με την παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ζητείται να ερμηνευθεί το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ), το οποίο αφορά την εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας όταν έχει προκληθεί ζημία από τα όργανά της ή από τους υπαλλήλους της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
2. Ειδικότερα, το Hof van Beroep te Gent (Βέλγιο) ερωτά αν η προαναφερθείσα διάταξη τού παρέχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να παρέμβει σε εθνική διαδικασία δικαστικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να αποδειχθούν οι αντίστοιχες ευθύνες του Βελγικού Δημοσίου και της Επιτροπής για τις ζημίες που προκάλεσαν με τις πράξεις ή παραλείψεις τους εντός του πλαισίου της κρίσεως της διοξίνης, και τούτο για να ασκηθεί αργότερα αγωγή αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής και του Βελγικού Δημοσίου.
Η δικαστική αυτή πραγματογνωμοσύνη, η τελική έκθεση επί της οποίας θα αφορά και την Επιτροπή και θα μπορεί να τύχει επικλήσεως κατ' αυτής, ζητήθηκε από τις εταιρίες First NV και Franex NV για να μπορέσει ένας πραγματογνώμονας να εξετάσει τις αντιδράσεις και παρεμβάσεις της Επιτροπής (των υπηρεσιών της και των υπαλλήλων της) από τη στιγμή που έλαβε γνώση της μολύνσεως από διοξίνη καθώς και την καταλληλότητα των μέτρων που έλαβε και την επιρροή τους για τις συνέπειες και τη ζημία που υπέστησαν οι First και Franex.
Ι - Το νομικό πλαίσιο
A - Το κοινοτικό δίκαιο
Η Συνθήκη
3. Κατά το άρθρο 178 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 235 ΕΚ):
«Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο επί των διαφορών αποζημιώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο.»
4. Κατά το άρθρο 183 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 240 ΕΚ):
«Εφόσον η παρούσα Συνθήκη δεν προβλέπει αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, οι διαφορές στις οποίες η Κοινότητα είναι διάδικος δεν εξαιρούνται εκ του λόγου αυτού από την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων.»
5. Όσον αφορά την εξωσυμβατική ευθύνη, το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ορίζει ότι «η Κοινότητα υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.»
Ο Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου
6. Κατά το άρθρο 45 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου:
«1. Το Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, εκδίδει Διάταξη που καθορίζει τα αποδεικτικά μέσα και τα θέματα αποδείξεως. Το Δικαστήριο, πριν αποφασίσει τη διεξαγωγή αποδείξεων με τα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται στην παράγραφο 2, στοιχεία [...] δ_ [...], ακούει τους διαδίκους.
Η Διάταξη επιδίδεται στους διαδίκους.
2. [...] στα αποδεικτικά μέσα περιλαμβάνονται:
[...]
δ) η πραγματογνωμοσύνη·
[...]»
7. Το άρθρο 49 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ορίζει:
«1. Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει πραγματογνωμοσύνη. Η Διάταξη που διορίζει τον πραγματογνώμονα προσδιορίζει το έργο του και του τάσσει προθεσμία για την υποβολή της εκθέσεώς του.
2. Ο πραγματογνώμονας παραλαμβάνει αντίγραφο της Διατάξεως, καθώς και όλα τα αναγκαία στοιχεία για το έργο του. Υπόκειται στον έλεγχο του εισηγητή δικαστή, ο οποίος μπορεί να παρίσταται στη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και ενημερώνεται για την πορεία των εργασιών του πραγματογνώμονα.
[...]»
Ο Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου
8. Το άρθρο 49 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου ορίζει:
«Σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, το Πρωτοδικείο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί να αποφασίζει για οποιοδήποτε από τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας ή τα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται [στο άρθρο] [...] 65 ή να διατάσσει την εκ νέου διεξαγωγή ή συμπλήρωση οποιασδήποτε αποδείξεως.»
9. Κατά το άρθρο 65, στοιχείο δ_, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, «στα αποδεικτικά μέσα περιλαμβάνονται [...] η πραγματογνωμοσύνη».
10. Από το άρθρο 70 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι:
«1. Το Πρωτοδικείο μπορεί να διατάξει πραγματογνωμοσύνη. Η Διάταξη που διορίζει τον πραγματογνώμονα προσδιορίζει το έργο του και του τάσσει προθεσμία για την υποβολή της εκθέσεώς του.
2. Ο πραγματογνώμονας παραλαμβάνει αντίγραφο της Διατάξεως, καθώς και όλα τα αναγκαία στοιχεία για το έργο του. Υπόκειται στον έλεγχο του εισηγητή δικαστή, ο οποίος μπορεί να παρίσταται στη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και ενημερώνεται για την πορεία των εργασιών του πραγματογνώμονα.
[...]»
B - Το βελγικό δίκαιο
11. Ο βελγικός δικαστικός κώδικας προβλέπει τη δυνατότητα του δικαστή, με σκοπό τη λύση της διαφοράς που έχει αχθεί ενώπιόν του, να αναθέσει σε πραγματογνώμονα να προβεί σε διαπιστώσεις ή να καταλήξει σε πόρισμα τεχνικής φύσεως .
12. Το μέρος 6 του βελγικού δικαστικού κώδικα ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη.
13. Το άρθρο 963 του εν λόγω κώδικα ορίζει:
«Η απόφαση με την οποία διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη αναφέρει με ακρίβεια το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης και τάσσει προθεσμία για την κατάθεση της εκθέσεως.»
14. Κατά το άρθρο 973 του βελγικού δικαστικού κώδικα:
«Οι πραγματογνώμονες εκτελούν την αποστολή τους υπό τον έλεγχο του δικαστή.
Ο δικαστής δύναται οποτεδήποτε, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως, να παρίσταται κατά τις πράξεις του πραγματογνώμονα. [...]
Οι διάδικοι καλούνται σε όλες τις πράξεις του πραγματογνώμονα εκτός αν τον έχουν απαλλάξει από την υποχρέωση να τους ενημερώνει σχετικά.»
15. Το άρθρο 978 του βελγικού δικαστικού κώδικα ορίζει:
«Μετά το πέρας των εργασιών, οι πραγματογνώμονες ανακοινώνουν τις διαπιστώσεις τους στους διαδίκους και σημειώνουν τις παρατηρήσεις των διαδίκων.»
16. Όσον αφορά τις πραγματογνωμοσύνες που διατάσσονται στο πλαίσιο δίκης ασφαλιστικών μέτρων, το άρθρο 584 του βελγικού δικαστικού κώδικα ορίζει:
«Ο πρόεδρος πρωτοδικών διατάσσει σε επείγουσες περιπτώσεις ασφαλιστικά μέτρα επί παντός θέματος, εκτός από τα θέματα που ο νόμος εξαιρεί από τη δικαστική εξουσία.
[...]
Η λήψη ασφαλιστικών μέτρων ζητείται μετά την άσκηση αγωγής επί της ουσίας ή, σε περίπτωση απόλυτης ανάγκης, πριν από την άσκηση τέτοιας αγωγής.
Ο πρόεδρος πρωτοδικών δύναται ιδίως:
[...]
2) να διατάξει για οποιονδήποτε σκοπό να γίνουν διαπιστώσεις ή πραγματογνωμοσύνες, ακόμη και για να αποτιμηθεί η ζημία και να ερευνηθούν τα αίτιά της».
17. Το άρθρο 15, πρώτο εδάφιο, του βελγικού δικαστικού κώδικα ορίζει την παρέμβαση ως «διαδικαστική πράξη με την οποία τρίτος καθίσταται διάδικος».
Κατά το άρθρο 15, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κώδικα, «[μ]ε την παρέμβαση επιδιώκεται είτε να διαφυλαχθούν συμφέροντα του παρεμβαίνοντος ή ενός των διαδίκων είτε να υποχρεωθεί ο παρεμβαίνων να εκτελέσει μια υποχρέωση ή να συστήσει εγγύηση».
18. Το άρθρο 16 του βελγικού δικαστικού κώδικα προβλέπει δύο είδη παρεμβάσεως:
«Η παρέμβαση είναι προαιρετική όταν ο τρίτος εμφανίζεται για να προασπίσει συμφέροντά του.
Η παρέμβαση είναι αναγκαστική όταν ο τρίτος προσεπικλήθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης από έναν ή περισσότερους διαδίκους.»
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
19. Η First είναι βελγική εταιρία αλλαντοποιίας. Η Franex, επίσης βελγική εταιρία, εξάγει προϊόντα με βάση το κρέας. Έχει αναλάβει την πώληση των προϊόντων της First στο εξωτερικό. Οι δύο αυτές εταιρίες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημία από αυτό που κοινώς αποκαλείται «κρίση της διοξίνης» .
20. Με εισαγωγικό της δίκης έγγραφο της 17ης Ιουνίου 1999, οι First και Franex ζήτησαν από τον πρόεδρο του Rechtbank van eerste aanleg te Dendermonde (Βέλγιο) να ορίσει, με επιβάρυνση του Βελγικού Δημοσίου, πραγματογνώμονα προκειμένου να προβεί σε διαπιστώσεις και να καταλήξει σε πόρισμα σχετικά με τη ζημία που θεωρούν ότι υπέστησαν, και εξακολουθούν να υφίστανται, από τις συνέπειες της κρίσεως της διοξίνης.
21. Με διάταξη ασφαλιστικών μέτρων της 14ης Ιουλίου 1999, ο πρόεδρος του Rechtbank όρισε πραγματογνώμονα.
22. Με δικόγραφο της 17ης Σεπτεμβρίου 1999, οι First και Franex ζήτησαν από τον πρόεδρο του Rechtbank να υποχρεώσει την Επιτροπή να παρέμβει στη δικαστική πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε με τη διάταξη της 14ης Ιουλίου 1999 προκειμένου η διαδικασία της πραγματογνωμοσύνης και η οριστική έκθεση του πραγματογνώμονα να μπορούν να τύχουν επικλήσεως κατά της Επιτροπής.
23. Προς στήριξη του αιτήματος αυτού, οι First και Franex ισχυρίστηκαν ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ως προς το ότι η ζημία που υπέστησαν ήταν αποτέλεσμα ιδίως του τρόπου κατά τον οποίο οι υπηρεσίες της Επιτροπής αντιμετώπισαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο την κρίση της διοξίνης. Κατά τις εταιρίες αυτές, κάλλιστα είναι δυνατόν οι βελγικές αρχές και η Επιτροπή να είναι συνυπεύθυνες για σφάλματα και αμέλειες. Προβάλλουν τρία επιχειρήματα.
24. Κατ' αρχάς, θεωρούν ότι, εν όψει της ασκήσεως αγωγής επί της ουσίας, είναι επιθυμητό να παρέμβει η Ευρωπαϊκή Κοινότητα στη δικαστική πραγματογνωμοσύνη για να υπάρξει τεχνική και επιστημονική συζήτηση και για να παρασχεθεί στον πραγματογνώμονα η δυνατότητα να αποφανθεί, με πλήρη γνώση της υποθέσεως, επί των ενδεχομένων παραβάσεων που διέπραξαν το Βελγικό Δημόσιο ή οι κοινοτικές αρχές, ή και οι δύο συγχρόνως.
25. Στη συνέχεια, ζητούν να διαπιστωθεί στο πλαίσιο διαδικασίας εκατέρωθεν ακροάσεως και η έκταση της ζημίας.
26. Τέλος, θεωρούν ότι ο εθνικός δικαστής ασφαλιστικών μέτρων είναι αρμόδιος δεδομένου ότι η υπόθεση δεν είχε φθάσει στο Δικαστήριο.
27. Με διάταξη της 5ης Ιανουαρίου 2000, ο πρόεδρος του Rechtbank υποχρέωσε την Επιτροπή να παρέμβει στη δικαστική πραγματογνωμοσύνη, της οποίας διηύρυνε το πεδίο, καθόσον ανέθεσε στον πραγματογνώμονα και να εξετάσει τις αντιδράσεις και παρεμβάσεις της Επιτροπής, των υπηρεσιών της ή των υπαλλήλων της, από τη στιγμή που έλαβε γνώση της ρυπάνσεως από διοξίνη, καθώς και την καταλληλότητα των μέτρων που έλαβε και την επιρροή τους για τις αρνητικές συνέπειες και για τη ζημία που οι First και Franex υπέστησαν. Επί πλέον, έκρινε ότι η διαδικασία της πραγματογνωμοσύνης και η τελική έκθεση θα αφορούν και την Επιτροπή και θα μπορούν να τύχουν επικλήσεως κατ' αυτής.
28. Η Επιτροπή άσκησε κατά της διατάξεως αυτής έφεση ενώπιον του Hof van Beroep.
29. Από την απόφαση περί παραπομπής που εξέδωσε το τελευταίο δικαστήριο προκύπτει ότι η αγωγή που οι First και Franex επιφυλάσσονται να ασκήσουν κατά της Επιτροπής αφορά διαφορά σχετικά με εξωσυμβατική ευθύνη. Δεν αμφισβητείται ότι, βάσει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, η διαφορά αυτή δεν μπορεί να αχθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου και ότι, βάσει του άρθρου 186 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 243 ΕΚ) και των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, τα κοινοτικά δικαστήρια δύνανται να ορίσουν πραγματογνώμονα μόνον αν έχει ασκηθεί ενώπιόν τους αγωγή. Επίσης, δεν αμφισβητείται ότι οι First και Franex πάντοτε έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν τέτοια αγωγή.
30. Το Hof van Beroep σημειώνει ότι το ζήτημα που τίθεται είναι αν το εθνικό δικαστήριο δύναται να ορίσει πραγματογνώμονα και να του αναθέσει να εξετάσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Επιτροπής ή, με άλλα λόγια, αν, από άποψη δικαιοδοσίας, η αίτηση ορισμού πραγματογνώμονα δύναται (ή πρέπει) να εξομοιωθεί με αγωγή επί της ουσίας λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης .
ΙΙΙ - Το προδικαστικό ερώτημα
31. Εκτιμώντας ότι η διαφορά θέτει ζήτημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το Hof van Beroep αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει το άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ (πρώην άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ) να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποτελεί μέσο δικαστικής προστασίας σχετικά με εξωσυμβατική ευθύνη, το οποίο δύναται να εκδικαστεί μόνον από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή από το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η αίτηση σε δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να παρέμβει σε διαδικασία δικαστικής πραγματογνωμοσύνης που έχει ήδη διαταχθεί κατά του Βελγικού Δημοσίου και να ορίσει ότι η διαδικασία αυτή και η τελική έκθεση του πραγματογνώμονα θα αφορούν και την Επιτροπή και θα μπορούν να τύχουν επικλήσεως κατ' αυτής, όταν στον πραγματογνώμονα έχει ανατεθεί, μεταξύ άλλων, να εξετάσει τις αντιδράσεις και παρεμβάσεις της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, των υπηρεσιών της και των υπαλλήλων της από τη στιγμή που έλαβε γνώση της μολύνσεως από διοξίνη, καθώς και την καταλληλότητα των μέτρων που ελήφθησαν και την επιρροή τους στις δυσμενείς συνέπειες και στη ζημία που υπέστησαν οι εφεσίβλητες και όταν η αίτηση αυτή υποβλήθηκε με σκοπό αργότερα να ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως λόγω των αντιστοίχων ευθυνών του Βελγικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στην κρίση της διοξίνης;»
IV - Νομική ανάλυση
32. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν το κοινοτικό δίκαιο, και ειδικότερα τα άρθρα 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, απαγορεύουν την αναγκαστική παρέμβαση της Επιτροπής σε πραγματογνωμοσύνη που έχει διαταχθεί από εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου έχει τεθεί ζήτημα ευθύνης τόσο του Βελγικού Δημοσίου όσο και της Επιτροπής και το οποίο έχει ορίσει ότι η έκθεση του πραγματογνώμονα θα αφορά και την Επιτροπή και θα μπορεί να τύχει επικλήσεως κατ' αυτής.
33. Με τις παρατηρήσεις τους, οι εφεσίβλητες της κύριας δίκης προσάπτουν στην Επιτροπή και στο Βελγικό Δημόσιο ότι δεν έλαβαν τις επιβεβλημένες αποφάσεις για να καταπολεμηθεί η μόλυνση από διοξίνη. Ζητούν να διενεργηθεί κοινή δικαστική πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να αποδειχθούν οι αντίστοιχες ευθύνες και να καταστεί δυνατό, άπαξ καταρτιστεί η έκθεση του πραγματογνώμονα, να ασκηθεί αγωγή κατά της Κοινότητας.
34. Εν προκειμένω, διευκρινίζουν ότι η δίκη ενώπιον του δικαστή ασφαλιστικών μέτρων δεν έχει ως σκοπό την αποκατάσταση μιας ζημίας για την οποία υφίσταται εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας. Το ζήτημα είναι απλώς και μόνο να υποχρεωθεί η Επιτροπή να παρέμβει σε δικαστική πραγματογνωμοσύνη η οποία έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθούν ορισμένα πραγματικά στοιχεία, να αποδειχθεί και να αποτιμηθεί μια περιουσιακή ζημία και να προσδιοριστούν τα αίτιά της.
Οι First και Franex διατείνονται επίσης ότι η διαδικασία αυτή δεν θίγει την ανεξαρτησία του Πρωτοδικείου, καθόσον το Πρωτοδικείο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει το πόρισμα του πραγματογνώμονα.
35. Αντιθέτως, η Επιτροπή θεωρεί ότι το εθνικό δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να απαιτήσει την αναγκαστική παρέμβασή της σε πραγματογνωμοσύνη στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των εφεσιβλήτων της κύριας δίκης και του Βελγικού Δημοσίου. Θεωρεί ότι το εν λόγω εθνικό μέτρο έρευνας πρέπει να χαρακτηριστεί ως αποδεικτικό μέσο τη χρησιμοποίηση του οποίου μπορούν να διατάξουν μόνον το Πρωτοδικείο ή το Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, η αναγκαστική παρέμβαση της Επιτροπής στην εθνική πραγματογνωμοσύνη δεν συνάδει με την αποκλειστική αρμοδιότητα των κοινοτικών δικαστηρίων στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης.
36. Η Βελγική Κυβέρνηση συντάσσεται με τις παρατηρήσεις της Επιτροπής.
37. Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, το αιτούν δικαστήριο δεν δύναται να αναγκάσει την Επιτροπή να παρέμβει σε διαδικασία πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να θέσει υπό αμφισβήτηση την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των κοινοτικών δικαστηρίων και του εθνικού δικαστή όταν η ζημία μπορεί να καταλογιστεί σε από κοινού σφάλματα ή στην από κοινού συμπεριφορά των κοινοτικών και των εθνικών αρχών.
38. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να υπομνηστούν οι αρχές που η Συνθήκη διατυπώνει σχετικά με την εξωσυμβατική ευθύνη.
39. Από τα άρθρα 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης προκύπτει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει τις διαφορές για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από τα κοινοτικά όργανα και τους υπαλλήλους τους.
40. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης προβλέπει ότι, στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Κοινότητα υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους» .
41. Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι η αγωγή αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, καθιερώθηκε από τη Συνθήκη ως αυτοτελές μέσο δικαστικής προστασίας, με ιδιαίτερη λειτουργία στο πλαίσιο του συστήματος των μέσων δικαστικής προστασίας και με προϋποθέσεις ασκήσεως οι οποίες έχουν ταχθεί με γνώμονα το ειδικό του αντικείμενο .
42. Η στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας προϋποθέτει τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων που συνίστανται στην έλλειψη νομιμότητας της προσαπτομένης στα κοινοτικά όργανα συμπεριφοράς, στο υποστατό της ζημίας και στην ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ συμπεριφοράς και προβαλλομένης ζημίας .
43. Πάντως, η στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης μπορεί να αποδειχθεί περίπλοκη όταν η ζημία δύναται να καταλογιστεί και στην Κοινότητα και σε άλλο νομικό πρόσωπο, ιδίως δε σε κράτος μέλος. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο έχει κρίνει, αφενός, ότι «[π]ρέπει να αποφευχθεί τόσο η ανεπαρκής όσο και η υπερβολική αποζημίωση των εναγουσών, λόγω διαφορετικών εκτιμήσεων μίας και μόνο ζημίας από δύο διαφορετικά δικαστήρια που εφαρμόζουν διαφορετικούς κανόνες δικαίου» , και, αφετέρου, ότι, «[π]ριν καθορίσει τη ζημία για την οποία θα κριθεί υπεύθυνη η Κοινότητα, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να είναι σε θέση να αποφανθεί για την ενδεχόμενη ευθύνη [του σχετικού κράτους μέλους]» .
44. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, «[α]ποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου υπάρχει μόνο στην περίπτωση όπου με την αγωγή διώκεται η αποκατάσταση ζημίας που φέρεται καταλογιζόμενη στην Κοινότητα, η οποία, κατά το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν όργανα ή υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η περί της ευθύνης αυτής κρίση ανήκει, σύμφωνα με το άρθρο 178, στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, αποκλειομένης της αρμοδιότητας κάθε εθνικού δικαστηρίου» .
45. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έχει σαφώς διατυπώσει την αρχή ότι «το Δικαστήριο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να εκδικάζει αγωγές αποζημιώσεως που ασκούνται βάσει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ και στρέφονται κατά της Κοινότητας. Αντιθέτως, τα εθνικά δικαστήρια είναι αρμόδια να εκδικάζουν αγωγές περί αποκαταστάσεως ζημιών που προξενούν στους ιδιώτες οι εθνικές αρχές κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου» .
46. Από την προπαρατεθείσα νομολογία προκύπτει ότι μόνον τα κοινοτικά δικαστήρια είναι αρμόδια να εκδικάζουν αγωγές κατά της Επιτροπής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης, και τούτο ακόμη και αν η ζημία δύναται να καταλογιστεί και σε κράτος μέλος.
47. Στο πλαίσιο της αρμοδιότητας αυτής, το κοινοτικό δικαστήριο ενδέχεται να χρειαστεί να προσφύγει σε πραγματογνώμονα.
48. Θα υπενθυμίσω ότι το Πρωτοδικείο ή το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τη διεξαγωγή αποδείξεων, οπότε και να ορίσει πραγματογνώμονα . Στην περίπτωση αυτή, ο πραγματογνώμονας τίθεται υπό τον έλεγχο του εισηγητή δικαστή, ο οποίος δύναται να παρίσταται κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και ενημερώνεται για την πορεία των εργασιών του πραγματογνώμονα .
49. Εν προκειμένω, το άρθρο 22 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου διατυπώνει την αρχή ότι:
«Το Δικαστήριο δύναται οποτεδήποτε να αναθέσει πραγματογνωμοσύνη σε οποιοδήποτε πρόσωπο, σώμα, γραφείο, επιτροπή ή όργανο της επιλογής του.»
50. Η διάταξη αυτή, η οποία είναι χαρακτηριστικό του ειδικού νομικού συστήματος που προβλέπουν οι Κανονισμοί Διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου , δείχνει σαφώς ότι υφίσταται ειδική διαδικασία πραγματογνωμοσύνης για τα κοινοτικά δικαστήρια.
51. Κατά την προπαρατεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, η στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας γίνεται στο πλαίσιο αυτοτελούς μέσου δικαστικής προστασίας . Από τη στιγμή που η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης είναι αναγκαία για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη αυτή, η πραγματογνωμοσύνη θα υπόκειται στις προϋποθέσεις που τάσσει το κοινοτικό δίκαιο. Η πραγματογνωμοσύνη δεν αποτελεί μέσο δικαστικής προστασίας αυτοτελές σε σχέση με την αγωγή/προσφυγή. Στο κοινοτικό δίκαιο, η πραγματογνωμοσύνη είναι διαδικασία παρεπόμενη σε σχέση με τις αγωγές/προσφυγές που ασκούνται ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων. Έτσι, από τη στιγμή που τίθεται ζήτημα εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, μόνον το Πρωτοδικείο ή το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ορίσει πραγματογνώμονα.
52. Εν προκειμένω, το εθνικό δικαστήριο δεν δύναται να αποφανθεί επί της εξωσυμβατικής ευθύνης της Επιτροπής, ακόμη και αν η Επιτροπή είναι συνυπεύθυνη για τη ζημία που υπέστησαν οι εφεσίβλητες της κύριας δίκης. Η αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση απλώς και μόνον της ευθύνης του Βελγικού Δημοσίου, Στην περίπτωση που η Επιτροπή υποχρεωθεί να παρέμβει στην πραγματογνωμοσύνη, δεν θα μπορέσει να καταστεί διάδικος στη δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου της ουσίας, καθόσον βάσει της προπαρατεθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου το Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφανθεί επί της εξωσυμβατικής ευθύνης της Επιτροπής.
53. Το να γίνει δεκτή η λύση που προβάλλουν οι εφεσίβλητες της κύριας δίκης θα έχει ως αποτέλεσμα να υποχρεωθεί η Επιτροπή να παρέμβει στην εθνική δίκη ασφαλιστικών μέτρων, αλλά θα την εμποδίσει να αμυνθεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου της ουσίας, όταν τούτο θα αποφανθεί επί της ευθύνης του Βελγικού Δημοσίου.
54. Στην ίδια αλληλουχία σκέψεων, θεωρώ ότι το να γίνει δεκτή η αναγκαστική παρέμβαση της Επιτροπής στη βελγική διαδικασία πραγματογνωμοσύνης θα έχει ως αποτέλεσμα να θιγεί η αυτοτέλεια του καθεστώτος εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας. Συγκεκριμένα, η πραγματογνωμοσύνη διέπεται από νομικούς κανόνες που διαφέρουν αναλόγως της εθνικής ρυθμίσεως. Όπως τούτο υπογραμμίστηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η Επιτροπή πρέπει να παρέμβει σε εθνική πραγματογνωμοσύνη με σκοπό να στοιχειοθετηθεί αργότερα εξωσυμβατική της ευθύνη, τούτο θα σημαίνει ότι η έκταση και τα άλλα σχετικά ζητήματα της εξωσυμβατικής της ευθύνης, ιδίως δε τα αφορώντα το καθεστώς αποδείξεων, θα μπορούν να διαφέρουν αναλόγως του δικαίου του σχετικού κράτους μέλους.
55. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει σε εθνικό δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή να παρέμβει σε εθνική διαδικασία πραγματογνωμοσύνης που έχει κινηθεί στο πλαίσιο μέσου δικαστικής προστασίας με το οποίο επιδιώκεται ειδικά να τεθεί ζήτημα εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας.
56. Ωστόσο, οφείλω να διευκρινίσω ότι η Επιτροπή έχει βάσει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 10 ΕΚ) υποχρέωση αγαστής συνεργασίας με τις δικαστικές αρχές των κρατών μελών στις οποίες έχει ανατεθεί η μέριμνα για την εφαρμογή και την τήρηση του κοινοτικού δικαίου στην εθνική έννομη τάξη. Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου:
«Με την απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, 294/83, Πράσινοι κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 1357), το Δικαστήριο διατύπωσε την αρχή βάσει της οποίας η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα είναι μία κοινότητα δικαίου, υπό την έννοια ότι ούτε τα κράτη μέλη της ούτε τα θεσμικά της όργανα διαφεύγουν τον έλεγχο της συμφωνίας των πράξεών τους προς τον βασικό καταστατικό χάρτη που αποτελεί η Συνθήκη (σκέψη 23). [...]
Σε αυτή την κοινότητα δικαίου οι σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων διέπονται, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, από την αρχή της αγαστής συνεργασίας. Η αρχή αυτή [...] επιβάλλει [...] στα κοινοτικά όργανα αμοιβαίες υποχρεώσεις συνεργασίας με τα κράτη μέλη [...]
Αυτή η υποχρέωση συνεργασίας, η οποία βαρύνει τα κοινοτικά όργανα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν πρόκειται για σχέσεις με τις δικαστικές αρχές των κρατών μελών που είναι επιφορτισμένες να φροντίζουν για την εφαρμογή και την τήρηση του κοινοτικού δικαίου στην εθνική έννομη τάξη» .
57. Έτσι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή οφείλει να συνεργάζεται με τις εθνικές δικαστικές αρχές, παρέχοντάς τους τις απαραίτητες πληροφορίες για να εξασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή και τήρηση του κοινοτικού δικαίου στο πλαίσιο των εθνικών δικαστικών διαδικασιών.
58. Εν προκειμένω, θεωρώ ότι η Επιτροπή οφείλει να τηρήσει την εν λόγω υποχρέωση αγαστής συνεργασίας με τον εθνικό δικαστή. Εξάλλου, στις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι «κατ' αρχήν θα δεχθεί ασμένως κάθε διάβημα [...] σχετικά με πραγματογνωμοσύνη» η οποία έχει διαταχθεί από το εθνικό δικαστήριο. Η Επιτροπή προσθέτει ότι «[η] συνεργασία αυτή δύναται, π.χ., να υλοποιηθεί με την ανακοίνωση πληροφοριακών στοιχείων στα οποία το εθνικό δικαστήριο δύσκολα έχει, ή ουδόλως έχει, πρόσβαση» .
Συμπέρασμα
59. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο ερώτημα που έθεσε το Hof van Beroep te Gent την εξής απάντηση:
«Τα άρθρα 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ) απαγορεύουν την αναγκαστική παρέμβαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε πραγματογνωμοσύνη που έχει ήδη διαταχθεί από εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο μέσου δικαστικής προστασίας που έχει ασκηθεί κατά του Βελγικού Δημοσίου και με το οποίο επιδιώκεται να τεθεί αργότερα ζήτημα εξωσυμβατικής ευθύνης τόσο του σχετικού κράτους μέλους, ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, όσο και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων.»
Full & Egal Universal Law Academy