Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στην Αυστρία, η άσκηση του επαγγέλματος του Heilpraktiker όπως απαντά στη Γερμανία, καθώς και η εκπαίδευση για την άσκηση αυτής της δραστηριότητας και η σχετική διαφήμιση απαγορεύονται. Ενόψει του ζητήματος εάν αυτές οι απαγορεύσεις συνάδουν προς το κοινοτικό δίκαιο στο πλαίσιο διαφοράς που ανέκυψε ενώπιόν του, το Oberster Gerichtshof (Αυστρία) (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) υποβάλλει στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ καθώς και της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ .
Ι - Νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
2. Το άρθρο 1 της οδηγίας 92/51 ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοείται:
[...]
ε) ως νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα, η δραστηριότητα ή το σύνολο νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων που αποτελούν το επάγγελμα αυτό σε ένα κράτος μέλος·
στ) ως νομοθετικά κατοχυρωμένη επαγγελματική δραστηριότητα, η επαγγελματική δραστηριότητα για την πρόσβαση στην οποία ή για την άσκησή της ή έναν από τους τρόπους ασκήσεώς της σε ένα κράτος μέλος απαιτείται, αμέσως ή εμμέσως, βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, η κατοχή τίτλου εκπαίδευσης ή βεβαίωσης επάρκειας. [...]
[...]».
3. Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 92/51, που αποτελεί το μοναδικό άρθρο του κεφαλαίου ΙΙ που φέρει τίτλο «εδίο εφαρμογής»:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στους υπηκόους κράτους μέλους οι οποίοι επιθυμούν να ασκήσουν ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή μισθωτοί, νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα σε κράτος μέλος υποδοχής.
Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται ούτε στα επαγγέλματα τα οποία διέπει ειδική οδηγία που καθιερώνει αμοιβαία αναγνώριση διπλωμάτων μεταξύ των κρατών μελών, ούτε στις δραστηριότητες που διέπονται από οδηγία που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Α.
[...]»
4. Σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη, η οδηγία 93/16/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993, για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιατρών και τις αμοιβές αναγνώρισης των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων τους έχει ως σκοπό να διευκολύνει την πραγματική άσκηση από τους ιατρούς του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
5. Συναφώς, ορίζει στο δεύτερο άρθρο της:
«Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγούνται στους υπηκόους των κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 23 και που απαριθμούνται στο άρθρο 3, προσδίδοντάς τους στο έδαφός του, όσον αφορά την πρόσβαση στις δραστηριότητες του ιατρού και την άσκηση αυτών, την ίδια ισχύ με τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγεί το κράτος αυτό.»
Το αυστριακό δίκαιο και το γερμανικό δίκαιο
6. Στην Αυστρία, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 1, του νόμου περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως (BGBl. αριθ. 378/1996), η επαγγελματική εκπαίδευση για τις δραστηριότητες που διέπονται κυρίως από τον νόμο περί ιατρών του 1984 (νυν νόμος περί του ιατρικού επαγγέλματος, BGBl. αριθ. 169/1998), επιφυλάσσεται αποκλειστικά στους οργανισμούς που προβλέπουν συναφώς οι ομοσπονδιακοί νόμοι.
7. Σύμφωνα με τον νόμο περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, απαγορεύεται σε άλλα πρόσωπα ή οργανισμούς να προτείνουν αυτού του είδους την εκπαίδευση ή τη διαμεσολάβηση για την εξασφάλισή της. Η απόπειρα είναι κολάσιμη. Η διαφήμιση θεωρείται απόπειρα. Ο νόμος προβλέπει ως κύρωση πρόστιμα έως 500 000 αυστριακά σελίνια (ATS). Η ακυρότητα των συμβάσεων παροχής εκπαιδεύσεως που συνήφθησαν κατά παράβαση του νόμου δεν προβλέπεται ρητώς ως κύρωση.
8. Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις του νόμου (150 BlgNR 20. GP, 24), ο νομοθέτης σκοπούσε, θεσπίζοντας αυτό τον κανόνα, να εμποδίσει τη δραστηριότητα των οργανισμών (ιδίως γερμανικών), που ιδρύονται στην Αυστρία και διαφημίζουν εντατικά την εκπαίδευση «Heilpraktiker» («θεραπευτή» ή «πρακτικού ιατρού»), ενώ αυτή η δραστηριότητα δεν είναι νόμιμη από απόψεως αυστριακού δικαίου. Αυτοί οι λόγοι υπογραμμίζουν ότι η επείγουσα παρέμβαση του νομοθέτη ήταν αναγκαία ιδίως για λόγους προστασίας των καταναλωτών.
9. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του νόμου περί ιατρών η άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος περιλαμβάνει κάθε δραστηριότητα που βασίζεται σε ιατροεπιστημονικές γνώσεις και ασκείται απευθείας ή έμμεσα στον άνθρωπο, ιδίως τη διάγνωση και τη θεραπεία νόσων ή σωματικών και ψυχολογικών ανωμαλιών.
10. Από το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 4, του νόμου περί ιατρών προκύπτει ότι η άσκηση αυτού του επαγγέλματος απαγορεύεται σε κάθε πρόσωπο πλην των ιατρών.
11. Στην Γερμανία, το επάγγελμα του Heilpraktiker ρυθμίζεται από τον Heilpraktikergesetz (νόμο περί πρακτικών θεραπευτών, στο εξής: HPrG) της 17ης Φεβρουαρίου 1939 (RGBl. Ι, σ. 251), που τροποποιήθηκε με τον νόμο της 2ας Μαρτίου 1974.
12. Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 1, του HPrG ο μη διπλωματούχος ιατρός που επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμα του Heilpraktiker υποχρεούται να ζητήσει σχετική άδεια. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του HPrG ως δραστηριότητα του Heilpraktiker νοείται η επαγγελματική ή εμπορική δραστηριότητα που αφορά τη διάγνωση, τη θεραπεία ή την ανακούφιση νόσων, πόνων ή σωματικών πληγών στον άνθρωπο.
13. Βάσει των κρίσιμων διατάξεων του εφαρμοστέου κειμένου του νόμου HPrG (διάταγμα περί εφαρμογής της 18ης Φεβρουαρίου 1939, RGBl. Ι, σ. 259), η άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του Heilpraktiker χορηγείται στον αιτούντα εκτός αν αυτός εμπίπτει στις μνημονευθείσες απαγορεύσεις. Ειδικότερα, δεν χορηγείται η άδεια στον αιτούντα που δεν έχει συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του, ή που δεν μπορεί να πιστοποιήσει επιτυχή ολοκλήρωση της πρωτοβάθμιας εκπαιδεύσεως, ή ακόμη αν η εξέταση των γνώσεων και των ικανοτήτων από τις υγειονομικές υπηρεσίες καταλήγει ότι η άσκηση του επαγγέλματος του Heilpraktiker από αυτόν συνιστά κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
14. Η Deutsche Paracelsus Schulen für Naturheilverfahren GmbH (στο εξής: Deutsche Paracelsus Schulen) είναι γερμανική εταιρία που παρέχει εδώ και περίπου είκοσι έτη κύκλους μαθημάτων επαγγελματικής εκπαιδεύσεως για το επάγγελμα του Heilpraktiker. Έχει επίσης εγκατάσταση στην Αυστρία, όπου προσφέρει κύκλους μαθημάτων εδώ και δέκα περίπου έτη. Η προσέλκυση ενδιαφερομένων για τα μαθήματα που προτείνει γίνεται μεταξύ άλλων και με την τοποθέτηση αγγελιών στις εφημερίδες.
15. Με αφορμή μια τέτοια αγγελία, ο Gräbner, Αυστριακός υπήκοος και κάτοικος Αυστρίας, επικοινώνησε, τον Ιανουάριο του 1996, με τη Deutsche Paracelsus Schulen και του απεστάλησαν ενημερωτικά φυλλάδια καθώς και έντυπο έγγραφής. Αυτό το έγγραφο περιείχε επίσης εγγραφή για δύο επίπεδα του προγράμματος επαγγελματικής εκπαιδεύσεως Heilpraktiker (Ι και ΙΙ). Κάτω από κάθε επίπεδο αναγράφονται το πρόγραμμα καθώς και η επίσης παρεχόμενη εκπαίδευση με βίντεο. Αυτό το έντυπο περιέχει επίσης την εξής επισήμανση: «Εφιστούμε την προσοχή σας στο γεγονός ότι το επάγγελμα του Heilpraktiker δεν μπορεί να ασκηθεί στην Αυστρία [...] η εξέταση λειτουργού δημόσιας υγείας για το επάγγελμα του Heilpraktiker πρέπει να γίνει στη Γερμανία».
16. Στις 20 Φεβρουαρίου1996, ο Gräbner υπέγραψε σύμβαση για την παροχή εκπαιδεύσεως των επιπέδων Ι και ΙΙ και ζήτησε να αγοράσει κασέτες βίντεο για τα μαθήματα των σεμιναρίων. Το συνολικό κόστος, περιλαμβανομένων των τελών εγγραφής, ανερχόταν σε 90 390 ATS, από τα οποία 18 000 ATS δόθηκαν για το πρόγραμμα εκμαθήσεως με βίντεο.
17. Στη συνέχεια, ο Gräbner δεν επικοινώνησε πλέον με τη Deutsche Paracelsus Schulen. Δεν προέβη στην εντός προθεσμίας μιας εβδομάδας προβλεπόμενη ανάκληση της αιτήσεώς του εγγραφής, ούτε και σε γραπτή καταγγελία των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει.
18. Η Deutsche Paracelsus Schulen ζήτησε, ενώπιον των αυστριακών δικαστηρίων, την καταβολή 90 390 ATS βάσει της συμβάσεως παροχής εκπαιδεύσεως για το επάγγελμα του Heilpraktiker που είχε συνάψει με τον Gräbner. Ισχυρίζεται ότι πρέπει να επιτρέπεται η διαφήμιση της εκπαιδεύσεως για επαγγέλματα η άσκηση των οποίων δεν επιτρέπεται στην Αυστρία και ότι, παρά τον νόμο περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, η εκπαίδευση για το επάγγελμα του πρακτικού ιατρού έπρεπε να επιτρέπεται σ' αυτό το κράτος μέλος. Υποστήριξε, ιδίως, ότι κάθε άλλη ερμηνεία αυτού του νόμου αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο, ιδίως στο δικαίωμα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
19. Ο Gräbner υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ενώπιον των αυστριακών δικαστηρίων, ότι η εν λόγω σύμβαση έπασχε ακυρότητα λόγω παραβάσεως του νόμου περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως.
20. Το Bezirksgericht Linz-Land, που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1991, υποχρέωσε τον Gräbner στην καταβολή του ποσού των 90 390 ATS.
21. Το Landesgericht Linz, με την από 26 Μα_ου 1999 απόφασή του, επικύρωσε την απόφαση του Bezirksgericht, και επέτρεψε την άσκηση του τακτικού ενδίκου μέσου της αναιρέσεως ενώπιον του Oberster Gerichtshof.
22. Το τελευταίο τονίζει στη διάταξή του περί προδικαστικής παραπομπής ότι, βάσει της νομολογίας του, σύμβαση που παραβιάζει νόμιμη υποχρέωση θεωρείται άκυρη όχι μόνον όταν αυτή η νομική συνέπεια προβλέπεται ρητώς στον νόμο, αλλά και όταν ο σκοπός της απαγορεύσεως επιτάσσει επιτακτικά την ακυρότητα της πράξεως. Αυτό το δικαστήριο κρίνει, ιδίως, ότι ο σκοπός του νόμου περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως επιφέρει την ακυρότητα της επίδικης στην κύρια δίκη συμβάσεως. Διερωτάται, ωστόσο, ως προς το συμβατό της αυστριακής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο.
ΙΙΙ - Τα προδικαστικά ερωτήματα
23. Το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε, επομένως, με διάταξη της 13ης Ιουλίου 2000, να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα δύο ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Μπορεί ένα κράτος μέλος να συνεχίσει, ιδίως μετά την έκδοση της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνωρίσεως της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, να επιφυλάσσει μια παραϊατρική δραστηριότητα, όπως αυτή του πρακτικού ιατρού, κατά τον γερμανικό Heilpraktikergesetz (νόμο για τους πρακτικούς ιατρούς) RGBl Ι 251/1939, όπως ισχύει σήμερα, στους διπλωματούχους ιατρούς, ή τούτο αντίκειται πλέον ιδίως στο άρθρο 43 ΕΚ (παλαιό άρθρο 52 ΣυνθΕΚ) για την ελευθερία εγκαταστάσεως και στο άρθρο 50 ΕΚ (παλαιό άρθρο 60 ΣυνθΕΚ) για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών;
Αντίκεινται στις προαναφερθείσες διατάξεις του ευρωπαϊκού δικαίου οι εθνικές διατάξεις οι οποίες επιφυλάσσουν την παροχή εκπαιδεύσεως για επαγγέλματα, τα οποία κατατάσσονται βάσει νόμου στον τομέα της υγείας, στους προβλεπόμενους για τον σκοπό αυτόν οργανισμούς και απαγορεύουν την προσφορά της σχετικής εκπαιδεύσεως ή τη διαμεσολάβηση για την εξασφάλιση της εκπαιδεύσεως αυτής από άλλα πρόσωπα ή οργανισμούς, καθώς και τη διαφήμισή της, ακόμη και αν η εκπαίδευση αυτή περιορίζεται σε επιμέρους τομείς της ιατρικής δραστηριότητας;»
IV - Ανάλυση
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
24. Με το πρώτο του προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, αν εθνική νομοθετική ρύθμιση που έχει ως αποτέλεσμα να επιφυλάσσει την άσκηση της δραστηριότητας του Heilpraktiker στους διπλωματούχους ιατρούς συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο.
25. Το αιτούν δικαστήριο δηλώνει ότι τελεί εν γνώσει της αποφάσεως Bouchoucha της 3ης Οκτωβρίου 1990. Αυτή η απόφαση αφορούσε ζήτημα στην ουσία ταυτόσημο με το επίδικο εν προκειμένω υπό την έννοια ότι επρόκειτο επίσης για παραϊατρικό επάγγελμα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι «στο μέτρο που δεν υπάρχει κοινοτικός ορισμός των ιατρικών δραστηριοτήτων, ο ορισμός των πράξεων των οποίων η άσκηση επιφυλάσσεται στο ιατρικό επάγγελμα ανήκει, κατ' αρχήν, στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Επομένως, ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως της επαγγελματικής ασκήσεως της οστεοπαθητικής, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα είναι ελεύθερα να ρυθμίζουν την άσκηση της δραστηριότητας αυτής στο έδαφός τους χωρίς διάκριση . Μεταξύ των υπηκόων τους και των υπηκόων των υπολοίπων κρατών μελών» .
26. Το Δικαστήριο κατέληξε, στο ίδιο το διατακτικό της αποφάσεως, ότι «[ε]λλείψει εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο ως προς τις δραστηριότητες που εμπίπτουν αποκλειστικά στην άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος, το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να επιφυλάσσει μια παραϊατρική δραστηριότητα, όπως, ιδίως, την οστεοπαθητική, στους διπλωματούχους ιατρούς».
27. ρος στήριξη αυτής της συλλογιστικής, η οποία στηρίζεται στο γράμμα του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 43 ΕΚ), μπορούμε επίσης να παραθέσουμε το άρθρο 46, παράγραφος 1, ΕΚ που προβλέπει ότι οι διατάξεις του κεφαλαίου της Συνθήκης που αφορούν την ελευθερία εγκαταστάσεως και τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει αυτών «δεν εμποδίζουν τη δυνατότητα εφαρμογής των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που προβλέπουν ειδικό καθεστώς για τους αλλοδαπούς υπηκόους και δικαιολογούνται από λόγους [...] δημόσιας υγείας» .
28. Κατά την άποψή μου, από αυτή τη διάταξη είναι δυνατό να συναχθεί - a contrario - ότι νομοθετική ρύθμιση που εκδίδεται με τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας και έχει εφαρμογή χωρίς διάκριση σε όλους τους εγκατεστημένους ή τους επιθυμούντες να εγκατασταθούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, δεν χρήζει δικαιολογήσεως. Τούτο δεν αναιρεί, βεβαίως, το δικαίωμα του προσφεύγοντος να θέσει το ζήτημα της δικαιολογήσεως μιας νομοθετικής ρυθμίσεως προσπαθώντας να αποδείξει ότι αυτή συνιστά συγκεκαλυμμένη διάκριση διότι αποσκοπεί, στην πραγματικότητα, να καταστήσει αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εγκατάσταση των αλλοδαπών υπηκόων. Ωστόσο, δεν βλέπω πώς μια τέτοια άποψη μπορεί να επικρατήσει σε μια περίπτωση όπως η προκείμενη όπου η άσκηση της ίδιας δραστηριότητας απαγορεύεται επίσης στους ημεδαπούς.
29. Επιπλέον, επιβάλλεται επίσης να υπομνησθεί το άρθρο 47, παράγραφος 3, ΕΚ το οποίο, παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν κάνει ευθέως μνεία του, αποτελεί στην ουσία τη βάση ολόκληρης της συλλογιστικής που ακολούθησε στην προπαρατεθείσα απόφαση Bouchoucha. Σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, «[ω]ς προς τα ιατρικά, παραϊατρικά και φαρμακευτικά επαγγέλματα, η προοδευτική άρση των περιορισμών προϋποθέτει τον συντονισμό των όρων ασκήσεώς τους στα διάφορα κράτη μέλη».
30. Επομένως, η προοδευτική άρση των περιορισμών στον ιατρικό, τον παραϊατρικό και τον φαρμακευτικό τομέα υπόκειται σε μια προϋπόθεση που δεν υφίσταται σε σχέση με τους άλλους επαγγελματικούς τομείς.
31. Όλα τα παραπάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η προπαρατεθείσα απόφαση Bouchoucha συνιστά καίριο σημείο αναφοράς για την επίλυση του προκειμένου ζητήματος.
32. Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η οδηγία 92/51, που εκδόθηκε μετά την έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Bouchoucha, ή ένας άλλος κανόνας του κοινοτικού δικαίου, έχει μεταβάλει το νομικό καθεστώς σ' αυτόν τον τομέα.
33. Συναφώς, η Deutsche Paracelsus Schulen εκτιμά ότι η οδηγία 92/51 έχει εφαρμογή για το επάγγελμα του Heilpraktiker. Κατ' αυτήν, απορρέει συναφώς ότι ένας Heilpraktiker που έχει άδεια ασκήσεως σε ένα κράτος μέλος πρέπει να μπορεί να ασκήσει αυτό το επάγγελμα και σε όλα τα άλλα κράτη μέλη.
34. Ωστόσο, είμαι της απόψεως, όπως ο Gräbner, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή, ότι από προσεκτική ανάγνωση της οδηγίας 92/51 προκύπτει ότι αυτή δεν είναι κρίσιμη για την επίλυση του ζητήματος της κύριας δίκης.
35. ράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 2 της οδηγίας 92/51, αυτή «εφαρμόζεται στους υπηκόους κράτους μέλους οι οποίοι επιθυμούν να ασκήσουν ως ελεύθεροι επαγγελματιές ή μισθωτοί νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα σε κράτος μέλος υποδοχής». Όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα, το επάγγελμα του Heilpraktiker δεν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα στην Αυστρία, που είναι κράτος μέλος υποδοχής. Απλώς, απαγορεύεται. Η οδηγία 92/51 δεν έχει επομένως εφαρμογή στο επίδικο ζήτημα.
36. Η Deutsche Paracelsus Schulen εκτιμά, ωστόσο, ότι στο κοινοτικό δίκαιο δεν απαντά η έννοια «απαγορευμένο επάγγελμα», αλλά μόνο «νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα» και «νομοθετικώς μη κατοχυρωμένο επάγγελμα». Δεδομένου ότι υφίσταται στην Αυστρία ρύθμιση για το επάγγελμα του Heilpraktiker, παρά το γεγονός ότι αυτή η ρύθμιση εμφανίζεται υπό μορφή απαγορεύσεως, αυτό το επάγγελμα πρέπει να θεωρηθεί νομοθετικώς κατοχυρωμένο υπό την έννοια της οδηγίας 92/51.
37. Κατά την άποψή μου, αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
38. ράγματι, η έννοια «κατοχυρωμένο επάγγελμα» ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας 92/51 ως «η δραστηριότητα ή το σύνολο νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων που αποτελούν το επάγγελμα αυτό σε ένα κράτος μέλος».
39. Η έννοια της «νομοθετικά κατοχυρωμένης επαγγελματικής δραστηριότητας» ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο στ_, της οδηγίας 92/51 ως «η επαγγελματική δραστηριότητα για την πρόσβαση στην οποία ή για την άσκησή της ή έναν από τους τρόπους ασκήσεώς της σε ένα κράτος μέλος απαιτείται, αμέσως ή εμμέσως, βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, η κατοχή τίτλου εκπαίδευσης ή βεβαίωσης επάρκειας. [...]»
40. Επιπλέον, επ' ευκαιρία της ερμηνείας πρακτικά ταυτόσημων διατάξεων στην οδηγία 89/48/ΕΟΚ του του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988 σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών , το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να κρίνει ότι «[...] νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα συνιστά η επαγγελματική δραστηριότητα η οποία, ως προς τις προϋποθέσεις προσβάσεως σε αυτήν ή ασκήσεώς της, ρυθμίζεται άμεσα ή έμμεσα από διατάξεις νομικής φύσεως, δηλαδή νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις» .
41. Από αυτούς τους ορισμούς προκύπτει ότι ένα νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα είναι επάγγελμα που ορίζεται a priori αλλά υπόκειται, όσον αφορά την πρόσβαση σε αυτό ή την άσκησή του, σε προϋποθέσεις που τίθενται από τις αρχές των κρατών μελών. Ένα απαγορευμένο επάγγελμα δεν είναι, επομένως, νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα υπό την έννοια της οδηγίας 92/51.
42. Επιπλέον, το συμπέρασμα που η Deutsche Paracelsus Schulen αντλεί από το γεγονός ότι, κατά την άποψή της, η οδηγία 92/51 έχει εφαρμογή στο επάγγελμα του Heilpraktiker και σύμφωνα με την οποία ένας Heilpraktiker που έχει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος σε ένα κράτος μέλος πρέπει επίσης να μπορεί να ασκεί το επάγγελμα σε όλα τα άλλα κράτη μέλη μου φαίνεται ότι αντιβαίνει προς τον σκοπό της κοινοτικής νομοθετικής ρυθμίσεως σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων που αφορά η οδηγία 92/51.
43. ράγματι, ο στόχος αυτής της ρυθμίσεως είναι ότι ένα κράτος μέλος αναγνωρίζει τους τίτλους που παρέχει άλλο κράτος μέλος και που είναι ισοδύναμοι με τους τίτλους που παρέχει το ίδιο. Υπέρ τούτου συνηγορεί, παραδείγματος χάρη, η δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/51 σύμφωνα με την οποία «[...] κάθε κράτος μέλος υποδοχής στο οποίο είναι κατοχυρωμένο νομοθετικά ένα επάγγελμα είναι υποχρεωμένο να λαμβάνει υπόψη του τα προσόντα που αποκτώνται σε άλλο κράτος μέλος και να εκτιμά αν αυτά αντιστοιχούν στα προσόντα που απαιτεί».
44. Σύμφυτο με την κοινοτική ρύθμιση που αφορά την αμοιβαία αναγνώριση είναι επομένως το γεγονός ότι αυτή σέβεται τους τίτλους που χορηγούν τα κράτη μέλη, απαιτώντας ταυτοχρόνως, υπό μορφή της αναγνωρίσεως των ισοδυνάμων, τίτλων, από το ένα κράτος μέλος προς το άλλο. Η υποχρέωση ενός κράτους μέλους να δεχθεί στο έδαφός του την άσκηση μιας δραστηριότητας παρά το γεγονός ότι έκρινε αναγκαίο να την απαγορεύσει μου φαίνεται ότι βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της ιδέας σεβασμού που χαρακτηρίζει τη ρύθμιση περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως.
45. Εν πάση περιπτώσει, θα ήθελα ακόμη να προσθέσω ότι αν τυχόν το επάγγελμα του Heilpraktiker στη Γερμανία πρέπει να θεωρηθεί «νομοθετικώς κατοχυρωμένο» στην Αυστρία υπό την έννοια ότι αυτού του είδους οι δραστηριότητες στο τελευταίο κράτος μέλος αποτελούν τμήμα των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο ιατρικό επάγγελμα, πρέπει πάντως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η οδηγία 92/51 δεν έχει εφαρμογή.
46. ράγματι, η αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων των ιατρών διέπεται από την οδηγία 93/16/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιατρών και της αμοιβαίας αναγνώρισης των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων τους . Ως εκ τούτου, αυτός ο τομέας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/51 βάσει του άρθρου της 2, παράγραφος 2, κατά το οποίο η οδηγία 92/51 «δεν εφαρμόζεται [ούτε] στα επαγγέλματα τα οποία διέπει ειδική οδηγία που καθιερώνει αμοιβαία αναγνώριση διπλωμάτων μεταξύ των κρατών μελών».
47. Επομένως, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η οδηγία 92/51 δεν έχει εφαρμογή στο ζήτημα που μας απασχολεί.
48. Είμαι επίσης της άποψης ότι δεν υφίστανται άλλοι κανόνες κοινοτικού δικαίου, που εκδόθηκαν μετά την απόφαση, που μπορούν να μεταβάλουν αυτό το συμπέρασμα. Συναφώς, μπορεί να γίνει μόνον επίκληση της οδηγίας 93/16. Επιβάλλεται η διαπίστωση, που κάνει η Επιτροπή, ότι η υπόθεση αυτή δεν αφορά την αναγνώριση ενός διπλώματος ιατρού. Επομένως, δεν μπορεί να τίθεται θέμα εφαρμογής αυτής της οδηγίας.
49. Ωστόσο, η Deutsche Paracelsus Schulen τονίζει επικουρικώς ότι «[α]ν υποθετεί ότι οι περιστάσεις που οδήγησαν στην έκδοση της αποφάσεως Bouchoucha εξακολουθούν να υφίστανται (ήτοι "η έλλειψη εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο ως προς τις δραστηριότητες που εμπίπτουν αποκλειστικά στην άσκηση ιατρικών επαγγελμάτων"), τουλάχιστον δεν μπορεί να γίνει δεκτό τα κράτη μέλη να παρεμποδίζουν ή να καθιστούν αδύνατη την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών απλώς επιφυλάσσοντας στους ιατρούς ορισμένες δραστηριότητες που σε άλλο κράτος μέλος μπορούν να ασκηθούν νομίμως από μη ιατρό».
50. Ειδικότερα, αναφερόμενοι στην από 9 Μαρτίου 1999 απόφαση Centros , η Deutsche Paracelsus Schulen υποστηρίζει ότι εθνικά μέτρα που σκοπούν να δυσχεράνουν ή να καταστήσουν λιγότερο ελκυστική την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη ΕΚ είναι νόμιμα μόνον αν τηρούνται τέσσερις προϋποθέσεις: τα μέτρα δεν πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που συνιστά διάκριση, πρέπει να δικαιολογούνται από υπέρτερους λόγους γενικού συμφέροντος, να είναι κατάλληλα να διασφαλίσουν την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μη βαίνουν πέραν του αναγκαίου προς τον σκοπό αυτό.
51. ώς πρέπει να αξιολογηθεί αυτό το επιχείρημα;
52. Η προπαρατεθείσα απόφαση Centros, επανέλαβε, επ' αυτού, στην ουσία, απλώς τη νομολογία του Δικαστηρίου που είχε τεθεί αρχικώς με τις αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1993, Kraus , της 30ής Νοεμβρίου 1995, Gebhard , και της 4ης Ιουλίου 2000, Haim . Όλες αυτές οι αποφάσεις εκδόθηκαν μετά την προπαρατεθείσα απόφαση Bouchoucha.
53. Επιπλέον, αυτές οι τέσσερις προϋποθέσεις επαναλήφθηκαν στην από 1ης Φεβρουαρίου 2001 απόφαση Mac Quen κ.λπ. , που αφορά εθνική νομοθετική ρύθμιση που επιφυλάσσει τη διεξαγωγή ορισμένων οφθαλμολογικών εξετάσεων στους οφθαλμολόγους και την απαγορεύει στους οπτικούς, και επομένως αφορά κατάσταση αρκετά όμοια με εκείνη στην υπόθεση Bouchoucha και στην παρούσα υπόθεση. Σε εκείνη την απόφαση, το Δικαστήριο υπενθύμισε κατ' αρχάς ότι ο ένας από τους διαδίκους στην κύρια δίκη είχε επικαλεστεί, προς στήριξη της θέσεώς του, το γεγονός ότι στην προπαρατεθείσα απόφαση Bouchoucha, το Δικαστήριο είχε αναγνωρίσει ότι, ελλείψει κοινοτικής νομοθετικής ρυθμίσεως στην οστεοπαθητική, κάθε κράτος μέλος ήταν ελεύθερο να ρυθμίζει την άσκηση αυτής της δραστηριότητας στο έδαφός του, υπό τη μόνη επιφύλαξη να μη διακρίνει μεταξύ των υπηκόων του και των υπηκόων των άλλων κρατών μελών, και ότι οι διασκέψεις έχουν εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης.
54. Το Δικαστήριο συνέχισε τη συλλογιστική του ως εξής:
«Ναι μεν στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου οι όροι προσβάσεως στις εν λόγω δραστηριότητες και η άσκηση αυτών δεν διέπονται από καμία ειδική ρύθμιση, πλην όμως τα κράτη μέλη οφείλουν να ασκούν τις εξουσίες τους στον τομέα αυτών διασφαλίζοντας τις θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη. (βλ. αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1998, C-193/97, και C-194/97, De Castro Freitas et Escallier, Συλλογή 1998, σ. Ι-6747, σκέψη 23, και της 3ης Οκτωβρίου 2000, C-58/98, Corsten, Συλλογή 2000, σ. Ι-7919, σκέψη 31).
Σύμφωνα με το άρθρο 52, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, η ελευθερία εγκαταστάσεως ασκείται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τη νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως για τους δικούς της υπηκόους. Επομένως, όταν η ανάληψη συγκεκριμένης δραστηριότητας ή η άσκηση της δραστηριότητας αυτής εξαρτάται, εντός του κράτους μέλους υποδοχής, από τέτοιες προϋποθέσεις, ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους που σκοπεί να ασκήσει τη δραστηριότητα αυτή πρέπει κατ' αρχήν να ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις αυτές (απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-55/94, Gebhard, Συλλογή 1995, σ. Ι-4165, σκέψη 36).
Ωστόσο, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα εθνικά μέτρα που μπορούν να παρεμποδίζουν ή να καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη δεν μπορούν να δικαιολογούνται παρά μόνον αν πληρούν τέσσερις προϋποθέσεις [...] .»
55. Αυτή η συλλογιστική βασίζεται στις ακόλουθες παρατηρήσεις. Βεβαίως τα κράτη μέλη οφείλουν αδιαμφισβήτητα να ασκούν τις αρμοδιότητές τους στον τομέα των ιατρικών δραστηριοτήτων τηρώντας τις θεμελιώδεις ελευθερίες που εγγυάται η Συνθήκη, αλλά πρέπει να πρόκειται για τις θεμελιώδεις ελευθερίες όπως πράγματι τις εγγυάται η Συνθήκη.
56. Η Επιτροπή προβλέπει ότι η ελευθερία εγκαταστάσως ασκείται «σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τη νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως για τους δικούς της υπηκόους». Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 47, παράγραφος 3, ΕΚ, ως προς τα ιατρικά, παραϊατρικά και φαρμακευτικά επαγγέλματα, η προοδευτική άρση των περιορισμών προϋποθέτει τον συντονισμό των όρων ασκήσεώς τους στα διάφορα κράτη μέλη.
57. Επομένως, δεν είναι δυνατό, πέραν αυτών των διατάξεων που ορίζουν συγκεκριμένα το περιεχόμενο ή την έκταση τις θεμελιώδεις ελευθερίες που καλείται «ελευθερία εγκαταστάσεως», η Συνθήκη να σκοπεί στη διασφάλιση, στον ιατρικό και στον παραϊατρικό τομέα, μη γραπτού κανόνα κατά τον οποίο κάθε εθνική νομοθετική ρύθμιση που περιέχει διατάξεις που δεν προβλέπει το κράτος μέλος καταγωγής του ιδιώτη που επιθυμεί να μετακινηθεί, δημιουργεί ipso facto «περιορισμό» και αυτός να μπορεί να γίνει δεκτός μόνον εάν δικαιολογείται από «υπέρτερους λόγους γενικού συμφέρροντος». Επομένως, δεν πρέπει να επιβάλλεται μια τέτοια δικαιολόγηση. Κατά συνέπεια, συμμερίζομαι την άποψη όσων εκτιμούν ότι το άρθρο 43 ΕΚ είναι διάταξη απαγορευτική των διακρίσεων, έμμεσων ή άμεσων, και όχι διάταξη που απαγορεύει, κατ' αρχήν, σε κάθε κράτος μέλος να θεσπίζει αυστηρότερη νομοθεσία από εκείνη που θεσπίζουν άλλα κράτη μέλη, και επομένως, να δικαιολογεί αυτόν τον «περιορισμό» . Η ίδια νομοθετική ρύθμιση μπορεί άλλωστε να αποδειχθεί περισσότερο προοδευτική από εκείνη κάποιου άλλου κράτους μέλους και σε τελική ανάλυση καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι μόνον η πλέον προοδευτική νομοθετική ρύθμιση συνάδει προς τη Συνθήκη. Ωστόσο, το άρθρο 47, παράγραφος 3, ΕΚ σίγουρα δεν αποβλέπει σ' αυτό το είδος αυτόματης εναρμονίσεως βάσει του ελάχιστου παρανομαστή.
58. Ωστόσο, φαίνεται ότι, ακόμη και εάν εφαρμοστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι τέσσερις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η Αυστρία μπορεί νομίμως να επιφυλάσσει την άσκηση των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο επάγγελμα του Heilpraktiker στη Γερμανία στους ιατρούς.
59. Κατ' αρχάς, κανείς από τους παρεμβαίνοντες δεν αμφισβητεί ότι ο κανόνας κατά τον οποίο μόνον οι ιατροί μπορούν να ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες εφαρμόζεται ανεξαρτήτως ιθαγένειας και κράτους μέλους εγκαταστάσεως των προσώπων στα οποία απευθύνεται.
60. Όσον αφορά τη δεύτερη και την τρίτη προϋπόθεση, αυτός ο κανόνας μού φαίνεται δικαιολογημένος από υπέρτερο λόγο γενικού συμφέροντος, που αφορά την προστασία της δημόσιας υγείας. Μπορεί επίσης να διασφαλίσει την υλοποίηση αυτού του στόχου. Συναφώς, μπορεί να γίνει παραπομπή στην προπαρατεθείσα απόφαση Mac Quen κ.λπ., που έκανε την ακόλουθη ανάλυση, η οποία, κατά την άποψή μου, μπορεί να μεταφερθεί πλήρως στο προκείμενο ζήτημα:
«Εν συνεχεία, όσον αφορά το αν υφίστανται επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος ικανοί να δικαιολογήσουν τον περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως που προκύπτει από την επίδικη απαγόρευση, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η προστασία της δημόσιας υγείας περιλαμβάνεται μεταξύ των λόγων που μπορούν, βάσει του άρθρου 56, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 46, παράγραφος 1, ΕΚ), να δικαιολογήσουν περιορισμούς που απορρέουν από ειδικό καθεστώς για τους αλλοδαπούς υπηκόους. Η προστασία της δημόσιας υγείας μπορεί, συνεπώς, κατ' αρχήν, να δικαιολογήσει και εθνικά μέτρα τα οποία εφαρμόζονται αδιακρίτως, όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η σημασία της προστασίας της υγείας τονίζεται επίσης από το γεγονός ότι το άρθρο 3, στοιχείο ξ_, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ο_, ΕΚ) προβλέπει ότι η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους και το χρονοδιάγραμμα που προβλέπει η Συνθήκη, συμβολή στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας.
Η επιλογή όμως ενός κράτους μέλους να επιφυλάσσει σε μια κατηγορία επαγγελματιών που διαθέτουν ειδικά προσόντα, όπως είναι οι οφθαλμίατροι, το δικαίωμα να πραγματοποιούν στους ασθενείς τους αντικειμενική εξέταση της οράσεως βάσει πολύπλοκων οργάνων που καθιστούν δυνατό τον υπολογισμό της ενδοφθάλμιας πιέσεως, τον καθορισμό του οπτικού πεδίου ή την ανάλυση της καταστάσεως του αμφιβληστροειδούς, μπορεί να θεωρηθεί μέσον ικανό για να εγγυηθεί την επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας.» .
61. Τούτο συμβαίνει αναγκαστικά όταν ένα κράτος μέλος επιφυλάσσει στους ιατρούς τις πράξεις που σε άλλα κράτη μέλη εκτελούν οι Heilpraktiker.
62. Τέλος, όσον αφορά την τέταρτη προϋπόθεση, ο επίδικος αυστριακός κανόνας μού φαίνεται επίσης ότι δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι την προστασία της δημόσιας υγείας.
63. Μόνο το γεγονός ότι η Γερμανία αναγνωρίζει το επάγγελμα του Heilpraktiker δεν αποδεικνύει ότι ο αυστριακός κανόνας είναι δυσανάλογος. Όπως επίσης έκρινε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Mac Quen κ.λπ. «[...] πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος επιβάλλει κανόνες λιγότερο αυστηρούς από εκείνους που ισχύουν εντός άλλου κράτους μέλους δεν σημαίνει, αυτό καθεαυτό, ότι οι τελευταίοι αυτοί κανόνες είναι δυσανάλογοι και, επομένως, ασύμβατοι προς το κοινοτικό δίκαιο, (βλ. αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 1995, C-384/93, Alpine Investments, Συλλογή 1995, σ. Ι-1141, σκέψη 51, και της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-3/95, Reisebüro Broede, Συλλογή 1996, σ. Ι-6511, σκέψη 42).
Συγκεκριμένα, το γεγονός και μόνον ότι ένα κράτος μέλος επέλεξε ένα σύστημα προστασίας διαφορετικό από εκείνο που υιοθέτησε άλλο κράτος μέλος δεν μπορεί να έχει επίπτωση στην εκτίμηση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί στον τομέα αυτό (απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1999, C-67/98, Zenatti, Συλλογή 1999, σ. Ι-7289, σκέψη 34)» .
64. Εν συνεχεία, το γεγονός ότι, κατά τη Deutsche Paracelsus Schulen, το αυστριακό δίκαιο επιτρέπει την άσκηση, κατόπιν απλής δηλώσεως, πολλών δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στον τομέα της υγείας υπό ευρεία έννοια (παραδείγματος χάρη, την άσκηση «βοηθητικών δραστηριοτήτων» που αποσκοπούν στην επίτευξη αίσθησης φυσιολογικής υγείας και ενέργειας, ή το επάγγελμα του «κοινωνικού συμβούλου και συμβούλου ζωής») επίσης δεν αποδεικνύει ότι ο αυστριακός κανόνας είναι δυσανάλογος. ράγματι, δεν αποδεικνύεται ότι αυτές οι δραστηριότητες εμπίπτουν στο επάγγελμα του ιατρού στην Αυστρία και ότι είναι, ως εκ τούτου, συγκρίσιμες με εκείνες που ασκεί ένας Heilpraktiker.
65. Ομοίως, το επιχείρημα της Deutsche Paracelsus Schulen, ότι ο δυσανάλογος χαρακτήρας αποδεικνύεται από το γεγονός ότι πολυάριθμοι ασθενείς των αυστριακών επαρχιών που συνορεύουν με την Αυστρία έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες των Heilpraktiker στη Βαυαρία, χωρίς τούτο να ασκεί αρνητική επίδραση στην υγειονομική κατάσταση αυτών των επαρχιών εν σχέσει με το υπόλοιπο της Αυστρίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
66. ράγματι, ανεξαρτήτως του ότι πρόκειται για ισχυρισμό εκ μέρους της Deutsche Paracelsus Schulen, προς στήριξη του οποίου δεν προσκομίστηκε καμία απόδειξη, και επίσης όχι συγκεκριμένη πληροφορία, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ένα μέτρο είναι ανάλογο σε σχέση με τον σκοπό της προστασίας της υγείας μόνον αν επιφυλάσσει τον πληθυσμό από κινδύνους ή αρνητικές επιδράσεις στην κατάσταση της υγείας του. Ένα μέτρο μπορεί επίσης να είναι ανάλογο αν εξασφαλίζει στην προστασία της υγείας του πληθυσμού ένα θετικό στοιχείο όπως, για παράδειγμα, μία πρόσθετη εγγύηση για την υγεία, όπως εν προκειμένω, που απορρέει από την απαίτηση ορισμένες πράξεις να μπορούν να ασκούνται μόνον από άτομα με πληρέστερη εκπαίδευση απ' ό,τι οι Heilpraktiker.
67. Για τον ίδιο λόγο, είμαι της άποψης ότι δεν μπορεί να απαιτείται, όπως ισχυρίζεται η Deutsche Paracelsus Schulen, ένα κράτος μέλος, εν προκειμένω η Αυστρία να πρέπει να λαμβάνει υπόψη, κατά τη λήψη των αποφάσεών του, θετικές αξιολογήσεις που έλαβαν χώρα σε άλλο κράτος μέλος, εν προκειμένω στη Γερμανία, όσον αφορά τη δραστηριότητα των Heilpraktiker. ράγματι, το ζήτημα δεν είναι αν οι Heilpraktiker επιφέρουν θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα, αλλά αν είναι δυσανάλογο για ένα κράτος μέλος να απαιτεί, με γνώμονα τη δημόσια υγεία, την επιφύλαξη της άσκησης ορισμένων δραστηριοτήτων σε πρόσωπα που έχουν ολοκληρώσει ιατρικές σπουδές.
68. Ούτως διατυπωμένο, το ερώτημα μου θυμίζει την απάντηση που πρότεινε η Επιτροπή κατά την οποία «δεδομένου ότι δεν προβλήθηκε μέτρο λιγότερο ριζικό από τη γενική απαγόρευση της ασκήσεως, πρέπει να δούμε σ' αυτή την απαγόρευση ένα αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Επομένως, τηρείται η αρχή της αναλογικότητας».
69. Είμαι, επομένως, της άποψης ότι η απαγόρευση ασκήσεως του επαγγέλματος του Heilpraktiker συνάδει με το άρθρο 43 ΕΚ σχετικά με την ελευθερία εγκαταστάσεως. Επιπλέον, δεν υφίσταται λόγος να γίνει διαφορετική ανάλυση όσον αφορά το άρθρο 49 ΕΚ σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
70. Κατά συνέπεια, προτείνω να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο η απάντηση ότι τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ δεν εμποδίζουν την επιφύλαξη εκ μέρους κράτους μέλους της ασκήσεως μιας παραϊατρικής δραστηριότητας όπως εκείνης του «πρακτικού θεραπευτή» («Heilpraktiker») υπό την έννοια του γερμανικού νόμου περί πρακτικών θεραπευτών (RGBl Ι, 1251/1939) στους διπλωματούχους ιατρούς.
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
71. Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος να επιφυλάσσει την εκπαίδευση γι' αυτά τα επαγγέλματα που διέπονται από ρύθμιση στον τομέα της υγείας σε οργανισμούς που προβλέπονται γι' αυτό τον σκοπό και να απαγορεύει σε άλλα πρόσωπα ή οργανισμούς να προτείνουν ή να διασφαλίζουν την παροχή τέτοιας εκπαιδεύσεως, ή να κάνουν σχετική διαφήμιση, ακόμα και αν αυτή η εκπαίδευση δεν αφορά παρά μόνον ορισμένους τομείς της ιατρικής δραστηριότητας. Επομένως, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, αν ένα κράτος μέλος, μπορεί νομίμως να απαγορεύσει στο έδαφός του την παροχή εκπαιδεύσεως Heilpraktiker καθώς και τη σχετική διαφήμιση.
72. Η Deutsche Paracelsus Schulen εκτιμά ότι μια τέτοια απαγόρευση αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο ενώ ο Gräbner και οι Κυβερνήσεις της Αυστρίας και του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζουν το αντίθετο. Κατά την Επιτροπή, επιβάλλεται να γίνει διάκριση μεταξύ της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Ενώ η διάκριση είναι επιτρεπτή, κατά την άποψή της, ενόψει του άρθρου 43 ΕΚ, απαγορεύεται ενόψει του άρθρου 49 ΕΚ.
73. Δεδομένου του τρόπου διατυπώσεως του ερωτήματος από το αιτούν δικαστήριο, είμαι της απόψεως ότι είναι χρήσιμο να γίνει διάκριση μεταξύ της απαγορεύσεως της παροχής εκπαιδεύσεως Heilpraktiker στην Αυστρία και της απαγορεύσεως της σχετικής διαφημίσεως.
Η απαγόρευση παροχής εκπαιδεύσεως Heilpraktiker στην Αυστρία
74. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του αυστριακού νόμου περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως «[η] εκπαίδευση για επαγγέλματα που διέπονται [...] από τον ομοσπονδιακό νόμο [...] που θεσπίζει τις προϋποθέσεις ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος [...] παρέχεται αποκλειστικά από οργανισμούς που προβλέπουν για τον σκοπό αυτό οι ομοσπονδιακοί νόμοι. Η προσφορά της σχετικής εκπαιδεύσεως και η διαμεσολάβηση για την εξασφάλιση αυτής της εκπαιδεύσεως από άλλα πρόσωπα ή οργανισμούς απαγορεύεται. [...]»
75. Από το γράμμα του νόμου προκύπτει ότι η απαγόρευση παροχής εκπαιδεύσεως Heilpraktiker είναι γενική στην Αυστρία και ότι ως εκ τούτου πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά επίσης την εκπαίδευση που παρέχει ινστιτούτο ή οργανισμός που ευρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος και που επιθυμεί να εγκατασταθεί στην Αυστρία όσο και την εκπαίδευση που παρέχει οργανισμός που έχει την έδρα του σε άλλο κράτος μέλος που επιθυμεί να παράσχει στην Αυστρία υπηρεσία με αντικείμενο αυτή την εκπαίδευση. Επομένως, φαίνεται εύλογο, όπως προτείνει η Επιτροπή, να εξεταστεί το ζήτημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο με γνώμονα ταυτοχρόνως την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
76. Όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως, επιβάλλεται να υπομνηστεί εκ νέου ότι από το άρθρο 43 ΕΚ προκύπτει ότι αυτή «[...] περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων [...] σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τη νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως για τους δικούς της υπηκόους [...]», και ότι από το άρθρο 46, παράγραφος 1, ΕΚ απορρέει, ότι ένα κράτος μέλος υποχρεούται να δικαιολογήσει τη νομοθεσία του μόνον αν εφαρμόζει ειδικό καθεστώς για τους αλλοδαπούς υπηκόους του. Επιπλέον, ένας ιδιώτης μπορεί να προσπαθήσει να αποδείξει ότι μια νομοθετική ρύθμιση που εφαρμόζεται αδιακρίτως συνιστά συγκεκαλυμμένη διάκριση.
77. Επιπλέον, καθώς πρόκειται, εν προκειμένω, για επαγγελματική εκπαίδευση, επιβάλλεται να γίνει παραπομπή στα άρθρα 149, παράγραφος 1, ΕΚ και 150, παράγραφος 1, ΕΚ τα οποία προβλέπουν, αντιστοίχως, ότι «[η] Κοινότητα συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό απατείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος [...]» και ότι «[η] Κοινότητα εφαρμόζει πολιτική επαγγελματικής εκπαίδευσης, η οποία στηρίζει και συμπληρώνει τις δράσεις των κρατών μελών, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο και την οργάνωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης ».
78. Η παράγραφος 4 των ιδίων διατάξεων προσθέτει, αντιστοίχως, ότι «[...] το Συμβούλιο θεσπίζει [...] δράσεις ενθάρρυνσης, χωρίς να εναρμονίζει τις νοθετικές και κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών και ότι » «[...] το Συμβούλιο [...] θεσπίζει μέτρα για να συμβάλει στην υλοποίηση των στόχων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, χωρίς να εναρμονίζει τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών ».
79. Επομένως, τα όργανα της Κοινότητας δεν μπορούν να εκδίδουν κανένα μέτρο που να έχει απευθείας ως αντικείμενο την εναρμόνιση του περιεχομένου της διδασκαλίας ή της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, που προτιμούνται σε ένα κράτος μέλος, ή την εναρμόνιση της οργανώσεως των εκπαιδευτικών τους συστημάτων εν γένει ή της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ειδικώς.
80. Μου φαίνεται ότι οι διατάξεις στον τομέα της ελεύθερης εγκαταστάσεως δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό έννοια που θα στερούσε έμμεσα τα άρθρα 149 ΕΚ και 150 ΕΚ του περιεχομένου τους.
81. Τούτο θα συνέβαινε αν η Αυστρία ήταν υποχρεωμένη να δεχθεί στο έδαφός της οργανισμούς άλλου κράτους μέλους που θα παρείχαν εκπαίδευση Heilpraktiker. Θα καθίστατο τότε ιδιαιτέρως δυσχερές για την Αυστρία να απαγορεύσει στους ιδίους της τους υπηκόους να ιδρύουν οργανισμούς παροχής του ιδίου τύπου εκπαιδεύσεως. Εν πάση περιπτώσει, η αρμοδιότητα που η Αυστρία εξακολουθεί να έχει βάσει των προπαρατεθεισών διατάξεων όσον αφορά τον ελεύθερο ορισμό του περιεχομένου και της οργανώσεως της εκπαιδεύσεως που παρέχεται στο έδαφός της θα αμφισβητούνταν κατ' αυτόν τον τρόπο.
82. Ωστόσο, ακόμη και αν απομακρυνθούμε από τη συλλογιστική που βασίζεται στην ανάλυση βάσει του γράμματος του νόμου και εξετάσουμε την απαγόρευση που θέτει η Αυστριακή Δημοκρατία αποκλειστικά ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία τα εθνικά μέτρα που μπορούν να εμποδίζουν ή να καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη, περιλαμβανομένης επομένως της ελευθερίας εγκαταστάσεως, πρέπει να πληρούν τις τέσσερις προϋποθέσεις που ήδη παρατέθηκαν, η απαγόρευση παροχής εκπαιδεύσεως Heilpraktiker, όπως υφίσταται στην Αυστρία πρέπει να θεωρηθεί, κατά την άποψή μου, επιτρεπτή.
83. Η Deutsche Paracelsus Schulen εκτιμά ότι αυτές οι προϋποθέσεις δεν πληρούνται εν προκειμένω. Ιδίως, υποστηρίζει ότι η απαγόρευση παροχής εκπαιδεύσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη βάσει επιτακτικού λόγου γενικού συμφέροντος παρά μόνον στην περίπτωση που ένα επάγγελμα θεωρείται τόσο σκανδαλώδες και (ή) επικίνδυνο που θα έθιγε τη δημόσια τάξη σε βαθμό που να φαίνεται δικαιολογημένη η «ριζική καταπολέμηση του κακού».
84. Συμφωνώ με τη Deutsche Paracelsus Schulen ότι μία απαγόρευση παροχής εκπαιδεύσεως των Heilpraktiker δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτομάτως δικαιολογημένη από μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του επαγγέλματος του Heilpraktiker απαγορεύεται. Βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, επιβάλλεται, πράγματι, να εξεταστεί αν η απαγόρευση της ίδιας της εκπαιδεύσεως δικαιολογείται από υπέρτερους λόγους γενικού συμφέροντος.
85. Ωστόσο, μου φαίνεται ότι τούτο συμβαίνει εν προκειμένω. ράγματι, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι «[ε]νόψει όχι μόνον της προβληματικής της υγειονομικής προστασίας, αλλά και προς χάρη της συνοχής του νομοθέτη προς τον καταναλωτή και τον πληθυσμό στο σύνολό του , η απαγόρευση των επίδικων μέτρων εκπαιδεύσεως στην Αυστρία φαίνεται δικαιολογημένη».
86. Κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, η Επιτροπή υπογράμμισε ακόμη ότι η ελεύθερη παροχή εκπαιδεύσεως του Heilpraktiker στην Αυστρία μπορεί να αποτελεί κίνητρο για την παράνομη άσκηση του επαγγέλματος του Heilpraktiker. ράγματι, μου φαίνεται δικαιολογημένος ο ισχυρισμός ότι αν παρέχονταν στην Αυστρία ελεύθερα κύκλοι σπουδών για την εκπαίδευση του Heilpraktiker, ενώ η άσκηση της δραστηριότητας του Heilpraktiker απαγορεύεται εκεί, τούτο θα συνιστούσε πηγή συγχύσεως που θα μπορούσε να μειώσει την ευαισθησία του πληθυσμού όσον αφορά μία τέτοια απαγόρευση ασκήσεως επαγγέλματος. Οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούσαν έτσι να σκεφτούν: «αν μπορώ να εκμάθω αυτό το επάγγελμα, δεν μπορεί να είναι τόσο σοβαρό πταίσμα η άσκησή του».
87. Επομένως, είμαι της απόψεως ότι υφίσταται αυτοτελής δικαιολόγηση της απαγορεύσεως της παροχής αυτής της εκπαιδεύσεως υπό την έννοια ότι αυτή αποσκοπεί στην αποφυγή της απώλειας της αξιοπιστίας της απαγορεύσεως της ασκήσεως του επαγγέλματος Heilpraktiker. Τούτο συνιστά, κατά την άποψή μου, υπέρτερο λόγο γενικού συμφέροντος. ράγματι, αν μία απαγόρευση, όπως εκείνη της ασκήσεως του επαγγέλματος του Heilpraktiker, ισχύει, δεν μπορούμε να στερήσουμε ένα κράτος μέλος της δυνατότητας που έχει να επιβάλει αυτή την απαγόρευση με συνοχή και αξιοπιστία.
88. Επιπλέον, είμαι της απόψεως, όπως και η Επιτροπή, ότι η ύπαρξη ενός μέτρου λιγότερο ριζικού από τη γενική απαγόρευση εγκαταστάσεως δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, η διευκρίνιση, εκ μέρους των οργανισμών που παρέχουν την εκπαίδευση, κατά την οποία το επάγγελμα του Heilpraktiker δεν μπορεί να ασκηθεί στην Αυστρία, δεν επιτρέπει κατά τη γνώμη μου την αποφυγή της συγχύσεως. ράγματι, αυτή απορρέει από την αντίφαση μεταξύ της απαγορεύσεως της ασκήσεως του επαγγέλματος του Heilpraktiker αφενός, και της άδειας εκμαθήσεώς του αφετέρου. Χωρίς ουδόλως να αίρει τον αντιφατικό χαρακτήρα, η προπαρατεθείσα διευκρίνιση απλώς τον ενισχύει.
89. Επομένως, είμαι της άποψης ότι η ελευθερία εγκαταστάσεως δεν θίγεται από απαγόρευση παροχής εκπαιδεύσεως του Heilpraktiker, όπως αυτή υφίσταται στην Αυστρία.
90. Όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, η Επιτροπή εκτιμά ότι «[η] απαγόρευση της παροχής εκπαιδεύσεως πρακτικού θεραπευτή στην αλλοδαπή και η διάδοση, προς τούτο, διαφημίσεως που πληροφορεί τον καταναλωτή ότι είναι δυνατή η άσκηση στην Αυστρία του αντίστοιχου επαγγέλματος δεν φαίνεται αναγκαίο μέτρο, τόσο από απόψεως δημόσιας υγείας όσο και από απόψεως προστασίας του καταναλωτή: μια τέτοια πρακτική παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και δεν μπορεί σε τελική ανάλυση να θεωρηθεί δικαιολογημένη».
91. Ωστόσο, ισχύει από τα προεκτεθέντα ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας της επί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, αποφαίνεται επί της δυνατότητας διαφημίσεως στην Αυστρία της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως του Heilpraktiker που παρέχεται στην αλλοδαπή - ζήτημα με το οποίο θα ασχοληθώ κατωτέρω -, περισσότερο απ' ό,τι με το ζήτημα αν η απαγόρευση εκ μέρους κράτους μέλους για έναν οργανισμό εγκατεστημένο στην αλλοδαπή παροχής σε αυτό υπηρεσιών που έχουν ως αντικείμενο την επαγγελματική εκπαίδευση του Heilpraktiker αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο.
92. Ωστόσο, το τελευταίο αυτό ζήτημα πρέπει να εξεταστεί λαμβανομένου υπόψη του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, που ζητεί ανάλυση υπό το φως των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ καθώς και υπό το φως των στοιχείων που προσκομίστηκαν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, και σύμφωνα με τα όποία θα μπορούσαν να παρέχονται στην Αυστρία κύκλοι μαθημάτων υπό μορφή «σεμιναρίων».
93. Μου φαίνεται, ωστόσο, ότι οι τέσσερις προϋποθέσεις, που εφαρμόζονται επίσης στον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, πληρούνται όσον αφορά την απαγόρευση για οργανισμούς εγκατεστημένους εκτός Αυστρίας να παρέχουν στην Αυστρία εκπαίδευση Heilpraktiker υπό μορφή παροχής υπηρεσιών.
94. ράγματι, η αντιφατική κατάσταση που δημιουργεί τη σύγχυση και μειώνει έτσι την ευαισθησία έναντι της απαγορεύσεως της ασκήσεως του επαγγέλματος του Heilpraktiker υφίσταται εφόσον η εκπαίδευση του Heilpraktiker παρέχεται επί αυστριακού εδάφους. Συναφώς, δεν έχει σημασία αν παρέχεται από οργανισμό εγκατεστημένο στην Αυστρία ή από οργανισμό εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος που παρέχει την εκπαίδευση υπό μορφή υπηρεσίας στην Αυστρία.
95. Επομένως, μου φαίνεται ότι η απαγόρευση παροχής εκπαιδεύσως Heilpraktiker, όπως υφίσταται στην Αυστρία, είναι επιτρεπτή και με γνώμονα την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
Η απαγόρευση διαφημίσεως για την εκπαίδευση του Heilpraktiker
96. Με το δεύτερό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά επίσης αν απαγόρευση διαφημίσεως της εκπαιδεύσεως του Heilpraktiker όπως η προβλεπόμενη στην αυστριακή νομοθεσία, αντίκειται επίσης στα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ.
97. Κατ' αρχάς επιβάλλεται να εξεταστεί η έκταση της απαγορεύσεως διαφημίσεως για το επάγγελμα του Heilpraktiker.
98. Αν μόνον η διαφήμιση για την εκπαίδευση του Heilpraktiker που παρέχεται στην Αυστρία απαγορεύεται, η απαγόρευση δεν μου φαίνεται επικριτέα ούτε υπό το φως του άρθρου 43 ΕΚ, ούτε υπό το φως του άρθρου 49 ΕΚ. ράγματι, άπαξ η εκπαίδευση του Heilpraktiker απαγορεύεται στην Αυστρία, είναι λογικό η διαφήμιση γι' αυτή την εκπαίδευση να απαγορεύεται επίσης. Μια τέτοια διαφήμιση δεν θα είχε άλλωστε κανένα νόημα, κατά το μέτρο που θα προσήλκυε ανθρώπους προς ένα γεγονός που δεν θα λάμβανε χώρα.
99. Εντελώς διαφορετικό είναι, κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα αν η διαφήμιση για την εκπαίδευση του Heilpraktiker που παρέχεται στην αλλοδαπή απαγορεύεται στην Αυστρία. Η Αυστριακή Κυβέρνηση απάντησε σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου ότι, κατά την άποψή της, ο αυστριακός νόμος περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως δεν απαγορεύει μια τέτοια διαφήμιση.
100. αρά το γεγονός ότι απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ερμηνεύσει τον αυστριακό νόμο συναφώς, η εξήγηση της Αυστριακής Κυβερνήσεως μου φαίνεται πειστική. ράγματι, ο νόμος απαγορεύει σαφώς, στο πρώτο του άρθρο, παράγραφος 2 , τη διαφήμιση της δραστηριότητας που απαγορεύει στο άρθρο 1, παράγραφος 1. Μου φαίνεται ότι αποκλείεται ο Αυστριακός νομοθέτης να είχε την πρόθεση να απαγορεύσει την εκπαίδευση του Heilpraktiker που παρέχεται στην αλλοδαπή.
101. Η διαφήμιση της εκπαιδεύσεως του Heilpraktiker που παρέχεται στην αλλοδαπή δεν μπορεί, επομένως, προφανώς, να απαγορεύεται, επομένως δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
102. Ωστόσο, αν - καθαρά υποθετικά - το αιτούν δικαστήριο κατέληγε ότι ο αυστριακός νόμος απαγορεύει τη διαφήμιση στην Αυστρία της εκπαιδεύσεως του Heilpraktiker που παρέχεται στη Γερμανία, είμαι της άποψης, όπως και η Επιτροπή, ότι μια τέτοια απαγόρευση αντίκειται στο άρθρο 49 ΕΚ.
103. ράγματι, μία τέτοια διαφήμιση δεν αποτελεί απειλή για το αυστριακό σύστημα υγείας ούτε μπορεί, από μόνο το γεγονός ότι προέρχεται από αλλοδαπούς οργανισμούς για εκπαίδευση παρεχόμενη στην αλλοδαπή, να συνεισφέρει σημαντικά στη σύγχυση του πληθυσμού όσον αφορά την απαγόρευση ασκήσεως του επαγγέλματος του Heilpraktiker στην Αυστρία.
104. Ωστόσο, προς το συμφέρον των καταναλωτών, το εν λόγω κράτος μέλος ορθώς μπορεί, κατά την άποψή μου, να απαιτήσει η διαφήμιση να διευκρινίζει ότι το επάγγελμα του Heilpraktiker δεν μπορεί να ασκείται στο έδαφός του.
105. Συνεπώς, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι οι εθνικές διατάξεις οποίες επιφυλάσσουν την παροχή εκπαιδεύσεως για επαγγέλματα, τα οποία κατατάσσονται βάσει νόμου στον τομέα της υγείας, στους προβλεπόμενους για τον σκοπό αυτό οργανισμούς και απαγορεύουν την προσφορά της σχετικής εκπαιδεύσεως ή τη διαμεσολάβηση για την εξασφάλιση της εκπαιδεύσεως αυτής από άλλα πρόσωπα ή οργανισμούς, καθώς και τη διαφήμισή της, ακόμη και αν η εκπαίδευση αυτή περιορίζεται σε επί μέρους τομείς της ιατρικής δραστηριότητας, δεν αντίκεινται στα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ. Αντιθέτως, η απαγόρευση εκ μέρους κράτους μέλους της διαφήμισης εκπαιδεύσεως που παρέχεται σε άλλο κράτος μέλος αντίκειται στο άρθρο 49 ΕΚ, εφόσον αυτή η διαφήμιση ενημερώνει το κοινό σχετικά με την απαγόρευση ασκήσεως του αντίστοιχου με την εκπαίδευση επαγγέλματος εντός του πρώτου κράτους μέλους.
V - ρόταση
106. Ενόψει του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα προδικαστικά ερωτήματα την εξής απάντηση:
«- Η επιφύλαξη εκ μέρους κράτους μέλους μιας παραϊατρικής δραστηριότητας όπως αυτή του πρακτικού ιατρού (Heilpraktiker) κατά τον γερμανικό νόμο για τους πρακτικούς ιατρούς (RGBl. Ι, 251/1939) στους διπλωματούχους ιατρούς δεν αντίκειται στα άρθρα 43 ΕΚ και 49 Κ·
- Εθνικές διατάξεις οι οποίες επιφυλάσσουν την παροχή εκπαιδεύσεως για επαγγέλματα, τα οποία κατατάσσονται βάσει νόμου στον τομέα της υγείας, στους προβλεπόμενους για τον σκοπό αυτό οργανισμούς και απαγορεύουν την προσφορά της σχετικής εκπαιδεύσεως ή τη διαμεσολάβηση για την εξασφάλιση της εκπαιδεύσεως αυτής από άλλα πρόσωπα ή οργανισμούς, καθώς και τη διαφήμισή της, ακόμη και αν η εκπαίδευση αυτή περιορίζεται σε επί μέρους τομείς της ιατρικής δραστηριότητας, δεν αντίκεινται στα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ. Αντιθέτως, η απαγόρευση εκ μέρους κράτους μέλους της διαφημίσεως της εκπαιδεύσεως που παρέχεται σε άλλο κράτος μέλος αντίκειται στο άρθρο 49 ΕΚ, εφόσον αυτή η διαφήμιση ενημερώνει το κοινό σχετικά με την απαγόρευση ασκήσεως του αντίστοιχου με την εκπαίδευση επαγγέλματος εντός του πρώτου κράτους μέλους.»
Full & Egal Universal Law Academy