ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
SIEGBERT ALBER
της 15ης Μαΐου 2003 (1)
Υπόθεση C-298/00 P
Ιταλική Δημοκρατία
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Κρατικές ενισχύσεις – Οδικές μεταφορές εμπορευμάτων – Υφιστάμενες ενισχύσεις και νέες ενισχύσεις – Αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Αρχή της αναλογικότητας – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Ανταίτηση αναιρέσεως – Παραδεκτό της προσφυγής στον πρώτο βαθμό – Ζήτημα του κατά πόσον η απόφαση για πρόγραμμα ενισχύσεων αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα»
I – Εισαγωγή
1. Αντικείμενο της παρούσας διαφοράς αποτελούν κρατικές ενισχύσεις, τις οποίες χορήγησε η Περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia σε επιχειρήσεις οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων μεταξύ του 1981 και του 1995. Η Επιτροπή, με την απόφασή της της 30ής Ιουλίου 1997 (2), κήρυξε μέρος των ενισχύσεων αυτών ασυμβίβαστων με την κοινή αγορά και διέταξε την επιστροφή των ποσών αυτών. Το Πρωτοδικείο, κατόπιν προσφυγής θιγομένων επιχειρήσεων, ακύρωσε εν μέρει την απόφαση αυτή (3).
2. Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως η Ιταλική Δημοκρατία, η οποία παρενέβη υπέρ των προσφευγόντων στον πρώτο βαθμό, στρέφεται κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. Η Επιτροπή άσκησε ανταίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλει το απαράδεκτο της προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου. Θεωρεί ότι η απευθυνόμενη στην Ιταλία απόφαση περί ρυθμίσεως κρατικών ενισχύσεων δεν αφορά ατομικά τις ευνοούμενες επιχειρήσεις ούτε όταν η απόφαση διατάσσει την επιστροφή των ενισχύσεων. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το Πρωτοδικείο έπρεπε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό.
3. Η Ιταλική Δημοκρατία προσέβαλε την απόφαση της Επιτροπής και με ίδια προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία εκκρεμεί με τον αριθμό C-372/97 (4).
4. Επί της ουσίας τίθεται ιδίως το ζήτημα σε ποια έκταση οι ενισχύσεις μπορούσαν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό στις οικείες αγορές, οι οποίες, τουλάχιστον κατά την έναρξη καταβολής των ενισχύσεων, δεν είχαν πλήρως ακόμη ελευθερωθεί. Πέραν αυτού, αμφισβητείται κατά πόσον η επιστροφή των ενισχύσεων είναι αντίθετη προς τις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας.
II – Το νομικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
5. Οι γενικές διατάξεις σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που περιέχουν τα άρθρα 92 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 87 ΕΚ) και 93 και 94 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 88 και 89 ΕΚ) εφαρμόζονται στον τομέα των μεταφορών, υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των ειδικών διατάξεων του άρθρου 77 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 73 ΕΚ). Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1107/70 του Συμβουλίου, της 4ης Ιουνίου 1970, περί ενισχύσεων που χορηγούνται στον τομέα των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών (5), διευκρινίζει υπό ποιες προϋποθέσεις μπορούν τα κράτη μέλη να χορηγούν ενισχύσεις επιτρεπτές κατά την έννοια του άρθρου 77 της Συνθήκης ΕΚ.
6. Κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο χορηγήθηκαν οι επίμαχες ενισχύσεις, οι οδικές μεταφορές εμπορευμάτων στην Κοινότητα βρίσκονταν στη φάση της ελευθερώσεως. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο τομέων, συγκεκριμένα, αφενός, της διεθνούς αγοράς των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων για διασυνοριακές μεταφορές και, αφετέρου, του cabotage, δηλαδή των μεταφορών στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους από επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος.
7. Η διεθνής αγορά των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων άνοιξε αρχικά με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1018/68 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1968, σχετικά με την επιβολή κοινοτικής ποσοστώσεως στις οδικές μεταφορές εμπορευμάτων που πραγματοποιούνται μεταξύ κρατών μελών (στο εξής: κανονισμός 1018/68) (6) μεταξύ των ετών 1969 και 1992. Η προβλεπόμενη στον κανονισμό και στη συνέχεια σταδιακά διευρυνθείσα κοινοτική ποσόστωση κατανεμήθηκε στα κράτη μέλη. Στο πλαίσιο της ποσοστώσεως αυτής, οι επιχειρήσεις του εκάστοτε κράτους μέλους μπορούσαν να πραγματοποιούν διασυνοριακές μεταφορές. Από την 1η Ιανουαρίου 1993 η αγορά αυτή ελευθερώθηκε πλήρως (7).
8. Το cabotage άρχισε να ελευθερώνεται από 1ης Ιουλίου 1990. Και εδώ υπήρχαν αρχικά ποσοστώσεις, που αυξήθηκαν σταδιακά μέχρι την πλήρη ελευθέρωση την 1η Ιουλίου 1998 (8).
Β – Οι επίδικες ρυθμίσεις ενισχύσεων της Περιφέρειας Friuli-Venezia Giulia
9. Ο περιφερειακός νόμος υπ’ αριθ. 28 της Περιφέρειας Friuli-Venezia Giulia της 18ης Μαΐου 1981, σχετικά με τις παρεμβάσεις για την προώθηση και την ανάπτυξη των μεταφορών που ενδιαφέρουν την Περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia καθώς και της οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό τρίτων (στο εξής: νόμος υπ’ αριθ. 28/1981), προέβλεπε ορισμένα ενισχυτικά μέτρα υπέρ των επιχειρήσεων μεταφορών δρωσών για λογαριασμό τρίτων που είναι εγκατεστημένες στο έδαφος της περιφέρειας.
10. Το καθεστώς που θέσπισε ο νόμος αυτός αντικαταστάθηκε με τον περιφερειακό νόμο υπ’ αριθ. 4 της 7ης Ιανουαρίου 1985, σχετικά με τις παρεμβάσεις για την προώθηση και την ανάπτυξη των μεταφορών που ενδιαφέρουν την Περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia καθώς και της οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό τρίτων (στο εξής: νόμος υπ’ αριθ. 4/1985), που προέβλεπε κατά βάση το ίδιο καθεστώς ενισχύσεων.
11. Οι νόμοι προέβλεπαν τρία μέτρα, που μπορούν, με απλό τρόπο, να περιγραφούν ως εξής:
– επιδότηση του επιτοκίου των δανείων που συνάπτονται με σκοπό την πραγματοποίηση έργων υποδομής (κατασκευή, αγορά, εκσυγχρονισμός των εγκαταστάσεων) και την αγορά του εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων των οδικών μέσων μεταφοράς (άρθρο 4 του νόμου υπ’ αριθ. 4/1985),
– χρηματοδότηση του κόστους των πράξεων χρηματοδοτικής μισθώσεως σχετικά με οχήματα, ρυμουλκούμενα και ημιρυμουλκούμενα οχήματα καθώς και σχετικά με εγκαταστάσεις για τη συντήρηση και επισκευή των οχημάτων και για τη διακίνηση των εμπορευμάτων (άρθρο 5 του νόμου υπ’ αριθ. 4/1985) και
– υπέρ των κοινοπραξιών και των λοιπών συνεταιριστικών μορφωμάτων: χρηματοδότηση έως και 50 % των επενδύσεων που προορίζονταν για την κατασκευή ή την αγορά ορισμένων εγκαταστάσεων και εξοπλισμού (άρθρο 6 του νόμου υπ’ αριθ. 4/1985).
12. Μεταξύ του 1981 και του 1995 έγιναν δεκτές 2 202 αιτήσεις και δαπανήθηκαν κονδύλια του προϋπολογισμού που συνολικά υπερέβησαν τα 22 εκατομμύρια ECU.
13. Η Περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia ανέστειλε την καταβολή των ενισχύσεων από 1ης Ιανουαρίου 1996 και απηύθυνε στις οικείες επιχειρήσεις, μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 1997, επιστολές, με τις οποίες γνωστοποίησε την απόφαση της Επιτροπής και ανακοίνωσε την επιστροφή των ενισχύσεων.
Γ – Η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής
14. Στις 30 Ιουλίου 1997 η Επιτροπή εξέδωσε, μετά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, την προσβαλλόμενη απόφαση (9). Το διατακτικό της αποφάσεως έχει ως εξής:
«Άρθρο 1
Οι επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν βάσει των νόμων υπ’ αριθ. 28/1981 και 4/1985 [...] προς επιχειρήσεις που εκτελούσαν αποκλειστικά τοπικές, περιφερειακές ή εθνικές μεταφορές μέχρι την 1η Ιουλίου 1990 δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
Άρθρο 2
Οι επιδοτήσεις που δεν καλύπτονται από το άρθρο 1 της παρούσας απόφασης συνιστούν ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης και είναι παράνομες επειδή τέθηκαν σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3.
Άρθρο 3
Οι επιδοτήσεις που προορίζονται για τη χρηματοδότηση στοιχείων που είναι ειδικά προσαρμοσμένα για την εξυπηρέτηση των αναγκών των συνδυασμένων μεταφορών και τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στο πλαίσιο των συνδυασμένων μεταφορών συνιστούν ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, αλλά συμβιβάζονται ωστόσο με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1107/70.
Άρθρο 4
Οι επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν σε επιχειρήσεις που εκτελούν τοπικές, περιφερειακές ή εθνικές μεταφορές από την 1η Ιουλίου 1990 και σε επιχειρήσεις που εκτελούν διεθνείς μεταφορές δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά επειδή δεν εκπληρούν κανένα από τους όρους που απαιτούνται από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 92, παράγραφοι 2 και 3, της Συνθήκης παρεκκλίσεις, αλλά ούτε και καλύπτονται από τις προϋποθέσεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1107/70.
Άρθρο 5
Η Ιταλία καταργεί και ανακτά την ενίσχυση για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 4. Η ενίσχυση επιστρέφεται με βάση τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, με προσαύξηση κατά το ποσό των τόκων, οι οποίοι υπολογίζονται με βάση το επιτόκιο αναφοράς για τον υπολογισμό των καθεστώτων περιφερειακών ενισχύσεων και οι οποίοι αρχίζουν να τρέχουν από την ημερομηνία κατά την οποία καταβλήθηκε η σχετική ενίσχυση μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής της επιστροφής.
[...]»
15. Στο σκεπτικό της αποφάσεως η Επιτροπή διευκρίνισε, μεταξύ άλλων, ότι οι καλυπτόμενες από το άρθρο 1 επιδοτήσεις δεν συνιστούν ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ, διότι η αγορά του cabotage ήταν κλειστή στον ανταγωνισμό μέχρι την 1η Ιουλίου 1990. Κατά τα λοιπά όμως, στις οικείες αγορές επικρατούσε ήδη –τουλάχιστον στο πλαίσιο των ποσοστώσεων– ανταγωνισμός, που μπορούσε να επηρεαστεί από τα μέτρα.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η προσβαλλόμενη απόφασή του
16. Συνολικά 165 θιγόμενες επιχειρήσεις (εν μέρει με ομαδικές προσφυγές) προσέφυγαν στο Πρωτοδικείο ζητώντας να ακυρωθεί εν όλο ή εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής.
17. Το Πρωτοδικείο, με απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000 (10), δέχθηκε εν μέρει τις προσφυγές και ακύρωσε το άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής, στο μέτρο που κηρύσσει παράνομες τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από 1ης Ιουλίου 1990 στις επιχειρήσεις που πραγματοποιούν αποκλειστικά τοπικές, περιφερειακές ή εθνικές μεταφορές. Ακυρώθηκε επίσης το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως στο μέτρο που επιβάλλει την αναζήτηση των ενισχύσεων αυτών. Κατά τα λοιπά απορρίφθηκαν οι προσφυγές.
18. Κατά την άποψη του Πρωτοδικείου, οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στις επιχειρήσεις που πραγματοποιούσαν μεταφορές εντός της Ιταλίας μετά την 1η Ιουλίου 1990 ήταν υφιστάμενες ενισχύσεις και όχι νέες ενισχύσεις, όπως θεώρησε η Επιτροπή. Το καθεστώς των ενισχύσεων θεσπίστηκε σε ένα χρονικό σημείο στο οποίο η αγορά του cabotage δεν είχε ακόμη ελευθερωθεί και συνεπώς δεν προσέκρουε τότε στο άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΚ. Η ελευθέρωση, που δεν πρέπει να καταλογιστεί στο κράτος μέλος, δεν μπορεί να οδηγήσει στη μετατροπή υφισταμένων και μέχρι τότε επιτρεπτών ενισχύσεων σε νέες ενισχύσεις υποκείμενες στην υποχρέωση κοινοποιήσεως (11).
19. Το Πρωτοδικείο ακύρωσε και την υποχρέωση επιστροφής των ενισχύσεων εκείνων, που εσφαλμένα η Επιτροπή είχε θεωρήσει νέες ενισχύσεις, διότι οι υφιστάμενες ενισχύσεις μπορούν να χαρακτηριστούν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά μόνον ex nunc (12).
20. Το Πρωτοδικείο απέρριψε τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως. Συγκεκριμένα έκρινε ότι το μικρό μέγεθος των οικείων επιχειρήσεων, η περιοριζόμενη κυρίως στην περιφέρεια δραστηριότητά τους και η ύπαρξη ποσοστώσεων δεν αποκλείουν τη δυνατότητα τα μέτρα να απειλούν να θίξουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό.
21. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο απέρριψε την αιτίαση ότι η απαίτηση έντοκης επιστροφής των ενισχύσεων παραβιάζει τις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου καθώς και της αναλογικότητας.
IV – Η αίτηση αναιρέσεως
22. Η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε στις 3 Αυγούστου 2001 αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Υπέρ αυτής παρενέβησαν η επιχείρηση Collorigh Edo καθώς και δώδεκα άλλες επιχειρήσεις, που ήταν προσφεύγουσες στον πρώτο βαθμό.
23. Η Ιταλική Κυβέρνηση στηρίζει την αίτηση αναιρέσεως σε δύο λόγους. Αφενός προβάλλει την παράβαση των άρθρων 92 και 93, παράγραφοι 1 και 2, της Συνθήκης ΕΚ, διότι το Πρωτοδικείο θεώρησε τις ενισχύσεις για τις διεθνείς μεταφορές ως νέες ενισχύσεις, που απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, αν και αυτή η αγορά μεταφορών ελευθερώθηκε πλήρως το πρώτον από 1ης Ιανουαρίου 1993. Σε κάθε περίπτωση, το Πρωτοδικείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το ζήτημα αυτό.
24. Αφετέρου, η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η απαίτηση επιστροφής παραβιάζει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την αρχή του ευλόγου (principio di ragionevolezza).
25. Η Επιτροπή, με το υπόμνημά της αντικρούσεως άσκησε ανταίτηση αναιρέσεως, αμφισβητώντας το παραδεκτό της προσφυγής στον πρώτο βαθμό.
26. Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί
1) να αναιρεθεί στο σύνολό της η απόφαση του Πρωτοδικείου, της 15ης Ιουνίου 2000, επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων Τ-298/97, Τ-312/97, Τ-313/97, Τ-315/97, Τ-600/97 έως Τ-607/97, Τ-1/98, Τ-3/98 έως Τ-6/98 και Τ-23/98,
επικουρικώς, να αναιρεθεί η απόφαση, στο μέτρο που επιβάλλει την υποχρέωση επιστροφής των ενισχύσεων, και
2) στις δύο περιπτώσεις να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
27. Οι λοιποί διάδικοι ζητούν
1) να αναιρεθεί η απόφαση το Πρωτοδικείου, της 15ης Ιουνίου 2000, επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων Τ-298/97, Τ-312/97, Τ-313/97, Τ-315/97, Τ‑600/97 έως Τ-607/97, Τ-1/98, Τ-3/98 έως Τ-6/98 και Τ-23/98, στο μέτρο που
– κηρύσσει ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν σε επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες διεθνών μεταφορών, σύμφωνα με τους περιφερειακούς νόμους υπ’ αριθ. 28/81 και 4/85,
– χαρακτηρίζει ως νέες ενισχύσεις τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν μεταξύ 1981 και 1995 στις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες διεθνών μεταφορών και
– υποχρεώνει τα κράτη μέλη σε επιστροφή των δήθεν παρανόμων ενισχύσεων,
επικουρικώς, να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής, στο μέτρο που διατάσσει την έντοκη επιστροφή των ενισχύσεων (άρθρο 5), όλως επικουρικώς, αν ακυρωθεί η απόφαση περί επιστροφής των ενισχύσεων, στο μέτρο που υπερβαίνει ορισμένο ποσό, συμπεριλαμβάνοντας τους τόκους,
2) να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
28. Η Επιτροπή ζητεί
1) να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας,
2) να αναιρεθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου στο σύνολό της ή, σε κάθε περίπτωση, στο μέτρο που ακυρώνει εν μέρει την απόφαση της Επιτροπής, και
3) να καταδικαστούν η Ιταλική Δημοκρατία και οι προσφεύγοντες στον πρώτο βαθμό στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών.
29. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων θα εκτεθούν λεπτομερώς σε συνδυασμό με τη νομική εκτίμηση.
V – Νομική εκτίμηση
30. Πρέπει να εξεταστεί καταρχάς η ανταίτηση αναιρέσεως, διότι αφορά το παραδεκτό της ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής.
Α – Επί της ανταιτήσεως αναιρέσεως της Επιτροπής (αιτίαση περί απαραδέκτου της προσφυγής)
1. Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
31. Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι προσφυγές ενώπιον του Πρωτοδικείου ήταν απαράδεκτες, διότι η απόφαση δεν αφορούσε τους προσφεύγοντες ατομικά κατά την έννοια του άρθρου 173, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ).
32. Συγκεκριμένα, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν κηρύχτηκε ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά μια ατομική ενίσχυση προς συγκεκριμένη επιχείρηση, αλλά το καθεστώς ενισχύσεων. Μια τέτοια απόφαση δεν αφορά ατομικά τους μέχρι τώρα ή μελλοντικούς αποδέκτες μιας ενισχύσεως. Το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο απέρριψαν ως απαράδεκτες τις προσφυγές σε σειρά παρόμοιων περιπτώσεων (13).
33. Η απόφαση του Πρωτοδικείου επί της υποθέσεως Τ-55/99 (CETM) (14), που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα, δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη και πειστική. Με την απόφαση Sardegna Lines (15) το Δικαστήριο έκρινε βέβαια παραδεκτή την προσφυγή επιχειρήσεως τελούσας υπό παρεμφερείς συνθήκες. Η περίπτωση όμως δεν είναι συγκρίσιμη, διότι το καθεστώς ενισχύσεων δεν αφορούσε παρά πολύ λίγους επιχειρηματίες και η Επιτροπή είχε ελέγξει, κατά την τυπική διαδικασία, τη συγκεκριμένη περίπτωση της προσφεύγουσας.
34. Για λόγους αποτελεσματικής παροχής της έννομης προστασίας δεν μπορούν επίσης να κριθούν παραδεκτές τέτοιου είδους προσφυγές. Και τούτο διότι οι οικείες επιχειρήσεις θα μπορούσαν, στο πλαίσιο προσφυγής κατά της αποφάσεως περί επιστροφής των ενισχύσεων, να επικαλεστούν σφάλματα της αποφάσεως της Επιτροπής. Το εθνικό δικαστήριο θα μπορούσε, στην περίπτωση αυτή, να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ισχύ της αποφάσεως της Επιτροπής. Σύμφωνα όμως με την απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf (16), ο ενδιαφερόμενος στερείται αυτής της δυνατότητας, αν η ευθεία προσφυγή κατά της αποφάσεως της Επιτροπής ήταν παραδεκτή.
35. Βέβαια κανένας διάδικος δεν προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου ισχυρισμούς σχετικούς με το παραδεκτό. Το Πρωτοδικείο θα έπρεπε πάντως να εξετάσει το παραδεκτό της προσφυγής αυτεπάγγελτα, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία (17). Η παράβαση, εκ μέρους του Πρωτοδικείου, της υποχρεώσεως αυτής μπορεί να προβληθεί ως αιτίαση κατά την αναιρετική διαδικασία.
36. Στη συνέχεια, η Επιτροπή εκθέτει λεπτομερώς για ποιο λόγο η προσβαλλόμενη απόφασή της, με αποδέκτη την Ιταλική Δημοκρατία, δεν αφορά ατομικά τους προσφεύγοντες.
37. Πρώτον, η Επιτροπή με την απόφαση αυτή δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Διατάσσεται βέβαια και η επιστροφή των ήδη καταβληθεισών ενισχύσεων. Με τον τρόπο όμως αυτό, η απόφαση δεν απευθύνεται σε οριοθετημένο κύκλο αποδεκτών, διότι δεν αφορά μόνον όλες τις ήδη χορηγηθείσες ενισχύσεις, διατάσσοντας την επιστροφή τους, αλλά αφορά και αυτό τούτο το καθεστώς ενισχύσεων, το οποίο δεν πρέπει να συνεχίσει να εφαρμόζεται. Η απόφαση αφορά, συνεπώς, και τα συμφέροντα ενός απροσδιόριστου κύκλου περαιτέρω δυνητικών ληπτών ενισχύσεως.
38. Δεύτερον, η απόφαση της Επιτροπής κηρύσσει ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά ορισμένες μόνον κατηγορίες ενισχύσεων που χορηγήθηκαν σύμφωνα με τους περιφερειακούς νόμους. Μόνον το κράτος μέλος και η ίδια η εκάστοτε επιχείρηση μπορούσαν, ανάλογα με τη δραστηριότητα της επιχειρήσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση, να κρίνουν κατά πόσον έπρεπε να επιστραφεί η ενίσχυση.
39. Τρίτον, κατά πάγια νομολογία, η γενική ισχύς και, επομένως, ο κανονιστικός χαρακτήρας μιας πράξεως δεν θίγεται από τη δυνατότητα, κατά το μάλλον ή ήττον, ακριβούς προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμα της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται σε μια δεδομένη στιγμή, εφόσον διαπιστώνεται ότι η εφαρμογή πραγματοποιείται δυνάμει αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής καταστάσεως, καθοριζόμενης από την πράξη σε σχέση με τον σκοπό που αυτή επιδιώκει (18).
40. Τέταρτον, δεν αρκεί ότι οι ενδιαφερόμενοι ανήκαν σε ομάδα η οποία, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, μπορούσε να προσδιοριστεί. Αντίθετα, η διάταξη θα έπρεπε να τους θίγει λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τους χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο.
41. Κατά τη νομολογία, δεν αποκλείεται μία νομική πράξη έχουσα γενική ισχύ να αφορά, συγχρόνως, ατομικώς ορισμένους επιχειρηματίες (19). Αυτό όμως δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι θα πρέπει, στο μέτρο αυτό, να πληρούνται τα κριτήρια που αναπτύχθηκαν στην απόφαση Plaumann (20).
42. Στην προκειμένη περίπτωση, οι προσφεύγοντες δεν ισχυρίστηκαν ότι εξατομικεύονται κατά ιδιαίτερο τρόπο. Εξάλλου, η απόφαση δεν θίγει την έννομη κατάστασή τους κατά τρόπον ώστε η Επιτροπή να έπρεπε να λάβει υπόψη την ιδιαίτερη κατάστασή τους κατά την έκδοση της αποφάσεώς της.
43. Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβήτησε, κατά την προφορική διαδικασία, ότι το Πρωτοδικείο όφειλε να εξετάσει αυτεπάγγελτα το παραδεκτό.
2. Εκτίμηση
Υποχρέωση εξετάσεως του παραδεκτού
44. Κατά πάγια νομολογία, το παραδεκτό της προσφυγής, ως απαραίτητη διαδικαστική προϋπόθεση, πρέπει να εξετάζεται αυτεπάγγελτα (21). Το Πρωτοδικείο είναι υποχρεωμένο να προβεί στην εξέταση αυτή, εκτός εάν, για λόγους που αφορούν την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, μπορεί να παραλειφθεί η εξέταση του παραδεκτού, διότι σε κάθε περίπτωση η προσφυγή είναι αβάσιμη (22).
45. Από το γεγονός, εντούτοις, ότι το Πρωτοδικείο δεν περιέλαβε, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, σκέψεις περί του παραδεκτού της προσφυγής δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εξέτασε το παραδεκτό και, συνεπώς, παρέβη τη σχετική υποχρέωσή του. Αν η προσφυγή ήταν παραδεκτή, δεν υπήρχε λόγος να διαπιστωθεί αυτό ρητώς, εφόσον η καθής η προσφυγή δεν προέβαλε ένσταση απαραδέκτου. Αντίθετα, από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε και εν μέρει δέχτηκε το βάσιμο της προσφυγής, πρέπει να συναχθεί ότι θεώρησε την προσφυγή παραδεκτή.
46. Η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει, στο σημείο αυτό, από την υπόθεση επί της οποίας έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Συμβούλιο κατά Boehringer Ingelheim Vetmedica (23). Στην υπόθεση εκείνη, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της ως αβάσιμη και ρητώς δέχθηκε ότι δεν ήταν, συνεπώς, αναγκαίο να αποφανθεί επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε το Συμβούλιο. Το Δικαστήριο, με την απόφασή του επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Συμβουλίου, επιβεβαίωσε ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε απόφαση σχετικά με το παραδεκτό και ούτε είχε σχετική υποχρέωση (24). Εάν όμως, αντίθετα, το Πρωτοδικείο δεχθεί, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εν μέρει την προσφυγή, αυτό συνιστά σιωπηρή αναγνώριση του παραδεκτού.
47. Δεν χρειάζεται, συνεπώς, να εξεταστεί εάν έσφαλε το Πρωτοδικείο επειδή δεν εξέτασε αυτεπάγγελτα το παραδεκτό της προσφυγής. Αντίθετα, πρέπει να εξεταστεί αν ευσταθεί η σιωπηρή διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή.
48. Η εξέταση αυτή δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι η Επιτροπή προέβαλε το απαράδεκτο της προσφυγής το πρώτον με την ανταίτηση αναιρέσεως. Κατ’ αρχήν βέβαια απαγορεύεται στους διαδίκους να προβάλουν νέα μέσα επιθέσεως και αμύνης κατά την αναιρετική διαδικασία (25). Το Δικαστήριο όμως κατά την αναιρετική διαδικασία έλαβε υπόψη ή εξέτασε αυτεπάγγελτα τέτοιες νέες αιτιάσεις που αφορούσαν τη δημόσια τάξη (moyens d’ordre public) (26). Κατά πάγια νομολογία, το παραδεκτό της προσφυγής, ως απαραίτητη διαδικαστική υπόθεση, πρέπει επίσης να εξετάζεται αυτεπάγγελτα και συνεπώς δεν είναι κρίσιμο το αν προβλήθηκε (εγκαίρως) το απαράδεκτο (27).
49. Πέραν αυτού, το κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής αφορά ατομικώς τους προσφεύγοντες αποτελεί, κατά κύριο λόγο, νομικό ζήτημα, δυνάμενο να εξεταστεί στην αναιρετική διαδικασία.
Το κατά πόσον η απόφαση της Επιτροπής αφορά άμεσα και ατομικά τους προσφεύγοντες
50. Σύμφωνα με το άρθρο 173, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230 ΕΚ), κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκήσει προσφυγή κατά αποφάσεων που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν όμως άμεσα και ατομικά.
51. Όπως δέχεται η ίδια η Επιτροπή, η προσβαλλόμενη απόφασή της αφορά άμεσα τους προσφεύγοντες, έστω και αν χρειάζεται ακόμη να μεταφερθεί η απόφαση αυτή στο εσωτερικό δίκαιο από τις εθνικές αρχές. Συγκεκριμένα οι εθνικές αρχές πρέπει να απαιτήσουν από τους λήπτες την επιστροφή των ασυμβίβαστων προς την κοινή αγορά ενισχύσεων.
52. Σύμφωνα με τη νομολογία, για να επηρεάζεται ένας ιδιώτης άμεσα από ορισμένο κοινοτικό μέτρο απαιτείται να επηρεάζει το αμφισβητούμενο μέτρο άμεσα τη νομική του κατάσταση και να μην αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του εν λόγω μέτρου που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, όταν αυτή έχει καθαρά αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από την κοινοτική ρύθμιση χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλομένων κανόνων (28).
53. Η προσβαλλόμενη απόφαση καθορίζει οριστικά σε ποιο μέτρο οι περιφερειακοί νόμοι προβλέπουν ενισχύσεις ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, χωρίς να αφήνει στην Ιταλική Δημοκρατία καμία εξουσία εκτιμήσεως σχετικά με την αξιολόγηση αυτή. Περαιτέρω, διατάσσει την επιστροφή των ενισχύσεων αυτών. Και αυτή η διάταξη είναι καταρχήν δεσμευτική για το κράτος μέλος.
54. Πάντως το Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία, δέχεται να λαμβάνεται υπόψη, εντός ορισμένων ορίων, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κατά την αναζήτηση των ενισχύσεων (29). Εφόσον όμως πρόκειται για μη δηλωθείσες ενισχύσεις, περιορίζεται σημαντικά η διακριτική ευχέρεια του κράτους μέλους να μη διατάξει την επιστροφή. Πράγματι, το Δικαστήριο λαμβάνει ως αφετηρία την αρχή ότι ο δικαιούχος δεν μπορεί να έχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη νομιμότητα της ενισχύσεως παρά μόνον αν η ενίσχυση χορηγήθηκε με τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (30). Έτσι, το γεγονός ότι η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την επιστροφή των ενισχύσεων χρειάζεται ακόμη την έκδοση εκτελεστικής πράξεως από τις εθνικές αρχές δεν σημαίνει ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν αφορά άμεσα τους προσφεύγοντες (31).
55. Τίθεται όμως το ζήτημα κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά ατομικά τους προσφεύγοντες.
56. Σύμφωνα με τη διατύπωση της αποφάσεως Plaumann (32), «υποκείμενα άλλα από τους αποδέκτες μιας αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι τα αφορά ατομικά παρά μόνον αν η απόφαση αυτή τα θίγει λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων και μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη». Το Δικαστήριο εξακολουθεί, όπως και στο παρελθόν, να εμμένει στη διατύπωση αυτή, ως προς την οποία τέθηκε, τελευταία, ζήτημα κυρίως σε σχέση με προσφυγές ιδιωτών κατά κανονισμών (33).
57. Μία πράξη έχει, σύμφωνα με τη νομολογία, γενική ισχύ και δεν αφορά καταρχήν ατομικά τους ιδιώτες όταν εφαρμόζεται επί αντικειμενικώς προσδιοριζομένων καταστάσεων και παράγει τα έννομα αποτελέσματά της έναντι κατηγοριών προσώπων που περιγράφονται γενικά και αφηρημένα (34). Από την άλλη πλευρά, δεν αποκλείεται ένας κανόνας, που εφαρμόζεται στο σύνολο των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών, να αφορά, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, ορισμένους από τους οικείους επιχειρηματίες ατομικά (35).
58. Από το γεγονός ότι η προσβαλλομένη απόφαση αφορά ένα νομοθετικό καθεστώς ενισχύσεων η Επιτροπή συνάγει ότι η απόφαση εφαρμόζεται επί αντικειμενικώς προσδιοριζομένων καταστάσεων και παράγει τα έννομα αποτελέσματά της έναντι κατηγορίας προσώπων που περιγράφονται αφηρημένα, συγκεκριμένα έναντι όλων των επιχειρήσεων μεταφορών με έδρα στην Περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia που έχουν ήδη λάβει ή θα μπορούσαν να λάβουν στο μέλλον ενίσχυση σύμφωνα με την επίδικη ρύθμιση.
59. Είναι αναμφισβήτητο ότι η απόφαση αφορά κύκλο προσώπων θεωρουμένων αφηρημένως στο μέτρο που αυτή κηρύσσει το καθεστώς ενισχύσεων ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά και διατάσσει την παύση εφαρμογής του καθεστώτος αυτού. Η απόφαση αναπτύσσει, με τον τρόπο αυτό, έννομα αποτελέσματα για τις επιχειρήσεις που έχουν ήδη λάβει ενίσχυση, αλλά συγχρόνως και για απροσδιόριστο αριθμό δυνητικών ληπτών μελλοντικών ενισχύσεων. Σύμφωνα όμως με την παρατεθείσα νομολογία, αυτό δεν αποκλείει να αφορά η ίδια νομική πράξη και ατομικά ορισμένους επιχειρηματίες.
60. Οι προσφεύγοντες είναι επιχειρήσεις μεταφορών με έδρα στην Περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia, που έχουν λάβει από την περιφέρεια κρατικές ενισχύσεις βάσει των νόμων υπ’ αριθ. 28/1981 και 4/1985. Η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν κήρυξε μόνον ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά τις ενισχύσεις που τους χορηγήθηκαν. Διέταξε επιπλέον την επιστροφή των ενισχύσεων. Οι προσφεύγοντες απέδειξαν στον πρώτο βαθμό ότι ανήκουν πράγματι στον κύκλο των επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η επιστροφή των ενισχύσεων, προσκομίζοντας έγγραφα της περιφέρειας, με τα οποία η περιφέρεια απευθύνθηκε σ’ αυτούς, μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 1997, και τους γνωστοποίησε την επιστροφή των ενισχύσεων.
61. Γεννάται το ζήτημα κατά πόσον η απόφαση της Επιτροπής θίγει τους προσφεύγοντες λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τους χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο, λόγω του ότι έλαβαν παράνομες ενισχύσεις των οποίων την επιστροφή διέταξε η Επιτροπή.
62. Η Επιτροπή επικαλείται σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου, από τις οποίες συνάγει το συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι μία απόφαση αφορά τον οικείο κύκλο προσώπων ατομικά όταν η απόφαση αναφέρεται σε πρόγραμμα ενισχύσεων ή σε νομοθετικό καθεστώς ενισχύσεων.
63. Στην απόφαση DEFI (36) ένας οργανισμός για την ανάπτυξη του τομέα της κλωστοϋφαντουργίας (Comité de développement et de promotion du textile et de l’habillement – DEFI) άσκησε προσφυγή κατά αποφάσεως της Επιτροπής απευθυνθείσας στη Γαλλική Δημοκρατία. Στον οργανισμό περιέρχονταν τα έσοδα κάποιων φόρων υπέρ τρίτων. Με τα έσοδα αυτά ο οργανισμός όφειλε να λαμβάνει μέτρα ενισχύσεως του τομέα της κλωστοϋφαντουργίας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή έκρινε το κοινοποιηθέν πρόγραμμα ενισχύσεων ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά και απαγόρευσε την εκτέλεσή του. Το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη. Η απόφαση δεν αφορούσε τον προσφεύγοντα, διότι δεν ήταν ο ίδιος ο τελικός λήπτης των ενισχύσεων. Περαιτέρω στην απόφαση του Δικαστηρίου αναφέρεται:
«Εφόσον η DEFI εκπροσωπεί τα συμφέροντα αυτών των επιχειρηματιών, πρέπει να υπομνηστεί ότι το καθεστώς ενισχύσεως δεν καθορίζει τις επιχειρήσεις υπέρ των οποίων θα καταβληθεί η ενίσχυση και ότι, κατά συνέπεια, η απόφαση της Επιτροπής αφορά κάθε επιχείρηση που είναι σε θέση να υποβάλλει σχετική αίτηση, όπως εξίσου αφορά όλους τους άλλους επιχειρηματίες του οικείου τομέα» (37).
64. Η απόφαση όμως αυτή δεν προσφέρει έρεισμα για την απάντηση του προκειμένου ερωτήματος, διότι η προσβληθείσα τότε απόφαση της Επιτροπής αφορούσε ενίσχυση που δεν είχε ακόμη εκτελεστεί και συνεπώς δεν διέτασσε την επιστροφή των ήδη καταβληθέντων ποσών. Εκτός αυτού, η εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου στηρίζεται κυρίως στην ιδιαίτερη κατάσταση της DEFI.
65. Η Επιτροπή επικαλέστηκε περαιτέρω την απόφαση Van der Kooy (38). Η υπόθεση εκείνη αφορούσε απόφαση της Επιτροπής με την οποία θεωρήθηκε κρατική ενίσχυση η προτιμησιακή τιμή για την προμήθεια φυσικού αερίου σε καλλιεργητές δενδροκηπευτικών. Το Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή ορισμένων καλλιεργητών δενδροκηπευτικών κατά της αποφάσεως αυτής, με την ακόλουθη αιτιολογία:
«Η επίδικη απόφαση αφορά τους προσφεύγοντες αποκλειστικά λόγω της αντικειμενικής τους ιδιότητας ως καλλιεργητών δενδροκηπευτικών εγκατεστημένων στις Κάτω Χώρες και δικαιουμένων της προτιμησιακής τιμής του αερίου, όπως ακριβώς συμβαίνει και με οποιονδήποτε άλλο καλλιεργητή δενδροκηπευτικών που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση. Επομένως, η απόφαση αποτελεί ως προς αυτούς ένα μέτρο γενικού περιεχομένου το οποίο εφαρμόζεται σε αντικειμενικά προσδιοριζόμενες καταστάσεις και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι μιας κατηγορίας προσώπων που ορίζεται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο» (39).
66. Εντούτοις η Επιτροπή, με την απόφασή της που αποτέλεσε αντικείμενο της αποφάσεως Van der Kooy, διέταξε μόνον την ex nunc κατάργηση της ρυθμίσεως των ενισχύσεων. Όπως και στις άλλες αποφάσεις (40) που επικαλέστηκε, η Επιτροπή δεν απαίτησε την επιστροφή των καταβληθεισών ενισχύσεων. Από τις αποφάσεις αυτές δεν συνάγεται συνεπώς ότι η απόφαση της Επιτροπής, με την οποία δεν κηρύσσεται μόνον ένα σύστημα ενισχύσεων ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά, αλλά συγχρόνως διατάσσεται η επιστροφή των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν βάσει του συστήματος αυτού, δεν αφορά ατομικά τους λήπτες των επιστρεπτέων ενισχύσεων.
67. Η Επιτροπή θεωρεί, περαιτέρω, ότι από την απόφαση Sardegna Lines (41) δεν συνάγονται γενικά συμπεράσματα σχετικά με το παραδεκτό των προσφυγών δικαιούχων ενισχύσεων κατά αποφάσεως που αφορά πρόγραμμα ενισχύσεων και με την οποία ζητείται και η επιστροφή των ενισχύσεων. Η απόφαση της Επιτροπής, που αποτελούσε τότε αντικείμενο της διαφοράς, στρεφόταν κατά νομοθετικής ρυθμίσεως της Περιφέρειας της Σαρδηνίας, σύμφωνα με την οποία ναυτιλιακές εταιρίες, μεταξύ άλλων, μπορούσαν να λάβουν πιστώσεις με ευνοϊκό επιτόκιο για τη ναυπήγηση, μετασκευή και επισκευή πλοίων νηολογημένων στη Σαρδηνία.
68. Στην απόφαση Sardegna Lines το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Πάντως, η θέση της Sardegna Lines είναι διαφορετική [από ό,τι η θέση των προσφευγόντων στις υποθέσεις Van der Kooy και Federmineraria]. Συγκεκριμένα, η απόφαση 98/95 δεν την αφορά μόνον ως επιχείρηση του ναυτιλιακού κλάδου στη Σαρδηνία και δυνητική δικαιούχο του καθεστώτος ενισχύσεων προς τους αρμοδίους για την εκμετάλλευση πλοίων στη Σαρδηνία, αλλά την αφορά επίσης υπό την ιδιότητά της του πραγματικού δικαιούχου ατομικής ενισχύσεως που χορηγήθηκε βάσει του καθεστώτος αυτού και της οποίας την ανάκτηση διέταξε η Επιτροπή.
Συνεπώς, η απόφαση 98/95 αφορά τη Sardegna Lines ατομικά» (42).
69. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η περίπτωση της Sardegna Lines είναι ειδική, διότι χορηγήθηκε στον προσφεύγοντα ενίσχυση με πράξη που εκδόθηκε μετά τη θέσπιση του συστήματος ενισχύσεων, κατ’ εφαρμογή ευρείας διακριτικής ευχέρειας. Πέραν αυτού, το συνολικό ποσό της ενισχύσεως κατανεμήθηκε σε λίγους λήπτες ο δε προσφεύγων έλαβε το κατά πολύ μεγαλύτερο τμήμα. Οι δικαιούχοι ήταν γνωστοί στην Επιτροπή και κατ’ ιδίαν περιπτώσεις ελήφθησαν υπόψη κατά την τυπική διαδικασία.
70. Επ’ αυτού πρέπει, αφενός, να επισημανθεί ότι και οι κρίσιμοι εν προκειμένω περιφερειακοί νόμοι εκτελέστηκαν με κατ’ ιδίαν πράξεις, με τις οποίες χορηγήθηκαν συγκεκριμένες καταβολές στους αιτούντες. Ως προς την απόφαση σχετικά με το κατά πόσον θα χορηγηθεί ενίσχυση και με το ύψος αυτής φαίνεται ότι και οι αρχές της Περιφέρειας Friuli-Venezia Giulia είχαν διακριτική ευχέρεια. Στο μέτρο αυτό, το καθεστώς ενισχύσεων της προκειμένης υποθέσεως είναι συγκρίσιμο με τις κρίσιμες στην υπόθεση Sardegna Lines ρυθμίσεις. Διαφέρει όμως από τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων Van der Kooy και Federmineraria, στις οποίες η ενίσχυση χορηγήθηκε με τη μορφή αυτόματα εφαρμοζόμενων προτιμησιακών τιμολογίων και όχι –όπως στην προκειμένη περίπτωση– με ατομικές διοικητικές πράξεις.
71. Αφετέρου, από την επίδικη στην υπόθεση Sardegna Lines απόφαση (43) δεν προκύπτουν ενδείξεις ότι η Επιτροπή έλεγξε, στην απόφαση αυτή, ή έλαβε με οποιοδήποτε τρόπο υπόψη την κατάσταση του προσφεύγοντος. Επίσης το Δικαστήριο, στο παρατεθέν απόσπασμα της αποφάσεως, στηρίχθηκε μόνο στο γεγονός ότι η απόφαση αφορά την προσφεύγουσα Sardegna Lines ως λήπτη ενισχύσεως, της οποίας η Επιτροπή διέταξε την επιστροφή. Το Δικαστήριο δεν ανέφερε άλλα γεγονότα που εξατομικεύουν την προσφεύγουσα, π.χ. ότι η περίπτωσή της ελήφθη υπόψη κατά τη διοικητική διαδικασία.
72. Η προκειμένη υπόθεση διαφέρει, πάντως, από την υπόθεση Sardegna Lines, στο μέτρο που, βάσει των νόμων περί ενισχύσεων της Περιφέρειας Friuli-Venezia Giulia, έλαβε ενδεχομένως ενίσχυση μεγαλύτερος αριθμός επιχειρήσεων (44).
73. Κατά πάγια νομολογία, δεν είναι κρίσιμη για το κατά πόσον μία πράξη αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα η δυνατότητα, κατά το μάλλον ή ήττον, ακριβούς προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμα της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται σε μια δεδομένη στιγμή (45). Συνεπώς, ακόμη και αν η απόφαση περί επιστροφής των ενισχύσεων αναπτύσσει έννομα αποτελέσματα για μεγαλύτερο αριθμό επιχειρήσεων, δεν αποκλείεται να αφορά τις επιχειρήσεις αυτές ατομικά.
74. Κρίσιμο φαίνεται, αντίθετα, να είναι το ότι ο κύκλος των θιγομένων προσώπων είναι περιοριστικός. Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα σαφές από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής (46). Στις υποθέσεις αυτές το Δικαστήριο έκρινε ότι ένας κανονισμός, με τον οποίο η Επιτροπή όριζε αναδρομικά, σε ποια έκταση θα γίνονταν δεκτές οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αφορούσε ατομικά όσους υπέβαλαν αιτήσεις για πιστοποιητικά εισαγωγής. Ένας τέτοιος κανονισμός αποτελεί στην πραγματικότητα «δέσμη ατομικών αποφάσεων», διότι κατά την έκδοση του κανονισμού ήταν ορισμένος ο αριθμός των αιτήσεων που θα μπορούσε ο κανονισμός να αφορά και καμία νέα αίτηση δεν μπορούσε να προστεθεί.
75. Έστω και αν οι αποφάσεις αυτές μπορούν μόνον υπό προϋποθέσεις να μεταφερθούν σε άλλα πραγματικά περιστατικά (47), μπορεί από αυτές να συναχθεί η γενική ιδέα ότι κρίσιμο για το κατά πόσον μία πράξη αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα είναι το αν η ομάδα των θιγομένων είναι περιορισμένη και δεν μπορούν –έστω και θεωρητικά– να προστεθούν σε αυτή περαιτέρω πρόσωπα, στα οποία να εφαρμόζεται επίσης η προσβαλλόμενη πράξη (48).
76. Αν τούτο μεταφερθεί στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο κύκλος βέβαια των πιθανών μελλοντικών δικαιούχων ενισχύσεως, οι οποίοι μετά την έκδοση της αποφάσεως δεν μπορούν πλέον να λάβουν ενίσχυση, είναι θεωρητικά απεριόριστος. Οι επιχειρήσεις όμως που έχουν ήδη λάβει ενίσχυση και πρέπει τώρα να την επιστρέψουν αποτελούν περιορισμένη ομάδα. Στην ομάδα αυτή δεν μπορούν πλέον να προστεθούν νέοι θιγόμενοι, αφότου η περιφέρεια ανέστειλε την εφαρμογή του καθεστώτος ενισχύσεων την 1η Ιανουαρίου 1996, δηλαδή προ της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
77. Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι κατά την έκδοση της αποφάσεως δεν της ήσαν γνωστοί οι συγκεκριμένα θιγόμενοι και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να λάβει υπόψη την κατάστασή τους. Αντίθετα, θα έπρεπε ακόμη οι εθνικές αρχές να εξετάσουν σε ποιο μέτρο οι επιχειρήσεις έλαβαν ενισχύσεις που κηρύχθηκαν παραδεκτές ή απαράδεκτες και ποιο ήταν το ύψος των καταβολών.
78. Επ’ αυτού πρέπει να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση προέβη σε διαπιστώσεις σχετικά με τον ακριβή αριθμό των αιτήσεων που εγκρίθηκαν, με το σύνολο των μέσων του υπολογισμού που διατέθηκαν και με την κατά μέσο όρο ένταση των ενισχύσεων. Στη συνέχεια, διέκρινε με ποιον από τους δύο νόμους χορηγήθηκαν οι ενισχύσεις και για ποια από τα προβλεπόμενα στους νόμους μέτρα χρησιμοποιήθηκαν τα μέσα του προϋπολογισμού. Εντούτοις από τα στοιχεία αυτά η Επιτροπή δεν μπορούσε να συναγάγει με ακρίβεια ποιους συγκεκριμένους δικαιούχους αφορούσε στην πραγματικότητα η απόφαση περί επιστροφής των ενισχύσεων.
79. Στη νομολογία δίνονται διάφορες απαντήσεις στο ερώτημα κατά πόσον πρέπει να γίνει δεκτό ότι μία απόφαση αφορά τους ιδιώτες ατομικά μόνον όταν, κατά την έκδοσή της, η περίπτωσή τους ήταν γνωστή στην Επιτροπή. Στις προαναφερθείσες αποφάσεις για τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής, οι αιτήσεις υποβάλλονταν όχι στην Επιτροπή αλλά στις εθνικές αρχές, οι οποίες έπρεπε, στη συνέχεια, να γνωστοποιήσουν στην Επιτροπή μόνον το σύνολο των ποσοτήτων εισαγωγής που είχαν ζητηθεί. Επ’ αυτού το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η Επιτροπή, με την έκδοση των επίδικων κανονισμών, «ακόμη και αν είχε λάβει γνώση μόνο των ποσοτήτων που είχαν ζητηθεί, αποφάσισε για τη συνέχεια που έπρεπε να δοθεί σε κάθε κατατεθείσα αίτηση» (49).
80. Από αυτό συνάγεται ότι δεν χρειάζεται να είναι συγκεκριμένα γνωστοί στην Επιτροπή, κατά την έκδοση της πράξεως, εκείνοι τους οποίους η πράξη αυτή αφορά ατομικά. Αντίθετα αρκεί η δυνατότητα προσδιορισμού των θιγομένων, έστω και μόνον από τις εθνικές αρχές, οι οποίες εκτελούν την απόφαση της Επιτροπής.
81. Στην απόφαση Πειραϊκή-Πατραϊκή (50) το Δικαστήριο θεώρησε, αντίθετα, κρίσιμο το γεγονός ότι η Επιτροπή διέθετε πράγματι επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις επιχειρήσεις που αφορούσε η προσβαλλόμενη πράξη ή είχε τη δυνατότητα να συλλέξει τις αντίστοιχες πληροφορίες.
82. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η Επιτροπή ήταν, και στην προκειμένη περίπτωση, σε θέση να συλλέξει από τις ιταλικές αρχές πληροφορίες για τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορούσε η επιστροφή των ενισχύσεων, ένα σημαντικό επιχείρημα βαρύνει κατά του να εξαρτηθεί το αν η απόφαση αφορούσε ατομικά τους προσφεύγοντες από το αν ήταν γνωστοί στην Επιτροπή, κατά την έκδοση της αποφάσεως, οι συγκεκριμένοι θιγόμενοι.
83. Το να εξαρτηθεί τελικά το δικαίωμα προσφυγής από το κατά πόσον ήταν γνωστή στην Επιτροπή η περίπτωση των προσφευγόντων θα οδηγούσε σε σημαντική ανασφάλεια δικαίου για τους ενδιαφερομένους. Συχνά είναι τυχαίο το για ποιες συγκεκριμένες ενισχύσεις έχει ενημερωθεί η Επιτροπή κατά τον χρόνο ελέγχου ενός καθεστώτος ενισχύσεως. Η ενημέρωση της Επιτροπής μπορεί να προέρχεται, π.χ., από περισσότερο ή λιγότερο πλήρη στοιχεία σε καταγγελίες ανταγωνιστών ή από πληροφορίες των εθνικών αρχών. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν είναι αποδέκτης της αποφάσεως, δεν εμπλέκεται στη διοικητική διαδικασία, αλλά πληροφορείται τα γεγονότα μόνον από την ανακοίνωση της κινήσεως της τυπικής διαδικασίας στην Επίσημη Εφημερίδα. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γνωρίζει σε ποιο μέτρο η Επιτροπή έλαβε υπόψη την περίπτωσή του κατά τον έλεγχο της εθνικής ρυθμίσεως.
84. Επιπλέον πρέπει, για άλλη μια φορά, να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο δεν διατύπωσε αντίστοιχη απαίτηση στην απόφαση Sardegna Lines, που αφορούσε ακριβώς την περίπτωση επιστροφής των ενισχύσεων.
85. Κατά συνέπεια, μία απόφαση της Επιτροπής περί γενικού καθεστώτος ενισχύσεων, που αποτελεί τη βάση για τη χορήγηση των ενισχύσεων, αφορά ατομικά τον λήπτη κρατικής ενισχύσεως στο μέτρο που η Επιτροπή, με την απόφασή της, διατάσσει την επιστροφή των ενισχύσεων, και θίγεται, με τον τρόπο αυτό, ένας περιορισμένος, μη δυνάμενος πλέον να διευρυνθεί, κύκλος προσώπων. Αυτό δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι πρόκειται για μεγάλο αριθμό θιγομένων που δεν ήσαν, καθένας μεμονωμένα, γνωστοί στην Επιτροπή κατά την έκδοση της αποφάσεως. Αντίθετα, αρκεί ότι οι θιγόμενοι είναι δυνατόν να προσδιοριστούν από τις αρμόδιες για την επιστροφή των ενισχύσεων εθνικές αρχές.
86. Τέλος, πρέπει ακόμη να εξεταστεί, εν συντομία, το επιχείρημα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο, για λόγους αποτελεσματικής έννομης προστασίας, θα ήταν πιθανώς ευνοϊκότερο για τους θιγομένους να μη μπορούν να ακυρώσουν άμεσα την απόφαση, διότι τότε θα εμποδίζονταν, σύμφωνα με τη νομολογία TWD Textilwerke Deggendorf (51), να προβάλουν το ανίσχυρο της αποφάσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
87. Στην απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf το Δικαστήριο έκρινε ότι (52)
«το εθνικό δικαστήριο δεσμεύεται από απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή στηριζόμενη στο άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης [και συνεπώς δεν μπορεί πλέον να τεθεί εν αμφιβόλω η ισχύς της αποφάσεως], όταν επιλαμβάνεται προσφυγής, αφορώσας στην εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως εκ μέρους των εθνικών αρχών, την οποία άσκησε ο δικαιούχος ενισχύσεων και αποδέκτης των εκτελεστικών μέτρων, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η απόφαση της Επιτροπής στερείται νομιμότητας, και εφόσον ο εν λόγω αποδέκτης των ενισχύσεων, μολονότι ενημερώθηκε εγγράφως από το κράτος μέλος για την απόφαση της Επιτροπής, δεν άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως βάσει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, ή δεν την άσκησε εντός των τασσομένων προθεσμιών».
88. Το Δικαστήριο ρητώς τόνισε ότι για την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα επιβαλλόταν «να ληφθούν υπόψη τα ανωτέρω περιστατικά», δηλαδή τα περιστατικά της τότε υποθέσεως στην οποία οι εθνικές αρχές είχαν αποστείλει στον ενδιαφερόμενο την απόφαση της Επιτροπής, επισημαίνοντας ότι είχε το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου (53). Κατά συνέπεια, από τη νομολογία προκύπτει ότι εξαρτάται από τα περιστατικά της συγκεκριμένης υποθέσεως το πότε αποκλείεται πράγματι η επίκληση του ανισχύρου μιας αποφάσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
89. Πέραν αυτού, όπως πραγματεύεται ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Pequeños Agricultores, είναι ιδιαίτερα αμφίβολο κατά πόσον η δυνατότητα προβολής του ανισχύρου μιας κοινοτικής νομικής πράξης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προσφέρει καλύτερη έννομη προστασία από την προσφυγή ακυρώσεως (54). Δεν είναι, π.χ., πάντοτε εξασφαλισμένο ότι ο εθνικός δικαστής θα υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, εκτιμήσεις, στηριζόμενες στην αρχή της παροχής αποτελεσματικής έννομης προστασίας, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συσταλτική ερμηνεία του δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής των ιδιωτών κατά το άρθρο 173, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚ.
90. Κατ’ αποτέλεσμα, πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι η απόφαση αφορούσε ατομικά τους προσφεύγοντες και, επομένως, η προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου ήταν παραδεκτή. Οι προσφεύγοντες ανήκουν πράγματι σε περιοριστικά καθορισμένη ομάδα θιγομένων, στους οποίους χορηγήθηκαν, με ατομικές πράξεις βάσει των επιδίκων ρυθμίσεων, ενισχύσεις, την επιστροφή των οποίων διέταξε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός αυτό τους εξατομικεύει επαρκώς σε σχέση με τον κύκλο όλων των λοιπών επιχειρήσεων μεταφορών, οι οποίες θίγονται μόνο γενικά ως δυνητικοί λήπτες ενισχύσεων.
91. Πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθεί η ανταίτηση αναιρέσως της Επιτροπής.
Β – Η αίτηση αναιρέσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας
1. Εσφαλμένος χαρακτηρισμός των ενισχύσεων υπέρ των επιχειρήσεων, που παρέχουν οι υπηρεσίες διεθνών μεταφορών, ως νέων ενισχύσεων
Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
92. Η Ιταλική Κυβέρνηση στρέφεται κατά της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ότι οι ενισχύσεις υπέρ των επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες διεθνών μεταφορών πρέπει να θεωρηθούν ως νέες ενισχύσεις, διότι χορηγήθηκαν μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1018/68.
93. Η Ιταλία θεωρεί ότι, δεδομένου ότι πριν την 1η Ιανουαρίου 1993 μπορούσαν να παρασχεθούν διασυνοριακές υπηρεσίες μόνο στο πλαίσιο ποσοστώσεων και διμερών συμφωνιών μεταξύ των κρατών μελών, κατά τη θέσπιση των επιδίκων ενισχύσεων δεν επικρατούσε ακόμη (πλήρης) ανταγωνισμός, ο οποίος θα μπορούσε να νοθευθεί από τις ενισχύσεις. Μόνο μετά την πλήρη ελευθέρωση θα μπορούσαν τα μέτρα να θεωρηθούν ως ενισχύσεις, και τότε πάλι μόνον ως υφιστάμενες ενισχύσεις, δυνάμενες να απαγορευθούν μόνον ex nunc.
94. Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί επίσης, όπως και οι λοιποί διάδικοι, ότι η Επιτροπή έπρεπε να αποδείξει ποιες συγκεκριμένες επιχειρήσεις επλήγησαν λόγω της χορηγήσεως των ενισχύσεων.
95. Τέλος, η Ιταλική Κυβέρνηση και οι λοιποί διάδικοι τονίζουν ακόμη ότι μόνο μεταξύ 1990 και 1995 καταβλήθηκαν περίπου 17 000 εκατομμύρια ιταλικές λιρέτες συνολικά σε 300 επιχειρήσεις και ότι οι επιχειρήσεις που έλαβαν ενισχύσεις διέθεταν ένα αμελητέο μερίδιο αγοράς.
96. Οι λοιποί διάδικοι συμπληρώνουν ακόμη ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε σε ποιο μέτρο οι επίδικες ενισχύσεις ευνόησαν τις διεθνείς μεταφορές εντός της Κοινότητας ή τις διεθνείς μεταφορές μεταξύ Ιταλίας και τρίτων κρατών. Τελικώς, οι ενισχύσεις χρησίμευσαν μόνο στο αντισταθμίσουν το ανταγωνιστικό μειονέκτημα των ιταλικών επιχειρήσεων λόγω των υπερβολικά υψηλών επιτοκίων.
97. Κατά την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου πάσχει επιπλέον από έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν διευκρινίζεται σε ποιο μέτρο τα επίδικα μέτρα έθιξαν το ενδοκοινοτικό εμπόριο ή απειλούσαν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό.
98. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 145 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ορθά διαπίστωσε ότι κατά τα έτη 1981 και 1985 επικρατούσε, τουλάχιστον στο πλαίσιο ποσοστώσεων, ενδοκοινοτικός ανταγωνισμός για υπηρεσίες μεταφορών εκτός των συνόρων. Οι ενισχύσεις μπορούσαν να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό. Αντίθετα, το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΚ δεν απαιτεί την απόδειξη της ζημίας συγκεκριμένων επιχειρήσεων.
99. Το γεγονός ότι οι ενισχύσεις δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλές δεν είναι κατά πάγια νομολογία κρίσιμο. Ειδικότερα, σε μία κατακερματισμένη αγορά, ακόμη και οι ελάχιστες ενισχύσεις μπορούν να επηρεάσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Εκτίμηση
100. Προϋπόθεση για να μπορεί μία ενίσχυση να νοθεύσει τον ανταγωνισμό είναι να επικρατεί, στον οικείο τομέα, ανταγωνισμός. Ο κλάδος των διεθνών οδικών μεταφορών εμπορευμάτων ήταν στην Κοινότητα εν μέρει μόνον ανοικτός μεταξύ του 1969 και 1ης Ιανουαρίου 1993. Στο πλαίσιο των ποσοστώσεων οι επιχειρήσεις μεταφορών ελάμβαναν άδεια για συγκεκριμένο όχημα με ισχύ ενός έτους.
101. Όπως ορθά διαπίστωσε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 92 και 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εντός των ορίων των ποσοστώσεων επικρατούσε κατάσταση πραγματικού ανταγωνισμού. Οι λήπτες ενισχύσεων με έδρα στην Περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia που είχαν άδεια ανταγωνίζονταν τόσο επιχειρήσεις από άλλα μέρη της Ιταλίας όσο και επιχειρήσεις από άλλα κράτη μέλη. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η αιτίαση της Ιταλικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με την οποία μόνον από της πλήρους ελευθερώσεως των αγορών επικρατούσε ανταγωνισμός στον τομέα των διεθνών οδικών μεταφορών εμπορευμάτων. Δεδομένου ότι κατά τη θέσπιση των ενισχύσεων (1981 και 1985) επικρατούσε ανταγωνισμός, ορθά οι ενισχύσεις αυτές θεωρήθηκαν ως νέες ενισχύσεις (55).
102. Η Ιταλική Κυβέρνηση αιτιάται περαιτέρω ότι το Πρωτοδικείο παρέβλεψε ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε αποδείξεις περί πραγματικής νόθευσης του ανταγωνισμού και επηρεασμού του εμπορίου. Κατά τούτο, η απόφαση της Επιτροπής στερείται, σε κάθε περίπτωση, επαρκούς αιτιολογίας.
103. Σύμφωνα με τη νομολογία, μπορεί από τις ίδιες τις περιστάσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η ενίσχυση να προκύψει ότι αυτή μπορεί να επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και να νοθεύει ή να απειλεί με νόθευση τον ανταγωνισμό· στις περιπτώσεις αυτές, είναι αρκετό να επικαλείται η Επιτροπή τις περιστάσεις αυτές στην απόφαση (56). Στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή εξέθεσε ότι η ενίσχυση ενισχύει τη θέση των επιχειρήσεων που λαμβάνουν ενίσχυση σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους που δεν την λαμβάνουν, με τη βελτίωση της χρηματοοικονομικής τους θέσεως και συνεπώς των δυνατοτήτων δράσεών τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα και τον επηρεασμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή συμμορφώθηκε προς τις επιταγές της νομολογίας.
104. Δεν ήταν υποχρεωμένη να εκθέσει τις πραγματικές επιδράσεις των ήδη χορηγηθεισών ενισχύσεων, ιδίως τα μειονεκτήματα που υπέστησαν οι ανταγωνιστές που δεν έλαβαν ενίσχυση. Αν το τελευταίο ίσχυε, μια τέτοια υποχρέωση θα κατέληγε να ευνοεί τα κράτη μέλη τα οποία καταβάλλουν ενισχύσεις κατά παράβαση της υποχρεώσεως ενημερώσεως που υπέχουν από το άρθρο 93, παράγραφος 3, ΕΚ εις βάρος των κρατών μελών που γνωστοποιούν τις ενισχύσεις κατά το στάδιο του σχεδιασμού τους (57). Κατά συνέπεια, είναι ορθές οι αντίστοιχες διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 76 έως 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
105. Η Ιταλική Κυβέρνηση στηρίζει περαιτέρω αυτόν τον λόγο αναιρέσεως στην αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας το κατά πόσον επηρεάστηκε ο ανταγωνισμός, δεν έλαβε επαρκώς υπόψη το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων που έλαβαν ενίσχυση και το χαμηλό ύψος των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν.
106. Το Πρωτοδικείο, στις σκέψεις 84 έως 87, επικαλούμενο τη νομολογία του (58) και τη νομολογία του Δικαστηρίου (59), έκρινε ότι ακόμη και μικρού ύψους ενίσχυση είναι ικανή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει το εμπόριο. Περαιτέρω, επισημαίνει ότι ακριβώς σε μία δομή της αγοράς, σαν αυτή που χαρακτηρίζει τον κλάδο των οδικών μεταφορών, ακόμη και σχετικά χαμηλά ποσά που καταβάλλονται σε μικρές επιχειρήσεις μπορούν να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό.
107. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε, με πρόσφατη απόφασή του, τη νομολογία που παραθέτει το Πρωτοδικείο και προσέθεσε ότι «καθοριστική επιρροή στην εκτίμηση της επιδράσεως μιας ενισχύσεως επί των συναλλαγών μπορούν όντως να ασκήσουν άλλα στοιχεία, όπως [...] το ότι οι αποδέκτριες επιχειρήσεις δρουν σε έναν τομέα ιδιαιτέρως εκτεθειμένο στον ανταγωνισμό» (60).
108. Σε μία άλλη απόφαση επί της υποθέσεως Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑351/98), το Δικαστήριο έκρινε πάντως ότι «το χαμηλό, όμως, ύψος των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν σε μια επιχείρηση για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αποκλείει, σε ορισμένους οικονομικούς τομείς, τον επηρεασμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου» (61).
109. Εντούτοις, η διαπίστωση αυτή αφορούσε, στην πράξη, επιχειρήσεις που δεν δραστηριοποιούνταν στον τομέα των μεταφορών. Σε άλλο σημείο της ίδιας αποφάσεως, το Δικαστήριο θεώρησε τον τομέα των επαγγελματικών οδικών μεταφορών ως τομέα στον οποίο, λόγω της ιδιαίτερης δομής της αγοράς –που χαρακτηρίζεται από πλεόνασμα δυναμικού και μεγάλο αριθμό μικρών επιχειρήσεων– ακόμη και σχετικά χαμηλού ύψους ενίσχυση προς μικρές επιχειρήσεις είναι ικανή να επηρεάσει τον ανταγωνισμό (62).
110. Κατά συνέπεια, και από τη νεότερη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ορθά το γεγονός ότι και εν προκειμένω –όπως υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση– καταβλήθηκαν μόνο χαμηλού σχετικώς ύψους ενισχύσεις σε μικρές επιχειρήσεις.
111. Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε ρητώς, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, την ιδιαίτερη δομή αγοράς στον τομέα των μεταφορών. Επισήμανε όμως ότι ο κανόνας de minimis (στο μέτρο που ίσχυε κατά τον χρόνο χορηγήσεως των ενισχύσεων) δεν ίσχυε στον τομέα των μεταφορών, διότι στον τομέα αυτό υπήρχαν ειδικές διατάξεις σχετικές με τον ανταγωνισμό.
112. Λαμβανομένης υπόψη της σαφούς νομολογίας στο σημείο αυτό, δεν χρειάζεται να τίθενται υπερβολικές απαιτήσεις για την αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, δεν ήταν απαραίτητο να αναφερθεί η Επιτροπή, σχετικά με το ερώτημα κατά πόσον μπορούσε να επηρεασθεί ο ανταγωνισμός στον τομέα των μεταφορών παρά το μικρό ύψος των ενισχύσεων και το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων που έλαβαν ενισχύσεις, στην ιδιαίτερη δομή της αγοράς των μεταφορών.
113. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί και αυτή η αιτίαση, συμπεριλαμβανομένης της προβαλλόμενης στο πλαίσιο αυτό ελλείψεως αιτιολογίας.
114. Όσον αφορά το επιχείρημα των λοιπών διαδίκων, σύμφωνα με το οποίο οι ενισχύσεις τελικώς χρησίμευσαν μόνο για την αντιστάθμιση των μειονεκτημάτων που αντιμετώπισαν οι επιχειρήσεις που έλαβαν τις ενισχύσεις λόγω των δυσμενών όρων χορηγήσεως πιστώσεων στην Ιταλία σε σχέση με τις επιχειρήσεις των γειτονικών κρατών, πρέπει να επισημανθεί ότι ορθά το Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση αυτή, επικαλούμενο τη σχετική νομολογία (63). Πράγματι, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος επιδιώκει να επιτύχει την προσέγγιση, μέσω μονομερών μέτρων, των όρων του ανταγωνισμού κάποιου οικονομικού τομέα προς αυτούς που επικρατούν σε άλλα κράτη μέλη δεν μπορεί να αφαιρέσει από τα μέτρα τον χαρακτήρα της ενισχύσεως (64). Οι λοιποί διάδικοι δεν προέβαλαν επιχειρήματα για να τεκμηριώσουν για ποιο λόγο οι αντίστοιχες διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου είναι εσφαλμένες.
115. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει συνεπώς να απορριφθεί.
2. Παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αρχής του ορθού λόγου και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως λόγω της επεκτάσεως της υποχρεώσεως επιστροφής επί των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν από της θέσεως σε ισχύ των νόμων υπ’ αριθ. 28/81 και 4/85 για την υποστήριξη των διεθνών οδικών μεταφορών
Οι ισχυρισμοί των διαδίκων
116. Κατά την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, το άρθρο 4 της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει την έννοια ότι αναφέρεται χρονικά στις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από την 1η Ιουλίου 1990 σε επιχειρήσεις που εκτελούν τοπικές, περιφερειακές ή εθνικές μεταφορές και από το χρονικό αυτό σημείο σε επιχειρήσεις που εκτελούν διεθνείς μεταφορές. Μόνο στο μέτρο αυτό υφίσταται υποχρέωση επιστροφής των ενισχύσεων σύμφωνα με το άρθρο 5 της αποφάσεως.
117. Το Πρωτοδικείο, επικαλούμενο την αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής, την ερμήνευσε εσφαλμένα υπό την έννοια ότι πρέπει να επιστραφούν και οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 1990 υπέρ των διεθνών μεταφορών.
118. Εάν η υποχρέωση επιστροφής αφορούσε όλες τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από της θεσπίσεως του καθεστώτος ενισχύσεων, θα έπρεπε να επιστραφούν και ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από περισσότερα από δεκατέσσερα έτη. Αυτό αποτελεί υπέρμετρα μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως προκύπτει από τη σύγκριση προς τον κανονισμό 659/1999 (65). Στον κανονισμό αυτό, που πάντως δεν έχει τεθεί ακόμη σε εφαρμογή, προβλέπεται δεκαετής προθεσμία παραγραφής.
119. Εκτός αυτού, η περιφέρεια και οι οικείες επιχειρήσεις εμπιστεύτηκαν τη νομιμότητα των ενισχύσεων. Η επιστροφή τους θα είχε καταστροφικές συνέπειες για τις περισσότερες από τις πολύ μικρές επιχειρήσεις.
120. Και οι λοιποί διάδικοι υποστηρίζουν ότι η επιστροφή των ενισχύσεων παραβιάζει τις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της λογικής και της αναλογικότητας που αναγνωρίζονται στο άρθρο ΣΤ, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (άρθρο 6, παράγραφος 2, ΕΕ). Σύμφωνα με τη νομολογία, επιτρέπεται στους λήπτες παρανόμων ενισχύσεων να επικαλεστούν ασυνήθεις περιστάσεις δικαιολογούσες αξία προστασίας εμπιστοσύνη. Στο μέτρο αυτό, είναι κρίσιμη η αμελητέα επίδραση των ενισχύσεων στον ανταγωνισμό.
121. Η Επιτροπή θεωρεί, αντίθετα, ότι το Πρωτοδικείο θα μπορούσε, λαμβανομένου υπόψη του όχι απολύτως σαφούς διατακτικού της αποφάσεως της Επιτροπής, να λάβει υπόψη την αιτιολογία της καταλήγοντας έτσι στην ορθή ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία ο χρονικός περιορισμός δεν αναφέρεται σε ενισχύσεις για τις διεθνείς μεταφορές.
122. Όσον αφορά την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η Επιτροπή επικαλείται τη νομολογία, από την οποία προκύπτει ότι η προθεσμία παραγραφής πρέπει να είναι καθορισμένη εκ των προτέρων (66). Δεδομένου ότι ο κανονισμός 659/1999 δεν μπορεί, από χρονική άποψη, να εφαρμοστεί, ελλείπει εν προκειμένω ο αντίστοιχος καθορισμός από τον νομοθέτη. Εξάλλου, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν προέβαλε επιχειρήματα δυνάμενα να αμφισβητήσουν τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 171 έως 174.
Εκτίμηση
i) Επί της ερμηνείας της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής
123. Η διαπίστωση στο άρθρο 4 της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής (67), σύμφωνα με την οποία οι επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν σε επιχειρήσεις που εκτελούν τοπικές, περιφερειακές ή εθνικές μεταφορές από την 1η Ιουλίου 1990 και σε επιχειρήσεις που εκτελούν διεθνείς μεταφορές δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, πρέπει, όπως ορθά τόνισε το Πρωτοδικείο, να ερμηνευθεί λαμβανομένου υπόψη του συνόλου του διατακτικού της αποφάσεως της Επιτροπής.
124. Η αναφερόμενη στο άρθρο 4 ημερομηνία συνδέεται με τη διαπίστωση στο άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής. Στο σημείο αυτό η Επιτροπή αναφέρει συγκεκριμένα ότι οι επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν προς επιχειρήσεις που εκτελούσαν αποκλειστικά τοπικές, περιφερειακές ή εθνικές μεταφορές μέχρι την 1η Ιουλίου 1990 δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις. Μόνον αν ληφθεί υπόψη η δήλωση αυτή, που αφορά μόνον τις εσωτερικές μεταφορές, αποκτά νόημα το χρονικό όριο που τίθεται στο άρθρο 4. Όσον αφορά τις διεθνείς μεταφορές δεν χρειαζόταν, αντίθετα, αντίστοιχος χρονικός περιορισμός, διότι οι καταβολές αυτές αποτελούσαν από της χορηγήσεώς τους ενισχύσεις. Εκτός αυτού, κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία άνοιξε η αγορά του cabotage. Το γεγονός αυτό έχει όμως συνέπειες μόνο για την εκτίμηση που αφορά τις εσωτερικές μεταφορές.
125. Δεν υπάρχει εύλογη εξήγηση για ποιο λόγο η καταληκτική ημερομηνία της 1ης Ιουλίου 1990 να αφορά και τις ενισχύσεις υπέρ των διεθνών μεταφορών. Μια τέτοια εξήγηση για αντίστοιχο περιορισμό δεν αποτελεί η επιθυμία της Επιτροπής να λάβει υπόψη την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, όπως εικάζει η Ιταλική Κυβέρνηση. Αφενός, η επιλογή της συγκεκριμένης ημερομηνίας όσον αφορά τις διεθνείς μεταφορές θα ήταν εντελώς αυθαίρετη. Αφετέρου, για λόγους προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης θα μπορούσε το πολύ να μη διαταχθεί η επιστροφή των ενισχύσεων. Η λήψη όμως υπόψη της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να επηρεάσει το ζήτημα του αν μία ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
126. Συνεπώς, από τη συστηματική ερμηνεία του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε ορθά το άρθρο 4. Αυτό επιβεβαιώνεται από αναφορές στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής, τις οποίες επικαλείται το Πρωτοδικείο στη σκέψη 164 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένα επεξέτεινε την απόφαση της Επιτροπής.
ii) Επί της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
127. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την πάγια νομολογία, σύμφωνα με την οποία δεν δικαιολογείται η εμπιστοσύνη του λήπτη της ενισχύσεως ως προς τη νομιμότητα της ενισχύσεως παρά μόνον αν η ενίσχυση χορηγήθηκε με τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (68), πράγμα όμως που προφανώς δεν συνέβη εν προκειμένω. Αντίθετα, επικαλείται κατ’ ουσίαν μόνον το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της χορηγήσεως των πρώτων καταβολών και της εκδόσεως της αποφάσεως για την επιστροφή των ενισχύσεων. Με τον τρόπο αυτό, υποστηρίζει, κατ’ αποτέλεσμα, την παραγραφή του δικαιώματος επιστροφής των ενισχύσεων.
128. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο (69), η προθεσμία παραγραφής, προκειμένου να εκπληρώσει τη λειτουργία της, πρέπει να έχει οριστεί εκ των προτέρων, ο δε καθορισμός της προθεσμίας αυτής και των λεπτομερειών εφαρμογής της εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του κοινοτικού νομοθέτη. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι εφαρμοστέα καμία ρύθμιση περί παραγραφής καθορισθείσα εκ των προτέρων από τον κοινοτικό νομοθέτη. Το άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999 περιορίζει βέβαια την ανάκτηση των ενισχύσεων σε δέκα έτη από της καταβολής τους. Η ρύθμιση όμως αυτή τέθηκε σε ισχύ, το πρώτον, το 1999 και δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναδρομικά στην παρούσα υπόθεση.
129. Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι η θεμελιώδης επιταγή της ασφάλειας δικαίου αντιτίθεται στη δυνατότητα της Επιτροπής να καθυστερεί επ’ αόριστον την άσκηση των εξουσιών της (70). Η καθυστέρηση δραστηριοποιήσεως της Επιτροπής, στην περίπτωση ενισχύσεων που δεν κοινοποιήθηκαν, μπορεί να της καταλογιστεί από το χρονικό σημείο κατά το οποίο έλαβε γνώση των μέτρων. Εν προκειμένω, η Επιτροπή έλαβε, το πρώτον, τον Σεπτέμβριο του 1995 γνώση των επίδικων ρυθμίσεων ενισχύσεων. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή καθυστέρησε τη διαδικασία μέχρι την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως στις 30 Ιουλίου 1997.
130. Εξάλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η υποτιθέμενη ελάχιστη επίδραση των ενισχύσεων στον ανταγωνισμό δεν αποτελεί γεγονός που μπορεί να δικαιλογήσει την εμπιστοσύνη του λήπτη της ενισχύσεως στη νομιμότητά της.
131. Συνεπώς, και αυτή η αιτίαση πρέπει να απορριφθεί. Αυτό όμως δεν αποκλείει το ότι οι εθνικές αρχές κατά την ανάκτηση των ενισχύσεων στις κατ’ ιδίαν περιπτώσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, όπως αυτή οριοθετείται από τη νομολογία του Δικαστηρίου (71).
iii) Επί της αρχής του ορθού λόγου και της αναλογικότητας
132. Η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει τέλος παραβίαση της αρχής του ορθού λόγου. Από τα επιχειρήματά της προκύπτει ότι, κατά κύριο λόγο, θεωρεί αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας να ζητείται η επιστροφή των ενισχύσεων, αν και, αφενός, οι ενισχύσεις έπληξαν ελάχιστα τον ανταγωνισμό και, αφετέρου, η υποχρέωση επιστροφής τους θα έχει σημαντικές συνέπειες για τις θιγόμενες επιχειρήσεις.
133. Κατά πάγια νομολογία, «η κατάργηση μιας παράνομης ενίσχυσης μέσω της αναζητήσεώς της αποτελεί λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παρανόμου χαρακτήρα της. Κατά συνέπεια, η αναζήτηση μιας κρατικής ενισχύσεως, παρανόμως χορηγηθείσας, με σκοπό την αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως, δεν μπορεί, καταρχήν, να θεωρηθεί ως μέτρο δυσανάλογο προς τους στόχους των διατάξεων της Συνθήκης επί θεμάτων κρατικών ενισχύσεων» (72).
134. Αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα της Επιτροπής, αν συντρέχουν ασυνήθιστες περιστάσεις, να μην αναζητήσει την ενίσχυση. Αντίθετα, με την παρατεθείσα νομολογία του, το Δικαστήριο έδωσε στην Επιτροπή μόνον κατευθυντήριες γραμμές για την κατά κανόνα άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας.
135. Η Ιταλική Κυβέρνηση, πάντως, δεν προσκόμισε βάσιμα στοιχεία συνηγορούντα υπέρ της μη αναζητήσεως των ενισχύσεων. Επικαλέστηκε μόνο, χωρίς λεπτομερή στοιχεία, τις σημαντικές συνέπειες για τους λήπτες των ενισχύσεων και τις επιπτώσεις στην αγορά εργασίας. Δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί εσφαλμένη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας το γεγονός ότι η Επιτροπή διέταξε την επιστροφή των ενισχύσεων, δίνοντας έτσι προτεραιότητα στον στόχο της αποκαταστάσεως των όρων ανταγωνισμού σε σχέση με τα συμφέροντα των δικαιούχων των ενισχύσεων.
136. Δεδομένου συνεπώς ότι ούτε η αιτίαση της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας ευσταθεί, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως.
VI – Επί των δικαστικών εξόδων
137. Σύμφωνα με το άρθρο 122, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Δεδομένου ότι τόσο η αίτηση αναιρέσεως όσο και η ανταίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκαν, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
VII – Πρόταση
138. Βάσει των προαναφερθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας.
2) Απορρίπτει την ανταίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής.
3) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Απόφαση 98/182/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1997, σχετικά με τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από την Περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia (Ιταλία) στις επιχειρήσεις οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων της περιφέρειας (ΕΕ 1998, L 66, σ. 18) –στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση της Επιτροπής.
3 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουνίου 2000 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων Τ‑298/97, Τ-312/97, Τ-313/97, Τ-315/97, Τ-600/97 έως Τ-607/97, Τ-1/98, Τ-3/98 έως Τ-6/98 και Τ-23/98, Alzetta Mauro κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-2319) –στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου. Στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληξε το Πρωτοδικείο και στην απόφασή του, της 4ης Απριλίου 2001, επί της υποθέσεως Τ-288/97, Regione Autonoma Friuli-Venezia Giulia κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-1169).
4 – Στην υπόθεση C-372/97 αναπτύσσονται επίσης σήμερα προτάσεις.
5 – ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 135, που τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) 543/97 του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1997 (ΕΕ L 84, σ. 6).
6 – ABl. L 175, σ. 13.
7 – Βλ. κανονισμό (ΕΟΚ) 881/92 του Συμβουλίου, της 26ης Μαρτίου 1992, σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά των οδικών εμπορευματικών μεταφορών μέσα στην Κοινότητα, οι οποίες έχουν ως σημείο αναχώρησης ή προορισμού το έδαφος κράτους μέλους ή διέρχονται από το έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών (ΕΕ L 95, σ. 1).
8 – Βλ. τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4059/89 του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους γίνονται δεκτοί στις εθνικές οδικές εμπορευματικές μεταφορές σε ένα κράτος μέλος μεταφορείς μη εγκατεστημένοι σ’ αυτό (ΕΕ L 390, σ. 3), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3118/93 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, για τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους γίνονται δεκτοί στις εθνικές οδικές εμπορευματικές μεταφορές σε ένα κράτος μέλος μεταφορείς μη εγκατεστημένοι σ’ αυτό (ΕΕ L 279, σ. 1).
9 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 2.
10 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 3.
11 – Βλ. σχετικά τις σκέψεις 141 έως 150 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
12 – Βλ. σκέψη 167 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
13 – Η Επιτροπή επικαλείται τις αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, 282/85, DEFI κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2469, σκέψη 16), της 2ας Φεβρουαρίου 1988 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 289, σκέψεις 14 έως 16) και της 7ης Δεκεμβρίου 1993, C-6/92, Federmineraria κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-6357, σκέψεις 11 έως 16), καθώς και τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 5ης Ιουνίου 1996, Τ-398/94, Kahn Scheepvaart κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-477, σκέψεις 39 έως 43) και της 11ης Φεβρουαρίου 1999, Τ-86/96, Arbeitsgemeinschaft Deutscher Luftfahrt-Unternehmen κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-179, σκέψεις 42 έως 54).
14 – Απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, Τ-55/99, CETM (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-3207, σκέψεις 22 έως 25).
15 – Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2000 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-15/98 και C‑105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-8855, σκέψεις 31 έως 35).
16 – Απόφαση της 9ης Μαρτίου 1994, C-188/92, TWD Textilwerke Deggendorf (Συλλογή 1994, σ. Ι-833, σκέψη 26).
17 – Αποφάσεις της 23ης Απριλίου 1986, 294/83, «Les Verts» κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 1339, σκέψη 19), της 24ης Μαρτίου 1993, C-313/90, CIRFS κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-1125, σκέψη 23), της 8ης Ιουλίου 1999, C-49/92, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (Συλλογή 1999, σ. Ι-4125, σκέψη 212), και της 8ης Ιουλίου 1999, C-199/92, Hüls κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-4287, σκέψη 134).
18 – Αποφάσεις της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 26/86, Deutz και Geldermann κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 941, σκέψη 7), και της 18ης Μαΐου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-1853, σκέψη 18).
19 – Απόφαση της 16ης Μαΐου 1991, C-358/89, Extramet κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. Ι‑2501, σκέψη 16), και απόφαση επί της υποθέσεως Codorniu (παρατεθείσα στην υποσημείωση 18).
20 – Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937).
21 – Βλ. την παρατεθείσα στην υποσημείωση 13 νομολογία.
22 – Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2002, C-23/00 P, Συμβούλιο κατά Boehringer κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. Ι-1873, σκέψεις 51 και 52).
23 – Απόφαση Συμβούλιο κατά Boehringer (παρατεθείσα στην υποσημείωση 22).
24 – Απόφαση Συμβούλιο κατά Boehringer (παρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψεις 51 και 52).
25 – Αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. 1981, σκέψεις 57 έως 59), της 8ης Ιουλίου 1999, C-227/92 P, Hoechst κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-4443, σκέψη 39), και της 24ης Σεπτεμβρίου 2002 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-74/00 P και C-75/00 P, Falck κ.λπ. (Συλλογή 2002 σ. Ι-7869, σκέψη 177).
26 – Απόφαση της 13ης Ιουλίου 2000, C-210/98 P, Salzgitter κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. 5843, σκέψεις 56 και 57) σχετικά με την αρμοδιότητα της Επιτροπής για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
27 – Βλ. τη νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 13.
28 – Απόφαση της 5ης Μαΐου 1998, C-386/96 P, Société Louis Dreyfus & Cie κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-2309, σκέψη 43), με περαιτέρω παραπομπές.
29 – Βλ. π.χ. αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1990, σ. Ι-3437, σκέψεις 12 και 13), και της 20ής Μαρτίου 1997, C-24/95, Alcan Deutschland (Συλλογή 1997, σ. Ι-1591, σκέψεις 24 και 25).
30 – Απόφαση επί της υποθέσεως C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 14) και απόφαση Alcan Deutschland (παρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 25).
31 – Σε αντίστοιχες περιπτώσεις δεν αμφισβητήθηκε μέχρι τώρα ότι η πράξη αφορά άμεσα τους προσφεύγοντες: Βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79, Philip Morris κατά Επιτροπής (Συλλογή 1980/ΙΙΙ, σ. 13, σκέψη 5) και απόφαση Sardengna Lines (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 36), και αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, Τ-55/99, CETM κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-3207), της 22ας Νοεμβρίου 2001, Τ-9/98, Mitteldeutsche Erdöl-Raffinerie κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-3367, σκέψη 47 έως 51), και της 6ης Μαρτίου 2003 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων Τ-228/99 και Τ‑233/99, Westdeutsche Landesbank κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑435).
32 – Απόφαση Plaumann (παρατεθείσα στην υποσημείωση 20, σ. 238).
33 – Αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1998, C-321/95 P, Greenpeace Council κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-1651, σκέψεις 7 και 28), της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-451/98, Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. Ι-8949, σκέψη 49), της 25ης Ιουλίου 2002, C‑50/00 P, Unión de Pequenõs Agricultores κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. Ι-6677, σκέψη 36), και της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-312/00 P, Επιτροπή κατά Camar και Tico (Συλλογή 2002, σ. Ι‑11355, σκέψη 73).
34 – Διατάξεις της 26ης Οκτωβρίου 2000, C-447/98 P, Molkerei Großbraunshain και Bene Nahrungsmittel κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-9097, σκέψη 67) και της 28ης Ιουνίου 2001, C-351/99 P, Eridania SpA κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. Ι-5007, σκέψη 40), καθώς και απόφαση της 27ης Μαρτίου 1990, C-229/88, Cargill κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-1303, σκέψη 18).
35 – Αποφάσεις της 16ης Μαΐου 1991, C-358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. Ι-2501, σκέψη 13), της 18ης Μαΐου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-1853, σκέψεις 19 και 20) και της 31ης Μαΐου 2001, C-41/99 P, Sadam Zuccherifici κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. Ι-4239, σκέψη 27).
36 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 13.
37 – Απόφαση DEFI (παρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 16).
38 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 13.
39 – Απόφαση Van der Kooy (παρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 15).
40 – Στην απόφαση Federmineraria (παρατεθείσα στην υποσημείωση 13) η Επιτροπή, στην απόφασή της που απετέλεσε αντικείμενο της διαφοράς, είχε διατάξει, όπως ακριβώς και στην υπόθεση Van der Kooy, μόνον την κατάργηση της ρύθμισης. Η απόφαση Arbeitsgemeinschaft Deutscher Luftfahrt-Unternehmen (παρατεθείσα στην υποσημείωση 13) του Πρωτοδικείου αφορούσε την άρνηση της Επιτροπής να εγκρίνει την παράταση καθεστώτος ενισχύσεων. Στην υπόθεση, τέλος, Kahn Scheepvaart (παρατεθείσα στην υποσημείωση 13) δεν είχε ασκήσει προσφυγή λήπτης ενισχύσεως, αλλά ανταγωνιστής που δεν είχε λάβει ενίσχυση.
41 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 15.
42 – Απόφαση Sardegna Lines (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψεις 34 και 35).
43 – Απόφαση 98/95/ΕΚ της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 1997, σχετικά με τις ενισχύσεις που χορηγούνται από την Περιφέρεια της Σαρδηνίας (Ιταλία) προς τον ναυτιλιακό κλάδο στη Σαρδηνία (ΕΕ 1998, L 20, σ. 30).
44 – Στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή αναφέρει ότι συνολικά περίπου 2 200 αιτήσεις ενισχύσεων κρίθηκαν θετικά. Εντούτοις σε μεγάλο βαθμό δεν πρόκειται σε όλες τις περιπτώσεις για ενισχύσεις που πρέπει να επιστραφούν. Αντίθετα πρέπει να οριοθετηθούν οι περιπτώσεις στις οποίες, ελλείψει ελευθερώσεως της αγοράς, δεν υφίστατο περιορισμός του ανταγωνισμού, και οι περιπτώσεις στις οποίες εφαρμοζόταν απαλλαγή από την απαγόρευση ενισχύσεων, βάσει της εξαιρέσεως υπέρ των επενδύσεων για τις συνδυασμένες μεταφορές.
45 – Βλ. την παρατεθείσα στην υποσημείωση 18 νομολογία.
46 – Αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 1965 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 106/63 και 107/63, Töpfer κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 101), της 13ης Μαΐου 1971 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 41/70, 42/70, 43/70 και 44/70, International Fruit Company κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 783), και της 6ης Νοεμβρίου 1990, C‑354/87, Weddel κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-3847).
47 – Διάταξη της 28ης Ιουνίου 2001, C-351/99 P, Eridania κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. Ι-5007, σκέψη 54).
48 – Στο ίδιο πνεύμα: αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 1990, C-152/88, Sofrimport κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-2477, σκέψη 11), και της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 207, σκέψεις 19 και 31).
49 – Απόφαση Weddel (παρατεθείσα στην υποσημείωση 46, σκέψη 22)· βλ. και απόφαση International Fruit Company (παρατεθείσα στην υποσημείωση 46, σκέψεις 16 έως 22).
50 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψεις 30 και 31.
51 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 16. Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 1997, C‑178/95, Wiljo (Συλλογή 1997, σ. Ι-585, σκέψη 21), και της 15ης Φεβρουαρίου 2001, C‑239/99, Nachi Europe (Συλλογή 2001, σ. Ι-1197, σκέψη 30).
52 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 26.
53 – Απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf (παρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 11).
54 – Προτάσεις της 21ης Μαρτίου 2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. Ι-6677, 6681, σημεία 36 επ.).
55 – Βλ. σκέψη 145 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
56 – Αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 1987, 248/84, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4013, σκέψη 18), της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C-113/00, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-7601, σκέψη 54), και της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, C-351/98, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-8031, σκέψη 58).
57 – Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι‑307, σκέψη 33), και απόφαση C-113/00, Ισπανία κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 56, σκέψη 54).
58 – Το Πρωτοδικείο αναφέρει ιδίως την απόφαση της 30ής Απριλίου 1998, Τ-214/95, Vlaams Gewest (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-717, σκέψεις 46, 49 και 50).
59 – Αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1990, C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, αποκαλούμενη «Tubemeuse» (Συλλογή 1990, σ. Ι‑959, σκέψη 43), και της 21ης Μαρτίου 1991, C‑303/88, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-1433, σκέψη 27), καθώς και της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-278/92 έως C-280/92, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-4103, σκέψη 42).
60 – Αποφάσεις C-113/00, Ισπανία κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 56, σκέψη 30), και C-351/98, Ισπανία κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 56, σκέψη 51).
61 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 56, σκέψη 51.
62 – Σκέψεις 63 έως 65.
63 – Βλ. ιδίως τη σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
64 – Αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1969, 6/69 και 11/69, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 193, σκέψη 21), και της 19ης Μαΐου 1999, C-6/97, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-2981, σκέψη 21).
65 – Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1).
66 – Η Επιτροπή επικαλείται σχετικά τις αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1970, 41/69, ACF Chemiepharma κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 397, σκέψη 19), και της 14ης Ιουλίου 1970, 52/69, Geigy κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 189, σκέψη 21).
67 – Βλ. πιο πάνω σημείο 14.
68 – Απόφαση επί της υποθέσεως C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (παρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 14), και απόφαση Alcan (παρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 25).
69 – Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2002 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-74/00 P και C‑75/00 P, Falck κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-7869, σκέψη 139), με επίκληση της αποφάσεως της 14ης Ιουλίου 1972, 52/69, Geigy κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 189, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά, σκέψη 21).
70 – Απόφαση Falck (παρατεθείσα στην υποσημείωση 69, σκέψη 140) και απόφαση Geigy (παρατεθείσα στην υποσημείωση 69, σκέψη 21).
71 – Βλ. σχετικά τη νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 29.
72 – Απόφαση Tubemeuse (παρατεθείσα στην υποσημείωση 59, σκέψη 66)· βλ. και την απόφαση της 7ης Μαρτίου 2002, C-310/99, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-2289, σκέψη 99).
Full & Egal Universal Law Academy