Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Με την παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλική Δημοκρατία ότι από το 1998, αφενός, επιβάλλει κατώτατη τιμή αναφοράς για το σύνολο των τσιγάρων, αντί να επιτρέπει στους παραγωγούς να καθορίζουν ελεύθερα την τιμή, και, αφετέρου, επιβάλλει στα τσιγάρα από ξανθό καπνό υψηλότερο φόρο απ' ό,τι στα τσιγάρα από σκούρο καπνό.
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
A - Το κοινοτικό δίκαιο
2. Τα επεξεργασμένα καπνά δεν υπόκεινται μόνον σε φόρο κύκλου εργασιών, αλλά και σε ειδικούς φόρους καταναλώσεως. Η οδηγία 92/79/ΕΟΚ καθορίζει συναφώς τον ελάχιστο συντελεστή φόρου. Η οδηγία 95/59/ΕΚ εναρμόνισε τους εν λόγω φόρους καταναλώσεως.
1) Επί της οδηγίας 95/59
3. Η οδηγία 95/59 περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις:
«Άρθρο 8
1. Σε κάθε κράτος μέλος, τα σιγαρέτα κοινοτικής κατασκευής και τα σιγαρέτα που εισάγονται από τρίτες χώρες υποβάλλονται σε ένα αναλογικό φόρο καπνού υπολογισμένο επί της μέγιστης τιμής λιανικής πωλήσεως, συμπεριλαμβανομένων των δασμών, καθώς επίσης και σε ένα πάγιο φόρο καπνού υπολογιζόμενο ανά μονάδα προϊόντος.
2. Ο συντελεστής του αναλογικού φόρου καπνού και το ποσό του παγίου φόρου καπνού πρέπει να είναι οι αυτοί για όλα τα σιγαρέτα.
3. [...]
4. [...]»
«Άρθρο 9
1. Ως καπνοβιομήχανος θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο στην Κοινότητα και μεταποιεί τον καπνό σε προϊόντα επεξεργασμένα για λιανική πώληση.
Οι καπνοβιομήχανοι ή, κατά περίπτωση, οι αντιπρόσωποι ή εντολοδόχοι τους στην Κοινότητα καθώς και οι εισαγωγείς από τρίτες χώρες καθορίζουν ελεύθερα τις ανώτερες τιμές λιανικής πώλησης κάθε προϊόντος σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο προορίζεται να διατεθεί στην κατανάλωση.
Η διάταξη του δευτέρου εδαφίου δεν εμποδίζει την εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τον έλεγχο των τιμών ή την τήρηση των επιβαλλόμενων τιμών, εφόσον οι νομοθεσίες αυτές δεν αντιβαίνουν προς την κοινοτική νομοθεσία.
2. [...]»
«Άρθρο 16
1. [...]
5. Τα κράτη μέλη μπορούν να εισπράττουν, επί των σιγαρέτων και του λεπτοκομμένου καπνού που προορίζεται για την κατασκευή χειροποιήτων (στριφτών) σιγαρέτων, ελάχιστο ειδικό φόρο καταναλώσεως, υπό τον όρο ότι ο φόρος αυτός δεν αυξάνει τη συνολική φορολογική επιβάρυνση σε ποσοστό μεγαλύτερο από το 90 % της συνολικής φορολογίας των σιγαρέτων που ανήκουν στην πλέον ζητούμενη κατηγορία τιμής, καθώς και στους λεπτοκομμένους καπνούς οι οποίοι προορίζονται για την κατασκευή χειροποιήτων (στριφτών) σιγαρέτων και ανήκουν στην πλέον ζητούμενη κατηγορία τιμής.»
4. Με την οδηγία 1999/81, της 29ης Ιουλίου 1999, το άρθρο 16, παράγραφος 5, τροποποιήθηκε, με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1999, ως εξής:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν ελάχιστο ειδικό φόρο κατανάλωσης επί των τσιγάρων, υπό τον όρο ότι ο φόρος αυτός δεν αυξάνει τη συνολική φορολογική επιβάρυνση σε ποσοστό μεγαλύτερο του 90 % της συνολικής φορολογίας των τσιγάρων που ανήκουν στην πλέον ζητούμενη κατηγορία τιμής.»
5. Η Επιτροπή στηρίξε μεν στο νέο κείμενο που ίσχυσε από την 1η Ιανουαρίου 1999 την προσφυγή, όχι όμως και την αιτιολογημένη γνώμη της 26ης Ιανουαρίου 1999. Κατά τον χρόνο της κοινοποιήσεως του εγγράφου οχλήσεως της 29ης Ιουλίου 1998 ίσχυε, ούτως ή άλλως, ακόμη το παλαιό κείμενο. άντως, εφόσον τα χωρία του παλαιού κειμένου που ασκούν εν προκειμένω επιρροή δεν υπέστησαν ουσιώδη τροποποιήση, δεν έχει, από απόψεως περιεχομένου, καμία σημασία αν θα εφαρμοστεί το παλαιό ή το νέο κείμενο του άρθρου 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 95/59.
2) Επί της οδηγίας 92/79
6. Το άρθρο 2 της οδηγίας 92/79 ορίζει τα εξής:
«Από την 1η Ιανουαρίου 1993 το αργότερο, κάθε κράτος μέλος επιβάλλει έναν συνολικό ελάχιστο ειδικό φόρο κατανάλωσης (πάγιο φόρο συν αναλογικό φόρο εκτός ΦΑ) που ανέρχεται στο 57 % της λιανικής πώλησης (συμπεριλαμβανομένων όλων των φόρων) των τσιγάρων που ανήκουν στην κατηγορία της πλέον ζητούμενης τιμής.
Από την 1η Ιανουαρίου 1993, ο συνολικός ελάχιστος ειδικός φόρος κατανάλωσης επί των τσιγάρων καθορίζεται σε σχέση με τα τσιγάρα που ανήκουν στην κατηγορία της πλέον ζητούμενης τιμής με βάση τα στοιχεία που είναι γνωστά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους.»
B - Το γαλλικό δίκαιο
7. Το άρθρο 37 του loi de finances (νόμου περί του προϋπολογισμού) του 1998 (νόμος 97-1269, της 30ης Δεκεμβρίου 1997 portant loi de finances pour 1998 (JORF της 31ης Δεκεμβρίου 1997, σ. 19261) ενέταξε, με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1998, στον code général des impôts (γενικός φορολογικός κώδικας) τις ακόλουθες διατάξεις.
8. Άρθρο 572, παράγραφος 2:
«Για την κατηγορία των τσιγάρων από σκούρο καπνό, όπως αυτά προσδιορίζονται στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 575 Α και για την κατηγορία των λοιπών τσιγάρων, η τιμή 1 000 μονάδων προϊόντων μιας κατηγορίας, τα οποία πωλούνται υπό το ίδιο σήμα, όποια κι αν είναι τα λοιπά στοιχεία που καταχωρίζονται με το σήμα, δεν μπορεί να είναι κατώτερη, ανεξαρτήτως του τρόπου και της μονάδας συσκευασίας που χρησιμοποιούνται, από αυτή που ισχύει για το περισσότερο πωλούμενο προϊόν με το σήμα αυτό.»
9. Στη θέση του άρθρου 575 A, τελευταίο εδάφιο, τέθηκαν τα εξής εδάφια:
«Το ελάχιστο όριο εισπράξεως φόρου που αναφέρεται στο άρθρο 575 ορίζεται σε 500 γαλλικά φράγκα (FRF) για τα τσιγάρα. Εντούτοις, για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό, το ελάχιστο αυτό όριο εισπράξεως ορίζεται σε 400 FRF, και σε 420 FRF από την 1η Ιανουαρίου 1999.
[...]
Τσιγάρα από σκούρο καπνό θεωρούνται τα τσιγάρα των οποίων η σύνθεση από φυσικό καπνό περιλαμβάνει τουλάχιστον 60 % καπνών που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 2401.10.41, 2401.10.70, 2401.20.41 ή 2401.20.70 του δασμολογίου» .
10. Τα παρατεθέντα στο πρώτο εδάφιο ελάχιστα όρια εισπράξεως για τα τσιγάρα από ξανθό καπνό και για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό ανέρχονταν για το 1999 σε 515 FRF και 435 FRF, αντιστοίχως, 2000 σε 530 FRF και 470 FRF, αντιστοίχως, και για το 2001 σε 540 FRF και 510 FRF.
ΙΙΙ - Διαδικασία και αιτήματα
11. Η Επιτροπή θεώρησε ότι το άρθρο 572, δεύτερο εδάφιο, του code général des impôts καθιέρωσε παράνομη κατώτατη τιμή αναφοράς και ότι η τροποποίηση του άρθρου 575 A συνεπάγεται διαφορετική φορολογία των τσιγάρων από ξανθό καπνό και των τσιγάρων από σκούρο καπνό, οπότε, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, πρόκειται για ρυθμίσεις που δεν συνάδουν προς τις οδηγίες 95/59 και 92/79 ούτε προς το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ. Κατά συνέπεια, στις 29 Ιουλίου 1998, διαβίβασε στη Γαλλική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως και - αφού εξέπνευσε η προθεσμία που έταξε με το έγγραφο αυτό χωρίς να λάβει απάντηση - στις 26 Ιανουαρίου 1999, αιτιολογημένη γνώμη. Η Γαλλική Δημοκρατία απάντησε με τα έγγραφα της 6ης Απριλίου 1999 και της 22ας Απριλίου 2000. Στη συνέχεια η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Αυγούστου 2000.
12. Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο
- να διαπιστώσει ότι:
η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ ένα σύστημα το οποίο επιβάλλει κατώτατη τιμή αναφοράς για όλα τα τσιγάρα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/59/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 1995, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών,
και ότι
η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ ένα σύστημα το οποίο φορολογεί διαφορετικά τα τσιγάρα από ξανθό καπνό και τα τσιγάρα από σκούρο καπνό, εις βάρος των τσιγάρων από ξανθό καπνό, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει τόσο από τα άρθρα 8, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 95/59/ΕΚ και από το άρθρο 2 της οδηγίας 92/79/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την προσέγγιση των φόρων στα τσιγάρα, όσο και από το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης και, επικουρικώς, από το άρθρο 95, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης·
- να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
13. Η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο
- να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
14. Μολονότι αναγνωρίζει ότι η επιβολή διαφορετικών ελαχίστων ορίων εισπράξεως φόρου για τον ξανθό και τον σκούρο καπνό δεν συνάδει προς την οδηγία 92/79, η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι δεν συντρέχει παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης, διότι τα εν λόγω είδη τσιγάρων δεν μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους. Φρονεί, επίσης, ότι η πρόβλεψη κατώτατης τιμής αναφοράς βάσει του περισσότερο πωλούμενου προϊόντος ενός σήματος δεν συνιστά παράβαση της οδηγίας 95/59.
IV - Εκτίμηση
A - Επί της κατώτατης τιμής αναφοράς
Ισχυρισμοί των διαδίκων
15. Η Επιτροπή παραπέμπει στο άρθρο 9 της οδηγίας 95/59, κατά το οποίο οι καπνοβιομήχανοι ή οι εισαγωγείς καθορίζουν ελεύθερα τις ανώτερες τιμές λιανικής πωλήσεως των τσιγάρων. Το άρθρο 572 του code général des impôts ορίζει, αντιθέτως, ότι η τιμή 1 000 μονάδων προϊόντων μιας κατηγορίας, τα οποία πωλούνται υπό το ίδιο σήμα, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από αυτή που ισχύει για το περισσότερο πωλούμενο προϊόν με το σήμα αυτό. Επειδή όμως η τιμή του δημοφιλέστερου προϊόντος ενός σήματος πρέπει να θεωρηθεί ως η κατώτατη τιμή, περιορίζεται, κατά την Επιτροπή, η ελευθερία του καθορισμού της τιμής σε περίπτωση διαφορετικής παρουσιάσεως του προϊόντος - για παράδειγμα όσον αφορά το μέγεθος της συσκευασίας, το μέγεθος των τσιγάρων ή την ποιότητα των τσιγάρων.
16. Αναφερόμενη στη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ούτε οι επιφυλάξεις που διατυπώνονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 95/59 εξουσιοδοτούν τα κράτη μέλη να καθορίζουν τις τιμές των τσιγάρων .
17. Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει σε πρόσφατη απόφασή του ότι και ο καθορισμός κατώτατης τιμής είναι ασυμβίβαστος προς την ελεύθερη διαμόρφωση των τιμών σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/59 .
18. Κατά την Επιτροπή, ο ανταγωνισμός μέσω των τιμών, τον οποίο επικρίνει η Γαλλική Δημοκρατία, αποτελεί τον ίδιο τον σκοπό του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/59. Ένας τέτοιος σκοπός οικονομικής φύσεως δεν μπορεί να δικαιολογήσει παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου.
19. Η οδηγία 92/79 και η οδηγία 95/59 άφησαν στα κράτη μέλη μεγάλα περιθώρια ελιγμών για να επηρεάσουν την αγορά των τσιγάρων με την επιβολή ενιαίας φορολογίας. Εντούτοις, η Γαλλική Δημοκρατία επιθυμεί να ευνοήσει, από φορολογικής απόψεως, τα τσιγάρα με χαμηλότερη τιμή πωλήσεως.
20. Η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των συνεπειών του άρθρου 572 του code général des impôts.
21. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να εμποδίσει τους καπνοβιομηχάνους να διαφοροποιούν την τιμή των τσιγάρων αποκλειστικά λόγω της συσκευασίας τους - είτε πρόκειται για το είδος της συσκευασίας είτε για την ποσότητα των πωλουμένων μονάδων. Η διάταξη αυτή δεν περιορίζει τη δυνατότητα των καπνοβιομηχάνων να καθορίζουν τις τιμές άλλων τσιγάρων του ιδίου σήματος.
Εκτίμηση
22. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 95/59, ορίζει ότι, καταρχήν, οι καπνοβιομήχανοι ή οι εισαγωγείς καθορίζουν την ανώτερη τίμη λιανικής πωλήσεως για τα τσιγάρα. Μολονότι το τρίτο εδάφιο της διατάξεως θα μπορούσε να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν, παρά ταύτα, να επηρεάσουν τον καθορισμό της τιμής, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο καθορισμός της τιμής ανήκει στον καπνοβιομήχανο ή τον εισαγωγέα .
23. Αμφότεροι οι διάδικοι συμφωνούν ως προς το ότι το άρθρο 572 του code général des impôts προβλέπει κατώτατη τιμή πωλήσεως για τα τσιγάρα ορισμένου σήματος, η οποία καθορίζεται βάσει της τιμής του τσιγάρου που ισχύει για το περισσότερο πωλούμενο προϊόν του σήματος αυτού. Κατά συνέπεια, η διάταξη αποκλείει τη δυνατότητα των καπνοβιομηχάνων ή των εισαγωγέων να διαθέτουν στο εμπόριο τα τσιγάρα αυτά σε ευνοϊκότερες τιμές αλλάζοντας τη συσκευασία ή τον αριθμό των μονάδων ανά συσκευασία. Επομένως, η ως άνω διάταξη περιορίζει την ελευθερία των καπνοβιομηχάνων ή των εισαγωγέων τσιγάρων να καθορίσουν ανώτατη τιμή λιανικής πωλήσεως σε επίπεδο τέτοιο ώστε η τιμή του ενός τσιγάρου να είναι χαμηλότερη από την τιμή που ισχύει για το περισσότερο πωλούμενο προϊόν του σήματος αυτού.
24. Συνεπώς, το άρθρο 572 του code général des impôts περιορίζει την ελευθερία του καθορισμού της τιμής και αντιβαίνει προς το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/59.
25. Δεν μπορεί, προφανώς, να δικαιολογηθεί η παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/59. Στο μέτρο που η Γαλλική Δημοκρατία επικαλείται τον ανταγωνισμό μέσω των τιμών ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα μείωση της τιμής των τσιγάρων μη επιθυμητή, από απόψεως πολιτικής δημόσιας υγείας, επισημαίνεται ότι, αφενός, η δυνατότητα ανταγωνισμού μέσω των τιμών αποτελεί τη λογική συνέπεια της ελευθερίας των τιμών και, αφετέρου, λόγοι αναγόμενοι στην πολιτική δημόσιας υγείας πρέπει,κατά τις οδηγίες 95/59 και 92/79, να λαμβάνονται πρωτίστως υπόψη κατά την επιβολή φόρων. Αντιθέτως, ο καθορισμός κατώτατης τιμής αποκλείεται ρητώς. Αν η Γαλλική Δημοκρατία επιθυμεί να χρησιμοποιήσει το μέσον αυτό, πρέπει, κατ' αρχάς, να επιδιώξει την τροποποίηση του άρθρου 9 της οδηγίας 95/59.
26. Ενόψει της διαπιστώσεως αυτής, παρέλκει εν προκειμένω να εξεταστεί αν το άρθρο 572 του code général des impôts επηρεάζει, αντιθέτως προς το γράμμα του, στον καθορισμό της τιμής άλλων προϊόντων ενός σήματος αναλόγως του μεγέθους τους, της ποιότητάς τους ή των εγγενών χαρακτηριστικών τους.
27. Εν πάση περιπτώσει, η διάταξη αυτή συνιστά παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/59.
B - Επί της διαφορετικής φορολογίας
28. Ο ελάχιστος φόρος καταναλώσεως κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 92/79 έχει ως συνέπεια ότι κάθε τσιγάρο επιβαρύνεται τουλάχιστον κατά ένα απόλυτο ποσό (χωρίς φορό κύκλου εργασιών), που ανέρχεται στο 57 % της τιμής λιανικής πωλήσεως, συμπεριλαμβανομένων όλων των φόρων των τσιγάρων στην κατηγορία της πλέον ζητούμενης τιμής. Τα ακριβότερα τσιγάρα υπόκεινται σε υψηλότερη, κατ' απόλυτη τιμή, φορολογία, εφόσον, στην περίπτωση αυτή, ο φόρος που προκύπτει από ένα πάγιο ποσό ανά μονάδα και έναν αναλογικό φόρο καταναλώσεως που υπολογίζεται επί της ανώτατης τιμής λιανικής πωλήσεως. Αντιθέτως, όταν ένας καπνοβιομήχανος ή εισαγωγέας διαθέτει στο εμπόριο τσιγάρα σε χαμηλότερη τιμή από την τιμή των τσιγάρων που ανήκουν στην κατηγορία της πλέον ζητούμενης τιμής, τότε εφαρμόζεται ο ελάχιστος φόρος καταναλώσεως.
29. Εντούτοις, το άρθρο 575 A του code général des impôts δεν καθιερώνει τον εν λόγω ελάχιστο φόρο καταναλώσεως, διότι οι ελάχιστοι φόροι που προβλέπει η διάταξη αυτή δεν αφορούν τα τσιγάρα που ανήκουν στην κατηγορία της πλέον ζητούμενης τιμής. άντως, από απόψεως αποτελέσματος, οι φόροι αυτοί αντιστοιχούν σε έναν ελάχιστο φόρο καταναλώσεως, εφόσον αποκλείουν μία αναλογική προς την τιμή φορολογία κάτω από ορισμένη τιμή λιανικής πωλήσεως. Η εν λόγω τιμή λιανικής πωλήσεως είναι χαμηλότερη για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό απ' ό,τι είναι για τα τσιγάρα από ξανθό καπνό.
1) Επί των οδηγιών 92/79 και 95/59
Ισχυρισμοί των διαδίκων
30. Κατά την Επιτροπή, από το άρθρο 2 της οδηγίας 92/79 και από το άρθρο 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 95/59, που προβλέπουν αμφότερα ένα μόνον ελάχιστο φόρο καταναλώσεως, προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλουν έναν μόνον ενιαίο ελάχιστο φόρο καταναλώσεως. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 95/59, κατά το οποίο ο συντελεστής του αναλογικού φόρου και το ποσό του παγίου ειδικού φόρου πρέπει να είναι οι αυτοί για όλα τα τσιγάρα. Η παράβαση των διατάξεων αυτών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι η Γαλλική Δημοκρατία περιορίζει σταδιακώς τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των διαφόρων ελαχίστων φόρων καταναλώσεως.
31. Η Γαλλική Δημοκρατία δεν αντικρούει την αιτίαση αυτή, στο μέτρο που στηρίζεται στις οδηγίες 92/79 και 95/59.
Εκτίμηση
32. ρέπει να γίνει δεκτή η άποψη των διαδίκων που συμφωνούν μεταξύ τους. Το άρθρο 2 της οδηγίας 92/79 και το άρθρο 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 95/59 προβλέπουν έναν μόνο ελάχιστο φόρο καταναλώσεως, ο οποίος, κατά την πρώτη από τις ανωτέρω διατάξεις, πρέπει να είναι «συνολικός». Διαφορετικοί συντελεστές δεν μπορούν να είναι συνολικοί. εραιτέρω, από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 95/59 προκύπτει ότι οι φόροι που επιβαρύνουν την κατανάλωση τσιγάρων στα κράτη μέλη δεν πρέπει να νοθεύουν τους όρους του ανταγωνισμού. Όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν τα κράτη μέλη επιβάλλουν διαφορετικούς ελάχιστους φόρους καταναλώσεως.
33. Κατά συνέπεια, το άρθρο 575 A του code général des impôts, όπως τροποποιήθηκε, δεν συνάδει προς τις οδηγίες 92/79 και 95/59.
2) Επί του άρθρου 95 της Συνθήκης
Ισχυρισμοί των διαδίκων
34. Η Επιτροπή τονίζει, κατ' αρχάς, ότι, παρά τη διαπίστωση παραβάσεως των προαναφερθεισών οδηγιών, επιβάλλεται να γίνει, επίσης, έλεγχος βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης. Ενώ η διάταξη που αποτέλεσε τη νομική βάση για την έκδοση των οδηγιών - το άρθρο 99 της Συνθήκης (νυν άρθρο 93 ΕΚ) - αποσκοπεί στην κατάργηση των περιορισμών του εμπορίου με την εναρμόνιση των νομοθεσιών περί φόρων, το άρθρο 95 της Συνθήκης αποσκοπεί στην κατάργηση των φόρων που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις και έχουν προστατευτικό χαρακτήρα .
35. Κατά παγία νομολογία, συντρέχει παράβαση του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης οσάκις ο φόρος που επιβάλλεται στο εισαγόμενο προϊόν και αυτός που πλήττει το ομοειδές εγχώριο προϊόν υπολογίζονται κατά διαφορετικό τρόπο και σύμφωνα με διαφορετικές μεθόδους, με αποτέλεσμα, έστω και σε ορισμένες μόνον περιπτώσεις, τη μεγαλύτερη επιβάρυνση του εισαγομένου προϊόντος .
36. Εν προκειμένω, ο ελάχιστος φόρος καταναλώσεως για τα τσιγάρα από ξανθό καπνό, ο οποίος ανέρχεται σε 500 FRF ανά 1 000 μονάδες, είναι υψηλότερος από τον φόρο καταναλώσεως για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό, ο οποίος ανέρχεται σε 400 FRF ανά 1 000 μονάδες.
37. Αμφότερα τα είδη τσιγάρων είναι ομοειδή προϊόντα υπό την έννοια του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το κριτήριο του ομοειδούς χαρακτήρα πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικώς. ρέπει, συναφώς, να λαμβάνεται υπόψη, αφενός, το σύνολο των αντικειμενικών τυπικών χαρακτηριστικών, όπως η πρώτη ύλη, οι διαδικασίες παραγωγής, τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, ιδίως η γεύση και η περιεκτικότητα σε πίσσα και νικοτίνη, και, αφετέρου, κατά πόσον τα δύο προϊόντα ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες. Βάσει των ανωτέρω στοιχείων, το ομοειδές είναι δεδομένο. Αμφότερα τα είδη τσιγάρων μπορούν να υποκαταστήσουν πλήρως το ένα το άλλο όπως η ξανθιά και η σκούρα μπύρα ή ο λευκός και ο ερυθρός οίνος. Επίσης, η οδηγία 95/59 προβλέπει όμοια φορολογική μεταχείριση για αμφότερα τα είδη τσιγάρων. εραιτέρω, υπάγονται στην ίδια διάκριση του κοινού δασμολογίου.
38. Κατά την Επιτροπή, μόνες οι διαφορές στη γεύση μεταξύ των τσιγάρων από ξανθό καπνό και των τσιγάρων από σκούρο καπνό δεν μπορούν να αποκλείσουν τον χαρακτηρισμό τους ως ομοειδών προϊόντων, εφόσον πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των προαναφερθέντων κριτηρίων.
39. Ούτε η ύπαρξη σαφώς διακεκριμένων μεταξύ τους ομάδων καταναλωτών τσιγάρων από ξανθό καπνό και τσιγάρων από σκούρο καπνό αποκλείει το ομοειδές, εφόσον, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι εθνικές φορολογικές νομοθεσίες δεν πρέπει να συμβάλλουν στην παγίωση υφισταμένων συνηθειών.
40. Τέλος, κατά την Επιτροπή, ούτε οι διαπιστώσεις στην απόφαση που αφορά τον έλεγχο συγκεντρώσεως θέτουν εν αμφιβόλω τον ομοειδή χαρακτήρα των προϊόντων. Στην απόφαση αυτή η Επιτροπή άφησε ρητώς ανοικτό το ζήτημα αν υφίσταται ενιαία αγορά για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό και από ξανθό καπνό. Επιπλέον, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι δύο προϊόντα υπό την έννοια του άρθρου 95, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης μπορούν να βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού μεταξύ τους, χωρίς εντούτοις να συνιστούν ενιαία αγορά .
41. Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ουδόλως απαιτεί την απόδειξη της υπάρξεως προστατευτικού αποτελέσματος σε βάρος των εισαγομένων προϊόντων.
42. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα τσιγάρα από σκούρο καπνό και τα τσιγάρα από ξανθό καπνό δεν είναι ομοειδή προϊόντα, υπό την έννοια του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, θα υπήρχε, πάντως, μεταξύ τους σχέση ανταγωνισμού, πράγμα το οποίο θα αρκούσε για την εφαρμογή του άρθρου 95, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης .
43. Το γεγονός ότι η διαφορετική φορολογία συνεπάγεται δυσμενή διάκριση σε βάρος των προϊόντων από άλλα κράτη μέλη προκύπτει επίσης από το ότι όλα σχεδόν τα τσιγάρα από σκούρο καπνό που καταναλώνονται στη Γαλλία παρασκευάζονται επίσης στη χώρα αυτή - η Επιτροπή αναφέρει ότι η εγχώρια παραγωγή ανέρχεται σε ποσοστό μεταξύ 95 % και 99,57 % της καταναλώσεως. Είναι αναμφίβολο ότι το γαλλικό μέτρο ευνοεί τα τσιγάρα από σκούρο καπνό που παρασκευάζονται στη Γαλλία έναντι των σχεδόν αποκλειστικώς εισαγομένων τσιγάρων από ξανθό καπνό.
44. Κατά την Επιτροπή, η τροποποίηση της φορολογίας επηρέασε και τον ανταγωνισμό. Η απόφαση περί μη αυξήσεως των τιμών των τσιγάρων από ξανθό καπνό για το 1998 συνιστά αποκλειστικά το αποτέλεσμα στρατηγικής επιλογής των καπνοβιομηχάνων και των εισαγωγέων. ριν από την έναρξη της ισχύος των νέων διατάξεων, οι καπνοβιομήχανοι μπορούσαν να καθορίσουν τιμή ύψους 630 FRF ανά 1 000 μονάδες. Μετά όμως από την έναρξη της ισχύος των διατάξεων αυτών θα έπρεπε να απαιτήσουν τιμή ύψους 850 FRF ανά 1 000 μονάδες. Αντιθέτως, οι παραγωγοί τσιγάρων από σκούρο καπνό μπορούσαν να αρκεστούν σε τιμή 666,50 FRF ανά 1 000 μονάδες ή να εκμεταλλευτούν τη συνολική διαφορά μεταξύ 666,50 FRF και 850 FRF για να εξασφαλίσουν τη θέση τους στην αγορά. Κατά συνέπεια, το προστατευτικό αποτέλεσμα των εν λόγω φορολογικών διατάξεων είναι προφανές.
45. Η Γαλλική Δημοκρατία εκθέτει, κατ' αρχάς, ότι το 1996 η επιχείρηση Rothmans διέθεσε στη γαλλική αγορά τσιγάρα με το σήμα «Winfield». Τα τσιγάρα αυτά (από ξανθό καπνό) πωλούνταν σε συσκευασίες των 30 μονάδων σε τιμή σαφώς χαμηλότερη από την τιμή της συνήθους συσκευασίας των 20 μονάδων (667 FRF ανά 1 000 μονάδες έναντι 850 FRF ανά 1 000 μονάδες). Με τον τρόπο αυτόν, το σήμα «Winfield» κατέκτησε γρήγορα ένα σημαντικό τμήμα της αγοράς. Επειδή τα άλλα μέσα ασκήσεως ανταγωνισμού - ιδίως η διαφήμιση των τσιγάρων - ήσαν άκρως περιορισμένα, οι ανταγωνιστές της Rothmans αντιμετώπισαν και το ενδεχόμενο να μειώσουν τις τιμές τους κατά 15 %. Η πτώση όμως του επιπέδου των τιμών θα ήταν αντίθετη προς τη στρατηγική της Γαλλικής Κυβερνήσεως που αποσκοπούσε στη βελτίωση της δημόσιας υγείας με τον περιορισμό της καταναλώσεως καπνού, κυρίως μέσω των υψηλών τιμών.
46. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, οι οδηγίες 92/79 και 95/59 δεν παρέχουν μέσα αντιμετωπίσεως ενός τόσο εξαιρετικού ανταγωνισμού ως προς τις τιμές. Ο καθορισμός επαυξημένου ενιαίου ελαχίστου φόρου καταναλώσεως θα αποτελούσε απαράδεκτη απλούστευση του προβλήματος, εφόσον θα έπληττε πρωτίστως τα τσιγάρα από σκούρο καπνό.
47. εραιτέρω, η Γαλλική Δημοκρατία αμφισβητεί ότι τα τσιγάρα από σκούρο καπνό και τα τσιγάρα από ξανθό καπνό αποτελούν ομοειδή προϊόντα. Κατά την απόφαση Rewe Zentrale , ομοειδή είναι τα προϊόντα τα οποία, κατά την άποψη των καταναλωτών, έχουν παρεμφερείς ιδιότητες και ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες.
48. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, τα τσιγάρα από σκούρο καπνό έχουν διαφορετική γεύση - το pH του καπνού δεν είναι όξινο όπως στην περίπτωση των τσιγάρων από ξανθό καπνό, αλλά βασικό. Η σύγκριση είναι δυνατή όχι μεταξύ των δύο κατηγοριών τσιγάρων, αλλά μεταξύ των τσιγάρων από ξανθό καπνό και του ξανθού λεπτοκομμένου καπνού που προορίζεται για στρίψιμο τσιγάρων ή ανάμεσα στα τσιγάρα από σκούρο καπνό και στα πουράκια.
49. Επιπλέον, διαφέρουν οι καταναλωτές των δύο ειδών τσιγάρων. Οι νεότεροι καταναλωτές καπνίζουν σχεδόν αποκλειστικά τσιγάρα από ξανθό καπνό, ενώ οι καταναλωτές μεγαλύτερης ηλικίας αποτελούν την πλειοψηφία των καπνιστών τσιγάρων από σκούρο καπνό.
50. Τέλος, υπάρχουν διαφορές και ως προς την εξέλιξη της αγοράς των δύο ειδών τσιγάρων. Μεταξύ του 1990 και του 2000 η πώληση τσιγάρων από σκούρο καπνό μειώθηκε κατά ποσοστό ανώτερο του 50 % από 34,7 δισεκατομμύρια σε 15 δισεκατομμύρια μονάδες, ενώ η πώληση τσιγάρων από ξανθό καπνό αυξήθηκε από 61,1 δισεκατομμύρια σε 68 δισεκατομμύρια μονάδες.
51. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε στην απόφαση Seita/Tabacalera, που αφορούσε τον έλεγχο συγχωνεύσεως, ότι τα δύο είδη τσιγάρων ανήκουν σε δύο διαφορετικές αγορές. Ο Γενικός Εισαγγελέας Mischo έχει ήδη προτείνει, στο πλαίσιο φορολογικής διαφοράς, στο Δικαστήριο να εφαρμόσει κατ' αναλογίαν, τη μέθοδο αναλύσεως που ακολουθείται στις σχετικές με τον ανταγωνισμό αποφάσεις όσον αφορά τη δυνατότητα συγκρίσεως των προϊόντων .
52. Η Γαλλική Δημοκρατία φρονεί, εξάλλου, ότι η διαφορετική φορολογία των τσιγάρων από ξανθό καπνό και των τσιγάρων από σκούρο καπνό δεν στηρίζεται στην προέλευσή τους, αλλά σε αντικειμενικά κριτήρια. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η φορολογική επιβάρυνση που επιβάλλεται στα εγχώρια προϊόντα δεν πρέπει κατ' ανάγκη να είναι σε κάθε περίπτωση χαμηλότερη από τη φορολογική επιβάρυνση που επιβάλλεται στα εισαγόμενα προϊόντα .
53. Εν τω μεταξύ, το Δικαστήριο ανέπτυξε περαιτέρω τη σχετική με τις ενέχουσες δυσμενείς διακρίσεις φορολογικές επιβαρύνσεις νομολογία. Μπορεί να θεωρηθεί ότι ένας φόρος εισάγει δυσμενή διάκριση μόνον αν μπορεί να αποτρέψει τους καταναλωτές από την αγορά του σχετικού προϊόντος το οποίο προέρχεται από άλλα κράτη μέλη, τούτο δε προς όφελος εγχωρίων προϊόντων . Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η εξέλιξη των αγορών για τσιγάρα από ξανθό καπνό και τσιγάρα από σκούρο καπνό δεν παρέχει τη δυνατότητα διαπιστώσεως αποτελέσματος που ενέχει δυσμενή διάκριση.
54. Τέλος, αναφερόμενη σε διαφορετικές περιόδους, η Γαλλική Κυβέρνηση καταδεικνύει ότι η τιμή των τσιγάρων από σκούρο καπνό - η οποία, αρχικώς, ήταν σαφώς χαμηλότερη - σημείωσε πολύ μεγαλύτερη αύξηση από την τιμή των τσιγάρων από ξανθό καπνό και ότι, ταυτοχρόνως, η κατανάλωση τσιγάρων από σκούρο καπνό μειώθηκε, ενώ αντιθέτως αυξήθηκε η κατανάλωση τσιγάρων από ξανθό καπνό.
Εκτίμηση
55. αρέλκει, εν προκειμένω, απόφαση ως προς το αν είναι σκόπιμο να εξετασθεί ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης, ενώ είναι ήδη σαφές ότι η επίδικη εθνική νομοθεσία δεν συνάδει προς το παράγωγο δίκαιο. Η ευρεία διακριτική ευχέρεια που διαθέτει η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως της παρέχει τη δυνατότητα να ζητήσει τη διαπίστωση της ταυτόχρονης παραβάσεως πλειόνων κανόνων του κοινοτικού δικαίου. άντως, επισημαίνεται εν προκειμένω ότι, σε αντιδιαστολή προς την άποψη της Επιτροπής, η οδηγία 95/59 σκοπεί, τουλάχιστον επικουρικώς, στην απαγόρευση της εισάγουσας δυσμενείς διακρίσεις φορολογίας . αρά ταύτα, θα εξετάσω στο σημείο αυτό κατά πόσον η πρόβλεψη δύο διαφορετικών ελαχίστων ορίων εισπράξεως φόρου για τα τσιγάρα από ξανθό καπνό και για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό συνάδει προς το άρθρο 95 της Συνθήκης.
α) Επί της εισάγουσας δυσμενείς διακρίσεις φορολογίας
56. Το Δικαστήριο έκρινε προσφάτως ότι «ένα σύστημα φορολογίας δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 95 της Συνθήκης, παρά μόνον αν είναι διαρρυθμισμένο κατά τρόπο που να αποκλείει σε κάθε περίπτωση τη βαρύτερη φορολογία των εισαγομένων προϊόντων σε σχέση με τα ομοειδή εγχώρια» (η υπογράμμιση δική μου).
57. Είναι αναμφίβολο ότι το άρθρο 575 A του code général des impôts υποβάλλει τα τσιγάρα από ξανθό καπνό τα οποία είναι κυρίως εισαγόμενα προϊόντα (σε ποσοστό περίπου 80 %) στη Γαλλία σε υψηλότερο ελάχιστο όριο εισπράξεως φόρου απ' ό,τι τα τσιγάρα από σκούρο καπνό, τα οποία κατασκευάζονται σχεδόν αποκλειστικά (σε ποσοστό περίπου 100 %) στη Γαλλία. Η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει επίσης ρητώς ότι οι διαφορετικοί συντελεστές αποσκοπούν στην μικρότερη επιβάρυνση των τσιγάρων από σκούρο καπνό, επειδή η θέση τους στην αγορά είναι δυσχερέστερη από εκείνη των τσιγάρων από ξανθό καπνό. Στην περίπτωση ομοειδών προϊόντων, ένα τέτοιο σύστημα φορολογίας πρέπει να θεωρηθεί ότι εισάγει δυσμενείς διακρίσεις και είναι ασυμβίβαστο προς το άρθρο 95 της Συνθήκης, δεδομένου ότι έστω και αν δεν προβλέπει καμία ρητή διάκριση λόγω καταγωγής των προϊόντων, έχει όμως διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε το μεγαλύτερο μέρος της εθνικής παραγωγής να υπάγεται στην ευνοϊκότερη φορολογική κατηγορία, ενώ το σύνολο σχεδόν των εισαγομένων προϊόντων να υπάγεται στην κατηγορία που υφίσταται τη μεγαλύτερη φορολογία .
58. Αν υποτεθεί ότι τα τσιγάρα από ξανθό καπνό και τα τσιγάρα από σκούρο καπνό αποτελούν ομοειδή προϊόντα υπό την έννοια του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, το γεγονός ότι ένα φορολογικό σύστημα στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια διαφοροποιήσεως δεν μπορεί να προβληθεί ως δικαιολογία για την εν λόγω συγκεκριμένη δυσμενή διάκριση. ράγματι, ούτε οι διαφορές στη φορολογία, οι οποίες στηρίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, μπορούν να δικαιολογήσουν τις δυσμενείς διακρίσεις .
59. Εν πάση περιπτώσει, είναι αμφίβολο αν τα δύο είδη τσιγάρων πρέπει να θεωρηθούν ως ομοειδή προϊόντα.
β) Επί του ομοειδούς των τσιγάρων από ξανθό καπνό και των τσιγάρων από σκούρο καπνό
60. Το παράγωγο δίκαιο περιλαμβάνει ενδείξεις ως αφορά το ομοειδές των τσιγάρων από ξανθό καπνό και των τσιγάρων από σκούρο καπνό. Ούτε οι προαναφερθείσες οδηγίες σχετικά με τη φορολογία ούτε το κοινό δασμολόγιο διακρίνουν μεταξύ τσιγάρων από σκούρο καπνό και τσιγάρων από ξανθό καπνό. άντως, η σημασία των ενδείξεων αυτών είναι, κατόπιν προσεκτικότερης θεωρήσεως, περιορισμένη.
61. Η κατάταξη στην ίδια κλάση του κοινού δασμολογίου μπορεί βεβαίως να αποτελεί ένδειξη για το ομοειδές των προϊόντων δεν οδηγεί όμως υποχρεωτικά στο συμπέρασμα ότι τα προϊόντα είναι ομοειδή .
62. Μεγαλύτερη σημασία από την κατάταξη στο κοινό δασμολόγιο έχει, όμως, η αξιολόγηση που αποτυπώθηκε στις προαναφερθείσες οδηγίες. ράγματι, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις και το άρθρο 4 της οδηγίας 95/59, ο κοινοτικός νομοθέτης θεωρεί ότι όλα τα είδη τσιγάρων ανήκουν στην ίδια κατηγορία επεξεργασμένων καπνών και ότι τελούν σε σχέση ανταγωνισμού μεταξύ τους. άντως, η νομοθετική πρακτική σχετικοποιεί την άποψη αυτή. ράγματι, οι λεπτομερείς περιγραφές και οι ορισμοί των προϊόντων που υπόκεινται σε φόρους καταναλώσεως στις διατάξεις περί εναρμονίσεως βάσει του άρθρου 99 της Συνθήκης στηρίζονται στις δασμολογικές κατατάξεις .
63. Άλλωστε, η προβαλλόμενη από τη Γαλλική Κυβέρνηση αξιολόγηση των τσιγάρων από ξανθό καπνό και των τσιγάρων από σκούρο καπνό από απόψεως δικαίου του ανταγωνισμού έχει, εν προκειμένω, περιορισμένη μόνο σημασία. Βεβαίως, ενδέχεται οι σχετικές με το δίκαιο του ανταγωνισμού αποφάσεις να περιέχουν επιχειρήματα τα οποία μπορεί να έχουν σημασία και για ζητήματα που ανακύπτουν στο πλαίσιο του φορολογικού δικαίου . άντως, αυτό δεν ισχύει κατ' ανάγκη και για τα συμπεράσματα . Οι δύο αυτοί κλάδοι του δικαίου περιλαμβάνουν ιδιαίτερους κανόνες, των οποίων η εφαρμογή πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση.
64. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί ειδικότερα αν τα τσιγάρα από ξανθό καπνό και τα τσιγάρα από σκούρο καπνό μπορούν να θεωρηθούν ως ομοειδή προϊόντα. Ήδη με την απόφαση Hansen & Balle, το Δικαστήριο τόνισε ότι τα ομοειδή προϊόντα δεν χρειάζεται να είναι «πανομοιότυπα» με την αυστηρή έννοια, αλλά πρέπει να εκτιμώνται «βάσει του κριτηρίου της όμοιας ή παρεμφερούς χρήσεως» .
65. Η νομολογία περιλαμβάνει παραδείγματα σχετικά με το όριο μέχρι το οποίο μπορεί να φθάσει το ομοειδές των προϊόντων. ράγματι, με την απόφαση στην υπόθεση 168/78 το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «μεταξύ των αποσταγμάτων οίνου που θεωρούνται ως σύνολο υπάρχει απεριόριστος αριθμός ποτών, τα οποία πρέπει να θεωρηθούν ως "ισοδύναμα προϊόντα" υπό την έννοια του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο» και ότι τα υπόλοιπα αποστάγματα οίνου βρίσκονται τουλάχιστον σε σχέση μερικού ή δυνητικού ανταγωνισμού, υπό την έννοια του άρθρου 95, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, με τα άλλα αποστάγματα οίνου . Με την απόφαση στην υπόθεση 106/84 το Δικαστήριο διαπίστωσε μάλιστα ότι συνιστούν ομοειδή προϊόντα οι επιτραπέζιοι οίνοι από φρούτα και οι οίνοι από σταφύλι καθώς και οι οίνοι από φρούτα και οι οίνοι από σταφύλι της κατηγορίας των οίνων λικέρ .
66. ροκειμένου να εκτιμήσει το ομοειδές των προϊόντων, το Δικαστήριο εξετάζει μέχρι σήμερα αν τα εκάστοτε προϊόντα έχουν παρεμφερείς ιδιότητες και ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες των καταναλωτών . Άλλωστε, η φορολογική πολιτική των κρατών μελών δεν πρέπει να εξυπηρετεί την παγίωση δεδομένων καταναλωτικών συνηθειών, προκειμένου να διατηρηθεί το πλεονέκτημα που έχει αποκτήσει μια εγχώρια βιομηχανία η οποία ασχολείται με την ικανοποίηση των συνηθειών αυτών . Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αποδοθεί καθοριστική σημασία στον υποκειμενικό παράγοντα της εκτιμήσεως των καταναλωτών έναντι αντικειμενικών παραγόντων. Επομένως, είναι σκοπιμότερο να εξεταστεί αντικειμενικά, όπως το έπραξε το Δικαστήριο στην πρόσφατη νομολογία του, αν τα προϊόντα έχουν παρεμφερείς ιδιότητες και ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες των καταναλωτών .
67. Σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 575 A του code général des impôts, «τσιγάρα από σκούρο καπνό θεωρούνται τα τσιγάρα των οποίων η σύνθεση από φυσικό καπνό περιλαμβάνει τουλάχιστον 60 % καπνών που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 2401.10.41, 2401.10.70, 2401.20.41 ή 2401.20.70 του δασμολογίου». Όλα τα υπόλοιπα τσιγάρα θεωρούνται τσιγάρα από ξανθό καπνό. Κατά συνέπεια, η ομάδα συγκρίσεως των τσιγάρων από ξανθό καπνό ορίζεται αρνητικά υπό την έννοια ότι πρέπει να θεωρηθούν ως τσιγάρα από ξανθό καπνό τα τσιγάρα των οποίων η σύνθεση περιλαμβάνει είτε μικρότερο ποσοστό των εν λόγω καπνών είτε αποκλειστικά άλλα καπνά. Ήδη από την εν λόγω οριοθέτηση που περιλαμβάνεται στον νόμο προκύπτει ότι οι διαφορές μεταξύ των τσιγάρων από ξανθό καπνό και των τσιγάρων από σκούρο καπνό αφορούν τα ποσοστά της περιεκτικότητάς τους σε συγκεκριμένα είδη καπνών.
68. Η εντύπωση αυτή επιβεβαιώνεται αν ληφθεί υπόψη η επεξεργασία των διαφόρων καπνών. Οι προαναφερθείσες για τον ορισμό των τσιγάρων από σκούρο καπνό κλάσεις του κοινού δασμολογίου καλύπτουν τον ακατέργαστο καπνό με μίσχο ή εν μέρει ή εντελώς απομισχωμένο, ο οποίος έχει αποξηρανθεί με φωτιά («fire cured») ή στο υπόστεγο, αλλά έχει υποστεί φυσική ζύμωση πριν τεθεί σε εμπορία («dark air cured») . Ο καπνός μπορεί, επιπλέον, να αποξηρανθεί στον ήλιο, σε φούρνο ή σε υπόστεγο χωρίς να υποστεί ζύμωση. Εξάλλου, υπάρχουν διάφορες διαδικασίες ζυμώσεως και, τέλος, είναι δυνατόν να αναμειχθούν με τον καπνό και προσθετικά, τα οποία μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη γεύση των τσιγάρων. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ίσως τα τσιγάρα με μινθόλη. Είναι, συναφώς, δυνατόν να δημιουργηθούν πολλές διαφορετικές ποικιλίες και, εντούτοις, παρά τις διαφορετικές μεθόδους παραγωγής, πρόκειται πάντοτε για τσιγάρα. Το γεγονός ότι η Γαλλική Δημοκρατία διακρίνει ακριβώς μεταξύ τσιγάρων από ξανθό καπνό και τσιγάρων από σκούρο καπνό αποτελεί, στο πλαίσιο αυτό, συνέπεια όχι αναγκαστικής αλλά μάλλον αυθαίρετης επιλογής.
69. Είναι άλλωστε προφανές ότι αμφότερα τα είδη τσιγάρων εξυπηρετούν την ίδια ανάγκη, δηλαδή ικανοποιούν την ανάγκη για νικοτίνη. αρέχουν τη δυνατότητα καταναλώσεως καπνού υπό τη συνήθη μορφή τσιγάρων, δηλαδή προκατασκευασμένων κυλίνδρων καπνού περιτυλιγμένων με φύλλα χαρτιού . Η διαπίστωση ότι προφανώς κανένας καπνιστής δεν θα γινόταν μη καπνιστής στην περίπτωση κατά την οποία το ένα από τα δύο είδη τσιγάρων δεν θα διετίθετο πλέον αποδεικνύει ότι το ένα είδος μπορεί να υποκαταστήσει το άλλο.
70. Για να αντικρούσει το ομοειδές των δύο ειδών τσιγάρων, η Γαλλική Δημοκρατία προβάλλει διαφορές στη γεύση. άντως, η γεύση του καπνού έχει ελάχιστη σημασία κατά την κατανάλωση. Μόνο το 2 % του συνόλου των καπνιστών είναι σε θέση να αναγνωρίσει τυφλά τη γεύση της ποικιλίας που καπνίζει . Η διαπίστωση αυτή αντιστοιχεί και στη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία είναι αναμφίβολο «ότι [...] τα προϊόντα μπορούν να έχουν διαφορετική γεύση· εντούτοις, το κριτήριο αυτό μεταβάλλεται σε τέτοιο βαθμό ανάλογα με τον τόπο και τον χρόνο, ώστε δεν μπορεί να παράσχει αρκούντως ασφαλή βάση διακρίσεως για την οριοθέτηση των φορολογικών κατηγοριών» . Κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη του ομοειδούς που διαπιστώθηκε σε άλλες περιπτώσεις και μάλιστα όσον αφορά τους οίνους από φρούτα και τους οίνους από σταφύλι ή έναν απεριόριστο αριθμό διαφορετικών αποσταγμάτων οίνου , δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί, στην παρούσα περίπτωση, αποφασιστική σημασία στις διαφορές της γεύσεως.
71. άντως, οι καταναλωτές αμφοτέρων των ειδών τσιγάρων στη Γαλλία διαφέρουν μεταξύ τους. Ένα γηράσκον και, κατά συνέπεια, αριθμητικά περιοριζόμενο τμήμα του γαλλικού πληθυσμού καπνίζει τσιγάρα από σκούρο καπνό ενώ οι νεότεροι Γάλλοι επιλέγουν τα τσιγάρα από ξανθό καπνό. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη περί του ότι οι ιδιότητες των τσιγάρων ή οι ανάγκες των καταναλωτών μπορούν να δικαιλογήσουν το δημογραφικό αυτό χάσμα. Αντιθέτως, πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτό στηρίζεται σε παράγοντες οι οποίοι βαίνουν πέραν της απλής ανάγκης για νικοτίνη - θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη οι μακροχρόνιες συνήθειες και η εικόνα του εκάστοτε είδους τσιγάρων.
72. Εν πάση περιπτώσει, η άποψη αυτή δεν υπερισχύει των κοινών χαρακτηριστικών των δύο ειδών τσιγάρων. Στην αγορά των τσιγάρων από ξανθό καπνό και μόνον, η εικόνα (image) που δημιουργήθηκε για ένα είδος τσιγάρων χάρη στη διαφήμιση αποκτά συχνά καθοριστική σημασία για την απόφαση των καταναλωτών να αγοράσουν το είδος αυτό. άντως, η διαφορετική φορολογία δύο ειδών τσιγάρων από ξανθό καπνό θα ήταν αδικαιολόγητη έστω και αν ήταν δυνατόν να αποδειχθεί ότι δεν μπορεί να επηρεάσει τις πωλήσεις, λόγω της προσηλώσεως των καταναλωτών στα είδη αυτά. Άλλωστε, κατά τη νομολογία, οι συνήθειες των καταναλωτών έχουν δευτερεύουσα μόνο σημασία.
73. Επομένως, τα τσιγάρα από ξανθό καπνό και τα τσιγάρα από σκούρο καπνό πρέπει να θεωρηθούν ως ομοειδή προϊόντα υπό την έννοια του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης. Επειδή διαπιστώθηκε ήδη ότι η επίδικη φορολογία συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος των τσιγάρων από άλλα κράτη μέλη, συντρέχει παράβαση του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης.
γ) Επί του άρθρου 95, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης
74. Τονίζεται ακόμη, συμπληρωματικά, ότι τα τσιγάρα από ξανθό καπνό και τα τσιγάρα από σκούρο καπνό πρέπει να θεωρηθούν ότι βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού, τουλάχιστον δυνητικώς, οπότε είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 95, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. άντως, για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, δεν αρκεί να αποδειχθεί ότι τα εισαγόμενα προϊόντα υπόκεινται σε υψηλότερη φορολογία. Αντιθέτως, θα πρέπει ακόμη να εξεταστεί αν οι διαφορές στη φορολογία ενέχουν, ενδεχομένως, προστατευτικό αποτέλεσμα υπέρ της εγχώριας παραγωγής . Στατιστικά στοιχεία μπορεί να περιέχουν κατάλληλα κριτήρια εκτιμήσεως. Καίτοι η Επιτροπή φέρει, καταρχήν, το βάρος αποδείξεως παραβιάσεως της Συνθήκης , το Δικαστήριο έκρινε πάντως ότι η Επιτροπή δεν οφείλει, κατά κανόνα, να προσκομίσει στατιστικά στοιχεία .
75. Στην υπό κρίση περίπτωση, είναι σαφές ότι τα τσιγάρα από σκούρο καπνό πωλούνται σε ευνοϊκότερη τιμή σε σχέση με τα τσιγάρα από ξανθό καπνό και, ταυτοχρόνως, το ελάχιστο όριο εισπράξεως φόρου για τα τσιγάρα αυτά είναι χαμηλότερο, πράγμα το οποίο παρέχει τη δυνατότητα εφαρμογής ευνοϊκότερης τιμής. Κατά συνέπεια, υπάρχουν τουλάχιστον ενδείξεις ως προς την ύπαρξη προστατευτικού αποτελέσματος. άντως, οι ενδείξεις αυτές αποδυναμώνονται σε μεγάλο βαθμό λόγω της υπάρξεως δύο διαφορετικών κατηγοριών καταναλωτών των δύο ειδών τσιγάρων. Αν η διαφορά της τιμής μεταξύ των τσιγάρων από ξανθό καπνό και των τσιγάρων από σκούρο καπνό είχε κάποια σημασία για τον σύγχρονο καταναλωτή, η επιλογή ενός τσιγάρου δεν θα καθοριζόταν υπό τη μορφή αυτή από την ηλικία του καπνιστή. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο, στο μέτρο που το χάσμα μεταξύ των γενεών ακριβώς όπως και οι διαφορές της τιμής μεταξύ των τσιγάρων από ξανθό καπνό και των τσιγάρων από σκούρο καπνό, φαίνεται ήδη να υπάρχει από μακρού και ανεξαρτήτως της διαφορετικής φορολογίας. Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε ότι η διαφορετική φορολογία λειτουργεί προστατευτικώς υπέρ της εγχώριας παραγωγής. Αυτή την απόδειξη όμως έπρεπε να προσκομίσει η Επιτροπή.
δ) ρόταση ως προς το άρθρο 95 της Συνθήκης
76. Επειδή τα τσιγάρα από ξανθό καπνό και τα τσιγάρα από σκούρο καπνό πρέπει να θεωρηθούν ως ομοειδή προϊόντα, η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, καθ' όσον επέβαλε στα τσιγάρα από ξανθό καπνό ελάχιστο όριο εισπράξεως φόρου υψηλότερο απ' αυτό που ισχύει για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό.
77. Στην περίπτωση όμως κατά την οποία το Δικαστήριο δεν θα δεχόταν ότι τα τσιγάρα από ξανθό καπνό και τα τσιγάρα από σκούρο καπνό είναι ομοειδή προϊόντα, θα έπρεπε να απορριφθεί η αιτίαση περί παραβάσεως του άρθρου 95 της Συνθήκης, επειδή η Επιτροπή δεν απέδειξε παράβαση του άρθρου 95, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
V - Δικαστικά έξοδα
78. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Γαλλικής Δημοκρατίας και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
VI - ρόταση
79. Κατά συνέπεια, προτείνεται στο Δικαστήριο να αποφασίσει ως εξής:
1. Η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ σύστημα επιβάλλον κατώτατη τιμή αναφοράς για το σύνολο των τσιγάρων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1995, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών.
2. Η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ σύστημα επιβάλλον διαφοροποιημένη φορολογία στα τσιγάρα από ξανθό καπνό και στα τσιγάρα από σκούρο καπνό, εις βάρος των τσιγάρων από ξανθό καπνό, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 8, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 95/59/ΕΚ, από το άρθρο 2 της οδηγίας 92/79/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την προσέγγιση των φόρων στα τσιγάρα, όσο και από το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης.
3. Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy