Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουνίου 2000 στις υποθέσεις T-79/96, T-260/97 και T-117/98 (1). Με την απόφαση αυτή το Πρωτοδικείο δέχθηκε μεταξύ άλλων ότι η Επιτροπή είχε παραβεί τις υποχρεώσεις της μη λαμβάνοντας υπέρ δύο ιταλικών εταιριών εισαγωγής μπανανών, ήτοι των εταιριών Camar Srl και Tico Srl, ορισμένα μέτρα προβλεπόμενα στον κανονισμό (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (2) (στο εξής: κανονισμός 404/93 ή κανονισμός). Στην υπόθεση T-260/97, η Επιτροπή υποχρεώθηκε να αποκαταστήσει τη ζημία την οποία υπέστη η Camar λόγω της αρνήσεως της Επιτροπής να λάβει τα ζητούμενα μέτρα.
II - Τα διαπιστωθέντα από το Πρωτοδικείο πραγματικά περιστατικά
2 Από την απόφαση του Πρωτοδικείου προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (3):
Η εταιρία Camar ιδρύθηκε το 1983 από τον ιταλικό επενδυτικό όμιλο De Nadai για την εισαγωγή μπανανών Σομαλίας στην Ιταλία. Μέχρι το 1994, ήταν ο μόνος εισαγωγέας και, μέχρι το 1997, ο κύριος εισαγωγέας μπανανών αυτής της προελεύσεως. Μεταξύ 1984 και 1990, η καλλιέργεια μπανανών στη Σομαλία έφθασε στο υψηλότερο επίπεδό της, με ετήσια παραγωγή 90 000 έως 100 000 τόνων. Ένα μέρος της παραγωγής αυτής εισαγόταν στην Ευρώπη (51 921 τόνοι το 1988, 59 388 τόνοι το 1989 και 57 785 τόνοι το 1990) και, ειδικότερα, στην Ιταλία από την Camar (45 130 τόνοι το 1990). Στις 31 Δεκεμβρίου 1990, εμφύλιος πόλεμος ξέσπασε στη Σομαλία, προκαλώντας διακοπή του κανονικού ρεύματος εισαγωγών από την Camar. Από την έναρξη του πολέμου αυτού μέχρι την εγκαθίδρυση της κοινής οργανώσεως αγοράς, τον Ιούλιο του 1993, η Camar εφοδίαζε την ιταλική αγορά, προμηθευόμενη μπανάνες σε ορισμένες χώρες της Αφρικής, της Καραϋβικής και του Ειρηνικού (στο εξής: χώρες ΑΚΕ), στο Καμερούν και στα Υπήνεμα Νησιά, καθώς και σε ορισμένες τρίτες χώρες, από τις οποίες εισήγε ήδη μπανάνες από το 1988. Από την εγκαθίδρυση της κοινής οργανώσεως αγοράς, τον Ιούλιο του 1993, έως το τέλος του 1997, η Camar έλαβε πιστοποιητικά κατηγορίας Α. Το 1997, η Camar έλαβε πιστοποιητικά εισαγωγής για ποσότητα 7 545,723 τόνων για την κατηγορία A και 2 140,718 τόνων για την κατηγορία B (4). Κατά την περίοδο αυτή, οι ποσότητες μπανανών τις οποίες εισήγαγε η Camar από τη Σομαλία ανήλθαν σε 482 τόνους το 1993, 1 321 τόνους το 1994, 14 140 τόνους το 1995 και 15 780 τόνους το 1996. Το 1997, προβλεπόταν ότι η παραγωγή μπανανών στη Σομαλία θα ανερχόταν σε 60 000 τόνους περίπου, αλλά λόγω κλιματικών προβλημάτων και μη υπάρξεως άλλου κατάλληλου λιμένα εκτός από το Mogadiscio, οι εισαγωγές από τη Σομαλία περιορίστηκαν σε 21 599 τόνους, από τους οποίους οι 12 000 διατέθηκαν στο εμπόριο από την Camar.
Αμέσως μετά την έναρξη της ισχύος της κοινής οργανώσεως αγοράς, η Camar ζήτησε επανειλημμένα από τις υπηρεσίες της Επιτροπής να αυξήσουν την ποσόστωση μπανανών τρίτων χωρών κατά ποσότητα ίση με τη διαφορά μεταξύ της παραδοσιακής ποσότητας μπανανών από τη Σομαλία, η οποία προβλεπόταν από τον κανονισμό 404/93 (60 000 τόνοι), και των ποσοτήτων που εισήγαγε πράγματι ή μπορούσε να εισαγάγει στην Κοινότητα η Camar και να της χορηγήσουν τα αντίστοιχα προς τη διαφορά μεταξύ των ποσοτήτων αυτών πιστοποιητικά.
III - Το νομικό πλαίσιο
3 Σύμφωνα με την απόφαση του Πρωτοδικείου, το νομικό πλαίσιο διαγράφεται ως εξής (5):
4 Με τον κανονισμό 404/93, ένα κοινό σύστημα συναλλαγών με τις τρίτες χώρες υποκαταστάθηκε στα διάφορα προηγουμένως ισχύοντα εθνικά συστήματα. Ο κανονισμός αυτός, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υποθέσεως, προέβλεπε το άνοιγμα ετήσιας δασμολογικής ποσοστώσεως για τις εισαγωγές μπανανών προελεύσεως τρίτων χωρών και χωρών ΑΚΕ. Το άρθρο 15 του κανονισμού, το οποίο κατέστη άρθρο 15α μετά την τροποποίηση που επήλθε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3290/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις προσαρμογές και τα μεταβατικά μέτρα στον τομέα της γεωργίας που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των συμφωνιών οι οποίες έχουν συναφθεί στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης (6), προέβλεπε τη διάκριση των μπανανών σε παραδοσιακές και μη παραδοσιακές, ανάλογα με το αν περιλαμβάνονταν στις ποσότητες που καθορίζονταν στο παράρτημα του κανονισμού και εξάγονταν παραδοσιακά από τα κράτη ΑΚΕ προς την Κοινότητα. Για τη Σομαλία, η ποσότητα των παραδοσιακών εισαγωγών καθοριζόταν σε 60 000 τόνους.
5 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού (7) προέβλεπε, για τις εισαγωγές μπανανών τρίτων χωρών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ, το άνοιγμα δασμολογικής ποσοστώσεως 2,1 εκατομμυρίων τόνων (καθαρού βάρους) για το 1994 και 2,2 εκατομμυρίων τόνων (καθαρού βάρους) για τα επόμενα έτη. Στο πλαίσιο της δασμολογικής αυτής ποσοστώσως, οι εισαγωγές μπανανών τρίτων χωρών υπέκειντο στην επιβολή δασμού 75 ECU ανά τόνο και οι εισαγωγές μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ σε μηδενικό δασμό. Επί πλέον, το άρθρο 18, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, προέβλεπε ότι οι πραγματοποιούμενες εκτός της ποσοστώσεως εισαγωγές υπέκειντο, ανεξάρτητα από το αν επρόκειτο για μη παραδοσιακές εισαγωγές από χώρες ΑΚΕ ή από τρίτες χώρες, σε δασμό υπολογιζόμενο βάσει του κοινού δασμολογίου.
6 Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού κατένεμε την ανοιγόμενη δασμολογική ποσόστωση σε ποσοστό 66,5 % στην κατηγορία των επιχειρηματιών που ασχολούνταν με την εμπορία μπανανών τρίτων χωρών ή μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ (κατηγορία A), σε ποσοστό 30 % στην κατηγορία των επιχειρηματιών που ασχολούνταν με την εμπορία κοινοτικών μπανανών ή παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ (κατηγορία Β) και σε ποσοστό 3,5 % στην κατηγορία των επιχειρηματιών οι οποίοι είχαν αρχίσει να διαθέτουν στο εμπόριο μπανάνες, πλην των κοινοτικών και των παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ, από το 1992 (κατηγορία Γ).
7 Κατά το άρθρο 19, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού, για το δεύτερο εξάμηνο του 1993, κάθε επιχειρηματίας ελάμβανε πιστοποιητικά βάσει του ημίσεος της μέσης ετήσιας ποσότητας που είχε διαθέσει στο εμπόριο κατά τα έτη 1989 έως 1991.
8 Το άρθρο 19, παράγραφος 4, του κανονισμού προέβλεπε ότι, σε περίπτωση αυξήσεως της δασμολογικής ποσοστώσεως, η συμπληρωματική διαθέσιμη ποσότητα θα παραχωρούνταν στους επιχειρηματίες των κατηγοριών που αναφέρονταν στην παράγραφο 1 του ίδιου αυτού άρθρου.
9 Το άρθρο 16, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού, προέβλεπε την ετήσια κατάρτιση ενός «κατά πρόβλεψη υπολογισμού» της παραγωγής και της καταναλώσεως στην Κοινότητα, καθώς και των εισαγωγών και των εξαγωγών. Οι προβλέψεις αυτές μπορούσαν, αν ήταν αναγκαίο, να αναθεωρηθούν κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας, προκειμένου κυρίως να συνεκτιμηθούν ορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις επηρεάζουσες τις συνθήκες παραγωγής ή εισαγωγής.
10 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού προέβλεπε τη δυνατότητα αυξήσεως της ετήσιας ποσοστώσεως βάσει του κατά πρόβλεψη υπολογισμού του άρθρου 16 και παρέπεμπε προς τούτο στο άρθρο 27 του εν λόγω κανονισμού.
11 Το άρθρο 20 του κανονισμού παρείχε στην Επιτροπή την εξουσία καταρτίσεως και αναθεωρήσεως του κατά πρόβλεψη υπολογισμού του άρθρου 16 και την εξουσία θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος συναλλαγών με τις τρίτες χώρες.
12 Το άρθρο 30 του κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Εάν, από τον Ιούλιο 1993, χρειαστεί να ληφθούν ειδικά μέτρα για να γίνει ευκολότερα η μετάβαση από τα καθεστώτα που ίσχυαν πριν τεθεί σε ισχύ ο παρών κανονισμός στο καθεστώς που θεσπίζεται από τον παρόντα κανονισμό, ιδιαιτέρως δε για να ξεπεραστούν σημαντικές δυσκολίες, η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27, λαμβάνει όλα τα αναγκαία μεταβατικά μέτρα.»
13 Το άρθρο 27 του κανονισμού επέτρεπε στην Επιτροπή να θεσπίζει τα μέτρα εκτελέσεως του εν λόγω κανονισμού, σύμφωνα με τη λεγόμενη διαδικασία «της επιτροπής διαχειρίσεως».
14 Οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα περιέχονταν, κατά τον χρόνο των κρίσιμων για τις παρούσες υποθέσεις περιστατικών, στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1442/93 της Επιτροπής, της 10ης Ιουνίου 1993 (8). Σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 του κανονισμού αυτού, η κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως μεταξύ των επιχειρηματιών της κατηγορίας Α (66,5 %) πραγματοποιούνταν βάσει των ποσοτήτων μπανανών τρίτων χωρών ή μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ που είχαν διατεθεί στο εμπόριο κατά τα τρία τελευταία έτη πριν από το έτος για το οποίο είχε ανοιχθεί η δασμολογική ποσόστωση. Όσον αφορά την κατανομή της ποσοστώσεως μεταξύ των επιχειρηματιών της κατηγορίας B (30 %), αυτοί πραγματοποιούνταν βάσει των ποσοτήτων κοινοτικών μπανανών ή παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ που είχαν διατεθεί στο εμπόριο κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς που υπολογιζόταν κατά τον ίδιο τρόπο όπως και για την κατηγορία A.
15 Κατά το άρθρο 19, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 404/93 και τα άρθρα 4 και 5 του κανονισμού 1442/93, η περίοδος αναφοράς μετετίθετο ετησίως κατά ένα έτος. Κατά συνέπεια, αν για τις εισαγωγές του 1993 η περίοδος αναφοράς περιελάμβανε τα έτη 1989, 1990 και 1991, για τις εισαγωγές του 1997 περιελάμβανε τα έτη 1993, 1994 και 1995.
16 Μεταξύ των ετών 1994 και 1996, κατόπιν των τροπικών θυελλών Debbie, Iris, Luis και Marilyn, οι οποίες είχαν καταστρέψει τις μπανανοφυτείες της Μαρτινίκας, της Γουαδελούπης, των Νησιών Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες, της Αγίας Λουκίας και της Δομίνικας, η Επιτροπή εξέδωσε διάφορους κανονισμούς (9).
Οι κανονισμοί αυτοί προέβλεπαν την αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως και περιελάμβαναν ειδικούς λεπτομερείς κανόνες για την κατανομή της συμπληρωματικής αυτής ποσότητας μεταξύ των επιχειρηματιών οι οποίοι εμπορεύονταν με ή αντιπροσώπευαν άμεσα τους παραγωγείς μπανανών στους οποίους είχαν προκληθεί οι ζημίες από τις θύελλες αυτές. Αυτοί οι κανόνες κατανομής απέκλιναν από το κριτήριο που θέτει το άρθρο 19, παράγραφος 4, του κανονισμού.
17 Οι κανονισμοί αυτοί, οι οποίοι θεσπίστηκαν λόγω των θυελλών, εκδόθηκαν από την Επιτροπή βάσει των άρθρων 16, παράγραφος 3, 20 και 30 του κανονισμού.
18 Ως αιτιολογία για την έκδοση των κανονισμών αυτών προβλήθηκε το γεγονός ότι οι τροπικές αυτές θύελλες είχαν προκαλέσει σημαντικότατες ζημίες στις μπανανοφυτείες των κοινοτικών εδαφών της Μαρτινίκας και της Γουαδελούπης, καθώς και στα κράτη ΑΚΕ Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες, Αγία Λουκία και Δομίνικα· επιπλέον, οι επιπτώσεις από τις έκτακτες αυτές περιστάσεις επί της παραγωγής των πληγεισών περιοχών θα ήσαν αισθητές επί πολλούς μήνες και θα επηρέαζαν σημαντικά τις εισαγωγές και τον εφοδιασμό της κοινοτικής αγοράς, πράγμα που ενείχε τον κίνδυνο σημαντικής αυξήσεως των τιμών της αγοράς σε ορισμένες περιοχές της Κοινότητας.
19 Όσον αφορά το σύστημα αυξήσεως της δασμολογικής ποσοστώσεως κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 404/93, η Επιτροπή εξέθεσε, με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη των κανονισμών αυτών, τα εξής:
«Από την προσαρμογή της δασμολογικής ποσοστώσεως πρέπει να είναι δυνατόν, αφενός, να εφοδιασθεί κατά τρόπον ικανοποιητικό η κοινοτική αγορά [...] και, αφετέρου, να κατανεμηθεί η ποσόστωση αυτή στους επιχειρηματίες που συγκεντρώνουν ή εκπροσωπούν απευθείας τους παραγωγούς μπανανών που υπέστησαν τις σημαντικότερες ζημίες και, επιπλέον, [κινδυνεύουν], λόγω απουσίας των καταλλήλων μέτρων, να χάσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα την παραδοσιακή διάθεση στην κοινοτική αγορά».
20 Στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη η Επιτροπή εξέθεσε τα εξής:
«τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν θα πρέπει να έχουν ειδικό μεταβατικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 30 του κανονισμού [...] 404/93· για τον σκοπό αυτό, πριν από την έναρξη ισχύος της νέας κοινής οργανώσεως της αγοράς την 1η Ιουλίου 1993, οι υπάρχουσες εθνικές οργανώσεις, για να αντιμετωπίσουν περιπτώσεις ανάγκης ή εκτάκτων περιστάσεων όπως [οι προαναφερθείσες θύελλες], διέθεταν μέσα που εξασφάλιζαν τον εφοδιασμό της αγοράς από άλλους προμηθευτές διασφαλίζοντας, συγχρόνως, τα συμφέροντα των επιχειρηματιών που υπήρξαν θύματα αυτών των εκτάκτων γεγονότων.»
IV - Οι διαδικασίες ενώπιον του Πρωτοδικείου
21 Με διάταξη της 25ης Μαρτίου 1999, το Πρωτοδικείο αποφάσισε να ενώσει και να συνεκδικάσει, λόγω συναφείας, τις υποθέσεις T-79/96, T-260/97 και T-117/98.
A - Η διαδικασία στην υπόθεση T-79/96
22 Στις 24 Ιανουαρίου 1996, η Camar κάλεσε την Επιτροπή να ενεργήσει, δυνάμει του άρθρου 175, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 232, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ), σύμφωνα με τα αιτήματα που είχε διατυπώσει για την περίοδο εμπορίας 1996. Μη έχοντας λάβει ουδεμία απάντηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η Camar, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Μαου 1996, άσκησε προσφυγή κατά παραλείψεως και αγωγή αποζημιώσεως.
23 Στην υπόθεση T-79/96, η προσφεύγουσα ζήτησε ιδίως από το Πρωτοδικείο:
- να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα που θα έδιναν στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να υπερνικήσει τις δυσκολίες ανεφοδιασμού της, οι οποίες οφείλονταν στην κρίση που διερχόταν η Σομαλία, παρέβη το άρθρο 30 του κανονισμού 404/93 και το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 34, παράγραφος 2, ΕΚ),
- να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για το μέλλον,
- να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη η προσφεύγουσα λόγω της παραλείψεως αυτής.
24 Στην υπόθεση T-79/96, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε από το άρθρο 30 του κανονισμού, καθόσον δεν είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα, υπό την έννοια του άρθρου αυτού, έναντι της προσφεύγουσας, απέρριψε δε ως απαράδεκτη την αγωγή αποζημιώσεως.
Β - Η διαδικασία στην υπόθεση T-260/97
25 Στην υπόθεση T-260/97, η Camar ζήτησε ιδίως από το Πρωτοδικείο:
- να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 1997, περί απορρίψεως της αιτήσεως λήψεως μεταβατικών μέτρων υπέρ της εταιρίας στο πλαίσιο του καθεστώτος των δασμολογικών ποσοστώσεων για την εισαγωγή μπανανών,
- να υποχρεώσει την Επιτροπή να την αποζημιώσει για τη ζημία που υπέστη και θα υποστεί στο μέλλον λόγω της αρνήσεως της Επιτροπής να λάβει υπόψη, όσον αφορά τον υπολογισμό των πιστοποιητικών κατηγορίας Β, τη συνήθη ποσότητα αναφοράς της εταιρίας αυτής, δηλαδή την ποσότητα της τελευταίας τριετίας πριν από την έκρηξη του εμφυλίου πολέμου στη Σομαλία,
- επικουρικώς, να υποχρεώσει το Συμβούλιο να την αποζημιώσει, διότι δεν θέσπισε ειδικές διατάξεις με τον κανονισμό 404/93 που να επιτρέπουν την αντιμετώπιση περιπτώσεων σαν τη δική της.
26 Στην υπόθεση T-260/97, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 1997, περί απορρίψεως της αιτήσεως την οποία είχε υποβάλει η προσφεύγουσα βάσει του άρθρου 30 του κανονισμού.
27 Επί πλέον, η Επιτροπή υποχρεώθηκε να αποκαταστήσει τη ζημία την οποία υπέστη η προσφεύγουσα λόγω της αποφάσεως της 17ης Ιουλίου 1997. Η Επιτροπή καταδικάστηκε επίσης στο 90 % των εξόδων της διαδικασίας αυτής και το Συμβούλιο στο 10 %.
Γ - Η διαδικασία στην υπόθεση T-117/98
28 Με έγγραφο της 5ης Μαρτίου 1998, οι Camar και Tico ζήτησαν από την Επιτροπή να προσαρμόσει, κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού, τη δασμολογική ποσόστωση για τα δύο πρώτα τρίμηνα του 1998 λαμβάνοντας υπόψη τις εισαγωγές του 1996 από τη Σομαλία, κατόπιν της μειώσεως των διαθεσίμων ποσοτήτων μπανανών Σομαλίας η οποία προκλήθηκε από το γνωστό υπό το όνομα «El Niρo» μετεωρολογικό φαινόμενο το οποίο, από τον Οκτώβριο του 1997 έως τον Ιανουάριο του 1998, είχε προξενήσει ζημίες στις μπανανοφυτείες της Σομαλίας.
29 Με έγγραφο φέρον συγχρόνως τις ημερομηνίες της 23ης και της 24ης Απριλίου 1998, η Επιτροπή ενημέρωσε τις δύο εταιρίες ότι δεν είχε την πρόθεση να δεχθεί το αίτημα προσαρμογής της δασμολογικής ποσοστώσεως. Συγκεκριμένα, οι υπηρεσίες της δεν είχαν διαπιστώσει ελλείψεις όσον αφορά τον εφοδιασμό της κοινοτικής αγοράς ούτε κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1997 ούτε κατά το πρώτο εξάμηνο του 1998. Επί πλέον, κατά την Επιτροπή, δεν ήταν δυνατόν να γίνει διάκριση όσον αφορά το αίτημά τους, μεταξύ των ζημιών που είχαν προκληθεί από τα κλιματικά προβλήματα και μεταξύ των λοιπών δυσχερειών σχετικά με τις εξαγωγές μπανανών Σομαλίας, οι οποίες οφείλονταν ιδίως στην κατάσταση των λιμενικών εγκαταστάσεων και στις ασταθείς συνθήκες μεταφοράς.
30 Στην υπόθεση T-117/98, οι Camar και Tico ζήτησαν ιδίως από το Πρωτοδικείο:
- να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση προσαρμογής, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 404/93, της δασμολογικής ποσοστώσεως για τις εισαγωγές μπανανών,
- να υποχρεώσει την Επιτροπή να τις αποζημιώσει.
31 Στην υπόθεση T-117/98, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 1998, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που είχαν υποβάλει οι προσφεύγουσες βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 404/93, απέρριψε δε ως απαράδεκτη την αγωγή αποζημιώσεως.
V - Τα αιτήματα και οι λόγοι στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως
32 Η Επιτροπή άσκησε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου και ζητεί από το Δικαστήριο:
- να αναιρέσει την απόφαση,
- να κρίνει αβάσιμες την προσφυγή στην υπόθεση T-79/96, καθώς και την προσφυγή ακυρώσεως και την αγωγή αποζημιώσεως στην υπόθεση T-260/97,
- να κρίνει απαράδεκτη ή αβάσιμη την προσφυγή στην υπόθεση T-117/98,
- να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στη δίκη ενώπιον του Πρωτοδικείου στα δικαστικά έξοδα των διαδικασιών ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου.
33 Η Επιτροπή στηρίζει την αίτηση αναιρέσεως στους ακόλουθους λόγους:
34 Όσον αφορά τις υποθέσεις Τ-79/96 και T-260/97, η Επιτροπή προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 30 του κανονισμού (δεύτερος λόγος αναιρέσεως).
35 Όσον αφορά την υπόθεση T-117/98, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο έκρινε εσφαλμένα επί του παραδεκτού προσφυγής ακυρώσεως στρεφόμενης κατά της αρνήσεως εκδόσεως νομικής πράξεως (πρώτος λόγος αναιρέσεως) και ότι ερμήνευσε εσφαλμένα τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού (τρίτος λόγος αναιρέσεως).
36 Με το υπόμνημά του, το Συμβούλιο, ως καθού στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-260/97, προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι εξετίμησε εσφαλμένα τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες στοιχειοθετείται εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας και ζητεί από το Δικαστήριο να μεταρρυθμίσει την απόφαση του Πρωτοδικείου και να καταδικάσει τις Camar και Tico στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των διαδικασιών.
37 Η Γαλλική Δημοκρατία, η οποία συμμετέσχε στη διαδικασία επί των υποθέσεων T-79/96 και T-260/97 ως παρεμβαίνουσα υπέρ των αιτημάτων της Επιτροπής, αφενός, και της Επιτροπής και του Συμβουλίου αφετέρου, ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να απορρίψει τις προσφυγές και να καταδικάσει τις Camar και Tico στα δικαστικά έξοδα.
38 H Camar και Tico καθώς και η Ιταλική Δημοκρατία, η οποία συμμετέσχε στη διαδικασία επί της υποθέσεως T-79/96 ως παρεμβαίνουσα υπέρ των αιτημάτων των Camar και Tico, ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
VI - Οι προβληθέντες λόγοι αναιρέσεως
A - Πρώτος λόγος: επί του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως η οποία ασκήθηκε κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να λάβει μέτρα κατ' εφαρμογήν του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού (υπόθεση T-117/98)
39 Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην προσφυγή που οι Camar και Tico άσκησαν ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία αυτή αρνήθηκε να εκδώσει κανονισμό. Σε τέτοια περίπτωση, οι προσφεύγοντες οφείλουν να αποδείξουν ότι ναι μεν δεν θα ήταν αποδέκτες του εν λόγω κανονισμού, αλλά αυτός θα τους αφορούσε άμεσα και ατομικά.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
40 Η Επιτροπή, το Συμβούλιο και η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας παραδεκτή την προσφυγή ακυρώσεως, δεν ετήρησε τη νομολογία του καθώς και τη νομολογία του Δικαστηρίου.
41 Κατά την άποψη των διαδίκων αυτών, είναι βέβαιο ότι το ζητούμενο από την Camar μέτρο, ήτοι η αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως εισαγωγής μπανανών τρίτων χωρών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ, θα μπορούσε να ληφθεί μόνο με νομική πράξη αφηρημένη και γενικής ισχύος, ήτοι με κανονιστική πράξη η οποία, σύμφωνα με τη νομολογία, μπορεί να προσβληθεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι είναι δυνατόν να καθορισθεί με ορισμένη βεβαιότητα ο αριθμός ή η ταυτότητα των υποκειμένων δικαίου στα οποία η πράξη αυτή εφαρμόζεται μια δεδομένη χρονική στιγμή. Η εξέταση αυτή πραγματοποιείται βάσει αντικειμενικής πραγματικής ή νομικής καταστάσεως καθοριζόμενης σε συνάρτηση με τον στόχο της οικείας νομικής πράξεως.
42 Η Επιτροπή, το Συμβούλιο και η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνουν ότι το παραδεκτό προσφυγής ασκούμενης από επιχείρηση δεν μπορεί να εξαρτάται από τη θέση την οποία κατέχει η επιχείρηση αυτή στην αγορά, διότι, διαφορετικά, λόγω της εξελίξεως της αγοράς, η χορήγηση της προβλεπόμενης από τη Συνθήκη έννομης προστασίας θα εξηρτάτο από την αξιολόγηση των τυχαίων καταστάσεων της αγοράς. Κατά συνέπεια, αυτό θα ευνοούσε τις σημαντικότερες επιχειρήσεις, σε αντίθεση με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
43 Το Συμβούλιο υποστηρίζει επί πλέον ότι η Επιτροπή δεν θα είχε την υποχρέωση να χορηγήσει τις ζητούμενες συμπληρωματικές ποσότητες στους εισαγωγείς μπανανών Σομαλίας, αν οι περιστάσεις είχαν πράγματι καταστήσει αναγκαία την προσαρμογή της δασμολογικής ποσοστώσεως κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού. Αντίθετα προς τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 96 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, από τον κανονισμό που η Επιτροπή αρνήθηκε να εκδώσει δεν θα είχαν επομένως ωφεληθεί κατά κύριο λόγο οι Camar και Tico.
44 Οι Camar και Tico, καθώς και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι τα συμπεράσματα του Πρωτοδικείου επί του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να εφαρμόσει το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού δεν μπορούν να προσβληθούν στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον τα συμπεράσματα αυτά στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά σχετικά με τη θέση των δύο επιχειρήσεων στην αγορά.
45 Επικουρικώς, οι διάδικοι αυτοί υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε ορθά τη σχετική νομολογία. Συναφώς, προβάλλουν ιδίως ότι η Επιτροπή, αν έκανε δεκτά τα ζητούμενα μέτρα, θα όφειλε να προβλέψει όχι μόνον αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως, αλλά επίσης τις ειδικές λεπτομέρειες κατανομής των συμπληρωματικών ποσοτήτων, από τις οποίες θα είχαν ωφεληθεί οι Camar και Tico.
2. Νομική εκτίμηση
46 Ο υπό εξέταση λόγος αναιρέσεως αφορά το κατά πόσον το Πρωτοδικείο προέβη σε ορθή εκτίμηση του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως, ήτοι αν εφάρμοσε ορθά το κριτήριο του ατομικού επηρεασμού κατά την έννοια του άρθρου 230, παράγραφος 4, ΕΚ.
47 Στη σκέψη 96 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξετάζει αν υφίσταται πραγματική κατάσταση λόγω της οποίας ο κανονισμός της Επιτροπής θα εξατομίκευε τις Camar και Tico εν σχέσει προς κάθε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Συναφώς, το Πρωτοδικείο στηρίζεται στο ουσιώδες για την εκδίκαση της υποθέσεως γεγονός ότι, μέχρι το 1997, η Camar και, από το τέταρτο τρίμηνο του 1997, η Tico, ήταν οι κύριοι εισαγωγείς μπανανών Σομαλίας. Κατά το Πρωτοδικείο, η μείωση των διαθεσίμων ποσοτήτων μπανανών που προκλήθηκε από τις πλημμύρες στη Σομαλία «ζημίωσε ιδιαίτερα» τις επιχειρήσεις αυτές. Το Πρωτοδικείο συνάγει εξ αυτού το συμπέρασμα ότι οι επιχειρήσεις αυτές θα ωφελούνταν επίσης, κατά κύριο λόγο, από την αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως.
48 Οι συνθήκες αυτές ήταν επαρκείς, κατά το Πρωτοδικείο, για να δεχθεί ότι η άρνηση της Επιτροπής να προσαρμόσει τη δασμολογική ποσόστωση «δεν έπληξε [τις Camar και Tico] όπως ακριβώς κάθε άλλη επιχείρηση εισαγωγής μπανάνας Σομαλίας, αλλά τις ζημίωσε λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που τις εξατομίκευε σε σχέση με κάθε άλλον επιχειρηματία που δρούσε εντός της ίδιας αγοράς».
49 Κατά πάγια νομολογία, πρέπει ορισμένες ξεχωριστές ιδιότητες ή μία συγκεκριμένη πραγματική κατάσταση να χαρακτηρίζουν τον προσφεύγοντα σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο (10).
50 Πρέπει καταρχάς να συμμερισθώ την άποψη του Πρωτοδικείου, στο μέτρο που οι Camar και Tico δεν ήταν ενδιαφερόμενοι κατά τον ίδιο τρόπο με τις λοιπές επιχειρήσεις. Αλλά αυτό ισχύει επίσης για τις λοιπές επιχειρήσεις, καθόσον ένα μέτρο, εν προκειμένω η μη προσαρμογή της δασμολογικής ποσοστώσεως δεν αφορά πράγματι καμία επιχείρηση - έστω και κατέχουσα το ίδιο μερίδιο της αγοράς - κατά τον ίδιο τρόπο που αφορά μια άλλη επιχείρηση.
51 Για την ορθή εφαρμογή του άρθρου 230, παράγραφος 4, ΕΚ, πρέπει αντιθέτως να συντρέχει κάποιος νομικός επηρεασμός. Συναφώς, το ίδιο το Πρωτοδικείο διαπίστωσε τα εξής αναφορικά με εισαγωγείς μπανανών (11):
«Η προσβαλλόμενη πράξη δεν αφορά τις προσφεύγουσες παρά υπό την αντικειμενική τους ιδιότητα του επιχειρηματία στον τομέα της εμπορίας μπανανών τρίτων χωρών, όπως ακριβώς αφορά και όλους τους άλλους επιχειρηματίες που βρίσκονται σε πανομοιότυπη κατάσταση.»
52 Είναι βεβαίως ακριβές ότι οι Camar και Tico εξατομικεύονταν σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο, καθόσον τα ζητούμενα μέτρα τους αφορούσαν ιδιαίτερα. Αλλά αποφασιστικό στοιχείο, κατά πάγια νομολογία, είναι αν αυτή η «πραγματική κατάσταση» είναι επίσης καθοριστική. Στη νομολογία του, το Δικαστήριο λαμβάνει βέβαια ρητώς υπόψη τα αποτελέσματα μιας νομικής πράξεως ενόψει της εκτιμήσεως του παραδεκτού μιας προσφυγής ακυρώσεως (12), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το μόνο σημαντικό στοιχείο είναι ο επηρεασμός της οικονομικής θέσεως.
53 Το γεγονός και μόνον ότι οι Camar και Tico ήταν οι σημαντικότεροι εισαγωγείς είναι επίσης ανεπαρκές. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Extramet Industrie κατά Συμβουλίου (13), πρέπει να συντρέχει ένα σύνολο στοιχείων «που αποτελούν μια τέτοια ιδιαίτερη κατάσταση η οποία [τους] εξατομικεύει [...]», στοιχείων των οποίων η συνδρομή δεν αποδείχθηκε όμως εν προκειμένω.
54 Αντίθετα προς την ευρεία ερμηνεία της αποφάσεως Codorniu κατά Συμβουλίου (14) στην οποία προβαίνει η θεωρία, η νομολογία τόσο του Πρωτοδικείου όσο και του Δικαστηρίου εκλαμβάνει την απόφαση αυτή κατά τρόπο συσταλτικό (15).
55 Πρέπει επομένως να επισημανθεί ότι, στην υπόθεση Codorniu κατά Συμβουλίου, το γεγονός ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση ήταν κάτοχος ορισμένων δικαιωμάτων και δεν μπορούσε να τα ασκήσει πράγματι υπήρξε αποφασιστικό για το Δικαστήριο (16). Τόσο η υπόθεση Deutz και Geldermann κατά Συμβουλίου (17), η οποία εκδικάσθηκε πριν από την απόφαση Codorniu κατά Συμβουλίου, όσο και η εκδικασθείσα με ρητή αναφορά στην απόφαση αυτή υπόθεση Asocarne κατά Συμβουλίου, στην οποία η προσφυγή ακυρώσεως κρίθηκε ρητώς ως απαράδεκτη διότι η οδηγία «δεν έθιξε ειδικά δικαιώματα [...]» (18), αποδεικνύουν ότι σημαντική είναι η ύπαρξη ιδιαίτερων δικαιωμάτων και όχι η οικονομική θέση του ενδιαφερομένου.
56 Στην υπόθεση Terres rouges κ.λπ. κατά Επιτροπής, το ίδιο το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι:
«[...] Ο κανονισμός [...] θίγει όλους τους εισαγωγείς οι οποίοι επιθυμούν να εισαγάγουν μπανάνες Ακτής του Ελεφαντοστού και το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες εισάγουν σήμερα ένα μεγάλο ποσοστό μπανανών Ακτής του Ελεφαντοστού δεν χαρακτηρίζει μια ειδική πραγματική κατάσταση που τις διαφοροποιεί από τους άλλους εισαγωγείς» (19).
57 Από τα ανωτέρω είναι δυνατόν να συναχθεί ότι το παραδεκτό προσφυγής δεν εξαρτάται από τις ποσότητες που εισάγει μια επιχείρηση.
58 Με την απόφαση στην υπόθεση Van Parys κ.λπ. κατά Επιτροπής (20), το Πρωτοδικείο έκρινε επί πλέον ότι «δεν αρκεί το ότι ορισμένοι επιχειρηματίες θίγονται οικονομικώς από μια πράξη περισσότερο από ό,τι οι ανταγωνιστές τους για να θεωρηθεί ότι η εν λόγω πράξη τους αφορά ατομικώς».
59 Εξ αυτού προκύπτει ότι, έστω και αν το ζητούμενο μέτρο αφορούσε τις Camar και Tico οικονομικώς περισσότερο από ό,τι τις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις, αυτό δεν θα καθιστούσε ακόμη την προσφυγή τους παραδεκτή.
60 Επί πλέον, το Δικαστήριο απέρριψε, στην υπόθεση Buralux κ.λπ. κατά Συμβουλίου, το παραδεκτό της προσφυγής ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία επρόκειτο στην πραγματικότητα για τους μόνους επιχειρηματίες που ασκούσαν την επαγγελματική δραστηριότητα την οποία αφορούσε η οικεία ρύθμιση (21).
61 Ομοίως, το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση Sadam Zuccherifici κ.λπ. κατά Συμβουλίου «ότι το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες ήταν, κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 2613/97, οι μόνοι συγκεκριμένοι αποδέκτες του, ως παραγωγοί σακχάρεως από τεύτλα στον Νότο της Ιταλίας, δεν αρκεί καθεαυτό για να θεωρηθεί ότι ο εν λόγω κανονισμός τις αφορούσε ατομικά» (22).
62 Έστω και αν γίνει δεκτό ότι οι Camar και Tico υπέστησαν σοβαρές συνέπειες λόγω της αρνήσεως της Επιτροπής να λάβει ορισμένα μέτρα, το γεγονός αυτό και μόνο δεν αρκεί. Συγκεκριμένα, με την απόφαση στην υπόθεση Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, το Δικαστήριο δεν έκανε δεκτό ότι «τα μέτρα διασφαλίσεως [...] έθιξαν [την προσφεύγουσα] λόγω ξεχωριστών ιδιοτήτων που τη χαρακτηρίζουν σε σχέση με οποιονδήποτε άλλον επιχειρηματία» (23).
63 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου προκύπτει κατά συνέπεια ότι οικονομικά συμφέροντα δεν συνιστούν ιδιαίτερα δικαιώματα κατά την έννοια της αποφάσεως στην υπόθεση Codorniu κατά Συμβουλίου (24).
64 Εξ αυτού συνάγεται ότι η προσφυγή δεν είναι παραδεκτή για τον λόγο και μόνον ότι το υπό εξέταση μέτρο αφορά την επιχείρηση από την άποψη της ανταγωνιστικής της θέσεως, έστω και αν η επίπτωση είναι ιδιαίτερα σοβαρή.
65 Ορθώς επισήμαναν η Επιτροπή και το Συμβούλιο ότι το κριτήριο του ατομικού επηρεασμού, υπό την έννοια κατά την οποία το εξέλαβε το Πρωτοδικείο, είναι επίσης ανεφάρμοστο και θίγει την ασφάλεια δικαίου. Συγκεκριμένα, το παραδεκτό προσφυγής θα εξηρτάτο από τις αυξομειώσεις του μεριδίου της αγοράς που κατέχει η ενδιαφερόμενη επιχείρηση και θα έπρεπε κατά συνέπεια να εκτιμάται διαφορετικά αναλόγως της χρονικής περιόδου. Επί πλέον, θα εστερείτο της δυνατότητας ασκήσεως προσφυγής η από άποψη μεγέθους δεύτερη, ελάχιστα υπολειπόμενη της πρώτης, επιχείρηση της αγοράς. Εκτός αυτού, ένα κριτήριο στηριζόμενο άμεσα ή έμμεσα στην οικονομική ισχύ θα είχε ως συνέπεια την άνιση μεταχείριση μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων (25).
66 Αντίθετα προς την ανωτέρω εκτεθείσα νομολογία και τις συναφείς εκτιμήσεις, φαίνεται ότι αποφασιστικό για το Πρωτοδικείο υπήρξε το γεγονός ότι οι Camar και Tico ήταν οι κύριοι εισαγωγείς μια ορισμένη χρονική περίοδο. Κατά τον τρόπο αυτόν όμως, το Πρωτοδικείο στηρίζεται σε γεγονός το οποίο, κατά πάγια - τουλάχιστον μέχρι σήμερα - νομολογία, δεν μπορεί να είναι καθοριστικό. Συγκεκριμένα, το παραδεκτό προσφυγής δεν εξαρτάται από το γεγονός και μόνον ότι ένα μέτρο αφορά μια επιχείρηση περισσότερο από άλλες επιχειρήσεις, ήτοι απλώς και μόνον από τον βαθμό επηρεασμού μιας επιχειρήσεως.
67 Ακόμη και το γεγονός ότι η Camar κατείχε τη σημαντικότερη θέση στην αγορά όχι μόνον μία ορισμένη χρονική στιγμή, αλλά επί μακρότερη χρονική περίοδο, είναι εν προκειμένω άνευ σημασίας.
68 Εφόσον η νομική θέση των Camar και Tico δεν είναι συγκρίσιμη προς τη νομική θέση της επιχειρήσεως Codorniu στην ανωτέρω μνημονευθείσα υπόθεση, ήτοι δεν είναι - καθοριστική για την επίλυση της διαφοράς - νομικώς προστατευόμενη θέση, η λύση η οποία έγινε δεκτή στην υπόθεση Codorniu κατά Συμβουλίου δεν μπορεί να μεταφερθεί στην παρούσα υπόθεση.
69 Κατά συνέπεια, εφόσον το Πρωτοδικείο δεν προέβη σε ορθή εφαρμογή του άρθρου 230, παράγραφος 4, ΕΚ, ο υπό εξέταση λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτη την προσφυγή στην υπόθεση T-117/98 και να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου.
B - Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: Επί της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 30 του κανονισμού (υποθέσεις T-79/96 και T-260/97)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
70 Η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση προσάπτουν στο Πρωτοδικείο (26) ότι περιόρισε τις διαπιστώσεις του στο γεγονός και μόνον ότι το σύστημα το οποίο ίσχυε στην Ιταλία πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού ήταν σαφώς ελαστικότερο, χωρίς να εξετάσει τα συγκεκριμένα αποτελέσματα αυτής της προγενέστερης νομικής καταστάσεως επί της θέσεως της Camar. Ειδικότερα, κατά την Επιτροπή και τη Γαλλική Κυβέρνηση, το Πρωτοδικείο όφειλε να εξετάσει αν αυτή η νομική κατάσταση θα είχε παράσχει τη δυνατότητα στην Camar να υπερνικήσει τις ανακύψασες το 1995 και το 1996, δυσχέρειες αναφορικά με τις εισαγωγές από τη Σομαλία.
71 Η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν επιπλέον ότι εσφαλμένα το Πρωτοδικείο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η οικονομική επιβίωση, ήτοι «η απειλή για την επιβίωση» (27), δεν συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 30 του κανονισμού και ότι η Επιτροπή έχει επίσης την υποχρέωση να παρεμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις πλην της ανωτέρω. Συναφώς, η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση στηρίζονται στη σκέψη 43 της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως T. Port (28), όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως εξής: «Αντιστρόφως, το άρθρο 30 του κανονισμού εξουσιοδοτεί την Επιτροπή και, αναλόγως των περιστάσεων, την υποχρεώνει να ρυθμίζει κανονιστικώς τις περιπτώσεις υπερβολικής χαλεπότητας που οφείλονται στο γεγονός ότι ορισμένοι εισαγωγείς μπανάνας από τρίτες χώρες ή μη παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ αντιμετωπίζουν δυσχέρειες που απειλούν την επιβίωσή τους [...]».
72 Οι Camar και Tico καθώς και η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλουν ότι η Επιτροπή εσφαλμένα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε το προηγουμένως ισχύον στην Ιταλία νομικό καθεστώς για να καθορίσει αν παρείχε τη δυνατότητα στην Camar να υπερνικήσει τις δυσχέρειες που ανέκυψαν το 1995 και το 1996.
73 Επιπλέον, η Camar και Tico, καθώς και η Ιταλική Κυβέρνηση, ερμηνεύουν την απόφαση επί της υποθέσεως T. Port κατά τρόπο διαφορετικό από ό,τι η Επιτροπή. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή τους, αντικείμενο της αποφάσεως εκείνης δεν ήταν να καθορισθεί αν η μία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 30 του κανονισμού αναφέρεται στον κίνδυνο των δυσχερειών που απειλούν την επιβίωσή τους, αλλά, αντιθέτως, να εξετασθούν κατ' αντιπαράθεση τα άρθρα 30 και 16, παράγραφος 3, του κανονισμού. Κατά συνέπεια, η σκέψη 43 της αποφάσεως αυτής πρέπει να γίνει κατανοητή υπό το πρίσμα του προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκε στην εν λόγω υπόθεση.
2. Νομική εκτίμηση
74 Επισημαίνεται καταρχάς ότι το άρθρο 30 του κανονισμού δεν έχει εξαιρετικό χαρακτήρα στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου που διέπει τα θέματα αγροτικής πολιτικής. Αντίστοιχες διατάξεις απαντούν επίσης σε άλλες κοινές οργανώσεις αγοράς (29).
75 Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 30 του κανονισμού περιλαμβάνει δύο ουσιαστικές προϋποθέσεις: πρώτον, οι δυσχέρειες πρέπει να οφείλονται στη μετάβαση από το παλαιό στο νέο καθεστώς. Δεύτερον, πρέπει να πρόκειται για δυσχέρειες οι οποίες συνεπάγονται κίνδυνο επιβιώσεως για την οικεία επιχείρηση.
76 Οι προϋποθέσεις τις οποίες απαριθμεί η Επιτροπή δεν μπορούν εν πάση περιπτώσει να συναχθούν με σαφήνεια από το γράμμα του άρθρου 30 του κανονισμού. Μπορεί πάντως να συναχθεί ότι οι δυσχέρειες πρέπει να οφείλονται στη μετάβαση από την παλαιά στη νέα νομική κατάσταση, λόγω του ότι τα ληπτέα από την Επιτροπή μέτρα πρέπει να συντείνουν στο «να γίνει ευκολότερη η μετάβαση».
77 Όσον αφορά τις «δυσκολίες» στην υπερνίκηση των οποίων θεωρείται ότι πρέπει να συντείνουν παρόμοια μέτρα, το άρθρο 30 του κανονισμού είναι διατυπωμένο κατά τρόπο ασαφή καθόσον, λόγω της χρήσεως του όρου «ιδιαιτέρως», η υπερπήδηση «δυσκολιών» θα μπορούσε επίσης να εκληφθεί απλώς ως περίπτωση εφαρμογής της διευκολύνσεως της μεταβάσεως στο νέο καθεστώς. Απεναντίας, ο σύνδεσμος «και», ο οποίος χρησιμοποιείται παραδείγματος χάρη στη γερμανική απόδοση του κανονισμού, θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για δύο σωρευτικές προϋποθέσεις. Είναι αληθές ότι σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις του κανονισμού, ο εν λόγω σύνδεσμος «και» (30) δεν χρησιμοποιείται και/ή όλη η φράση που αναφέρεται στις «δυσκολίες» ευρίσκεται εντός κομμάτων (31).
78 Εν πάση περιπτώσει, από τη σχετική αιτιολογική σκέψη του κανονισμού προκύπτει ότι τα ληπτέα από την Επιτροπή μέτρα πρέπει να κατατείνουν στην υπερπήδηση των δυσκολιών (32).
79 Κατά συνέπεια, το άρθρο 30 του κανονισμού ερμηνεύεται στη νομολογία του Δικαστηρίου (33) και του Πρωτοδικείου (34) υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται όταν πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις εφαρμογής (συγκεκριμένη αιτία και σοβαρότητα των δυσχερειών).
80 Ξάριν πληρότητας, υπενθυμίζω ότι η εφαρμογή του άρθρου 30 του κανονισμού προϋποθέτει επιπλέον τον αναγκαίο χαρακτήρα των ληπτέων μέτρων (35).
81 Επισημαίνεται τέλος ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου (36), το άρθρο 30 του κανονισμού χρησιμεύει όχι μόνον για την εξάλειψη δυσχερειών αναφορικά με την εσωτερική αγορά, συνεπώς για τη ρύθμιση γενικών προβλημάτων, αλλά επίσης για τη ρύθμιση συγκεκριμένων περιπτώσεων (37).
α) Η αιτία των δυσχερειών
82 Εφόσον, κατά πάγια νομολογία (38), το άρθρο 30 του κανονισμού εφαρμόζεται μόνον σε μέτρα τα οποία χρησιμεύουν για την υπερνίκηση των δυσχερειών που ανέκυψαν λόγω της μεταβάσεως από τα διάφορα εθνικά νομικά καθεστώτα στην κοινή οργάνωση αγοράς που εγκαθιδρύθηκε με τον κανονισμό, το Πρωτοδικείο όφειλε να εξετάσει το ζήτημα.
83 Παρόμοια εξέταση συνίσταται κατ' ουσίαν στην αντιπαραβολή των προγενεστέρων νομικών καταστάσεων προς τη νέα νομική κατάσταση, ιδίως των εκεί προβλεπομένων δυνατοτήτων προς υπερπήδηση των αντίστοιχων δυσχερειών.
84 Όσον αφορά την ανάλυση του προϋσχύσαντος νομικού καθεστώτος στην Ιταλία, το Πρωτοδικείο εξέθεσε στη σκέψη 140 της αποφάσεώς του τα εξής:
«Όσον αφορά τις δυσχέρειες εφοδιασμού, τις οποίες επικαλείται η προσφεύγουσα, επισημαίνεται κατ' αρχάς ότι το ιταλικό σύστημα που ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 404/93 ήταν σαφώς ελαστικότερο από το κοινοτικό σύστημα, όσον αφορά τη δυνατότητα υποκαταστάσεως μεταξύ των πηγών εφοδιασμού με μπανάνες. Όπως τονίζει η προσφεύγουσα, την οποία δεν αντικρούει η Επιτροπή, το ιταλικό σύστημα επέτρεψε την ατελή εισαγωγή μπανανών ΑΚΕ χωρίς κανέναν ποσοτικό περιορισμό. Επιπλέον, αν και το ιταλικό σύστημα προέβλεπε ποσόστωση για την εισαγωγή μπανανών τρίτων χωρών, οι επιχειρηματίες μπορούσαν να εκμεταλλευθούν την ποσόστωση αυτή χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ποσότητες και η προέλευση των μπανανών που είχαν εισαγάγει κατά τα προηγούμενα έτη. Αντίθετα, η κοινή οργάνωση της αγοράς μπανάνας, την οποία καθιέρωσε ο κανονισμός 404/93, προβλέπει, πρώτον, ότι οι μπανάνες ΑΚΕ δεν μπορούν να εισέρχονται ατελώς στην κοινοτική αγορά παρά μόνο μέχρι την εξάντληση των παραδοσιακών ποσοτήτων ή της δασμολογικής πσοοστώσεως και, δεύτερον, ότι οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να λαμβάνουν πιστοποιητικά εισαγωγής παρά μόνον ανάλογα με την προέλευση των μπανανών (Κοινότητα, παραδοσιακές χώρες ΑΚΕ, τρίτες χώρες και μη παραδοσιακές χώρες ΑΚΕ) και σε συνάρτηση με τις ποσότητες που έχουν εισαγάγει κατά μέσον όρο κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου αναφοράς. Επιβάλλεται επομένως η διαπίστωση ότι η καθιέρωση της κοινής οργανώσεως αγοράς μείωσε τις δυνατότητες εισαγωγών που παρείχε η ιταλική ρύθμιση που ίσχυε πριν από τον κανονισμό 404/93.»
85 Τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδεικνύουν ότι το Πρωτοδικείο προέβη τουλάχιστον σε αφηρημένη νομική αντιπαραβολή της παλαιάς προς τη νέα νομική κατάσταση.
86 Όπως όμως προκύπτει από τον στόχο του άρθρου 30 του κανονισμού, η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει ότι η μετάβαση στο νέο καθεστώς είναι η αιτία των δυσχερειών. Εφόσον η διάταξη αυτή, ως διάταξη εισάγουσα παρέκκλιση, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά (39), δεν αρκεί να ανακύπτουν οποιεσδήποτε γενικές δυσχέρειες, ήτοι σε αφηρημένο νομικό επίπεδο. Το Πρωτοδικείο οφείλει να εξετάσει αν και σε ποιο βαθμό ο συγκεκριμένος αιτών, ήτοι ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας, συναντά δυσχέρειες οι οποίες οφείλονται στη μετάβαση από το παλαιό στο νέο καθεστώς. Επομένως, απαιτείται επίσης η απόδειξη της υπάρξεως συγκεκριμένων δυσχερειών και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μεταβάσεως από το ένα καθεστώς στο άλλο και αυτών των συγκεκριμένων δυσχερειών που αντιμετωπίζει ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας.
87 Συναφώς, το Πρωτοδικείο εξέθεσε στις σκέψεις 142 και 143 της αναιρεσίβλητης αποφάσεως τα εξής:
«[...] Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή αναγνώρισε ότι ήταν ενδεχόμενο να συναντήσει δυσχέρειες η Camar λόγω της ενάρξεως της ισχύος του κοινοτικού καθεστώτος.
Επιβάλλεται συνεπώς η διαπίστωση ότι οι δυσχέρειες που συνάντησε η προσφεύγουσα στον εφοδιασμό της με μπανάνες, έστω και αν έχουν σχέση με τον εμφύλιο πόλεμο που εξερράγη στη Σομαλία στα τέλη του 1990, αποτελούν άμεση συνέπεια της εγκαθιδρύσεως της κοινής οργανώσεως αγοράς, αφού το καθεστώς αυτό είχε πράγματι ως συνέπεια την αντικειμενική και σημαντική μείωση των δυνατοτήτων που παρείχε στην Camar το προϋσχύσαν ιταλικό σύστημα να καλύψει το έλλειμμα στην προσφορά μπανάνας από τη Σομαλία.»
88 Λαμβανομένου υπόψη ότι δεν είναι δυνατόν να προβληθούν εξαιρετικά υψηλές απαιτήσεις όσον αφορά την εξέταση των αιτίων των δυσχερειών, είναι κατά συνέπεια δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το Πρωτοδικείο στοιχειοθέτησε επαρκώς την ύπαρξη συνδέσεως μεταξύ των δυσχερειών και της εγκαθιδρύσεως του νέου καθεστώτος (40).
89 Ξάριν πληρότητας, πρέπει να επισημανθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 225 ΕΚ και το άρθρο 51 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αναίρεση περιορίζεται στα νομικά ζητήματα. «Επομένως, μόνον το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός των περιπτώσεων που η ουσιαστική ανακρίβεια των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν καθώς και για την εκτίμηση των περιστατικών αυτών. Η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου με την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των προσκομισθέντων ενώπιον του Πρωτοδικείου αποδεικτικών στοιχείων» (41). Κατά συνέπεια, ο έλεγχος πρέπει να περιορίζεται στα νομικά ζητήματα.
β) Η σοβαρότητα των δυσχερειών
90 Όσον αφορά επίσης τη δεύτερη ουσιαστική προϋπόθεση που προβλέπει το άρθρο 30 του κανονισμού, πρέπει καταρχάς να ληφθεί υπόψη το γράμμα της διατάξεως αυτής.
91 Όπως ορθά υποστηρίζουν οι Camar και Tico, καθώς και η Ιταλική Κυβέρνηση, το άρθρο 30 του κανονισμού αναφέρεται μόνον σε «σημαντικές δυσκολίες» (42) («particolari difficoltΰ»). Σύμφωνα με ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις του κανονισμού (43), οι όροι αυτοί θα μπορούσαν να εκληφθούν υπό την έννοια των αισθητών δυσχερειών.
92 Κατά συνέπεια, τίθεται συναφώς το ερώτημα από ποιο όριο και πέρα πρέπει οι δυσκολίες να χαρακτηρισθούν ως «σημαντικές» κατά την έννοια του άρθρου 30 του κανονισμού.
93 Προκειμένου για ιδιώτες επιχειρηματίες, πρέπει να καθορισθεί ο βαθμός κατά τον οποίο πρέπει να θίγεται κάθε ενδιαφερόμενη επιχείρηση (44) ώστε η Επιτροπή να οφείλει να λάβει μέτρα.
94 Αν γίνει δεκτό ότι οι έννοιες «περιπτώσεις υπερβολικής χαλεπότητας» και «δυσχέρειες που απειλούν την επιβίωση» της επιχειρήσεως, στις οποίες αναφέρεται η απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως T. Port, ανταποκρίνονται σε αντίστοιχη διατύπωση του ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, και αν υπομνησθεί ότι, στις διαδικασίες προδικαστικής παραπομπής, οι απαντήσεις του Δικαστηρίου περιορίζονται στα υποβληθέντα ερωτήματα, συνάγεται το συμπέρασμα ότι «οι περιπτώσεις υπερβολικής χαλεπότητας» και οι «δυσχέρειες που απειλούν την επιβίωση» της επιχειρήσεως πληρούν εν πάση περιπτώσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 30 του κανονισμού.
95 Η απόφαση επί της υποθέσεως T. Port, μπορεί να εκληφθεί, αφενός, υπό την έννοια ότι εμπεριέχει απάντηση για άλλες περιπτώσεις πλην της περιπτώσεως για την οποία επρόκειτο στην υπόθεση της κύριας δίκης. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, το Πρωτοδικείο εκκινεί από το άρθρο 30 του κανονισμού δεν εφαρμόζεται μόνον σε πραγματικά περιστατικά που ανταποκρίνονται στην υπόθεση T. Port, ήτοι σε «περιπτώσεις υπερβολικής χαλεπότητας» ή σε «δυσχέρειες που απειλούν την επιβίωση» της επιχειρήσεως.
96 Αφετέρου όμως, η απόφαση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί επίσης υπό την έννοια ότι δεν αναφέρεται σε ειδική περίπτωση, αλλά στηρίζεται σε κριτήριο γενικής εφαρμογής (45) κατά το οποίο το άρθρο 30 του κανονισμού εφαρμόζεται μόνον στις «περιπτώσεις υπερβολικής χαλεπότητας» ή στις «δυσχέρειες που απειλούν την επιβίωση» της επιχειρήσεως.
97 Αλλά και αν γίνει δεκτή η δεύτερη αυτή υπόθεση, τίθεται πάντοτε το ζήτημα υπό ποία έννοια πρέπει να εκληφθούν οι «περιπτώσεις υπερβολικής χαλεπότητας» ή οι «δυσχέρειες που απειλούν την επιβίωση» της επιχειρήσεως, ειδικότερα δε αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, πρόκειται πάντοτε για την επιβίωση του ενδιαφερόμενου επιχειρηματία. Οι έννοιες «περιπτώσεις υπερβολικής χαλεπότητας» και «δυσχέρειες που απειλούν την επιβίωση» της επιχειρήσεως είναι επομένως ευρύτερες από την περίπτωση επιβιώσεως στην οποία αναφέρεται η Επιτροπή.
98 Στην περίπτωση όμως για την οποία επρόκειτο στην υπόθεση T. Port, ο ενδιαφερόμενος δεν αντιμετώπιζε - σε σύγκριση προς την παρούσα περίπτωση - σημαντικά σοβαρότερες δυσχέρειες. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο εξέθεσε συναφώς στη σκέψη 40 της αποφάσεως αυτής τα εξής:
«Η παρέμβαση των κοινοτικών οργάνων επιβάλλεται ιδίως [(46)] αν η μετάβαση προς την κοινή οργάνωση αγοράς προσβάλλει τα προστατευόμενα από το κοινοτικό δίκαιο θεμελιώδη δικαιώματα ορισμένων επιχειρηματιών, όπως είναι το δικαίωμα της κυριότητας και το δικαίωμα της ελεύθερης ασκήσεως των επαγγελματικών δραστηριοτήτων».
99 Από την ακολούθως εκτιθέμενη γενική εκτίμηση του Δικαστηρίου στην υπόθεση T. Port προκύπτει επίσης ότι το Δικαστήριο δεν ήθελε να εφαρμόσει ένα πολύ αυστηρό κριτήριο:
«Όπως έκρινε το Δικαστήριο [...], η Επιτροπή ή, ενδεχομένως, το Συμβούλιο οφείλουν να παρεμβαίνουν αν αυτό απαιτείται για την αντιμετώπιση των δυσχερειών που συνδέονται με τη μετάβαση από τα εθνικά συστήματα στην κοινή οργάνωση αγοράς» (47).
100 Σημαντικό στοιχείο επομένως είναι η ανάγκη παρεμβάσεως όσον αφορά όχι μόνον τη φύση των ληπτέων μέτρων, αλλά επίσης τη φύση των δυσχερειών. Δεν μπορεί ωστόσο να συναχθεί ούτε από την προϋπόθεση αυτή ότι πρέπει πάντοτε να συντρέχει απειλή για την επιβίωση του ενδιαφερόμενου επιχειρηματία.
101 Αλλά ούτε από το γράμμα 30 του κανονισμού ούτε από τα ασκούντα επιρροή χωρία της αποφάσεως T. Port μπορεί να συναχθεί ότι το άρθρο 30 εφαρμόζεται μόνον στην περίπτωση δυσχερειών που απειλούν την επιβίωση της επιχειρήσεως. Οι «σημαντικές δυσκολίες» στις οποίες αναφέρεται η διάταξη αυτή θα έπρεπε αντιθέτως να αρκούν. Συναφώς, πρόκειται για μη ακριβή νομική έννοια, της οποίας όμως η σημασία, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν περιορίζεται στην επιβίωση της επιχειρήσεως.
102 Σε αυτό το πλαίσιο ιδεών, δεν στερείται παντελώς σημασίας να υπομνησθεί ότι, κατά την εφαρμογή του άρθρου 30 του κανονισμού, η Επιτροπή, παρά την υποχρέωση λήψεως μέτρων την οποία υπέχει, διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως όταν αξιολογεί τις δυσχέρειες όπως και όταν επεξεργάζεται τα εν λόγω μέτρα. Η εξουσία αυτή υπόκειται βέβαια στον εκ των υστέρων έλεγχο του Δικαστηρίου (48), αλλά ο έλεγχος αυτός είναι περιορισμένος.
103 Το Πρωτοδικείο εξέθεσε επαρκώς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά. Κατά συνέπεια, οι νομικές του διαπιστώσεις δεν στηρίζονται σε νομικό σφάλμα.
104 Επιπροσθέτως, ας επισημανθεί ότι δεν απόκειται στο επιληφθέν της αιτήσεως αναιρέσεως δικαστήριο να εξετάσει εκ των υστέρων ποιες δυσχέρειες αντιμετώπισαν πράγματι η Camar και Tico.
105 Βάσει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως.
Γ - Τρίτος λόγος αναιρέσεως: Επί των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού (υπόθεση T-117/98)
106 Εφόσον ο λόγος αναιρέσεως που αναφέρεται στην εσφαλμένη εκτίμηση του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως στα πλαίσια της υποθέσεως T-117/98 είναι, κατά την άποψή μου, βάσιμος, ήτοι, με άλλους λόγους, η προσφυγή των Camar και Tico δεν είναι παραδεκτή, εκτιμώ ότι παρέλκει η εξέταση του λόγου αναιρέσεως που αναφέρεται στην ουσία της υποθέσεως T-117/98.
Δ - Επί των προϋποθέσεων της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας (υπόθεση T-260/97)
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
107 Όσον αφορά το ζήτημα της εξωσυμβατικής ευθύνης στην υπόθεση T-260/97, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι πρέπει να αναιρεθεί το αντίστοιχο μέρος της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Το μέρος αυτό της αποφάσεως (σκέψεις 190 και 191) στηρίζεται, κατά την άποψή της, σε νομικώς εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 30 του κανονισμού. Η παράβαση όμως του άρθρου αυτού συνιστά, κατά την απόφαση του Πρωτοδικείου, τη βάση της ευθύνης.
108 Το Πρωτοδικείο εκτιμά - όπως μπορεί να συναχθεί από τη σκέψη 206 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως - ότι η ευθύνη της Κοινότητας στοιχειοθετείται με την έκδοση της αρνητικής αποφάσεως της 17ης Ιουλίου 1997.
109 Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο διαθέτει όλα τα πραγματικά στοιχεία ώστε να αποφανθεί επί της υποθέσεως αυτής χωρίς να αναπέμψει τη διαφορά ενώπιον του Πρωτοδικείου.
110 Το Συμβούλιο επικρίνει ειδικότερα την εκτίμηση στην οποία προβαίνει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 206 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία το σημαντικό στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης είναι η διάκριση μεταξύ κανονιστικών και ατομικών πράξεων. Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι στην απόφαση επί της υποθέσεως Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (49), η οποία δημοσιεύθηκε βέβαια μετά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου, το Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε στη διάκριση αυτή. Κατά την εν λόγω απόφαση, πρέπει αντιθέτως να εξετασθεί το περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα.
111 Εφόσον τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 30 του κανονισμού, το Πρωτοδικείο όφειλε συνεπώς, κατά την άποψη του Συμβουλίου, να εξετάσει αν η υποτιθέμενη παράνομη ενέργεια της Επιτροπής συνιστά πρόδηλη και σοβαρή παράβαση διατάξεως η οποία απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες.
2. Νομική εκτίμηση
112 Διαπιστώνεται ότι το επιχείρημα της Επιτροπής μπορεί να γίνει δεκτό μόνον αν δεν πληρούται η προϋπόθεση του παράνομου χαρακτήρα της ενεργείας της, συνεπώς αν η Επιτροπή εφάρμοσε ορθά το άρθρο 30 του κανονισμού.
113 Όπως εξέθεσα ήδη, το Πρωτοδικείο προέβη σε ορθή ερμηνεία του άρθρου 30 του κανονισμού και, κατά συνέπεια, διαπίστωσε τον παράνομο χαρακτήρα της ενέργειας της Επιτροπής. Επομένως, πληρούται η αναγκαία προϋπόθεση του παράνομου χαρακτήρα για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης.
114 Όσον αφορά το επιχείρημα το οποίο διατύπωσε το Συμβούλιο με το υπόμνημά του επί της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει καταρχάς να εξετασθεί το παραδεκτό του. Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί αν πρόκειται για παρεμπίπτουσα αίτηση αναιρέσεως, η οποία υποβλήθηκε με το εν λόγω δικόγραφο. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο προβάλλει επιχειρήματα τα οποία δεν επικαλέσθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου (50).
α) Το παραδεκτό του επιχειρήματος του Συμβουλίου
115 Κατά το άρθρο 116, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το υπόμνημα αντικρούσεως δεν μπορεί να μεταβάλει το αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης. Κατά το άρθρο 116 του Κανονισμού Διαδικασίας (51) του Δικαστηρίου, καθώς και κατά το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου (52), κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Διαφορετικά, ένας διάδικος θα μπορούσε να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου διαφορά έχουσα ευρύτερο περιεχόμενο από εκείνη επί της οποίας αποφάνθηκε το Πρωτοδικείο.
116 Ομοίως, η εφαρμογή της νομολογίας επί του άρθρου 41, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου σχετικά με τη διαδικασία αναθεωρήσεως αποφάσεως δεν συνηγορεί υπέρ του παραδεκτού του επιχειρήματος αναφορικά με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής. Απόφαση εκδοθείσα σε άλλη υπόθεση δεν συνιστά λόγο αναθεωρήσεως (53). Επιπλέον, δεν πρόκειται για πραγματικά περιστατικά, όπως αυτό είναι αναγκαίο για την αναθεώρηση αποφάσεως, και ακόμη λιγότερο για πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν πριν από την έκδοση της σχετικής αποφάσεως (54).
117 Η λήψη υπόψη αποφάσεων του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν μετά την εν λόγω απόφαση του Πρωτοδικείου φαίνεται επίσης αμφίβολη, καθόσον θα καθοριζόταν από τη χρονολογική σειρά των γεγονότων. Αυτή όμως η χρονολογική σειρά (απόφαση του Πρωτοδικείου, απόφαση του Δικαστηρίου, απόφαση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως) εξαρτάται ειδικότερα από τη διάρκεια των διαδικασιών ενώπιον του Πρωτοδικείου και ενώπιον του Δικαστηρίου, οι οποίες είναι αυτόνομες η μία της άλλης. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη η διάρκεια της διαδικασίας επί της αιτήσεως αναιρέσεως. Έτσι, αν η απόφαση επί της υποθέσεως Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής είχε εκδοθεί μετά την εκνοή της προθεσμίας για την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, το Συμβούλιο δεν θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, σε θέση να την επικαλεσθεί με το δικόγραφό του. Το δε ζήτημα αν το Συμβούλιο μπορεί να διατυπώσει προφορικώς επιχειρήματα εξαρτάται, με τη σειρά του, από το κατά πόσο θα διεξαχθεί επ' ακροατηρίου συζήτηση (55).
118 Δεν μπορεί να γίνει επίσης δεκτό εν προκειμένω ότι το επιχείρημα του Συμβουλίου αποτελεί απλώς ανάπτυξη επιχειρήματος ήδη προβληθέντος ενώπιον του Πρωτοδικείου, υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου (56).
119 Το επιχείρημα του Συμβουλίου είναι πράγματι νέο στο μέτρο που το Συμβούλιο βάλλει με το υπόμνημά του κατά των σκέψεων 205 έως 208 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, συνεπώς κατά των εκτιμήσεων του τελευταίου επί της ευθύνης της Κοινότητας λόγω παραβάσεως κανόνα δικαίου εκ μέρους της Επιτροπής. Αντιθέτως, το Συμβούλιο είχε περιορισθεί κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου, ήτοι στην υπόθεση T-260/97, στο ζήτημα της ενδεχόμενης εκ μέρους του παραβάσεως κανόνα δικαίου και στο ζήτημα της ευθύνης του.
120 Κατά συνέπεια, πρόκειται για νέο επιχείρημα το οποίο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (57), δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως. Μπορεί επομένως να παραβληθεί προς αυτόνομο ισχυρισμό, του οποίου γίνεται για πρώτη φορά επίκληση στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας (58).
121 Όσον αφορά την προϋπόθεση της παραβάσεως κανόνα δικαίου, που είναι αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης των κοινοτικών οργάνων, το Συμβούλιο υποστηρίζει στο υπόμνημά του ότι τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν εν προκειμένω ευρεία διακριτική ευχέρεια και ότι απαιτείται συνεπώς πρόδηλη και σοβαρή παράβαση κανόνα δικαίου. Στο μέτρο όμως που το Συμβούλιο επαναλαμβάνει απλώς επιχείρημα το οποίο είχε ήδη προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου, το επιχείρημα αυτό είναι εν πάση περιπτώσει απαράδεκτο.
122 Το απαράδεκτο της προβληθείσας εκ μέρους του Συμβουλίου επιχειρηματολογίας θα μπορούσε επίσης να συναχθεί από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Αtlanta κατά Ευρωπαϋκής Κοινότητας (59), κατά την οποία η επιχειρηματολογία η οποία βάλλει το ίδιο το θεμέλιο της εξωσυμβατικής ευθύνης συνιστά νέο ισχυρισμό. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία το Συμβούλιο αναφέρεται, στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, σε γεννώσα εξωσυμβατική ευθύνη συμπεριφορά, διαφορετική από εκείνη της οποίας είχε γίνει επίκληση κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου.
123 Είναι αληθές ότι το επιχείρημα του Συμβουλίου θα κρινόταν παραδεκτό μόνον αν το Δικαστήριο δεν λάβει υπόψη την προμνημονευθείσα νομολογία του, αλλά κάνει δεκτό το επιχείρημα βάσει του ότι το Συμβούλιο προβάλλει στο υπόμνημά του επί της αιτήσεως αναιρέσεως παρόμοιους ισχυρισμούς βάσει των οποίων θεωρεί ότι η νομική εκτίμηση του Πρωτοδικείου είναι εσφαλμένη (60).
124 Το Δικαστήριο θα μπορούσε έτσι να ακολουθήσει μια διαφορετική, περισσότερο φιλελεύθερη προσέγγιση, όπως αυτή την οποία ακολούθησε στην υπόθεση Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής. Με την εν λόγω απόφαση, έκρινε συγκεκριμένα ότι «με τον πρώτο λόγο [...] αμφισβητείται ακριβώς η σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και η επιχειρηματολογία που περιέχει με την οποία σκοπεί να αποδειχθεί ότι το Πρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο θεωρώντας την οδηγία προσαρμογής ως πράξη κανονιστικής φύσεως» (61).
125 Η παρούσα διαδικασία προσφέρει εν πάση περιπτώσει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αποσαφηνίσει τις προϋποθέσεις του παραδεκτού επιχειρημάτων τα οποία προβάλλονται στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.
β) Το βάσιμο του επιχειρήματος του Συμβουλίου
126 Αν το Δικαστήριο κρίνει παραδεκτό το επιχείρημα του Συμβουλίου, θα πρέπει να εξετασθεί το βάσιμό του. Συναφώς, πρέπει καταρχάς να αξιολογηθεί το εφαρμοστέο κριτήριο προς στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Κοινότητας και κατόπιν να εξετασθεί αν η απόφαση του Πρωτοδικείου εφάρμοσε ορθά το κριτήριο αυτό. Συναφώς, στο κέντρο της νομικής εκτιμήσεως βρίσκεται η προϋπόθεση της προσβολής κανόνα δικαίου.
127 Ως αφετηρία πρέπει να ληφθεί το κριτήριο το οποίο έθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση στην υπόθεση Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (62). Το Δικαστήριο εξέθεσε συγκεκριμένα τα εξής:
«44 Οσάκις το οικείο κράτος μέλος ή το θεσμικό όργανο δεν διαθέτει παρά μόνο πολύ περιορισμένο, αν όχι ανύπαρκτο, περιθώριο εκτιμήσεως, η απλή παράβαση του κοινοτικού δικαίου μπορεί να αρκεί προς απόδειξη της υπάρξεως κατάφωρης παραβάσεως (βλ., στο πνεύμα αυτό, απόφαση της 23ης Μαου 1996, C-5/94, Hedley Lomas, Συλλογή 1996, σ. I-2553, σκέψη 28).
45 Πρέπει συνεπώς να εξετασθεί αν, εν προκειμένω, και όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, το Πρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο εξετάζοντας τον τρόπο κατά τον οποίο η Επιτροπή άσκησε την εξουσία εκτιμήσεως εκδίδοντας την οδηγία προσαρμογής.»
128 Από την απόφαση αυτή μπορεί να συναχθεί ότι το Δικαστήριο επισημαίνει τον παραλληλισμό μεταξύ της ευθύνης των κρατών μελών και της ευθύνης της Κοινότητας. Αυτό εκφράζεται με την εφαρμογή των ίδιων κριτηρίων σε αμφότερες τις περιπτώσεις.
129 Μία πρώτη αναφορά στον παραλληλισμό αυτόν μεταξύ της ευθύνης των κρατών και της ευθύνης της Κοινότητας υπήρχε βεβαίως σε προγενέστερη απόφαση του Δικαστηρίου, στην υπόθεση Dillenkofer κ.λπ. (63), όπου εκτίθενται τα εξής:
«25 Πράγματι, αφενός μεν, μια παραβίαση είναι κατάφωρη όταν ένα κοινοτικό όργανο ή ένα κράτος μέλος, κατά την άσκηση της κανονιστικής του εξουσίας, υπερέβη, κατά τρόπο κατάδηλο και σοβαρό, τα όρια που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του (βλ. αποφάσεις της 25ης Μαου 1978, 83/76, 94/76, 4/77, 15/77 και 40/77, HNL κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1978, σ. 381, σκέψη 6· Brasserie du pκcheur και Factortame, προαναφερθείσα, σκέψη 55, και British Telecommunications, προαναφερθείσα, σκέψη 42), αφετέρου δε, στην περίπτωση κατά την οποία το οικείο κράτος μέλος, κατά τον χρόνο που διέπραξε την παράβαση, δεν αντιμετώπιζε κανονιστικής φύσεως επιλογές και διέθετε αισθητά μειωμένο, αν όχι ανύπαρκτο περιθώριο εκτιμήσεως, μόνη η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου μπορεί να αρκεί προς διαπίστωση της υπάρξεως κατάφωρης παραβιάσεως (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Hedley Lomas, σκέψη 28).»
130 Το Δικαστήριο διακρίνει δύο περιπτώσεις όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως ως επαρκούς: την κατάδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών καθώς και, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την απλή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, το Δικαστήριο αντιμετωπίζει κατά τρόπο παράλληλο τα κοινοτικά όργανα και τα κράτη μέλη. Στη δεύτερη περίπτωση, αναφέρεται πλέον - σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη διαδικασία - μόνον στα κράτη μέλη.
131 Η συμπλήρωση του παραλληλισμού μεταξύ κοινοτικών οργάνων και κρατών μελών αναφορικά με την απλή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου ευρίσκεται πλέον στην απόφαση Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής.
132 Από την αντιπαραβολή όμως της αποφάσεως Dillenkoffer κ.λπ. προς την απόφαση Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής προκύπτει επίσης μια αποφασιστική διαφορά. Όσον αφορά την περίπτωση στοιχειοθετήσεως ευθύνης η οποία στηρίζεται στην «κατάδηλη και σοβαρή υπέρβαση των ορίων εξουσίας», στην απόφαση Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής λείπει ο περιορισμός - ο οποίος συναντάται στη σκέψη 25 της αποφάσεως Dillenkoffer κ.λπ. - στις περιπτώσεις ασκήσεως της κανονιστικής εξουσίας, με την οποία νοείται, κατά την ορολογία του Δικαστηρίου, η έκδοση πράξεων αφηρημένων και γενικής εφαρμογής. Αντ' αυτού, στη σκέψη 43 της αποφάσεως Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, συναντάται απλώς η διατύπωση, στη γλώσσα της διαδικασίας, «limites qui s'imposent ΰ son pouvoir d'apprιciation».
133 Κατά συνέπεια, στην απόφαση Βergaderm και Goupil, το Δικαστήριο δεν περιόρισε πλέον - αν κρίνομε από την επιλεγείσα διατύπωση - την εφαρμογή του κριτηρίου της «σοβαρής υπερβάσεως» στις περιπτώσεις ασκήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως στο πλαίσιο της δραστηριότητας που είθισται να αποκαλείται κανονιστική.
134 Η συλλογιστική του Δικαστηρίου καταλήγει στην ακόλουθη σαφή και μονοσήμαντη διαπίστωση:
«46 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η γενική ή η ατομική φύση μιας πράξεως θεσμικού οργάνου δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο για τον καθορισμό των ορίων της εξουσίας εκτιμήσεως την οποία διαθέτει το εν λόγω όργανο.»
135 Όπως προκύπτει σαφώς από όλες τις γλωσσικές αποδόσεις της σκέψεως 46 της αποφάσεως Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, η διάκριση μεταξύ πράξεων γενικής εφαρμογής και ατομικών πράξεων δεν πρέπει κατά συνέπεια να διαδραματίζει πλέον κανένα ρόλο. Το Πρωτοδικείο ακολούθησε επίσης την ερμηνεία αυτή σε άλλες υποθέσεις (64).
136 Επομένως, το αποφασιστικό στοιχείο - σύμφωνα με τη διατύπωση των σχετικών σκέψεων στην απόφαση Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής - είναι μόνον να εξακριβωθεί το περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο διαθέτει το οικείο θεσμικό όργανο και ο τρόπος κατά τον οποίο άσκησε την εξουσία εκτιμήσεως την οποία διαθέτει. Αυτό είναι συνεπώς το κριτήριο που πρέπει να χρησιμοποιείται για την εκτίμηση του παράνομου χαρακτήρα της δράσεως των κοινοτικών οργάνων.
137 Αυτό σημαίνει εν προκειμένω ότι, όσον αφορά τη δράση της Επιτροπής, δεν έχει σημασία αν η δράση αυτή πρέπει να χαρακτηρισθεί ως γενικής ή ατομικής φύσεως.
138 Δεν μπορεί όμως ακόμη να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση του παράνομου χαρακτήρα, στη σκέψη 206 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ήταν στην προκειμένη περίπτωση νομικά εσφαλμένη και ότι το Πρωτοδικείο όφειλε να καταλήξει σε άλλο αποτέλεσμα εφαρμόζοντας τα κριτήρια που καθορίζονται σύμφωνα με την απόφαση Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής.
139 Διότι, έστω και αν, αντίθετα προς τη συλλογιστική που ακολούθησε το Πρωτοδικείο, το σημαντικό στοιχείο δεν είναι η φύση της πράξεως της Επιτροπής αλλά μόνον η εξακρίβωση του περιθωρίου εκτιμήσεως το οποίο αυτή διέθετε, αυτό μπορεί επίσης να έχει ως αποτέλεσμα τη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα της πράξεως της Επιτροπής.
140 Αν διαπιστωθεί πράγματι ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει παρά «σημαντικά περιορισμένο, ή και ανύπαρκτο, περιθώριο εκτιμήσεως», η απλή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου αρκεί για να γίνει δεκτός ο παράνομος χαρακτήρας της ενέργειας της Επιτροπής. Κατά την εν προκειμένω υποστηριζόμενη άποψη (ήτοι περιορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως), η Επιτροπή, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, δεν εφάρμοσε ορθά το άρθρο 30 του κανονισμού και επομένως πληρούται η προϋπόθεση της απλής παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου. Αν απεναντίας γίνει δεκτό ότι, κατά την εφαρμογή του άρθρου 30, η Επιτροπή διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, η απλή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου αρκεί για την πλήρωση της προϋποθέσεως του παράνομου χαρακτήρα.
141 Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να ελέγξει την απόφαση του Πρωτοδικείου όσον αφορά την πλήρωση των τριών προϋποθέσεων (παράνομος χαρακτήρας, ζημία, αιτιώδης συνάφεια) οι οποίες απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης των κοινοτικών οργάνων, και εφόσον καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να αναιρεθεί η εν λόγω απόφαση, πρέπει επίσης να αποφασίσει, δυνάμει του άρθρου 54 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αν θα αποφανθεί το ίδιο επί της διαφοράς ή αν θα αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου. Δεδομένου ότι η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, θα συνιστούσα να επιλεγεί η πρώτη λύση.
142 Όπως όμως εξέθεσα ήδη, αυτό εξαρτάται καταρχάς από το παραδεκτό του ισχυρισμού του Συμβουλίου.
VII - Επί των δικαστικών εξόδων
143 Κατά το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των εξόδων. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στη διαδικασία της αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί πάντως να κατανείμει τα έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων.
144 Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε μερικώς, προτείνω στο Δικαστήριο να καταδικάσει αντιστοίχως την αναιρεσείουσα, τις αναιρεσίβλητες καθώς και το Συμβούλιο στα έξοδά τους στα πλαίσια της αναιρετικής διαδικασίας.
145 Οι Camar και Tico θα φέρουν τα έξοδα της διαδικασίας στην υπόθεση T-117/98, η δε Επιτροπή τα έξοδα της διαδικασίας στην υπόθεση T-79/96. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας στην υπόθεση T-260/97, πρέπει να επιβεβαιωθούν τα σημεία 7 και 8 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι τα σημεία που αναφέρονται στα δικαστικά έξοδα.
146 Η Γαλλική Δημοκρατία και η Ιταλική Δημοκρατία θα φέρουν τα έξοδά τους.
VIII - Πρόταση
147 Βάσει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να αναιρέσει την απόφαση στην υπόθεση T-117/98, καθόσον με την απόφαση αυτή κρίθηκε παραδεκτή η προσφυγή ακυρώσεως κατά της Επιτροπής·
- να κρίνει απαράδεκτη την προσφυγή στην υπόθεση T-117/98·
- να απορρίψει κατά τα λοιπά την αίτηση αναιρέσεως·
- να καταδικάσει τις Camar και Tico, την Επιτροπή και το Συμβούλιο, στα έξοδά τους στα πλαίσια της αναιρετικής διαδικασίας·
- να καταδικάσει τις Camar και Tico στα έξοδα της διαδικασίας στην υπόθεση T-117/98 και την Επιτροπή στα έξοδα της διαδικασίας στην υπόθεση T-79/996, να επιβεβαιώσει δε τα σημεία 7 και 8 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με τα έξοδα διαδικασίας στην υπόθεση T-260/97·
- να αποφανθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία και η Ιταλική Δημοκρατία θα φέρουν τα έξοδά τους.
(1) - Camar και Tico κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. II-2193).
(2) - ΕΕ L 47, σ. 1, επανειλημμένα τροποποιηθείς.
(3) - Βλ. την μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 2 απόφαση Camar και Tico κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, σκέψεις 20 έως 25 και 27.
(4) - Βλ., συναφώς, τα εκτιθέμενα στο νομικό πλαίσιο σχετικά με το άρθρο 19 του κανονισμού 404/93.
(5) - Βλ. σκέψεις 1 έως 12, και 15 έως 19.
(6) - ΕΕ L 349, σ. 105.
(7) - Όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3290/94.
(8) - ΕΕ L 142, σ. 6.
(9) - Κανονισμοί (ΕΚ) 2791/94 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 1994, (ΕΚ) 510/95 της Επιτροπής, της 7ης Μαρτίου 1995, και (ΕΚ) 1163/95 της Επιτροπής, της 23ης Μαου 1995, για έκτακτη παραχώρηση συμπληρωματικής ποσότητας στη δασμολογική ποσόστωση εισαγωγής μπανανών του 1994, του πρώτου τριμήνου του 1995 και του δευτέρου τριμήνου του 1995, αντίστοιχα, λόγω της θύελλας Debbie (ΕΕ L 296, σ. 33, ΕΕ L 51, σ. 8, και ΕΕ L 117, σ. 12)· κανονισμοί (ΕΚ) 2358/95 της Επιτροπής, της 6ης Οκτωβρίου 1995, (ΕΚ) 127/96 της Επιτροπής, της 25ης Ιανουαρίου 1996, και (ΕΚ) 822/96 της Επιτροπής, της 3ης Μαου 1996, για έκτακτη παραχώρηση συμπληρωματικής ποσότητας στη δασμολογική ποσόστωση εισαγωγής μπανανών του τέταρτου τριμήνου 1995, του πρώτου τριμήνου 1996 και του δευτέρου τριμήνου 1996, αντίστοιχα, λόγω των θυελλών Iris, Luis και Marilyn (EE L 241, σ. 5, ΕΕ L 20, σ. 17, και EE L 111, σ. 7, αντίστοιχα).
(10) - Βλ. συναφώς και την απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-451/98, Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I-8949, σκέψη 49).
(11) - Απόφαση της 9ης Απριλίου 1997, T-47/95, Terres rouges κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-481, σκέψη 46).
(12) - Βλ., συναφώς, Canedo, «L'intιrκt ΰ agir dans le recours en annulation du droit communautaire», Revue trimestrielle de droit europιen, 2000, σ. 451, ιδίως σ. 491.
(13) - Απόφαση της 16ης Μαου 1991, C-358/89 (Συλλογή 1991, σ. I-2501, σκέψη 17).
(14) - Υπέρ της ευρείας ερμηνείας της αποφάσεως της 18ης Μαου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-1853), βλ. Arnull, «Private Applicants and the Action for Annulment since Codorniu», Common Market Law Review, 2001, σ. 7, ιδίως σ. 43· Waelbroeck, D., και Fosselard, D., Common Market Law Review, 1995, σ. 257, ιδίως σ. 266 επ.· Nihoul, La recevabilitι des recours en annulation introduits par un particulier ΰ l'encontre d'un acte communautaire de portιe gιnιrale, 1994, σ. 171, ιδίως σ. 184, και Vandersanden, «Pour un ιlargissement du droit des particuliers d'agir en annulation contre des actes autres que les dιcisions qui leur sont adressιes», Cahiers de droit europιen, 1995, σ. 535, ιδίως σ. 544.
(15) - Επί της ερμηνείας αυτής, βλ. επίσης, παραδείγματος χάρη, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Γ. Κοσμά στην υπόθεση C-321/95 P, Greenpeace Council κ.λπ. κατά Επιτροπής (απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, Συλλογή 1998, σ. I-1651, σκέψη 91).
(16) - Απόφαση μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 15, σκέψη 21, αναφορικά με τη χρήση κατατεθέντος σήματος για συγκεκριμένο αφρώδη οίνο.
(17) - Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987 (26/86, Συλλογή 1987, σ. 941).
(18) - Διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1995, C-10/95 P, Asocarne κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. I-4149, σκέψη 43).
(19) - Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 12 απόφαση Terres rouges κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 47.
(20) - Διάταξη της 15ης Σεπτεμβρίου 1999, T-11/99 (Συλλογή 1999, σ. II-2653, σκέψη 50).
(21) - Απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 1996, C-209/94 P (Συλλογή 1996, σ. I-615, σκέψη 29).
(22) - Απόφαση της 31ης Μαου 2001, C-41/99 P (Συλλογή 2001, σ. I-4239, σκέψη 29).
(23) - Απόφαση μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 11, σκέψη 54.
(24) - Διάταξη της 28ης Ιουνίου 2001, C-351/99 P, Eridania κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I-5007, σκέψη 63).
(25) - Moitinho de Almeida, «Le recours en annulation des particuliers (άρθρο 173, deuxiθme alinιa, du traitι CE): nouvelles rιflexions sur l'expression `la concernent [...] individuellement'», στο έργο: Festschrift Ulrich Everling, 1995, τόμος 1, σ. 849, ιδίως σ. 863.
(26) - Σκέψη 140 της αποφάσεως.
(27) - Σκέψη 151 της αποφάσεως.
(28) - Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1996, C-68/95, Συλλογή 1996, σ. I-6065).
(29) - Βλ., επιπλέον, το άρθρο 30 του κανονισμού 136/66/EOK του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33), και το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1696/71 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του λυκίσκου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 22).
(30) - Αυτό αφορά ιδίως τη γλωσσική απόδοση του κανονισμού στα δανικά, στα γαλλικά, στα πορτογαλικά και τα σουηδικά.
(31) - Αυτό αφορά όλες τις γλωσσικές αποδόσεις του κανονισμού, με εξαίρεση την απόδοση στα γερμανικά. Στην απόδοση στα ισπανικά, η έκφραση περιλαμβάνεται στο τέλος της φράσης.
(32) - Η σχετική περίοδος της αιτιολογικής σκέψης έχει ως εξής: «πρέπει επομένως να προβλεφθεί η δυνατότητα της Επιτροπής να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μεταβατικά μέτρα για την υπερνίκηση των δυσκολιών [...]».
(33) - Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 29 απόφαση T. Port, σκέψη 43.
(34) - Αποφάσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 1999, T-612/97, Cordis κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-2771, σκέψη 46), και της 28ης Μαρτίου 2000, T-251/97, T. Port κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. II-1775, σκέψη 69).
(35) - Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 29 απόφαση T. Port, σκέψη 35, και απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, C-442/99 P, Cordis κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-6629, σκέψη 12).
(36) - Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 29 απόφαση T. Port και μνημονευθείσες ανωτέρω στην υποσημείωση 35 αποφάσεις Cordis κατά Επιτροπής και T. Port κατά Επιτροπής.
(37) - Αυτό δε αντίθετα προς επικριτικές απόψεις που διατυπώθηκαν στη θεωρία (Pache, «Das Ende der Bananenmarktordnung?», Europarecht, 1995, σ. 95, ιδίως σ. 102· Weustenfeld, Die Bananenmarktordnung der EG und der Handel mit Drittstaaten, 1997, σ. 124 επ.)· επί του ζητήματος δεν λαμβάνουν θέση η Everling, «Will Europe slip on Bananas?», Common Market Law Review, 33 (1996), σ. 410, ιδίως σ. 417 επ., και Manservisi, «L'organisazzione comune di mercato nel settore delle banane», Rivista di diritto agrario, 1994, σ. 73, ιδίως σ. 84· υπέρ της απόψεως αυτής, απεναντίας, βλ. Zuleeg, «Bananen und Grundrechte - Anlass zum Konflikt zwischen europδischer und deutscher Gerichtsbarkeit», Neue Juristische Wochenschrift, 1997, σ. 1201, ιδίως σ. 1206.
(38) - Βλ. την μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 29 απόφαση T. Port, σκέψη 36, την απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1997, C-9/95, C-23/95 και C-156/95, Βέλγιο και Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-645, σκέψεις 24 επ.), και την μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 36 απόφαση Cordis κατά Επιτροπής, σκέψη 13.
(39) - Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, T-252/97, Dόrbeck κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. II-3031, σκέψη 70), και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
(40) - Βλ. τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 36 απόφαση Cordis κατά Επιτροπής, σκέψη 19.
(41) - Βλ. τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 36 απόφαση Cordis κατά Επιτροπής, σκέψη 17 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
(42) - Ομοίως στη γλωσσική απόδοση στα ολλανδικά.
(43) - Αυτό ισχύει παραδείγματος χάρη για τις γλωσσικές αποδόσεις στα αγγλικά, στα γαλλικά, τα πορτογαλικά και τα σουηδικά.
(44) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Elmer στη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 29 υπόθεση T. Port, παράγραφος 38.
(45) - Τέτοιο κριτήριο μπορεί να συναχθεί τουλάχιστον από την απόφαση του Πρωτοδικείου στη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 35 υπόθεση T. Port κατά Επιτροπής, σκέψη 69· βλ. επίσης τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 35 απόφαση στην υπόθεση Cordis κατά Επιτροπής, σκέψη 46, στην οποία το Πρωτοδικείο αναφέρεται στα κριτήρια τα οποία διατυπώθηκαν στη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 29 υπόθεση T. Port.
Αντίθετα προς την άποψη των Camar και Tico, επιρροή ασκούν εν προκειμένω και οι αποφάσεις του Πρωτοδικείου στις υποθέσεις Cordis κατά Επιτροπής και T. Port, στο μέτρο κατά το οποίο από τις αποφάσεις αυτές μπορεί να συναχθεί - τουλάχιστον - ένα γενικό κριτήριο όσον αφορά τον βαθμό σοβαρότητας του οποίου πρέπει να υπάρξει υπέρβαση. Είναι συναφώς άνευ σημασίας το γεγονός ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν είναι τα ίδια στις δύο υποθέσεις.
(46) - Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος.
(47) - Μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 29 απόφαση T. Port, σκέψη 38.
(48) - Σκέψη 38· βλ. επίσης την απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1999, T-254/97, Fruchthandelsgesellschaft Chemnitz κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-2743, σκέψη 67), και τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 40 απόφαση Dόrbeck κατά Επιτροπής, σκέψη 69.
(49) - Απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, C-352/98 P (Συλλογή 2000, σ. I-5291, σκέψη 46).
(50) - Το Συμβούλιο ούτε αναφέρθηκε στην απόφαση Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής ούτε επικαλέσθηκε αντίστοιχα επιχειρήματα.
(51) - Αποφάσεις της 29ης Μαου 1997, C-153/96 P, De Rijk κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-2901, σκέψη 18)· της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C-64/98 P, Πετρίδης κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-5187, σκέψη 18), και της 21ης Ιουνίου 2001, C-280/99 P έως C-282/99 P, Moccia Irme κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-4717, σκέψη 67).
(52) - Απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-1981, σκέψεις 58 και επ.).
(53) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Μαρτίου 1991, C-403/85 Rιv., Ferrandi κατά Επιτροπής (Συλλoγή 1991, σ. I-1215, σκέψη 13), και διάταξη του Πρωτοδικείου της 26ης Μαρτίου 1992, T-4/89 Rιv., BASF κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. II-1591, σκέψη 12).
(54) - Απόφαση της 5ης Μαρτίου 1998, C-199/94 P και C-200/94 P Rιv., Inpesca κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-831, σκέψη 17).
(55) - Ακόμη και η δυνατότητα του Πρωτοδικείου να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία εξαρτάται από το αν και πότε λαμβάνει γνώση της εκκρεμούσας ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας.
(56) - Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1994, C-76/93 P, Scaramuzza κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-5173, σκέψη 18).
(57) - Σύμφωνα με την περιοριστική θέση του Δικαστηρίου, κάθε νέος ισχυρισμός δεν είναι παραδεκτός για τον μόνο λόγο ότι πρέπει να χαρακτηρισθεί ως επιχείρημα. Είναι αποφασιστικό να καθορισθεί αν με το επιχείρημα γίνεται επίκληση νέων στοιχείων (απόφαση της 17ης Μαου 2001, C-450/98 P, IECC κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I-3947, σκέψη 36) ή πρόκειται για απλή ανάπτυξη ενός επιχειρήματος (βλ. την μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 57 απόφαση Scaramuzza κατά Επιτροπής). Υπό τις συνθήκες αυτές, η διάκριση «λόγου» και «επιχειρήματος», την οποία επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Ph. Lιger με τις προτάσεις του της 12ης Μαρτίου 2002 στην υπόθεση C-41/00 P, Interporc Im- und Export κατά Επιτροπής (η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου), παράγραφοι 55 επ., δεν αρκεί καθεαυτή (βλ. τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 52 απόφαση Moccia Irme κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 64 και 65· επί της νομολογίας στο σύνολό της, βλ. Bφlhoff, Das Rechtsmittelverfahren vor dem Gerichtshof der Europδischen Gemeinschaften, 2001, σ. 111 επ.).
Η προβληματική αυτή καθίσταται ακόμη περιπλοκότερη από το γεγονός ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν μνημονεύεται σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις των αναφερόμενων στην αίτηση αναιρέσεως διατάξεων του Κανονισμού Διαδικασίας χωριστά ο όρος «επιχειρήματα». Συγκεκριμένα, η απόδοση του άρθρου 112 στη γερμανική περιορίζεται στον όρο «Rechtsmittelgrόnde» («λόγους και επιχειρήματα», κατά την απόδοση στην ελληνική), η δε απόδοση του άρθρου 115 στον όρο «rechtliche Begrόndung» («λόγους και επιχειρήματα», κατά την απόδοση στην ελληνική). Το άρθρο 117 αναφέρεται απλώς στον όρο «Gesichtspunkt» («λόγο», κατά την απόδοση στην ελληνική) στον οποίο στηρίζεται η αίτηση αναιρέσεως.
Όμως, και αν ακόμη υποστηρίζεται η άποψη ότι οι έννοιες που χρησιμοποιούνται στον Κανονισμό Διαδικασίας και οι εκεί συναντώμενες διακρίσεις ελήφθησαν από το γαλλικό διοικητικό δίκαιο, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει επίσης να ακολουθηθεί η αντίστοιχη ερμηνεία, διότι αυτό θα κατέληγε σε παραπομπή σε μια εθνική έννομη τάξη ευρισκόμενη σε διαρκή εξέλιξη.
(58) - Επί του παραδεκτού ενός αυτόνομου λόγου, βλ. τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 52 απόφαση Πετρίδης κατά Επιτροπής, σκέψη 18.
(59) - Απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 1999, C-104/97 P (Συλλογή 1999, σ. I-6983, σκέψη 27).
(60) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2000, C-154/99 P, Politi κατά Fondation europιenne pour la formation professionnelle (Συλλογή 2000, σ. I-5019, σκέψη 12).
(61) - Απόφαση μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 50, σκέψη 36.
(62) - Απόφαση μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 50.
(63) - Απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1996, C-178/94, C-179/94 και C-188/94 έως C-190/94 (Συλλογή 1996, σ. I-4845).
(64) - Βλ. συναφώς τις αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2001, T-198/95, T-171/96, T-230/97, T-174/98 και T-225/99, Comafrica και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II-1975, σκέψη 136), και της 23ης Οκτωβρίου 2001, T-155/99, Dieckmann & Hansen κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II-3143, σκέψη 45).
Full & Egal Universal Law Academy