Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Η παρούσα διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως έχει ως αντικείμενο αρκετά ερωτήματα σχετικά με το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 525/93 της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 1993, περί της αξίας των τελικών περιφερειακών ποσών αναφοράς για τους παραγωγούς σπόρων σόγιας, κραμβόσπορων, γογγυλόσπορων και ηλιανθόσπορων για την περίοδο εμπορίας 1992/93 (στο εξής: κανονισμός 525/93).
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο
2. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3766/91 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, που θεσπίζει σύστημα στήριξης για τους παραγωγούς σπόρων σόγιας, κραμβόσπορων, γογγυλόσπορων και ηλιανθόσπορων (στο εξής: βασικός κανονισμός), θέσπισε μηχανισμό στηρίξεως βασιζόμενο σε σύστημα άμεσης αντισταθμιστικής πληρωμής στον παραγωγό συγκεκριμένου ποσού ανά εκτάριο, το οποίο καθορίζεται ανάλογα με τη μέση απόδοση των διαφόρων περιφερειών παραγωγής της Κοινότητας.
3. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού έχει ως εξής:
«Η προβλεπόμενη τιμή αναφοράς για τους ελαιούχους σπόρους καθορίζεται σε 163 ECU/τόνο».
Η εν λόγω προβλεπόμενη τιμή αναφοράς έπρεπε, σύμφωνα με εκτίμηση της Επιτροπής, να αντιστοιχεί στην τιμή αναφοράς που εκτιμάται ότι θα έχει διαμορφωθεί μεσοπρόθεσμα για τους ελαιούχους σπόρους στο πλαίσιο μιας σταθεροποιημένης παγκόσμιας αγοράς.
4. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Το κοινοτικό ποσό αναφοράς για τους ελαιούχους σπόρους καθορίζεται σε 384 ECU/εκτάριο».
Το ποσό αυτό αποτελεί μια θεωρητική τιμή που εκφράζει το μέσο προβλεπόμενο ποσό της αντισταθμιστικής πληρωμής ανά εκτάριο εντός της Κοινότητας.
5. Το καταβλητέο στους παραγωγούς ποσό της αντισταθμιστικής πληρωμής καθορίζεται σε δύο στάδια.
6. Κατ' αρχάς, η Επιτροπή καθορίζει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, για κάθε περιφέρεια παραγωγής που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού, ένα «προβλεπόμενο περιφερειακό ποσό αναφοράς», λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση μεταξύ της μέσης κοινοτικής αποδόσεως σε δημητριακά και ελαιούχους σπόρους και της αντίστοιχης μέσης αποδόσεως της οικείας περιφέρειας.
7. Εν συνεχεία, πριν από τις 30 Ιανουαρίου κάθε περιόδου εμπορίας, η Επιτροπή υπολογίζει, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, το «τελικό περιφερειακό ποσό αναφοράς», με βάση τη διαπιστωθείσα τιμή αναφοράς για τους ελαιούχους σπόρους. Ο τελικός αυτός υπολογισμός γίνεται με την αντικατάσταση της προβλεπόμενης τιμής αναφοράς από τη διαπιστωθείσα τιμή αναφοράς· οι διακυμάνσεις των τιμών μέσα στα όρια του 8 % της προβλεπόμενης τιμής αναφοράς δεν λαμβάνονται υπόψη.
8. Όταν η καθορισθείσα σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού τιμή αναφοράς αποκλίνει άνω του 8 % σε σχέση με την προβλεπόμενη τιμή αναφοράς, το τελικό περιφερειακό ποσό αναφοράς υπολογίζεται προσαρμόζοντας την προβλεπόμενη τιμή αναφοράς ανάλογα προς τη διαπιστωθείσα διακύμανση. Βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 6, η δημοσίευση των ποσών στην Επίσημη Εφημερίδα συνοδεύεται από σύντομη εξήγηση των πραγματοποιηθέντων υπολογισμών. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 3766/91, αν η καλλιεργημένη με ένα είδος ελαιούχου σπόρου έκταση υπερβαίνει τη μέγιστη εγγυημένη επιφάνεια που ορίζει το άρθρο 6, παράγραφος 1, η τελική τιμή αναφοράς μειώνεται.
9. Βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, μόνον οι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα παραγωγοί που σπέρνουν και προτίθενται να συγκομίσουν τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν να καλυφθούν από ένα σύστημα άμεσων πληρωμών, διαφοροποιημένο κατά περιοχές. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, προβλέπει ότι, για να δικαιούται πληρωμής, ο παραγωγός οφείλει, το αργότερο κατά την ημερομηνία που θα έχει οριστεί για την οικεία περιοχή, να έχει σπείρει τους σπόρους και να έχει υποβάλει αίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, οι αιτήσεις μπορούν να υποβληθούν μόνο για αρόσιμες γαίες που καλλιεργούνταν κατά την περίοδο 1989/90 έως 1990/91.
10. Στις 5 Μαρτίου 1993, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 515/93 , για τον καθορισμό της αξίας των προβλεπόμενων περιφερειακών ποσών αναφοράς για τους παραγωγούς σπόρων σόγιας, κραμβόσπορων, γογγυλόσπορων και ηλιανθόσπορων για την περίοδο εμπορίας 1992/93. Το προβλεπόμενο περιφερειακό ποσό αναφοράς για τη Βαυαρία (Γερμανία) καθορίστηκε στα 517,42 ΕCU ανά εκτάριο (1 218,10 DΕΜ ανά εκτάριο).
11. Στις 8 Μαρτίου 1993, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 525/93 , περί της αξίας των τελικών περιφερειακών ποσών αναφοράς για τους παραγωγούς σπόρων σόγιας, κραμβόσπορων, γογγυλόσπορων και ηλιανθόσπορων για την περίοδο εμπορίας 1992/93, ο οποίος αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς. Από το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι το τελικό περιφερειακό ποσό αναφοράς για τη Βαυαρία καθορίστηκε επίσης στα 517,42 ΕCU ανά εκτάριο (1 218,10 DΕΜ ανά εκτάριο).
12. Το παράρτημα Ι του επίδικου κανονισμού περιέχει τις ακόλουθες εξηγήσεις ως προς τον υπολογισμό των τελικών περιφερειακών ποσών αναφοράς:
«Καθορίστηκε χωριστά για κάθε ελαιούχο σπόρο μία διαπιστωθείσα τιμή αναφοράς, η οποία αντιπροσωπεύει τη μέση τιμή που διαπιστώθηκε στην παγκόσμια αγορά κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας 1992/93.
Αυτές οι διαπιστωθείσες τιμές αναφοράς υπολογίσθηκαν με βάση χρηματιστηριακές τιμές και τιμές που ίσχυσαν στις συναλλαγές, βάσει των τιμών χρηματιστηρίου του Ρότερνταμ, για τις αποστολές ελαιούχων σπόρων χύμα που παραδόθηκαν σε αντιπροσωπευτικούς λιμένες. Οι τιμές των συναλλαγών και οι χρηματιστηριακές τιμές είναι αυτές που καταγράφηκαν από τον Ιούλιο του 1992 μέχρι τον Ιανουάριο του 1993. Όπου ήταν δυνατόν, ελήφθησαν υπόψη ο μήνας και οι τιμές παράδοσης στο πλαίσιο της σύμβασης των συναλλαγών και των χρηματιστηριακών τιμών.
Οι αξίες των διαπιστωθεισών τιμών αναφοράς είναι τέτοιες ώστε να μην είναι αναγκαία η προσαρμογή των προβλεπομένων περιφερειακών ποσών αναφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3766/91.
Υπολογίσθηκαν οι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις των καλλιεργημένων με ελαιούχους σπόρους επιλέξιμων εκτάσεων. Το μέγεθος των υπολογισθεισών εκτάσεων είναι τέτοιο ώστε να μην είναι αναγκαία η προσαρμογή των προβλεπομένων περιφερειακών ποσών αναφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3766/91.
Για την περίοδο εμπορίας 1992/93, επιβεβαιώθηκε ότι η αξία των τελικών περιφερειακών ποσών αναφοράς είναι ίδια με αυτή των προβλεπομένων περιφερειακών ποσών αναφοράς.»
ΙΙΙ - ραγματικά περιστατικά και διαδικασία της κύριας δίκης
13. Στις 29 Μα_ου 1992, η Martin Weber Gesellschaft des Bürgerlichen Rechts (εταιρία αστικού δικαίου, στο εξής: εταιρία), της οποίας ο Martin και η Maria Weber είναι οι μοναδικοί εταίροι, υπέβαλε στον Amt für Landwirtschaft und Bodenkultur Regensburg (οργανισμό γεωργίας και καλλιέργειας των εδαφών του Regensburg, στο εξής: οργανισμό) αίτηση άμεσης πληρωμής για τη συγκομιδή 1992, για έκταση 6,37 εκταρίων στην οποία είχε καλλιεργηθεί ελαιοκράμβη. Με απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1992, ο οργανισμός χορήγησε προκαταβολή ύψους 3 879,65 γερμανικών μάρκων (DEM) (το 50 % του προβλεπομένου περιφερειακού ποσού αναφοράς). Βάση για τον υπολογισμό αποτέλεσε το ποσό των 609,05 DEM ανά εκτάριο για τη Βαυαρία. Η εταιρία υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής, με την αιτιολογία ότι το χορηγηθέν ποσό δεν κάλυπτε τις ζημίες από τις πτώσεις των τιμών. Με απόφαση της 28ης Απριλίου 1993, ο οργανισμός τους χορήγησε συνολική ενίσχυση ύψους 7 759,29 DEM (τελικό ποσό αναφοράς για τη Βαυαρία: 1 218,10 DEM ανά εκτάριο), λαμβάνοντας υπόψη την ήδη χορηγηθείσα προκαταβολή. Οι προσφεύγοντες υπέβαλαν διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής και ζήτησαν να μη κριθεί η ένσταση έως ότου αποφανθεί το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί προσφυγής που άσκησαν ενώπιον του.
14. Με δικόγραφο της 5ης Μα_ου 1993 προς το Δικαστήριο, το οποίο διαβιβάστηκε στο ρωτοδικείο, η εταρία ζήτησε την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 525/93, λόγω αυθαίρετου καθορισμού της τελικής περιφερειακής τιμής αναφοράς. Με απόφαση της 10ης Ιουλίου 1996 , το ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη. Σύμφωνα με το ρωτοδικείο, το απαράδεκτο της προσφυγής δεν απορρέει από την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της εταιρίας βάσει του γερμανικού δικαίου, εφόσον, εν προκειμένω, την προσφυγή άσκησαν επίσης ο Martin και η Maria Weber. Ωστόσο, ο εν λόγω κανονισμός δεν αφορά ατομικά τους προσφεύγοντες.
15. Με απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1997, η Κυβέρνηση του Oberpfalz (Άνω αλατινάτου) απέρριψε την ένσταση των προσφευγόντων. Κατά την άποψή της, η τελευταία καθοριστική απόφαση που εκδόθηκε βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 525/93 της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 1993, είναι νόμιμη. Ο υπολογισμός στον οποίο προέβη η Επιτροπή και η εξήγηση που προβάλλει για να δικαιολογήσει το ότι δεν είναι αναγκαία η προσαρμογή των προβλεπόμενων περιφερειακών ποσών αναφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3766/91 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, δεν είναι κατανοητά και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να ελεγχθούν. Το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 525/93 της Επιτροπής συνιστά παραβίαση της προβλεπομένης στο άρθρο 253 της Συνθήκης ΕΚ υποχρεώσως αιτιολογήσεως των νομικών πράξεων που εκδίδουν τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως δεν μπορεί να μη γίνει δεκτός. Εντούτοις, οι γεωργικές αρχές δεσμεύονται από τους κοινοτικούς κανόνες.
16. Στις 9 Ιανουαρίου 1998 οι προσφεύγοντες άσκησαν προσφυγή κατά της αποφάσεως που τους κοινοποιήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 1997 και ζήτησαν να ακυρωθεί η απόφαση του Amt für Landwirtschaft und Bodenkultur Regensburg, της 28ης Απριλίου 1993, υπό τη μορφή της επί της ενστάσεως αποφάσεως της κυβερνήσεως του Oberpfalz, της 4ης Δεκεμβρίου 1997, και να υποχρεωθεί το καθού να εκδώσει νέα απόφαση επί της αιτήσεως που οι προσφεύγοντες υπέβαλαν στις 24 Μα_ου 1992 βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού σχετικά με τις άμεσες πληρωμές στο πλαίσιο συστήματος στηρίξεως για τους παραγωγούς σπόρων σόγιας, κραμβόσπορων, γογγυλόσπορων και ηλιανθόσπορων, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Επιπλέον, οι προσφεύγοντες ζήτησαν από το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ.
IV - ροδικαστικά ερωτήματα και διαδικασία
17. Με απόφαση της 30ής Αυγούστου 2000, το Bayerisches Verwaltungsgericht Regensburg υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είχε το δικαίωμα η Επιτροπή κατά τον καθορισμό του τελικού περιφερειακού ποσού αναφοράς κατά παρέκκλιση από το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 525/93 να μη λάβει υπόψη τις τιμές αναφοράς των μηνών της χρονικής περιόδου μεταξύ 1ης Ιουλίου 1992 και Ιανουαρίου 1993, να συνυπολογίσει τιμές αναφοράς των μηνών μετά την αναφερθείσα χρονική περίοδο και να αντικαταστήσει με μία εκτίμηση τα στοιχεία τιμών αναφοράς που έλειπαν;
2) Επιτρεπόταν να αυξηθούν οι καθοριζόμενες για Αμβούργο και Fac. Atlant τιμές κατά το ποσό των υποτιθεμένων μεταφορικών εξόδων ύψους 3,8 ECU ανά τόνο;
3) Επιτρεπόταν κατά την εξεύρεση της τελικής τιμής αναφοράς να ληφθούν ως βάση αμιγώς λογιστικώς εξευρισκόμενες μέσες τιμές χωρίς να ληφθούν υπόψη οι διαφορετικές ποσότητες εμπορίας κατά τους επιμέρους μήνες της χρονικής περιόδου υπολογισμού;
4) Στην περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα ερωτήματα 1 έως 3: άσχει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 525/93 ως προς τις προϋποθέσεις που θέτει για τον υπολογισμό του τελικού περιφερειακού ποσού αναφοράς λόγω ελλείψεως αιτιολογίας υπό την έννοια του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 253 ΕΚ);
5) Είναι τόσο ουσιώδης η εν λόγω έλλειψη αιτιολογίας ώστε να οδηγεί στην ακυρότητα ή τη μερική ακυρότητα του κανονισμού;»
18. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής μόνον η Επιτροπή κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Δεν διεξάχθηκε προφορική διαδικασία.
V - Επί του πρώτου, δεύτερου και τρίτου ερωτήματος
19. Τα τρία πρώτα ερωτήματα αφορούν κατ' ουσίαν τον κατά κατάχρηση δικαιώματος ή αυθαίρετο υπολογισμό της τιμής αναφοράς.
Α - Ισχυρισμοί της Επιτροπής
20. Κατ' αρχάς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι με τον όρο «κατάχρηση δικαιώματος» πρέπει να νοείται η κατάχρηση εξουσίας υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ. Ωστόσο, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης δεν προέβαλαν αιτίαση σχετική με κατάχρηση εξουσίας και ούτε υπάρχουν ενδείξεις τέτοιας καταχρήσεως.
21. Όσον αφορά το ζήτημα του αυθαίρετου υπολογισμού, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ούτε ο βασικός κανονισμός ούτε κανένας άλλος κανονισμός εφαρμοστέος κατά την περίοδο εμπορίας 1992/93 περιείχαν υποχρεωτικές οδηγίες για τον υπολογισμό της τιμής αναφοράς. Επομένως, είχε την ευχέρεια να επιλέξει τη μέθοδο υπολογισμού, λαμβάνοντας υπόψη τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει, στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως.
22. Για τον υπολογισμό της τελικής τιμής αναφοράς, η Επιτροπή στηρίχθηκε στις τιμές που ίσχυαν διεθνώς σε αντιπροσωπευτικούς λιμένες της Κοινότητας. Εφόσον η προβλεπόμενη τιμή αναφοράς στηρίζεται στην τιμή ισορροπίας που εκτιμάται ότι θα έχει διαμορφωθεί μεσοπρόθεσμα στο πλαίσιο μιας σταθεροποιημένης παγκόσμιας αγοράς, η δυνατότητα συγκρίσεως είναι εγγυημένη.
23. Όσον αφορά, ειδικότερα, το πρώτο ερώτημα η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν υπερέβη τη διακριτική της ευχέρεια. Ορθά προέβη σε συνυπολογισμό κατ' εκτίμηση προθεσμιακών τιμών για τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1993, λόγω των σημαντικών διακυμάνσεων που σημειώθηκαν εκείνη την περίοδο. Ορισμένες τιμές των σπόρων σόγιας και κράμβης δεν ελήφθησαν υπόψη, διότι δεν ήταν αντιπροσωπευτικές. Επιπλέον, ο συνυπολογισμός τους θα κατέληγε σε παρέκκλιση άνω του 8 %.
24. Σχετικά με το δεύτερο ερώτημα η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσαύξηση των τιμών που ανακοίνωσαν τα κράτη μέλη με κατ' αποκοπή ποσό για τα έξοδα μεταφοράς ήταν αναγκαία.
25. Ως προς το τρίτο ερώτημα η Επιτροπή επισημαίνει ότι, πράγματι, κατά τον υπολογισμό της τελικής τιμής αναφοράς, δεν προέβη σε στάθμιση των τιμών ανάλογα με τις ποσότητες που πράγματι διατέθηκαν στο εμπόριο για ένα συγκεκριμένο μήνα, διότι δεν υπήρχαν τα αναγκαία προς τούτο πληροφοριακά στοιχεία. άντως, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπερέβη προδήλως την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει.
Β - Εκτίμηση
26. Σχετικά με το αν η Επιτροπή είχε την ευχέρεια, κατά τον καθορισμό του τελικού περιφερειακού ποσού αναφοράς, να λάβει ή να μη λάβει υπόψη ή να αξιολογήσει ορισμένες τιμές αναφοράς, καθώς και να προσφύγει, κατά τον υπολογισμό της τελικής τιμής αναφοράς, σε αμιγώς λογιστικώς εξευρισκόμενες μέσες τιμές χωρίς να συνυπολογίσει τις αντίστοιχες ποσότητες που διατέθηκαν στο εμπόριο κατά τη διάρκεια των διαφόρων μηνών, πρέπει, κατ' αρχάς, να ληφθεί υπόψη η εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή ειδικά στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής.
27. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή ενεργεί παρανόμως μόνον όταν εκτιμά προδήλως εσφαλμένα την πραγματική και νομική κατάσταση ή όταν υπερβαίνει προδήλως (και ουσιωδώς) τα όρια της εξουσία εκτιμήσεως που διάθετει .
28. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη μια βασική αρχή του μηχανισμού των τιμών αναφοράς, ήτοι ότι πρώτα καθορίζεται το προβλεπόμενο ποσό αναφοράς και, ακολούθως, το τελικό ποσό αναφοράς. Η εξασφάλιση της δυνατότητας συγκρίσεως των δυο ποσών είναι σύμφωνη με το σύστημα καθορισμού τιμών αναφοράς. Επομένως, ορθά η Επιτροπή εφαρμόζει τα ίδια κριτήρια για τα δύο ποσά.
29. Εφόσον η προβλεπόμενη τιμή αναφοράς είναι «η τιμή ισορροπίας που εκτιμάται ότι θα έχει διαμορφωθεί μεσοπρόθεσμα στο πλαίσιο μιας σταθεροποιημένης παγκόσμιας αγοράς», η εφαρμογή του ίδιου κριτηρίου και για την τελική τιμή αναφοράς είναι σύμφωνη με το σύστημα των τιμών αναφοράς που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Λόγω της ασυνήθους καταστάσεως κατά την περίοδο εμπορίας 1992/93, ιδιαίτερα την έλλειψη σταθερότητας των αγορών, είναι, συνεπώς, εύλογο το ότι η Επιτροπή δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά σε τιμές «spot» (τοις μετρητοίς), αλλά και στις σταθεροποιημένες προθεσμιακές τιμές ώστε να είναι δυνατή η σύμφωνη με την πραγματικότητα σύγκριση των τιμών.
30. Δεδομένου του περιθωρίου εκτιμήσεως που ο σχετικός κανονισμός παρέχει στην Επιτροπή ως προς τη μέθοδο υπολογισμού, η μέθοδος που εφάρμοσε η Επιτροπή υπό τις ως άνω συνθήκες, ιδιαίτερα οι τιμές που χρησιμοποιήθηκαν, φαίνεται «εκ πρώτης όψεως εύλογη» ή, εν πάση περιπτώσει, δεν φαίνεται «προδήλως ακατάλληλη» υπό την έννοια της νομολογίας .
31. Επιπλέον, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης δεν απέδειξαν ότι οι λοιπές τιμές που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό, όπως, για παράδειγμα, οι τιμές χονδρικής, οι τιμές «ελεύθερο στο μύλο» ή «CIF future terms», ήταν καταλληλότερες. Εξάλλου, πρόκειται για περίπλοκα πραγματικά περιστατικά για την εκτίμηση των οποίων η Επιτροπή διαθέτει, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου , ευρεία διακριτική ευχέρεια.
32. Το ζήτημα της νομιμότητας της προσαυξήσεως των καθορισμένων τιμών Αμβούργου και Fac. Atlant κατά το ποσό των θεωρητικών εξόδων μεταφοράς πρέπει, επίσης, να εξεταστεί, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης καταστάσεως κατά την περίοδο εμπορίας 1992/93, κατά την οποία οι εξαγωγές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε ελαιούχους σπόρους ήταν εξαιρετικά σημαντικές σε σχέση με άλλες περιόδους εμπορίας.
33. Η προσθήκη των εξόδων μεταφοράς ήταν αναγκαία, εφόσον τα κράτη μέλη ενημέρωσαν την Επιτροπή και για τις τιμές χονδρικής. Για να προσαρμοσθούν οι τιμές αυτές στις τιμές αναφοράς της παγκόσμιας αγοράς του Ρότερνταμ, έπρεπε, συνεπώς, να προσαυξηθούν κατά τα έξοδα ασφαλίσεως και μεταφοράς προς το Ρότερνταμ.
VI - Επί του τετάρτου και πέμπτου ερωτήματος
34. Το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα αφορούν το ζήτημα αν η Επιτροπή τήρησε την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει από το άρθρο 253 ΕΚ.
Α - Ισχυρισμοί της Επιτροπής
35. Όσον αφορά το αν ο κανονισμός 525/93 ήταν επαρκώς αιτιολογημένος, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τήρησε τις απαιτήσεις που απορρέουν από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Υποστηρίζει ότι, στις δύο πρώτες παραγράφους του παραρτήματος Ι του κανονισμού, εξηγείται η μέθοδος υπολογισμού των τελικών τιμών αναφοράς. Επιπλέον, στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού γίνεται επίσης αναφορά στην καθοριστική για τον υπολογισμό των τελικών τιμών αναφοράς διάταξη του βασικού κανονισμού. Κατά την άποψη της Επιτροπής, περαιτέρω στοιχεία ήταν περιττά.
Β - Εκτίμηση
36. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από την υποχρέωση αιτιολογήσεως που προβλέπει το άρθρο 253 ΕΚ απορρέει ότι μια νομική πράξη - ως εκ τούτου και ο επίδικος κανονισμός - πρέπει να αναφέρει την ουσιώδη συλλογιστική του οικείου οργάνου ως προς τα πραγματικά και νομικά στοιχεία, προκειμένου να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του .
37. Ωστόσο, κατά τη νομολογία αυτή, η νομική πράξη δεν απαιτείται να διυλίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία. Αρκεί από την προσβαλλόμενη πράξη να προκύπτει σαφώς η ουσία του επιδιωκόμενου από την Επιτροπή σκοπού και τα κριτήρια που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο. Αυτό μπορεί να γίνει με την παραπομπή στον βασικό κανονισμό .
38. Επιπλέον, η επίδικη νομική πράξη είναι κανονισμός, ήτοι πράξη γενικής εφαρμογής για την οποία η υποχρέωση αιτιολογήσεως υπόκειται, κατ' αρχήν, σε λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις .
39. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι απορρέουσες από τη νομολογία του Δικαστηρίου απαιτήσεις τηρήθηκαν. Σκοπός του επίδικου κανονισμού είναι ο καθορισμός των ποσών που προβλέπει ο βασικός κανονισμός και, ως εκ τούτου, εντάσσεται στο πλαίσιο της συνολικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Επιπλέον, στο παράρτημα Ι του επίδικου κανονισμού περιλαμβάνεται εξήγηση της μεθόδου υπολογισμού.
40. εραιτέρω, οι ενδιαφερόμενοι διέθεταν οπωσδήποτε αναγκαία στοιχεία αναφοράς για να κατανοήσουν τον υπολογισμό της Επιτροπής. Δεδομένου ότι το άρθρο 3, παράγραφος 6, του βασικού κανονισμού απαιτεί μόνο «συνοπτική εξήγηση», η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να περιοριστεί σε ορισμένα μόνο στοιχεία.
41. Ενόψει της απαντήσεως που προτείνω στο Δικαστήριο, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος της μερικής ή ολικής ακυρότητας του κανονισμού.
VII - ρόταση
42. Κατόπιν των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 525/93 της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 1993, περί της αξίας των τελικών περιφερειακών ποσών αναφοράς για τους παραγωγούς σπόρων σόγιας, κραμβόσπορων, γογγυλόσπορων και ηλιανθόσπορων για την περίοδο εμπορίας 1992/93.
Full & Egal Universal Law Academy