Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση 2000/449/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Ιουλίου 2000, για την εξαίρεση από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), στο μέτρο που με την απόφαση αυτή προβλέπεται χρηματοοικονομική διόρθωση για τις δαπάνες που δηλώθηκαν από το Βασίλειο της Ισπανίας στο πλαίσιο της αντισταθμιστικής ενισχύσεως για τους παραγωγούς μπανάνας όσον αφορά τις περιόδους 1995 και 1996.
Ι - Νομικό πλαίσιο
2. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής , προβλέπει, στο άρθρο του 5, παράγραφος 2, στοιχείο β_:
«Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή του Ταμείου που προβλέπεται στο άρθρο 11:
[...]
β) εκκαθαρίζει προ του τέλους του επομένου έτους βάσει των εγγράφων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στοιχείο β_, τους λογαριασμούς των υπηρεσιών και οργανισμών.»
3. Ο ίδιος αυτός κανονισμός, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 1995 , ορίζει, στο άρθρο του 5, παράγραφος 2, στοιχεία β_ και γ_:
«Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή του Ταμείου:
[...]
β) εκκαθαρίζει πριν από τις 30 Απριλίου του έτους που ακολουθεί το εξεταζόμενο οικονομικό έτος και βάσει των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχείο β_, τους λογαριασμούς των εγκεκριμένων οργανισμών πληρωμών.
Η απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών δεν προδικάζει τη λήψη τυχόν μεταγενέστερων αποφάσεων, σύμφωνα με το στοιχείο γ_·
γ) αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδότησης δαπανών βάσει των άρθρων 2 και 3, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
[...]
Η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας ασυμφωνίας. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.
Η απόρριψη χρηματοδότησης δεν μπορεί να αφορά δαπάνες προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων αυτών των εξακριβώσεων. [...]»
4. Το άρθρο 2 του κανονισμού 1287/95 έχει ως εξής:
«1. [...]
[Ο παρών κανονισμός] εφαρμόζεται από το οικονομικό έτος που αρχίζει στις 16 Οκτωβρίου 1995.
2. Οι απορρίψεις χρηματοδότησης που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού [729/70] δεν επιτρέπεται να αφορούν τις δαπάνες που δηλώνονται για οικονομικά έτη προγενέστερα της 16ης Οκτωβρίου 1992, χωρίς αυτό να θίγει, πάντως, τις αποφάσεις εκκαθαρίσεων που αφορούν οικονομικά έτη προγενέστερα της ισχύος του παρόντος κανονισμού.»
5. Οι προσανατολισμοί της Επιτροπής σχετικά με την χρηματοοικονομική διόρθωση οριστικοποιήθηκαν με το έγγραφο VI/5330/97, της 23ης Δεκεμβρίου 1997. Εάν τα προκύψαντα από την έρευνα στοιχεία δεν επιτρέπουν να εκτιμηθούν οι ζημίες που έχει υποστεί η Κοινότητα είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο μιας κατ' αποκοπήν διορθώσεως. Οι ισχύοντες συντελεστές διορθώσεως είναι της τάξεως του 2 %, του 5 % ή του 10 %, ανάλογα με το μέγεθος του κινδύνου ζημίας· σε ορισμένες περιπτώσεις ο συντελεστής μπορεί να είναι 25 % ή ακόμα υψηλότερος, δυνάμενος να φθάσει, σε κατ' εξαίρεσιν περιπτώσεις, μέχρι το 100 %.
6. Στους διέποντες τον οικείο τομέα κανονισμούς περιλαμβάνονται, ειδικότερα, οι κανονισμοί (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας και (ΕΟΚ) 1858/93 της Επιτροπής, της 9ης Ιουλίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 404/93 του Συμβουλίου όσον αφορά το καθεστώς αντισταθμιστικής ενίσχυσης για την απώλεια εσόδων από την εμπορία στον τομέα της μπανάνας .
7. Ο κανονισμός 404/93 προέβλεψε τη χορήγηση αντισταθμιστικής ενισχύσεως στους παραγωγούς για τις τυχόν απώλειες εισοδήματος λόγω της θεσπίσεως της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της μπανάνας.
8. Σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 5 και 7, του κανονισμού 404/93:
«1. Χορηγείται ενίσχυση αντιστάθμισης της ενδεχόμενης απώλειας εισοδήματος στους κοινοτικούς παραγωγούς οι οποίοι είναι μέλη αναγνωρισμένης οργάνωσης παραγωγών και διαθέτουν στην αγορά της Κοινότητας μπανάνες που ανταποκρίνονται στους κοινούς κανόνες. [...]
2. Η μέγιστη ποσότητα κοινοτικών μπανανών που τίθενται σε εμπορία και μπορούν να παράσχουν δικαίωμα αντισταθμιστικής ενισχύσεως ορίζεται σε 854 000 τόνους (καθαρό βάρος). Η ποσότητα αυτή κατανέμεται ανά κοινοτική περιφέρεια παραγωγής ως εξής:
1) 420 000 τόνοι για τις Καναρίους Νήσους·
[...]
3. Η αντισταθμιστική ενίσχυση υπολογίζεται με βάση τη διαφορά μεταξύ:
- των "κατ' αποκοπή εσόδων αναφοράς" των μπανανών που παράγονται και διακινούνται στην Κοινότητα και
- των "μέσων εσόδων παραγωγής" που πραγματοποιούνται στην κοινοτική αγορά κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους για τις μπανάνες που παράγονται και πωλούνται στην Κοινότητα.
4. Τα "κατ' αποκοπή έσοδα αναφοράς" προσδιορίζονται με βάση:
- τη μέση τιμή μπανανών που παράγονται στην Κοινότητα και τίθενται σε εμπορία κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς που προηγείται της 1ης Ιανουαρίου 1993 και η οποία καθορίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27,
- μετά από αφαίρεση του μέσου κόστους μεταφοράς και υπαγωγής σε καθεστώς fob. [...]
5. Τα "μέσα έσοδα παραγωγής" για τις μπανάνες της Κοινότητας προσδιορίζονται, για κάθε χρόνο, με βάση:
- τον μέσο όρο των τιμών των μπανανών που παράγονται στην Κοινότητα και τίθενται σε εμπορία κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους,
- μετά την αφαίρεση του μέσου κόστους μεταφοράς και υπαγωγής σε καθεστώς fob.
[...]
7. Μπορούν να πληρωθούν προκαταβολές με βάση την αντισταθμιστική ενίσχυση που χορηγήθηκε στα πλαίσια του προηγούμενου έτους, υπό τον όρο της σύστασης εγγυήσεως.»
9. Το άρθρο 4, παράγραφοι 1, 3 και 5, του κανονισμού 1858/93 ορίζει:
«1. Αιτήσεις για προκαταβολές μπορούν να υποβληθούν σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2.
[...]
3. Η πληρωμή της προκαταβολής εξαρτάται από τη σύσταση εγγύησης κατά την υποβολή της αίτησης. Το ποσό της εγγύησης καθορίζεται σε 50 % του ποσού της προκαταβολής.
[...]
5. Η εγγγύηση αποδεσμεύεται τη στιγμή που η οριστική ενίσχυση καταβάλλεται από τις αρμόδιες αρχές.»
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
10. Κατά τη διάρκεια ελέγχου που διενεργήθηκε στις Καναρίους Νήσους τον Ιανουάριο του 1997, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαπίστωσαν ότι στα τιμολόγια που αντιστοιχούσαν σε μια σημαντική ποσότητα μπανανών προοριζομένων για την αγορά των νήσων αυτών, τιμολόγια που είχαν καταρτιστεί από ορισμένες οργανώσεις παραγωγών, αναγράφονταν τιμές που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως συμβολικές (1, 2 ή 5 ESP/kg).
11. Δεδομένου ότι από τις εξηγήσεις που παρασχέθηκαν στις υπηρεσίες της Επιτροπής καταδείχθηκε ότι οι έλεγχοι των πράξεων αυτών δεν είχαν υπερβεί ένα καθαρά διοικητικό επίπεδο, η Επιτροπή έκρινε ότι υφίστατο πραγματικός κίνδυνος τα εν λόγω τιμολόγια να αντιστοιχούν είτε σε μπανάνες που δεν είχαν πράγματι διατεθεί στο εμπόριο είτε σε μπανάνες κακής ποιότητας. Οι ελεγκτές της Επιτροπής έκριναν ότι οι ισπανικές αρχές έπρεπε να προβούν σε πρόσθετους ελέγχους.
12. Με έγγραφο της 8ης Ιουλίου 1997, η Επιτροπή διαβίβασε τις διαπιστώσεις αυτές στο Βασίλειο της Ισπανίας.
13. Τον Νοέμβριο του 1997 πραγματοποιήθηκε νέα αποστολή για διενέργεια ελέγχου από τις υπηρεσίες της Επιτροπής.
14. Κατά τη διάρκεια διμερούς συναντήσεως που έγινε στις 31 Μαρτίου 1998, η Επιτροπή έδωσε στις αρχές της αυτόνομης κοινότητας των Καναρίων τη συγκατάθεσή της προκειμένου να προβούν σε λογιστικό έλεγχο όσον αφορά τις επιχειρήσεις που είχαν αγοράσει μπανάνες σε μειωμένη τιμή κατά το οικονομικό έτος 1996. Ο εν λόγω λογιστικός έλεγχος διενεργήθηκε τον Μάιο του 1998. Από τη σχετική έκθεση που διαβιβάστηκε στην Επιτροπή στις 2 Ιουλίου 1998, προέκυψε ότι δεν είχε διατεθεί στο εμπόριο καμιά παρτίδα κάτω από 10 ESP/kg.
15. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θεώρησαν ότι η έκθεση αυτή ενίσχυε τις αναλύσεις τους.
16. Με έγγραφο της 15ης Ιουνίου 1999, η Επιτροπή πρότεινε χρηματοοικονομική διόρθωση στηριζόμενη στη διαφορά μεταξύ αντισταθμιστικής ενισχύσεως που είχε χορηγηθεί στους Ισπανούς παραγωγούς και σ' αυτήν που θα τους καταβαλλόταν εάν είχαν αποκλειστεί, εν όλω ή εν μέρει, από τον υπολογισμό της μέσης κοινοτικής ενισχύσεως οι σχετικές ποσότητες και οι αντίστοιχες τιμές.
17. Με έγγραφο της 4ης Αυγούστου 1999, οι ισπανικές αρχές ζήτησαν να κινηθεί η διαδικασία συμβιβασμού.
18. Το όργανο συμβιβασμού, που έχει θεσπιστεί με την απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (στο εξής: όργανο συμβιβασμού), παρέδωσε την τελική του έκθεση στις 4 Φεβρουαρίου 2000. Το εν λόγω όργανο αναφέρει ότι είναι εξαιρετικώς δυσχερής η επίλυση της διαφωνίας μεταξύ των δύο μερών στο μέτρο που οι θέσεις τους ερείδονται μάλλον σε συμπεράσματα παρά σε πραγματικά γεγονότα. Σημειώνει ότι τα στοιχεία των οποίων έχει λάβει γνώση δεν επιτρέπουν να αποκλειστεί το γεγονός ότι η ποιότητα των εν λόγω μπανανών ήταν κατώτερη των σχετικών προδιαγραφών πλην όμως είναι ελάχιστα πιθανό η ανυπαρξία ανεκτής ποιότητας να επηρέασε το σύνολο των επιμάχων ποσοτήτων. Είναι επίσης δυνατό να έγιναν απάτες σχετικά με τις πράγματι πωληθείσες ποσότητες, πλην όμως καμιά εν προκειμένω συγκεκριμένη απόδειξη δεν τους προσκομίστηκε.
19. Επομένως, σύμφωνα με το όργανο συμβιβασμού, και η συλλογιστική των ισπανικών αρχών είναι πειστική. Ειδικότερα, είναι δυνατό να διατέθηκαν στο εμπόριο μειωμένες ποσότητες μπανανών συμφώνων προς τις προδιαγραφές σε τιμές χαμηλότερες της τιμής κόστους, και τούτο εφόσον η πώλησή τους θα επέτρεπε στους παραγωγούς να λάβουν την αντισταθμιστική ενίσχυση την οποία, άλλως, θα έχαναν. Μια τέτοια πρακτική δεν απαγορεύεται.
20. Το όργανο συμβιβασμού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να πετύχει προσέγγιση των θέσεων των δύο μερών. Παρ' όλ' αυτά, κάλεσε την Επιτροπή να ελέγξει τη βάση της προτάσεώς του για χρηματοοικονομική διόρθωση υπό το φως των παρατηρήσεων που της είχε παράσχει.
21. Στις 15 Μα_ου 2000, η Επιτροπή εξέδωσε τη συνθετική της έκθεση. Το εν λόγω κοινοτικό όργανο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισπανικές αρχές δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι οι επίμαχες πωλήσεις σε λίαν χαμηλές τιμές είχαν πράγματι πραγματοποιηθεί ή ότι πληρούσαν τις σχετικές προδιαγραφές. Η Επιτροπή ανέφερε ότι πρότεινε χρηματοοικονομική διόρθωση στηριζόμενη στην επιστροφή ποσού ίσου προς το 100 % της αντισταθμιστικής ενισχύσεως που αντιστοιχούσε στις ποσότητες των μπανανών που είχαν διατεθεί στο εμπόριο κάτω από 5 ESP/kg καθώς και ποσού ίσου προς το 25 % προκειμένου περί ποσοτήτων μπανανών που είχαν διατεθεί στο εμπόριο μεταξύ 5 και 10 ESP/kg· η διόρθωση αυτή συνεπαγόταν, επιπλέον, τον εκ νέου υπολογισμό του αντισταθμιστικού ποσού κατόπιν αντίστοιχης αφαιρέσεως από το σχετικό εμπόρευμα προκειμένου να προσδιοριστεί η μέση τιμή εξόδου από την αποθήκη συσκευασίας και να αποφευχθούν έτσι οι «πωλήσεις» που φέρονται ως έχουσες επηρεάσει το τελικό ποσό της αντισταθμιστικής ενισχύσεως. Το συνολικό ποσό της διορθώσεως ανερχόταν σε 428 882 534 ESP.
22. Η διαδικασία περατώθηκε με την έκδοση, στις 5 Ιουλίου 2000, της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία επιβλήθηκε η μνημονευομένη στη συνθετική έκθεση χρηματοοικονομική διόρθωση.
ΙΙΙ - Αιτήματα των διαδίκων
23. Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που αφορά την αντισταθμιστική ενίσχυση στον τομέα της μπανάνας στην Ισπανία και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
24. Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της προσφυγής και την καταδίκη του προσφεύγοντος στα δικαστικά έξοδα.
IV - Ανάλυση
25. Η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως.
26. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, αρνούμενη να αναλάβει δαπάνες πραγματοποιηθείσες κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1995, έσφαλε και παραβίασε τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της νομικής ασφάλειας.
27. Δεύτερον, η εν λόγω κυβέρνηση διατείνεται ότι η Επιτροπή πλανήθηκε όσον αφορά τα στοιχεία που χρησιμοποίησε για να καθορίσει την χρηματοοικονομική διόρθωση, συνάγοντας από τις διαπιστώσεις αυτές εσφαλμένα συμπεράσματα.
28. Τρίτον, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
Α - Όσον αφορά τον πρώτο λόγο: διόρθωση που κακώς επεκτάθηκε και επί των δαπανών του 1995
29. Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καλύπτει, κακώς, τις διενεργηθείσες το 1995 δαπάνες, και τούτο για τον λόγο ότι αυτές είχαν ήδη εκκαθαριστεί με άλλη απόφαση, συγκεκριμένα την απόφαση 1999/187/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών όσον αφορά τις δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από το ΕΓΤΠΕ για το 1995 . Οι μόνες εξαιρέσεις στην εκκαθάριση για την Ισπανία αφορούν τις δαπάνες τις γνωστές ως «μη αναγνωριζόμενες», που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1, στοιχείο στ_, του παραρτήματος της τελευταίας αυτής αποφάσεως καθώς και τις δαπάνες τις γνωστές ως «εξαιρούμενες», που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1, στοιχείο γ_, του ίδιου παραρτήματος.
30. Οι πληρωμές σχετικά με τις μπανάνες αποτελούν όχι μέρος των ποσοτήτων που εξαιρούνται αλλά αναγνωρισμένες δαπάνες και, επομένως, έχουν εκκαθαριστεί.
31. Αρνούμενη την ανάληψη των δαπανών αυτών, η Επιτροπή παραβιάζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης σε βάρος των ισπανικών αρχών καθώς και των δικαιούχων αντισταθμιστικών ενισχύσεων ιδιωτών.
32. Η Επιτροπή παραβιάζει επίσης την αρχή της νομικής ασφάλειας. Η Ισπανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι είναι ουσιώδες να σέβονται τα κοινοτικά όργανα το απαραβίαστο των πράξεων που αυτά έχουν εκδώσει.
33. Η Επιτροπή φρονεί ότι ο πρώτος λόγος της Ισπανικής Κυβερνήσεως δεν είναι βάσιμος. Υποστηρίζει ότι με την απόφαση 1999/187 δεν εκκαθαρίστηκαν τα ποσά που είχαν καταβληθεί στο πλαίσιο της εν λόγω αντισταθμιστικής ενισχύσεως.
34. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι πληρωμές που καταβλήθηκαν στους παραγωγούς κατά την περίοδο εμπορίας 1995, που διήρκεσε από την 1η Ιανουαρίου 1995 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995, αποτελούσαν απλές προκαταβολές της τελικής αντισταθμιστικής ενισχύσεως. Η ενίσχυση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστικώς ληφθείσα παρά μόνον όταν καταβληθεί και το υπόλοιπό της και αποδεσμευθεί η εγγύηση, πράγμα που έγινε κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1996, που διήρκεσε από τις 16 Οκτωβρίου 1995 μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 1996, και όχι κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1995.
35. Η Επιτροπή διασαφηνίζει ότι, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται δικαίωμα για ενίσχυση, σύμφωνα με τον κανονισμό 1858/93, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 796/95 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 1995 , πρέπει αυτή να διαθέτει όλα τα στοιχεία σχετικά με την ετήσια περίοδο αναφοράς, που αντιστοιχεί στην περίοδο εμπορίας, η οποία, προκειμένου περί των μπανανών, αντιστοιχεί στο ημερολογιακό έτος. Μόνον εφόσον έχει στη διάθεσή της τα στοιχεία αυτά, περί τα τέλη του έτους, η Επιτροπή ελέγχει εάν συντρέχουν οι περιστάσεις που δικαιολογούν την καταβολή της ενισχύσεως, και τούτο υπό την έννοια ότι τα έσοδα των παραγωγών υπήρξαν κατώτερα των εσόδων αναφοράς, και καθορίζει το ποσό της ενισχύσεως. Μόνον κατά το χρονικό εκείνο σημείο μπορεί να καταβληθεί το υπόλοιπο και να αποδεσμευθούν οι εγγυήσεις. Τα προηγουμένως καταβληθέντα ποσά πρέπει να θεωρηθούν ως απλές προσωρινές προκαταβολές υποκείμενες σε μεταγενέστερη αναθεώρηση. Μέχρι το χρονικό εκείνο σημείο, δεν υφίσταται δικαίωμα για ενίσχυση, δεν μπορεί να υπολογιστεί το ποσό της και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται οποιοδήποτε ποσό για εκκαθάριση.
36. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, όσον αφορά τις διατεθείσες στο εμπόριο το 1995 μπανάνες, εφόσον η ενίσχυση καταβλήθηκε οριστικώς μόλις το 1996, η απόφαση 1999/187, σχετικά με το οικονομικό έτος 1995, δεν μπορούσε να έχει εκκαθαρίσει τα ποσά που είχαν καταβληθεί στο πλαίσιο της εν λόγω ενισχύσεως.
37. Προσωπικώς συμμερίζομαι τη θέση της Επιτροπής κατά την οποία η απόφαση 1999/187 δεν καλύπτει τις διορθωθείσες με την προσβαλλόμενη απόφαση δαπάνες.
38. Πράγματι, από το παράρτημα της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι οι αμφισβητούμενες από το Βασίλειο της Ισπανίας διορθώσεις αφορούν δαπάνες των οικονομικών ετών 1996 και 1997. Αντιθέτως, με την απόφαση 1999/187 εκκαθαρίζονται οι λογαριασμοί του οικονομικού έτους 1995. Δεδομένου ότι πρόκειται για διαφορετικά οικονομικά έτη, η τελευταία αυτή απόφαση ουδόλως αφορά τις αποτελούσες το αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως δαπάνες.
39. Ωστόσο, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ορισμένες διορθωθείσες από την Επιτροπή δαπάνες υπάγονται, στην πραγματικότητα, στο οικονομικό έτος 1995.
40. Συγκεκριμένα, η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί ότι «η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη μόνο τα ποσά που καταβλήθηκαν ως αντισταθμιστική ενίσχυση στον τομέα της μπανάνας κατά το οικονομικό έτος 1996 και να μη λάβει υπόψη τις καταβολές που πραγματοποιήθηκαν κατά το οικονομικό έτος 1995, οι οποίες [...] είχαν ήδη εκκαθαριστεί» .
41. Όμως, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
42. Όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, «οι πραγματοποιηθείσες κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1995 καταβολές» αποτελούν, στο πλαίσιο των κανονισμών 404/93 και 1858/93, προκαταβολές.
43. Συναφώς, επιβάλλεται να γίνει αναφορά στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1858/93 σύμφωνα με το οποίο:
«Οι αιτήσεις για την αντισταθμιστική ενίσχυση και για τις προκαταβολές υποβάλλονται:
α) όσον αφορά τις προκαταβολές, στη διάρκεια των δέκα πρώτων ημερών του Μαρτίου, Μα_ου, Ιουλίου, Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου για τις μπανάνες οι οποίες πράγματι τέθηκαν σε εμπορία κατά την περίοδο των δύο μηνών που προηγούνται του μηνός υποβολής της αίτησης· [...]
β) όσον αφορά την πληρωμή του υπόλοιπου ποσού της ενίσχυσης, στη διάρκεια των δέκα πρώτων ημερών του Ιανουαρίου του έτους που έπεται εκείνου για το οποίο ζητήθηκε η ενίσχυση.
Στο υπόλοιπο περιλαμβάνονται:
- η ενίσχυση για τις μπανάνες που διατίθενται στο εμπόριο κατά την περίοδο Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου,
- καθώς και, κατά περίπτωση, η προσαρμογή των ποσών που πληρώθηκαν για τις μπανάνες που διατέθηκαν στο εμπόριο κατά τη διάρκεια των περιόδων που αναφέρονται στο στοιχείο α) με βάση το οριστικό ποσό της ενίσχυσης» .
44. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την εμπορία μπανανών καταβάλλεται, κατά το έτος που αυτή πραγματοποιείται, προκαταβολή στον παραγωγό. Ο τελευταίος όμως δεν λαμβάνει το υπόλοιπο της ενισχύσεως παρά μόνο κατά το επόμενο έτος.
45. Η ερμηνεία αυτή έχει επίσης επιβεβαιωθεί με την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1858/93, στην οποία η Επιτροπή αναφέρεται και η οποία προβλέπει ότι:
«[...] δεδομένου ότι η αντισταθμιστική ενίσχυση για συγκεκριμένο έτος δεν μπορεί να προσδιοριστεί και να καταβληθεί παρά μόνο στην αρχή του επόμενου έτους, κρίνεται αναγκαίο να χορηγηθούν προκαταβολές ώστε να διατηρηθεί η κανονική διάθεση των κοινοτικών προϊόντων και να επιτευχθεί ο στόχος του μέτρου· ότι οι προκαταβολές αυτές πρέπει, ωστόσο, να καταβάλλονται εφόσον έχει συσταθεί εγγύηση προς κάλυψη του ενδεχόμενου η οριστική ενίσχυση να είναι κατώτερη από το σύνολο των καταβληθεισών προκαταβολών».
46. Κατά συνέπεια, αν η Επιτροπή διαπίστωσε παρατυπίες στην εμπορία μπανανών κατά τα έτη 1995 και 1996, πρόκειται για εμπορικές πράξεις για τις οποίες οι παραγωγοί έλαβαν μόνο προκαταβολές κατά τα ίδια αυτά έτη. Αντιθέτως, το υπόλοιπο μέρος των ενισχύσεων καταβλήθηκε μόλις, αντιστοίχως, το 1996 και το 1997.
47. Ορθότατα η Επιτροπή παρατηρεί ότι, δεδομένου ότι το ύψος των ενισχύσεων δεν καθορίστηκε οριστικώς παρά μόλις το 1996 και το 1997, οι ενισχύσεις αυτές εκκαθαρίστηκαν μόνον επ' ευκαιρία των διαδικασιών σχετικά με τα οικονομικά έτη 1996 και 1997 και όχι κατά τη διαδικασία σχετικά με το οικονομικό έτος 1995 η οποία και αποτέλεσε το αντικείμενο της αποφάσεως 1999/187.
48. Πράγματι, η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών αφορά, όπως άλλωστε το επιβεβαιώνει και ο τίτλος της αποφάσεως 1999/187, τις «δαπάνες» που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ.
49. Πάντως, δεν υφίστανται δαπάνες χρηματοδοτούμενες από το ΕΓΤΠΕ παρά μόνο αφ' ης στιγμής η ενίσχυση έχει καταστεί οριστική και η εγγύηση έχει αποδεσμευθεί. Πριν από το χρονικό αυτό σημείο, η ύπαρξη μιας τέτοιας δαπάνης είναι, στην πραγματικότητα, απλώς αμφίβολη, δεδομένου ότι το ποσό που καταβάλλεται ως προκαταβολή είναι πάντοτε δυνατό, εφόσον προκύψει ότι δεν οφειλόταν ενίσχυση, να ανακτηθεί μέσω της καταπτώσεως της εγγυήσεως.
50. Η Ισπανική Κυβέρνηση διερωτάται εισέτι για ποιο λόγο, στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή δεν διευκρίνισε, στην απόφαση 1999/187, ότι δεν συμπεριελάμβανε τις δαπάνες σχετικά με τις αντισταθμιστικές ενισχύσεις για την μπανάνα για τον λόγο ότι η τελική πληρωμή δεν είχε πραγματοποιηθεί πριν από το 1996, ενώ το εν λόγω κοινοτικό όργανο είχε ρητώς παράσχει παρόμοια διασαφήνιση στην εν λόγω απόφαση προκειμένου περί των ενισχύσεων για τους παραγωγούς ορισμένων ποωδών καλλιεργειών.
51. Παρ' όλ' αυτά, είμαι της γνώμης ότι το γεγονός απλώς και μόνον ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε, στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως 1999/187, στις ποώδεις καλλιέργειες αλλά όχι στις μπανάνες δεν αρκεί για να συναχθεί ότι με την απόφαση αυτή εκκαθαρίστηκαν τα ποσά που είχαν πληρωθεί ως προκαταβολές το 1995 στους παραγωγούς μπανανών. Πράγματι, η ύπαρξη δαπάνης χρηματοδοτουμένης από το ΕΓΤΠΕ εξαρτάται από την ισχύουσα νομοθεσία και όχι από κάποια από τις αιτιολογικές σκέψεις μιας αποφάσεως της Επιτροπής.
52. Η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί επίσης ότι η άποψη κατά την οποία οι πραγματοποιηθείσες το 1995 καταβολές πρέπει να θεωρηθούν ως προκαταβολές στερείται ειρμού εάν ληφθεί υπόψη το άρθρο 7, παράγραφος 4, τέταρτο εδάφιο, στοιχείο β_, του κανονισμού (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μα_ου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής , που έχει σχέση με ενισχύσεις για την αγροτική ανάπτυξη.
53. Πράγματι, σύμφωνα με την Ισπανική Κυβέρνηση, ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε διάκριση μεταξύ των ενισχύσεων για τη γεωργική ανάπτυξη, που μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο 7, και των λοιπών ενισχύσεων. Προκειμένου περί των ενισχύσεων για τη γεωργική ανάπτυξη, οι καταβολές που προηγούνται της τελικής πληρωμής αποτελούν απλώς προκαταβολές. Αντιθέτως, προκειμένου περί των άλλων τύπων ενισχύσεων, όπως οι αντισταθμιστικές ενισχύσεις στον τομέα της μπανάνας, οι διάφορες πληρωμές, μέχρι την τελική πληρωμή, δεν πρέπει να θεωρούνται ως προκαταβολές. Οι πληρωμές αυτές αποτελούν μέρος της χορηγουμένης αντισταθμιστικής ενισχύσεως και μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο εκκαθαρίσεως. Εν προκειμένω, οι εν λόγω ενισχύσεις εκκαθαρίστηκαν με την απόφαση 1999/187 σχετικά με το οικονομικό έτος 1995.
54. Συναφώς, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 7, παράγραφος 4, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 1258/1999 προβλέπει ότι:
«Η απόρριψη χρηματοδότησης δεν μπορεί να αφορά:
α) δαπάνες που αναφέρονται στο άρθρο 2 και είναι προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση από την Επιτροπή, στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, των αποτελεσμάτων αυτών των εξακριβώσεων·
β) δαπάνες για μέτρο ή δράση που αναφέρεται στο άρθρο 3, για την οποία η τελική πληρωμή πραγματοποιήθηκε πριν από το τελευταίο 24μηνο πριν από τη γραπτή ανακοίνωση από την Επιτροπή, στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, των αποτελεσμάτων αυτών των εξακριβώσεων.»
55. Πάντως, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, ο κανονισμός 1258/1999, ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 729/70, δεν εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρο του 20, παρά μόνον όσον αφορά τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2000. Ο εν λόγω κανονισμός δεν εφαρμόζεται επί των επιμάχων στην υπό κρίση περίπτωση δαπανών και, επομένως, φαίνεται δυσχερές να συναχθεί εξ αυτού ερμηνεία έχουσα σχέση μ' αυτές.
56. Κατά τα λοιπά, το γεγονός ότι, όσον αφορά τις ενισχύσεις για τη γεωργική ανάπτυξη, η προθεσμία των 24 μηνών αρχίζει να τρέχει ύστερα από την τελική πληρωμή, δεν σημαίνει ότι, αναφορικά με τις ενισχύσεις που μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο 7, παράγραφος 4, τέταρτο εδάφιο, στοιχείο α_, κάθε πληρωμή, ασχέτως του αν είναι οριστική ή όχι, πρέπει να θεωρείται ως «δαπάνη» η οποία κάνει να αρχίζει να τρέχει η προθεσμία των 24 μηνών.
57. Πράγματι, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, «το ζήτημα εάν οι μερικές καταβολές θεωρούνται ως δαπάνες που πρόκειται να εκκαθαριστούν ή εάν αναμένεται η καταβολή και του υπολοίπου μέρους εξαρτάται αποκλειστικώς από τα χαρακτηριστικά της ενισχύσεως στον τομέα καθώς και από το προβλεπόμενο εν προκειμένω νομικό καθεστώς».
58. Επομένως, με αναφορά στον κανονισμό 1858/93 πρέπει να καθοριστεί η έννοια της «δαπάνης» υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 4, τέταρτο εδάφιο, στοιχείο α_, του κανονισμού 1258/1999 και όχι με αναφορά στην ίδια διάταξη, στοιχείο β_, του τελευταίου αυτού κανονισμού.
59. Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω, είμαι της γνώμης ότι οι δαπάνες που έχουν διορθωθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορούν το οικονομικό έτος 1995, το οποίο αποτέλεσε το αντικείμενο της αποφάσεως 1999/187.
60. Η θέση επί της οποίας στηρίζεται ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της Ισπανικής Κυβερνήσεως και σύμφωνα με την οποία υφίσταται, κατ' ουσίαν, μερική επικάλυψη μεταξύ, αφενός, της αποφάσεως 1999/187, και, αφετέρου, της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν είναι, όπως είναι επόμενο, ορθή.
61. Εξ αυτού έπεται ότι η απόφαση 1999/187 δεν μπορούσε να δημιουργήσει καμιά δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς το γεγονός ότι οι επίμαχες, στο πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως δαπάνες ουδέποτε θα διορθώνονταν. Δεδομένου ότι το σύστημα χαρακτηρίζεται από λογική και ενότητα, δεν υπήρξε ούτε προσβολή της αρχής της ασφάλειας του δικαίου.
62. Οι διαπιστώσεις αυτές αρκούν για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο πρώτος λόγος της Ισπανικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί.
63. Για να εξαντλήσω το θέμα, επιβάλλεται, παρ' όλ' αυτά, να εξεταστεί εισέτι το επιχείρημα, που η Επιτροπή προβάλλει επικουρικώς, σύμφωνα με το οποίο, έστω και αν το οικονομικό έτος 1995 επρόκειτο να θεωρηθεί ως το ασκούν εν προκειμένω επιρροή οικονομικό έτος, η απόφαση 1999/187 δεν εκκαθάρισε όλες τις πραγματοποιηθείσες κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους δαπάνες.
64. Ειδικότερα, η Επιτροπή αναφέρεται στην τελευταία αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 1999/187 σύμφωνα με την οποία η εν λόγω απόφαση «[...] εκδίδεται με την επιφύλαξη τυχόν υφισταμένων από την Επιτροπή χρηματοδοτικών συνεπειών, σε επακόλουθες διαδικασίες εκκαθάρισης λογαριασμών, από έρευνες που διεξάγονται επί του παρόντος παράλληλα με την έκδοση της παρούσας απόφασης [...]», δηλαδή στις 3 Φεβρουαρίου 1999.
65. Πάντως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι έρευνες σχετικά με τις επίμαχες αντισταθμιστικές ενισχύσεις είχαν περατωθεί κατά την ημερομηνία εκείνη απλώς και μόνο για τον λόγο ότι δεν είχε κοινοποιήσει το τελικό αποτέλεσμα στην Ισπανική Κυβέρνηση.
66. Εξάλλου, η Επιτροπή παραπέμπει στη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 1999/187 σύμφωνα με την οποία «το άρθρο 5, παράγραφος 2, [στοιχείο] γ_, του κανονισμού 729/70, [όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95] προβλέπει ότι η Επιτροπή δύναται να απορρίψει τη χρηματοδότηση δαπανών που πραγματοποιήθηκαν εντός περιόδου 24 μηνών πριν από τη γραπτή κοινοποίηση των αποτελεσμάτων των ελέγχων της στα συγκεκριμένα κράτη μέλη· ότι η Επιτροπή έχει ανακοινώσει τα αποτελέσματα ορισμένων ελέγχων στα συγκεκριμένα κράτη μέλη μεταξύ του Μα_ου και του Σεπτεμβρίου 1997· ότι ενδέχεται να προκύψουν χρηματοδοτικές συνέπειες από τους εν λόγω ελέγχους και ότι οι συνέπειες αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν τη δηλωθείσα δαπάνη στο πλαίσιο του οικονομικού έτους 1995· [...] ότι η παρούσα απόφαση δεν προδικάζει το δικαίωμα της Επιτροπής να αποκλείσει με επακόλουθη απόφαση από την κοινοτική χρηματοδότηση δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά το οικονομικό έτος 1995 και για τις οποίες διαπιστώνεται, ως αποτέλεσμα των προαναφερθέντων ελέγχων, ότι η δαπάνη αυτή δεν ήταν σύμφωνη με τους κοινοτικούς κανόνες».
67. Συναφώς, επιβάλλεται, πρώτον, να γίνει αναφορά στη σκέψη 30 της αποφάσεως της 29ης Ιανουαρίου 1998, C-61/95, Ελλάς κατά Επιτροπής , όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«[...] η Επιτροπή, κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή του ΕΓΤΠΕ, εκκαθαρίζει προ του τέλους του επομένου έτους, βάσει των εγγράφων, τους λογαριασμούς των υπηρεσιών και οργανισμών. Ωστόσο, στην περίπτωση που οι πληροφορίες τις οποίες πρέπει να διαβιβάσουν τα κράτη μέλη και οι έλεγχοι, τους οποίους η Επιτροπή κρίνει χρήσιμο να διενεργήσει, δεν καταλήξουν σε οριστικά αποτελέσματα, η Επιτροπή δικαιούται να εγκρίνει τους λογαριασμούς βάσει των πληροφοριών που έχουν ληφθεί κατά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως, με επιφύλαξη της δυνατότητας διορθώσεως της αποφάσεως αυτής στο πλαίσιο μεταγενέστερης εκκαθαρίσεως» .
68. Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι η Επιτροπή μπορεί πράγματι να επιφυλάξει δι' εαυτήν τη δυνατότητα να προβεί σε διορθώσεις στο πλαίσιο μεταγενέστερης εκκαθαρίσεως εφόσον στερείται ορισμένων πληροφοριών, π.χ., λόγω του γεγονότος ότι εξακολουθούν να διενεργούνται σχετικές έρευνες.
69. Δεύτερον, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση, η εκ μέρους της Επιτροπής έκδοση της αποφάσεως 1999/187 δεν στέρησε από το εν λόγω κοινοτικό όργανο τη δυνατότητα να προβεί σε επιπλέον διορθώσεις ασκούσες επιρροή όσον αφορά τις δαπάνες του οικονομικού έτους 1995.
70. Συγκεκριμένα, η Ισπανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95, επί του οποίου στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής επί των δαπανών του 1995, και τούτο για τον λόγο ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1287/95, η τελευταία αυτή διάταξη άρχισε να ισχύει μετά το οικονομικό έτος 1996.
71. Παρ' όλ' αυτά, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, η θέση αυτή της Ισπανικής Κυβερνήσεως διαψεύδεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
72. Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 82 της αποφάσεως της 6ης Μαρτίου 2001, C-278/98, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής ότι «για να δοθεί πρακτικώς αποτελεσματική ερμηνεία στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1287/95, η διαδικασία διορθώσεως πρέπει να θεωρηθεί ως εφαρμοστέα στα οικονομικά έτη μετά τη 16η Οκτωβρίου 1992 που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αποφάσεως εκκαθαρίσεως πριν από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω κανονισμού».
73. Εξάλλου, στη σκέψη 81 της αποφάσεως της 6ης Δεκεμβρίου 2001, C-373/99, Ελλάς κατά Επιτροπής , το Δικαστήριο συνήγαγε σχετικώς το συμπέρασμα ότι «[...] για την εκκαθάριση των λογαριασμών του οικονομικού έτους 1995, η Επιτροπή έπρεπε να εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του τροποποιηθέντος κανονισμού 729/70 [όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95]».
74. Παρ' όλ' αυτά, η Ισπανική Κυβέρνηση απαντά και πάλι ότι, σε περίπτωση που επρόκειτο να γίνει δεκτό ότι η διαδικασία διορθώσεως μπορεί να επεκταθεί και στις δαπάνες του οικονομικού έτους 1995, πρέπει να ισχύσει η προθεσμία των 24 μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95.
75. Συγκεκριμένα, η προθεσμία αυτή πρέπει, σύμφωνα με την Ισπανική Κυβέρνηση, να αρχίσει να υπολογίζεται ύστερα από το έγγραφο της 8ης Ιουλίου 1997, που αποτελεί την πρώτη κοινοποίηση της Επιτροπής προς το Βασίλειο της Ισπανίας του αποτελέσματος των ελέγχων της. Οι προγενέστερες της 8ης Ιουλίου 1995 δαπάνες δεν είναι δυνατό, όπως είναι επόμενο, να ληφθούν υπόψη όσον αφορά τη διόρθωση.
76. Όμως, κατά την ημερομηνία εκείνη είχε ήδη πραγματοποιηθεί, σύμφωνα με την Ισπανική Κυβέρνηση, σημαντικό μέρος των δαπανών του οικονομικού έτους 1995 σχετικά με τις συγκομιδές του ιδίου έτους.
77. Προσωπικώς συμμερίζομαι την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι ισχύει εν προκειμένω η προθεσμία των 24 μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95.
78. Πράγματι, η προσβαλλόμενη απόφαση ερείδεται στη διάταξη αυτή η οποία ορίζει, στο πέμπτο εδάφιό της, την προθεσμία των 24 μηνών ως εξής:
«Απόρριψη χρηματοδότησης δεν μπορεί να αφορά δαπάνες προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων αυτών των εξακριβώσεων. [...]»
79. Στη νομολογία του Δικαστηρίου έχει ήδη υπογραμμιστεί η σημασία της προθεσμίας των 24 μηνών η οποία σκοπεί, σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1287/95, να «καθοριστεί η μέγιστη περίοδος την οποία θα αφορούν οι συνέπειες που έχουν τα αποτελέσματα των ελέγχων συμφωνίας [που έχουν διενεργηθεί από την Επιτροπή]» .
80. Έτσι, στη σκέψη 133 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Ισπανία κατά Επιτροπής το Δικαστήριο έκρινε ότι «ο περιορισμός αυτός έχει σκοπό να προστατεύσει τα κράτη μέλη από την έλλειψη ασφάλειας δικαίου που θα προέκυπτε, αν η Επιτροπή ήταν σε θέση να επαναφέρει το ζήτημα δαπανών που πραγματοποιήθηκαν πολλά χρόνια πριν από την έκδοση ορισμένης αποφάσεως περί συμφωνίας».
81. Εξ αυτού έπεται ότι, εάν οι διορθωθείσες με την προσβαλλόμενη απόφαση δαπάνες ενέπιπταν πράγματι στο οικονομικό έτος 1995, δεν θα μπορούσαν αυτές πλέον να αποτελέσουν το αντικείμενο διορθώσεως δεδομένου ότι είχαν πραγματοποιηθεί πριν από τις 8 Ιουλίου 1995.
82. Πράγματι, οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι η έγγραφη ανακοίνωση, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95, έγινε στις 8 Ιουλίου 1997. Επομένως, η προθεσμία των 24 μηνών εκτεινόταν μέχρι τις 8 Ιουλίου 1995.
83. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το επικουρικό επιχείρημα της Επιτροπής, το οποίο στηρίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως 1999/187, δεν είναι παρά μόνον εν μέρει πειστικό.
84. Παρά τις επιφυλάξεις που διατυπώνει η Επιτροπή στις αιτιολογικές αυτές σκέψεις ως προς τις διορθώσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις δαπάνες του οικονομικού έτους 1995, το εν λόγω κοινοτικό όργανο δεν μπορούσε, πράγματι, να διορθώσει τις διενεργηθείσες πριν από τις 8 Ιουλίου 1995 δαπάνες.
85. Όντως, το απλό γεγονός της διατυπώσεως επιφυλάξεων στις αιτιολογικές σκέψεις μιας αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως δεν απαλλάσσει την Επιτροπή από την υποχρέωση τηρήσεως της προθεσμίας των 24 μηνών του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70.
86. Παρ' όλ' αυτά, υπενθυμίζω ότι το εν λόγω επικουρικό επιχείρημα της Επιτροπής δεν ασκεί επιρροή για την επίλυση της διαφοράς εφόσον έχει αποδειχθεί, κατ' εμέ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν καλύπτει τις δαπάνες που υπάγονται στο οικονομικό έτος 1995.
87. Επομένως, προτείνω να απορριφθεί ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της Ισπανικής Κυβερνήσεως.
Β - Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως: πλάνη ως προς τα χρησιμοποιηθέντα δεδομένα καθώς και ερμηνευτική πλάνη
88. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως της Ισπανικής Κυβερνήσεως αποτελείται, κατ' ουσίαν, από δύο σκέλη. Πράγματι, η εν λόγω κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή, αφενός, ότι βασίστηκε σε εσφαλμένα δεδομένα και, αφετέρου, ότι από τα δεδομένα αυτά συνήγαγε εσφαλμένα συμπεράσματα.
Σχετικά με τη χρησιμοποίηση εσφαλμένων δεδομένων
89. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή κακώς χρησιμοποίησε τα εμπορικά στοιχεία που αφορούσαν τα οικονομικά έτη 1996 και 1997, εφαρμόζοντάς τα στις περιόδους εμπορίας 1995 και 1996, ημερολογιακά έτη που δεν συμπίπτουν χρονολογικώς με τα επιλεγέντα οικονομικά έτη. Η πρακτική αυτή είναι όχι μόνο παράλογη αλλά και εσφαλμένη.
90. Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι όταν οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν από τις ισπανικές αρχές να τους παράσχουν αυτά τα δεδομένα, χρησιμοποίησαν τους όρους «έτη 1995 και 1996», ληφθέντος υπόψη ότι ο όρος «έτος» αντιστοιχεί, όσον αφορά το θέμα της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, σε οικονομικό έτος. Η ίδια κυβέρνηση διευκρινίζει ότι οι ισπανικές αρχές παρέσχον αυτά τα αριθμητικά στοιχεία, επισημαίνοντας ρητώς τα δίμηνα των αιτήσεων για ενίσχυση αντιστοιχούσαν σε καθένα από τα οικονομικά έτη ΕΓΤΠΕ, οπότε δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει καμία σύγχυση. Παρ' όλ' αυτά, ουδέποτε οι υπηρεσίες της Επιτροπής ανέφεραν ότι τα δεδομένα που τους είχαν παρασχεθεί δεν ήσαν ακριβή.
91. Η Επιτροπή απαντά ότι χρησιμοποίησε τα δεδομένα που της κοινοποίησαν οι ισπανικές αρχές και ισχυρίζεται ότι επανειλημμένως τους πρότεινε να της παράσχουν άλλα πλέον ακριβή δεδομένα, δηλώνοντας ότι ήταν έτοιμη να επαναλάβει τους υπολογισμούς της. Συναφώς, η Επιτροπή μνημονεύει το έγγραφό της της 15ης Ιουνίου 1999 καθώς και την πρόταση που έκανε στη συνέχεια και την οποία το όργανο συμβιβασμού υπενθυμίζει στην έκθεσή του.
92. Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι η διόρθωση βασίζεται στις διαπιστώσεις της Επιτροπής σύμφωνα με τις οποίες, κατά τα έτη 1995 και 1996, σημαντικές ποσότητες μπανανών, που είχαν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της αντισταθμιστικής ενισχύσεως, είχαν πωληθεί στην τοπική αγορά των Καναρίων Νήσων σε εξαιρετικώς χαμηλές τιμές που έφθαναν μόλις τις 10 ESP/kg, δυνάμενες να φθάσουν μέχρι και τη συμβολική τιμή της 1 ESP/kg.
93. Έστω και αν οι παρατυπίες που έχει επισημάνει η Επιτροπή επηρεάζουν, για τους λόγους που έχω ήδη αναφέρει, τις δαπάνες που εμπίπτουν στα οικονομικά έτη 1996 και 1997, τα ουσιαστικά δεδομένα που στηρίζουν το συμπέρασμα περί υπάρξεως παρατυπίας συνέβησαν κατά τα έτη 1995 και 1996.
94. Πάντως, όπως προκύπτει, ιδίως, από το προμνημονευθέν έγγραφο της 15ης Ιουνίου 1999, η Επιτροπή έλαβε πράγματι ως κατευθυντήρια γραμμή τα ουσιαστικά δεδομένα των ετών 1995 και 1996. Έτσι, στο έγγραφο εκείνο, η Επιτροπή αναφέρεται σε μέσες τιμές όσον αφορά τα εν λόγω έτη.
95. Κατά τα λοιπά, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, το έγγραφο αυτό επέτρεψε στην Ισπανική Κυβέρνηση να διορθώσει τα δεδομένα που είχε χρησιμοποιήσει. Κατ' αυτόν τον τρόπο, στην υποσημείωση της σελίδας 1 του παραρτήματος του εν λόγω εγγράφου μνημονευόταν: «εάν οι ισπανικές αρχές διαθέτουν περισσότερο ακριβή δεδομένα για τον υπολογισμό αυτό, καλούνται να μας τα διαβιβάσουν».
96. Επομένως, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αποδεικνύει ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε εσφαλμένα δεδομένα ή ότι συνετέλεσε στο να πλανηθούν οι ισπανικές αρχές σχετικά με τα δεδομένα που έπρεπε να της παράσχουν.
97. Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως είναι αβάσιμο.
Σχετικά με την εσφαλμένη ερμηνεία των δεδομένων
98. Η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί επίσης ότι οι διαπιστώσεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή κατά τους ελέγχους της δεν δικαιολογούν τις επίμαχες διορθώσεις.
99. Η Ισπανική Κυβέρνηση απορρίπτει τα συμπεράσματα της Επιτροπής που στηρίζονται στη διαπίστωση περί εξαιρετικώς χαμηλών τιμών πωλήσεως. Αντιτείνει ότι οι ισπανικές υπηρεσίες περιορίστηκαν σε καθαρώς διοικητικούς ελέγχους και ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος τα εκδιδόμενα τιμολόγια να αντιστοιχούν σε μπανάνες που δεν διατέθηκαν πράγματι στο εμπόριο ή σε μπανάνες κακής ποιότητας.
100. Πρώτον, η Ισπανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι οι «μειωμένες τιμές» αφορούν μόνο ελάχιστες ποσότητες. Προκειμένου περί των τιμών μεταξύ 1 και 5 ESP/kg και μεταξύ 5 και 10 ESP/kg, οι αντίστοιχες ποσότητες μπανανών είναι 0,48 % και 0,4 % του συνολικού όγκου των μπανανών για τις οποίες ζητήθηκε αντισταθμιστική ενίσχυση για το οικονομικό έτος 1995, και 0,9 και 0,5 %, αντιστοίχως, του ίδιου αυτού όγκου, για το οικονομικό έτος 1996.
101. Δεύτερον, η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η τήρηση των κανόνων ποιότητας διασφαλίζεται μέσω της εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) 2898/95 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 1995, για τη θέσπιση των διατάξεων σχετικά με τον έλεγχο της τήρησης των ποιοτικών κανόνων στον τομέα της μπανάνας και μέσω διαφόρων δειγματοληπτικών ελέγχων. Και άλλοι έλεγχοι διενεργήθηκαν στη συνέχεια, λόγω συγκυριακών προβλημάτων, καταγγελιών ή βάσει ενδείξεων περί παρατυπιών. Εξάλλου, θεσπίστηκε ένα σύστημα «αυτόματου ελέγχου», συνεπαγόμενο ειδικούς ελέγχους όταν στις καταρτισθείσες από τις αρμόδιες υπηρεσίες εκθέσεις αναφέρεται ότι οι τιμές έχουν μειωθεί πέραν του ορισθέντος κατωτάτου ορίου.
102. Εκτός των ελέγχων αυτών, η Intervención General de la Administración del Estado και η Servicio de Inspección Financiera de la Comunidad Autónoma de Canarias διενεργούν, όσον αφορά τους δικαιούχους της αντισταθμιστικής ενισχύσεως, εκ των υστέρων ελέγχους.
103. Έτσι, σχετικά με το οικονομικό έτος ΕΓΤΠΕ 1995, διενεργήθηκαν έλεγχοι στην Coplaca, στη Félix Santiago Melián και στην Compañía Agrícola de Tenerife SA, που είναι δικαιούμενοι ενισχύσεων παραγωγοί.
104. Κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους ΕΓΤΠΕ 1996, διενεργήθηκαν έλεγχοι επί των υπαγομένων στη Sociedad Cooperativa San Lorenzo (COSLO) επιχειρήσεων καθώς και επί των διαφόρων δικαιούχων της SAT Plátanos Taburiente.
105. Τόσο η Coplaca όσο και η SAT Plátanos Taburiente προσκόμισαν τιμολόγια με «μειωμένες τιμές» όσον αφορά την περίοδο ελέγχου. Σε όλες τις εκθέσεις ελέγχου μνημονεύεται ότι οι εμπορικές πράξεις πραγματοποιήθηκαν νομίμως κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Οι πράξεις αυτές μνημονεύθηκαν δεόντως στα λογιστικά βιβλία των επιχειρήσεων. Η ποσότητα των παρασχεθεισών και συσκευασθεισών μπανανών συμπίπτει με την ποσότητα μπανανών για την οποία ελήφθη η ενίσχυση. Οι έλεγχοι ποιότητας επιβεβαιώνονται από γραπτές αποδείξεις. Τέλος, από τα αντίστοιχα δικαιολογητικά καταδεικνύεται ότι ο όγκος των μπανανών για τις οποίες ζητήθηκε ενίσχυση πράγματι διατέθηκαν στο εμπόριο, τόσο στην αγορά των Καναρίων όσο και στην Ιβηρική Χερσόνησο.
106. Τρίτον, η Ισπανική Κυβέρνηση παραπέμπει στην παρατήρηση του οργάνου συμβιβασμού κατά την οποία είναι ήκιστα πιθανό μπανάνες ποιότητας κατώτερης των ισχυόντων κανόνων να διατέθηκαν προς πώληση υπό περιστάσεις όπου η προσφορά ήταν πλεονασματική.
107. Τέταρτον, το χαμηλό επίπεδο τιμών στη νησιωτική αγορά μπορεί να εξηγηθεί από πολλούς λόγους: η προσφορά είναι πλεονασματική στην ηπειρωτική αγορά· στην αγορά εμφανίζονται άλλα υποκατάστατα φρούτα προσφερόμενα σε ακόμα λιγότερο υψηλές τιμές· στην ισπανική αγορά διεισδύουν, σε σημαντικό βαθμό, μη κοινοτικής προελεύσεως μπανάνες· ορισμένοι κλιματικοί παράγοντες συντελούν στην αύξηση της προσφοράς στην αγορά.
108. Πέμπτον, η Ισπανική Κυβέρνηση μνημονεύει ένα έτερο σχόλιο του οργάνου συμβιβασμού, συγκεκριμένα ότι θα ήταν απολύτως δυνατό μειωμένες ποσότητες μπανανών, σύμφωνες προς τους κανόνες ποιότητας, να έχουν διατεθεί στο εμπόριο σε τιμές χαμηλότερες της τιμής κόστους (συγκομιδή, συσκευασία και μεταφορά), και τούτο εφόσον η πώλησή τους θα επέτρεπε στους παραγωγούς να εισπράξουν την αντισταθμιστική ενίσχυση την οποία, άλλως, δεν θα μπορούσαν να λάβουν.
109. Στο υπόμνημά της απαντήσεως, η Ισπανική Κυβέρνηση αναφέρεται στους εβδομαδιαίους καταλόγους τιμών που χρησιμοποιούνται από τους εμπόρους χονδρικής πωλήσεως στην αγορά των Καναρίων, καταλόγους που είχε προηγουμένως καταθέσει στο όργανο συμβιβασμού, καθώς και σε γραφική παράσταση σχετικά με την εξέλιξη της τιμής των φρούτων. Τα έγγραφα αυτά, που είναι συνημμένα στο υπόμνημά της απαντήσεως, επιτρέπουν να εκτιμηθούν οι τεράστιες διακυμάνσεις που παρατηρούνται κατά τη διάρκεια του έτους, διακυμάνσεις απολύτως συμβατές με μια πραγματική παραγωγική δραστηριότητα.
110. Η Ισπανική Κυβέρνηση αναφέρεται επίσης σε λογιστική έκθεση για εσωτερική κατανάλωση σχετική με την περίοδο 1996, έκθεση που έχει επισυνάψει στο υπόμνημά της απαντήσεως, κατά την οποία το συμπέρασμα είναι ότι τόσο οι πραγματοποιηθείσες πωλήσεις όσο και η επιλεξιμότητά τους για την αντισταθμιστική ενίσχυση ανταποκρίνονται απολύτως στην πραγματικότητα.
111. Τέλος, όσον αφορά το ύψος της διορθώσεως, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ουδόλως συντρέχουν εν προκειμένω τα μνημονευόμενα στο έγγραφο VI/5330/97 κριτήρια της κατ' αποκοπήν διορθώσεως.
112. Η Επιτροπή αντικρούει το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως κατά το οποίο η χρηματοοικονομική διόρθωση ήταν αδικαιολόγητη δεδομένου ότι είχαν διενεργηθεί επαρκείς έλεγχοι και οι εξαιρετικώς χαμηλές τιμές μπορούσαν να εξηγηθούν, ειδικότερα, από συγκυριακούς λόγους.
113. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ανάγκη χρηματοοικονομικής διορθώσεως προκύπτει από τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι υπηρεσίες της αφού είχαν προηγουμένως προβεί σε συμπτωματικό έλεγχο επί δείγματος υπερβαίνοντος τους 100 φακέλους πληρωμής. Ορισμένες από τις διαπιστωθείσες τιμές - αυτές που ήσαν κάτω των 5 ESP ή κυμαίνονταν μεταξύ 5 και 10 ESP - μπορούσαν, κατ' αυτήν, να χαρακτηριστούν ως «συμβολικές». Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, συγκριτικώς, η μέση ετήσια τιμή της εμπορίας μπανανών ανήλθε στις 16 ESP/kg το 1995 και στις 22,7 ESP/kg το 1996· σε εβδομαδιαίο πλαίσιο, η μέση χαμηλότερη τιμή κατά το 1995 ήταν 10 ESP/kg και 18 ESP/kg κατά το 1996, και τούτο έστω και αν κατά τη διάρκεια της δέκατης τέταρτης εβδομάδας παρατηρήθηκε πτώση μέχρι και 9,47 ESP/kg.
114. Από τις παρασχεθείσες από τις αρχές των Καναρίων Νήσων διευκρινίσεις προέκυψε ότι οι έλεγχοι των πράξεων πωλήσεως ήσαν απλώς διοικητικού και επιφανειακού χαρακτήρα. Επιπλέον, από τα ελεγχθέντα στοιχεία προέκυψε ότι γι' αυτό το είδος πράξεων είχαν ελάχιστα χρησιμοποιηθεί οι ελεγκτικές δυνατότητες που διέθεταν οι περιφερειακές υπηρεσίες γεωργίας.
115. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, ενόψει των στοιχείων αυτών, θεώρησε ότι οι συμβολικές τιμές αντιστοιχούσαν σε πλασματικές πωλήσεις ή πωλήσεις προϊόντων κατωτέρας ποιότητας σε σχέση με τους απαιτούμενους κανόνες, ενώ, ταυτόχρονα, ναι μεν παραδέχθηκε την ύπαρξη κάποιας εύλογης αμφιβολίας όσον αφορά τις ποσότητες που είχαν διατεθεί στο εμπόριο μεταξύ 5 και 10 ESP/kg, πλην όμως δήλωσε ότι δεν μπορούσε να έχει εν προκειμένω την παραμικρή αμφιβολία όσον αφορά τις ποσότητες που είχαν διατεθεί στο εμπόριο σε τιμή κάτω των 5 ESP/kg.
116. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε αποδείξεις σχετικά με την πραγματική εμπορία των φρούτων αυτών. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, κατά τη διάρκεια διμερούς συναντήσεως, συμφωνήθηκε να διενεργήσουν οι αρχές των Καναρίων Νήσων λογιστικό έλεγχο με σκοπό τη σύγκριση των αγορών μπανανών από μεσάζοντες και των μεταγενεστέρων υπ' αυτών πωλήσεων των μπανανών. Η καταρτισθείσα ύστερα απ' αυτόν τον λογιστικό έλεγχο έκθεση σχετικά με τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 1996, περίοδο κατά την οποία οι τιμές παρουσιάζουν, οπωσδήποτε, πτωτική τάση, αποκάλυψε ότι οι τιμές των μπανανών δευτέρας διαλογής, με άλλα λόγια κατωτέρας ποιότητας, είχαν διατηρηθεί σ' ένα πλαίσιο μεταξύ 10 και 50 ESP/kg. Κατά συνέπεια, από την έκθεση δεν κατέστη δυνατό να καταδειχθεί, σύμφωνα με την Επιτροπή, η ύπαρξη πωλήσεων σε τιμή κάτω των 10 ESΡ. Ούτε από τις διευκρινίσεις σχετικά με την έκθεση αυτή, που γνωστοποιήθηκαν μεταγενέστερα από το Βασίλειο της Ισπανίας, κατέστη δυνατό να αποδειχθεί το υποστατό των πωλήσεων, λόγος για τον οποίο η Επιτροπή έκρινε ότι έπρεπε να εμμείνει στα αρχικά συμπεράσματά της και να εφαρμόσει τη σχεδιαζόμενη διόρθωση.
117. Στη συνέχεια, η Επιτροπή απαντά στις πέντε παρατηρήσεις της Ισπανικής Κυβερνήσεως.
118. Πρώτον, η Επιτροπή δηλώνει ότι συμμερίζεται την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι οι ποσότητες μπανανών που πωλήθηκαν σε αφύσικα χαμηλές τιμές ήσαν «ελάχιστες». Παρ' όλ' αυτά, προσθέτει το εν λόγω όργανο, αυτός είναι ακριβώς και ο λόγος για τον οποίο η διόρθωση είναι μειωμένη και αφορά μόνον αυτές τις ποσότητες.
119. Δεύτερον, προκειμένου περί της ποιότητας των ελέγχων, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι παρ' όλο που υπήρξαν μπανάνες που διατέθηκαν στο εμπόριο σε αφύσικα χαμηλές τιμές, το γεγονός αυτό δεν προκάλεσε τη διενέργεια συμπληρωματικών επιτοπίων ελέγχων. Όσο για το σύστημα το γνωστό ως «αυτόματου συναγερμού», τούτο άρχισε να ισχύει μόλις το 1997, ενώ οι αποτελέσασες το αντικείμενο της σχετικής εκκαθαρίσεως περίοδοι κάλυπταν τα έτη 1995 και 1996 και, επομένως, είχαν περατωθεί.
120. Τρίτον, η Επιτροπή αντικρούει το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι είναι απίθανο να υπήρξαν πωλήσεις μπανανών κακής ποιότητας λόγω της ελλείψεως εμπορικού ενδιαφέροντος εκ μέρους των μεσαζόντων για την πραγματοποίηση τέτοιων πωλήσεων. Αντιθέτως, η Επιτροπή θεωρεί ότι ένα από τα κύρια εμπορικά κριτήρια των μεσαζόντων είναι η τιμή που μπορούσε να τους ωθήσει στην πραγματοποίηση τέτοιων πωλήσεων.
121. Τέταρτον, η Επιτροπή θεωρεί ότι ούτε η πλεονασματική προσφορά ούτε η ύπαρξη υποκαταστάτων προϊόντων στην αγορά ούτε οι κλιματικοί λόγοι μπορούν να εξηγήσουν τόσο χαμηλές τιμές.
122. Πέμπτον, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι είναι δυνατόν ορισμένοι παραγωγοί να ήσαν πρόθυμοι να πωλήσουν την παραγωγή τους σε οποιαδήποτε τιμή προκειμένου να εισπράξουν την αντισταθμιστική ενίσχυση την οποία, άλλως, θα έχαναν. Ωστόσο, το εν λόγω κοινοτικό όργανο προσθέτει ότι μια τέτοια πώληση πρέπει να είναι, εν πάση περιπτώσει, πραγματική και να αφορά μπανάνες ελεγχόμενης ποιότητας. Όμως, ενόψει των διαπιστωθεισών τιμών, δεν θεωρεί πιθανό να έχουν συντρέξει αυτές οι δύο προϋποθέσεις.
123. Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα επιχειρήματά της ουδόλως αντικρούονται από τις σχετικές με τις τιμές στατιστικές που έχουν επισυναφθεί από την Ισπανική Κυβέρνηση στο υπόμνημά της απαντήσεως. Οι στατιστικές αυτές καταδεικνύουν σημαντικές διακυμάνσεις της τιμής της μπανάνας των Καναρίων Νήσων χωρίς όμως να εξηγούν τις διαπιστωθείσες υπ' αυτής εξαιρετικά χαμηλές τιμές πωλήσεως.
124. Εξάλλου, η κατατεθείσα από την προσφεύγουσα γραφική παράσταση τιμών αναφέρεται σε τιμές χονδρικής πωλήσεως, ενώ η αποφασισθείσα διόρθωση λαμβάνει ως βάση τις τιμές πωλήσεως μεταξύ παραγωγών και εμπόρων χονδρικής πωλήσεως.
125. Η Επιτροπή θεωρεί ότι μολονότι το Βασίλειο της Ισπανίας είχε την ευκαιρία να αποδείξει ότι υπήρξαν πράγματι πωλήσεις δεν το έπραξε, προσκομίζοντας μόνο στατιστικές καθώς και ενημερωτικά, εκ μέρους των μεσαζόντων, στοιχεία επί των πωλήσεων και επί των τιμών που είχαν οριστεί από τους λιανοπωλητές όχι όμως και επί των πωλήσεων και των τιμών στις μεταξύ παραγωγών και ενδιαμέσων αγοραστών συναλλαγές. Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά την για εσωτερική χρήση λογιστική έκθεση που προσκόμισε η Ισπανική Κυβέρνηση με το υπόμνημά της απαντήσεως.
126. Τέλος, όσον αφορά τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό της χρηματοοικονομικής διορθώσεως, η Επιτροπή φρονεί ότι η μέθοδος αυτή, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Ισπανικής Κυβερνήσεως, δεν είναι εσφαλμένη.
127. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αναφορές της προσφεύγουσας σε ορισμένα κριτήρια που μνημονεύονται στο έγγραφο VI/5330/97 ουδεμία ασκούν επιρροή εφόσον αφορούν κατ' αποκοπήν διορθώσεις, δυνατότητα την οποία η Επιτροπή δεν χρησιμοποίησε εν προκειμένω αφού ήταν σε θέση να εκτιμήσει τη ζημία που είχε πράγματι υποστεί.
128. Τι να υποθέσει κανείς σχετικά με τα επιχειρήματα αυτά;
129. Θα ήταν καλύτερα να αρχίσω την ανάλυσή μου με μια αναφορά στην προπαρατεθείσα απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2001, Ελλάς κατά Επιτροπής, με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε σχετικά με την κατανομή του βάρους αποδείξεως μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους όσον αφορά το ζήτημα της υπάρξεως παραβάσεως των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών ως εξής:
«10 Στην Επιτροπή απόκειται να αποδείξει την παραβίαση των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή υποχρεούται να δικαιολογεί την απόφασή της με την οποία διαπιστώνει την έλλειψη ελέγχων ή την ανεπάρκεια των ελέγχων που θέσπισε το οικείο κράτος μέλος (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001, C-247/98, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-1, σκέψη 7, και παρατιθέμενη νομολογία).
11 Ωστόσο, η Επιτροπή υποχρεούται όχι να αποδεικνύει κατά τρόπο εξαντλητικό την ανεπάρκεια των διεξαχθέντων από τις εθνικές διοικητικές αρχές ελέγχων ή την αντικανονικότητα των εκ μέρους τους διαβιβασθέντων στοιχείων, αλλά να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία για τις σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες της έναντι των εν λόγω ελέγχων ή των εν λόγω στοιχείων (βλ. αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-54/95, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-35, σκέψη 35, της 22ας Απριλίου 1999, C-28/94, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-1973, σκέψη 40, και προπαρατεθείσα απόφαση Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 8).
12 Ο εν λόγω μετριασμός της απαιτήσεως αποδείξεως εκ μέρους της Επιτροπής εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος μέλος είναι αυτό που έχει περισσότερες δυνατότητες να συλλέξει και να επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και σ' αυτό εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του υποστατού των ελέγχων ή του αληθούς των στοιχείων του και, ενδεχομένως, της ανακρίβειας των υπολογισμών της Επιτροπής (προπαρατεθείσες αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 1999, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 35, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 41, και Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 9)» .
130. Πάντως, υπό το φως της νομολογίας αυτής, είμαι της γνώμης ότι η Επιτροπή προσκόμισε αρκετά «αποδεικτικά στοιχεία για τις σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες της» σχετικά με την τήρηση των κανόνων της κοινής οργανώσεως της αγοράς των μπανανών και, ειδικότερα, του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 404/93 σύμφωνα με το οποίο:
«χορηγείται ενίσχυση αντιστάθμισης της ενδεχόμενης απώλειας εισοδήματος στους κοινοτικούς παραγωγούς οι οποίοι είναι μέλη αναγνωρισμένης οργάνωσης παραγωγών και διαθέτουν στην αγορά της Κοινότητας μπανάνες που ανταποκρίνονται στους κοινοτικούς κανόνες [...]» .
131. Εάν γίνει σύγκριση, όπως έχει πράξει η Επιτροπή, των επίμαχων τιμών, που διαπιστώθηκαν κατά τους ελέγχους, προς τις γενικώς ισχύουσες στις Καναρίους Νήσους, κατά το 1995 και 1996, τιμές, υφίσταται πράγματι «σοβαρή και εύλογη αμφιβολία» ως προς το εάν αυτές οι τελευταίες τιμές, που ήσαν εξαιρετικά χαμηλές, για να μην πω συμβολικές, όντως αντιστοιχούσαν σε πραγματικές πωλήσεις μπανανών πληρουσών τους σχετικούς κανόνες ποιότητας.
132. Εξάλλου, η Ισπανική Κυβέρνηση ουδόλως προσκομίζει, από την πλευρά της, «την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη [...] της ανακρίβειας των υπολογισμών της Επιτροπής».
133. Αφενός, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, η ύπαρξη μπανανών πωλουμένων σε αφύσικα χαμηλές τιμές δεν είχε ως συνέπεια, κατά τις περί ων ο λόγος περιόδους, τη διενέργεια συμπληρωματικών, επιτοπίων ελέγχων ή επιθεωρήσεων, και τούτο παρά τις υπόνοιες περί παρατυπιών για τις οποίες έδιναν λαβή τέτοιες τιμές.
134. Επιπλέον, θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί σχετικά με τον εξαντλητικό χαρακτήρα των ex post ελέγχων που διενεργήθηκαν από τις ισπανικές αρχές. Όπως διευκρινίζει η Επιτροπή στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η για εσωτερική χρήση λογιστική έκθεση στην οποία αναφέρεται η Ισπανική Κυβέρνηση στο υπόμνημά της απαντήσεως, «λαμβάνει μόνον υπόψη [το] υπαρκτό [των πωλήσεων] μεταξύ μεσαζόντων και λιανοπωλητών και όχι μεταξύ παραγωγών και μεσαζόντων. Διερωτάται μάλιστα το εν λόγω κοινοτικό όργανο για ποιους λόγους οι επιθεωρητές έλεγξαν μόνο τα τιμολόγια πωλήσεως χωρίς να ενδιαφερθούν για τα στοιχεία αγοράς των επιχειρήσεων αυτών. Εφόσον οι επιθεωρητές μετέβησαν επιτοπίως, κάτι τέτοιο δεν θα δημιουργούσε μεγάλες δυσχέρειες και θα επέτρεπε στο Βασίλειο της Ισπανίας να διαθέτει αξιόπιστα εν προκειμένω στοιχεία».
135. Δεδομένου ότι δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 404/93, η ενίσχυση χορηγείται στους παραγωγούς μπανανών, πρέπει πράγματι να διαπιστωθεί σχετικά με αυτούς, και όχι σχετικά με τους μεσάζοντες, το υποστατό των πωλήσεων μπανανών πληρουσών τους κανόνες ποιότητας.
136. Αφετέρου, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί τις διευκρινίσεις της Επιτροπής ότι:
«κατά τη διάρκεια διμερούς συναντήσεως με τις ισπανικές αρχές, οι υπηρεσίες της Επιτροπής φάνηκαν διατεθειμένες να αποδεχθούν τις αποδείξεις που οι εν λόγω αρχές μπορούσαν να τους προσκομίσουν και ήσαν μάλιστα έτοιμες να δεχθούν ως απόδειξη τα αποτελέσματα ελέγχου σκοπούντος στη σύγκριση και στην προσέγγιση των αγορών μπανανών από τους μεσάζοντες και των μεταγενέστερων πωλήσεων των μπανανών αυτών από τους τελευταίους.
Πάντως, παρά το γεγονός ότι η έκθεση ελέγχου καλύπτει ένα δίμηνο (Ιούλιος-Αύγουστος 1996) κατά τη διάρκεια του οποίου οι τιμές των μπανανών παρουσιάζουν πτωτική τάση λόγω της αυξήσεως της προσφοράς, τόσο από άποψη ποικιλίας όσο και από άποψη ποσότητας, όπως υπογραμμίζεται στην ίδια την έκθεση, στο εν λόγω κείμενο βεβαιώνεται ότι οι τιμές των μπανανών "δεύτερης διαλογής", δηλαδή κατώτερης ποιότητας, διατηρήθηκαν σε ένα πλαίσιο μεταξύ 10 και 50 ESP».
137. Ορθώς, κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή συνάγει εξ αυτού ότι η καταρτισθείσα από τις ίδιες τις ισπανικές αρχές λογιστική έκθεση δεν καταδεικνύει το υπαρκτό πωλήσεων κάτω των 10 ESP.
138. Βεβαίως, η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί το συμπέρασμα αυτό επικαλούμενη διάφορους συγκυριακούς λόγους όπως η ύπαρξη πλεονασματικής προσφοράς στην αγορά ή κλιματικοί παράγοντες οι οποίοι, κατ' αυτήν, μπορούν να εξηγήσουν το επίπεδο των διαπιστωθεισών τιμών.
139. Πάντως, είμαι σύμφωνος με την Ισπανική Κυβέρνηση ότι οι μνημονευόμενοι υπ' αυτής συγκυριακοί παράγοντες επηρεάζουν τις τιμές και γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους οι εν λόγω τιμές παρουσιάζουν διακυμάνσεις.
140. Όμως, αν οι συγκυριακοί λόγοι εξηγούν τις συνήθεις διακυμάνσεις των τιμών, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι οι λόγοι αυτοί δεν δικαιολογούν, παρ' όλ' αυτά, την πτώση των τιμών μέχρι ενός αφύσικα χαμηλού ή, μάλλον, συμβολικού επιπέδου.
141. Το πολύ πολύ, τέτοιες τιμές, σε περίπτωση που δεν υποκρύπτονται παρατυπίες, θα μπορούσαν να εξηγηθούν από ένα κατ' εξαίρεση και μεγάλης σπουδαιότητας συγκυριακό λόγο. Ωστόσο, η Ισπανική Κυβέρνηση εξακολουθεί να σιωπά όσον αφορά την ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου. Εξάλλου, είναι αμφίβολο εάν ένα τέτοιο γεγονός θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο.
142. Όσον αφορά την παρατήρηση του οργάνου συμβιβασμού ότι είναι ήκιστα πιθανό μπανάνες ποιότητας κατώτερης των σχετικών κανόνων να διατέθηκαν προς πώληση στο πλαίσιο μιας καταστάσεως όπου η προσφορά ήταν πλεονασματική, πρέπει να υπομνηστεί, κατ' αρχάς, ότι «η Επιτροπή, όταν εκδίδει την απόφασή της, δεν δεσμεύεται από τα συμπεράσματα του οργάνου συμβιβασμού» .
143. Περαιτέρω, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, στο μέτρο που η τιμή αγοράς από τους παραγωγούς είναι εξαιρετικώς χαμηλή, αν όχι συμβολική, και τούτο όσον αφορά μπανάνες μη σύμφωνες προς τους κανόνες ποιότητας, είναι δυνατό ορισμένοι μεσάζοντες να ωθηθούν στο να τις διαθέσουν στο εμπόριο έστω και αν υφίσταται πλεονασματική προσφορά μπανανών καλής ποιότητας.
144. Και έρχομαι τώρα στο άλλο σχόλιο του οργάνου συμβιβασμού κατά το οποίο «είναι απόλυτα δυνατό ποσότητες, οπωσδήποτε μειωμένες, μπανανών συμφώνων προς τους κανόνες, να έχουν διατεθεί στο εμπόριο σε τιμές μη καλύπτουσες τα έξοδα συγκομιδής, συσκευασίας και εκφορτώσεως στον λιμένα, εφόσον η πώλησή τους επιτρέπει στους παραγωγούς να εισπράξουν την αντισταθμιστική ενίσχυση την οποία, άλλως, θα έχαναν. Μια τέτοια όμως πρακτική δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απαγορευόμενη από μια ρύθμιση η οποία δεν προβλέπει ελάχιστες τιμές και περιλαμβάνει ένα μηχανισμό σχετικά με το ανωτάτο όριο των ποσοτήτων για τις οποίες μπορεί να καταβληθεί αντισταθμιστική ενίσχυση».
145. Νομίζω ότι πρόκειται εδώ για μια εξαιρετικής σπουδαιότητας άποψη. Το γεγονός ότι η κοινοτική νομοθεσία δεν προβλέπει ελάχιστη τιμή ναι μεν συνιστά πρόδηλο κενό, πλην όμως δεν μπορεί να προσαφθεί στους επιχειρηματίες το γεγονός ότι επωφελήθηκαν αυτού.
146. Παρ' όλ' αυτά, νομίζω ότι πρέπει να συνταχθώ με τη θέση της Επιτροπής ότι ενόψει τόσο χαμηλών τιμών, είναι λίαν αμφίβολο οι εν λόγω μπανάνες να ήσαν σύμφωνες προς τους κανόνες ποιότητας.
147. Τέλος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, από το 1997, η Κυβέρνηση των Καναρίων Νήσων έχει θεσπίσει ένα σύστημα «αυτόματου ελέγχου» το οποίο ενεργοποιείται όταν οι τιμές πέφτουν κάτω ενός συγκεκριμένου ορίου. Έτσι, η εν λόγω κυβέρνηση φαίνεται να αναγνωρίζει ότι η ύπαρξη εξαιρετικά χαμηλών τιμών δεν μπορεί να εξηγηθεί από την άλφα ή βήτα συγκυριακή περίσταση.
148. Επομένως, είμαι της γνώμης ότι η Επιτροπή παρέσχε αρκετά στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται παράβαση των κανόνων της κοινής οργανώσεως της αγοράς των μπανανών.
149. Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί, παρ' όλ' αυτά, όχι μόνο το υποστατό της παραβάσεως των κανόνων της κοινής οργανώσεως της αγοράς των μπανανών αλλά και το ποσό της διορθώσεως στην οποία προέβη η Επιτροπή
150. Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, «καίτοι η Επιτροπή φέρει την υποχρέωση να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (βλ., ιδίως, απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001, C-278/98, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-1501, σκέψη 39, και την παρατιθέμενη νομολογία), το οικείο κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει, ενδεχομένως, ότι η Επιτροπή πλανήθηκε ως προς τις σχετικές οικονομικές επιπτώσεις (βλ. απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1998, C-235/97, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-7555, σκέψη 39)» .
151. Πάντως, προκειμένου περί της αμφισβητήσεως του ποσού της διορθώσεως, η Ισπανική Κυβέρνηση περιορίζεται στην αναφορά ορισμένων χωρίων του εγγράφου VI/5330/97.
152. Παρ' όλ' αυτά, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, τα χωρία αυτά αφορούν κατ' αποκοπή διόρθωση, ενώ, εν προκειμένω, η Επιτροπή υπολόγισε τη διόρθωση όχι κατ' αποκοπή αλλά βάσει των ποσοτήτων ως προς τις οποίες είχαν προσαφθεί παρατυπίες.
153. Εξάλλου, είμαι της γνώμης ότι, εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν έσφαλε καθορίζοντας το επίπεδο της διορθώσεως.
154. Πράγματι, παρά το γεγονός ότι οι ίδιες οι ισπανικές αρχές δεν διαπίστωσαν τιμές κάτω των 10 ESP/kg για μπανάνες δεύτερης διαλογής, η Επιτροπή υπολόγισε ακόμη ένα σημαντικό περιθώριο αληθοφανείας, ανερχόμενο στο 75 %, όσον αφορά τις μπανάνες που είχαν διατεθεί στο εμπόριο μεταξύ 5 και 10 ESP/kg. Έτσι, το εν λόγω κοινοτικό όργανο προέβη σε διόρθωση για ποσό ίσο προς το 25 % της αντισταθμιστικής ενισχύσεως που αντιστοιχούσε στις διατεθείσες στο εμπόριο ποσότητες σε τιμή κυμαινόμενη μεταξύ 5 και 10 ESP/kg. Μόνο για τις ποσότητες που διατέθηκαν σε τιμή κάτω των 5 ESP/kg η σχετική διόρθωση της Επιτροπής έφθασε το 100 % της αντισταθμιστικής ενισχύσεως.
155. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, προτείνω την απόρριψη του δεύτερου σκέλους του δευτέρου λόγου ακυρώσεως της Ισπανικής Κυβερνήσεως.
Γ - Όσον αφορά τον τρίτο λόγο ακυρώσεως: έλλειψη αιτιολογίας
156. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη. Η Επιτροπή δεν διευκρίνισε, ούτε με την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε κατά τη διάρκεια της προηγηθείσας της εκδόσεώς της διαδικασίας, τους λόγους για τους οποίους τα ποσοστά μπανανών που αποκλείονται από την κοινοτική χρηματοδότηση ανέρχονται, αφενός, στο 100 %, για τις μπανάνες που διατέθηκαν στο εμπόριο σε τιμή κάτω των 5 ESP/kg, και, αφετέρου, στο 25 %, για τις μπανάνες που διατέθηκαν στο εμπόριο σε τιμή κυμαινόμενη μεταξύ 5 και 10 ESP/kg. Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογίας επί του σημείου αυτού, πράγμα που εμποδίζει την Ισπανική Κυβέρνηση να γνωρίσει τη δικαιολόγηση του ληφθέντος μέτρου.
157. Η Επιτροπή αμφισβητεί τον προβαλλόμενο από το Βασίλειο της Ισπανίας λόγο. Υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται λεπτομερής αιτιολογία εφόσον το οικείο κράτος μέλος συμμετέσχε ενεργώς στη διαδικασία εκπονήσεως της αποφάσεως. Μνημονεύει ότι, εν προκειμένω, το Βασίλειο της Ισπανίας γνώριζε από τις 15 Ιουνίου 1999 ή ακόμα και πριν από την ημερομηνία εκείνη ότι ο λόγος της διορθώσεως ήταν το εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο των τιμών πωλήσεως.
158. Εξάλλου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι σε κανένα χρονικό σημείο της διαδικασίας το Βασίλειο της Ισπανίας δεν αμφισβήτησε τη μέθοδο καθορισμού των ποσοστών διορθώσεως και ότι πάντοτε αντιλαμβανόταν την αιτία.
159. Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι «κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως της Επιτροπής, όπως απορρέει από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 253 ΕΚ), στο ειδικό πλαίσιο της επεξεργασίας των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η αιτιολογία μιας αποφάσεως πρέπει να θεωρείται επαρκής εφόσον το κράτος-αποδέκτης συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το επίδικο ποσό (βλ. απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 21)» .
160. Πάντως, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ενόψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, ότι οι ισπανικές αρχές συνεργάστηκαν στενά κατά τη διαδικασία εκπονήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
161. Εξάλλου, η καταρτισθείσα από την Επιτροπή, στις 15 Μα_ου 2000, συνοπτική έκθεση περιλαμβάνει σαφείς διευκρινίσεις σχετικά με τους λόγους επιβολής της διορθώσεως και του υπολογισμού της.
162. Επομένως, προτείνω να απορριφθεί ο τρίτος λόγος ακυρώσεως.
V - Πρόταση
163. Ενόψει των ανωτέρω θεωρήσεων προτείνω:
- να απορριφθεί η προσφυγή·
- να καταδικαστεί το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy