Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Με προσφυγή της 11ης Σεπτεμβρίου 2000, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο, κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 2000/449/ΕΚ της Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, της 5ης Ιουλίου 2000, για την εξαίρεση από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποίησαν τα κράτη μέλη στα πλαίσια του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Ευγγυήσεως (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (1), κατά το μέρος που αφορά τις δημοσιονομικές διορθώσεις εις βάρος της Ελλάδος για τα οικονομικά έτη 1996, 1997 και 1998.
2 Ειδικότερα, η Ελληνική Δημοκρατία βάλλει, επικαλούμενη οκτώ διαφορετικούς λόγους ακυρώσεως, κατά της εν λόγω αποφάσεως, αμφισβητώντας την εκ μέρους του ΕΓΤΠΕ άρνηση χρηματοδοτήσεως των ακολούθων δαπανών:
- ποσού ύψους 26 482 863 795 δρχ. που είχε καταβληθεί στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών, λόγω ελλείψεων του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου, καθώς και λόγω της παράνομης παρακρατήσεως μέρους των ενισχύσεων (πρώτος, έκτος και έβδομος λόγος ακυρώσεως)·
- ποσού ύψους 134 771 782 δρχ. που είχε καταβληθεί ως ενισχύσεις για την πρόωρη συνταξιοδότηση γεωργών, λόγω της κακής ποιότητας των ελέγχων και επιθεωρήσεων (δεύτερος και έκτος λόγος ακυρώσεως)·
- ποσού ύψους 1 782 487 651 δρχ. που είχε καταβληθεί ως πριμοδοτήσεις στον τομέα των βοοειδών, λόγω της ελλιπούς εφαρμογής ή της μη εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου (τρίτος και έκτος λόγος ακυρώσεως)·
- ποσών ύψους 237 098 402 δρχ. και 350 000 000 δρχ. που είχαν καταβληθεί ως επιπρόσθετες πληρωμές στον τομέα του βοείου κρέατος κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 1357/96 (2), λόγω της εκπρόθεσμης καταβολής τους (τέταρτος και πέμπτος λόγος ακυρώσεως)·
- ποσού ύψους 560 130 762 δρχ. που είχε καταβληθεί υπό μορφή πριμοδοτήσεων στον τομέα του βοείου κρέατος, λόγω της παράνομης παρακρατήσεως μέρους των εν λόγω πριμοδοτήσεων (έβδομος λόγος ακυρώσεως)·
- ποσού ύψους 5 326 625 δρχ. που είχε καταβληθεί στον τομέα των σιτηρών και αποκλείστηκε από την κοινοτική χρηματοδότηση ως συμπεριληφθέντος στο μεγαλύτερο ποσό ύψους 141 667 389 δρχ., λόγω εκπρόθεσμης εκτελέσεως των σχετικών πληρωμών (όγδοος λόγος ακυρώσεως).
II - Γενικό νομικό πλαίσιο
3 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 (3) προβλέπει στα άρθρα 1, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, και 3, παράγραφος 1, ότι το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, χρηματοδοτεί τις παρεμβάσεις που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στα πλαίσια της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού διευκρινίζει περαιτέρω ότι «[ο]ι δαπάνες διοικητικών εξόδων και προσωπικού τις οποίες αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη και οι δικαιούχοι της συνδρομής του [ΕΓΤΠΕ] δεν επιβαρύνουν το τελευταίο».
4 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 (4), καθορίζει την ακολουθητέα διαδικασία οσάκις διαπιστώνεται ότι ορισμένες δαπάνες δεν έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες. Προβλέπει ειδικότερα ότι, ύστερα από διαβούλευση με την επιτροπή του ΕΓΤΠΕ, η Επιτροπή:
«αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδοτήσεως δαπανών βάσει των άρθρων 2 και 3, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
Πριν από οποιαδήποτε απόφαση απορρίψεως χρηματοδοτήσεως, τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων της Επιτροπής και οι απαντήσεις του κράτους μέλους κοινοποιούνται εκατέρωθεν γραπτώς, κατόπιν τούτου δε τα δύο μέρη επιχειρούν να έλθουν σε συμφωνία για τη συνέχεια που θα δοθεί.
Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, το κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει την έναρξη διαδικασίας [συγκερασμού] των αντίστοιχων θέσεων τους εντός τεσσάρων μηνών, τα δε αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής ανακοινώνονται με έκθεση προς την Επιτροπή, η οποία εξετάζει πριν αποφασίσει απόρριψη της χρηματοδοτήσεως.
Η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας [παραβάσεως]. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.
[...]»
5 Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95, προβλέπει περαιτέρω ότι:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
- εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων,
- [προλαμβάνουν και διώκουν παρατυπίες],
- ανακτούν τα απολεσθέντα εξ αιτίας [παρατυπιών] ή αμελειών ποσά.
Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα ληφθέντα προς τον σκοπό αυτό μέτρα και ιδίως για την πορεία των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών.
2. Σε περίπτωση μη πλήρους ανακτήσεως, οι οικονομικές συνέπειες των [παρατυπιών] ή αμελειών αναλαμβάνονται από την Κοινότητα, εκτός εκείνων που προκύπτουν από [παρατυπίες] ή αμέλειες καταλογιστέες στα διοικητικά όργανα ή στους οργανισμούς των κρατών μελών.
Τα ανακτηθέντα ποσά καταβάλλονται στους εγκεκριμένους οργανισμούς πληρωμών και καταλογίζονται σ' αυτούς προς μείωση των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο δαπανών. Οι τόκοι των ανακτηθέντων ή των ποσών που πληρώνονται με καθυστέρηση καταβάλλονται στο Ταμείο.»
6 Ακολούθως, σε σχέση με το προμνησθέν άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 729/70, εφιστώ την προσοχή επί του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1663/95 (5), ο οποίος καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής. Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη:
«1. Σε περίπτωση που, μετά τη διεξαγωγή έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, ανακοινώνει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τα αποτελέσματα των ελέγχων της και υποδεικνύει τα διορθωτικά μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν προκειμένου να διασφαλιστεί στο μέλλον η τήρηση των προαναφερθέντων κανόνων, καθώς και εκτίμηση των δαπανών που μπορεί να εξαιρεθούν [...]. Το κράτος μέλος απαντά εντός δύο μηνών και η Επιτροπή δύναται να τροποποιήσει τη θέση της αναλόγως.
Μετά τη λήξη της προθεσμίας που χορηγείται για την απάντηση, η Επιτροπή καλεί το κράτος μέλος σε διάλογο και τα δύο μέρη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία όσον αφορά τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν [...]. Ακολούθως, η Επιτροπή κοινοποιεί επίσημα τα συμπεράσματά της στο κράτος μέλος κάνοντας μνεία της αποφάσεως 94/442/ΕΚ της Επιτροπής [...].
2. Οι αποφάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 λαμβάνονται μετά την εξέταση οποιασδήποτε εκθέσεως του οργάνου [συνδιαλλαγής] σύμφωνα με την απόφαση 94/442/ΕΚ.»
7 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 94/442/ΕΚ (6) ορίζει:
«1. Συστήνεται στο πλαίσιο της Επιτροπής ένα όργανο [συνδιαλλαγής] για θέματα εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων,
α) ενώπιον του οποίου δύναται να προσφεύγει οποιοδήποτε κράτος μέλος στο οποίο, μετά από τους ελέγχους που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70, και αφού διεξαχθεί συζήτηση σε διμερή βάση σχετικά με το αποτέλεσμα των εν λόγω ελέγχων, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής ανακοινώνουν επισήμως, αναφερόμενες στην παρούσα απόφαση, το πόρισμα σύμφωνα με το οποίο ορισμένες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από το συγκεκριμένο κράτος μέλος θα έπρεπε να μην επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων,
β) το οποίο αναλαμβάνει [τον συγκερασμό] των αποκλινουσών θέσεων της Επιτροπής και του συγκεκριμένου κράτους μέλους και
γ) το οποίο συντάσσει, μετά το πέρας των εργασιών του, έκθεση με τα αποτελέσματα της προσπάθειας [συγκερασμού] των θέσεων, συνοδευόμενη από όλες τις παρατηρήσεις τις οποίες το όργανο κρίνει χρήσιμες σε περίπτωση που η διαφορά εξακολουθεί να υφίσταται έστω και μερικώς».
8 Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο αα, της αποφάσεως:
«H θέση την οποία λαμβάνει το όργανο [συνδιαλλαγής] δεν προδικάζει την οριστική απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών και δεν θίγει το δικαίωμα προσφυγής του συγκεκριμένου κράτους μέλους κατά της εν λόγω αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης [...]».
9 Το άρθρο 2, παράγραφοι 4 και 5, της αποφάσεως προβλέπει:
«4. Το όργανο [συνδιαλλαγής] διεξάγει τις εργασίες του κατά τρόπο όσο το δυνατόν περισσότερο άτυπο και ταχύ, βασιζόμενο στον υπό κρίση φάκελο και σε μια ισομερή διαβούλευση με τις υπηρεσίες της Επιτροπής και τις ενδιαφερόμενες εθνικές αρχές. Κατά το πέρας της εξετάσεως που διεξάγει, τους κοινοποιεί την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γγ.
5. Εφόσον, εντός προθεσμίας 4 μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία επελήφθη της υποθέσεως, οι εργασίες του οργάνου [συνδιαλλαγής] δεν καταλήξουν στον [συγκερασμό] των απόψεων της Επιτροπής και του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, η διαδικασία [συνδιαλλαγής] θεωρείται ότι έχει αποτύχει. Στην περίπτωση αυτή, η έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, αναφέρει τα στοιχεία που εμπόδισαν [τον συγκερασμό] των εν λόγω θέσεων.»
10 Το έγγραφο εργασίας VI/216/93 της Επιτροπής, της 1ης Ιουνίου 1993, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το έγγραφο VI/5330/97, της 23ης Δεκεμβρίου 1997, απηχεί τις κατευθυντήριες γραμμές που το θεσμικό όργανο προτίθεται να ακολουθήσει κατά την εφαρμογή των δημοσιονομικών διορθώσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες αυτές γραμμές, όταν είναι αδύνατος ο προσδιορισμός του συνόλου των παρατύπων πληρωμών, οπότε είναι αδύνατος και ο υπολογισμός της οικονομικής ζημίας εις βάρος της Κοινότητας, η Επιτροπή εφαρμόζει κατ' αποκοπή δημοσιονομικές διορθώσεις ύψους 2 %, 5 %, 10 % ή και 25 % επί των δηλωθεισών δαπανών, ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου επελεύσεως ζημιών.
11 Όσον αφορά ειδικότερα τις δημοσιονομικές διορθώσεις που συνδέονται με την ανεπάρκεια των ελέγχων που πραγματοποιούν οι αρχές των κρατών μελών, οι κατευθυντήριες γραμμές διακρίνουν δύο κατηγορίες ελέγχων, ήτοι τους βασικούς και δευτερεύοντες ελέγχους:
«- Βασικοί έλεγχοι είναι οι επιτόπιοι και διοικητικοί έλεγχοι που απαιτούνται για τον έλεγχο των στοιχείων επί της ουσίας, και συγκεκριμένα του υποστατού του αντικειμένου της αιτήσεως, της ποσότητας και των ποιοτικών προϋποθέσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται η τήρηση των προθεσμιών, οι απαιτήσεις της εσοδείας, οι προθεσμίες υποχρεωτικής κατοχής κ.λπ. Πραγματοποιούνται επιτοπίως και μέσω αντιπαραβολής με ανεξάρτητα πληροφοριακά στοιχεία, όπως τα μητρώα του κτηματολογίου.
- Δευτερεύοντες έλεγχοι είναι οι διοικητικές ενέργειες που είναι απαραίτητες για να διεκπεραιωθούν ορθώς οι αιτήσεις, όπως η εξακρίβωση της τηρήσεως των προθεσμιών υποβολής προσφορών, ο εντοπισμός των διπλών αιτήσεων με το ίδιο αντικείμενο, η ανάλυση των κινδύνων, η επιβολή κυρώσεων και η κατάλληλη εποπτεία των διαδικασιών».
12 Με βάση τις κατευθυντήριες αυτές γραμμές, η Επιτροπή εφαρμόζει ως ακολούθως τους διαφόρους συντελεστές των κατ' αποκοπή διορθώσεων:
«Όταν ένας ή περισσότεροι βασικοί έλεγχοι δεν έχουν πραγματοποιηθεί ή έχουν πραγματοποιηθεί τόσο κακώς ή τόσο σποραδικώς ώστε είναι αναποτελεσματικοί, για να καθοριστεί το επιλέξιμον μιας αιτήσεως ή να αποφευχθούν οι παρατυπίες, πρέπει να γίνει διόρθωση ύψους 10 %, διότι ευλόγως μπορεί να γίνει δεκτό ότι υφίσταται υψηλός κίνδυνος σημαντικών ζημιών σε βάρος του ΕΓΤΠΕ.
Όταν έχουν πραγματοποιηθεί όλοι οι έλεγχοι, χωρίς όμως να τηρηθεί ο αριθμός, η συχνότητα ή η αυστηρότητα που προβλέπουν οι κανονισμοί, πρέπει να γίνει διόρθωση ύψους 5 %, διότι ευλόγως μπορεί να συναχθεί ότι οι έλεγχοι αυτοί δεν προσφέρουν το αναμενόμενο επίπεδο διασφαλίσεως της κανονικότητας των αιτήσεων και διαγράφεται σημαντικός κίνδυνος ζημιών σε βάρος του ΕΓΤΠΕ.
Όταν ένα κράτος μέλος πραγματοποιεί ορθώς τους βασικούς ελέγχους, αλλά παραλείπει εντελώς να πραγματοποιήσει έναν ή περισσοτέρους δευτερεύοντες ελέγχους, πρέπει να γίνει διόρθωση ύψους 2 %, λαμβανομένου υπόψη του μικρότερου κινδύνου ζημιών για το ΕΓΤΠΕ και της μικρότερης σοβαρότητας της παραβάσεως.
[...]»
13 Αντίθετα, οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν την εφαρμογή συντελεστή ύψους 25 % «αν η εφαρμογή του συστήματος ελέγχου εκ μέρους κράτους μέλους απουσιάζει παντελώς ή εμφανίζει σοβαρές ελλείψεις, συντρέχουν δε αποδεδειγμένες και συχνές παρατυπίες και επιδεικνύεται αμέλεια κατά την καταπολέμηση των περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών».
14 Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορούν να επιβληθούν υψηλότερα ποσοστά διορθώσεων μέχρι ύψους 100 %.
III - Ανάλυση
A - Προεισαγωγικά
15 Προτού εισέλθω στην ανάλυση των λόγων που προβάλλει η Ελληνική Κυβέρνηση, θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω, προεισαγωγικώς, ορισμένες αρχές, οι οποίες, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση του βασίμου των ενστάσεων έναντι των αποφάσεων περί μη κοινοτικής χρηματοδοτήσεως των αναληφθεισών από τα κράτη μέλη δαπανών.
16 Επιβάλλεται πρωτίστως η υπόμνηση ότι, δυνάμει των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, χρηματοδοτεί μόνο τις δαπάνες που πραγματοποίησαν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις που ισχύουν σε διάφορους γεωργικούς τομείς (7) και ότι η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών που θεσπίζει ο εν λόγω κανονισμός αποσκοπεί ακριβώς στο να διασφαλίζει ότι οι τιθέμενοι στη διάθεση των κρατών μελών πόροι χρησιμοποιούνται πράγματι στα πλαίσια της τηρήσεως των προαναφερθεισών διατάξεων.
17 Ακολούθως, ως γνωστόν, το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν την ορθή και νομότυπη εκτέλεση των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, να προλαμβάνουν και διώκουν τις παρατυπίες και να ανακτούν τα απολεσθέντα λόγω παρατυπιών και αμελειών ποσά, και τούτο έστω και αν η ισχύουσα στον οικείο γεωργικό τομέα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν επιβάλλει τη θέσπιση συγκεκριμένων μέτρων ελέγχου (8). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί την έκφραση, στα πλαίσια της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, της υποχρεώσεως για αγαστή συνεργασία που επιβάλλει το άρθρο 10 ΕΚ, καθορίζει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τις αρχές βάσει των οποίων η Κοινότητα και τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν τόσο την εκτέλεση των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ μέτρων παρεμβάσεων, όσο και την καταπολέμηση της απάτης και των παρατυπιών που συνδέονται με αυτά (9).
18 Υπενθυμίζω επίσης ότι, οσάκις αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με τις αναληφθείσες από κράτος μέλος δαπάνες λόγω παραβάσεως των κανόνων περί κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, η Επιτροπή φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι έχει διαπραχθεί η εν λόγω παράβαση (10). Ειδικότερα, όταν η άρνηση της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως θεμελιώνεται στην έλλειψη ή ακαταλληλότητα των διενεργηθέντων από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ελέγχων, η Επιτροπή οφείλει να αιτιολογήσει την εκτίμησή της (11). Προς τούτο, πάντως, το θεσμικό όργανο δεν οφείλει να αποδείξει εξαντλητικώς την ανεπάρκεια των διενεργηθέντων από το κράτος μέλος ελέγχων ή την ανακρίβεια των διαβιβασθέντων επί τούτου στοιχείων, αλλά να επιβεβαιώσει με αποδείξεις τις σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες που εξέφρασε επ' ευκαιρία των ανωτέρω ελέγχων ή στοιχείων (12).
19 Ο ανωτέρω μετριασμός του βάρους της αποδείξεως οφείλεται στο γεγονός ότι το κράτος μέλος είναι εκείνο που βρίσκεται στην καλύτερη θέση να συλλέξει και επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για τους σκοπούς της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και σ' αυτό εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον εμπεριστατωμένη και εξαντλητική απόδειξη περί του αληθούς των ιδίων ελέγχων και των ιδίων στοιχείων και, ενδεχομένως, της ανακριβείας των υπολογισμών της Επιτροπής (13). Υπό το πρίσμα αυτό, το κράτος μέλος, οι έλεγχοι του οποίου αναγνωρίστηκαν από την Επιτροπή ως ανύπαρκτοι ή ανεπαρκείς, δεν μπορεί να ανασκευάσει τις διαπιστώσεις της τελευταίας χωρίς να καθιστά αξιόπιστους τους ισχυρισμούς του με στοιχεία ικανά να αποδείξουν την ύπαρξη εγκύρου και αποτελεσματικού συστήματος ελέγχων (14).
20 Τούτου δοθέντος, εισέρχομαι στην εξέταση των αιτημάτων και των επιχειρημάτων της Ελληνικής Κυβερνήσεως.
B - Επί των διορθώσεων λόγω των ελλείψεων στη διαχείριση και στον έλεγχο των ενισχύσεων στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών
1. Συναφής κανονιστική ρύθμιση
21 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3508/92 (15) καθιέρωσε ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου, εκ μέρους των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών, ορισμένων καθεστώτων κοινοτικών ενισχύσεων υπέρ των παραγωγών (στο εξής: ΟΣΔΕ). Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού, το ΟΣΔΕ εφαρμόζεται ειδικότερα επί των αντισταθμιστικών ενισχύσεων που καθιέρωσε, στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1765/92 (16) και, στον τομέα του βοείου κρέατος, επί των προβλεπομένων από τα άρθρα 4α-4λ του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 (17) καθεστώτων πριμοδοτήσεων.
22 Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 3508/92, το ΟΣΔΕ περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: α) μηχανογραφημένη βάση δεδομένων· β) αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως των αγροτεμαχίων· γ) αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως και καταγραφής των ζώων· δ) αιτήσεις ενισχύσεως και ε) ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου.
23 Για τους σκοπούς που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, σύμφωνα με όσα προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού, στη μηχανογραφημένη βάση δεδομένων καταγράφονται, για κάθε γεωργική εκμετάλλευση, τα προερχόμενα από τις αιτήσεις ενισχύσεως στοιχεία. Η εν λόγω βάση δεδομένων πρέπει ειδικότερα «να επιτρέπει την απευθείας και άμεση πρόσβαση στα στοιχεία που αφορούν τουλάχιστον τα τρία τελευταία ημερολογιακά έτη ή/και τις τρεις τελευταίες διαδοχικές περιόδους εμπορίας, τα οποία διαθέτει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους». Επιτρέπεται η δημιουργία αποκεντρωμένων βάσεων δεδομένων, υπό την προϋπόθεση ότι τόσο οι βάσεις αυτές, όσο και οι διοικητικές διαδικασίες για την καταγραφή των δεδομένων και την πρόσβαση σ' αυτά «καταρτίζονται με ομοιογενή τρόπο σε ολόκληρη την επικράτεια του κράτους μέλους και είναι συμβατές μεταξύ τους».
24 Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού 3508/92, ακολούθως, το αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως των αγροτεμαχίων πρέπει να καταρτίζεται «με βάση κτηματολογικά σχέδια και έγγραφα, άλλες χαρτογραφικές αναφορές ή με βάση αεροφωτογραφίες, δορυφορικές εικόνες ή άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά στοιχεία ή βάσει συνδυασμού των στοιχείων αυτών».
25 Το οριζόμενο στο άρθρο 7 του κανονισμού ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου αφορά το σύνολο των υποβαλλομένων αιτήσεων ενισχύσεως και στηρίζεται ειδικότερα στους διοικητικούς ελέγχους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι επιτόπιοι έλεγχοι και, ενδεχομένως, οι επαληθεύσεις με αεροπορική ή δορυφορική τηλεανίχνευση.
26 Όσον αφορά τους ελέγχους, το άρθρο 8 του κανονισμού 3508/92 διευκρινίζει:
«1. Το κράτος μέλος προβαίνει σε διοικητικό έλεγχο των αιτήσεων ενισχύσεως.
2. Οι διοικητικοί έλεγχοι συμπληρώνονται από επιτόπιους ελέγχους που διενεργούνται δειγματοληπτικά σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Για όλους αυτούς τους ελέγχους, το κράτος μέλος καταρτίζει σχέδιο δειγματοληψίας.
3. Κάθε κράτος μέλος ορίζει μια αρχή η οποία είναι επιφορτισμένη με το συντονισμό των ελέγχων που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό.
4. Οι εθνικές αρχές μπορούν, υπό όρους που θα καθοριστούν, να χρησιμοποιούν την τηλεανίχνευση για να προσδιορίζουν την έκταση και τη χρήση των αγροτεμαχίων και για να ελέγχουν την κατάστασή τους.
5. Όταν οι εθνικές αρχές του κράτους μέλους αναθέτουν μέρος των εργασιών που πρέπει να πραγματοποιηθούν κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σε ειδικευμένους οργανισμούς ή επιχειρήσεις, πρέπει να εξακολουθούν να έχουν τον έλεγχο και την ευθύνη των εργασιών αυτών».
27 Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 3508/92, οι αιτήσεις ενισχύσεως, το αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως και καταγραφής των βοοειδών και το ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου έπρεπε να αρχίσουν να εφαρμόζονται από 1ης Φεβρουαρίου 1993, ενώ τα λοιπά στοιχεία του ΟΣΔΕ έπρεπε να αρχίσουν να λειτουργούν το αργότερο από 1ης Ιανουαρίου 1996. Η τελευταία αυτή ημερομηνία παρατάθηκε στη συνέχεια μέχρι 1ης Ιανουαρίου 1997, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2466/96 (18).
28 Τα κριτήρια και οι τεχνικές διαδικασίες που άπτονται των διοικητικών και επιτοπίων ελέγχων που πρέπει να πραγματοποιούν τα κράτη μέλη στα πλαίσια του ΟΣΔΕ καθορίζονται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 (19), το οποίο ορίζει:
«1. Οι διοικητικοί και οι επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική εξακρίβωση της τήρησης των όρων για την παροχή των ενισχύσεων και των πριμοδοτήσεων.
2. Ο διοικητικός έλεγχος που μνημονεύεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3508/92 περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο διασταυρούμενους ελέγχους σχετικά με τα δηλωθέντα αγροτεμάχια και ζώα, ώστε να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη διπλή χορήγηση στα πλαίσια του ίδιου ημερολογιακού έτους.
3. Οι επιτόπιοι έλεγχοι ασκούνται τουλάχιστον σε ευρύ δείγμα αιτήσεων. Το εν λόγω δείγμα πρέπει να αντιπροσωπεύει τουλάχιστον:
- το 10 % των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεως για ζώα, ή των δηλώσεων συμμετοχής,
- το 5 % των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεως για εκτάσεις [...].
Στην περίπτωση που, κατά τη διάρκεια των επιτoπίων επισκέψεων, εμφανιστούν σημαντικές παρατυπίες σε περιοχή ή σε τμήμα της, οι αρμόδιες αρχές πραγματοποιούν συμπληρωματικούς ελέγχους κατά τη διάρκεια του έτους αυτού και αυξάνουν το ποσοστό των αιτήσεων της περιοχής αυτής ή του μέρους της, στις οποίες θα πραγματοποιηθεί έλεγχος το επόμενο έτος.
4. Οι αιτήσεις που αποτελούν το αντικείμενο επιτοπίων ελέγχων καθορίζονται από την αρμόδια αρχή, κυρίως βάσει αναλύσεως των κινδύνων καθώς επίσης και βάσει ενός στοιχείου αντιπροσωπευτικότητας των αιτήσεων που υποβλήθηκαν. Για την ανάλυση των κινδύνων λαμβάνονται υπόψη:
- το ποσό της ενισχύσεως,
- ο αριθμός των αγροτεμαχίων, της εκτάσεως ή ο αριθμός ζώων για τα οποία έχει ζητηθεί η ενίσχυση,
- η εξέλιξη, σε σχέση με το προηγούμενο έτος,
- οι διαπιστώσεις των ελέγχων που διενεργήθηκαν τα προηγούμενα έτη,
- άλλες παράμετροι που ορίζουν τα κράτη μέλη.
5. Οι επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται αιφνιδιαστικά και αφορούν το σύνολο των αγροτεμαχίων ή των ζώων που καλύπτονται από μία ή περισσότερες αιτήσεις. Εντούτοις, είναι δυνατό να υπάρξει κάποια προειδοποίηση, περιορισμένη στο απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα, η οποία κατά γενικό κανόνα δεν μπορεί να υπερβεί τις 48 ώρες.
Τουλάχιστον το 50 % των ελαχίστων ελέγχων των ζώων διενεργούνται κατά τη διάρκεια της περιόδου υποχρεωτικής κατοχής τους. Οι έλεγχοι εκτός της περιόδου υποχρεωτικής κατοχής των ζώων επιτρέπονται μόνο στην περίπτωση που είναι διαθέσιμο το προβλεπόμενο στο άρθρο 4 της οδηγίας 92/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου μητρώο [...]».
29 Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 3887/92:
«Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος αποφασίσει να πραγματοποιήσει έλεγχο με την ανίχνευση ολοκλήρου ή τμήματος του δείγματος που μνημονεύεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, προβαίνει σε:
- φωτογραφική ερμηνεία εικόνων ή αεροφωτογραφιών με σκοπό την αναγνώριση της φυτικής καλύψεως και τη μέτρηση των εκτάσεων όλων των αγροτεμαχίων στα οποία πρόκειται να πραγματοποιηθεί έλεγχος,
- επιτόπιο έλεγχο όλων των αιτήσεων για τις οποίες από τη φωτογραφική έρευνα δεν συνάγεται ότι η δήλωση είναι ορθή κατά τρόπο που να ικανοποιεί την αρμόδια αρχή».
30 Δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού 3887/92:
«Για κάθε επίσκεψη ελέγχου πρέπει να συντάσσεται έκθεση, στην οποία να μνημονεύονται κυρίως οι λόγοι της επισκέψεως, τα πρόσωπα που παρίσταντο, ο αριθμός των αγροτεμαχίων στα οποία πραγματοποιήθηκε επίσκεψη, τα αγροτεμάχια στα οποία πραγματοποιήθηκε μέτρηση καθώς και οι χρησιμοποιηθείσες τεχνικές μετρήσεως, ο αριθμός και το είδος των ζώων που διαπιστώθηκαν επί τόπου καθώς και, ενδεχομένως, ο αριθμός αναγνωρίσεώς τους [...]».
31 Εξάλλου, το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 3887/92 διευκρινίζει:
«Στον βαθμό που, βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3508/92, ορισμένα στοιχεία του ολοκληρωμένου συστήματος δεν εφαρμόζονται ακόμη, κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ώστε να εφαρμόσει μέτρα διαχειρίσεως και ελέγχου διασφαλίζοντα την τήρηση των όρων που προβλέπονται για τη χορήγηση των σχετικών ενισχύσεων».
2. Παρατηρήσεις της Επιτροπής και διαδικασία
32 Κατόπιν επιθεωρήσεων που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα μεταξύ των ετών 1996 και 1999, οι υπηρεσίες της Επιτροπής προσήψαν στις ελληνικές αρχές σειρά παραλείψεων αφορωσών τη διαχείριση και τον έλεγχο των ενισχύσεων στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών για τις συγκομιδές των ετών 1995-1997 (οικονομικά έτη 1996-1998), κυρίως όσον αφορά τις ακόλουθες πτυχές (20):
α) τη μη πλήρη εφαρμογή του ΟΣΔΕ. Κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία, ήτοι την 1η Ιανουαρίου 1997, δεν είχε ολοκληρωθεί το αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως των αγροτεμαχίων, ούτε είχε δημιουργηθεί βάση δεδομένων επειδή οι περιφερειακές διευθύνσεις του Υπουργείου Γεωργίας δεν συνδέονταν με το σύστημα πληροφορικής της ΔΙΔΑΓΕΠ, αρμοδίου οργανισμού πληρωμών·
β) την αποτελεσματική επιτήρηση εκ μέρους των ανωτέρω διευθύνσεων, των ενώσεων γεωργικών συνεταιρισμών (ΕΓΣ), οι οποίες στην Ελλάδα διαδραματίζουν ρόλο κλειδί στη διαχείριση και στον έλεγχο των κοινοτικών ενισχύσεων. Σε αντίθεση με όσα προβλέπει ο κανονισμός 1663/95, οι περιφερειακές διευθύνσεις δεν ήσαν σε θέση να ελέγχουν αποτελεσματικά τις δραστηριότητες των ΕΓΣ, επειδή κυρίως δεν διέθεταν τη δυνατότητα άμεσης προσβάσεως, ήτοι συνδέσεως μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, με τις τράπεζες δεδομένων των ενώσεων αυτών (21). Επίσης, ούτε οι τηρηθείσες διαδικασίες ανταποκρίνονταν στις ελάχιστες προδιαγραφές του κανονισμού· ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι μόλις από το 1998 οι προταθείσες πληρωμές συνοδεύονταν από βεβαίωση αποδεικνύουσα τον εκ μέρους των περιφερειακών διευθύνσεων έλεγχο επί της δραστηριότητας που ασκούν οι ΕΓΣ (22)·
γ) την ανακρίβεια των στοιχείων που αφορούν τις συγκομιδές, τις πληρωμές και τους ελέγχους, στοιχείων που προσκόμισαν οι ελληνικές αρχές στις υπηρεσίες της Επιτροπής και τα οποία δεν επέτρεπαν στις τελευταίες να διενεργήσουν τις ενδεδειγμένες επαληθεύσεις. Ειδικότερα, διαπιστώθηκαν αισθητές διαφορές μεταξύ των αφορώντων τις πληρωμές στοιχείων και των συναγομένων από την εξέταση των αιτήσεων· οι ανωτέρω διαφορές πρέπει να αποδίδονται σε κενά του συστήματος πληροφορικής που επέτρεπε μόνο τη χωριστή διαχείριση των αιτήσεων και των πληρωμών·
δ) τις καθυστερήσεις των ελέγχων μέσω τηλεανιχνεύσεως που διενεργήθηκαν, κατά το μεγαλύτερο μέρος των περιπτώσεων, μετά τη συγκομιδή, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό δυσχερή τον προσδιορισμό των εκτάσεων και των καλλιεργουμένων ποικιλιών. Επί πλέον, οι επιβαλλόμενοι ουσιαστικοί έλεγχοι σε περιπτώσεις αμφιβολιών διενεργούντο επίσης καθυστερημένα κατά τρόπον ώστε να μειώνεται η αποτελεσματικότητά τους.
33 Στα ανωτέρω ήλθαν να προστεθούν, για καθένα από τα υπό κρίση οικονομικά έτη, περαιτέρω συγκεκριμένα στοιχεία, μεταξύ των οποίων επιβάλλεται ειδικότερα να επισημανθούν:
α) όσον αφορά τη συγκομιδή του 1995 (οικονομικό έτος 1996):
i) τα σφάλματα στα πλαίσια των αναλύσεων των κινδύνων· τα θεσπισθέντα κριτήρια ήσαν τέτοιας φύσεως, ώστε να καθιστούν ευχερέστερο τον έλεγχο των αιτήσεων ενισχύσεως που αφορούσαν μείωση της επιφανείας σε σχέση με το προηγούμενο έτος αλλ' όχι εκείνων που εμφάνιζαν αύξηση·
ii) η προειδοποίηση των παραγωγών σε περίπτωση επιτοπίων ελέγχων· αναφέρθηκε ότι στην περιφέρεια Θεσσαλονίκης οι παραγωγοί είχαν προειδοποιηθεί για τον επικείμενο έλεγχο κατά πολλές ημέρες νωρίτερα, σε αντίθεση προς όσα προβλέπει το άρθρο 6 του κανονισμού 3887/92, σύμφωνα με το οποίο το ανώτατο χρονικό διάστημα προειδοποιήσεως είναι οι 48 ώρες·
β) όσον αφορά τη συγκομιδή του 1996 (οικονομικό έτος 1997):
i) οι καθυστερήσεις των αναλύσεων των κινδύνων· οι κατάλογοι των αιτήσεων ενισχύσεως που έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο επαληθεύσεων διαβιβάσθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση στις τοπικές αρχές, καθιστώντας προβληματική την εφαρμογή των συναφών ελέγχων·
ii) οι προβλεπόμενες από τον κανονισμό (ΕΚ) 658/96 (23) στατιστικές είχαν αποσταλεί καθυστερημένα και σε ατελή μορφή·
iii) η μη διενέργεια διασταυρωμένων ελέγχων·
γ) όσον αφορά τη συγκρομιδή 1997 (οικονομικό έτος 1998):
i) ο αριθμός των διενεργηθέντων ελέγχων· τα προσκομισθέντα από τις ελληνικές αρχές στατιστικά στοιχεία δεν επέτρεπαν να συναχθεί ότι είχε τηρηθεί το ελάχιστο όριο ελέγχων που στην περίπτωση της Ελλάδας καθορίστηκε στο 20 % των δηλωθεισών εκτάσεων· ειδικότερα, ακολούθως, στον νομό Αρκαδίας, διαπιστώθηκε ότι, για αμφότερες τις συγκομιδές των ετών 1996 και 1997, οι επιτόπιοι έλεγχοι είχαν διενεργηθεί σε ποσοστό χαμηλότερο από εκείνο που είχε ορίσει η ΔΙΔΑΓΕΠ μετά την επεξεργασία της αναλύσεως των κινδύνων·
ii) η μη τήρηση, σε τοπικό επίπεδο, των οδηγιών της ΔΙΔΑΓΕΠ σχετικά με τους προς διενέργεια ελέγχους κατόπιν της αναλύσεως των κινδύνων· πράγματι, διαπιστώθηκε ότι η περιφερειακή διεύθυνση γεωργίας του Πύργου είχε προβεί στη διενέργεια ελέγχων με βάση διαφορετικά από τα οριζόμενα εκ μέρους των κεντρικών αρχών κριτήρια.
34 Ενόψει των παρατηρήσεων αυτών, οι υπηρεσίες της Επιτροπής πρότειναν την εφαρμογή δύο κατ' αποκοπή διορθώσεων των δηλωθεισών από την Ελλάδα δαπανών στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών για τις συγκομιδές 1996-1998, ήτοι διόρθωση ύψους 5 % για τις υποβληθείσες στους συνήθεις επιτοπίους ελέγχους αιτήσεις ενισχύσεως, και έτερη ύψους 2 % για τις αιτήσεις που ελέγχθησαν μέσω τηλεανιχνεύσεως, αφορώσες συνολικό ποσό ύψους 26 482 863 795 δρχ. (24).
35 Οι ελληνικές αρχές προσέφυγαν κατόπιν αυτού στο όργανο συνδιαλλαγής, ενώπιον του οποίου υποστήριξαν, πρώτον, ότι είχαν προβεί - έστω και με διαφορετικά μέσα από τη χρήση ορθοφωτογραφιών - στην αναγνώριση του συνόλου σχεδόν των αγροτεμαχίων, όπως προβλέπει ο κανονισμός 3508/92· δεύτερον, ισχυρίστηκαν ότι, παρά τις καθυστερήσεις που διαπίστωσαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής, η Ελλάδα είχε εν πάση περιπτώσει εφαρμόσει, όσον αφορά τα υπό κρίση οικονομικά έτη, αποτελεσματικό σύστημα ελέγχων. Ειδικότερα, οι διοικητικοί έλεγχοι είχαν διεξαχθεί κανονικά, όπως και οι διασταυρωμένοι και οι επιτόπιοι έλεγχοι. Εξάλλου, οι παρατηρηθείσες καθυστερήσεις δεν μείωσαν την αποτελεσματικότητα των ελέγχων: ακόμη και μετά τη συγκομιδή, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις εξακολουθούν να εμφανίζουν στην πραγματικότητα ίχνη της προηγηθείσας καλλιέργειας και εν πάση περιπτώσει οι γεωργοί είναι υποχρεωμένοι να διατηρούν δείγμα των ποικιλιών τους προκειμένου να καταστούν εφικτές ενδεχόμενες επαληθεύσεις. Ενόψει των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι ελληνικές αρχές, διατηρώντας αμφιβολίες ως προς τη σκοπιμότητα εφαρμογής διορθωτικού συντελεστή ύψους 5 %, όπως πρότειναν οι υπηρεσίες της Επιτροπής με την τελική έκθεση της 16ης Μαρτίου 2000, το όργανο συνδιαλλαγής κάλεσε τις εν λόγω υπηρεσίες να επανεξετάσουν τα πορίσματά τους σχετικά με το εφαρμοζόμενο στην Ελλάδα σύστημα ελέγχων επανεκτιμώντας το σύνολο των προταθεισών διορθώσεων (25).
36 Πάντως, μετά την εξέταση της τελικής εκθέσεως του οργάνου συνδιαλλαγής, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενέμειναν στη στάση τους, υπογραμμίζοντας ειδικότερα ότι, παρά τους ισχυρισμούς των ελληνικών αρχών, η διαχείριση και ο έλεγχος των ενισχύσεων στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών κατά τα οικονομικά έτη 1996-1998 χαρακτηρίζονταν από παραλείψεις ικανές να οδηγήσουν, ακόμα και πρόσφατα, σε σημαντικές λογιστικές διαφορές για τις οποίες οι οικείες αρχές δεν ήσαν σε θέση να δώσουν εξηγήσεις σχετικά με την προέλευσή τους. Ακολούθως, στα ανωτέρω έπρεπε να προστεθεί και το γεγονός ότι η Ελλάδα ουδόλως είχε ολοκληρώσει το ΟΣΔΕ εντός της προβλεφθείσας για την 1η Ιανουαρίου 1997 προθεσμίας. Ενώπιον της καταστάσεως αυτής, οι προταθείσες διορθώσεις ήσαν απόλυτα δικαιολογημένες, λόγω της σοβαρότητας των διαπιστωθεισών παραλείψεων.
37 Η προσβαλλόμενη απόφαση υιοθέτησε τη στάση αυτή, εφαρμόζοντας τις προτεινόμενες διορθώσεις ύψους 5 % και 2 %.
3. Σύνθεση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων
38 Σύμφωνα με την Ελληνική Κυβέρνηση, οι επίδικες διορθώσεις θεμελιώνονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 4 του κανονισμού 3508/92 και σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Επί πλέον, η επιβολή τους προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας.
39 Πρώτον, όσον αφορά τη μη εφαρμογή του ΟΣΔΕ, η προσφεύγουσα δέχεται ότι η αλφαριθμητική αναγνώριση των αγροτεμαχίων με τη χρήση ορθοφωτογραφιών άρχισε να εφαρμόζεται μερικώς μόλις από το 1998. Υποστηρίζει, πάντως, ότι κατά τα προηγηθέντα έτη είχε διασφαλιστεί σε κάθε περίπτωση η αποτελεσματική ταυτοποίηση μέσω άλλων συστημάτων αναγνωρίσεως, μεταξύ των οποίων οι αεροφωτογραφίες και τα στοιχεία που προσκόμισε η τοπογραφική υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας. Σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, το γεγονός αυτό συνάδει προς το άρθρο 4 του κανονισμού 3508/92, το οποίο αναφέρεται επί του θέματος στη χρήση χαρτών και κτηματολογικών εγγράφων, καθώς και άλλων χαρτογραφικών στοιχείων, καθώς και αεροφωτογραφιών ή δορυφορικών εικόνων. Ακολούθως, αναφερόμενη στη βάση δεδομένων, η Ελληνική Κυβέρνηση, χωρίς να αμφισβητεί τη μη δημιουργία της, περιορίζεται στην επίκληση ως δικαιολογίας των καθυστερήσεων κατά τη διαδικασία του διαγωνισμού για την προμήθεια του αναγκαίου λογισμικού.
40 Δεύτερον, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ούτε τις αποκλίσεις στα αποσταλέντα στην Επιτροπή στατιστικά στοιχεία, περιοριζόμενη να επικαλεστεί ως δικαιολογία τη μη ανοικτή σύνδεση των περιφερειακών διευθύνσεων γεωργίας με το δίκτυο. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι, όσον αφορά την καθυστερημένη αποστολή των στατιστικών συγκομιδής, κατά το άρθρο 8 του κανονισμού 658/96, η τήρηση της προβλεπόμενης από την ανωτέρω διάταξη προθεσμίας είναι ανέφικτη λόγω του μεγάλου αριθμού ελέγχων που πρέπει να πραγματοποιηθούν και των μορφών των οικείων καλλιεργειών.
41 Τρίτον, η Ελληνική Κυβέρνηση δικαιολογεί τις παρατηρηθείσες κατά τη διενέργεια των ελέγχων - επιτοπίων και μέσω τηλεανιχνεύσεως - καθυστερήσεις λόγω του χρόνου που απαιτούν οι κινηθείσες διαδικασίες διαγωνισμών για την ανάδειξη των οργανισμών στους οποίους πρόκειται να ανατεθούν οι εν λόγω υπηρεσίες ελέγχου. Υποστηρίζει εν πάση περιπτώσει ότι η διόρθωση ύψους 2 % σχετικά με τους ελέγχους μέσω τηλεανιχνεύσεως είναι εσφαλμένη, αφενός, δοθέντος ότι οι ελληνικές αρχές έχουν συμμορφωθεί προς τους όρους που έθεσαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής στα πλαίσια της διενεργείας των οικείων ελέγχων, αφετέρου, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τις ίδιες υπηρεσίες της Επιτροπής, στα πλαίσια των ελέγχων μέσω τηλεανιχνεύσεως, τηρήθηκαν κατά κανόνα (26) οι αφορώσες τους ουσιαστικούς ελέγχους - που αποτελούν έλεγχο κλειδί - επιταγές. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, η διόρθωση ύψους 5 % σχετικά με τους επιτοπίους ελέγχους είναι αντίθετα δυσανάλογη.
42 Όσον αφορά πάντοτε τους ελέγχους, η Ελληνική Κυβέρνηση αμφισβητεί ακολούθως ορισμένα συμπεράσματα που συνήγαγαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής μετά τις διενεργηθείσες στην Ελλάδα επαληθεύσεις. Προπάντων, η παρατηρηθείσα στον νομό Θεσσαλονίκης κατάσταση αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση και δεν αντιπροσωπεύει το σύνολο της χώρας όπου εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 3887/92, το χρονικό όριο προειδοποιήσεως των παραγωγών σε περίπτωση επιτοπίων ελέγχων, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 48 ώρες. Επί πλέον, η διόρθωση των στατιστικών στοιχείων ελέγχου μέσω ενός νέου λογισμικού αποδεικνύει ότι για την περίοδο εμπορίας 1997/98 προστέθηκε ο ελάχιστος αριθμός ελέγχων. Τέλος, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι εξακολουθούν πάντοτε να διενεργούνται, έστω και χωρίς τη χρήση υπολογιστή, οι διασταυρωμένοι έλεγχοι και ότι από την περίοδο εμπορίας 1998/99 προηγούνται της καταβολής των ενισχύσεων.
43 Τέταρτον, όσον αφορά την εποπτεία των ΕΓΣ, η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι τοπικές διευθύνσεις του Υπουργείου Γεωργίας συνεργάζονται με τις ΕΓΣ σε όλες τις φάσεις των ελέγχων· οι ανωτέρω διευθύνσεις έχουν απευθείας πρόσβαση στις τράπεζες δεδομένων των ΕΓΣ και ασκούν συνεχή έλεγχο επί της δραστηριότητας των τελευταίων. Το ίδιο συμβαίνει με την ΠΑΣΕΓΕΣ, φορέα μηχανογραφήσεως. Εξάλλου, συνεχίζει η προσφεύγουσα, οι τοπικές διευθύνσεις είναι εκείνες που διασφαλίζουν τον έλεγχο και την εκκαθάριση των δαπανών. Εξάλλου, από την περίοδο εμπορίας 1998/99, η διενέργεια των ελέγχων εκ μέρους των τοπικών διευθύνσεων επεκτείνεται και στα check lists [φύλλα ελέγχου], ενώ οι εντολές πληρωμής εκδίδονται μόνο μετά από διασταύρωση των στοιχείων της βάσεως δεδομένων από τη διεύθυνση πληροφορικής του Υπουργείου Γεωργίας. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, τηρούνται οι οριζόμενες από τον κανονισμό 1663/95 προϋποθέσεις.
44 Ως εκ τούτου, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι σημαντικές πρόοδοι που επετεύχθησαν κατά την άποψή της στην εφαρμογή του ΟΣΔΕ, παράλληλα με τον περιορισμένο αριθμό των παραλείψεων που επικαλείται η Επιτροπή σε σχέση με την ολοκλήρωση του συστήματος, δεν δικαιολογούν την επιβολή διορθώσεων, το ύψος των οποίων αμφισβητείται και οι οποίες, πέραν του ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, είναι δυσανάλογες σε σχέση με τον αριθμό των αναφερομένων παραλείψεων.
45 Η Επιτροπή υπεραμύνεται της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρατηρώντας ότι, όπως προκύπτει από τα ίδια τα επιχειρήματα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, κατά τη διάρκεια των υπό κρίση οικονομικών ετών, δεν είχαν ακόμη τεθεί σε εφαρμογή τα βασικά μέτρα του ΟΣΔΕ, όπως το αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως των αγροτεμαχίων και η δημιουργία δικτύου μεταξύ των συστημάτων πληροφορικής των περιφερειακών διευθύνσεων. Εξάλλου, όσον αφορά ειδικότερα την ταυτοποίηση των αγροτεμαχίων, η Ελλάδα ουδόλως απέδειξε ότι έκανε χρήση εξίσου αποτελεσματικών συστημάτων με το αλφαριθμητικό κατά την επίδικη περίοδο. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την καθής, μολονότι από το 1997 οι ελληνικές αρχές κατέβαλαν προσπάθεια, ώστε να κάνουν χρήση μέσων όπως οι αεροφωτογραφίες και οι στρατιωτικοί χάρτες για την ταυτοποίηση των αγροτεμαχίων, εντούτοις, τα ανωτέρω συστήματα δεν είναι ισάξια με την ενιαία αλφαριθμητική αναγνώριση.
46 Σύμφωνα πάντοτε με την Επιτροπή, κατά τη διάρκεια των πραγματοποιηθεισών στην Ελλάδα επαληθεύσεων, διαπιστώθηκε ότι το εφαρμοζόμενο από τις ελληνικές αρχές σύστημα ελέγχων δεν επέτρεπε τον επακριβή εντοπισμό των αγροτεμαχίων ούτε τον έλεγχο αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της ενισχύσεως. Όσον αφορά, ακολούθως, την εποπτεία που ασκούν οι περιφερειακές διευθύνσεις γεωργίας επί των ΕΓΣ, η Επιτροπή εμμένει στην άποψή της ότι δυσχεραίνεται από την έλλειψη απευθείας προσβάσεως στις τράπεζες δεδομένων των τελευταίων και από το γεγονός ότι οι ίδιες οι περιφερειακές διευθύνσεις δεν διαθέτουν επαρκές προσωπικό.
47 Επομένως, πρόκειται για γενικευμένες παραλείψεις του συστήματος ελέγχου, συνεπαγόμενες υψηλό κίνδυνο για τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Ενόψει της καταστάσεως αυτής, λοιπόν, διόρθωση ύψους 5 % μπορεί να θεωρηθεί πολύ επιεικής.
48 Αφετέρου, διαπιστώθηκαν παραλείψεις ακόμα και στις περιπτώσεις των αιτήσεων που υποβλήθηκαν σε ελέγχους μέσω τηλεανιχνεύσεως, παραλείψεις που συνίστανται σε σφάλματα και καθυστερήσεις κατά τους ουσιαστικούς ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται σε περιπτώσεις όπου η ανάλυση των εικόνων αποκαλύπτει ενδεχόμενες παρατυπίες παρατηρούμενες στην αίτηση ενισχύσεως. Ενόψει της σπουδαιότητας της ορθής εκτελέσεως των συγκεκριμένων ελέγχων στα πλαίσια των τεχνικών μεθόδων τηλεανιχνεύσεως, δικαιολογείται, ως ενδεδειγμένη, διόρθωση ύψους 2 %, ανάλογα με ό,τι συμβαίνει με τα λοιπά κράτη μέλη.
4. Εκτίμηση
49 Κατά την άποψή μου, τα επιχειρήματα της Ελληνικής Κυβερνήσεως δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα (27) πάγια νομολογία, προκειμένου να ανασκευάσει τα συμπεράσματα της Επιτροπής περί της υπάρξεως συστηματικών παραλείψεων στη διαχείριση και στον έλεγχο των κοινοτικών ενισχύσεων στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών για τα οικονομικά έτη 1996-1998, η εν λόγω κυβέρνηση θα έπρεπε να αποδείξει - με τρόπο εμπεριστατωμένο και εξαντλητικό - ότι κατά την επίδικη περίοδο εφαρμοζόταν στην Ελλάδα αξιόπιστο και λειτουργικό σύστημα ελέγχων και ενδεχομένως ότι οι αιτιάσεις που διατυπώθηκαν μετά τους υλικούς ελέγχους που διενήργησαν οι υπάλληλοι της Επιτροπής δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα. Εντούτοις, κατά την άποψή μου, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν παρέσχε παρόμοια απόδειξη. Επί πλέον, σε ορισμένα επιμέρους σημεία αναγνώρισε μάλιστα ευθέως την ακρίβεια των αιτιάσεων που της προσάπτονται από την Επιτροπή.
50 Έτσι, όσον αφορά την ολοκλήρωση του ΟΣΔΕ, η Ελληνική Κυβέρνηση δέχεται ότι η, κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 3508/92, βάση δεδομένων δεν είχε ακόμα δημιουργηθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και δεν λειτουργούσε κατά τη διάρκεια των οικείων οικονομικών ετών. Όπως προανέφερα, η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει, αντίθετα, ότι προέβη στην αλφαριθμητική αναγνώριση των αγροτεμαχίων, όπως επιβάλλει το άρθρο 4 του κανονισμού, όχι μέσω ορθοφωτογραφιών αλλ' άλλων διαθεσίμων χαρτογραφικών στοιχείων. Επ' αυτού, χωρίς να απαιτείται να προσδιοριστεί αν η σχετική αναγνώριση ανταποκρίνεται ή όχι στις επιβαλλόμενες από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση επιταγές, νομίζω ότι αρκεί η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι την 1η Ιανουαρίου 1997, έσχατη προθεσμία θέσεως σε λειτουργία του συστήματος, είχε ταυτοποιηθεί το σύνολο των αγροτεμαχίων. Από τα προσκομισθέντα στη δικογραφία έγγραφα θα μπορούσε μάλιστα να συναχθεί ότι, ακόμη και τον Μάρτιο του 1998, επί ενός τμήματος των γεωργικών εκτάσεων δεν είχε καν διενεργηθεί ταυτοποίηση (28), ενώ το πρόβλημα εξακολουθούσε να υφίσταται περί τα τέλη του 1999 (29). Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, εκτιμώ ότι επιβάλλεται η απόρριψη της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξε επί του σημείου αυτού η Ελληνική Κυβέρνηση.
51 Όπως προανέφερα, ακολούθως, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ούτε τις αιτιάσεις της Επιτροπής, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, που αφορούν τις παρατηρηθείσες αντιφάσεις στα διαβιβασθέντα στην Επιτροπή στατιστικά στοιχεία. Και μόνο σε σχέση με τις στατιστικές πληροφορίες που προβλέπει το άρθρο 8 του κανονισμού 658/96, ουδόλως αμφισβητούνται οι προσαπτόμενες συναφώς καθυστερήσεις και παραλείψεις εκ μέρους της εν λόγω κυβερνήσεως, η οποία επικαλείται απλώς την αδυναμία τηρήσεως της προβλεπόμενης από την ανωτέρω διάταξη προθεσμίας της 15ης Σεπτεμβρίου. Εντούτοις, κατά την άποψή μου, οι λόγοι που στηρίζουν το επιχείρημα αυτό - ήτοι ο αριθμός των προς διενέργεια ελέγχων και το γεγονός ότι, όσον αφορά τις εαρινές καλλιέργειες, οι έλεγχοι παρατείνονται μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου - δεν αποδεικνύουν ότι είναι αντικειμενικώς αδύνατη η κοινοποίηση των απαιτουμένων πληροφοριών εντός της σχετικής προθεσμίας. Και τούτο κατά μείζονα λόγο που, σύμφωνα με το άρθρο 8 του προαναφερθέντος κανονισμού, τα προς κοινοποίηση εντός της 15ης Σεπτεμβρίου στοιχεία είναι απλώς προσωρινά και πρέπει να επιβεβαιώνονται εντός προθεσμίας αναγομένης στις 15 του επομένου Ιανουαρίου. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι και το επιχείρημα αυτό είναι απορριπτέο.
52 Όσον αφορά τις καθυστερήσεις κατά τη διενέργεια των ελέγχων μέσω τηλεανιχνεύσεως, εκτιμώ ότι η Ελληνική Κυβέρνηση όχι μόνον δεν προσκομίζει οποιοδήποτε στοιχείο προκειμένου να στηρίξει την προβαλλόμενη πλάνη εκτιμήσεως στην οποία υπέπεσε κατά την άποψή της η Επιτροπή, αλλά φτάνει και μέχρι του σημείου να διαστρεβλώνει το περιεχόμενο των συμπερασμάτων της και ως εκ τούτου του θεμελίου της αμφισβητούμενης διορθώσεως. Πράγματι, ο λόγος της επιβολής ηπιότερης διορθώσεως για τις δαπάνες σχετικά με τις αιτήσεις που ελέγχθησαν μέσω τηλεανιχνεύσεως έγκειται στο γεγονός ότι, παρά τις καθυστερήσεις των ουσιαστικών ελέγχων, διενεργήθηκαν νομότυπα οι προηγηθείσες του ελέγχου φάσεις, συμπεριλαμβανομένης της αναλύσεως των συναφών εικόνων. Πάντως, το γεγονός αυτό δεν αναιρεί το ότι οι συγκεκριμένες καθυστερήσεις - μη αμφισβητούμενες από την προσφεύγουσα - είναι ακριβώς εκείνες που δυσχεραίνουν την αναγνώριση των καλλιεργειών σε διάφορες γεωργικές εκτάσεις και συνακόλουθα του κινδύνου αναποτελεσματικότητας των ελέγχων που υπογράμμισε η Επιτροπή. Άρα, κατά την άποψή μου, τα προβληθέντα συναφώς επιχειρήματα είναι άνευ ετέρου απορριπτέα. Εξάλλου, υπογραμμίζω ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν υποστήριξε πλέον ενώπιον του Δικαστηρίου, σε αντίθεση προς όσα είχε πράξει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συνδιαλλαγής, ότι δεν είχε θιγεί η αποτελεσματικότητα των ελέγχων από ενδεχόμενες καθυστερήσεις, δεδομένου ότι οι γεωργοί ήσαν υποχρεωμένοι να διατηρούν δείγμα των καλλιεργουμένων ποικιλιών και μετά τη συγκομιδή· ούτε, κατά μείζονα λόγο, προσκόμισε οποιοδήποτε συναφώς αποδεικτικό στοιχείο.
53 Επί πλέον, υπενθυμίζω ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ούτε τις διαπιστωθείσες καθυστερήσεις κατά τη διενέργεια των επιτοπίων ελέγχων. Περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι η επιβληθείσα διόρθωση ύψους 5 % επί των αφορωσών τις αιτήσεις ενισχύσεως δαπανών, αιτήσεις υποκείμενες στους ανωτέρω ελέγχους, είναι υπερβολική και δυσανάλογη, χωρίς, πάντως, να αναπτύσσει οποιαδήποτε συναφώς επιχειρηματολογία. Εντούτοις, οφείλω να διαπιστώσω ότι η ίδια αιτίαση επαναλαμβάνεται συνοδευόμενη από επιχειρηματολογία σε έτερο, ειδικό λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά συγκεκριμένα το ύψος των οριζομένων με την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' αποκοπή διορθώσεων. Έτσι, προτίθεμαι να προβώ στην εξέτασή του στα πλαίσια της εξετάσεως του συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως.
54 Όσον αφορά πάντοτε τους ελέγχους, υπογραμμίζω ότι η Ελληνική Κυβέρνηση, μολονότι αμφισβητεί την ακρίβεια των συγκεκριμένων επισημάνσεων της Επιτροπής, δεν παρέχει καμία απόδειξη περί του αντιθέτου. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύει ότι, σε αντίθεση με όσα παρατήρησε η Επιτροπή στον νομό Θεσσαλονίκης, η μέγιστη δυνατή επιτρεπόμενη για τους επιτοπίους ελέγχους προειδοποίηση τηρήθηκε πράγματι σε τοπικό επίπεδο εντός όλης της επικρατείας. Ούτε απέδειξε το γεγονός ότι, στα πλαίσια των οικείων οικονομικών ετών, διενεργήθηκαν οι έλεγχοι στον βαθμό και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται. Για τον λόγο αυτό, θεωρώ ότι τα σχετικά επιχειρήματα είναι απορριπτέα.
55 Τέλος, καθ' όμοιο τρόπο, όσον αφορά την εποπτεία επί των ΕΓΣ, φρονώ ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν απέδειξε την ανακρίβεια των διαπιστώσεων της Επιτροπής, ούτε, κατά μείζονα λόγο, ότι, για κάθε ένα από τα οικεία οικονομικά έτη, οι αρμόδιες αρχές διενήργησαν αποτελεσματική επιτήρηση της δραστηριότητας που ανέπτυξαν οι εν λόγω ενώσεις. Υπογραμμίζω ειδικότερα ότι, μολονότι υποστηρίζει ότι οι περιφερειακές διευθύνσεις του Υπουργείου Γεωργίας έχουν άμεση πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων των ΕΓΣ, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν συγκεκριμενοποιεί και δεν αποδεικνύει ότι πρόκειται για σύνδεση με δίκτυο πληροφορικής και όχι, όπως διαπίστωσε η Επιτροπή, για τη δυνατότητα προσβάσεως σε σύστημα πληροφορικής των ΕΓΣ με τη μετάβασή τους στα γραφεία των τελευταίων και τη χρησιμοποίηση του πληροφορικού υλικού τους. Όσον αφορά ακολούθως τις βελτιώσεις των διαδικασιών που έλαβαν χώρα - όπως πιθανολογείται - κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1998, όπως για παράδειγμα η εκ μέρους των περιφερειακών διευθύνσεων επικύρωση του διενεργηθέντος ελέγχου επί των προτεινομένων από τις ΕΓΣ πληρωμών, δεν μπορώ παρά να ταχθώ με την υιοθετηθείσα από την Επιτροπή στάση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, ότι δηλαδή οι ανωτέρω βελτιώσεις επήλθαν υπερβολικά αργά, ώστε να είναι αδύνατον να συνυπολογιστούν για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του εφαρμοσθέντος κατά τα επίδικα οικονομικά έτη συστήματος.
56 Εν κατακλείδι, δεδομένου ότι, κατά την εκτίμησή μου, κανένα από τα προβληθέντα από την Ελληνική Κυβέρνηση επιχειρήματα δεν πρέπει να γίνει δεκτό, προτείνω την απόρριψη του υπό εξέταση λόγου ακυρώσεως στο σύνολό του.
Γ - Επί της διορθώσεως λόγω των παραλείψεων στη διαχείριση, στον έλεγχο και στην επιτήρηση των ενισχύσεων για την πρόωρη συνταξιοδότηση των γεωργών
1. Η συναφής κανονιστική ρύθμιση
57 Στο πλαίσιο των συνοδευτικών μέτρων της αναμορφώσεως των μηχανισμών στηρίξεως των γεωργικών αγορών που ανελήφθη το 1992, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2079/92 (30) προβλέπει ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να εγκαθιδρύσουν καθεστώς παροχής ενισχύσεων για την πρόωρη συνταξιοδότηση των γεωργών, συγχρηματοδοτούμενο από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων. Όπως προκύπτει από το άρθρο 4 του κανονισμού, η εφαρμογή του ως άνω καθεστώτος ανατίθεται στα κράτη μέλη μέσω πολυετών προγραμμάτων τα οποία καταρτίζονται σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο και απαιτούν την έγκριση της Επιτροπής.
58 Προκειμένου να χορηγήσουν τις προβλεπόμενες από το οικείο καθεστώς ενισχύσεις, οι οργανισμοί πληρωμών των κρατών μελών οφείλουν, όπως και στα πλαίσια κάθε άλλης πράξεως χρηματοδοτούμενης από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, να διασφαλίζουν αποτελεσματικό έλεγχο σχετικά με την επιλεξιμότητα των αιτήσεων ενισχύσεως και το σύννομό τους προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση που αφορά τις σχετικές πληρωμές. Οι διοικητικές και λογιστικές λεπτομέρειες εφαρμογής που πρέπει να τηρηθούν συναφώς καθορίζονται με βάση τους προσανατολισμούς [κατευθυντήριες γραμμές] της Επιτροπής που απαντούν στο παράρτημα του κανονισμού 1663/95. Το εν λόγω παράρτημα προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι:
«4. Ένα μέρος ή όλες οι αρμοδιότητες εγκρίσεως ή/και η τεχνική υπηρεσία μπορούν να ανατίθενται σε άλλα όργανα, υπό τον όρο ότι τηρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:
[...]
ii) Τα όργανα διαθέτουν αποτελεσματικά συστήματα για την εξασφάλιση της εκπληρώσεως των αρμοδιοτήτων τους με ικανοποιητικό τρόπο.
iii) Τα όργανα επιβεβαιώνουν ρητώς στον οργανισμό ότι εκπληρώνουν πράγματι τις αρμοδιότητές τους και περιγράφουν τα μέσα που χρησιμοποιούν.
iv) Ο οργανισμός πληρωμών ενημερώνεται τακτικά και έγκαιρα για τα αποτελέσματα των διενεργουμένων ελέγχων, ώστε να μπορεί πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη η επάρκεια των ελέγχων πριν από τη διεκπεραίωση μιας αιτήσεως [...]. Αν οι τυχόν υλικοί ή διοικητικοί έλεγχοι δεν είναι εξαντλητικοί, αλλά διενεργούνται επί δείγματος αιτήσεων, οι επιλεχθείσες αιτήσεις προσδιορίζονται, περιγράφεται η μέθοδος δειγματοληψίας, αναφέρονται δε τα αποτελέσματα όλων των επιθεωρήσεων και τα μέτρα που έχουν ληφθεί σχετικά με τις ανακολουθίες και τις παρατυπίες. Τα δικαιολογητικά έγγραφα που υποβάλλονται στον οργανισμό πρέπει να επαρκούν για να παρέχουν τη βεβαιότητα ότι έχουν εκτελεστεί όλοι οι απαιτούμενοι έλεγχοι ως προς την επιλεξιμότητα των εγκεκριμένων αιτήσεων.
v) Όταν έγγραφα που αφορούν τις εγκεκριμένες αιτήσεις και τους διενεργηθέντες ελέγχους βρίσκονται στην κατοχή άλλων οργάνων, τόσο τα όργανα αυτά όσο και ο οργανισμός θεσπίζουν διαδικασίες εξασφαλίζουσες ότι καταγράφεται το σημείο φυλάξεως όλων των εγγράφων που αφορούν κάθε διενεργούμενη από τον οργανισμό πληρωμή και ότι τα έγγραφα αυτά μπορούν να διατεθούν για επιθεώρηση στα γραφεία του οργανισμού κατόπιν αιτήσεως των προσώπων και των οργάνων που έχουν συνήθως το δικαίωμα να επιθεωρούν τα έγγραφα αυτά, ήτοι:
- το προσωπικό του οργανισμού που διεκπεραιώνει την αίτηση,
- η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου του οργανισμού,
- το όργανο που επικυρώνει την ετήσια δήλωση του οργανισμού,
- εντεταλμένοι υπάλληλοι της Ευρωπαϋκής Ενώσεως.
[...]
6. Ο οργανισμός πληρωμών υιοθετεί τις ακόλουθες διαδικασίες ή εκείνες που παρέχουν ισοδύναμη εγγύηση:
[...]
ii) Η κατανομή των καθηκόντων πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα ότι κανένας υπάλληλος δεν έχει περισσότερες από μία αρμοδιότητες ως προς την έγκριση, πληρωμή ή τήρηση λογαριασμών για τα ποσά που βαρύνουν το ΕΓΤΠΕ και ότι κανένας υπάλληλος δεν ασκεί ένα από τα εν λόγω καθήκοντα χωρίς να εποπτεύεται η εργασία του από έναν δεύτερο υπάλληλο.
Οι αρμοδιότητες καθενός υπαλλήλου καθορίζονται εγγράφως, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού χρηματοδοτικών περιορισμών στη δικαιοδοσία του. Η κατάρτιση του προσωπικού πρέπει να είναι επαρκής και πρέπει να υπάρχει πολιτική για καθήκοντα εκ περιτροπής σε ευαίσθητες θέσεις ή εναλλακτικά για αυξημένη εποπτεία.
iii) Κάθε αρμόδιος για την έγκριση υπάλληλος έχει στη διάθεσή του εξαντλητική κατάσταση των ελέγχων που οφείλει να διενεργεί: ο εν λόγω κατάλογος πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ των δικαιολογητικών εγγράφων της αιτήσεως, και θεώρησή του ότι έχουν διενεργηθεί οι σχετικοί έλεγχοι [...]. Ανώτερος υπάλληλος επιθεωρεί και επανεξετάζει την εργασία κάθε υπαλλήλου.
iv) Έγκριση για την πληρωμή μιας αιτήσεως δίδεται μόνο μετά τη διενέργεια επαρκών ελέγχων ως προς την εξακρίβωση της συμμορφώσεώς της με τους κοινοτικούς κανονισμούς. Μεταξύ των ελέγχων αυτών περιλαμβάνονται και οι έλεγχοι που απαιτεί ο κανονισμός που διέπει το συγκεκριμένο μέτρο, βάσει του οποίου ζητείται η ενίσχυση, καθώς και οι έλεγχοι που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70, για την πρόληψη και την αποκάλυψη απατών και παρατυπιών όσον αφορά ιδιαίτερα τους συναφείς κινδύνους. Οι έλεγχοι που πρέπει να διενεργούνται αναφέρονται σε ειδική κατάσταση και η εκτέλεσή τους βεβαιώνεται για κάθε αίτηση ή για κάθε ομάδα αιτήσεων.
[...]»
59 Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων για την προβλεπόμενη στον κανονισμό 2079/92 πρόωρη συνταξιοδότηση καθορίζονται στην Ελλάδα με την κοινή υπουργική απόφαση 407756/6081, της 20ής Σεπτεμβρίου 1994 (31), το άρθρο 6, στοιχείο αα, της οποίας προβλέπει ότι διενεργούνται δειγματοληπτικοί έλεγχοι σε ποσοστό 5 % επί του αριθμού των δικαιούχων μέσω επί τόπου επιθεωρήσεων ή λογιστικών εξετάσεων, αφενός, του πρόωρα αποχωρούντος, και αφετέρου, του διαδόχου του.
2. Διαπιστώσεις της Επιτροπής και διαδικασία
60 Κατά τη διάρκεια ελέγχου που διενεργήθηκε στην Ελλάδα κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ 3 και 6 Ιουνίου 1997, οι επιθεωρητές του ΕΓΤΠΕ διαπίστωσαν ορισμένες παραλείψεις στη διαχείριση και στον έλεγχο του καθεστώτος ενισχύσεως για την πρόωρη συνταξιοδότηση που εγκαθιδρύθηκε στο εν λόγω κράτος μέλος δυνάμει του κανονισμού 2079/92. Όπως προκύπτει από τη συναφή έκθεση ελέγχου (32), οι επισημανθείσες από τους επιθεωρητές του Ταμείου παραλείψεις αφορούσαν ειδικότερα τα ακόλουθα σημεία:
α) Το ετήσιο ποσοστό δειγματοληπτικών ελέγχων που διενήργησε η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (ΑΤΕ), οργανισμός επιφορτισμένος με τη διαχείριση του καθεστώτος, ήταν κατώτερο του επιβαλλομένου με την κοινή υπουργική απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1994. Στην ΑΤΕ της Έδεσσας διαπιστώθηκε συγκεκριμένα ότι ορισμένοι έλεγχοι, αφορώντες προφανώς το έτος 1996, είχαν διενεργηθεί στην πραγματικότητα το 1997.
β) Τη μη διενέργεια επιτοπίων ελέγχων τόσο του πρόωρα αποχωρούντος όσο και του διαδόχου της γεωργικής εκμεταλλεύσεως, ελέγχων που είναι απαραίτητοι για την εξακρίβωση του συνόλου των εμπλεκομένων γεωργικών εκτάσεων και των διαβιούντων εκεί ζώων, καθώς και για τον έλεγχο του ότι ο διάδοχος καλλιεργεί όντως τις εν λόγω εκτάσεις.
γ) Την ανεπάρκεια και την κακή τήρηση των φακέλων που αφορούν τις αιτήσεις ενισχύσεως. Πάντοτε στην Έδεσσα, οι επιθεωρητές του ΕΓΤΠΕ διαπίστωσαν, μεταξύ άλλων, την έλλειψη των δικαιολογητικών εγγράφων σε ορισμένους φακέλους, ενώ σε άλλους διαπίστωσαν σφάλματα στον υπολογισμό των οικείων εκτάσεων ή περί την ταυτότητα των δικαιούχων της ενισχύσεως.
61 Ενόψει των διαπιστώσεων αυτών, εκτιμώντας ότι η διαχείριση των ενισχύσεων για την πρόωρη συνταξιοδότηση, ο έλεγχος και η επιτήρηση εκ μέρους των κεντρικών αρχών δεν πληρούσαν τις επιβαλλόμενες από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση απαιτήσεις, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν συναφώς τις ελληνικές αρχές και τις κάλεσαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί της ουσίας (33). Ακολούθησαν επ' αυτού διμερείς συζητήσεις, μετά το πέρας των οποίων οι υπηρεσίες της Επιτροπής ήραν τις επιφυλάξεις τους σχετικά με τη μη διενέργεια επιτοπίων ελέγχων, επιβεβαιώνοντας, αντιθέτως, την αφορώσα τις άλλες διαπιστωθείσες παραλείψεις στάση τους (34). Κατόπιν αυτού, προτάθηκε κατ' αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση ύψους 134 771 782 δρχ., αντιστοιχούσα στο 2 % του συνόλου των δηλωθεισών από την Ελλάδα δαπανών για τις ενισχύσεις προς πρόωρη συνταξιοδότηση κατά το οικονομικό έτος 1997 (35). Η διόρθωση αυτή εφαρμόστηκε στα πλαίσια της προσβαλλομένης αποφάσεως.
3. Σύνθεση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων
62 Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, η αμφισβητούμενη διόρθωση θεμελιώνεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Η ως άνω κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι ορισμένοι έλεγχοι, οι οποίοι είχαν προγραμματιστεί αρχικώς για το 1996, διενεργήθηκαν το 1997, δικαιολογεί, όμως, το γεγονός αυτό ως εκ του ότι το καθεστώς ενισχύσεων για την πρόωρη συνταξιοδότηση εφαρμόστηκε στην Ελλάδα από τον Ιούλιο του 1995 και αρχικά ο αριθμός των δικαιούχων ήταν περιορισμένος. Εν πάση περιπτώσει, πάντοτε κατά την προσφεύγουσα, για τα έτη 1996 και 1997 ο αριθμός των διενεργηθέντων ελέγχων ήταν ανώτερος του ελαχίστου ορίου ύψους 5 % που έτασσε η διϋπουργική απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1994. Τα πρακτικά ελέγχου, καθώς και το σύνολο των αφορώντων τις αιτήσεις ενισχύσεως φακέλων φυλάσσονται στα καταστήματα της ΑΤΕ και βρίσκονται στη διάθεση κάθε ελεγκτικού οργάνου. Επ' αυτού, η Επιτροπή ενημερώθηκε δεόντως κατά τη διάρκεια των διμερών συζητήσεων που είχαν προηγηθεί τις εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
63 Ακολούθως, όσον αφορά τις άλλες διαπιστωθείσες, κατά τη διάρκεια της επαληθεύσεως του μηνός Ιουνίου 1997, παραλείψεις, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν τις αμφισβητεί, αλλ' υποστηρίζει - εξ όσων αντελήφθην - ότι δεν είναι τέτοιας φύσεως, ώστε να θέτουν υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα της διαχειρίσεως και του ελέγχου του επιδίκου καθεστώτος ενισχύσεων, εφόσον επρόκειτο για προβλήματα διοικητικού απλώς χαρακτήρα και όχι για ουσιώδεις ελλείψεις.
64 Επ' αυτού, η Επιτροπή αντιτάσσει ότι οι ισχυρισμοί της Ελληνικής Κυβερνήσεως δεν συνοδεύονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ειδικότερα, αν και η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι διενεργήθηκαν όντως σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 6 της διϋπουργικής αποφάσεως λεπτομέρειες, δεν το απέδειξε ούτε κατά τη διάρκεια της επαληθεύσεως εκ μέρους των επιθεωρητών του ΕΓΤΠΕ ούτε αργότερα, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών.
4. Εκτίμηση
65 Κατά την άποψή μου, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προσκομίζει στοιχεία ικανά να θέσουν εν αμφιβολία την εγκυρότητα της αμφισβητούμενης διορθώσεως. Πράγματι, όπως προανέφερα, εναπόκειται στην εν λόγω κυβέρνηση να αποδείξει, κατά τρόπο εμπεριστατωμένο και εξαντλητικό, την ανακρίβεια των στοιχείων επί των οποίων θεμελιώνεται η επίδικη διόρθωση.
66 Όσον αφορά την τήρηση του ετήσιου κατώτατου ποσοστού ελέγχων, όπως προβλέπει η κοινή υπουργική απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1994, δεν μπορώ παρά να συνταχθώ με την άποψη της Επιτροπής επί του γεγονότος ότι, μολονότι ισχυρίζεται ότι το 8,6 % των δικαιούχων υπέστη έλεγχο κατά το 1998 και το 6,6 % κατά το 1997, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο συναφώς. Συγκεκριμένα, από τα προσκομισθέντα από την προσφεύγουσα έγγραφα προς στήριξη των ισχυρισμών της (36), δεν μπορεί να εντοπιστεί κανένα λυσιτελές στοιχείο, ενώ ούτε μπορεί να συναχθεί ασφαλώς ότι εκπληρώθηκε η υποχρέωση αποδείξεως που αυτή υπέχει με την παραπομπή στα πρακτικά που φυλάσσονται, όπως υποστηρίζει, στα καταστήματα της ΑΤΕ. Υπό τις περιστάσεις αυτές, εξακολουθεί να υφίσταται στο ακέραιο η αμφιβολία ότι οι έλεγχοι δεν διενεργήθηκαν ούτε κατ' αριθμό ούτε με την προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα κοινή υπουργική απόφαση συχνότητα.
67 Όσον αφορά, ακολούθως, το επιχείρημα ότι οι ανεπάρκειες και η κακή τήρηση των φακέλων που επισήμανε η Επιτροπή δεν συνιστούν ουσιώδεις ελλείψεις, ικανές να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία της διαχειρίσεως και του ελέγχου του καθεστώτος των ενισχύσεων, παρατηρώ ότι η ορθή τήρηση των εγγράφων που αφορούν τις χρηματοδοτούμενες από το ΕΓΤΠΕ δαπάνες είναι ουσιώδης όχι μόνο για τη δραστηριότητα των οργανισμών πληρωμών ή των οργανισμών στους οποίους οι πρώτοι ανέθεσαν τα σχετικά καθήκοντα (37), αλλά και για την επιτήρηση των οργανισμών αυτών από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών (38), και, σε τελευταία ανάλυση, προκειμένου να παρέχεται η δυνατότητα στην Επιτροπή να διενεργεί, ενδεχομένως, τους ενδεδειγμένους ελέγχους (39). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην προκειμένη περίπτωση όπου η Επιτροπή διαπίστωσε, στα πλαίσια μη μηχανογραφημένου συστήματος, όχι μόνο την απουσία παρομοίων εγγράφων από τους φακέλους ή τη δυσχέρεια προσβάσεως σε αυτούς, αλλά ακόμη και λάθη ως προς την ταυτότητα του δικαιούχου ή την έκταση της μεταβιβασθείσας εκμεταλλεύσεως. Οι περιστάσεις αυτές, μη αμφισβητούμενες από την Ελληνική Κυβέρνηση, βαίνουν πέραν του να είναι απλώς επαρκείς, ώστε να ενισχύουν τις αμφιβολίες που εξέφρασε η Επιτροπή ως προς την ποιότητα της διαχειρίσεως και του ελέγχου των ενισχύσεων για την πρόωρη συνταξιοδότηση. Προσθέτω ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι το σύστημα διαχειρίσεως, ελέγχου και επιτηρήσεως των εν λόγω ενισχύσεων υπήρξε, αντίθετα, αξιόπιστο και αποτελεσματικό.
68 Υπό το φως των προεκτεθέντων, εκτιμώ ότι ο υπό εξέταση λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
Δ - Επί των διορθώσεων λόγω της μη εφαρμογής του ΟΣΔΕ στον τομέα του βοείου κρέατος
1. Η συναφής κανονιστική ρύθμιση
69 Όπως ήδη προανέφερα, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 3508/92, το ΟΣΔΕ εφαρμόζεται και στο καθεστώς των πριμοδοτήσεων στον τομέα του βοείου κρέατος, όπως προβλέπουν τα άρθρα 4α έως 4λ του κανονισμού 805/68. Για τους σκοπούς της διαχειρίσεως και του ελέγχου των εν λόγω πριμοδοτήσεων ενέχουν ιδιαίτερη σημασία, μεταξύ των συστατικών του ΟΣΔΕ στοιχείων, η μηχανογραφημένη βάση δεδομένων, περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 3 του κανονισμού 3508/92, και το άλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως και καταγραφής των ζώων, όπως προβλέπει το άρθρο 5 του ιδίου κανονισμού.
70 Αναφέρθηκα ήδη στα προαπαιτούμενα των βάσεων δεδομένων κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 3508/92. Όσον αφορά το αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως και καταγραφής των ζώων, το άρθρο 5 του κανονισμού προβλέπει ότι το σύστημα αυτό στηρίζεται στις διατάξεις της οδηγίας 92/102/ΕΟΚ (40). Η τελευταία επιβάλλει ειδικότερα την υποχρέωση τηρήσεως ενημερωμένων μητρώων των ζώων που διαβιούν στην εκμετάλλευση, μητρώων στα οποία οι αρμόδιες αρχές πρέπει να έχουν πρόσβαση. Επί πλέον, κάθε ζώο πρέπει να φέρει αναγνωριστικό σήμα, το οποίο, όσον αφορά τα βοοειδή, συνίσταται σε ενώτιο που φέρει αλφαριθμητικό κωδικό, προοριζόμενο να διατηρείται εφ' όρου ζωής επί του ζώου (41). Από 1ης Ιουλίου 1997, οι εν λόγω διατάξεις απαντούν, πάντοτε όσον αφορά τα βοοειδή, στον κανονισμό (ΕΚ) 820/97 (42), ο οποίος προβλέπει ειδικότερα τη χρήση νέων ενωτίων που περιλαμβάνουν ενιαίο κωδικό σε κοινοτικό επίπεδο και τη δημιουργία ηλεκτρονικού αρχείου δεδομένων με σκοπό τη συλλογή όλων των στοιχείων που αφορούν το ζώο, τη γεωργική εκμετάλλευση και τις μετακινήσεις του ζώου (43).
71 Όπως προκύπτει από το άρθρο 13 του κανονισμού 3508/92, το σύστημα αναγνωρίσεως και καταγραφής των ζώων έπρεπε να αρχίσει να εφαρμόζεται από 1ης Ιανουαρίου 1993.
2. Διαπιστώσεις της Επιτροπής και διαδικασία
72 Μετά από επαληθεύσεις, οι υπηρεσίες της Επιτροπής προσήψαν στις ελληνικές αρχές ότι κανένα από τα δύο στοιχεία από τα οποία εξαρτάται η εφαρμογή του ΟΣΔΕ στον τομέα του βοείου κρέατος, ήτοι το σύστημα ατομικής αναγνωρίσεως των ζώων με το ηλεκτρονικό αρχείο δεδομένων, είχε ολοκληρωθεί την 1η Ιανουαρίου 1997, ούτε είχε καταστεί λειτουργικό μεσούντος του 1998. Ενόψει της σοβαρότητας των παραλείψεων αυτών και του εξ αυτού κινδύνου για τον κοινοτικό προϋπολογισμό, οι υπηρεσίες της Επιτροπής πρότειναν εν πάση περιπτώσει την εφαρμογή κατ' αποκοπήν διορθωτικού συντελεστή ύψους 10 % επί των δηλωθεισών από την Ελλάδα δαπανών στον οικείο τομέα για την περίοδο εμπορίας 1997 (οικονομικό έτος 1998) (44).
73 Η Ελλάδα έφερε το ζήτημα ενώπιον του οργάνου συνδιαλλαγής υποστηρίζοντας, πρώτον, ότι η μη δημιουργία της τράπεζας δεδομένων αντιμετωπίστηκε με τη συστηματική υπαγωγή όλων των αιτήσεων ενισχύσεως σε επιτοπίους ελέγχους. Δεύτερον, ισχυρίστηκε ότι ο έλεγχος των μετακινήσεων του ζωικού κεφαλαίου διενεργήθηκε στα πλαίσια των κτηνιατρικών ελέγχων. Τρίτον, υπογράμμισε ότι όλα τα βοοειδή που στερούνταν ενωτίων αναγνωρίσεως είχαν αποκλειστεί από την πριμοδότηση. Η ίδια κύρωση εφαρμόστηκε σε περίπτωση μη τηρήσεως ή μη ορθής τηρήσεως των μητρώων των ζώων. Διαπιστώνοντας ότι στην Ελλάδα το ΟΣΔΕ δεν είχε ολοκληρωθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, το όργανο συνδιαλλαγής διατηρούσε, πάντως, αμφιβολίες ως προς το ύψος της προταθείσας διορθώσεως. Κατά την κρίση του, η διόρθωση θα μπορούσε να μειωθεί στο 5 % αν μεταγενέστερη εξέταση επέτρεπε να συναχθεί ότι οι διενεργηθέντες από τις ελληνικές αρχές έλεγχοι υπήρξαν εν πάση περιπτώσει αρκούντως αποτελεσματικοί, ώστε να διασφαλίζουν εν γένει ότι οι πριμοδοτήσεις χορηγήθηκαν αποκλειστικά και μόνο για τα δεόντως αναγνωρισθέντα ζώα. Κατόπιν αυτού, το όργανο κάλεσε τις υπηρεσίες της Επιτροπής να διατυπώσουν την άποψή τους επί του θέματος (45).
74 Αφού επανεξέτασαν το ζήτημα, οι υπηρεσίες της Επιτροπής έκριναν μολοντούτο ότι δεν συνέτρεχε λόγος τροποποιήσεως της προτάσεώς τους, παρατηρώντας πρωτίστως ότι κανένας από τους προβλεπόμενους από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ελέγχους δεν είχε εφαρμοστεί ικανοποιητικά ελλείψει μη ενδεδειγμένης αναγνωρίσεως των ζώων. Επί πλέον, παρόλες τις συναφείς ρητές προσκλήσεις, οι ελληνικές αρχές δεν προσκόμισαν τα στατιστικά στοιχεία των διενεργηθέντων το 1997 ελέγχων, οπότε δεν αποδείχθηκε ότι όλες οι αιτήσεις για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως είχαν ελεγχθεί αποτελεσματικά. Τέλος, οι ελληνικές αρχές δεν προσδιόρισαν ούτε τον ακριβή αριθμό των αιτήσεων που απορρίφθηκαν με το αιτιολογικό της μη αναγνωρίσεως των ζώων, αριθμό που, όπως προέκυπτε, περιοριζόταν σε ελάχιστες περιπτώσεις. Ενόψει της πιθανολογήσεως ότι η χορήγηση των πριμοδοτήσεων για μη αναγνωρισθέντα ή μη καταγραφέντα ζώα ήταν αρκετά συχνή, διόρθωση ύψους 10 % παρίστατο ενδεδειγμένη (46).
75 Κατόπιν αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση επέβαλε τις διορθώσεις, το ύψος των οποίων ανερχόταν στο προτεινόμενο.
3. Σύνθεση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων
76 Πέραν του ότι επικαλείται τα ήδη διατυπωθέντα στα πλαίσια της διαδικασίας συνδιαλλαγής επιχειρήματα, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει, προκειμένου να αμφισβητήσει τις εν λόγω διορθώσεις, αφενός, ότι η εφαρμογή του ΟΣΔΕ στην Ελλάδα καθίσταται δυσχερέστερη λόγω των ιδιομορφιών που χαρακτηρίζουν τη χώρα ως ορεινή και της διασκορπίσεως των κτηνοτρόφων επί της επικρατείας, ώστε να απαιτείται περισσότερος χρόνος για την εκπαίδευση και κατάρτιση αυτών ενόψει της εφαρμογής των προβλεπομένων από το σύστημα διαδικασιών. Αφετέρου, πάντοτε κατά την άποψη της προσφεύγουσας, η αναγνώριση των βοοειδών με νέα ενώτια είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, ενώ, παρ' όλον ότι το κεντρικό σύστημα του on-line ελέγχου δεν είχε ολοκληρωθεί την 1η Ιανουαρίου 1997, τούτο δεν εμπόδισε την εφαρμογή επί μέρους μηχανογραφικών συστημάτων, οπότε κατέστη εφικτό να διενεργηθούν διασταυρούμενοι έλεγχοι στα πλαίσια του ΟΣΔΕ. Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, σε παρόμοιες καταστάσεις, οι διορθώσεις ύψους 10 % είναι εσφαλμένες και αναιτιολόγητες.
77 Στον αντίποδα βρίσκεται προφανώς η θέση της Επιτροπής, η οποία υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι παρόμοιες διορθώσεις δικαιολογούνται απολύτως, λαμβανομένης υπόψη της μη εφαρμογής του συστήματος αναγνωρίσεως των ζώων, της μη δημιουργίας της βάσεως δεδομένων και των διαπιστωθεισών παραλείψεων του εθνικού διοικητικού και ελεγκτικού συστήματος. Επ' αυτού, η καθής διευκρινίζει ότι στην Ελλάδα ήταν αδύνατη η αναγνώριση των ζώων ακόμη και με βάση τα υφιστάμενα μητρώα, τα οποία δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες από την οδηγία 92/102 προϋποθέσεις.
78 Ακολούθως, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ουδεμία προσκομίστηκε απόδειξη ότι οι ελληνικές αρχές διενήργησαν αποτελεσματικό έλεγχο όσον αφορά το σύνολο των αιτήσεων ενισχύσεως. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν συνέβαινε τούτο, σε καμία περίπτωση δεν θα καθιστούσε αποτελεσματικό και αξιόπιστο το σύστημα ελέγχου. Εφόσον δεν αναγνωρίζονται όλα τα ζώα και δεν υφίσταται τράπεζα δεδομένων συγκεντρώσεως, σε κεντρικό επίπεδο, των αφορώντων την αναγνώριση στοιχείων, είναι αδύνατη η διενέργεια διασταυρουμένων ελέγχων που απαιτούν την αντιπαραβολή των στοιχείων αυτών με εκείνα που αναφέρονται στις αιτήσεις ενισχύσεως.
4. Εκτίμηση
79 Κατά την άποψή μου, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ούτε τη μη δημιουργία της τράπεζας δεδομένων, όπως προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού 3508/92, ούτε την ατελή εφαρμογή του συστήματος αναγνωρίσεως και καταγραφής των ζώων, έστω και αν επ' αυτού η προσφεύγουσα αποπειράται να περιορίσει την έκταση του φαινομένου, υποστηρίζοντας ότι όλα τα βοοειδή φέρουν ενώτια, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρήθηκε πτώση των ενωτίων τους. Αντίθετα, η Ελληνική Κυβέρνηση επικεντρώνει την άμυνά της επί της εφαρμογής, κατά τη συγκομιδή 1997, συστήματος ελέγχων, το οποίο, αν και διαφέρει από το επιβαλλόμενο με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, θα επέτρεπε εν πάση περιπτώσει να ελεγχθεί, με αντίστοιχο βαθμό αποτελεσματικότητας, το κατά πόσον ήσαν νομότυπες οι διενεργηθείσες πληρωμές.
80 Ομολογώ ότι συμμερίζομαι συναφώς τους φόβους που διατύπωσε η Επιτροπή ως προς τη δυνατότητα ασκήσεως αποτελεσματικού ελέγχου επί των αιτήσεων ενισχύσεως τη στιγμή που δεν υφίσταται η δυνατότητα πλήρους αναγνωρίσεως των κοπαδιών και δεν έχει δημιουργηθεί ηλεκτρονικό σύστημα ικανό να διευκολύνει τη σύγκριση των αφορώντων την αναγνώριση των ζώων στοιχείων με τα δηλούμενα των αιτήσεων πριμοδοτήσεως (47). Υπό άλλη άποψη, οφείλω, ακολούθως, να διαπιστώσω ότι το γεγονός ότι δεν γίνονται δεκτές οι αιτήσεις πριμοδοτήσεως για τα μη αναγνωριζόμενα ζώα ουδόλως αποτελεί εξαιρετικό μέτρο στο οποίο προσφεύγουν οι ελληνικές αρχές προκειμένου να καλύψουν τα υφιστάμενα κενά του συστήματος ελέγχων, αλλά απλώς, τουλάχιστον όσον αφορά την ειδική πριμοδότηση για τα βοοειδή κατά το άρθρο 4β του κανονισμού 805/78, προϋπόθεση για την επιλεξιμότητα της αιτήσεως με σκοπό την καταβολή της πριμοδοτήσεως (48).
81 Πέραν αυτού, εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι είναι αποφασιστικής σημασίας το γεγονός ότι η Ελληνική Κυβέρνηση περιορίστηκε να εκθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ορισμένες γενικής φύσεως παρατηρήσεις σχετικά με τα ληφθέντα μέτρα για τη διασφάλιση της εφαρμογής αποτελεσματικών ελέγχων, χωρίς, πάντως, να τις συνδυάζει με οποιοδήποτε συγκεκριμένο και σαφές αποδεικτικό στοιχείο. Ειδικότερα, υπογραμμίζω ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο προκειμένου να αποδείξει ότι το κεντρικό σημείο της άμυνάς της, ήτοι ότι το σύνολο των υποβληθεισών για την επίδικη περίοδο εμπορίας αιτήσεων ενισχύσεως υποβλήθηκαν σε επιτοπίους ελέγχους. Αφετέρου, προανέφερα ότι, ήδη κατά το στάδιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, οι ελληνικές αρχές είχαν κληθεί να διαβιβάσουν στην Επιτροπή συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των επιτοπίων ελέγχων που έλαβαν χώρα κατά την περίοδο εμπορίας, καθώς επίσης και στοιχεία αφορώντα τον αριθμό των απορριφθεισών αιτήσεων με αιτιολογικό τη μη αναγνώριση των οικείων ζώων, και ότι στο σχετικό αίτημα δεν δόθηκε καμία συνέχεια (49).
82 Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεδομένου ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν εξεπλήρωσε την υποχρέωση που υπέχει, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου που προανέφερα (50), να προσκομίσει εμπεριστατωμένα και εξαντλητικά αποδεικτικά στοιχεία περί της υπάρξεως και της λειτουργικότητας του συστήματος ελέγχων που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα κατά την επίδικη περίοδο εμπορίας, θεωρώ ότι ο υπό εξέταση λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
Ε - Επί του ύψους των κατ' αποκοπήν διορθώσεων που αφορούν τους τομείς των αροτραίων καλλιεργειών και του βοείου κρέατος, καθώς και τις ενισχύσεις για την πρόωρη συνταξιοδότηση των γεωργών
1. Σύνθεση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων
83 Όπως προανέφερα, με έτερο λόγο ακυρώσεως, η Ελληνική Κυβέρνηση αμφισβητεί επίσης το ύψος των κατ' αποκοπήν διορθώσεων που επέβαλε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τους τομείς των αροτραίων καλλιεργειών και του βοείου κρέατος, καθώς και με τις ενισχύσεις για την πρόωρη συνταξιοδότηση των γεωργών. Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, επιβάλλοντας τις ανωτέρω διορθώσεις, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 729/70, υπερβαίνοντας τα όρια της διακριτικής εξουσίας που της απονέμει η ανωτέρω διάταξη και παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας.
84 Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, όπως προκύπτει από τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής σε θέματα δημοσιονομικών διορθώσεων (51), η εφαρμογή κατ' αποκοπήν διορθώσεως λόγω παραλείψεων στα πλαίσια των διενεργουμένων από κράτος μέλος ελέγχων μπορεί να αποφασιστεί μόνον εφόσον έχουν διαπιστωθεί σημαντικές παραλείψεις κατά την εφαρμογή της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, εκθέτοντας τον κοινοτικό προϋπολογισμό - εν προκειμένω το ΕΓΤΠΕ - σε συγκεκριμένο κίνδυνο απωλειών. Εξάλλου, τούτο επιβεβαιώνεται και από την ίδια τη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 729/70.
85 Πλην όμως, οι περιστάσεις αυτές δεν συντρέχουν για κανένα από τους επιδίκους τομείς. Στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών, η Επιτροπή δεν αποκάλυψε τόσο σοβαρές παραλείψεις ώστε να στοιχειοθετούνται σαφείς παραβάσεις των κοινοτικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή και τη διαχείριση του ΟΣΔΕ· επί πλέον, τα στοιχεία επί των οποίων θεμελιώνονται οι αμφισβητούμενες διορθώσεις δεν επιτρέπουν την ποσοτική αποτίμηση του κινδύνου απωλειών για τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Κατ' αναλογία, καμία παράβαση της κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης, τέτοιας φύσεως ώστε να εκτίθεται το ΕΓΤΠΕ σε συγκεκριμένο κίνδυνο απωλειών, δεν διαπιστώθηκε σε σχέση με τις ενισχύσεις για την πρόωρη συνταξιοδότηση. Οι επιβληθείσες διορθώσεις στους εν λόγω δύο τομείς πρέπει για τον λόγο αυτό να ακυρωθούν. Τέλος, ο συντελεστής διορθώσεως ύψους 10 % δεν δικαιολογείται στον τομέα του βοείου κρέατος, όπου, παρά τη μη ολοκλήρωση του ΟΣΔΕ, οι έλεγχοι που διενήργησαν οι ελληνικές αρχές απέκλειαν οποιοδήποτε κίνδυνο απωλειών για τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Ως εκ τούτου, η συναφής διόρθωση θα έπρεπε να ακυρωθεί ή να μειωθεί στο 2 %.
86 Επ' αυτού, η Επιτροπή αντικρούει, επικαλούμενη τη συναφή νομολογία του Δικαστηρίου (52), ότι η Ελληνική Κυβέρνηση φέρει το βάρος της αποδείξεως του ισχυρισμού ότι το θεσμικό όργανο υπέπεσε σε πλάνη κατά τον υπολογισμό των δημοσιονομικών επιπτώσεων από τη διαπιστωθείσα παρατυπία. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα περιορίστηκε να καταγγείλει τον αυθαίρετο χαρακτήρα των υιοθετηθέντων από την Επιτροπή κριτηρίων, χωρίς, πάντως, να προσκομίσει συναφή απόδειξη.
2. Εκτίμηση
87 Κατά την άποψή μου, προέχει ότι, σε κανένα από τους υπό κρίση τομείς, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν απέδειξε επιτυχώς την ανακρίβεια των ισχυρισμών της Επιτροπής ή την ύπαρξη καταλλήλου και αποτελεσματικού συστήματος μέτρων επιτηρήσεως και ελέγχου. Οι εκφρασθείσες επ' αυτού αμφιβολίες του θεσμικού οργάνου δικαιολογούν συνεπώς την εφαρμογή κατ' αποκοπή διορθώσεων των δηλωθεισών στους εν λόγω τομείς δαπανών (53).
88 Όσον αφορά, ακολούθως, το ύψος των εν λόγω διορθώσεων, δεν μπορώ παρά να συμμεριστώ την άποψη της Επιτροπής. Πράγματι, εναπέκειτο στην Ελληνική Κυβέρνηση να αποδείξει ότι οι διαπιστωθείσες από το θεσμικό όργανο παρατυπίες δεν είχαν επίπτωση επί του κοινοτικού προϋπολογισμού ή είχαν μικρότερη επίπτωση από εκείνη που υπολόγισε η Επιτροπή (54). Εξάλλου, όπως υπογράμμισε και η Επιτροπή, σε παρόμοιες περιπτώσεις όπου, αντί της απορρίψεως του συνόλου των δαπανών που αφορούν την παράβαση, κατέβαλε προσπάθεια να θεσπίσει κανόνες με σκοπό την αντιμετώπιση των περιπτώσεων παρατυπιών κατά διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με τον βαθμό ανεπαρκείας των ελέγχων και το μέγεθος του κινδύνου για το ΕΓΤΠΕ, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει ότι τα κριτήρια αυτά είναι αυθαίρετα και ανεπιεική (55).
89 Εν προκειμένω, είναι σαφές ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε παρόμοια απόδειξη. Ως εκ τούτου, προτείνω την απόρριψη και του υπό εξέταση λόγου ακυρώσεως.
ΣΤ - Επί των διορθώσεων συνεπεία της καθυστερημένης εκτελέσεως των επιπροσθέτων πληρωμών που προβλέπει ο κανονισμός 1357/96
1. Η συναφής κανονιστική ρύθμιση
90 Προκειμένου να αντιμετωπίσει σοβαρές διαταραχές της αγοράς λόγω της παρατηρηθείσας σπογγώδους εγκεφαλοπαθείας των βοοειδών (ΣΕΒ), ο κανονισμός 1357/96 (56) προέβλεψε, για το έτος 1996, τη χορήγηση ειδικών ενισχύσεων υπέρ των εκτροφέων, ενισχύσεων που αποκαλούνται «επιπρόσθετες πληρωμές».
91 Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού προέβλεψε λοιπόν ότι η ειδική πριμοδότηση για τα βοοειδή και η πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες που εξετράφησαν κατά το ημερολογιακό έτος 1995, κατά την έννοια των άρθρων 4β και 4δ του κανονισμού 805/68 (57), αυξήθηκαν με την προσθήκη ορισμένου συμπληρωματικού ποσού.
92 Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού διευκρινίζει συναφώς ότι:
«Το δικαίωμα ενός εκτροφέα για κάθε μία από τις αναφερόμενες στις παραγράφους 1 και 2 επιπρόσθετες πληρωμές που καταβάλλονται για το ημερολογιακό έτος 1995 εξαρτάται από τον αριθμό των ζώων για τον οποίο ο ενδιαφερόμενος εκτροφέας αποδεικνύει ότι δικαιούται πριμοδότηση για το ημερολογιακό έτος 1996».
93 Κατά το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού:
«1. Όταν ο αριθμός των ζώων για τα οποία υφίσταται δικαίωμα πριμοδοτήσεως για το ημερολογιακό έτος 1996 είναι μικρότερος από τον αριθμό ζώων για τον οποίο συγκεκριμένος εκτροφέας έλαβε τις επιπρόσθετες πληρωμές κατά το άρθρο 1, το μέρος των επιπροσθέτων πληρωμών το οποίο δεν ήταν μέρος του δικαιώματός του αποτελεί αντικείμενο εξισώσεως με τις πριμοδοτήσεις τις οποίες δικαιούται δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 για το ημερολογιακό έτος 1996.
2. Σε περίπτωση που ένας εκτροφέας δεν υποβάλει αίτηση για πριμοδότηση δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 για το ημερολογιακό έτος 1996 ή σε περίπτωση που οι πριμοδοτήσεις τις οποίες δικαιούται είναι ανεπαρκείς για να επιτρέψουν την εξίσωση κατά την παράγραφο 1, του ζητείται να επιστρέψει τις επιπρόσθετες πληρωμές οι οποίες είχαν εκτελεστεί δυνάμει του άρθρου 1 και τις οποίες δεν εδικαιούτο».
94 Επί πλέον, κατά το άρθρο 3 του κανονισμού:
«Οι εκτροφείς, τα δικαιώματα των οποίων για πριμοδοτήσεις κατά το ημερολογιακό έτος 1996 αφορούν μεγαλύτερο αριθμό ζώων από αυτόν για τον οποίον είχαν δικαίωμα κατά το ημερολογιακό έτος 1995, πρέπει να είναι επιλέξιμοι για νέες επιπρόσθετες πληρωμές, οι οποίες πραγματοποιούνται μόνο:
α) στον βαθμό που οι συμπληρωματικές πληρωμές που είχαν καταβληθεί σε εκτροφείς που δεν ήσαν επιλέξιμοι γι' αυτές έχουν επιστραφεί ή εισπραχθεί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και
β) prorata του επιπροσθέτου αριθμού πριμοδοτήσεων που έχουν ληφθεί για το ημερολογιακό έτος 1996».
95 Το άρθρο 4, στοιχείο αα, του κανονισμού 1357/96 παρέσχε ακολούθως στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τα αναφερόμενα στο παράρτημα του κανονισμού ποσά για να διενεργούν πληρωμές υπέρ των παραγωγών οσάκις η πληρωμή των κατά το άρθρο 1 ποσών αποδεικνύεται ανεπαρκής για την πλήρη επίλυση των οφειλομένων στην κατάσταση της αγοράς προβλημάτων.
96 Επίσης, σημειώνω ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 1357/96 παρέσχε στα κράτη μέλη την ευχέρεια να καταβάλουν, αντί των προβλεπομένων στα άρθρα 1 και 4, στοιχείο αα, του κανονισμού, ενιαία πληρωμή κατανέμοντάς την μεταξύ των εκτροφέων βοοειδών, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, το συνολικό ύψος της οποίας προκύπτει από την εφαρμογή των αντικαθισταμένων ποσών. Όπως προκύπτει από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, η διάταξη του άρθρου 5 δεν αποσκοπούσε αποκλειστικά και μόνο στην ικανοποίηση των επιταγών που συνδέονται με τις υφιστάμενες στα κράτη μέλη διαφορετικές δομές παραγωγής αλλά και στο να επιτρέψει να ολοκληρωθούν πριν από τις 15 Οκτωβρίου 1996 όλες οι πληρωμές.
97 Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού,
«η Κοινότητα χρηματοδοτεί τις δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται τα κράτη μέλη όσον αφορά τις κατά τα άρθρα 1, 4, στοιχείο αα, και 5 πληρωμές μόνο σε περίπτωση που οι τελευταίες έχουν εκτελεστεί από τα κράτη μέλη έως τις 15 Οκτωβρίου 1996 το αργότερο».
2. Διαπιστώσεις της Επιτροπής και διαδικασία
98 Κατόπιν ελέγχων, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαπίστωσαν ότι η Ελλάδα είχε διενεργήσει επιπρόσθετες πληρωμές κατά την έννοια του κανονισμού 1357/96 και μετά τις 15 Οκτωβρίου 1996. Όπως προκύπτει από τη συναφή συνοπτική έκθεση (58), προσήπτετο ειδικότερα στις ελληνικές αρχές:
α) αφενός, ότι προέβησαν σε πληρωμές μετά τις 15 Οκτωβρίου 1996 για συνολικό ποσό ύψους 311 006 387 δρχ.·
β) αφετέρου, ότι οι πληρωμές που διενήργησαν οι ελληνικές αρχές προς τις ενώσεις γεωργικών συνεταιρισμών (ΕΓΣ) πριν από τις 15 Οκτωβρίου 1996 κατεβλήθησαν στους δικαιούχους μετά την ημερομηνία αυτή, για συνολικό ποσό 350 000 000 δρχ.
99 Οι υπηρεσίες της Επιτροπής πρότειναν κατόπιν αυτού δύο διορθώσεις για αντίστοιχα ποσά του οικονομικού έτους 1997. Η Ελλάδα προσέφυγε στο όργανο συνδιαλλαγής, υποστηρίζοντας, όσον αφορά την πρώτη προτεινόμενη διόρθωση, ότι οι πραγματοποιηθείσες μετά τις 15 Οκτωβρίου 1996 πληρωμές είχαν διενεργηθεί στην πραγματικότητα προς τακτοποίηση των πληρωμών του 1995, και, όσον αφορά τη δεύτερη διόρθωση, ότι τα ποσά που είχαν λάβει οι ΕΓΣ μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 1996 έπρεπε να θεωρούνται ότι συνάδουν προς τον κανονισμό 1357/96, δεδομένου ότι η απόφαση περί καταβολής τους ελήφθη πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Με την τελική έκθεσή του της 21ης Ιανουαρίου 2000, το όργανο συνδιαλλαγής υπέδειξε στις υπηρεσίες της Επιτροπής να επανεξετάσουν τη θέση τους επί του τελευταίου αυτού σημείου (59). Επιλέγοντας να μην ακολουθήσουν την υπόδειξη του οργάνου, οι εν λόγω υπηρεσίες ενέμειναν στις δύο προτεινόμενες διορθώσεις, μειώνοντας, πάντως, το ύψος της πρώτης στο ποσό των 237 098 402 δρχ., ώστε να ληφθεί υπόψη η λογιστική τακτοποίηση ορισμένων χρεωστικών ή πιστωτικών υπολοίπων που διενήργησαν στο μεσοδιάστημα οι ελληνικές αρχές (60). Ακολούθως, οι επίδικες διορθώσεις περιελήφθησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
100 Με την προσφυγή της, η Ελλάδα αμφισβητεί τις διορθώσεις αυτές, επικαλούμενη δύο διαφορετικούς λόγους ακυρώσεως που επιβάλλεται ως εκ τούτου να εξεταστούν χωριστά.
3. Επί της διορθώσεως ύψους 237 098 402 δρχ.
α) Σύνθεση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων
101 Αν έχω αντιληφθεί ορθά τα επιχειρήματά της, η Ελληνική Κυβέρνηση προβάλλει κατ' ουσίαν δύο αιτιάσεις αφορώσες την υπό εξέταση διόρθωση.
102 Πρώτον, υποστηρίζει ότι, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, το αμφισβητούμενο ποσό δεν κατεβλήθη εκπρόθεσμα, αλλ' είναι απλώς το προϋόν των διενεργηθεισών κατ' εφαρμογή των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού 1357/96 εξισώσεων. Πρόκειται δηλαδή για ποσά καταβληθέντα στους εκτροφείς, οι οποίοι, μετά τη διενέργεια των ελέγχων, προέκυπτε ότι δικαιούνταν, για το έτος 1996, την πριμοδότηση για τα βοοειδή και/ή την πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες, λόγω του ότι ο αριθμός τους ήταν μεγαλύτερος από εκείνον των πριμοδοτήσεων του έτους 1995. Επικαλούμενη αριθμητικά στοιχεία, η προσφεύγουσα κυβέρνηση καταβάλλει προσπάθεια να αποδείξει ότι το ποσό ύψους 311 006 387 δρχ., το οποίο στη συνέχεια μειώθηκε στο ποσό των 237 098 402 δρχ., αντιστοιχεί ακριβώς στο σύνολο που προκύπτει από τα μεγαλύτερα ποσά, οφειλόμενα στους εκτροφείς για το έτος 1996, λόγω της αυξήσεως του αριθμού των κοπαδιών για τα οποία στοιχειοθετούνταν το δικαίωμα πριμοδοτήσεως, καθώς και των ποσών που ανακτήθηκαν από τους εκτροφείς, το δικαίωμα των οποίων για πριμοδότηση κατά το 1996 αφορούσε αντίθετα μικρότερο αριθμό κοπαδιών σε σχέση με εκείνο του 1995 (61).
103 Δεύτερον, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ήταν αδύνατη εν πάση περιπτώσει η οριστική καταβολή των επιπροσθέτων πληρωμών, βάσει του κανονισμού 1357/96, μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 1996, λόγω ελλείψεως του αναγκαίου χρόνου προς διενέργεια, πριν από την εν λόγω ημερομηνία, όλων των απαιτουμένων από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ελέγχων (εν προκειμένω, στο πλαίσιο του ΟΣΔΕ) (62), προκειμένου να διαπιστωθεί αν όντως στοιχειοθετείται το δικαίωμα λήψεως, για το έτος 1996, της ειδικής πριμοδοτήσεως για τα βοοειδή και/ή της πριμοδοτήσεως για τις θηλάζουσες αγελάδες, από τους οποίους ελέγχους εξαρτώνται οι επίμαχες επιπρόσθετες πληρωμές. Η προσφεύγουσα κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι οι σχετικοί έλεγχοι διενεργούνται κατά κανόνα περί τα τέλη της «περιόδου παραμονής» των ζώων στην οικεία γεωργική εκμετάλλευση, περιόδου η οποία στην προκειμένη περίπτωση εκτεινόταν ενδεχομένως και πέραν της καθορισθείσας ημερομηνίας της 15ης Οκτωβρίου 1996. Τούτο προσκρούει ευθέως προς τις επιταγές του ΟΣΔΕ σχετικά με τους ελέγχους που αφορούν τα καθεστώτα πριμοδοτήσεων στον τομέα του βοείου κρέατος.
104 Κατόπιν αυτού, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επίδικη δημοσιονομική διόρθωση, εκτός του ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη νομική προϋπόθεση, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αγνοώντας τον επιδιωκόμενο με τον κανονισμό 1357/96 σκοπό, ο οποίος, κατά την άποψη της Ελληνικής Κυβερνήσεως, έγκειται στην εξισορρόπηση των οικονομικών απωλειών των παραγωγών λόγω της κρίσεως της αγοράς που προκάλεσε η ΣΕΒ και όχι απλώς στη διασφάλιση της ταχείας διενεργείας των επιπροσθέτων πληρωμών.
105 Η Επιτροπή αντικρούει, εμμένοντας επί του γεγονότος ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 1357/96 είναι σαφές, υπό την έννοια ότι προβλέπει ότι μπορούν να επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ μόνον οι πληρωμές που διενεργήθηκαν μέχρι και όχι πέραν της 15ης Οκτωβρίου 1996. Όσον αφορά την υποτιθέμενη διενέργεια εξισώσεων, κατά την έννοια των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, πέραν των λογιστικών διορθώσεων ύψους 65 530 701 δρχ. και 8 377 284 δρχ., οι οποίες αφορούσαν τη μείωση του ποσού των 311 006 387 δρχ. στο ποσό των 237 098 402 δρχ., οι ελληνικές αρχές δεν είχαν ενημερώσει μέχρι την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως το καθού για καμία άλλη λογιστική τακτοποίηση δικαιολογούσα το ανωτέρω ποσό λόγω της διενεργείας πληρωμών που αποτέλεσαν αντικείμενο εξισώσεως. Αντίθετα, το καθού θεσμικό όργανο δεν λαμβάνει ευθέως θέση επί των λοιπών πτυχών στις οποίες αναφέρθηκε η Ελληνική Κυβέρνηση με τη δεύτερη αιτίασή της.
β) Εκτίμηση
106 Κατά την άποψή μου, είναι σκόπιμο να υπενθυμίσω προκαταρκτικά ορισμένες πτυχές του εγκαθιδρυθέντος με τον κανονισμό 1357/96 καθεστώτος ενισχύσεων που θεωρώ ότι ενέχουν σημασία στα πλαίσια της αναλύσεως των αιτιάσεων της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Προς τον σκοπό αυτό, οφείλω πρωτίστως να διαπιστώσω ότι, όπως ορθά υπογράμμισε η Επιτροπή, το άρθρο 7 του κανονισμού 1357/96 θέτει σαφές και ρητό όριο όσον αφορά τη δυνατότητα επιβαρύνσεως του ΕΓΤΠΕ με δαπάνες που διενεργούν τα κράτη μέλη δυνάμει των άρθρων 1 και 4, στοιχείο αα, του κανονισμού. Οι εν λόγω δαπάνες χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα μόνον αν οι σχετικές πληρωμές διενεργήθηκαν «εντός και όχι πέραν της 15ης Οκτωβρίου 1996». Κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, η Επιτροπή όφειλε ως εκ τούτου να αρνηθεί την κοινοτική χρηματοδότηση των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν μεταγενέστερα (63).
107 Υπενθυμίζω επίσης ότι, αν και η προθεσμία της 15ης Οκτωβρίου 1996 είναι κατ' ουσίαν απόρροια επιταγών που αφορούν τον προϋπολογισμό (64), εντούτοις η πρόβλεψη βραχείας προθεσμίας για την εκτέλεση των προβλεπομένων από τον κανονισμό 1357/96 πληρωμών συνδέεται με τον επιδιωκόμενο από τον κανονισμό αυτό σκοπό, ήτοι τον μετριασμό, μέσω της ταχείας πληρωμής των εκτάκτων ενισχύσεων, των επιπτώσεων επί του εισοδήματος των παραγωγών βοείου κρέατος λόγω της καταρρεύσεως των τιμών της αγοράς που προκάλεσε η εξάπλωση της ΣΕΒ (65). Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί ο προβλεπόμενος από τα άρθρα 1-3 του κανονισμού μηχανισμός πληρωμής των εν λόγω ενισχύσεων. Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, προέβλεψε συγκεκριμένα ότι οι ενισχύσεις χορηγούνται υπό μορφή επιπροσθέτων ποσών πέραν των πριμοδοτήσεων «για ζώα» (την ειδική πριμοδότηση για τα βοοειδή και την πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες) που δικαιούνταν οι εκτροφείς στα πλαίσια της κοινής οργανώσεως αγοράς του βοείου κρέατος για το ημερολογιακό έτος 1995, ιδίως επειδή, κατά τον Ιούλιο του 1996, τα απαιτούμενα για την πληρωμή τους στοιχεία έπρεπε να ήσαν ήδη διαθέσιμα, ώστε να καθίσταται εφικτή και η πληρωμή των εν λόγω εκτάκτων ενισχύσεων (66).
108 Πάντως, το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού εξήρτησε το δικαίωμα λήψεως των εν λόγω επιπροσθέτων ποσών από την προϋπόθεση ότι, κατά το ημερολογιακό έτος 1996, οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί αποδεικνύουν ότι δικαιούνται της μιας και/ή της άλλης από τις προαναφερθείσες πριμοδοτήσεις για αριθμό ζώων που δεν είναι μικρότερος από εκείνον που στοιχειοθέτησε δικαίωμα λήψεως των εν λόγω πριμοδοτήσεων κατά το ημερολογιακό έτος 1995. Όταν δεν πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού, οι καθ' υπέρβαση πληρωμές πρέπει να αντισταθμίζονται με τις πριμοδοτήσεις των εκτροφέων για το οικονομικό έτος 1996 ή, ελλείψει αυτών, να επιστρέφονται στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Επίσης, δυνάμει του άρθρου 3, τα ούτως ανακτώμενα ποσά μπορούν να αναδιανέμονται μεταξύ των παραγωγών, οι πριμοδοτήσεις των οποίων για το 1996 ήσαν ανώτερες εκείνων του 1995, κατ' αναλογία προς την αύξηση του αριθμού των χορηγηθεισών πριμοδοτήσεων.
109 Τούτου δοθέντος, έρχομαι στην αναλυτική εξέταση των δύο αιτιάσεων που στρέφονται κατά της επίδικης διορθώσεως.
i) Επί του φερομένου ως εσφαλμένου χαρακτηρισμού του επιδίκου ποσού ως «εκπρόθεσμης καταβολής»
110 Όπως προανέφερα, με την πρώτη αιτίασή της, η Ελληνική Κυβέρνηση αμφισβητεί κατ' ουσία τον χαρακτηρισμό της «εκπρόθεσμης καταβολής» που αποδίδει η Επιτροπή στο επίμαχο ποσό, υποστηρίζοντας, αντιθέτως, ότι πρόκειται για ποσά καταβληθέντα στους εκτροφείς, οι οποίοι δικαιούνταν κατά την εφαρμογή του άρθρου 3 του κανονισμού 1357/96, επιπρόσθετα ποσά λόγω του ότι είχαν διατηρήσει κατά το 1996 αριθμό ζώων ανώτερο από εκείνον του 1995. Πάντως, εντύπωσή μου είναι ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν συνοδεύεται από οποιοδήποτε κατάλληλο συναφώς αποδεικτικό στοιχείο. Συγκεκριμένα, από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η Ελληνική Κυβέρνηση είχε προσκομίσει στην Επιτροπή, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, τα δικαιολογητικά εκείνα έγγραφα που θα ήσαν ικανά να αποδείξουν ότι το επίδικο ποσό καταβλήθηκε σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 3 του κανονισμού, ούτε περαιτέρω ότι τα εν λόγω έγγραφα προσκομίστηκαν στη συνέχεια ενώπιον του Δικαστηρίου.
111 Στην πραγματικότητα, το μοναδικό στοιχείο που προσκόμισε η Ελληνική Κυβέρνηση προκειμένου να στηρίξει την άποψή της - είτε ενώπιον του Δικαστηρίου είτε και, εξ όσων γνωρίζω, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών - είναι ο υπολογισμός από τον οποίο προκύπτει ότι το ποσό ύψους 311 006 387 δρχ. αποτελεί το ακριβές ποσό των μεταγενεστέρων πληρωμών που η Ελλάδα νομιμοποιούνταν να διενεργήσει υπέρ των εκτροφέων δυνάμει της προαναφερθείσας διατάξεως (67). Εντύπωσή μου είναι ότι οι αριθμοί που παραθέτει η Ελληνική Κυβέρνηση, τους οποίους δεν αμφισβητεί άλλωστε η Επιτροπή, αποδεικνύουν αντίθετα τη μη θεμελίωση της απόψεως αυτής. Θεωρώ συγκεκριμένα ότι, προβαίνοντας στον υπολογισμό αυτό, η Ελληνική Κυβέρνηση αγνοεί το γεγονός ότι το άρθρο 3 του κανονισμού 1357/96 παρέχει μεν τη δυνατότητα μεταγενέστερης καταβολής ποσών για το έτος 1996, μόνον, όμως, στον βαθμό που οι ήδη διενεργηθείσες πληρωμές για το έτος 1995 έχουν καταβληθεί ή ανακτηθεί από τους παραγωγούς που δεν τις δικαιούνταν. Τούτο σημαίνει ότι, δοθέντος ότι - σύμφωνα με όσα αναφέρει η ίδια η προσφεύγουσα - είχαν ανακτηθεί ή επιστραφεί διενεργηθείσες πληρωμές ύψους 299 240 392 δρχ., οι ελληνικές αρχές είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε μεταγενέστερες πληρωμές για το έτος 1996 μόνο μέχρι του ποσού αυτού και όχι μέχρι ποσού ύψους 311 006 387 δρχ.
112 Πάντοτε από τα προσκομισθέντα από την Ελληνική Κυβέρνηση στοιχεία προκύπτει, άλλωστε, ότι το ποσό αυτό δεν ήταν άλλο από τη διαφορά μεταξύ αυτού που κατέβαλαν συνολικά οι ελληνικές αρχές στους εκτροφείς που διέθεταν περισσότερα ζώα κατά το 1996 έναντι του 1995 (408 828 391 δρχ. για τα αρσενικά βοοειδή και 201 418 388 δρχ. για τις θηλάζουσες αγελάδες) και του ορίου μέχρι του οποίου μπορούσαν να διενεργηθούν οι ανωτέρω πληρωμές σύμφωνα με το άρθρο 3 (τα ανακτηθέντα ποσά, ήτοι ακριβώς 299 240 392 δρχ.). Αν συμβαίνει αυτό, η Επιτροπή δεν είχε άλλη δυνατότητα παρά να αρνηθεί τη χρηματοδότηση.
113 Ενόψει των προεκτεθέντων, εκτιμώ ότι η υπό εξέταση αιτίαση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
ii) Επί της φερομένης αδυναμίας τηρήσεως της προθεσμίας της 15ης Οκτωβρίου 1996
114 Σημειώνω πρωτίστως ότι, με την υπό εξέταση αιτίαση, η Ελληνική Κυβέρνηση υπαινίσσεται προφανώς την έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 7, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1357/96 κατόπιν της αμφισβητήσεως της επίμαχης δημοσιονομικής διορθώσεως, θεμέλιο της οποίας είναι ακριβώς η παραβίαση της εν λόγω διατάξεως. Συγκεκριμένα, όπως προανέφερα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η τήρηση της προθεσμίας της 15ης Οκτωβρίου 1996 ήταν ανέφικτη δεδομένου ότι είναι αδύνατη η έγκαιρη ολοκλήρωση των διαδικασιών ελέγχου που επιβάλλει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση σχετικά με τον έλεγχο της στοιχειοθετήσεως του δικαιώματος λήψεως των προβλεπομένων από τον επίδικο κανονισμό ενισχύσεων. Αν όντως αυτές είναι οι προθέσεις της Ελληνικής Κυβερνήσεως, παρόμοια ένσταση δεν χωρεί αμφιβολία ότι είναι απαράδεκτη και ως εκ τούτου απορριπτέα υπό την έννοια ότι θεμελιώνεται σε φερόμενη έλλειψη νομιμότητας πράξεως που η εν λόγω κυβέρνηση, ενώ είχε τη δυνατότητα, δεν προσέβαλε εντός των προβλεπομένων από το άρθρο 230 ΕΚ προθεσμιών (68).
115 Αλλ' ακόμη και αν δεν ληφθεί υπόψη η υπόθεση αυτή, οφείλω να υπογραμμίσω ότι η εξέταση της αιτιάσεως δεν οδηγεί εν πάση περιπτώσει σε διαφορετικά συμπεράσματα, δοθέντος ότι αποδεικνύεται προδήλως ως στερούμενη θεμελίου. Πράγματι, όπως ήδη υπογράμμισα, για τη χορήγηση των προβλεπομένων στο άρθρο 1 του κανονισμού 1357/96 ενισχύσεων, τα κράτη μέλη ουδόλως όφειλαν να προβούν στους ελέγχους σχετικά με τη στοιχειοθέτηση του δικαιώματος πριμοδοτήσεως «για ζώα» για το ημερολογιακό έτος 1996, αλλ' αντιθέτως όφειλαν να καταβάλουν τις ενισχύσεις ως συμπλήρωμα των πριμοδοτήσεων «για ζώα» που οφείλονταν για το ημερολογιακό έτος 1995. Η Ελλάδα ουδέποτε αρνήθηκε ότι διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία για την πληρωμή των εν λόγω πριμοδοτήσεων. Δεν αντιλαμβάνομαι ως εκ τούτου τους λόγους για τους οποίους δεν θα έπρεπε να τηρήσει την προθεσμία της 15ης Οκτωβρίου 1996. Αντίθετα, τα αποτελέσματα των διενεργηθέντων κατά το έτος 1996 ελέγχων ήσαν αξιόλογα ώστε να επιτρέπουν τον προσδιορισμό των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών· προφανώς, όμως, τούτο ουδεμία σχέση έχει με την τήρηση της εν λόγω προθεσμίας.
116 Τέλος, όσον αφορά τον φερόμενο δυσανάλογο χαρακτήρα της οικείας διορθώσεως, δεν αντιλαμβάνομαι το πώς είναι δυνατόν να παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας από μια αναλυτική διόρθωση αντιστοιχούσα ακριβώς προς τις δαπάνες για τις οποίες διαπιστώθηκε η μη συμμόρφωση προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Πράγματι, αρνούμενη την κοινοτική χρηματοδότηση των εν λόγω δαπανών, η Επιτροπή δεν διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως. Εξάλλου, ούτε η Ελληνική Κυβέρνηση προβάλλει συγκεκριμένα επιχειρήματα προς στήριξη του ισχυρισμού της.
117 Επομένως, ούτε επί του σημείου αυτού μπορούν να γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα της Ελληνικής Κυβερνήσεως.
118 Προτείνω ως εκ τούτου την απόρριψη στο σύνολό του του λόγου ακυρώσεως που αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση ύψους 237 098 402 δρχ.
4. Επί της διορθώσεως ύψους 350 000 000 δρχ.
α) Σύνθεση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων
119 Αμφισβητώντας την επίδικη διόρθωση, η Ελληνική Κυβέρνηση προσάπτει εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 7 του κανονισμού 1357/96 και εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους της Επιτροπής. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα κυβέρνηση, η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται στην πραγματικότητα υπό την έννοια ότι τηρείται η προθεσμία της 15ης Οκτωβρίου 1996 ακόμη και για τα ποσά που διέθεσαν οι αρμόδιες αρχές μέχρι την ημερομηνία αυτή μέσω εντολών πληρωμής προς τους επιφορτισμένους με την καταβολή της ενισχύσεως στον δικαιούχο οργανισμούς εφόσον ο δικαιούχος απέκτησε το δικαίωμα λήψεως της ενισχύσεως. Εν προκειμένω, το επίμαχο ποσό των 350 000 000 δρχ. είχε ήδη μεταφερθεί στους επιφορτισμένους με την πληρωμή οργανισμούς (τις ΕΓΣ) μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 1996, με τη ρητή υποχρέωση να προβούν στην καταβολή των ποσών αυτών προς τους δικαιούχους. Ακολούθως, το γεγονός ότι η καταβολή χώρισε μετά την εν λόγω ημερομηνία οφείλεται, σύμφωνα με την προσφεύγουσα κυβέρνηση, στις υφιστάμενες δυσχέρειες λόγω του δυσπρόσιτου χαρακτήρα των οικείων περιοχών.
120 Στον αντίποδα βρίσκεται προφανώς η θέση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η ημερομηνία της 15ης Οκτωβρίου 1996 έχει την έννοια ότι εντός της προθεσμίας αυτής καταβάλλεται η ενίσχυση στους εκτροφείς, ήτοι στους δικαιούχους της επιπρόσθετης πληρωμής κατά την έννοια του κανονισμού 1357/96. Προς ενίσχυση της εν λόγω ερμηνείας, η Επιτροπή υπενθυμίζει περαιτέρω τις διατάξεις του παραρτήματος του κανονισμού 1663/95, από τις οποίες προκύπτει ότι η «εκτέλεση» πληρωμών έγκειται στην έκδοση εντολής προς μια τράπεζα ή προς ένα δημόσιο ταμείο να καταβάλει τα οφειλόμενα στον δικαιούχο ποσά (69).
β) Εκτίμηση
121 Συντάσσομαι συναφώς με την προεκτεθείσα άποψη της Επιτροπής. Όπως ήδη προανέφερα, κατά την άποψή μου, η προθεσμία της 15ης Οκτωβρίου 1996 δεν υπαγορεύεται απλώς από οποιαδήποτε επιταγή αφορώσα τον προϋπολογισμό αλλά και από την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας πληρωμής στους δικαιούχους των προβλεπομένων από τον κανονισμό ενισχύσεων. Η αποδοχή της απόψεως, όπως επιδιώκει η Ελληνική Κυβέρνηση, ότι η πληρωμή πρέπει να θεωρείται ως εκτελεσθείσα οσάκις έχει ήδη δοθεί η αντίστοιχη εντολή στους επιφορτισμένους με την εκτέλεσή της οργανισμούς (ΕΓΣ) θα σήμαινε ούτε λίγο ούτε πολύ υπερφαλάγγιση της προθεσμίας, επιτρέποντας την καταβολή της ενισχύσεως στους δικαιούχους και πέραν της 15ης Οκτωβρίου 1996.
122 Εξάλλου, για την απόρριψη της υποστηριζόμενης από την Ελληνική Κυβέρνηση θέσεως, νομίζω ότι είναι λυσιτελής η υπόμνηση των σημείων 2, υπό ii, και 6, υπό v, του παραρτήματος του κανονισμού 1663/95, όπου οριοθετούνται, μεταξύ άλλων, οι διαδικασίες που καλούνται να ακολουθήσουν οι οργανισμοί πληρωμών των κρατών μελών κατά τη χορήγηση των κοινοτικών ποσών που χρηματοδοτεί το ΕΓΤΠΕ. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, η εκτέλεση των πληρωμών έγκειται στην έκδοση εντολής προς μια τράπεζα ή προς ένα δημόσιο ταμείο να καταβάλει το εγκεκριμένο ποσό στον δικαιούχο. Επομένως, εκτελώ πληρωμή σημαίνει καταβάλλω στον δικαιούχο. Δεν αντιλαμβάνομαι για ποιον λόγο θα απέδιδα διαφορετική σημασία στους όρους που απαντούν στο άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1357/96, ούτε - οφείλω να υπογραμμίσω - η Ελληνική Κυβέρνηση εξηγεί τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να συμβαίνει κάτι τέτοιο.
123 Τέλος, εκτιμώ ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα σχετικά με τις φερόμενες δυσχέρειες επικοινωνίας, οι οποίες, κατά τα λεγόμενα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, παρεμπόδισαν την έγκαιρη πληρωμή των εν λόγω ποσών. Πράγματι, ουδαμώς απεδείχθη εν προκειμένω ότι, αν και επιδείχθηκε η απαιτούμενη επιμέλεια, κατέστη αδύνατη η πληρωμή των ενισχύσεων στους δικαιούχους μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 1996.
124 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω την απόρριψη και του αφορώντος τη δημοσιονομική διόρθωση ύψους 350 000 000 δρχ. λόγου ακυρώσεως.
Ζ - Επί των δημοσιονομικών διορθώσεων συνεπεία των παρακρατήσεων εκ μέρους των ΕΓΣ
1. Νομικό πλαίσιο και πραγματικά περιστατικά
125 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή επέβαλε, μεταξύ άλλων, ορισμένες δημοσιονομικές διορθώσεις ύψους 2 % επί των δηλωθεισών από την Ελλάδα δαπανών στους τομείς των αροτραίων καλλιεργειών (οικονομικά έτη 1996, 1997 και 1998) και του βοείου κρέατος (οικονομικά έτη 1996 και 1997) λόγω των παρακρατήσεων εκ μέρους των ΕΓΣ επί των καταβληθεισών στους δικαιούχους ενισχύσεων.
126 Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι εν λόγω διορθώσεις δικαιολογούνται από τους ίδιους λόγους που θεμελίωσαν ανάλογες διορθώσεις, εφαρμοσθείσες τα προηγούμενα οικονομικά έτη 1994 και 1995. Το όργανο συνδιαλλαγής, ενώπιον του οποίου προσέφυγαν συναφώς οι ελληνικές αρχές, διαπίστωσε ότι είχε ήδη την ευκαιρία να εξετάσει το ζήτημα παλαιότερα, κατά τη διάρκεια των διαδικασιών που αφορούσαν τα εν λόγω οικονομικά έτη, και η περίπτωση δεν προσέθετε κανένα καινοφανές στοιχείο (70).
2. Ανάλυση
127 Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διόρθωση θεμελιώνεται σε εσφαλμένη εκτίμηση της φύσεως των συναφών παρακρατήσεων - οι οποίες, κατά τα λεγόμενά της, είναι οικειοθελείς και όχι υποχρεωτικές - προβάλλοντας, κατά την άποψή μου, επιχειρήματα κατ' ουσία ταυτόσημα με εκείνα που απέρριψε το Δικαστήριο με την απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001, όσον αφορά τις εκκαθαρίσεις των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1994 (71), και της 6ης Δεκεμβρίου 2001, όσον αφορά το επόμενο οικονομικό έτος 1995 (72).
128 Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει προφανώς η προσφεύγουσα κυβέρνηση, φρονώ ότι στην πραγματικότητα δεν προστίθενται συναφώς καινοφανή στοιχεία ούτε με την επελθούσα τροποποίηση του άρθρου 2 του ελληνικού νόμου 1409/83 - ο οποίος επέτρεπε την εφαρμογή των παρακρατήσεων - μέσω του άρθρου 37 του νόμου 2538/97 (73), αλλ' ούτε και με την εγκύκλιο της 5ης Μαρτίου 1997 του ελληνικού Υπουργείου Γεωργίας, με την οποία ενημερώνονταν οι αρμόδιοι τοπικοί οργανισμοί επί του ότι τα κοινοτικά ποσά έπρεπε να καταβάλλονται στους δικαιούχους στο ακέραιο (74).
129 Εκκινώντας από την τελευταία, οφείλω να παρατηρήσω ότι η κυκλοφορία της εν λόγω πληροφορίας, έστω και αν έχει οποιαδήποτε νομική αξία, ασφαλώς δεν καταδεικνύει ότι η πρακτική των παρακρατήσεων έπαυσε να ισχύει από τον Μάρτιο του 1997 - όπως και η τροποποίηση του νόμου 1409/83, η οποία τις επέτρεπε, τέθηκε σε ισχύ μόλις από 1ης Δεκεμβρίου - ούτε ότι οι ήδη πραγματοποιηθείσες μέχρι τη στιγμή εκείνη παρακρατήσεις επεστράφησαν ακολούθως στους δικαιούχους. Ούτε, κατά την άποψή μου, προσκομίζεται πλήρης απόδειξη περί αυτού με την επελθούσα νομοθετική τροποποίηση. Συγκεκριμένα, επισημαίνω ότι, ήδη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν ενημερώσει τις ελληνικές αρχές για το ότι, παρ' όλη την επελθούσα τροποποίηση του νόμου 1409/83, από τους αφορώντες τις πληρωμές πίνακες που διαβίβασαν οι ΕΓΣ προέκυπτε ότι οι τελευταίες εξακολουθούσαν να προβαίνουν σε παρακρατήσεις. Κατόπιν αυτού, ζητήθηκε από τις ελληνικές αρχές να προσκομίσουν τα έγγραφα εκείνα που θα μπορούσαν να αποδείξουν, αφενός, ότι δεν εφαρμόζονταν πλέον οι παρακρατήσεις, αφετέρου, ότι τα αχρεωστήτως παρακρατηθέντα ποσά είχαν επιστραφεί στους παραγωγούς (75). Από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι η Ελλάδα προσκόμισε παρόμοια απόδειξη.
130 Ως εκ τούτου, είμαι της γνώμης ότι, όπως ακριβώς συνέβη και με τα δύο προγενέστερα οικονομικά έτη, και οι αφορώσες τις επίδικες διορθώσεις αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν.
Η - Επί των δημοσιονομικών διορθώσεων λόγω της μη τηρήσεως των προθεσμιών πληρωμής
1. Εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση
131 Ως γνωστόν, το σύστημα χρηματοδοτήσεως που θέσπισαν τα άρθρα 4, παράγραφος 5, και 5, παράγραφος 2, στοιχείο αα, του κανονισμού 729/70, μετά την τροποποίησή τους με τον κανονισμό 1287/95, προβλέπει ότι οι προοριζόμενοι για την κάλυψη των δαπανών ΕΓΤΠΕ πόροι διατίθενται από τα κράτη μέλη ανάλογα με τις ανάγκες των αντιστοίχων υπηρεσιών πληρωμής, ακολούθως δε καταβάλλονται από την Κοινότητα μέσω μηνιαίων προκαταβολών, υπολογιζομένων με βάση τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες. Εναπόκειται στην Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με την επιτροπή του ΕΓΤΠΕ, να αποφασίσει επί του ύψους των εν λόγω προκαταβολών.
132 Οι λεπτομέρειες υπολογισμού και πληρωμής των μηνιαίων προκαταβολών ρυθμίζονται με τον κανονισμό (ΕΚ) 296/96 (76). Κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, οι πραγματοποιούμενες από κράτος μέλος δαπάνες εκτός των ορίων και προθεσμιών που θέτει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση οδηγούν, ακριβώς λόγω παρομοίων παρατυπιών, σε μείωση των οικείων προκαταβολών (77). Η σχετική μείωση περιορίζεται επί των καθυστερημένων δαπανών που υπερβαίνουν το 4 % των εγκαίρως καταβληθεισών και κλιμακώνεται ανάλογα με τη διαπιστωθείσα καθυστέρηση, από κατ' ελάχιστον 10 % για καθυστέρηση ενός μήνα έως το 100 % για καθυστέρηση πέντε ή περισσοτέρων μηνών. Πάντως, το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ορίζει ότι, «[...] αν για ορισμένα μέτρα διαπιστώνονται ιδιαίτερες συνθήκες διαχειρίσεως ή τα κράτη μέλη παρέχουν συναφώς βάσιμες αιτιολογήσεις, η Επιτροπή εφαρμόζει κλιμάκωση των ποσοστών ή/και ποσοστά μειώσεως ή μηδενικά».
133 Για τους σκοπούς που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, υπενθυμίζω επίσης ότι, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 296/96, ο οποίος παραπέμπει συναφώς στο άρθρο 13 της αποφάσεως 94/729/ΕΟΚ (78), οι μειώσεις των μηνιαίων προκαταβολών λόγω καθυστερημένων πληρωμών εκ μέρους των κρατών μελών αποφασίζονται από την Επιτροπή, μετά το πέρας κατ' αντιπαράθεση διαδικασίας με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και σχετική διαβούλευση με την επιτροπή του ΕΓΤΠΕ. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, του προαναφερθέντος κανονισμού ορίζει με τη σειρά του ότι «οι ενδεχόμενες μειώσεις [...] και ιδίως αυτές που πραγματοποιούνται λόγω μη τηρήσεως των όρων και προθεσμιών γίνονται υπό την επιφύλαξη της μεταγενέστερης αποφάσεως σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών (79)».
2. Πραγματικά περιστατικά και επιχειρηματολογία των διαδίκων
134 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τις συγκεκριμένες μειώσεις επί των μηνιαίων προκαταβολών για τις χορηγούμενες υπέρ της Ελλάδος γεωργικές δαπάνες που αφορούν το οικονομικό έτος 1998, συνολικού ύψους 141 667 389 δρχ. Ως λόγος των δημοσιονομικών διορθώσεων που εφαρμόστηκαν παρατίθεται το γεγονός ότι οι ελληνικές αρχές διενήργησαν τις σχετικές δαπάνες μετά την εκπνοή των τασσομένων από τη συναφή κοινοτική κανονιστική ρύθμιση προθεσμιών.
135 Από τις οικείες διορθώσεις η Ελληνική Κυβέρνηση αμφισβητεί την αφορώσα τη θέση 1055-004 του προϋπολογισμού (σιτηρά), ποσού ύψους 5 326 625 δρχ., η οποία, κατά την άποψή της, θεμελιώνεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 296/96 και του άρθρου 8 του κανονισμού 729/70.
136 Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι οι συναφείς δαπάνες καταβλήθηκαν εκτός των ταχθεισών προθεσμιών· πάντως, τούτο δεν θα έπρεπε να οδηγήσει σε μείωση των προκαταβολών, δεδομένου ότι η Ελλάδα προσκόμισε συναφώς «βάσιμες αιτιολογήσεις», όπως προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 296/96. Συγκεκριμένα, η Ελληνική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι πρόκειται για πληρωμές που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο τεσσάρων μεμονωμένων περιπτώσεων· η διαπιστωθείσα από την Επιτροπή καθυστέρηση οφειλόταν, σε μια περίπτωση, στο γεγονός ότι εκκρεμούσε συναφώς δίκη, ενώ στις υπόλοιπες τρεις σε λόγους προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, δοθέντος ότι η επιβεβαίωση του δικαιώματος των δικαιούχων να λάβουν τις κοινοτικές ενισχύσεις απαιτούσε ειδικούς ελέγχους ή διοικητικές επαληθεύσεις. Επομένως, λόγος της καθυστερήσεως ήταν η ανάγκη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως προλήψεως των παρατυπιών κατά την εκτέλεση συναλλαγών αφορωσών το ΕΓΤΠΕ που υπείχε η Ελλάδα δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70. Αποφασίζοντας να επιβάλει την αμφισβητούμενη δημοσιονομική διόρθωση, η Επιτροπή ερμήνευσε και εφήρμοσε για τον λόγο αυτό εσφαλμένα τις δύο προαναφερθείσες κοινοτικές διατάξεις.
137 Επ' αυτού, η Επιτροπή αντικρούει ότι οι επικληθείσες από την Ελλάδα περιστάσεις, ήτοι οι οφειλόμενες σε προσφυγές των ενδιαφερομένων διοικητικές δυσχέρειες ή η ανάγκη διενεργείας συμπληρωματικών ελέγχων, δεν συνιστούν έγκυρες αιτιολογίες προκειμένου να αποκλειστεί η εφαρμογή των μειώσεων των προκαταβολών κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 296/96. Σύμφωνα με την Επιτροπή, τούτο θα ήταν δυνατόν μόνον αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αποδείκνυε ότι αντιμετωπίζει εξαιρετικές δυσχέρειες σε πολύ μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, πράγμα που δεν επαληθεύτηκε εν προκειμένω.
3. Εκτίμηση
138 Κατ' εμέ, μολονότι δεν ταυτίζομαι με την άποψη της Επιτροπής, εκτιμώ ότι ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος για τους λόγους που πρόκειται να εξηγήσω.
139 Οφείλω πρωτίστως να υπογραμμίσω ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονσμού 296/96, την παράβαση του οποίου προβάλλει η Ελληνική Κυβέρνηση, δεν τυγχάνει εφαρμογής στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών.
140 Πράγματι, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 296/96, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 13 της αποφάσεως 94/729, η μείωση των προκαταβολών συνδέεται με αυτοτελή και διακριτή απόφαση σε σχέση με τη μεταγενέστερη απόφαση περί μη εγκρίσεως της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως των συναφών δαπανών. Καίτοι αμφότερες έχουν ως έρεισμα την υποχρέωση που φέρει η Επιτροπή, στα πλαίσια της διοικήσεως του ΕΓΤΠΕ, να χρησιμοποιεί πόρους αποκλειστικά για τις πραγματοποιηθείσες σύμφωνα με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δαπάνες (80), η φύση και τα έννομα αποτελέσματα των αποφάσεων αυτών διαφέρουν: η πρώτη, λαμβανόμενη κατά τη διάρκεια του τρέχοντος οικονομικού έτους με βάση τα διαθέσιμα τη στιγμή εκείνη στοιχεία, έχει μεταβατικό και προσωρινό χαρακτήρα και παράγει αποτελέσματα μόνο για τους σκοπούς της εκδόσεως της δεύτερης, η οποία καθορίζει, αντιθέτως, αμετάκλητα τη δημοσιονομική θέση του κράτους μέλους έναντι του ΕΓΤΠΕ (81). Όπως προανέφερα, το άρθρο 13, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της αποφάσεως 94/729 προσδιορίζει όντως με σαφήνεια ότι η απόφαση περί μειώσεως των προκαταβολών λαμβάνεται χωρίς να προδικάζεται εκείνη σχετικά με την επιβάρυνση ή μη του ΕΓΤΠΕ με τις σχετικές δαπάνες. Κατά τα λοιπά, διαφέρει η νομική βάση των εν λόγω αποφάσεων στον βαθμό που η εξουσία της Επιτροπής περί μειώσεως των προκαταβολών απορρέει από τα άρθρα 5, παράγραφος 2, στοιχείο αα, του κανονισμού 729/70 και 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως 94/729, ενώ εκείνη περί μη χρηματοδοτήσεως των δαπανών που δεν είναι σύμφωνες με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση απαντά στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού.
141 Η υπό το φως του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 296/96 εξέταση των λόγων που προβάλλουν τα κράτη μέλη προκειμένου να αποφύγουν μείωση των προκαταβολών ή να επιτύχουν ευνοϋκότερη κλιμάκωση εντάσσεται ακριβώς στο πλαίσιο της διαδικασίας που οφείλει να ακολουθεί η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 13 της αποφάσεως 94/729, οσάκις προβαίνει στις εν λόγω μειώσεις. Επομένως, τα αποτελέσματα των εν λόγω ελέγχων καθορίζουν την απόφαση περί μειώσεως ή μη των προκαταβολών δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 4, παράγραφος 2, χωρίς όμως να προδικάζουν την απόφαση περί της τυχόν μεταγενέστερης αρνήσεως της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως των συναφών δαπανών που οφείλει να λάβει η Επιτροπή σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 729/70 διαφορετική διαδικασία. Στα πλαίσια της δεύτερης διαδικασίας είναι που τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μπορούν και οφείλουν να προβάλουν τους ενδεδειγμένους λόγους προκειμένου να αποφύγουν τη μη χρηματοδότηση.
142 Έπεται εξ αυτού ότι η φερόμενη παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 296/96, αν αποδεικνυόταν, θα μπορούσε ενδεχομένως να θίξει το κύρος της αποφάσεως περί μειώσεως των προκαταβολών που είχε εκδοθεί εις βάρος της Ελλάδος, αλλ' όχι ασφαλώς το κύρος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε μετά το πέρας διαφορετικής διαδικασίας, επί της οποίας δεν εφαρμόζεται προφανώς το εν λόγω άρθρο.
143 Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ίδια η Επιτροπή, υπενθυμίζοντας το έγγραφο εργασίας VI/5330/97 (82), αναφέρθηκε επίσης στην εν λόγω διάταξη επ' ευκαιρία των κριτηρίων, βάσει των οποίων όφειλε να υπολογίσει τις εφαρμοστέες σε περίπτωση καθυστερήσεως πληρωμών δημοσιονομικές διορθώσεις. Εντούτοις, δεν πρόκειται in toto για άνευ ετέρου παραπομπή: ενώ για την κλιμάκωση των διορθώσεων, με γνώμονα τη σπουδαιότητα της καθυστερήσεως, το έγγραφο εργασίας αναφέρει ευθέως τους θεσπισθέντες με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 296/96 κανόνες, κατά τα λοιπά το έγγραφο καθορίζει ανάλογα κριτήρια, αλλ' όχι πανομοιότυπα, με τα προβλεπόμενα από την ως άνω διάταξη. Ειδικότερα, κατά το μέτρο που ενδιαφέρει εν προκειμένω, το έγγραφο εργασίας βεβαιώνει ότι θα έπρεπε να γίνονται ανεκτές, εντός ευλόγων ορίων, οι καθυστερήσεις για αποδεκτούς λόγους, όπως επί παραδείγματι λόγω ανάγκης συμπληρωματικών ελέγχων επί των αντιφατικών αιτήσεων ενισχύσεως. Υπενθυμίζει επίσης ότι σε παρόμοιες καταστάσεις το άρθρο 4 του κανονισμού 296/96 προβλέπει ήδη περιθώριο ανοχής 4 % επί των δηλωθεισών δαπανών, προβλέποντας μείωση των προκαταβολών μόνο για τις υπερβαίνουσες το όριο αυτό καθυστερημένες πληρωμές, αλλ' ότι εν πάση περιπτώσει πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να αποδεικνύουν ότι οι αντιφατικές αιτήσεις υπερβαίνουν το όριο αυτό.
144 Κατά την άποψή μου, εκείνο που επιβάλλεται να ελεγχθεί είναι συνεπώς αν σε παρόμοιες περιπτώσεις μπορούν να αποδειχθούν εν πάση περιπτώσει βάσιμα τα προβαλλόμενα από την Ελληνική Κυβέρνηση επιχειρήματα.
145 Επ' αυτού, οφείλω να υπογραμμίσω ότι οι λόγοι που εξέθεσε η προσφεύγουσα θα μπορούσαν όντως, κατ' αρχήν, να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν μεταξύ των περιπτώσεων για τις οποίες, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής, θα έπρεπε να γίνεται ανεκτή, εντός ευλόγων ορίων, η καθυστέρηση των πληρωμών. Πάντως, για να μπορεί να αμφισβητήσει εγκύρως την επίδικη διόρθωση, η Ελληνική Κυβέρνηση θα έπρεπε να αποδείξει, αφενός, την πραγματική συνδρομή των λόγων αυτών, αφετέρου, ότι η καθυστέρηση των πληρωμών δεν υπερέβη εύλογα όρια.
146 Κατά την άποψή μου, όμως, η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε παρόμοια αποδεικτικά στοιχεία. Όσον αφορά τους λόγους των καθυστερήσεων, θεωρώ ότι δεν είναι σαναφώς λυσιτελή τα δύο έγγραφα στα οποία αυτή αναφέρθηκε (83), όπου θίγονται απλώς οι σχετικοί λόγοι, χωρίς να συνοδεύονται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Ούτε προκύπτει ότι οι ελληνικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή με άλλο τρόπο περαιτέρω πληροφορίες ή δικαιολογητικά έγγραφα επί της ουσίας των εν λόγω περιπτώσεων πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι περιήλθαν σε γνώση του θεσμικού οργάνου τα έγγραφα, πέραν των προαναφερθέντων εγγράφων, που προσκομίστηκαν, αντιθέτως, ενώπιον του Δικαστηρίου (84). Ανεξάρτητα από την αποδεικτική τους αξία, τα εν λόγω έγγραφα δεν μπορούν ως εκ τούτου να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Όσον αφορά, ακολούθως, τον βαθμό της καθυστερήσεως, η προσφεύγουσα κυβέρνηση σιωπά.
147 Υπό τις περιστάσεις αυτές, εκτιμώ ότι και ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί, οπότε, με αυτόν, είναι απορριπτέα στο σύνολό της η προσφυγή της Ελλάδος.
IV - Επί των δικαστικών εξόδων
148 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Ενόψει του ότι εκτιμώ ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, προτείνω την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα.
V - Πρόταση
149 Υπό το φως του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή, καταδικάζοντας την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(1) - EE L 180, σ. 49.
(2) - Κανονισμός (ΕΚ) 1357/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996, για την πρόβλεψη επιπροσθέτων πληρωμών οι οποίες πρέπει να πραγματοποιηθούν το 1996 μαζί με τις πριμοδοτήσεις που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος και για την τροποποίηση του κανονισμού αυτού (ΕΕ L 175, σ. 9).
(3) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93).
(4) - Κανονισμός (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μαου 1995, για την τροποποίηση του κανονισμού 729/70 (ΕΕ L 125, σ. 1).
(5) - Κανονισμός (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 729/70, όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (EE L 158, σ. 6).
(6) - Απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 182, σ. 45).
(7) - Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2001, C-373/99, Ελλάς κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-9619, σκέψη 8), και της 24ης Ιανουαρίου 2002, C-118/99, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-747, σκέψη 38).
(8) - Προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2001, Ελλάς κατά Επιτροπής (σκέψη 9, όπου απαντούν και περαιτέρω παραπομπές).
(9) - Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 2ας Ιουνίου 1994, C-2/93, Exportslachterijen van Oordegem (Συλλογή 1994, σ. I-2283, σκέψεις 17 και 18), της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-209/96, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-5655, σκέψη 43), και της 19ης Νοεμβρίου 1998, C-235/97, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-7555, σκέψη 45).
(10) - Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001, C-247/98, Ελλάς κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-1, σκέψη 7, όπου απαντούν και περαιτέρω παραπομπές).
(11) - Ibidem.
(12) - Βλ. αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-54/95, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-35, σκέψη 35), και της 22ας Απριλίου 1999, C-28/94, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-1973, σκέψη 40).
(13) - Υπό την έννοια αυτή, βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 1999, Γερμανία κατά Επιτροπής (σκέψη 35), και της 22ας Απριλίου 1999, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (σκέψη 41), καθώς και την απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001, C-278/98, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-1501, σκέψη 93), καθώς και την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2002, C-377/99, Γερμανία κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 95).
(14) - Βλ. απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1999, C-253/97, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-7529, σκέψη 7, όπου απαντούν και περαιτέρω παραπομπές), καθώς και προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001, Ελλάς κατά Επιτροπής (σκέψη 70).
(15) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινωνικών ενισχύσεων (ΕΕ L 355, σ. 1).
(16) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (ΕΕ L 181, σ. 12).
(17) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72). Τα οικεία καθεστώτα πριμοδοτήσεων εγκαθιδρύθηκαν με την επελθούσα το 1992 τροποποίηση του κανονισμού 805/68 διά του κανονισμού (ΕΟΚ) 2066/92 (ΕΕ L 215, σ. 49).
(18) - Κανονισμός (ΕΚ) 2466/96 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1996, για την τροποποίηση του κανονισμού 3508/92 (ΕΕ L 335, σ. 1).
(19) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 391, σ. 36).
(20) - Οι εν λόγω παραλείψεις παρατίθενται λεπτομερώς στις εκθέσεις ελέγχου που διαβιβάστηκαν προς τις ελληνικές αρχές με τα έγγραφα 36811 της 27ης Σεπτεμβρίου 1996 και 32539 της 24ης Αυγούστου 1998 (τα οποία επισυνάπτονται ως παραρτήματα 1 και 2 του υπομνήματος αντικρούσεως). Τα αποτελέσματα των διμερών συζητήσεων μεταξύ της Επιτροπής και των ελληνικών αρχών παρατίθενται στο έγγραφο 43741 της 23ης Σεπτεμβρίου 1999, ενώ στο έγγραφο 12764 της 17ης Μαου 2000 απαντά η τελική θέση της Επιτροπής κατόπιν της διαδικασίας συνδιαλλαγής (συνημμένα στο υπόμνημα αντικρούσεως ως παραρτήματα 6 και 7 έγγραφα).
(21) - Υπενθυμίζω ότι ο κανονισμός 1663/95 επιτρέπει στις υπηρεσίες των οργανισμών πληρωμών των κρατών μελών να αναθέτουν σε άλλα όργανα τον έλεγχο των αιτήσεων ενισχύσεως και/ή την έγκριση των σχετικών πληρωμών, επιβάλλοντας, πάντως, στους πρώτους την υποχρέωση να ελέγχουν τακτικά τις ενέργειες των δευτέρων (βλ., ειδικότερα, το σημείο 4, υπό iv και v, του παραρτήματος του κανονισμού, κατωτέρω στο σημείο 58).
(22) - Βλ. επ' αυτού το σημείο 6, υπό iii και iv, του παραρτήματος του κανονισμού 1663/95 (παρατιθέμενο κατωτέρω στο σημείο 58).
(23) - Κανονισμός (ΕΚ) 658/96 της Επιτροπής, της 9ης Απριλίου 1996, ο οποίος καθιερώνει ορισμένους τρόπους χορηγήσεως των αντισταθμιστικών πληρωμών, στο πλαίσιο του καθεστώτος στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (ΕΕ L 91, σ. 46), και το άρθρο 8 του οποίου προβλέπει ότι τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 15 Σεπτεμβρίου της τρέχουσας περιόδου εμπορίας, τα προσωρινά στοιχεία και, το αργότερο στις 15 Ιανουαρίου του επομένου έτους, τα οριστικά στοιχεία που αφορούν τις καλλιεργούμενες εκτάσεις.
(24) - Όπως προκύπτει από το προαναφερθέν έγγραφο 12764 της Επιτροπής, της 17ης Μαου 2000, το εν λόγω ποσό περιλαμβάνει επίσης μεταγενέστερη διόρθωση ύψους 2 %, ως συνέπεια των παρακρατήσεων από τις ΕΓΣ επί των ενισχύσεων που καταβάλλονταν στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών για τα τρία υπό εξέταση οικονομικά έτη. Επί του ζητήματος των παρακρατήσεων, τόσο στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών όσο και στον τομέα του βοείου κρέατος, βλ. κατωτέρω σημεία 131 επ.
(25) - Τελική έκθεση του οργάνου συνδιαλλαγής στην υπόθεση 99/GR/151 (παράρτημα 8 που επισυνάπτεται στο υπόμνημα αντικρούσεως· βλ. ειδικότερα τα σημεία 9, 10, 12 και τα συμπεράσματα).
(26) - Η Ελληνική Κυβέρνηση αναφέρεται εν προκειμένω στο προαναφερθέν έγγραφο 43741 της 23ης Σεπτεμβρίου 1999 (σημείο 5).
(27) - Σημεία 18 και 19.
(28) - Βλ. την έκθεση ελέγχου που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα από τις 30 Μαρτίου έως τις 3 Απριλίου 1998 (σημείο 2.1.2, σ. 3 και 4) που διαβίβασαν οι ελληνικές αρχές με το υπ' αριθ. 32539 έγγραφο της 24ης Αυγούστου 1998 (προαναφερθέν στην υποσημείωση 21).
(29) - Αν ερμηνεύω ορθά τις διαβιβασθείσες στις 13 Δεκεμβρίου 1999 από τις ελληνικές αρχές προς την Επιτροπή πληροφορίες (βλ. την ανακοίνωση που επισυνάπτεται ως παράρτημα 1 στο υπόμνημα ανταπαντήσεως), κατά την ως άνω ημερομηνία - ήτοι μετά την παρέλευση δύο περίπου ετών από την έσχατη προθεσμία για την ολοκλήρωση του ΟΣΔΕ - εξακολουθούσε να μην έχει ταυτοποιηθεί το 6,6 % των υπαρχόντων αγροτεμαχίων, με όρια που εγγίζουν σε ορισμένες περιπτώσεις το 45 %, σύμφωνα με τα οικεία περιφερειακά γραφεία.
(30) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2079/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού καθεστώτος παροχής ενισχύσεων στην πρόωρη συνταξιοδότηση των γεωργών (ΕΕ L 215, σ. 91).
(31) - Παράρτημα 8 της προσφυγής.
(32) - Η οποία απαντά ως παράρτημα του εγγράφου 41854 της 5ης Νοεμβρίου 1998 (παράρτημα 3 του υπομνήματος αντικρούσεως).
(33) - Έγγραφο 41854, της 5ης Νοεμβρίου 1998, προαναφερθέν στην προηγούμενη υποσημείωση.
(34) - Έγγραφο 43741, της 23ης Σεπτεμβρίου 1999, προαναφερθέν στην υποσημείωση 21 (σημείο 6.2, σ. 8 και 9).
(35) - Πάντως, στο παράρτημα της προσβαλλομένης αποφάσεως η επίδικη διόρθωση αφορά το οικονομικό έτος 1996, ενώ, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν έγγραφο 43741, της 23ης Σεπτεμβρίου 1999 (σ. 9), η διόρθωση αφορά στην πραγματικότητα το επόμενο οικονομικό έτος 1997. Αυτό, άλλωστε, νομίζω ότι είναι γνωστό μεταξύ των διαδίκων.
(36) - Αναφέρομαι στο έγγραφο του ελληνικού Υπουργείου Γεωργίας 343910/2181, της 7ης Απριλίου 1999 (παράρτημα 12 της προσφυγής), και στο έγγραφο 179226, της 8ης Ιουνίου 1999 (παράρτημα 5 της προσφυγής), καθώς και στο έγγραφο της ATE 20317, της 1ης Ιουνίου 1999 (παράρτημα 13 της προσφυγής). Εξάλλου, προφανώς το τελευταίο ουδαμώς κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή προ της εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
(37) - Επ' αυτού, βλ. σημείο 6, υπό iii και iv, του παραρτήματος του κανονισμού 1663/95.
(38) - Βλ. σημείο 4, υπό v, του παραρτήματος του κανονισμού 1663/95.
(39) - Ibidem, τέταρτη περίπτωση. Βλ. επίσης το άρθρο 6 του κανονισμού, ο οποίος επιβάλλει την υποχρέωση να τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής, επί ορισμένη περίοδο, όλα τα δικαιολογητικά που αφορούν τις χρηματοδοτούμενες δαπάνες και τα προς ανάκτηση από το ΕΓΤΠΕ ποσά.
(40) - Οδηγία 92/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για την αναγνώριση και την καταγραφή των ζώων (ΕΕ L 355, σ. 32).
(41) - Βλ. ειδικότερα τα άρθρα 4, 5, 6 και 8 της οδηγίας.
(42) - Κανονισμός (ΕΚ) 820/97 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1997, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος αναγνωρίσεως και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϋόντων με βάση το βόειο κρέας (ΕΕ L 117, σ. 1).
(43) - Βλ. ειδικότερα τα άρθρα 4 και 5 του κανονισμού.
(44) - Βλ. έγγραφο 33219 της Επιτροπής, της 18ης Ιουνίου 1999 (παράρτημα 9 του υπομνήματος αντικρούσεως, ειδικότερα σ. 2 και το ίδιο το παράρτημα).
(45) - Βλ. την τελική έκθεση του οργάνου συνδιαλλαγής στην υπόθεση 99/GR/134 (παράρτημα 10 του υπομνήματος αντικρούσεως, ειδικότερα σημείο 14 και τα συμπεράσματα).
(46) - Βλ. το έγγραφο 11952 της Επιτροπής, της 8ης Μαου 2000 (παράρτημα 2 του υπομνήματος ανταπαντήσεως, ειδικότερα σ. 2).
(47) - Όσον αφορά τα βασικά στοιχεία του συστήματος ελέγχων, όπως μαρτυρεί, άλλωστε, όσον αφορά την αναγνώριση των κοπαδιών, η όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3508/92, η οποία αναφέρει ρητώς ότι, «στον τομέα ζωικής παραγωγής, κάθε αποτελεσματικός έλεγχος προϋποθέτει την αναγνώριση και την καταγραφή των ζώων».
(48) - Βλ. άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3886/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τα καθεστώτα επιδοτήσεων που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1244/82 και 714/89 (ΕΕ L 391, σ. 20), το οποίο ορίζει ότι, για τη χορήγηση της ειδικής πριμοδοτήσεως, λαμβάνονται υπόψη αποκλειστικά τα ζώα που είναι «δεόντως αναγνωρίσιμα, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές και κοινοτικές διατάξεις».
(49) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 74.
(50) - Σημεία 18 και 19.
(51) - Όπως προανέφερα, απαντούν στο έγγραφο εργασίας VI/5330/97 (βλ. ανωτέρω, σημεία 10 επ.).
(52) - Η Επιτροπή αναφέρεται ειδικότερα στην απόφαση της 4ης Ιουλίου 1996, C-50/94, Ελλάς κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-3331, σκέψεις 26 και 27).
(53) - Βλ. αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2000, C-46/97, Ελλάς κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-5719, σκέψη 58), και C-243/97, Ελλάς κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-5813, σκέψη 53), καθώς και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής (σκέψη 49).
(54) - Επί του θέματος, βλ., όλως εσχάτως, την απόφαση της 21ης Μαρτίου 2002, C-130/99, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-3005, σκέψεις 42, 43 90 και 91).
(55) - Βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις της 24ης Ιανουαρίου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής (σκέψη 50), και της 21ης Μαρτίου 2002, Ισπανία κατά Επιτροπής, (σκέψη 44).
(56) - Προαναφερθείς στην υποσημείωση 3.
(57) - Ο οποίος ρύθμιζε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 18).
(58) - Έγγραφο AGRI/117758/2000, της 15ης Μαου 2000 (παράρτημα 14 της προσφυγής, βλ., ειδικότερα, σημείο 4.3.2. υπό αα, σ. 63 και 64).
(59) - Τελική έκθεση επί της υποθέσεως 99/GR/134, η οποία επισυνάπτεται ως παράρτημα 23 στην προσφυγή (σημείο 13).
(60) - Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα συνοπτική έκθεση της 15ης Μαου 2000 (σημείο 4.3.2, υπό αα, 2, σ. 64), πρόκειται για την λογιστική τακτοποίηση δύο ποσών ύψους 65 530 701 GRD και 8 377 284 GRD, που περιελήφθησαν αντίστοιχα στα οικονομικά έτη 1998 και 1999 (βλ. επίσης κατωτέρω, σημείο 105).
(61) - Οι σχετικές αριθμητικές πράξεις της Ελληνικής Κυβερνήσεως απαντούν στη σ. 32 του δικογράφου της προσφυγής (σ. 46 της γαλλικής μεταφράσεως).
(62) - Το οποίο, όπως προανέφερα, εφαρμόζεται στα καθεστώτα των εν λόγω πριμοδοτήσεων (βλ. ανωτέρω, σημείο 21).
(63) - Βλ. ανωτέρω, σημείο 16 και υποσημείωση 8.
(64) - Δεδομένου ότι η χρηματοδότηση των σκοπών του κανονισμού διασφαλιζόταν μέσω του προϋπολογισμού του 1996 (βλ. Δελτίο ΕΕ 6-1996, σημείο 1.3.179) και δεδομένου ότι το αντίστοιχο οικονομικό έτος ΕΓΤΠΕ έκλεισε ακριβώς στις 15 Οκτωβρίου 1996.
(65) - Βλ. τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1357/96. Το γενικό πλαίσιο της κρίσεως της ΣΕΒ του έτους 1996 όπου εντάσσεται ο εν λόγω κανονισμός είναι εξάλλου γνωστό στο Δικαστήριο λόγω των διαφορών που ανέκυψαν σχετικά με τα μέτρα προστασίας που έλαβε συναφώς η Επιτροπής (βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 5ης Μαου 1998, C-157/96, National Farmers' Union κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. I-2211, ειδικότερα σκέψεις 3 και 4).
(66) - Βλ. περαιτέρω τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού.
(67) - Βλ. σ. 46 [της γαλλικής μεταφράσεως] της προσφυγής και σ. 25 του υπομνήματος αντικρούσεως, καθώς και το υπ' αριθ. 203541 έγγραφο του ελληνικού Υπουργείου Γεωργίας προς το όργανο συνδιαλλαγής, της 25ης Οκτωβρίου 1999 (παράρτημα 26 της προσφυγής, σ. 1, τελευταία παράγραφος). Αναφέρομαι στο ποσό ύψους 311 006 387 δρχ., ήτοι στο ποσό που αποτέλεσε αντικείμενο διορθώσεως που πρότεινε αρχικά η Επιτροπή, ακολούθως δε επί του ποσού αυτού είναι που στηρίζεται ο πραγματοποιηθείς από την Ελληνική Κυβέρνηση υπολογισμός.
(68) - Βλ. απόφαση της 6ης Μαρτίου 1979, 92/78, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1979/I, σ. 407, σκέψη 39, όπου απαντούν και περαιτέρω παραπομπές).
(69) - Η Επιτροπή αναφέρεται ειδικότερα στα σημεία 2, υπό ii, και 6, υπό v, του παραρτήματος του εν λόγω κανονισμού.
(70) - Βλ. την τελική έκθεση του οργάνου συνδιαλλαγής στις υποθέσεις 99/GR/134, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 46 (σημείο 11), και 99/GR/151, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 26 (σημείο 7).
(71) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση (σκέψεις 18, 19 και 32).
(72) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση (σκέψεις 36 έως 39).
(73) - Το κείμενο του οποίου παρατίθεται στο παράρτημα 38 της προσφυγής.
(74) - Έγγραφο 144903 της 5ης Μαρτίου 1997 (παράρτημα 35 της προσφυγής).
(75) - Βλ. το τηλετύπημα 24087 της 8ης Απριλίου 1999 (παράρτημα 5 του υπομνήματος αντικρούσεως, σημείο 2.1.1, σ. 5 και 6) και το προαναφερθέν έγγραφο 43741 της 23ης Σεπτεμβρίου 1999 (σημείο 1.2, σ. 2).
(76) - Κανονισμός (ΕΚ) 296/96 της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1996, σχετικά με τα στοιχεία που πρέπει να διαβιβάζουν τα κράτη μέλη και τη μηνιαία ανάληψη των δαπανών που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του τμήματος Εγγυήσεων του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και σχετικά με την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2776/88 (EE L 39, σ. 5).
(77) - Όπως αναφέρεται ρητώς με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, «η κοινοτική γεωργική κανονιστική ρύθμιση περιλαμβάνει προθεσμίες για την πληρωμή των ενισχύσεων στους δικαιούχους από τα κράτη μέλη· [...] κάθε πληρωμή που πραγματοποιείται αδικαιολογήτως μετά από αυτές τις κανονιστικές προθεσμίες θεωρείται αντικανονική δαπάνη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελέσει, κατ' αρχήν, αντικείμενο προκαταβολής βάσει αναλήψεως [...]».
(78) - Απόφαση 94/729/ΕΚ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, σχετικά με τη δημοσιονομική πειθαρχία (ΕΕ L 293, σ. 14).
(79) - Το αυτό περιεχόμενο έχει και η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της αποφάσεως 94/729.
(80) - Βλ. ανωτέρω σημείο 16.
(81) - Βλ. αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1991, C-342/89, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-5031, σκέψεις 18 και 19), και C-346/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-5057, σκέψεις 18 και 19).
(82) - Βλ. ανωτέρω σημεία 10 επ.
(83) - Αναφέρομαι στα έγγραφα του ελληνικού Υπουργείου Γεωργίας αριθ. 166600, της 2ας Απριλίου 1999, και αριθ. 158045, της 19ης Ιουνίου 1998 (παραρτήματα 39 και 40 της προσφυγής).
(84) - Υπο μορφή των παραρτημάτων 41 έως 44 της προσφυγής.
Full & Egal Universal Law Academy