Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Εισαγωγή
1. Το υπό κρίση προδικαστικό ερώτημα αφορά το ζήτημα αν ένας αποβιώσας 30 έτη πριν από τη δημιουργία της Κοινότητας μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις των συνθηκών και, ιδίως, την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας. Αυτή η σύνθεση, αν και λίγο απλοϊκή, έχει το πλεονέκτημα ότι εφιστά την προσοχή στις ιδιαιτερότητες του νομικού καθεστώτος των δικαιωμάτων καλλιτεχνικής ή πνευματικής δημιουργίας. Θέλησα να μειώσω την ασάφεια που χαρακτηρίζει αυτές τις νομικές κατασκευές, ελλείψει εναρμονίσεων της νομοθεσίας σε διεθνή κλίμακα, προσδίδοντάς τους - κατά κάποιον τρόπο - ορισμένη ιθαγένεια, που αντιστοιχεί γενικώς σε εκείνη του δημιουργού τους.
Το νομικό πλαίσιο
Το εθνικό δίκαιο
2. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργία προστατευόταν στη Γερμανία από το νόμο περί δικαιωμάτων δημιουργού και συγγενών δικαιωμάτων [Gesetz über Urheberrecht und verwandte Schutzrechte (Urheberrechtsgesetz)· στο εξής: UrhG], όπως ίσχυε το 1965 . Στο πλαίσιο αυτού του νομοθετικού κειμένου, γινόταν διάκριση μεταξύ της προστασίας των έργων Γερμανών υπηκόων και εκείνης των έργων αλλοδαπών δημιουργών.
3. Ενώ οι πρώτοι απολάμβαναν προστασίας, σύμφωνα με το γερμανικό νομοθετικό καθεστώς, για όλα τα έργα τους, παρουσιασθέντα ή μη, ανεξαρτήτως του τόπου της πρώτης παρουσιάσεώς τους (άρθρο 120, παράγραφος 1, του UrhG), οι δεύτεροι απολάμβαναν αυτού του προνομίου μόνο για τα έργα που είχαν παρουσιαστεί για πρώτη φορά στη Γερμανία (άρθρο 121, παράγραφος 1, του UrhG).
Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι αλλοδαποί δημιουργοί απολάμβαναν της προστασίας των δικαιωμάτων τους που εξασφάλιζαν οι διατάξεις των διεθνών συνθηκών.
4. Η προστασία που παρέχεται στους Γερμανούς υπηκόους λήγει 70 έτη μετά τον θάνατο του δημιουργού, τα οποία υπολογίζονται από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους (άρθρα 64 και 69 του UrhG).
5. Στο ιταλικό δίκαιο, κατά το άρθρο 25 του νόμου της 22ας Απριλίου 1941 και το άρθρο του νομοθετικού διατάγματος της 20ής Ιουλίου 1945 , η διάρκεια της προστασίας των δικαιωμάτων του δημιουργού είναι 56 έτη από τον θάνατό του.
Το διεθνές δίκαιο
6. Η βασική διεθνής συμφωνία στον τομέα της προστασίας των δικαιωμάτων του δημιουργού είναι η Σύμβαση της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων της 9ης Σεπτεμβρίου 19886, που έχει εφαρμογή στη υπό κρίση υπόθεση όπως ίσχυε βάσει της ράξεως των αρισίων της 24ης Ιουλίου 1971, που τροποποιήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1979 (στο εξής: Σύμβαση της Βέρνης).
7. Κατά το άρθρο 7 της Συμβάσεως της Βέρνης, η διάρκεια της προστασίας περιλαμβάνει τη ζωή του δημιουργού και 50 έτη μετά τον θάνατό του (παράγραφος 1), που υπολογίζονται από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους (παράγραφος 5). Οι συμβαλλόμενοι μπορούν, ωστόσο, να συμφωνήσουν μεγαλύτερη διάρκεια προστασίας (παράγραφος 6).
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η διάρκεια προστασίας θα διέπεται από τον νόμο της χώρας όπου ζητείται η προστασία· ωστόσο, αν δεν ορίζεται διαφορετικά βάσει αυτής της νομοθεσίας, δεν θα υπερβαίνει τη διάρκεια που ορίζεται στη χώρα προελεύσεως του έργου (παράγραφος 8). Αυτό το καθεστώς καλείται συνήθως, εν συντομία, «σύγκριση της διάρκειας προστασίας».
Η γερμανική νομοθεσία «δεν περιέχει διαφορετική ρύθμιση», υπό την έννοια της τελευταίας παραγράφου του άρθρου 7 της Συμβάσεως της Βέρνης.
8. Οι περιορισμοί που ορίζονται σ' αυτή την παράγραφο επαναλήφθηκαν στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (ΣΔΙΕ) . Αυτή η συμφωνία προβλέπει επίσης ότι τα κράτη που την υπέγραψαν συμμορφώνονται προς τα άρθρα 1 έως 21 και το παράρτημα της Συμβάσεως της Βέρνης (άρθρο 9).
Το κοινοτικό δίκαιο
Η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας
9. Το άρθρο 12 ΕΚ (πρώην άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ) ορίζει, στο πρώτο εδάφιο:
«Εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας Συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.»
Η εναρμόνιση της προστασίας των δικαιωμάτων δημιουργού
10. Στις 29 Οκτωβρίου 1993, το Συμβούλιο εξέδωσε την οδηγία 93/98/ΕΟΚ περί εναρμονίσεως της διάρκειας προστασίας του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και ορισμένων συγγενών δικαιωμάτων (στο εξής: οδηγία 93/98) . Τα κράτη μέλη έπρεπε να προσαρμόσουν το εσωτερικό τους δίκαιο στην οδηγία πριν από την 1η Ιουλίου 1995.
11. Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας, η διάρκεια προστασίας που προβλέπεται από την οδηγία εφαρμόζεται σε όλα τα έργα και αντικείμενα προστασίας που, κατά την ημερομηνία μεταφοράς, προστατεύονται σε ένα τουλάχιστον κράτος μέλος.
12. Την 1η Ιουλίου 1995, τα έργα του G. Puccini δεν προστατεύονταν σε κανένα κράτος μέλος.
Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη
13. Η ενάγουσα στην κύρια δίκη, G. Ricordi & Co. Bühnen- und Musikverlag GmbH (στο εξής: Ricordi) εντάσσεται σε γνωστό εκδοτικό οίκο, που ειδικεύεται στην παρουσίαση μουσικής σε έντυπη μορφή και μικρών βιβλίων. Διαθέτει τα δικαιώματα διοργανώσεως παραστάσεων της όπερας «La Bohème» του Ιταλού συνθέτη Giacomo Puccini, που απεβίωσε το 1924.
14. Η όπερα «La Bohème» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Teatro Regio του Τορίνο την 1η Φεβρουαρίου 1896 υπό τη διεύθυνση του Arturo Toscanini. Το βιβλίο, που έχουν γράψει οι Luigi Illica και Guiseppe Giacosa, έχει εμπνευστεί από το μυθιστόρημα του Henri Murger «Scènes de la vie de bohème», που δημοσιεύθηκε το 1847 με μεγάλη επιτυχία. Αυτό το έργο ενέπνευσε επίσης μια οπέρα του Leoncavallo με τον ίδιο τίτλο, η πρώτη παρουσίαση της οποίας έγινε στη Fenice της Βενετίας στις 5 Μα_ου 1897 .
15. αρά το γεγονός ότι η «La Bohème» γνώρισε μεγάλη επιτυχία ήδη από τις πρώτες παραστάσεις, ένα μέρος της κριτικής, που αμφισβητούσε την πατρότητά της, φάνηκε επιφυλακτικό , αλλά τούτη γνώρισε θριάμβους στα θέατρα όλου του κόσμου. Ο Thomas A. Edison είχε δίκιο όταν έγραψε ότι «οι άνθρωποι πεθαίνουν και οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά τα τραγούδια της "La Bohème" θα ζουν για πάντα» . Ο Ernst Kraus θεωρεί τη «La Bohème», διαισθητικό μίγμα πνεύματος, πάθους και χρωμάτων, το αριστούργημα του Puccini , και υπογραμμίζει την ενορχήστρωση και το μεγάλο ταλέντο συνδυασμού των οργάνων του συνθέτη, που ο Verdi ήταν ο πρώτος που εκτίμησε .
16. Μετά τη δημιουργία της, η «La Bohème» παρουσιάστηκε σε ολόκληρο τον κόσμο. Κατ' αρχάς στο αλέρμο, έπειτα στο Μάντσεστερ, τη Hofoper του Βερολίνου, το 1898 στην Opéra Comique του αρισιού, στο Liceo της Βαρκελώνης και στο Teatro Príncipe Alfonso της Μαδρίτης, το 1900 στη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης. Στις 5 Απριλίου 1925, ερμηνεύθηκε από τον Miguel Fleta και τη Matilde Revenga, υπό τη διεύθυνση του Saco de Valle στο Teatro Real της Μαδρίτης, τελευταίο έργο που παρουσιάστηκε πριν από το κλείσιμό του, που θα διαρκούσε μέχρι τη δεκαετία του '70 .
17. Η διάδοση αυτής της όπερας δίνει μια ιδέα για τη σημασία των δικαιωμάτων δημιουργού και των οικονομικών συνεπειών που μπορεί να έχει η ερμηνεία που ζητεί το αιτούν δικαστήριο.
18. Το ομόσπονδο κράτος της Έσσης, εναγόμενο στην κύρια δίκη, εκμεταλλεύεται το Staatstheater (Κρατικό Θέατρο) του Wiesbaden.
19. Κατά τις περιόδους 1993/94 και 1994/95, το Staatstheater του Wiesbaden ανέβασε πολλές φορές την όπερα «La Bohème» του Giacomo Puccini, χωρίς την έγκριση του εκδοτικού οίκου Ricordi.
20. Ενώ η Ricordi θεωρούσε ότι τα έργα του Puccini προστατεύονταν στη Γερμανία μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1994, ημερομηνία λήξεως της διάρκειας προστασίας εβδομήντα ετών μετά τον θάνατο του δημιουργού, που προκύπτει από τη μη εισάγουσα διακρίσεις εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας (άρθρο 120 και 121 του UrhG) , το ομόσπονδο κράτος της Έσσης υποστήριξε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 της Συνθήκης της Βέρνης , η «La Bohème» δεν απολάμβανε της διάρκειας προστασίας των 56 ετών που χορηγούσε το ιταλικό δίκαιο, οπότε αυτή είχε λήξει στις 31 Δεκεμβρίου 1980.
21. Σ' αυτό το πλαίσιο, η Ricordi υπέβαλε το αίτημά της, που έγινε δεκτό από το Landgericht, δικαστήριο αρμόδιο για την εκδίκαση, σε πρώτο βαθμό, αστικών υποθέσεων με αυξημένου ύψους αντικείμενο διαφοράς και αγωγών αποζημιώσεως κατά της διοικήσεως. Το Landgericht έκανε δεκτό το αίτημα.
22. Η έφεση που άσκησε το εναγόμενο ενώπιον του Oberlandesgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν απορρίφθηκε.
23. Εν συνεχεία, το ομόσπονδο κράτος της Έσσης άσκησε αναίρεση (Revision) ενώπιον του Bundesgerichtshof με την οποία επανυπέβαλε το αίτημά της περί απορρίψεως του αρχικού αιτήματος.
Το προδικαστικό ερώτημα
24. Στο πλαίσιο της τελευταίας διαδικασίας, το πρώτο πολιτικό τμήμα του Bundesgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 234, πρώτο και τρίτο εδάφιο, ΕΚ, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Εφαρμόζεται η απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 12, πρώτο εδάφιο, ΕΚ σε περιπτώσεις στις οποίες ο αλλοδαπός δημιουργός είχε ήδη αποβιώσει κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης στο κράτος του οποίου είχε την ιθαγένεια, αν, σε αντίθετη περίπτωση, η εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου θα συνεπαγόταν άνιση μεταχείριση όσον αφορά τη διάρκεια προστασίας αφενός των έργων του αλλοδαπού δημιουργού και αφετέρου των έργων ενός επίσης προ της ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης αποβιώσαντος ημεδαπού δημιουργού;»
Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και οι παρατηρήσεις των παρισταμένων
25. Εκτός από τους διαδίκους στην κύρια δίκη, παρέστησαν επίσης η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Μόνον το ομόσπονδο κράτος της Έσσης πρότεινε να δοθεί αρνητική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
26. Κατά το ομόσπονδο κράτος της Έσσης, η άνιση μεταχείριση εν προκειμένω δεν είναι αποτέλεσμα της ιθαγένειας του δημιουργού αλλά της διαφοράς των εθνικών συστημάτων παροχής προστασίας. Η χορήγηση αυτής της προστασίας έχει μόνον έμμεση σχέση με την ιθαγένεια του δημιουργού.
27. Επιπλέον, το ομόσπονδο κράτος της Έσσης εκτιμά ότι η απαγόρευση διακρίσεων βάσει του άρθρου 12 ΕΚ δεν έχει εφαρμογή, διότι τόσο η πρώτη παρουσίαση του έργου όσο και ο θάνατος του δημιουργού επήλθαν προ της ενάρξεως της ισχύος της Συνθήκης.
28. Η Ricordi θεωρεί, όπως και η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ότι η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας εφαρμόζεται επίσης στα αποτελέσματα καταστάσεων που δημιουργήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης της Ρώμης. Αυτή η άποψη επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου και τις νομοθετικές εργασίες του Συμβουλίου, ήτοι την οδηγία 93/98. Αυτό το κείμενο έθεσε την αρχή της πλήρους εφαρμογής του άρθρου 12 ΕΚ για καταστάσεις που προέκυψαν πριν από το 1958.
29. Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, η γερμανική νομοθεσία είναι ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο καθόσον θεσπίζει έμμεση διάκριση κατά κατόχων δικαιωμάτων δημιουργού που έχουν κανονικά την ίδια ιθαγένεια όπως εκείνος, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των διαδόχων του.
Ανάλυση του προδικαστικού ερωτήματος
30. Τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και οι λοιποί παριστάμενοι θεωρούν ότι η εφαρμογή του γερμανικού δικαίου στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να συνεπάγεται απαγορευμένη από το άρθρο 12 ΕΚ έμμεση διάκριση. Ωστόσο, κρίσιμο είναι το ζήτημα εάν το νομικό πρόβλημα πρέπει να προσεγγιστεί κατά τρόπο διαφορετικό.
31. Κατά το μέτρο που το πρόσωπο του δημιουργού λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να διευκρινιστεί το περιεχόμενο του δικαιώματος του δημιουργού, μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι μη δικαιολογημένη αντικειμενικώς διαφορετική μεταχείριση συνιστά μορφή άμεσης διακρίσεως λόγω ιθαγένειας.
32. Ωστόσο, εν προκειμένω, το δικαίωμα δημιουργού επικαλείται μια εταιρία γερμανικού δικαίου, που έχει συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο αυτής της χώρας. αρά τη δυνατότητα διαβιβάσεως των δικαιωμάτων δημιουργού, μπορεί να θεωρηθεί ότι η διαφορετική μεταχείριση που τους επιφυλάσσει το γερμανικό δίκαιο συνιστά έμμεση διάκριση λόγω ιθαγένειας, διότι θίγει στατιστικά πολύ περισσότερους υπηκόους κρατών μελών απ' ό,τι ημεδαπούς.
33. Τέλος, μπορούμε να εμβαθύνουμε την προβληματική και να διερωτηθούμε αν είναι κρίσιμο να θεωρηθεί αυτή η διάκριση εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή των υπηρεσιών. Η μικτή, προσωπική και οικονομική ή πατροπαράδοτη φύση των δικαιωμάτων δημιουργού, που είναι πηγή δόξας και πλούτου, οδηγεί σε αυτό το ερώτημα . Επομένως, σε περίπτωση ταυτόχρονης εφαρμογής των περιορισμών που επιτρέπει το άρθρο 30 ΕΚ και της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, η άνιση μεταχείριση πρέπει να τύχει χωριστής εξετάσεως ενόψει καθεμιάς από αυτές τις αρχές.
34. Θεωρώ ωστόσο ότι η νομολογία του Δικαστηρίου ως έχει επί του παρόντος καθιστά περιττά τα ερωτήματα αυτού του τύπου και ότι το πρόβλημα της ουσίας μπορεί να προσεγγιστεί απευθείας.
35. Όπως δέχεται το σύνολο των παρισταμένων, η απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1993, Phil Collins κ.λπ. , συνιστά το σημείο εκκινήσεως της εξετάσεως σχετικά με την εφαρμογή της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 12 ΕΚ ειδικά όσον αφορά τα δικαιώματα του δημιουργού.
36. Οι διαφορές της κύριας δίκης που οδήγησαν στην έκδοση αυτής της προδικαστικής αποφάσεως αφορούσαν την εφαρμογή άλλων διατάξεων του ίδιου γερμανικού νόμου με τον έχοντα εφαρμογή εν προκειμένω. Επρόκειτο για την εξέταση του ζητήματος αν στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου μπορεί να γίνει δεκτό να μπορεί να αναγνωρίζεται, εντός ενός κράτους μέλους, σε έναν ημεδαπό δημιουργό η δυνατότητα απαγορεύσεως της εμπορίας της καταγραφής, με την έγκρισή του, ενός θεάματος που είχε παρουσιαστεί στην αλλοδαπή, ενώ, υπό τις ίδιες συνθήκες, αυτή η δυνατότητα δεν παρέχεται σε δημιουργό άλλου κράτους μέλους.
37. ροτού δώσει συγκεκριμένη απάντηση σ' αυτό το ερώτημα, το Δικαστήριο εξέτασε, κατά τρόπο γενικό, αν τα δικαιώματα δημιουργού και τα συγγενή δικαιώματα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης υπό την έννοια του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, που αντιστοιχεί στο νυν άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, ΕΚ.
38. Η συλλογιστική που ακολούθησε το κοινοτικό δικαστήριο είναι πειστική στην απλότητά της. Αναγνωρίζοντας την έλλειψη εναρμονίσεως στον τομέα και την αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη που αυτή συνεπάγεται, το Δικαστήριο υπογράμμισε την ουσιαστικά οικονομική φύση των δικαιωμάτων δημιουργού, καθόσον η εμπορική τους εκμετάλλευση συνιστά πηγή αμοιβής του δικαιούχου τους. Γι' αυτόν τον λόγο, αυτά τα δικαιώματα, παρά το γεγονός ότι διέπονται από εθνικούς νόμους, υπόκεινται στις επιταγές της Συνθήκης και εμπίπτουν, ως εκ τούτου, στο πεδίο εφαρμογής της τελευταίας.
39. Κατά την ίδια απόφαση, τα δικαιώματα του δημιουργού, όπως και τα άλλα είδη αποκλειστικών δικαιωμάτων που απορρέουν από την πνευματική και καλλιτεχνική ιδιοκτησία, μπορούν να επηρεάζουν τις συναλλαγές αγαθών και υπηρεσιών καθώς και τις σχέσεις ανταγωνισμού στο εσωτερικό της Κοινότητας. Επομένως, υπόκεινται στις διατάξεις των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων , των άρθρων 49 ΕΚ και 55 ΕΚ, όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών από εταιρίες διαχειρίσεως αυτών των δικαιωμάτων και, τέλος, των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού .
40. Το Δικαστήριο μπόρεσε να συναγάγει από τα προεκτεθέντα ότι τα δικαιώματα δημιουργού τα οποία, λόγω των αποτελεσμάτων τους επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου προϊόντων και υπηρεσιών, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, «υπόκεινται αναγκαίως, χωρίς μάλιστα να χρειάζεται να υπαχθούν στις ειδικές διατάξεις των άρθρων [28 ΕΚ, 30 ΕΚ, 49 ΕΚ και 55 ΕΚ], στη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που τίθεται από το άρθρο [12], πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης» .
41. Επιβάλλεται να στηριχθούμε σ' αυτή τη σημαντική, κατηγορηματική και αναμφίβολη δήλωση, προκειμένου να διαλύσουμε τις αμφιβολίες του Bundesgerichtshof.
42. Το γεγονός που διακρίνει την παρούσα υπόθεση από την προπαρατεθείσα νομολογία είναι ότι, αντιθέτως απ' ό,τι συνέβαινε με τους Βρετανούς υπηκόους Phil Collins και Cliff Richard, ο Ιταλός συνθέτης italien Giacomo Puccini είχε αποβιώσει ήδη πολλές δεκαετίες πριν από τη θέση σε ισχύ, την 1η Ιανουαρίου 1958, της ιδρυτικής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Συνθήκης και της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας. Είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν αυτό το γεγονός αρκεί για να οδηγήσει σε διαφορετική από την εκτεθείσα λύση.
43. Μπορώ εκ προοιμίου να πω ότι δεν είμαι αυτής της άποψης. Για να συμβεί τούτο, το άρθρο 12 ΕΚ θα έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή υπό την προηγούμενη προϋπόθεση ότι μπορεί να γίνει επίκλησή του. Τέτοια προϋπόθεση δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από την ίδια τη διάταξη, ούτε από τη νομολογία του Δικαστηρίου ούτε, ακόμη λιγότερο, από το πνεύμα των συνθηκών.
44. Το άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, ορίζει, με σαφείς όρους: απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.
45. Τούτο σημαίνει ότι, εκτός αν δικαιολογείται αντικειμενικώς και είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, κάθε ανισότητα στη μεταχείριση που βασίζεται στην ουσία στο κριτήριο της ιθαγένειας αντίκειται στη Συνθήκη, είτε καταγγέλεται από το πρόσωπο που υπέστη τη ζημία είτε από κάθε άλλο πρόσωπο που αποδεικνύει έννομο συμφέρον.
46. Η εγκαθίδρυση ενιαίας αγοράς δεν συνεπάγεται μόνον την αναγνώριση στους υπηκόους ενός κράτους μέλους του δικαιώματος ασκήσεως κάθε νόμιμου τύπου οικονομική δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος υπό τις ίδιες συνθήκες όπως και οι υπήκοοι αυτού του τελευταίου, αλλά επίσης, στους τομείς που καλύπτει η Συνθήκη, την εγκατάλειψη απλώς της ιθαγένειας ως νομίμου κριτηρίου για την απόδοση νομικού περιεχομένου στις οικονομικές σχέσεις και τη ρύθμιση της εξελίξεώς τους. Κατά την άποψή μου, αυτή είναι η κύρια πρόσθετη αξία του άρθρου 12 ΕΚ σε σχέση με τόσες άλλες διατάξεις της Συνθήκης που έχουν παρόμοιο αντικείμενο.
47. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η εγκατάλειψη του κριτηρίου της ιθαγένειας προκύπτει απευθείας από την απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 12 ΕΚ. Με άλλα λόγια, δεν είναι αναγκαίο να προβούμε στη στατιστική εξέταση ή στην εκτίμηση των δυνατοτήτων που επιβάλλει η έμμεση διάκριση. Επιπλέον, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η εν λόγω γερμανική νομοθεσία εμπίπτει στον ορισμό που το Δικαστήριο έδωσε σ' αυτή την έννοια. ράγματι, η έμμεση διάκριση καλύπτει την άνιση μεταχείριση η οποία, δια της εφαρμογής κριτηρίων διαχωρισμού άλλων από την ιθαγένεια, καταλήγει, στην ουσία, στο ίδιο αποτέλεσμα . Τούτο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση δεδομένου ότι το μειονέκτημα σχετίζεται με την ιθαγένεια .
Έτσι, διάταξη κράτους μέλους που επιφυλάσσει το ευεργέτημα ορισμένου οικονομικού δικαιώματος στους υπηκόους του αντίκειται απευθείας στο άρθρο 12 ΕΚ. Ωστόσο, μια ρύθμιση η οποία, παραδείγματος χάριν, θα χορηγούσε συγκεκριμένα πλεονεκτήματα στα δισέγγονα των Ιταλών υπηκόων ή στους γονείς Δανών τέκνων θα αντέκειτο επίσης απευθείας σε αυτό το άρθρο. Δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν, στατιστικώς, η πλειοψηφία των δισέγγονων των Ιταλών είναι Ιταλοί ή αν οι γονείς των Δανών τέκνων είναι, κατά γενικό κανόνα, Δανοί. Η απαγορευμένη διάκριση προκύπτει από την ίδια την επιλογή του παράγοντα παράνομου συσχετισμού, χωρίς η ζημία να είναι πρωταρχικό στοιχείο.
48. Αυτή η αντίληψη ακολουθείται, τουλάχιστον σιωπηρά, από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
49. Από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως C-326/92, που οδήγησε στην έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Phil Collins, προκύπτει ότι ο καλλιτέχνης τα δικαιώματα του οποίου αμφισβητούνται δεν ήταν ακόμη δικαιούχος κατά τη γένεση της διαφοράς αλλά τα είχε διαβιβάσει σε βρετανική εταιρία η οποία, με τη σειρά της, τα είχε εκχωρήσει σε γερμανική εταιρία.
Αν είχε επικρατήσει η υποκειμενική έννοια της διακρίσεως λόγω ιθαγενείας, το Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε αποφανθεί είτε ότι η άμεση διάκριση συνίστατο στη μείωση των οικονομικών επιπτώσεων λόγω της εκχωρήσεως των δικαιωμάτων του δημιουργού, που προκύπτει από τη λιγότερο ευμενή μεταχείριση που του επεφύλασσε το εθνικό δίκαιο, είτε ότι υφίστατο έμμεση διάκριση καθόσον, σε επίπεδο ποσοστών, οι δικαιούχοι αλλοδαπών δημιουργών είναι κατά κανόνα επίσης αλλοδαποί.
50. Το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ούτε κατά τον ένα ούτε κατά τον άλλο τρόπο, αλλά περιορίστηκε να αγνοήσει αυτό το γεγονός, κρίνοντας, όπως και στην υπόθεση C-92/92, στην οποία ο ζημιωθείς ήταν ο ίδιος ο δημιουργός . Ο κοινοτικός δικαστής αρκέστηκε να επιβεβαιώσει ότι η νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους που αποκλείει τους δημιουργούς των άλλων κρατών μελών και τους δικαιούχους τους, από το δικαίωμα που αναγνωρίζεται από αυτή την ίδια έννομη τάξη στους ημεδαπούς, απαγορεύσεως εμπορίας στο εσωτερικό της χώρας φωνογράφου που κατασκευάστηκε χωρίς την έγκρισή τους, αντίκειται στην απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας.
51. Από τα προεκτεθέντα συνάγω ότι το άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει, λόγω του εισάγοντος διάκριση χαρακτήρα της, κάθε λήψη υπόψη του κριτηρίου της ιθαγενείας προκειμένου να οριστεί - κατά τρόπο μειονεκτικό - το περιεχόμενο μιας ρυθμιζόμενης από τη Συνθήκη έννομης σχέσεως οικονομικής φύσεως.
52. To ομόσπονδο κράτος της Έσσης υποστηρίζει ότι η ανισότητα μεταχειρίσεως προκύπτει από την ανισότητα μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών και δεν έχει παρά μόνον έμμεση σχέση με την ιθαγένεια του δημιουργού.
Σε τούτο μπορεί να αντιταχθεί ότι η υλοποίηση, στη Γερμανία, του μηχανισμού συγκρίσεως των διαρκειών προστασίας που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 8, της Συμβάσεως της Βέρνης, όχι μόνον αναπαράγει, δι' αναπομπής, τις ανισότητες μεταχειρίσεως που προκύπτουν από τις διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών, αλλά συνεπάγεται επίσης δυσμενή μεταχείριση των άλλων αλλοδαπών, για τους οποίους η διάρκεια προστασίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τη χορηγούμενη στους Γερμανούς δημιουργούς και, για το ενδεχόμενο όπου η προστασία που αναγνωρίζεται από το κράτος μέλος καταγωγής τους είναι μικρότερης διάρκειας, ισχύει αυτή η μικρότερη διάρκεια. Αν το σύνολο των κρατών μελών εφάρμοζε ένα παρόμοιο καθεστώς, οι Γερμανοί δημιουργοί θα απολάμβαναν σε κάθε κράτος μέλος της μακρύτερης εκάστοτε ισχύουσας επιτρεπόμενης προστασίας, ενώ στη Γερμανία ουδείς δημιουργός θα μπορούσε να απολαμβάνει το ευεργέτημα μεγαλύτερης προστασίας. Το προστατευτικό αποτέλεσμα αυτού του μέτρου είναι πασιφανές.
53. Επομένως, φαίνεται ότι, κατά την αντικειμενική αντίληψη της διακρίσεως λόγω ιθαγένειας που μόλις εξέθεσα, το γεγονός ότι το εν λόγω πρόσωπο, και όχι το θύμα της διακρίσεως, απεβίωσε πριν ή μετά την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης, στερείται κάθε σημασίας εφόσον το μόνο κριτήριο που επιτρέπει να εξεταστεί αν η ανισότητα μεταχειρίσεως μπορεί να συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο είναι εκείνο των αντικειμενικών συλλογισμών, ανεξαρτήτων ιθαγενείας, που είναι ανάλογη με τον νομίμως επιδιωκόμενο σκοπό.
54. ροβλήθηκε ότι το εισάγον διάκριση μέτρο μπορούσε να δικαιολογηθεί. Η μόνη εξήγηση που προβλήθηκε είναι ότι το καθεστώς του άρθρου 7, παράγραφος 8, της Συμβάσεως της Βέρνης, ενθαρρύνει την ενίσχυση της προστασίας από όλους τους εθνικούς νομοθέτες, καθόσον χορηγεί λιγότερο ευμενή προστασία βάσει της εθνικής νομοθεσίας περί δικαιωμάτων δημιουργού, γεγονός που ευνοεί τα συμφέροντα όλων των δημιουργών.
55. Αυτός ο λόγος, παρά το γεγονός ότι είναι νόμιμος στο πλαίσιο των διεθνών συμβατικών σχέσεων, δεν μπορεί να γίνει δεκτός στο πλαίσιο ενός προγράμματος εντάξεως όπως εκείνο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που χαρακτηρίζεται από υποχρέωση αμοιβαίας πίστεως μεταξύ των κρατών μελών, το οποίο αντίκειται στη λογική κατά την οποία οι εθνικοί νομοθέτες επιβάλλουν μονομερώς τις νομοθετικές τους επιλογές. ράγματι, ελλείψει επαρκούς εναρμονίσεως, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε απλώς ότι η διάρκεια προστασίας των εβδομήντα ετών, που χορηγείται στη Γερμανία, είναι εκ φύσεως προτιμότερη από την κατώτερη διάρκεια που προβλέπει το ιταλικό δίκαιο. Επιπλέον, δεν διακυβεύονται μόνον τα συμφέροντα των δημιουργών.
56. Για παρόμοιους λόγους, δεν μπορεί να αντληθεί έγκυρο επιχείρημα από τη συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (ΣΔΙΕ), που επαναλαμβάνει τη συγκριτική μέθοδο του άρθρου 7, παράγραφος 8, της Συμβάσεως της Βέρνης . Αυτή η συμφωνία δεν εντάσσεται επίσης στη λογική της ολοκλήρωσεως και αμοιβαίας πίστεως που χαρακτηρίζουν την Κοινότητα και δεν μπορεί να αντιταχθεί έναντι τρίτων.
57. Τέλος, το ομόσπονδο κράτος της Έσσης κάνει μνεία της λύσεως που προκρίνει η οδηγία 93/98, που εναρμονίζει τη διάρκεια προστασίας μόνον των έργων που προστατεύονταν σε ένα τουλάχιστον κράτος μέλος την 1η Ιουλίου 1995.
58. Εκτός από το γεγονός ότι η οδηγία δεν διατηρεί ως κριτήριο την παραμονή εν ζωή του δημιουργού κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της Συνθήκης της Ρώμης - και ότι, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας που γίνεται δεκτή, τα έργα οι δημιουργοί των οποίων δεν έγιναν κοινοτικοί υπήκοοι και παρ' όλ' αυτά εμπίπτουν στο χρονικό πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης θα ήταν πολυάριθμα - το οποίο δεν επιτρέπει να συναγάγουμε οποιοδήποτε κανόνα ερμηνείας όσον αφορά την έκταση της απαγορεύσεως που προβλέπει το άρθρο 12 ΕΚ, ένα κείμενο παραγώγου δικαίου δεν μπορεί να περιορίσει την αποτελεσματικότητα μιας διατάξεως πρωτογενούς δικαίου και ακόμη λιγότερο την αποτελεσματικότητα μιας από τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού νομικού καθεστώτος.
59. Ελλείψει κάθε άλλης δυνατής δικαιολογήσεως του εισάγοντος διάκριση μέτρου, επιβάλλεται να θεωρηθεί ότι η προσβαλλόμενη εθνική νομοθεσία αντίκειται στην κοινοτική έννομη τάξη.
60. Στην εκτός ακροατηρίου διαδικασία στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, δεν μπόρεσα να εξετάσω τη σημασία που θα είχε η απόφαση του Δικαστηρίου αν αποφαινόταν όπως προτείνω. Ωστόσο, το Δικαστήριο θα μπορέσει, εξετάζοντας τα στοιχεία που διαθέτει και, μεταξύ άλλων, αν, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η αρχή της συγκρίσεως των διαρκειών προστασίας στα κράτη μέλη γινόταν δεκτή κατά τρόπο γενικό, να εκτιμήσει έτσι επαρκώς επιτακτικές σκέψεις ασφάλειας δικαίου που επιβάλλουν τον περιορισμό των αναδρομικών αποτελεσμάτων της νομολογίας του.
ρόταση
61. Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω το Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που έθεσε το Bundesgerichtshof:
«Εθνική νομοθετική ρύθμιση που οδηγεί στη χορήγηση κατώτερης προστασίας για ένα έργο λογοτεχνικό ή καλλιτεχνικό λόγω της ιθαγένειας του δημιουργού του αντίκειται στην απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που προβλέπει το άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, ΕΚ.»
Full & Egal Universal Law Academy