Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στην παρούσα υπόθεση, το Cour d'appel de Bruxelles (Βέλγιο) ερωτά το Δικαστήριο αν το κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα η τρίτη οδηγία περί ασφαλίσεως ζωής , απαγορεύει εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει ότι η πρόταση ασφαλίσεως ζωής ή, ελλείψει προτάσεως, η σύμβαση πρέπει να πληροφορεί τον ασφαλιζόμενο ότι η καταγγελία, η μείωση ή η εξαγορά ισχύουσας συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής, με σκοπό τη σύναψη άλλης συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής, είναι γενικώς επιζήμια για τον ασφαλιζόμενο.
Η κοινοτική νομοθεσία
2. Η τρίτη οδηγία περί ασφαλίσεως ζωής αποβλέπει στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα της πρωτασφαλίσεως ζωής, προκειμένου να διευκολυνθούν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που εδρεύουν στην Κοινότητα να αναλαμβάνουν υποχρεώσεις εντός της Κοινότητας .
3. Το προοίμιο της οδηγίας περιλαμβάνει τις εξής αιτιολογικές σκέψεις:
«(9) Εκτιμώντας ότι ορισμένες διατάξεις της παρούσας οδηγίας ορίζουν τους ελάχιστους κανόνες· ότι το κράτος μέλος [] καταγωγής μπορεί να θεσπίσει αυστηρότερους κανόνες για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια από τις δικές του αρμόδιες αρχές·
[...]
(19) ότι η εναρμόνιση του δικαίου που διέπει την ασφαλιστική σύμβαση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς των ασφαλίσεων· ότι, κατά συνέπεια, η δυνατότητα που δίδεται στα κράτη μέλη να επιβάλλουν την εφαρμογή της νομοθεσίας τους στις ασφαλιστικές συμβάσεις που καλύπτουν υποχρεώσεις στο έδαφός τους, παρέχει επαρκείς εγγυήσεις στους αντισυμβαλλομένους·
(20) ότι, στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, η δυνατότητα πρόσβασης σ' ένα ευρύτερο φάσμα ασφαλιστικών προϊόντων στην Κοινότητα, προκειμένου να είναι δυνατή η επιλογή του καταλληλότερου για τις ανάγκες του προϊόντος, αποβαίνει προς το συμφέρον του αντισυμβαλλομένου· ότι εναπόκειται στο κράτος μέλος της υποχρέωσης [] να μεριμνά ώστε να μην υπάρχει στο έδαφός του κανένα εμπόδιο για την εμπορία όλων των ασφαλιστικών προϊόντων που προσφέρονται στην Κοινότητα, εφόσον η εμπορία των προϊόντων αυτών δεν αντιβαίνει στις νομικές διατάξεις περί προστασίας του γενικού συμφέροντος που ισχύουν στο κράτος μέλος της υποχρέωσης και, στο μέτρο που το γενικό συμφέρον δεν διασφαλίζεται από τους κανόνες του κράτους μέλους καταγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές πρέπει να εφαρμόζονται, κατά τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις, σε κάθε επιχείρηση η οποία ασκεί τις δραστηριότητές της στο εν λόγω κράτος μέλος και είναι αντικειμενικά απαραίτητες και ανάλογες με τον επιδιωκόμενο στόχο·
[...]
(23) ότι, στα πλαίσια της ενιαίας ασφαλιστικής αγοράς, ο καταναλωτής θα διαθέτει μεγαλύτερο πεδίο επιλογής και μεγαλύτερη ποικιλία συμβάσεων· ότι, για να επωφεληθεί πλήρως από την ποικιλομορφία και τον αυξημένο ανταγωνισμό, πρέπει να είναι επαρκώς ενημερωμένος ώστε να επιλέγει τη σύμβαση που ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες του· ότι αυτή η ανάγκη ενημέρωσης αποβαίνει σημαντικότερη και λόγω της πολύ μεγάλης διάρκειας των υποχρεώσεων· ότι πρέπει, ως εκ τούτου, να επέλθει συντονισμός ενός ελάχιστου αριθμού διατάξεων ώστε ο καταναλωτής να ενημερώνεται με ασφήνεια και ακρίβεια ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά των προσφερόμενων προϊόντων και ως προς τα στοιχεία των φορέων που είναι αρμόδιοι για την εξέταση απαιτήσεων των αντισυμβαλλομένων, των ασφαλισμένων ή των δικαιούχων της συμβάσεως».
4. Το άρθρο 31 της οδηγίας ορίζει:
«1. ριν συναφθεί η ασφαλιστική σύμβαση, πρέπει να ανακοινώνονται στον αντισυμβαλλόμενο τουλάχιστον οι πληροφορίες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ, σημείο Α.
2. Ο αντισυμβαλλόμενος πρέπει να ενημερώνεται καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης για τις τροποποιήσεις που αφορούν τις πληροφορίες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ, σημείο Β.
3. Το κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης δεν μπορεί να απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να χορηγούν πληροφορίες επιπλέον εκείνων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ, παρά μόνο στην περίπτωση που οι πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητες για τη σωστή κατανόηση των βασικών στοιχείων της υποχρέωσης εκ μέρους του αντισυμβαλλόμενου.
4. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής τους παρόντος άρθρου και του παραρτήματος ΙΙ θεσπίζονται από το κράτος μέλος της υποχρέωσης.»
5. Το παράρτημα ΙΙ έχει τίτλο «ληροφορίες προς τους αντισυμβαλλόμενους». ροκαταρκτικά διευκρινίζεται ότι:
«Οι ακόλουθες πληροφορίες πρέπει να γνωστοποιούνται στον αντισυμβαλλόμενο είτε (Α) πριν από τη σύναψη της σύμβασης είτε (Β) κατά τη διάρκεια της σύμβασης, διατυπώνονται με σαφήνεια και ακρίβεια και παρέχονται γραπτώς σε μία επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους της ασφαλιστικής υποχρέωσης. [...]»
6. Στο σημείο A του παραρτήματος ΙΙ περιλαμβάνεται λεπτομερής πίνακας των πληροφοριών σχετικά με την ασφαλιστική επιχείρηση και την ασφαλιστική υποχρέωση:
«α.4 Ορισμός των παροχών και προαιρέσεων.
α.5 Διάρκεια της συμβάσεως.
α.6 Τρόπος καταγγελίας της συμβάσεως.
α.7 Λεπτομέρειες και διάρκεια καταβολής των ασφαλίστρων.
α.8 Τρόπος υπολογισμού και διανομής των συμμετοχών στο κέρδη.
α.9 ροσδιορισμός των αξιών εξαγοράς και της έκτασης εις την οποία αυτές είναι εγγυημένες.
α.10 ληροφορίες για τα ασφάλιστρα που αφορούν κάθε εγγύηση, [...]».
7. Το σημείο Β του παραρτήματος ΙΙ προβλέπει ότι στον αντισυμβαλλόμενο πρέπει να παρέχονται (1) λεπτομερείς πληροφορίες για κάθε μεταβολή σχετική με την ασφαλιστική επιχείρηση, (2) κάθε πληροφορία σχετική με την ασφαλιστική υποχρέωση που προβλέπεται στο σημείο Α σε περίπτωση τροποποιήσεως της συμβάσεως ή της εφαρμοστέας νομοθεσίας και (3) ετήσια πληροφόρηση σχετικά με την κατάσταση της συμμετοχής στα κέρδη.
8. Είναι ίσως χρήσιμο στο στάδιο αυτό να υπομνησθούν τα διάφορα μέσα που υπάρχουν για τη λύση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (ή της συμβάσεως, κατά την ορολογία που χρησιμοποιεί η οδηγία) για την οποία γίνεται λόγος στην προκειμένη περίπτωση. Ο ασφαλιζόμενος ο οποίος δεν επιθυμεί πλέον να καταβάλλει ασφάλιστρα στο πλαίσιο ασφαλιστικής συμβάσεως ζωής διαθέτει αρκετές επιλογές. Όταν η ασφάλιση δεν έχει καμιά αξία εξαγοράς, μπορεί απλούστατα να την καταγγείλει διακόπτοντας την καταβολή ασφαλίστρων. Αντιθέτως, όταν η ασφάλιση έχει μια αξία εξαγοράς, ο ασφαλιζόμενος μπορεί να την εξαγοράσει και η ασφαλιστική επιχείρηση να του καταβάλει το ποσό. Ομοίως, ο ασφαλιζόμενος μπορεί να επιθυμεί να διακόψει την πληρωμή ασφαλίστρων ενώ διατηρεί την ασφάλιση, όμως το ασφαλισθέν ποσό μειώνεται προκειμένου να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το ύψος των πραγματικά καταβληθέντων ασφαλίστρων είναι μικρότερο εκείνου που είχε προβλεφθεί· πρόκειται για τη μείωση.
Η εθνική νομοθεσία
9. Η επίμαχη εθνική νομοθεσία είναι το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος της 17ης Δεκεμβρίου 1992, περί της δραστηριότητας ασφαλίσεως ζωής. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, αυτού του βασιλικού διατάγματος προβλέπει: «Η πρόταση ή, ελλείψει προτάσεως, η σύμβαση πρέπει να πληροφορεί τον ασφαλιζόμενο ότι η καταγγελία, η μείωση, η εξαγορά ισχύουσας συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής, με σκοπό τη σύναψη άλλης συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής, είναι γενικώς επιζήμια για τον ασφαλιζόμενο».
10. Το εθνικό δικαστήριο διευκρινίζει στη διάταξη περί παραπομπής ότι το βασιλικό διάταγμα της 17ης Δεκεμβρίου 1992, περί της δραστηριότητας ασφαλίσεως ζωής, εκδόθηκε προκειμένου να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο η τρίτη οδηγία περί ασφαλίσεως ζωής. Ωστόσο, η Επιτροπή ανέφερε, με τις γραπτές της παρατηρήσεις, ότι οι βελγικές αρχές τής γνωστοποίησαν ότι η οδηγία είχε μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο με τρία βασιλικά διατάγματα το 1994 . Ειδικότερα, το άρθρο 31 και το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο κατά λέξη με δύο από τα διατάγματα αυτά .
Η διαφορά της κύριας δίκης
11. Η διάταξη περί παραπομπής διευκρινίζει μόνον ότι η Axa Royale Belge SA (στο εξής: Axa), στη διαφορά της κύριας δίκης ζητεί να κριθεί ότι, i) παραβαίνοντας τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος της 17ης Δεκεμβρίου 1992, η Stratégie Finance Sprl (στο εξής: Stratégie Finance) παρέβη το εθνικό δίκαιο περί των θεμιτών εμπορικών πρακτικών και ii) να διαταχθεί η παύση της πρακτικής αυτής. Από τον φάκελο προκύπτει ότι η διαφορά προέκυψε από τη συμπεριφορά ενός ασφαλιστικού πράκτορα που πρότεινε ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής αφού είχε διαγράψει την ένδειξη η οποία περιείχε την προειδοποίηση που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, πράγμα που παρακινούσε έτσι τους ασφαλιζόμενους να αντικαταστήσουν τις ισχύουσες συμβάσεις που είχαν συνάψει με την AXA.
12. ροτού αποφανθεί επί της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιόν του, το Cour d'appel de Bruxelles ζητεί από το Δικαστήριο να το πληροφορήσει αν, υπό το φως των στόχων της οδηγίας 92/96, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν όπως ο καταναλωτής ο οποίος σχεδιάζει να προβεί στην καταγγελία, τη μείωση ή την εξαγορά μιας ισχύουσας συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής, με σκοπό τη σύναψη άλλης συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής, πρέπει να πληροφορείται για τον γενικώς επιζήμιο χαρακτήρα μιας τέτοιας πράξεως.
13. Η AXA παρατήρησε ότι το Cour d'appel de Bruxelles εσφαλμένως αναφέρει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος έχει εφαρμογή στον καταναλωτή ο οποίος σχεδιάζει να προβεί στην καταγγελία, μείωση ή εξαγορά μιας ισχύουσας συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής, αφού, κατά λέξη, στην πράξη το άρθρο αυτό έχει εφαρμογή σε κάθε πρόσωπο το οποίο προβλέπει να λύσει τη σύμβαση ασφαλίσεως ζωής. Δεχόμενο ότι η ερμηνεία αυτή είναι ορθή, δεν βλέπω ωστόσο σε τι η ανάλυση του Cour d'appel επηρεάζεται στο μέτρο που είναι σαφές ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, δεν αναπτύσσει τα αποτελέσματά του, στην πράξη, παρά μόνον όταν ο καταναλωτής προβλέπει να λύσει την ισχύουσα σύμβαση προκειμένου να την αντικαταστήσει με νέα σύμβαση.
14. Στη διάταξή του περί παραπομπής, το Cour d'appel θέτει το ερώτημα του συμβιβαστού προς την οδηγία του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος υπό την έννοια ότι:
- ο καταναλωτής, οσάκις πληροφορείται «τον γενικώς επιζήμιο χαρακτήρα» της καταγγελίας, της εξαγοράς ή της μειώσεως της ισχύουσας συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής, δεν παρακινείται να συγκρίνει τα διάφορα ασφαλιστικά προϊόντα που προσφέρονται εντός της Κοινότητας προκειμένου να επιλέξει απ' αυτά εκείνο που προσιδιάζει καλύτερα στις ανάγκες του, αλλά μάλλον ενθαρρύνεται να διατηρήσει την ισχύουσα σύμβαση, ενώ προκύπτει ακριβώς από το προοίμιο της οδηγίας ότι αυτή έχει ως σκοπό να εξασφαλίζει στον ασφαλιζόμενο την πρόσβαση σε ένα ευρύτερο φάσμα ασφαλιστικών προϊόντων εντός της Κοινότητας, προκειμένου να είναι δυνατή η επιλογή εκείνου που προσιδιάζει καλύτερα προς τις ανάγκες του, μεριμνώντας, μεταξύ άλλων, όπως ο ασφαλιζόμενος έχει σαφή και ακριβή πληροφόρηση ως προς τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των προϊόντων που του προσφέρονται,
- η υποχρέωση πληροφορήσεως του ασφαλιζομένου ως προς τον γενικώς επιζήμιο χαρακτήρα της καταγγελίας, της εξαγοράς ή της μειώσεως της ισχύουσας συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής, με σκοπό τη σύναψη άλλης συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής, είναι ικανή να παράσχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στους ασφαλιστές οι οποίοι δραστηριοποιούνται στο εθνικό έδαφος κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του εν λόγω βασιλικού διατάγματος, ενώ από το προοίμιο της οδηγίας προκύπτει ότι απόκειται στο κράτος μέλος όπου αναλαμβάνεται η υποχρέωση να μεριμνά ώστε να μην υπάρχει κανένα εμπόδιο στο έδαφός του για την εμπορία όλων των ασφαλιστικών προϊόντων που προσφέρονται εντός της Κοινότητας,
- το γενικό συμφέρον που υπάρχει στο να πληροφορείται ο καταναλωτής για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η καταγγελία, η μείωση ή η εξαγορά μιας ισχύουσας συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής, με σκοπό τη σύναψη άλλης συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής, δεν φαίνεται να καλύπτεται από την απλή προειδοποίηση ως προς τον γενικώς επιζήμιο χαρακτήρα μιας τέτοιας πράξεως, ενώ, όπως αναφέρει το προοίμιο της οδηγίας, οι διατάξεις γενικού συμφέροντος πρέπει να είναι αντικειμενικά αναγκαίες και ανάλογες προς τον επιδιωκόμενο στόχο.
15. Κατά συνέπεια, το Cour d'appel de Bruxelles υπέβαλε το προδικαστικό ερώτημα που παρατίθεται στην παράγραφο 1 ανωτέρω.
16. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν όλοι οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Αυστριακή, η Βελγική, η Ελληνική και η Ισπανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Οι διάδικοι και η Επιτροπή εκπροσωπήθηκαν στην προφορική διαδικασία.
Συμβιβαστό του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος προς την οδηγία
17. Η AXA και η Αυστριακή, η Βελγική και η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ουσιαστικά ότι η εθνική νομοθεσία για την οποία πρόκειται συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο και ότι στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει, επομένως, να δοθεί αρνητική απάντηση. Η Stratégie Finance και η Επιτροπή έχουν αντίθετη άποψη. Η Ισπανική Κυβέρνηση υιοθετεί μια ενδιάμεση θέση θεωρώντας ότι η εθνική νομοθεσία συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο στον βαθμό που η διάταξη αυτή αναφέρεται γενικά στις ζημιογόνες συνέπειες της καταγγελίας ή της μειώσεως, ενώ ωστόσο είναι ασυμβίβαστη καθόσον αναφέρεται στις συνέπειες της εξαγοράς.
18. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος είναι διατυπωμένο σε πολύ γενικούς και αφηρημένους όρους. Ενώ οι επιταγές της οδηγίας έχουν εφαρμογή σε όλες τις δυνατές περιπτώσεις στις οποίες η εξαγορά, η μείωση ή η καταγγελία μπορούν να επισυμβούν, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, περιορίζεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία οι πράξεις αυτές πραγματοποιούνται από τον αντισυμβαλλόμενο προκειμένου αυτός να συνάψει νέα σύμβαση ασφαλίσεως ζωής. Η Επιτροπή αμφιβάλλει κατά πόσον μια τέτοια προειδοποίηση είναι επαρκής για να εξασφαλίσει την προστασία των ασφαλιζομένων, ενώ η τρίτη οδηγία προέβλεψε πολύ πληρέστερη προστασία του ασφαλιζόμενου. Μολονότι τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν όλα τα μέτρα για τη βελτίωση της πληροφορήσεως των καταναλωτών στο πλαίσιο του άρθρου 31 της οδηγίας, η πληροφόρηση αυτή δεν πρέπει να ευνοεί τους εγκατεστημένους ήδη ασφαλιστές ή τις υφιστάμενες συμβάσεις. άντως, η πληροφόρηση που επιβάλλει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, δεν αποτελεί επιπλέον πληροφόρηση κατά την έννοια του άρθρου 31, διότι, αν ο ασφαλιζόμενος διαθέτει ήδη τις ακριβείς πληροφορίες που επιβάλλει η οδηγία (και οι διατάξεις μεταφοράς της οδηγίας στο βελγικό δίκαιο), η απλή προειδοποίηση που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος δεν φαίνεται ως επιπλέον πληροφόρηση η οποία θα διευκολύνει τη σωστή κατανόηση των βασικών στοιχείων της συμβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 31.
19. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, είναι ασυμβίβαστο προς τους στόχους της οδηγίας: μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αποτρέψει τους ασφαλιζόμενους να μεταβάλουν την ασφαλιστική τους σύμβαση και, επομένως, να τους εμποδίσει από το να επωφεληθούν από το ευρύτερο φάσμα και τη μεγαλύτερη ποικιλία ασφαλιστικών προϊόντων που τους προσφέρονται, τούτο δε λόγω μιας προειδοποιήσεως η οποία είναι διατυπωμένη σε πολύ γενικούς όρους που δεν επιτρέπει στους ασφαλιζόμενους να αποτιμήσουν τις συνέπειες οι οποίες προκύπτουν από τη μεταβολή της συμβάσεως.
20. Η Αυστριακή, η Βελγική, η Ελληνική και η Ισπανική Κυβέρνηση αναφέρονται επίσης στην αιτιολογική σκέψη 20 της οδηγίας προς στήριξη του επιχειρήματος ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος, ως διάταξη γενικού συμφέροντος, μη εισάγουσα διακρίσεις, αντικειμενικά απαραίτητη και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο στόχο, συμβιβάζεται προς την οδηγία. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι σκοπός του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, είναι η προστασία του καταναλωτή και, επομένως, η διάταξη αυτή επαναλαμβάνει έναν από τους στόχους της οδηγίας, δηλαδή στο να επιτρέψει στον καταναλωτή να σταθμίσει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που απορρέουν από μια νέα ασφαλιστική σύμβαση και να επιλέξει έτσι τη σύμβαση που ανταποκρίνεται καλύτερα προς τις ανάγκες του . Το Δικαστήριο δέχθηκε ήδη ότι η νομοθεσία περί προστασίας του καταναλωτή μπορεί να αποτελεί επιτακτική απαίτηση γενικού συμφέροντος δικαιολογούσα τους περιορισμούς στις θεμελιώδεις ελευθερίες . Η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η διάταξη είναι αντικειμενικά απαραίτητη για να διασφαλίσει την προστασία του καταναλωτή σε έναν τομέα στον οποίο η ορολογία είναι σχετικά τεχνική και ο καταναλωτής είναι ο ασθενέστερος συμβαλλόμενος· επιπροσθέτως, η απλή πληροφόρηση συνιστά το λιγότερο περιοριστικό μέσο για την προστασία του καταναλωτή. Η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρεί ότι ο πληροφορημένος καταναλωτής σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος θα έχει τη δυνατότητα να συγκρίνει τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της αποδέσμευσης από υφιστάμενη σύμβαση ασφαλίσεως. Ομοίως, η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι διατάξεις όπως αυτές του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, είναι νόμιμες εφόσον δεν περιορίζουν την πρόσβαση του αντισυμβαλλόμενου στο ευρύ φάσμα των ασφαλιστικών προϊόντων που του προσφέρονται εντός της Κοινότητας επιτρέποντας σ' αυτόν να επιλέξει έτσι τη σύμβαση που προσιδιάζει καλύτερα στις ανάγκες του.
21. Μια διάταξη εθνικού δικαίου αποβλέπουσα στην προστασία των καταναλωτών μπορεί ασφαλώς να είναι γενικού συμφέροντος και, επομένως, ένας εθνικός περιορισμός στην αγορά των ασφαλειών ζωής μπορεί να συμβιάζεται προς την οδηγία εφόσον εφαρμόζεται κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις και ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο στόχο. Τούτο προβλέπεται ρητά στο άρθρο 28 της οδηγίας, το οποίο διευκρινίζει ότι το κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρεώσεως δεν μπορεί να εμποδίζει τον αντισυμβαλλόμενο να συνάπτει σύμβαση με ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια λειτουργίας υπό τους όρους που προβλέπει η πρώτη οδηγία περί ασφαλίσεως ζωής, «εφόσον η σύμβαση αυτή δεν αντιβαίνει προς τις νομικές διατάξεις περί γενικού συμφέροντος που ισχύουν στο κράτος μέλος της υποχρέωσης». Η διατύπωση αυτή είναι παραπλήσια εκείνης της εικοστής αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας, την οποία επικαλούνται οι κυβερνήσεις προς στήριξη των παρατηρήσεών τους και από την οποία συνάγουν ότι η αιτιολογική αυτή σκέψη αφορά το άρθρο 28. Τούτο επιβεβαιώνεται άλλωστε από τη δομή του προοιμίου της οδηγίας. Η δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται σαφώς στο άρθρο 27, η εικοστή πρώτη και η εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη στο άρθρο 29, η εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη στο άρθρο 31 και η εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη στο άρθρο 41.
22. Κατά την άποψή μου, πάντως, η παρούσα υπόθεση αναφέρεται περισσότερο στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 31 της οδηγίας παρά στο άρθρο 28, αφού αφορά ειδικό είδος περιορισμού που ρυθμίζει το άρθρο 31. Αποτελεί κοινό τόπο ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος επιβάλλει να παρέχεται στον αντισυμβαλλόμενο, πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, εκτενέστερη πληροφόρηση απ' αυτήν που απαιτεί το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας. Το άρθρο 31, παράγραφος 1, είναι προφανώς, διάταξη ελάχιστης εναρμονίσεως: το άρθρο 31, παράγραφος 3, επιτρέπει στο κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρεώσεως να απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις την παροχή πρόσθετων πληροφοριών σε σχέση με εκείνες που απαιτεί το άρθρο 31, παράγραφος 1. άντως, μια τέτοια πληροφόρηση μπορεί να απαιτείται μόνον υπό την προϋπόθεση ότι «οι πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητες για τη σωστή κατανόηση των βασικών στοιχείων της υποχρέωσης εκ μέρους του αντισυμβαλλόμενου». Κατά την άποψή μου, επομένως, σημείο εκκινήσεως για την αποτίμηση της νομιμότητας του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος πρέπει να αποτελεί το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας.
23. Το ζήτημα του συμβιβαστού προς την οδηγία του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος εξαρτάται, κατά συνέπεια, από το ζήτημα αν οι πληροφορίες που πρέπει να χορηγούνται με τις προτάσεις περί ασφαλίσεως ή τις συμβάσεις περί ασφαλίσεως ζωής είναι «απαραίτητες για τη σωστή κατανόηση των βασικών στοιχείων της υποχρεώσεως εκ μέρους του αντισυμβαλλόμενου» κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 3.
24. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι η απαίτηση παροχής επιπλέον πληροφοριών επιτρέπεται μόνον αν οι πληροφορίες αυτές ασκούν ειδικότερα επιρροή από την άποψη της εν λόγω υποχρεώσεως. Μια γενική προειδοποίηση ως προς τις ενδεχόμενες επιζήμιες συνέπειες της εξαγοράς, της μειώσεως ή της καταγγελίας μιας ισχύουσας συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής με σκοπό την αντικατάστασή της δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να αποτελέσει μια τέτοια πληροφόρηση.
25. Η εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας επιβεβαιώνει την ερμηνεία αυτή αφού διαλαμβάνει ότι «πρέπει, ως εκ τούτου, να επέλθει συντονισμός ενός ελάχιστου αριθμού διατάξεων ώστε ο καταναλωτής να ενημερώνεται με σαφήνεια και ακρίβεια ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά των προσφερόμενων προϊόντων» .
26. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται επίσης από την αιτιολογική έκθεση της πρώτης δημοσιευθείσας διατυπώσεως του άρθρου 31, ήτοι του άρθρου 27 της αρχικής προτάσεως της τρίτης οδηγίας περί της πρωτασφαλίσεως ζωής . Οι όροι των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 27 είναι ταυτόσημοι με εκείνους του άρθρου 31 της οδηγίας, όπως και το παράρτημα ΙΙ της προτάσεως είναι ταυτόσημο με το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας. Στην αιτιολογική έκθεση, η Επιτροπή αναφέρει:
«Ο πίνακας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 2 είναι πίνακας με τις ελάχιστες πληροφορίες τον οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να συμπληρώσουν για τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις που αφορούν τους κατοίκους τους, εξυπακούεται δε ότι μόνον η προστασία του καταναλωτή πρέπει να επιδιώκεται μέσω αυτής της υποχρεώσεως πληροφορήσεως που έχει ως σκοπό να ευνοήσει την πραγματική κατανόηση εκ μέρους του ασφαλιζόμενου των βασικών στοιχείων της συμβάσεως που προσιδιάζει σ' αυτόν και όχι να περιορίσει την επιλογή των προσφερόμενων προϊόντων.»
27. ρέπει να γίνει δεκτό ότι προειδοποίηση όπως εκείνη που απαιτεί το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος μπορεί να είναι προς το συμφέρον της προστασίας του καταναλωτή. άντως, έστω και αν μια τέτοια γενική προειδοποίηση καλώς θεωρείται ως πραγματικό μέτρο προστασίας των καταναλωτών, τούτο αφορά μόνο μία πτυχή των συμφερόντων του καταναλωτή. Ελλείψει πληροφοριών επί των άλλων δυνατοτήτων που επιτρέπουν στον καταναλωτή να αποτιμήσει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των διαφόρων επιλογών που του προσφέρονται, η προστασία του καταναλωτή που διασφαλίζει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, είναι προφανώς ελλιπής. Είναι σαφές ότι, ρυθμίζοντας τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους ασφαλιζόμενους, η οδηγία όχι μόνον εκφράζει αυτό που ο κοινοτικός νομοθέτης θεωρεί ως τη σωστή ισορροπία μεταξύ της προστασίας του καταναλωτή, αφενός, και του ανοίγματος της αγοράς της ασφαλίσεως ζωής, αφετέρου, αλλά επίσης το πράττει με όρους που αποκλείουν απαίτηση όπως αυτήν που επιβάλλει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο b, του βασιλικού διατάγματος.
ρόταση
28. Φρονώ, επομένως, ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το Cour d'appel de Bruxelles πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
Η οδηγία 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Νοεμβρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ, απαγορεύει εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει ότι η πρόταση ασφαλίσεως ζωής ή, ελλείψει προτάσεως, η σύμβαση πρέπει να πληροφορεί τον ασφαλιζόμενο ότι η καταγγελία, η μείωση ή η εξαγορά ισχύουσας συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής, με σκοπό τη σύναψη άλλης συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής, είναι γενικώς επιζήμια για τον ασφαλιζόμενο.
Full & Egal Universal Law Academy