Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στις 25 Οκτωβρίου 2000 η Επιτροπή άσκησε προσφυγή βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, με την οποία ζητεί την καταδίκη της Ιρλανδίας για τη μη μεταφορά της οδηγίας 96/82/ΕΚ στο εσωτερικό δίκαιο εντός της ταχθείσας στα κράτη μέλη προθεσμίας.
Ι - Η οδηγία 96/82
2. Σύμφωνα με το άρθρο της 1, η οδηγία αυτή αποσκοπεί στην πρόληψη μεγάλων ατυχημάτων σχετιζομένων με επικίνδυνες ουσίες και στον περιορισμό των συνεπειών τους επί του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, προκειμένου να εξασφαλισθεί κατά συνεκτικό και αποτελεσματικό τρόπο υψηλή διακοινοτική προστασία.
3. Το άρθρο 24 επιβάλλει στα κράτη μέλη να τροποποιήσουν την εσωτερική τους νομοθεσία για να συμμορφωθούν προς την οδηγία αυτή το αργότερο είκοσι τέσσερις μήνες μετά τη θέση της σε ισχύ και να ενημερώσουν την Επιτροπή σχετικά. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται επίσης να ανακοινώσουν στην Επιτροπή τις διατάξεις εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπει η οδηγία.
4. Σύμφωνα με το άρθρο 25, η οδηγία επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η οδηγία, δεδομένου ότι δημοσιεύθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1997, τέθηκε σε ισχύ στις 3 Φεβρουαρίου 1997, οπότε η προθεσμία μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο έληξε στις 3 Φεβρουαρίου 1999.
ΙΙ - Η διοικητική διαδικασία
5. Τον Μάιο του 1999 η Επιτροπή, καθόσον η Ιρλανδία δεν της είχε κοινοποιήσει μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, της απηύθυνε έγγραφο οχλήσεως και της έταξε δίμηνη προθεσμία για την υποβολή παρατηρήσεων. Οι ιρλανδικές αρχές απάντησαν στις 19 Οκτωβρίου, ισχυριζόμενες ότι η κανονιστική διαδικασία για την τροποποίηση του εσωτερικού δικαίου βρισκόταν σε εξέλιξη.
6. Στις 27 Οκτωβρίου η Επιτροπή κοινοποίησε στην Ιρλανδία αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία της έταξε δίμηνη προθεσμία για τη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.
7. Στις αρχές Ιανουαρίου 2000 οι ιρλανδικές αρχές εξέφρασαν στην Επιτροπή τη λύπη τους για την καθυστέρηση που είχε σημειωθεί και δήλωσαν ότι θα της διαβίβαζαν προσεχώς σχέδιο ρυθμίσεως. Τον Ιούλιο του ιδίου έτους διαβίβασαν στην Επιτροπή σχέδιο, το οποίο επιγραφόταν «European Communities (Control of Major Accident Hazards Involving Dangerous Substances) Regulations, 2000» («κανονισμός για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζομένων με επικίνδυνες ουσίες») και διαβεβαίωσαν ότι ο εν λόγω κανονισμός θα της κοινοποιούνταν μόλις εκδιδόταν.
ΙΙΙ - Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
8. Στις 25 Οκτωβρίου 2000 η Επιτροπή, καθόσον δεν διέθετε αποδεικτικά στοιχεία για το ότι η ιρλανδική νομοθεσία είχε τροποποιηθεί, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση απάντησε στις 22 Ιανουαρίου 2001. Τα δύο αυτά δικόγραφα συμπληρώθηκαν με υπόμνημα απαντήσεως της 23ης Φεβρουαρίου και με υπόμνημα ανταπαντήσεως της 9ης Απριλίου 2001.
9. Εφόσον κανείς από τους διαδίκους δεν υπέβαλε αίτημα με το οποίο να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους επιθυμεί να διατυπώσει προφορικά τις απόψεις του, το Δικαστήριο αποφάσισε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44α του Κανονισμού Διαδικασίας, να αποφανθεί χωρίς να καλέσει τους διαδίκους σε επ' ακροατηρίου συζήτηση.
IV - Εξέταση της προσφυγής
10. Η Ιρλανδία αναγνωρίζει ότι κατά τη λήξη της ταχθείσας με την οδηγία 96/82 προθεσμίας για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο δεν είχε συμμορφωθεί προς την υποχρέωση αυτή. Με τα υπομνήματα που υπέβαλε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, υποστηρίζει ότι η προσαρμογή του εσωτερικού δικαίου έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί με την έκδοση στις 21 Δεκεμβρίου 2000 της ρυθμίσεως που επιγράφεται «European Communities (Control of Major Accident Hazards Involving Dangerous Substances)» και με την έκδοση στις 28 Αυγούστου 2000 του νόμου που επιγράφεται «The Planning and Development Act, 2000» («νόμου περί σχεδιασμού και αναπτύξεως»), που έχουν ήδη κοινοποιηθεί στην Επιτροπή. Ισχυρίζεται ότι ο νόμος αυτός συμπληρώθηκε με κανονισμό του Ιρλανδού Υπουργού εριβάλλοντος, της 31ης Οκτωβρίου 2000, παρ' ότι, κατά την υποβολή του υπομνήματος ανταπαντήσεως, δεν αποδεικνυόταν ότι το κείμενο αυτό είχε διαβιβαστεί στην Επιτροπή.
11. Σύμφωνα με το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Βάσει του άρθρου 10 ΕΚ, τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας.
12. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι έχει θεσπίσει όλα τα αναγκαία κανονιστικά και διοικητικά μέτρα για την εφαρμογή των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία στην εθνική της επικράτεια. Έτσι, τον Ιούλιο του 1999 δημοσίευσε εγκύκλιο προς τις αρμόδιες αρχές, με την οποία τους συνιστούσε να ενεργούν ως εάν οι κοινοτικοί κανόνες είχαν ήδη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο.
13. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε με τη νομολογία του ότι οι διοικητικές εγκύκλιοι, οι οποίες μπορούν από τη φύση τους να τροποποιούνται από τη διοίκηση κατά το δοκούν, δεν παρέχουν τις αναγκαίες εγγυήσεις για την ασφάλεια δικαίου. Συγκεκριμένα, η απλή διοικητική πρακτική, που από τη φύση της μπορεί να τροποποιείται κατά βούληση από τη διοίκηση και που στερείται της προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά έγκυρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που υπέχει το οικείο κράτος μέλος .
14. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Ιρλανδία βεβαιώνει ότι τον Μάιο του 2001 επρόκειτο να εκδοθούν διάφοροι κανονισμοί που θα συμπλήρωναν τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο και ότι η θέση τους σε ισχύ προβλεπόταν για δύο ως τρεις μήνες αργότερα. Η Ιρλανδία δεν αμφισβητεί τη μη μεταφορά της οδηγίας 96/82 στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά υποστηρίζει ότι θα ήταν σκόπιμη η αναστολή της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, προκειμένου η Επιτροπή να διαθέτει χρόνο για την εξέταση της ιρλανδικής νομοθεσίας, και δηλώνει ότι η διαδικασία θα μπορούσε να περατωθεί με παραίτηση.
15. Τον Οκτώβριο του 2001 όμως η Επιτροπή ουδόλως εξέφρασε την επιθυμία της να παραιτηθεί από την προσφυγή. Η πρόταση αυτή είναι εξάλλου αλυσιτελής, διότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν απόφαση περί αναστολής της διαδικασίας, βάσει του άρθρου 82α, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του Κανονισμού Διαδικασίας.
16. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται βάσει του άρθρου 226 ΕΚ καθορίζεται από την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, ακόμη δε και στην περίπτωση που η παράβαση ήρθη μετά την πάροδο της προθεσμίας που τάσσεται δυνάμει του δεύτερου εδαφίου του ίδιου άρθρου, εξακολουθεί να υφίσταται συμφέρον προς συνέχιση της δίκης. Το συμφέρον αυτό μπορεί ιδίως να συνίσταται στη θεμελίωση της ευθύνης που ενδεχομένως υπέχει το κράτος μέλος έναντι των προσώπων που αντλούν δικαιώματα από την παράβασή του αυτή .
17. Η Επιτροπή απέδειξε, κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο, ότι το καθού κράτος μέλος δεν θέσπισε εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 96/82.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή, ανεξαρτήτως του αν η Ιρλανδία προσάρμοσε το εθνικό της δίκαιο προς την εν λόγω οδηγία μετά τη λήξη της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας.
V - Επί των δικαστικών εξόδων
18. Καθόσον η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη και τα αιτήματά της πρέπει να γίνουν δεκτά, επιβάλλεται να καταδικαστεί η Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
VI - ρόταση
19. Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία, μη θεσπίζοντας πριν από τις 3 Φεβρουαρίου 1999 όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να προσαρμόσει το εθνικό της δίκαιο προς την οδηγία 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζόμενων με επικίνδυνες ουσίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, ΕΚ και το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ·
2) να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy