Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Εισαγωγή
1 Το Tribunale di Trento (Ιταλία) υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σχετικής με αλκοολούχα ποτά, τα οποία κυκλοφορούν υπό καθεστώς αναστολής των ειδικών φόρων καταναλώσεως.
Οι εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις
2 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϋόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης (στο εξής: οδηγία) (1), αυτή έχει εφαρμογή στην αλκοόλη και στα αλκοολούχα ποτά.
3 Κατά το άρθρο 4, στοιχείο αα, ως «εγκεκριμένος αποθηκευτής» νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους να παραγεί, να μεταποιεί, να κατέχει, να παραλαμβάνει και να αποστέλλει κατά την άσκηση του επαγγέλματός του προϋόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και τελούν υπό αναστολή επιβολής των φόρων αυτών εφόσον βρίσκονται σε φορολογική αποθήκη. Κατά το άρθρο 4, στοιχείο γγ, ως «καθεστώς αναστολής» νοείται το φορολογικό καθεστώς που εφαρμόζεται στην παραγωγή, μεταποίηση, κατοχή και κυκλοφορία των προϋόντων που τελούν υπό αναστολή της επιβολής ειδικών φόρων κατανάλωσης.
4 Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 3, της οδηγίας:
«Οι κίνδυνοι της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας καλύπτονται με την παροχή εγγύησης εκ μέρους του εγκεκριμένου αποθηκευτή που προβαίνει στην αποστολή όπως προβλέπεται στο άρθρο 13 ή, κατά περίπτωση, εγγύησης εις ολόκληρον από τον αποστολέα και τον μεταφορέα. Τα κράτη μέλη μπορούν, κατά περίπτωση, να απαιτούν την παροχή εγγύησης εκ μέρους του παραλήπτη. Η εγγύηση, οι λεπτομέρειες εφαρμογής της οποίας καθορίζονται από τα κράτη μέλη, πρέπει να ισχύει σε όλη την Κοινότητα.»
5 Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας, ανεξαρτήτως της τυχόν χρησιμοποίησης μηχανοργανωμένων διαδικασιών, κάθε προϋόν που υπόκειται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και κυκλοφορεί υπό καθεστώς αναστολής μεταξύ των εδαφών διαφόρων κρατών μελών, συνοδεύεται από έγγραφο που συντάσσει ο αποστολέας. Το έγγραφο αυτό μπορεί να είναι είτε διοικητικό έγγραφο είτε εμπορικό έγγραφο. Η μορφή και το περιεχόμενο του ορίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 24 της οδηγίας.
6 Το άρθρο 19, παράγραφος 4, της οδηγίας προβλέπει ότι, «[ό]ταν προϋόντα υποκείμενα στον ειδικό φόρο κατανάλωσης, που κυκλοφορούν υπό το καθεστώς αναστολής που ορίζεται στο άρθρο 4, στοιχείο γγ, εξάγονται, το καθεστώς αυτό αίρεται με το πιστοποιητικό που χορηγεί το τελωνείο εξόδου από την Κοινότητα, σύμφωνα με το οποίο τα προϋόντα πράγματι εγκατέλειψαν το κοινοτικό έδαφος. Το τελωνείο αυτό πρέπει να στείλει στον αποστολέα το επικυρωμένο επιστρεπτέο αντίτυπο του συνοδευτικού εγγράφου που προορίζεται γι' αυτόν». Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου, «[σ]ε περίπτωση [μη άρσεως του καθεστώτος αναστολής], ο αποστολέας υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά τις φορολογικές αρχές του κράτους μέλους του εντός προθεσμίας που καθορίζεται από τις εν λόγω αρχές. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί, ωστόσο, να υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την ημερομηνία αποστολής των εμπορευμάτων».
7 Το άρθρο 20 της οδηγίας διατυπώνει τα εξής:
«1. Εφόσον, στη διάρκεια της κυκλοφορίας, διαπραχθεί παρατυπία ή παράβαση η οποία καθιστά απαιτητό τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης οφείλεται στο κράτος μέλος όπου διαπράχθηκε η παρατυπία ή η παράβαση, και η οφειλή βαρύνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει εγγυηθεί την πληρωμή των ειδικών φόρων κατανάλωσης σύφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3, με την επιφύλαξη της άσκησης της ποινικής διώξεως.
Εφόσον η είσπραξη του ειδικού φόρου κατανάλωσης γίνεται σε άλλο κράτος μέλος από το κράτος προέλευσης, το κράτος μέλος που προβαίνει στη είσπραξη ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους προέλευσης.
2. Εφόσον στη διάρκεια της κυκλοφορίας, διαπιστώνεται παράβαση ή παρατυπία χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε, θεωρείται ότι διαπράχθηκε στο κράτος μέλος όπου διαπιστώθηκε.
3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 6, παράγραφος 2, όταν τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϋόντα δεν φτάσουν στον προορισμό τους, αλλά δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε η παρατυπία ή η παράβαση, θεωρείται ότι διαπράχθηκε στο κράτος μέλος προέλευσης, το οποίο και προβαίνει στην είσπραξη του ειδικού φόρου κατανάλωσης με τον συντελεστή που ίσχυε την ημερομηνία αποστολής των προϋόντων, εφόσον, εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία αποστολής, δεν προσκομιστεί απόδειξη ενώπιον των αρμόδιων αρχών, για τη νομιμότητα της ενέργειας ή για τον τόπο όπου διαπράχθηκε πράγματι η παράβαση ή η παρατυπία.
4. Αν, πριν από την λήξη τριετούς προθεσμίας από την ημερομηνία σύνταξης του συνοδευτικού εγγράφου, συμβεί να προσδιοριστεί το κράτος μέλος όπου διαπράχθηκε πράγματι η παράβαση ή η παρατυπία, το κράτος μέλος αυτό προβαίνει στην είσπραξη του ειδικού φόρου κατανάλωσης με το συντελεστή που ίσχυε την ημερομηνία αποστολής των εμπορευμάτων. Στην περίπτωση αυτή, μόλις προσκομισθεί η απόδειξη της εν λόγω είσπραξης, επιστρέφεται ο αρχικά εισπραχθείς ειδικός φόρος κατανάλωσης».
Η διαφορά στην κυρία δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα
8 Η εταιρία Distillerie Fratelli Cipriani SpA (στο εξής: Cipriani), από πολλά έτη, ασκεί δραστηριότητες αποστάξεως αλκοόλης. Ως εγκεκριμένος αποθηκευτής υπό την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 3, της οδηγίας, η Cipriani πραγματοποίησε, μεταξύ Δεκεμβρίου 1996 και Νοεμβρίου 1997, πολυάριθμες αποστολές προϋόντων, τα οποία κυκλοφορούσαν υπό καθεστώς αναστολής του ειδικού φόρου καταναλώσεως και προορίζονταν προς εξαγωγή σε τρίτες χώρες μέσω ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών. Το διοικητικό συνοδευτικό έγγραφο (στο εξής: ΣΔΕ) που προβλέπει η οδηγία συνόδευε τα προϋόντα αυτά.
9 Οι ιταλικές φορολογικές αρχές ζήτησαν από τις γερμανικές αρχές να ελέγξουν ορισμένα ΣΔΕ στο πλαίσιο της διοικητικής συνεργασίας στον τομέα των ειδικών φόρων καταναλώσεως. Από τους εν λόγω ελέγχους προέκυψε ότι το αποτύπωμα της σφραγίδας που είχε τεθεί επί των σχετικών ΣΔΕ προς πιστοποίηση της εξόδου του εμπορεύματος από το κοινοτικό έδαφος είχε παραποιηθεί. Δεδομένου ότι το γεγονός αυτό συνιστούσε παρατυπία υπό την έννοια της οδηγίας και των εφαρμοστέων εθνικών διατάξεων, το Ufficio Tecnico di Finanza (Τεχνική Υπηρεσία Φόρων) di Trento, με πράξη καταλογισμού που κοινοποίησε στις 16 Μαρτίου 1998 στην Cipriani, η οποία ως εγκεκριμένος αποθηκευτής όφειλε να εγγυάται την καταβολή των ειδικών φόρων καταναλώσεως σε περίπτωση διαπιστωμένης παρατυπίας, της ζήτησε να καταβάλει ποσό συνολικού ύψους 6 448 573 296 ιταλικών λιρών (ITL), το οποίο αντιστοιχούσε σε ειδικούς φόρους καταναλώσεως για 20 αποστολές ουδέτερης αλκοόλης μελάσσας που κυκλοφορούσαν υπό καθεστώς αναστολής. Στις 6 Απριλίου 1998, άλλες δύο καταλογιστικές πράξεις κοινοποιήθηκαν στην Cipriani, με τις οποίες της ζητούνταν να καταβάλει ποσά ύψους 19 044 116 432 ITL και 947 034 352 ITL, τα οποία αντιστοιχούσαν στους ειδικούς φόρους καταναλώσεως για 62 συμπληρωματικές αποστολές ουδέτερης αλκοόλης μελάσσας που είχαν κυκλοφορήσει επίσης υπό καθεστώς αναστολής.
10 Από τη δικογραφία της υποθέσεως προκύπτει ότι η Cipriani δεν έλαβε γνώση της παραποιήσεως της τεθείσας επί των ΣΔΕ σφραγίδας πριν από την κοινοποίηση των καταλογιστικών πράξεων για τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως από τις ιταλικές φορολογικές αρχές. Οι καταλογιστικές αυτές πράξεις κοινοποιήθηκαν μετά την πάροδο της προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία αποστολής των προϋόντων του άρθρου 20, παράγραφος 3, της οδηγίας.
11 Η Cipriani άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αγωγή με την οποία έβαλλε, πρώτον, κατά του απαιτητού του ειδικού φόρου καταναλώσεως, διότι δεν αποδεικνυόταν ότι τα προϋόντα είχαν τεθεί σε κατανάλωση εντός της Ιταλίας, δεύτερον, κατά της εφαρμογής της εθνικής διατάξεως μεταφοράς του άρθρου 20 της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, υποστηρίζοντας ότι ο ειδικός φόρος καταναλώσεως θα μπορούσε να απαιτηθεί μόνον όταν η παράβαση ή η παρατυπία μπορούσαν να της καταλογισθούν, και, τέλος, κατά της αρμοδιότητας των ιταλικών φορολογικών αρχών προς είσπραξη του φόρου, δεδομένου ότι οι αρχές αυτές δεν είχαν αποδείξει ότι είχαν αξακριβώσει ότι τα προϋόντα δεν είχαν πράγματι αφιχθεί στον προορισμό τους. Η Cipriani προσέβαλε επίσης, για τους ίδιους λόγους, τις δύο πράξεις καταλογισμού που της κοινοποιήθηκαν στις 6 Απριλίου 1998.
12 Το Ministero delle Finanze ισχυρίστηκε, αφενός, ότι η παραποίηση των ΣΔΕ ισοδυναμούσε προς διάθεση των προϋόντων σε κατανάλωση εντός της κρατικής επικράτειας και αποτελούσε, συνεπώς, ανώμαλη έξοδο από το καθεστώς αναστολής που καθιστούσε απαιτητό τον ειδικό φόρο καταναλώσεως. Αφετέρου, ισχυρίστηκε ότι η υποχρέωση καταβολής των προαναφερθέντων φόρων βάρυνε την Cipriani, ως εγκεκριμένο αποθηκευτή-αποστολέα, και ότι η Ιταλική Δημοκρατία είχε την εξουσία να απαιτήσει την καταβολή των φόρων. Εξάλλου, το Ministero delle Finanze ισχυρίστηκε ότι το βάρος αποδείξεως της νομιμότητας της πράξεως ή του τόπου διαθέσεως σε κατανάλωση βάρυνε τον αποστολέα και καθιστούσε αρμόδια προς είσπραξη του ειδικού φόρου καταναλώσεως την Ιταλική Δημοκρατία, ως κράτος μέλος προελεύσεως και ως κράτος όπου διαπιστώθηκε η παρατυπία ή η παράβαση μετά την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 20, παράγραφος 3, της οδηγίας. Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, ο αποστολέας δεν μπορεί πλέον να προσκομίσει την προαναφερθείσα απόδειξη για να αποκρούσει την αρμοδιότητα του οικείου κράτους μέλους προς είσπραξη των εν λόγω φόρων.
13 Το αιτούν δικαστήριο, θεωρώντας ότι η ερμηνεία της οδηγίας είναι απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς της οποίας είχε επιληφθεί, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Στην περίπτωση προϋόντων κυκλοφορούντων υπό καθεστώς αναστολής κατά το άρθρο 4, στοιχείο γγ, της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, που προορίζονταν μεν προς εξαγωγή μέσω ενός η περισσοτέρων κρατών μελών, αλλά δεν έφθασαν στον προορισμό τους, και εφόσον δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε η παρατυπία ή η παράβαση, έχει το άρθρο 20, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής την έννοια ότι το κράτος μέλος προελεύσεως μπορεί να προβεί στην είσπραξη των ειδικών φόρων καταναλώσεως μόνον αν δόθηκε στον εγγυητή της πληρωμής η δυνατότητα να πληροφορηθεί εγκαίρως ότι πραγματοποιήθηκε η άρση του καθεστώτος αναστολής, ώστε να προσκομίσει, εντός τετραμήνου από την ημερομηνία αποστολής των προϋόντων, πειστικές αποδείξεις για τη νομιμότητα της πράξεως ή για τον τόπο όπου διαπράχθηκε πράγματι η παράβαση ή η παρατυπία;
2) Αν η απάντηση στο ερώτημα 1 είναι καταφατική, ισχύει, στην ίδια περίπτωση, η ίδια ερμηνεία, ακόμη και αν το κράτος μέλος προελεύσεως συμπίπτει με το κράτος μέλος όπου διαπιστώθηκε η παράβαση ή η παρατυπία; Ή ισχύει, ούτως ή άλλως, στην περίπτωση αυτή, το τεκμήριο του άρθρου 20, παράγραφος 2, της οδηγίας; Στην τελευταία αυτή περίπτωση, επιτρέπεται απόδειξη της νομιμότητας της πράξεως ή του τόπου όπου όντως διαπράχθηκε η παρατυπία ή η παράβαση και υπόκειται η απόδειξη αυτή στην προθεσμία της παραγράφου 3;
3) Αν η απάντηση στο ερώτημα 1 είναι αρνητική, έχει το άρθρο 20, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, στην ίδια περίπτωση, την έννοια ότι ο εγγυητής της πληρωμής των ειδικών φόρων καταναλώσεως, στον οποίο δεν δόθηκε η δυνατότητα να πληροφορηθεί εγκαίρως ότι δεν πραγματοποιήθηκε η άρση του καθεστώτος αναστολής, μπορεί να προσκομίσει την απόδειξη της νομιμότητας της πράξεως ή του τόπου όπου όντως διαπράχθηκε η παρατυπία ή η παράβαση, έστω και μετά την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας από την αποστολή των προϋόντων;»
Εκτίμηση
Ως προς το πρώτο ερώτημα
14 Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο αποσκοπεί, κατ' ουσίαν, να μάθει αν, όταν η πράξη δεν έχει ολοκληρωθεί, η αρχή που είναι αρμόδια προς είσπαξη των ειδικών φόρων καταναλώσεως πρέπει να ειδοποιεί εκ των προτέρων τον αποστολέα ότι η άρση του καθεστώτος αναστολής δεν έλαβε χώρα, ώστε αυτός να μπορέσει να αποδείξει, εντός της προθεσμίας 4 μηνών του άρθρου 20, παράγραφος 3, της οδηγίας, τη νομιμότητα της πράξεως ή τον τόπο όπου διαπράχθηκε πράγματι η παράβαση.
15 Η Cipriani φρονεί ότι η ειδοποίηση αυτή πρέπει να αποστέλλεται στον αποστολέα και, συναφώς, στηρίζεται στην απόφαση Lensing και Brockhausen (2), στην οποία το Δικαστήριο ερμήνευσε τις εφαρμοστέες διατάξεις σχετικά με την κοινοτική διαμετακόμιση, όταν τα εμπορεύματα δεν εμφανίζονται στο τελωνείο προορισμού. Συγκεκριμένα, η Cipriani εμμένει, όπως η Επιτροπή, στην αναλογία μεταξύ του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως και αυτού της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων υπό καθεστώς αναστολής των ειδικών φόρων καταναλώσεως.
16 Όμως, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις για την κοινοτική διαμετακόμιση πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι το κράτος μέλος από το οποίο εξαρτάται το τελωνείο αναχωρήσεως μπορεί να προβεί στην είσπραξη εισαγωγικών δασμών μόνον εφόσον επισήμανε στον κυρίως υπόχρεο ότι διέθετε προθεσμία τριών μηνών για να προσκομίσει αποδείξεις σχετικά με τη νομιμότητα της πράξεως διαμετακομίσεως ή τον τόπο διαπράξεως της παραβάσεως ή της παρατυπίας.
17 Η Cipriani και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι η εφαρμογή της εν λόγω αρχής πρέπει να επεκταθεί στο καθεστώς αναστολής των ειδικών φόρων καταναλώσεως, λαμβανομένων υπόψη των αναλογιών που αυτό παρουσιάζει με το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως.
18 Επιβάλλεται, εντούτοις, η διαπίστωση ότι το καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως παρουσιάζει δύο σημαντικές διαφορές σε σχέση με την οδηγία για τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως.
19 Πρώτον, το καθεστώς της κοινοτικής διαμετακομίσεως προβλέπει ότι, όταν μια αποστολή δεν εμφανίζεται στο τελωνείο προορισμού, το εν λόγω τελωνείο ειδοποιεί το τελωνείο αναχωρήσεως. Σ' αυτό εναπόκειται, τότε, να ειδοποιήσει σχετικώς τον κυρίως υπόχρεο.
20 Το άρθρο 19, παράγραφος 4, της οδηγίας προβλέπει, αντιθέτως, ότι το τελωνείο εξόδου από την Κοινότητα πρέπει να επιστρέψει το επικυρωμένο αντίτυπο του ΣΔΕ απευθείας στον αποστολέα και όχι στο αρμόδιο τελωνείο του κράτους μέλους αναχωρήσεως.
21 Η επιστροφή αυτή πρέπει να γίνει το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερών από τον μήνα κατά τον οποίο το τελωνείο εξόδου παρέλαβε το ΣΔΕ. Εφόσον δεν λάβει χώρα εντός της εν λόγω προθεσμίας - πράγμα που σημαίνει ότι το καθεστώς αναστολής δεν έχει αρθεί - ο αποστολέας υποχρεούται να ειδοποιήσει τις φορολογικές αρχές του κράτους μέλους του εντός της προθεσμίας που αυτές θα τάξουν. Βάσει του άρθρου 19, παράγραφος 5, της οδηγίας, η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες από την ημερομηνία αποστολής των εμπορευμάτων.
22 Ο αποστολέας είναι επομένως ο πρώτος που ενημερώνεται για τη μη άρση του καθεστώτος αναστολής των ειδικών φόρων καταναλώσεως και είναι αυτός που πρέπει να μεταβιβάσει την πληροφορία στις αρμόδιες φορολογικές αρχές του κράτους μέλους. Η λογική του συστήματος αποκλείει, κατά συνέπεια, την ανάγκη ειδοποιήσεως του επιχειρηματία από την αρμόδια φορολογική αρχή.
23 Δεύτερον, στο πλασίο του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως, η σχετική διάταξη, ήτοι το άρθρο 11β του κανονισμού 1062/87, προβλέπει ότι, όταν το τελωνείο αναχωρήσεως ενημερώνει τον κυρίως υπόχρεο ότι η αποστολή δεν παρουσιάστηκε στο τελωνείο προορισμού καί ότι ο τόπος της παραβάσεως ή της παρατυπίας δεν μπορεί να προσδιορισθεί, πρέπει ταυτόχρονα να υποδεικνύει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να προσκομισθεί στο εν λόγω τελωνείο η απόδειξη της νομιμότητας της πράξεως διαμετακομίσεως ή του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως ή της παρατυπίας.
24 Δεδομένου ότι ο καθορισμός της προθεσμίας αυτής δεν προβλέπεται από το σύστημα που θεσπίζει η οδηγία και ότι δεν αναταποκρίνεται στη λογική του, η οποία προβλέπει την άμεση σχέση μεταξύ τελωνείου εξόδου και αποστολέα, η αρμόδια φορολογική αρχή του κράτους μέλους αναχωρήσεως δεν μπορεί να ειδοποιήσει τον αποστολέα ούτε να του τάξει προθεσμία που να αρχίζει να τρέχει από την ειδοποίηση αυτή.
25 Ο κανόνας, όμως, αυτός μπορεί να εφαρμοστεί στη περίπτωση του πρώτου ερωτήματος του Tribunale, δηλαδή όταν ο προβλεπόμενος μηχανισμός δεν έχει λειτουργήσει ορθά, διότι το αντίτυπο του ΣΔΕ που επιστρέφεται στον αποστολέα είχε παραποιηθεί και διότι ο αποστολέας δεν ήταν σε θέση να το αντιληφθεί; Το ερώτημα αυτό μας οδηγεί στο τρίτο ερώτημα, το οποίο συνδέεται ως προς αυτό το σημείο με το πρώτο και στο οποίο προτιμώ να εξετάσω πριν από το δεύτερο ερώτημα και να απαντήσω στο πρώτο και στο τρίτο ερώτημα μαζί.
Ως προς το τρίτο ερώτημα
26 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η τετράμηνη προθεσμία, εντός της οποίας ο επιχειρηματίας πρέπει να αποδείξει τη νομιμότητα της πράξεως ή τον τόπο όπου πράγματι διαπράχθηκε η παρατυπία ή η παράβαση, μπορεί να αντιταχθεί στον επιχειρηματία που δεν ενημερώθηκε εγκαίρως ότι δεν πραγματοποιήθηκε νομίμως η άρση του καθεστώτος αναστολής.
27 Επιβάλλεται, εκ προοιμίου, να υπομνησθεί εκ νέου ότι ο αποστολέας ενημερώνεται συνήθως για την ύπαρξη παραβάσεως ή παρατυπίας, όταν το τελωνείο εξόδου δεν του αποστέλλει το αντίτυπο του ΣΔΕ που προορίζεται γι' αυτόν.
28 Αν δεν λάβει το έντυπο, πρέπει αναπόφευκτα να συμπεράνει ότι τα εμπορεύματα δεν έφθασαν στον προορισμό τους και πρέπει να προσπαθήσει αμέσως να διαλευκάνει την κατάσταση. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον ο αποστολέας ενημερωθεί για την πιθανή ύπαρξη παραβάσεως εντός της τετράμηνης προθεσμίας από την ημερομηνία αποστολής, η οδηγία προβλέπει ότι πρέπει επίσης να αποδείξει, εντός της ίδιας προθεσμίας, τη νομιμότητα της πράξεως ή τον τόπο όπου διαπράχθηκε πραγματικά η παράβαση ή η παρατυπία.
29 Εν προκειμένω, εντούτοις, πρόκειται για εντελώς διαφορετική περίπτωση. Συγκεκριμένα, ο οικείος επιχειρηματίας έλαβε ένα συνοδευτικό έντυπο το οποίο έφερε τις σφραγίδες και τις υπογραφές που έπρεπε να φέρει κανονικά. Μπόρεσε επομένως να υποθέσει ότι όλα ήταν εν τάξει και ότι δεν χρειαζόταν να αναλάβει καμία πρωτοβουλία.
30 Η διάταξη περί παραπομπής επισημαίνει συναφώς ότι η Cipriani δεν είχε κανένα λόγο να αμφιβάλει για την αυθεντικότητα του εντύπου. Καταλήγει ότι ήταν αντικειμενικά αδύνατον [για την Cipriani] να αντιληφθεί την ύπαρξη παρατυπίας, ήτοι την παραποίηση της σφραγίδας επί του ΣΔΕ.
31 Επομένως, εν προκειμένω, ο επιχειρηματίας ουδόλως ευθύνεται εκ του γεγονότος ότι ανακάλυψε την ύπαρξη παρατυπίας μετά την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας, και συγκεκριμένα όταν έλαβε την πράξη καταλογισμού που του απέστειλε η αρμόδια εθνική αρχή μετά την πάροδο της προθεσμίας.
32 Μπορεί κανείς, βέβαια, να αντιτείνει επ' αυτού ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τους τελωνειακούς δασμούς (3), εναπόκειται στον επιχειρηματία και όχι στη συλλογικότητα να επωμίζεται τις συνέπειες των πιθανών ανεπαρκειών των αντισυμβαλλομένων του. Το ίδιο, εξάλλου, ισχύει όταν ο εν λόγω επιχειρηματίας θίγεται από πλαστά πιστοποιητικά.
33 Εντούτοις, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η νομολογία αυτή αφορούσε διαφορετικό ζήτημα, ήτοι τη δυνατότητα του εν λόγω επιχειρηματία να αποφύγει την καταβολή των φόρων υπό τις ανωτέρω περιστάσεις.
34 Όμως, το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς αφορά το αν, υπό τις περιστάσεις αυτές, ο επιχειρηματίας διατηρεί τα στοιχειώδη δικονομικά του δικαιώματα. Το ζήτημα της υποχρεώσεώς του καταβολής τίθεται αργότερα. Δεν υπάρχει, επομένως, λόγος να εφαρμοστεί η εν λόγω νομολογία στην παρούσα περίπτωση. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ο επιχειρηματίας συνεχίζει, σύμφωνα με τις εν λόγω αποφάσεις, να φέρει τον οικονομικό κίνδυνο που είναι συμφυής με τις επίμαχες συναλλαγές δεν ασκεί επιρροή στην τύχη των δικονομικών του δικαιωμάτων.
35 Συμφωνώ επομένως με την άποψη που εξέφρασαν η Επιτροπή, η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Cipriani, οι οποίες ισχυρίστηκαν ότι δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως εύλογη μια προθεσμία που έχει ήδη παρέλθει όταν ο επιχειρηματίας, η επιμέλεια και η καλή πίστη του οποίου δεν αμφισβητούνται, καθίσταται ενήμερος της διαπράξεως μιας παρατυπίας ή μιας παραβάσεως.
36 Συγκεκριμένα, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η θεμελιώδης αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας επιτάσσει, ακόμη και ελλείψει ειδικών κανονιστικών ρυθμίσεων, να παρέχεται η δυνατότητα σε πρόσωπο κατά του οποίου λαμβάνεται μέτρο θίγον τα συμφέροντά του να καθιστά λυσιτελώς γνωστή την άποψή του (4).
37 Το ίδιο ισχύει, όπως επισημαίνει ορθώς η Επιτροπή, όταν το επίδικο μέτρο θεσπίζεται από εθνική αρχή κατ'εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, στο πλαίσιο δεσμίας αρμοδιότητας.
38 Επομένως, στην περίπτωση όπου είναι αντικειμενικώς αδύνατο για τον επιχειρηματία που εγγυάται την καταβολή των ειδικών φόρων καταναλώσεως να αντιληφθεί, εμπροθέσμως, την πιθανή ύπαρξη παρατυπίας ή παραβάσεως, δεν μπορεί να του αντιταχθεί η προθεσμία που προβλέπει η παράγραφος 3, του άρθρου 20 της οδηγίας.
39 Από αυτό συνάγεται ότι ο επιχειρηματίας αυτός πρέπει να διαθέτει νέα προθεσμία, η οποία θα αρχίσει να τρέχει από τότε που η φορολογική αρχή θα τον ενημερώσει επισήμως ότι δεν πραγματοποιήθηκε νομίμως η άρση του καθεστώτος αναστολής.
40 Συναφώς, επισημαίνω, όπως και η Επιτροπή, ότι δεν είναι η ύπαρξη της προθεσμίας που δημιουργεί πρόβλημα. Συγκεκριμένα, η αποτελεσματικότητα του φορολογικού δικαίου και η ασφάλεια δικαίου επιτάσσουν, μετά την πάροδο εύλογης προθεσμίας, ο επιχειρηματίας ο οποίος δεν μπόρεσε να προσκομίσει τις αποδείξεις που απαιτούν οι διατάξεις να μη δικαιούται πλέον να αρνείται την καταβολή των ειδικών φόρων καταναλώσεως. Συγκεκριμένα, στην αντίθετη περίπτωση, η είσπραξη των εν λόγω φόρων θα καθίστατο αδύνατη.
41 Ούτε η διάρκεια της προθεσμίας, εξάλλου, είναι προβληματική. Συγκεκριμένα, όπως εκτέθηκε ανωτέρω και όπως, εξάλλου, επισημαίνει η Επιτροπή, υπό άλλες περιστάσεις η τετράμηνη προθεσμία για την προσκόμιση της απαιτούμενης αποδείξεως δεν είναι παράλογη, ακόμα και αν επιβάλλεται η επισήμανση συναφώς ότι, στην πράξη, ο επιχειρηματίας διαθέτει συντομότερο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι είναι αναγκασμένος να αναμείνει να παρέλθει ο χρόνος κατά τον οποίον τα προϋόντα μεταφέρονται στον παραλήπτη και να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η οδηγία παρέχει στον τελευταίο αυτό ορισμένη προθεσμία για να επιστρέψει το ΣΔΕ.
42 Επομένως, το πραγματικό πρόβλημα που τίθεται με την παράγραφο 3 του άρθρου 20 της οδηγίας αφορά την dies a quo της τετράμηνης προθεσμίας.
43 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το ζήτημα μπορεί να επιλυθεί με την ερμηνεία της οδηγίας. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει λόγος να θεωρηθεί η οδηγία ως άκυρη, αλλά μόνο, τρόπον τινα, ως ελλιπής και επομένως δυνάμενη να ερμηνευθεί κατά τρόπο συνάδοντα προς τη θεμελιώδη αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας.
44 Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή προβάλλει δύο επιχειρήματα.
45 Η Επιτροπή, κατ' αρχάς, επισημαίνει ότι η κατά λέξη εφαρμογή της οδηγίας συνεπάγεται την επιβολή προθεσμίας η οποία, δεδομένης της οικονομικής πραγματικότητας, τις περισσότερες φορές θα έχει παρέλθει πριν ο επιχειρηματίας να έχει τη δυνατότητα να την επικαλεστεί. Επομένως η ερμηνεία αυτή θα διακύβευε την πρακτική αποτελεσματικότητας του άρθου 20, παράγραφος 3, της οδηγίας.
46 Όμως, κατά πάγια νομολογία, ένας από τους κανόνες ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου είναι η σύμφωνη προς την πρακτική αποτελεσματικότητα μιας διατάξεως ερμηνεία. Πρόκειται επομένως για την ερμηνεία της διατάξεως που διασφαλίζει την πρακτική της αποτελεσματικότητα.
47 Η Επιτροπή προσθέτει, στη συνέχεια, ότι κατά πάγια νομολογία προκύπτει επίσης ότι ένας κανόνας πρέπει να ερμηνεύεται έτσι ώστε να καθίσταται συμβατός με τη Συνθήκη και συνεπώς, κατά μείζονα λόγο, με τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου, στις οποίες εντάσσεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας.
48 Τα επιχειρήματα αυτά, μολονότι θελκτικά, δεν είναι αναντίρρητα. Συγκεκριμένα, υποδεικνύουν σαφώς το ευκταίο, αλλά όχι απαραιτήτως το δυνατό.
49 Πράγματι, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (5), στην οποία αναφέρεται η Επιτροπή, προκύπτει ότι, όταν αυτό είναι δυνατό, επιβάλλεται να δίνεται στους κανόνες ερμηνεία συνάδουσα με την αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας και προς τα θεμελιώδη δικαιώματα.
50 Αντιθέτως, η νομολογία αυτή, η οποία αφορά περιπτώσεις στις οποίες η επίμαχη διάταξη δεν ήταν τόσο σαφής όσο η εν προκειμένω, δεν υποδεικνύει πότε πρέπει να θεωρηθεί ότι συντρέχει η ως άνω περίπτωση.
51 Η επιχειρηματολογία, όμως, της Επιτροπής δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το θέμα αυτό.
52 Η Επιτροπή, συγκεκριμένα, αντιφάσκει, ισχυριζόμενη ότι, υπό κανονικές περιπτώσεις, τίποτε δεν απαγορεύει τη γραμματική ερμηνεία του άρθρο 20, παράγραφος 3, της οδηγίας, ενώ προβάλλει ότι, βάσει του επιχειρήματος που αντλείται από την πρακτική αποτελεσματικότητα, η ερμηνεία αυτή θα καθιστούσε την εν λόγω διάταξη «κενό γράμμα» σε πολλές περιπτώσεις.
53 Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι η ρύθμιση μπορεί να εφαρμόζεται σε ορισμένο αριθμό περιπτώσεων δεν μου φαίνεται λυσιτελές, ανεξαρτήτως του αριθμού των περιπτώσεων αυτών. Συγκεκριμένα, αν το ασύμβατο της ρυθμίσεως με τα θεμελιώδη δικαιώματα οφείλεται απλώς στον ελλιπή χαρακτήρα αυτής ή σε άλλο λόγο δεν αναιρεί ούτε την ύπαρξη ούτε τη σοβαρότητά του. Η έκταση εφαρμογής της ρυθμίσεως είναι ανεξάρτητη του αν η προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι αποτέλεσμα του ρητού περιεχομένου του κειμένου ή των σιωπηρώς συναγομένων από το κείμενο.
54 Έτσι, μια σοβαρή προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της παραλείψεως του νομοθέτη να προβλέψει μια συγκεκριμένη περίπτωση, έστω και αν αυτή είναι σπάνια. Το Δικαστήριο έκρινε ήδη μια διάταξη ως άκυρη, λόγω αυτού που δεν προέβλεπε και όχι λόγω συγκεκριμένου χωρίου της (6).
55 Επιβάλλεται, εξάλλου, η επισήμανση ότι η λύση που προτείνει η Επιτροπή βάσει των επιχειρημάτων που αναλύθηκαν ανωτέρω δεν είναι στο απυρόβλητο κάθε κριτικής ως προς τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή προτείνει, την εφαρμογή της κανονικής διατάξεως, ήτοι της τετράμηνης προθεσμίας από την ημερομηνία αποστολής των προϋόντων, εφόσον ο επιχειρηματίας ενημερώθηκε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, για την ύπαρξη της παραβάσεως ή της παρατυπίας πριν από την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας. Αντιθέτως, αν ενημερώθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, θα έπρεπε, σύμφωνα με την Επιτροπή, να διαθέτει τετράμηνη προθεσμία η οποία να αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία ο επιχειρηματίας έλαβε όντως γνώση της παραβάσεως ή της παρατυπίας.
56 Είναι αμέσως πρόδηλο ότι η λύση αυτή εισάγει σημαντική διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των επιχειρηματιών, ανάλογα με το πότε έλαβαν γνώση της παρατυπίας ή της παραβάσεως. Όμως, κανένας λόγος δεν δικαιολογεί τη διαφορετική αυτή μεταχείριση.
57 Έτσι, ο επιχειρηματίας ο οποίος θα ενημερωθεί μια εβδομάδα πριν την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας από την ημερομηνία αποστολής των εμπορευμάτων θα διαθέτει μόνο μια εβδομάδα για να προσπαθήσει να προσκομίσει την απόδειξη που απαιτεί η διάταξη. Αντιθέτως, ο επιχειρηματίας που θα λάβει γνώση μια εβδομάδα αργότερα, αμέσως μετά την πάροδο της προθεσμίας, θα διαθέτει τέσσερις μήνες για να προσκομίσει την ίδια απόδειξη.
58 Η Επιτροπή δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα για να δικαιολογήσει τη διαφορετική αυτή μεταχείριση και θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να βρεθεί τέτοιο επιχείρημα.
59 Αυτό σημαίνει ότι η ερμηνευτική οδός, εν προκειμένω, αποκλείεται και ότι το Δικαστήριο μπορεί μόνο να διαπιστώσει την ακυρότητα του άρθρου 20, παράγραφος 3, της οδηγίας; Αυτή είναι η γνώμη μου.
60 Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η μέθοδος που προτείνει η Επιτροπή ισοδυναμεί με την προσθήκη στην εν λόγω διάταξη μιας επιπλέον παραγράφου, η οποία θα κάλυπτε, κατ'απόκλιση από τον γενικό κανόνα, την περίπτωση της παρούσας υποθέσεως.
61 Όμως, η μέθοδος αυτή υπερβαίνει, νομίζω, σαφώς την έννοια της ερμηνείας. Επιβάλλεται εδώ να υπομνηστεί ότι η επίμαχη διάταξη είναι απολύτως σαφής. Η έννοια των λέξεων δεν αφήνει, εν προκειμένω, κανένα περιθώριο αμφιβολίας. Ο νομοθέτης δεν προέβη στη διάκριση που προτείνει η Επιτροπή και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ως προς την πρόθεσή του να το πράξει.
62 Η κατάσταση θα ήταν διαφορετική αν είχε προβεί σε διάκριση χρήζουσα περαιτέρω διευκρινίσεως. Στην περίπτωση αυτή, θα χωρούσε αναμφιβόλως ερμηνεία. Αντιθέτως, δεν απόκειται στον δικαστή, με το πρόσχημα της ερμηνείας, να υποκαταστήσει τον νομοθέτη εισάγοντας στον επίδικο κανόνα διακρίσεις στις οποίες αυτός δεν προέβη.
63 Το παλαιό ρωμαϋκό ρητό «Ubi lex non distinguit nec nos distinguere debemus» παραμένει λυσιτελές.
64 Φρονώ, επομένως, ότι η απόπειρα της Επιτροπής να «ερμηνεύσει» την εν λόγω διάταξη αντί να διαπιστώσει την ακυρότητά της είναι καταδικασμένη να αποτύχει.
65 Είναι αληθές ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται μόνο στην ερμηνεία της διατάξεως και όχι στο κύρος της. Κατά πάγια νομολογία, προκύπτει εντούτοις ότι το Δικαστήριο δύναται να αναδιατυπώσει ένα ερώτημα για να μπορέσει να δώσει στο εθνικό δικαστήριο απάντηση λυσιτελή για την επίλυση της διαφοράς. Εν προκειμένω, η απάντηση αυτή μπορεί να δοθεί μόνο με την εξέταση του κύρους της επίμαχης διατάξεως, καίτοι το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται μόνο στην ερμηνεία της.
66 Δεδομένου ότι απόκειται στο Δικαστήριο να συνάγει τα στοιχεία του κοινοτικού δικαίου που είναι απαραίτητα για να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, η επιλογή του εν λόγω δικαστηρίου να υποβάλλει ένα ερώτημα ως προς την ερμηνεία και όχι ως προς την εκτίμηση του κύρους δεν δεσμεύει το Δικαστήριο (7).
67 Από τις ανωτέρω σκέψεις, προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο πρέπει να μην εφαρμόσει το άρθρο 20, παράγραφος 3, της οδηγίας, διότι αυτό δεν συνάδει με τη θεμελιώδη αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, δεδομένου ότι η μέθοδος της σύμφωνης ερμηνείας που προτείνει η Επιτροπή δεν είναι ικανή για να αποκλείσει το εν λόγω ασυμβίβαστο.
68 Δεδομένου ότι το ασύμβατο αυτό δεν οφείλεται στον καθορισμό της προθεσμίας αυτόν καθ' αυτόν, αλλά στην επιλογή του dies a quo, απόκειται, συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει ότι η προθεσμία που παρέχει η οδηγία στον επιχειρηματία για να μπορέσει αυτός να προσκομίσει την απαιτούμενη απόδειξη αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία που η φορολογική αρχή τον ενημέρωσε, κοινοποιώντας του π.χ. καταλογιστική πράξη, για τη μη άρση του καθεστώτος αναστολής.
69 Θα παρατηρήσω επίσης ότι, για να επιλυθεί το ζήτημα στο μέλλον, εναπόκειται, αναλόγως της περιπτώσεως, στον κοινοτικό νομοθέτη να συνάγει τις συνέπειες της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
70 Βάσει αυτών που προηγήθηκαν, προτείνω να δοθεί στο πρώτο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα η εξής απάντηση:
Η θεμελιώδης αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας επιτάσσει ο επιχειρηματίας ο οποίος εγγυήθηκε την καταβολή των ειδικών φόρων καταναλώσεως, αλλά ο οποίος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, εντός της τετράμηνης προθεσμίας από την ημερομηνία αποστολής των εμπορευμάτων, ότι δεν συντελέστηκε νομίμως η άρση του καθεστώτος αναστολής, να ενημερώνεται επισήμως σχετικά από την αρμόδια αρχή και η τετράμηνη προθεσμία για την απόδειξη της νομιμότητας της πράξεως ή του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως ή της παρατυπίας να αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία της ενημερώσεως αυτής. Το άρθρο 20, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϋόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, είναι ανίσχυρο, καθόσον δεν προβλέπει τη δυνατότητα για τον εν λόγω επιχειρηματία να προσκομίσει την απόδειξη αυτή.
Ως προς το δεύτερο ερώτημα
71 Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο αποσκοπεί, κατ'ουσίαν, να προσδιορίσει αν η δυνατότητα του επιχειρηματία να αποδείξει τη νομιμότητα της πράξεως ή τον τόπο διαπράξεως της παραβάσεως ή της παρατυπίας, που προβλέπει η παράγραφος 3 του άρθρου 20 της οδηγίας, παρέχεται επίσης σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 2 της διατάξεως αυτής.
72 Με άλλα λόγια, εν προκειμένω πρόκειται, κατά κάποιον τρόπο, για τη σωρρευτική εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 20.
73 Επιβάλλεται συναφώς να προβώ σε μια συστηματική εξέταση του άρθρου 20 της οδηγίας.
74 Συγκεκριμένα, ο σκοπός του άρθρου αυτού είναι να προλαμβάνει τις συγκρούσεις αρμοδιότητας μεταξύ κρατών μελών που επιδιώκουν να φορολογήσουν τα προϋόντα τα οποία αποτελούν αντικείμενο παραβάσεως. Για κάθε μία, επομένως, των περιπτώσεων που περιλαμβάνει, ορίζει ποιο είναι το αρμόδιο κράτος.
75 Έτσι, το άρθρο 20, παράγραφος 2, θεσπίζει γενικό κανόνα για την περίπτωση όπου διαπιστώνεται μια παράβαση ή μια παρατυπία χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ο τόπος διαπράξεώς της, ήτοι η αρμοδιότητα του κράτους μέλους εντός της επικρατείας του οποίου διαπιστώθηκε η παράβαση.
76 Το άρθρο 20, παράγραφος 3, αντιθέτως, έχει εφαρμογή μόνο όταν πληρούται μια άλλη προϋπόθεση, ήτοι όταν τα επίδικα προϋόντα δεν φθάνουν στον προορισμό τους. Στην περίπτωση αυτή, καθίσταται αρμόδιο το κράτος αναχωρήσεως.
77 Επομένως, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, αν εφαρμοσθούν οι δύο διατάξεις στην ίδια περίπτωση, θα προσδιορίζονταν δύο κράτη ως αρμόδια για τη φορολόγηση των προϋόντων. Αν το κράτος μέλος όπου διαπιστώνεται η παράβαση δεν είναι το ίδιο με το κράτος μέλος αναχωρήσεως των προϋόντων, προκύπτει σύγκρουση αρμοδιότητας, ενώ οι δύο κανόνες απονομής αρμοδιότητας των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 20 της οδηγίας σκοπούν ακριβώς στην πρόληψη και, εν πάση περιπτώσει, στην άρση των συγκρούσεων αυτών.
78 Το ότι, εν προκειμένω, οι δύο διατάξεις προσδιορίζουν το ίδιο κράτος μέλος, ήτοι την Ιταλία, δεν συνεπάγεται τη δυνατότητα σωρευτικής εφαρμογής τους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ούτε το περιεχόμενό τους ούτε το σύστημα της οδηγίας.
79 Επιβάλλεται, επομένως, να προσδιορισθεί ποια από τις δύο διατάξεις είναι η μόνη εφαρμοστέα στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο.
80 Όμως, το εν λόγω δικαστήριο διευκρίνισε με τη διάταξη περί παραπομπής ότι τα επίδικα προϋόντα δεν έφθασαν στον προορισμό τους υπό την έννοια του άρθρου 20, παράγραφος 3, της οδηγίας. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, επομένως, πληρούνται και η παράγραφος 2 δεν έχει, συνεπώς, εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.
81 Επομένως, οι επόμενες σκέψεις που θα διατυπώσω είναι ως εκ περισσού.
82 Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 20 της οδηγίας αφορούν την περίπτωση όπου διαπράχθηκε μια παράβαση ή μια παρατυπία κατά την κυκλοφορία. Στο πλαίσιο αυτό, η παράγραφος 1 αφορά την περίπτωση στην οποία ο τόπος της εν λόγω παραβάσεως ή της παρατυπίας είναι γνωστός, η παράγραφος 2 αφορά την περίπτωση στην οποία αυτός είναι άγνωστος.
83 Η λογική των παραγράφων αυτών αποκλείει τη δυνατότητα αποδείξεως της νομιμότητας της πράξεως και, κατά συνέπεια, την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 20, παράγραφος 3, της οδηγίας, σχετικά με την απόδειξή της. Συγκεκριμένα, η ύπαρξη παρατυπίας ή παραβάσεως αποτελεί την προϋπόθεση ουσιαστικής εφαρμογής των παραγράφων 1 και 2 του εν λόγω άρθρου.
84 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι στο δεύτερο ερώτημα επιβάλλεται να δοθεί η εξής απάντηση:
«Όταν τα επίδικα προϋόντα δεν έχουν φθάσει στον προορισμό τους, η παράγραφος 2 του άρθρου 20 της οδηγίας δεν έχει εφαρμογή».
Πρόταση
85 Για τους προαναφερθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις εξής απαντήσεις στα ερωτήματα του Tribunale di Trento:
Πρώτο και τρίτο ερώτημα
«Η θεμελιώδης αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας επιτάσσει ο επιχειρηματίας ο οποίος εγγυήθηκε την καταβολή των ειδικών φόρων καταναλώσεως, αλλά ο οποίος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, εντός της τετράμηνης προθεσμίας από την ημερομηνία αποστολής των εμπορευμάτων, ότι δεν συντελέστηκε νομίμως η άρση του καθεστώτος αναστολής, να ενημερώνεται επισήμως σχετικά από την αρμόδια αρχή και η τετράμηνη προθεσμία για την απόδειξη της νομιμότητας της πράξεως ή του τόπου διαπράξεως της παραβάσεως ή της παρατυπίας να αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία της ενημερώσεως αυτής. Το άρθρο 20, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϋόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης είναι ανίσχυρο, καθόσον δεν προβλέπει τη δυνατότητα για τον εν λόγω επιχειρηματία να προσκομίσει την απόδειξη αυτή.»
Δεύτερο ερώτημα
«Όταν τα επίδικα προϋόντα δεν έχουν φθάσει στον προορισμό τους, η παράγραφος 2 του άρθρου 20 της οδηγίας δεν έχει εφαρμογή.»
(1) - ΕΕ L 76, σ. 1.
(2) - Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1999, C-233/98 (Συλλογή 1999, σ. Ι-7349). Βλ. άρθρο 11β του κανονισμού (ΕΟΚ) 1429/90 της Επιτροπής, της 29ης Μαου 1990, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1062/87 για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ L 137, σ. 21).
(3) - Βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1984, 98/83 και 230/83, Van Gend & Loos (Συλλογή 1984, σ. 3763), και της 18ης Ιανουρίου 1996, C-446/93, SEIM (Συλλογή 1996, σ. Ι-73).
(4) - Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, C-462/98 P, Mediocurso κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-7183).
(5) - Αποφάσεις της 5ης Μαου 1982, 15/81, Schul (Συλλογή 1982, σ. 1409), και της 29ης Ιουνίου 1995, C-135/93, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-1651).
(6) - Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977, 117/76 και 16/77, Ruckdeschel (Συλλογή τόμος 1977, σ. 531).
(7) - Βλ., υπό την έννοια αυτή, τις αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 1965, 16/65, Schwarze (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 191), και της 15ης Οκτωβρίου 1980, 145/79, Roquette (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 153).
Full & Egal Universal Law Academy