Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με διάταξης της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, το τέταρτο τμήμα του Bundesvergabeamt (Αυστρία) υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών .
2. Η οδηγία 92/50 κάνει διάκριση μεταξύ των συμβάσεων παροχής κυρίων υπηρεσιών στις οποίες εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της (τίτλοι ΙΙΙ έως IV), και μη κύριων υπηρεσιών οι οποίες διέπονται μόνο από τα άρθρα 14 και 16 της οδηγίας. Οι συμβάσεις παροχής μη κύριων υπηρεσιών, που θεωρείται ότι λίγο επηρεάζουν το διασυνοριακό εμπόριο, υπόκεινται μόνο σε έναν μηχανισμό παρακολούθησης που προβλέπει η οδηγία .
3. Οι κύριες υπηρεσίες απαριθμούνται στο παράρτημα Ι Α της οδηγίας ενώ οι μη κύριες απαριθμούνται στο παράρτημα Ι Β. Η κατάταξη των υπηρεσιών παραπέμπει στην κεντρική κατάταξη των προϊόντων των Ηνωμένων Εθνών (στο εξής: CPC).
4. Στην περίπτωση συμβάσεων που έχουν ως αντικείμενο και υπηρεσίες του παραρτήματος Ι Α και υπηρεσίες του παραρτήματος Ι Β, η οδηγία ορίζει στο άρθρο 10, ότι:
«Οι συμβάσεις [...] συνάπτονται σύμφωνα με τις διατάξεις των τίτλων ΙΙΙ έως IV, όταν η αξία των υπηρεσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι Α είναι υψηλότερη από εκείνη των υπηρεσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι Β. Στις λοιπές περιπτώσεις, συνάπτονται σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 16.»
5. Η οδηγία 92/50 μεταφέρθηκε στο αυστριακό δίκαιο με τον νόμο Bundesvergabegesetz (Ομοσπονδιακός αυστριακός νόμος περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, στο εξής: BVergG) . Το παράρτημα ΙΙΙ του εν λόγω ομοσπονδιακού νόμου αντιστοιχεί κατά τα ουσιώδη στο παράρτημα Ι Α της οδηγίας 92/50 ενώ το παράρτημα IV αντιστοιχεί στο παράρτημα Ι Β της οδηγίας. Το άρθρο 3, παράγραφος 4, του BVergG μεταφέρει τον κανόνα του άρθρου 10 της οδηγίας 92/50.
6. Στην κύρια υπόθεση, η αιτούσα, Felix Swoboda GmbH (στο εξής: Swoboda) αμφισβητεί τη νομιμότητα μιας διαδικασίας σύναψης δημόσιας σύμβασης υπηρεσιών από τη σκοπιά του άρθρου 3, παράγραφος 4, του BVergG. Ζητεί από το εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει παράβαση του ομοσπονδιακού νόμου, δεδομένου ότι η σύμβαση δεν ανατέθηκε στον υποβαλόντα την πλέον συμφέρουσα προσφορά. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της αναθέτουσας αρχής, η Swoboda δεν μετείχε στην επίδικη διαδικασία αναθέσεως.
7. Η Österreichische Nationalbank (Κεντρική Τράπεζα της Αυστρίας, στο εξής: OeNB), αναθέτων φορέας προέβη, ενόψει μετακομίσεώς της σε νέες εγκαταστάσεις, σε απόσταση 200 μέτρων από την παλαιά διεύθυνση, στη σύναψη συμβάσεως «παροχής υπηρεσιών μετακομίσεως και μεταφοράς».
8. Εκτός της κατά κυριολεξία μεταφοράς (αποσυναρμολόγηση, συσκευασία, μεταφορά, αποσυσκευασία) που, κατά την OeNB αντιπροσώπευε μόνο ποσοστό 6,94 της αξίας της σύμβασης, το μεγαλύτερο μέρος των υπηρεσιών συνίστατο στη μηχανογραφημένη υλικοτεχνική υποστήριξη, στον συντονισμό όλων των δραστηριοτήτων μετακομίσεως καθώς και στη διάθεση αποθήκης και την οργάνωση της αποθήκευσης. Λόγω αυτού η OeNB θεώρησε ότι η σύμβαση συνίστατο κυρίως σε «υπηρεσίες βοηθητικών μεταφορών και μεταφορών υποστήριξης», που περιλαμβάνονται στο παράρατημα IV του BVergG και όχι σε υπηρεσίες χερσαίας μεταφοράς που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ του BVergG και κατά συνέπεια υπόκεινται στο σύνολο των διατάξεων του ομοσπονδιακού νόμου. Για τον λόγο αυτό προέβη μόνο στη δημοσίευση της ανακοίνωσης αναθέσεως της σύμβασης.
9. Η Swoboda θεωρεί ότι η σύναψη της συμβάσεως έπρεπε να γίνει σύμφωνα με το σύνολο των διατάξεων του BVergG, δεδομένου ότι η αξία των υπηρεσιών του παραρτήματος ΙΙΙ του νόμου αυτού υπερβαίνει εν προκειμένω την αξία των υπηρεσιών του παραρτήματος IV.
10. Για να επιλύσει την εκκρεμή ενώπιόν του διαφορά, το Bundesvergabeamt έκρινε αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστηρίο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ:
«1) Πρέπει η παροχή υπηρεσιών, η οποία εξυπηρετεί ενιαίο σκοπό, μπορεί όμως καθεαυτή να καταμερισθεί σε τμηματικές παροχές, σύμφωνα με το σύστημα της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ, ειδικότερα στις περιλαμβανόμενες στο παράρτημα Ι A και Ι B κατηγορίες υπηρεσιών, να χαρακτηρισθεί ως ενιαία παροχή, αποτελουμένη από κύρια παροχή και συμπληρωματικές επικουρικές παροχές, και να καταταχθεί σύμφωνα με το κύριο αντικείμενό της στα παραρτήματα Ι A και Ι B της οδηγίας ή πρέπει αντίθετα να εξεταστεί, χωριστά ως προς εκάστη από τις επί μέρους παροχές, αν αυτή διέπεται πλήρως από την οδηγία ως κύρια παροχή υπηρεσίας ή μόνο από ορισμένες διατάξεις της οδηγίας ως μη κύρια παροχή υπηρεσίας;
2) Επιτρέπει το σύστημα της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ να καταμερίζεται μια παροχή υπηρεσίας, που αντιστοιχεί σε ορισμένη κατηγορία υπηρεσιών (π.χ. υπηρεσίες μεταφορών), σε επί μέρους παροχές υπηρεσιών, χωρίς να παραβιάζονται διατάξεις περί της συνάψεως συμβάσεων παροχής υπηρεσιών ή να αίρεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ;
3) Πρέπει οι αναφερόμενες στην έκθεση πραγματικών περιστατικών υπηρεσίες (έχοντας υπόψη το άρθρο 10 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ) να κατατάσσονται ως παροχές υπηρεσιών του παραρτήματος Ι A της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ (κατηγορία 2, χερσαίες μεταφορές) οπότε οι συμβάσεις, των οποίων το αντικείμενο αποτελούν τέτοιες παροχές υπηρεσιών, πρέπει να συνάπτονται σύμφωνα με τις διατάξεις των τμημάτων ΙΙΙ έως VI της οδηγίας, ή πρέπει να κατατάσσονται ως παροχές υπηρεσιών του παραρτήματος Ι B της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ (ειδικότερα, κατηγορία 20, υπηρεσίες βοηθητικών μεταφορών και μεταφορών υποστήριξης, καθώς και κατηγορία 27, λοιπές υπηρεσίες) οπότε οι συμβάσεις των οποίων αντικείμενο αποτελούν τέτοιες παροχές υπηρεσιών πρέπει να συνάπτονται, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 16, επιπλέον δε σε ποιο αριθμό αναφοράς της CPC πρέπει να υπαχθούν;
4) Στην περίπτωση που η εκτίμηση των επιμέρους υπηρεσιών θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι μια επιμέρους υπηρεσία υπαγόμενη στο παράρτημα Ι Α , στην οποία εφαρμόζονται κατ' αρχήν όλες οι διατάξεις της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ, δεν υπόκειται κατ' εξαίρεση σε όλες τις διατάξεις της οδηγίας κατ' εφαρμογήν της αρχής της μεγαλύτερης αξίας του άρθρου 10 της οδηγίας, υποχρεούται η αναθέτουσα αρχή να διαχωρίζει τις μη κύριες επί μέρους υπηρεσίες και να συνάψει για αυτές χωριστές συμβάσεις προκειμένου να διατηρηθεί ο κύριος χαρακτήρας της υπηρεσίας;»
Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
11. Η Επιτροπή καθώς και η καθής της κύριας δίκης διατύπωσαν αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων και πρέπει κατ' αρχάς να δοθεί απάντηση σε αυτό το ζήτημα.
12. Η Επιτροπή εγείρει προκαταρκτικώς το ερώτημα αν το Bundesvergabeamt αποτελεί δικαιοδοτικό όργανο κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ, ιδιότητα η οποία αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων.
13. Επ' αυτού, παραπέμπω στην απόφαση Mannesmann Anlagenbau Austria κ.λπ. . Με την απόφαση εκείνη το Δικαστήριο ανεγνώρισε, σιωπηρά μεν αλλά χωρίς αμφιβολία, την ιδιότητα του Bundesvergabeamt ως δικαιοδοτικού οργάνου δεδομένου ότι δέχτηκε να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του οργάνου αυτού. Η αναγνώριση αυτή είναι μάλιστα περισσότερο αδιαμφισβήτητη καθόσον ο γενικός εισαγγελέας Léger είχε εξετάσει με τις προτάσεις του το ζήτημα του χαρακτηρισμού του Bundesvergabeamt ως δικαιοδοτικού οργάνου. Δια του συλλογισμού του, με τον οποίο συντάσσομαι, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αυστριακό ομοσπονδιακό γραφείο διαγωνισμών πρέπει να θεωρηθεί ως δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο απαντώντας επανειλημμένα σε προδικαστικά ερωτήματα του Bundesvergabeamt επιβεβαίωσε αυτόν τον χαρακτηρισμό του εν λόγω γραφείου ως δικαιοδοτικού οργάνου.
14. Η Επιτροπή παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου που απαιτεί ως προϋπόθεση ότι τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα που απευθύνονται σε αυτό βάσει του άρθρου 234 ΕΚ εκδίδουν αποφάσεις «δικαστικού χαρακτήρα». Το αυστριακό ομοσπονδιακό γραφείο διαγωνισμών, όπως αναγνωρίζει με την από 9 Αυγούστου 2001 διάταξη περί παραπομπής στην υπόθεση Siemens και ARGE Telekom που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου , δεν έχει την αρμοδιότητα να απευθύνει διαταγές. Η Επιτροπή συνάγει εξ αυτού ότι οι αποφάσεις του δεν εμφανίζουν τον απαιτούμενο δικαστικό χαρακτήρα .
15. Επ' αυτού θα παρατηρήσω ότι ένα όργανο μπορεί να εκδίδει αποφάσεις δικαστικού χαρακτήρα χωρίς να έχει την αρμοδιότητα να απευθύνει διαταγές. Η καλύτερη απόδειξη αυτού είναι ότι το ίδιο το δικαστήριο δεν έχει τέτοια αρμοδιότητα να απευθύνει διαταγές εκτός της περιπτώσεως όπου αποφαίνεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων . Παρ' όλα αυτά, ουδείς μέχρι στιγμής τουλάχιστον, τόλμησε να αμφισβητήσει την ιδιότητά του ως δικαστηρίου.
16. Το Bundesvergabeamt ναι μεν δεν έχει την αρμοδιότητα να απευθύνει διαταγές στις αναθέτουσες αρχές πλην όμως έχει την αρμοδιότητα, τουλάχιστον μέχρι την ανάθεση της σύμβασης, να ακυρώνει τις αποφάσεις τους, πράγμα που αρκεί για να του προσδώσει την ιδιότητα του δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ. Πράγματι οι αποφάσεις του Bundesvergabeamt έχουν «δεσμευτικό χαρακτήρα όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από την εξουσία κυρώσεως που διαθέτει δυνάμει του νόμου» .
17. Βεβαίως, δεδομένου ότι εν προκειμένω η σύμβαση έχει ήδη ανατεθεί, το Bundesvergabeamt δεν μπορεί στην κύρια δίκη να εκδώσει ακυρωτική απόφαση. Πράγματι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 113, παράγραφος 3, του BVergG το οποίο ορίζει:
«Μετά την ανάθεση της συμβάσεως ή μετά τον τερματισμό της διαδικασίας συνάψεως, το ομοσπονδιακό γραφείο διαγωνισμών είναι αρμόδιο να κρίνει αν μια σύμβαση δεν ανατέθηκε στον υποβαλόντα την πλέον συμφέρουσα προσφορά λόγω παραβάσεως του παρόντος ομοσπονδιακού νόμου ή των εκτελεστικών αυτού κανονισμών. Στο πλαίσιο τέτοιας διαδικασίας, το ομοσπονδιακό γραφείο διαγωνισμών είναι επιπλέον αρμόδιο να κρίνει κατόπιν αιτήσεως της αναθέτουσας αρχής μήπως ένας αποκλεισθείς υποψήφιος ή υποβαλών προσφορά είχε πραγματική πιθανότητα να του ανατεθεί η σύμβαση αν είχαν εφαρμοστεί ορθά οι διατάξεις του παρόντος ομοσπονδιακού νόμου και των εκτελεστικών αυτού κανονισμών.»
18. Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι το Bundesvergabeamt δεν θα εκδώσει δεσμευτική απόφαση με ισχύ δεδικασμένου. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 125, παράγραφος 2, του BVergG, η αγωγή αποζημιώσεως του αποκλεισθέντος υποψηφίου είναι παραδεκτή μόνο αν προηγουμένως το Bundesvergabeamt διαπίστωσε την παράτυπη ανάθεση της σύμβασης βάσει του άρθρου 113, παράγραφος 3, του BVergG. Το πολιτικό δικαστήριο που θα επιληφθεί της αγωγής αποζημιώσεως καθώς επίσης και οι διάδικοι δεσμεύονται από τη διαπίστωση αυτή.
19. Φαίνεται ότι οι αμφιβολίες που διατυπώνει η Επιτροπή οφείλονται σε μια ατυχή σύγχυση. Από το γεγονός ότι το Bundesvergabeamt διερωτήθηκε, στην προπαρατεθείσα υπόθεση Siemens και ARGE Telekom αν διαθέτει επαρκείς εξουσίες από τη σκοπιά της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων , η Επιτροπή εσφαλμένως συνάγει το συμπέρασμα ότι το Bundesvergabeamt τρέφει αμφιβολίες ως προς την ιδιότητά του ως δικαιοδοτικού οργάνου.
20. Θεωρώ λοιπόν, ότι, εν πάση περιπτώσει, στη διαδικασία που κίνησε η Swoboda, το Bundesvergabeamt έχει την ιδιότητα του δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ που του δίνει τη δυνατότητα να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο.
21. Η OeNB, από την πλευρά της, αμφισβητεί την ικανότητα της Swoboda να κινήσει την κύρια δίκη, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει την ιδιότητα του αποκλεισθέντος υποψηφίου ή υποβαλόντος προσφορά που είναι αναγκαία κατά το εθνικό δίκαιο για την προσφυγή αυτή. Δεδομένου ότι η Swoboda δεν μπορεί να ζητήσει αποζημίωση, η διαπίστωση ενδεχόμενης παράβασης της οδηγίας 92/50 θα είχε απλώς αναγνωριστικό χαρακτήρα χωρίς ουσιαστικές συνέπειες για την κύρια δίκη.
22. Επ' αυτού θα παρατηρήσω απλώς ότι το ζήτημα της νομιμοποίησης της αιτούσας της κύριας δίκης είναι ζήτημα που διέπεται από τις εθνικές δικονομικές διατάξεις. Επί τέτοιων ζητημάτων όμως το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται. Πράγματι, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται αποκλειστικά να επιλύει τα ζητήματα καθαρώς εθνικού δικαίου και να εκτιμά την ανάγκη υποβολής αιτήσεως προδικαστικής απόφασης. Τα μόνα ερωτήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου στα οποία το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει παρά την υποβολή αιτήσεως από εθνικό δικαστήριο είναι τα υποθετικά ή αυτά που εγείρονται σε κύριες δίκες τεχνητά μεθοδευμένες . Εν προκειμένω, είναι φανερό ότι δεν αντιμετωπίζουμε τέτοια εξαιρετική περίπτωση.
23. Η OeNB υποστηρίζει επίσης ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί με την προπαρατεθείσα απόφαση Tögel επί ερωτημάτων παρομοίων με τα υπό εξέταση και συνεπώς μπορεί να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα απλώς με αιτιολογημένη διάταξη παραπέμπουσα στην απόφαση εκείνη.
24. Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου δίνει απλώς τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να απαντά σε προδικαστικά ερωτήματα με αιτιολογημένη διάταξη. Ουδόλως πρόκειται για υποχρέωση.
25. Εξάλλου, τα πραγματικά περιστατικά της κύριας υπόθεσης όπως και τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο στην προαναφερθείσα υπόθεση Tögel εμφανίζονται αισθητά διαφορετικά από τα επίδικα εν προκειμένω. Το Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη δεν είχε να απαντήσει στο κύριο ερώτημα που υποβάλλει σήμερα το Bundesvergabeamt, αν δηλαδή μια σύμβαση που έχει ενιαίο σκοπό αλλά περιλαμβάνει διάφορες επιμέρους υπηρεσίες πρέπει να υπαχθεί στο σύστημα συνάψεως συμβάσεων που αντιστοιχεί στην υπηρεσία του κυρίου αντικειμένου της ή αν αντιθέτως πρέπει να υπαχθεί στο σύστημα των επιμέρους υπηρεσιών που αντιπροσωπεύουν κατ' αξίαν το σημαντικότερο μέρος της.
26. Τέλος, η OeNB επικαλείται το γεγονός ότι η επίδικη σύμβαση δεν περιλαμβάνει κανένα διασυνοριακό στοιχείο και δεν εμφανίζει ενδιαφέρον για αλλοδαπές εταιρίες. Κατά συνέπεια το κοινοτικό δίκαιο δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση διότι αυτή δεν εμφανίζει στοιχείο συνδέσεως με κάποιο διασυνοριακό χαρακτηριστικό. Η OeNB επικαλείται για να στηρίξει τα σχετικά επιχειρήματα, ιδίως, την απόφαση RI. SAN , με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι μια διαδικασία διαγωνισμού δεν υπόκειται στο κοινοτικό δίκαιο εφόσον δεν εμφανίζει στοιχείο αλλοδαπότητας.
27. Εδώ πρόκειται για φανερά εσφαλμένη ερμηνεία της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Με την προαναφερθείσα απόφαση RI. SAN, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 55 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 45 ΕΚ) δεν είχε εφαρμογή σε κύρια υπόθεση της οποίας όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους. Αντιθέτως δεν αποφάνθηκε επί της εφαρμογής της οδηγίας 92/50 σε σχέση με αυτόν τον όρο της αλλοδαπότητας.
28. Ακριβώς όμως οι κοινοτικές οδηγίες περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων σκοπούν την καθιέρωση συντονισμένων στο κοινοτικό επίπεδο διαδικασιών και δη ανεξάρτητα από την ύπαρξη η την απουσία διασυνοριακών στοιχείων στις οικείες συμβάσεις. Το γεγονός ότι η σύμβαση που αποτέλεσε την αφορμή της κύριας δίκης παρουσιάζει περιορισμένο μόνο ενδιαφέρον για έναν αλλοδαπό επαγγελματία δεν αποτελεί επαρκή λόγο αποκλεισμού της εφαρμογής της οδηγίας 92/50. Επιπλέον, η απαίτηση ότι η αφετηρία και το τέρμα της παρεχομένης υπηρεσίας πρέπει να βρίσκονται εκατέρωθεν των συνόρων αποτελεί απαίτηση υπερβολικη σε σχέση με το αντικείμενο της οδηγίας που είναι το άνοιγμα των αγορών ακόμη και αυτών που βρίσκονται εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους, σε τυχόν ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη.
29. Πρέπει συνεπώς να εξεταστούν τα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου. Για λόγους συνοχής του συλλογισμού μου θα απαντήσω στο τέταρτο ερώτημα πριν εξετάσω το τρίτο.
Επί του πρώτου ερωτήματος
30. Για να αποφύγω κάθε περιττή επανάληψη στις απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα και για να συμβάλω στην επωφελή ερμηνεία της οδηγίας 92/50, θεωρώ ότι, με το πρώτο ερώτημα, το Bundesvergabeamt, ερωτά κατά τα ουσιώδη πώς προσδιορίζεται το σύστημα που διέπει τη σύναψη δημόσιας σύμβασης παροχής υπηρεσιών, όταν η σύμβαση αυτή έχει ενιαίο σκοπό, πλην όμως μπορεί να κατατμηθεί σε επιμέρους υπηρεσίες. Πρέπει η κατάταξη της συμβάσεως στα παραρτήματα Ι Α ή Ι Β της οδηγίας 92/50 να γίνει με βάση τον κύριο σκοπό της ή με βάση τις επιμέρους υπηρεσίες που αντιπροσωπεύουν, από πλευράς αξίας, το σημαντικότερο τμήμα της;
31. Με τη διάταξη περί παραπομπής, το Bundesvergabeamt αναφέρεται στην απόφαση Gestión Hotelera Internacional και παρατηρεί ότι η απόφαση αυτή διατυπώνει την αρχή της υπέρτερης αξίας δυνάμει της οποίας το κύριο αντικείμενο της σύμβασης απορροφά, για τον προσδιορισμό της οδηγίας περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων που έχει εφαρμογή σε μια συγκεκριμένη σύμβαση, τις βοηθητικές υπηρεσίες.
32. Δεν νομίζω ότι η παραπομπή στην απόφαση αυτή είναι λυσιτελής για την απάντηση στο υπό κρίση προδικαστικό ερώτημα.
33. Με την προαναφερθείσα απόφαση Gestión Hotelera Internacional, το Δικαστήριο είχε να αποφανθεί επί της εφαρμογής της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων , σε μια σύμβαση που είχε ως κύριο αντικείμενο την εκχώρηση αγαθών. Το Δικαστήριο έκρινε «[...] ότι μικτή σύμβαση η οποία αφορά συγχρόνως την εκτέλεση εργασιών και την παραχώρηση πραγμάτων δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 71/305, εάν η εκτέλεση των εργασιών παρουσιάζει παρεπόμενο μόνο χαρακτήρα σε σχέση με την παραχώρηση πραγμάτων» .
34. Αυτή η κρίση του Δικαστηρίου επιρρωνύεται από την δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/50:
«ότι οι δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών διαχείρισης ιδιοκτησιών μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να περιλαμβάνουν έργα· ότι όπως προκύπτει από την οδηγία 71/305/ΕΟΚ μια σύμβαση θεωρείται ως σύμβαση δημοσίων έργων μόνον εφόσον ο σκοπός της συνίσταται στην εκτέλεση ενός έργου· ότι ωστόσο εφόσον τα έργα αυτά γίνονται επικουρικώς και δεν αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τον χαρακτηρισμό της σύμβασης ως σύμβασης δημοσίων έργων.»
35. Όμως το υπό εξέταση προδικαστικό ερώτημα είναι αισθητά διαφορετικό. Δεν ερωτάται ποια οδηγία έχει εφαρμογή στην επίδικη σύναψη συμβάσεως. Όλες οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο αναγνωρίζουν ότι έχει εφαρμογή η οδηγία 92/50. Το πρόβλημα αφορά τον προσδιορισμό, στο πλαίσιο της οδηγίας αυτής, του συστήματος που διέπει τη σύμβαση. Διαπιστώνεται δε ότι ή οδηγία δεν περιέχει καμία διάταξη βάσει της οποίας το κύριο αντικείμενο της σύμβασης προσδιορίζει το παράρτημα της οδηγίας που έχει εφαρμογή και κατά συνέπεια το σύστημα που διέπει τη σχετική διαδικασία.
36. Αντιθέτως η οδηγία 92/50 διατυπώνει στο άρθρο 10 μια ιδιαίτερη αρχή για τον καθορισμό του εφαρμοστέου συστήματος. Το εφαρμοστέο σύστημα είναι το σύστημα του παραρτήματος στο οποίο κατατάσσονται οι υπηρεσίες που έχουν τη μεγαλύτερη αξία στο πλαίσιο της σύμβασης. Το εν λόγω άρθρο 10 δεν αναφέρεται στο κύριο αντικείμενο της σύμβασης. Η οδηγία είναι δηλαδή αρκούντως σαφής ως προς αυτό το σημείο. Επομένως, δεν πρέπει να εισαχθεί πρόσθετο κριτήριο αναγόμενο στο κύριο αντικείμενο της σύμβασης για τον προσδιορισμό του συστήματος που διέπει τη σύναψή της.
37. Οι παρατηρήσεις που κατέθεσε η Αυστριακή Κυβέρνηση επ' αυτού δεν αναιρούν τη διαπίστωση αυτή.
38. Η Αυστριακή Κυβέρνηση φρονεί ότι μόνο η ονοματολογία CPC είναι καθοριστική για την κατάταξη των υπηρεσιών . Η ονοματολογία CPC καθιερώνει, κατά την άποψή της, την κατάταξη κατά είδος δραστηριότητας και όχι κατά μεμονωμένες υπηρεσίες, επακριβώς περιγραφόμενες. Μια υπηρεσία που εξυπηρετεί ενιαίο σκοπό πρέπει να χαρακτηρίζεται ως ενιαία υπηρεσία καθόσον όλες οι οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων λαμβάνουν ως αφετηρία ένα τύπο ενιαίας υπηρεσίας που περιλαμβάνει διάφορες παρεπόμενες υπηρεσίες. Το άρθρο 10 της οδηγίας 92/50 εφαρμόζεται κατ' εξαίρεση, μόνο στις περιπτώσεις όπου η συγκεκριμένη σύμβαση έχει ως αντικείμενο διάφορα είδη υπηρεσιών.
39. Συμφωνώ με την Αυστριακή Κυβέρνηση ότι μόνο η ονοματολογία CPC είναι καθοριστική για την κατάταξη των υπηρεσιών, πλην όμως νομίζω ότι η κατάταξη CPC είναι αρκούντως ακριβής ώστε να καθιστά δυνατή την πλήρη εφαρμογή του άρθρου 10 της οδηγίας 92/50 χωρίς να απαιτείται αναφορά σε ενδεχόμενο κύριο αντικείμενο της σύμβασης. Μια σύμβαση μπορεί κάλλιστα να εξυπηρετεί ενιαίο σκοπό και να μπορεί να κατατμηθεί ενόψει προσδιορισμού του συστήματος που τη διέπει, σε διάφορες επιμέρους υπηρεσίες που την απαρτίζουν και αντιστοιχούν σε ισάριθμους κωδικούς της ονοματολογίας CPC.
40. Ο ισχυρισμός ότι όλες οι «οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων λαμβάνουν ως αφετηρία ένα είδος ενιαίας υπηρεσίας» σημαίνει στην πράξη άρνηση του λόγου υπάρξεως και της πρακτικής αποτελεσματικότητας του άρθρου 10 της οδηγίας 92/50.
41. Οσάκις μια σύμβαση επιδιώκει ενιαίο σκοπό αλλά απαρτίζεται από διάφορες υπηρεσίες που αντιστοιχούν σε διάφορους κωδικούς της ονοματολογίας CPC, υπαγόμενες άλλες στο παράρτημα Ι Α και άλλες στο παράρτημα Ι Β της οδηγίας 92/50, έχει εφαρμογή το άρθρο 10 αυτής.
42. Για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα νομίζω λοιπόν ότι, για να προσδιοριστεί το σύστημα που διέπει μια σύμβαση παροχής υπηρεσιών η οποία έχει ενιαίο σκοπό αλλά μπορεί να κατατμηθεί σε επιμέρους υπηρεσίες, πρέπει να εξατάζεται σε ποιο παράρτημα της οδηγίας 92/50 υπάγεται κάθε επιμέρους υπηρεσία. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 της οδηγίας αυτής, η σύναψη της σύμβασης θα γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις των τίτλων ΙΙΙ έως VI της οδηγίας αν η αξία των υπηρεσιών του παραρτήματος Ι Α υπερβαίνει την αξία των υπηρεσιών του παραρτήματος Ι Β. Αντιστρόφως, αν η αξία των υπηρεσιών του παραρτήματος Ι Β υπερβαίνει την αξία των υπηρεσιών του παραρτήματος Ι Α, η σύναψη της συμβάσεως θα γίνει σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 16 της ίδιας οδηγίας. Ο προσδιορισμός του εφαρμοστέου συστήματος δηλαδή θα γίνει ανεξαρτήτως του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
43. Λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που διατυπώνει το Bundesvergabeamt στο σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής νομίζω ότι, με το δεύτερο ερώτημα ερωτά κατά πόσο η οδηγία 92/50 επιτρέπει, για τον προσδιορισμό του συστήματος που διέπει ένα είδος σύμβασης, την κατάτμησή της σε διάφορες επιμέρους υπηρεσίες.
44. Το Bundesvergabeamt διαπιστώνει ότι η κατάτμηση αυτή θα οδηγούσε εν προκειμένω στο να μη υπαχθεί μια υπηρεσία, που έχει ως κύριο αντικείμενο τη μεταφορά, στο σύστημα που αντιστοιχεί στην κατάταξη «μεταφορά», δηλαδή στο σύστημα των κυρίων υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, η κατάτμηση σε επιμέρους υπηρεσίες θα κατέληγε στην εφαρμογή του άρθρου 10, της οδηγίας 92/50 και κατά συνέπεια το εφαρμοστέο σύστημα θα είναι αυτό που διέπει τις υπηρεσίες βοηθητικών μεταφορών που υπερτερούν κατά την αξία. Αυτές όμως οι «υπηρεσίες βοηθητικών μεταφορών και μεταφορών υποστήριξης» αποτελούν αντικείμενο ιδιαίτερης κατάταξης στην CPC και περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι Β της οδηγίας 92/50.
45. Το εθνικό δικαστήριο υπογραμμίζει συναφώς ότι η παροχή αυτών των βοηθητικών υπηρεσιών, καίτοι υπερισχύει κατά την αξία, είναι απαραίτητη μόνο στο μέτρο που παρέχεται η υπηρεσία την οποία θεωρεί κύρια, δηλαδή η μεταφορά. Εξάλλου υπογραμμίζει ότι η κατάτμηση αυτή θα έχει ως συνέπεια ότι το καθοριστικό στοιχείο για το σύστημα στο οποίο θα πρέπει να υπαχθεί ολόκληρη η σύμβαση θα είναι η απόσταση της μεταφοράς, δεδομένου ότι αυτή επηρεάζει ευθέως την αξία της μεταφοράς στο πλαίσιο της σύμβασης. Αυτό θα έθιγε την ασφάλεια δικαίου των υποβαλόντων προσφορά δεδομένου ότι ο χαρακτηρισμός της σύμβασης θα εξαρτώταν από ένα στοιχείο εξωτερικό και δύσκολα προσδιορίσιμο.
46. Νομίζω ότι αυτό το δεύτερο ερώτημα βρίσκει απάντηση στις παρατηρήσεις που ανέπτυξα προηγουμένως σχετικά με το πρώτο ερώτημα.
47. Πράγματι, οσάκις η σύμβαση απαρτίζεται από πλείονες επιμέρους υπηρεσίες που αντιστοιχούν σε διαφορετικούς κωδικούς της κατάταξης CPC, πρέπει να κατατέμνεται για να προσδιοριστεί το σύστημα που τη διέπει.
48. Η διαπίστωση αυτή απορρέει ευθέως αφενός από τον δεσμευτικό χαρακτήρα της αναφοράς στην ταξινόμηση CPC και αφετέρου από την ίδια την ύπαρξη του άρθρου 10 της οδηγίας 92/50.
49. Συγκεκριμένα δεν είναι δυνατόν, με το πρόσχημα να εφαρμοστεί ολόκληρη η οδηγία σε μια συγκεκριμένη σύμβαση, να παρακάμψουμε το γεγονός ότι αυτή απαρτίζεται από υπηρεσίες που αντιστοιχούν σε διαφορετικούς κωδικούς της κατάταξης CPC. Και μάλιστα τη στιγμή που η οδηγία 92/50 παρέχει, με το άρθρο 10, συγκεκριμένη λύση για αυτή την περίπτωση.
50. Έτσι, όπως ορθά υπογραμμίζει η OeNB, στην προαναφερθείσα υπόθεση Tögel που αφορούσε υπηρεσία μεταφοράς ασθενών, το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι μόνο η μεταφορά καθορίζει το σύστημα που διέπει τη σύμβαση με την αιτιολογία ότι οι υγειονομικές υπηρεσίες είναι αναγκαίες μόνο κατά το μέτρο που πραγματοποιείται η μεταφορά. Αντιθέτως, έκρινε στις σκέψεις 39 και 40 της απόφασης:
«[...] ο αριθμός αναφοράς CPC 93, που υπάρχει στην κατηγορία 25 ("Υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής πρόνοιας") του παραρτήματος Ι Β, δείχνει σαφώς ότι η κατηγορία αυτή αφορά αποκλειστικώς τις ιατρικές πλευρές των υπηρεσιών υγείας που αποτελούν αντικείμενο δημοσίας συμβάσεως όπως αυτή που αμφισβητείται στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, αποκλειομένων των σχετικών με τη μεταφορά υπηρεσιών, που εμπίπτουν στην κατηγορία 2 ("Υπηρεσίες χερσαίων μεταφορών"), με τον αριθμό αναφοράς CPC 712.
[...] οι υπηρεσίες μεταφοράς τραυματιών και ασθενών με τη συνοδεία νοσοκόμου εμπίπτουν τόσο στο παράρτημα Ι Α, κατηγορία 2, όσο και στο παράρτημα Ι Β, κατηγορία 25, της οδηγίας 92/50, ώστε η σύμβαση που έχει ως αντικείμενο τέτοιες υπηρεσίες διέπεται από το άρθρο 10 της οδηγίας 92/50.»
51. Νομίζω λοιπόν ότι, όταν πρόκειται για υπηρεσίες που αντιστοιχούν σε διαφορετικές αναφορές CPC, επιβάλλεται ο διαχωρισμός τους για τον προσδιορισμό του συστήματος που διέπει ολόκληρη τη σύμβαση ακόμη και αν θα είχε ως συνέπεια την περιορισμένη εφαρμογή της οδηγίας 92/50 σε μια κύρια υπηρεσία. Αυτό όχι μόνο δεν αίρει την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 92/50 αλλά απορρέει ευθέως από τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, όπως αυτή εκφράζεται στα άρθρα 9 και 10 της οδηγίας αυτής.
52. Η μηχανική εφαρμογή του συστήματος αυτού καθώς και η αυστηρή τήρηση των αναφορών CPC, όπως και των κατατάξεων που προβλέπουν τα παραρτήματα 1 Α και 1 Β της οδηγίας, δεν θίγουν την ασφάλεια δικαίου των επιχειρηματιών αλλά εξασφαλίζουν τη διαφάνεια και τη σταθερότητα του προσδιορισμού των συστημάτων που διέπουν τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
53. Με το τέταρτο ερώτημα το Bundesvergabeamt ερωτά αν η οδηγία 92/50, με σκοπό να καταστεί δυνατή η πλήρης εφαρμογή της στις κύριες επιμέρους υπηρεσίες, υποχρεώνει την αναθέτουσα αρχή, σε περίπτωση συμβάσεως τη μεγαλύτερη αξία της οποίας αντιπροσωπεύουν μη κύριες υπηρεσίες, να διαχωρίσει σε δύο τη σύμβαση αυτή, δηλαδή να συνάψει μια σύμβαση για τις κύριες υπηρεσίες και άλλη για τις μη κύριες υπηρεσίες.
54. Βάσει των απαντήσεων στα προηγούμενα ερωτήματα νομίζω ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 92/50 αποκλείει οποιαδήποτε υποχρέωση διχοτομήσεως μιας τέτοιας σύμβασης.
55. Ο διαχωρισμός των συμβάσεων μη κύριων υπηρεσιών από τη σύμβαση κυρίων υπηρεσιών θα κατέληγε εν πάση περιπτώσει να αναιρέσει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 10 της οδηγίας 92/50. Συγκεκριμένα, η οδηγία προβλέπει στο άρθρο 10 ακριβώς την περίπτωση της σύμβασης που απαρτίζεται συγχρόνως από κύριες και από μη κύριες υπηρεσίες. Το εν λόγω άρθρο δεν επιβάλλει διαχωρισμό της σύμβασης αλλά αντιθέτως προβλέπει ένα σύστημα προσδιορισμού κοινού συστήματος για όλες τις υπηρεσίες που την απαρτίζουν, κύριες και μη κύριες.
56. Φρονώ πάντως ότι η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται ενδεχομένως να προβεί στη διχοτόμηση αυτή αν η ενότητα της συγκεκριμένης σύμβασης εμφανίζεται τεχνητή ή χωρίς συνοχή και σκοπεί ακριβώς να αποφύγει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας σε κύριες υπηρεσίες.
57. Η οδηγία 92/50 δεν προβλέπει ρητά μια τέτοια περίπτωση. Ωστόσο το άρθρο 7 περιορίζει την εφαρμογή της οδηγίας στις συμβάσεις των οποίων το συνολικό ύψος υπολογίζεται σε 200 000 ECU τουλάχιστον και για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο μεθοδεύσεως αυτής της προϋποθέσεως εφαρμογής της οδηγίας, η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι:
«Η επιλογή της μεθόδου αποτίμησης μιας σύμβασης δεν μπορεί να γίνει με την πρόθεση να παρακαμφθεί, όσον αφορά την εν λόγω σύμβαση, η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και κανένα σχέδιο αγοράς συγκεκριμένης ποσότητας υπηρεσιών δεν μπορεί να κατατμηθεί με σκοπό να αποφευχθεί η επ' αυτού εφαρμογή του παρόντος άρθρου.»
58. Αφού το άρθρο αυτό αναφέρεται σε καταστρατήγηση της οδηγίας μέσω ανέντιμης εκτίμησης του ποσού της σύμβασης, νομίζω ότι είναι δυνατόν να διευρυνθεί αυτή η απαγόρευση μεθοδεύσεως και στην περίπτωση στην οποία η αναθέτουσα αρχή ενώνει τεχνητά διάφορες υπηρεσίες, κύριες και μη κύριες, με σκοπό να αποφύγει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας στις κύριες υπηρεσίες.
59. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που η σύμβαση που συγκροτείται κατ' αυτόν τον τρόπο δεν εξυπηρετεί ενιαίο σκοπό και είναι φανερό ότι δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις τεχνικής και οικονομικής ενότητας.
60. Με την απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας , το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιταλική Δημοκρατία παραλείποντας να διαχωρίζει τις συμβάσεις αγοράς εξοπλισμού πληροφορικής, αφενός, και σχεδιασμού και διαχείρισης ενός συστήματος πληροφορικής, αφετέρου, παρέβη τις υποχρεώσεις της. Τα δύο αυτά στοιχεία, αγορά του υλικού αφενός και υπηρεσίες πληροφορικής αφετέρου, συνέβαλαν βεβαίως στην πραγματοποίηση ενιαίου στόχου. Ωστόσο το Δικαστήριο θεώρησε ότι μπορούσαν να διαχωριστούν και ότι στην πραγματικότητα η Ιταλική Κυβέρνηση επιδίωκε να αποφύγει την εφαρμογή της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων προμηθειών στη σύμβαση αγοράς του υλικού.
61. Θα ήταν πάντως πολύ περιοριστική ερμηνεία της απόφασης αυτής η αντίληψη ότι η αναθέτουσα αρχή είναι οπωσδήποτε υποχρεωμένη να συνάπτει χωριστές συμβάσεις για τις επιμέρους κύριες συμβάσεις και τις επιμέρους μη κύριες συμβάσεις που επιδιώκουν την πραγμάτωση του ίδιου στόχου.
62. Συγκεκριμένα η απόφαση αυτή είναι προγενέστερη της εκδόσεως της οδηγίας 92/50. Ο κανόνας που θεσπίζει το άρθρο 2 της οδηγίας ότι δηλαδή η μικτή σύμβαση παροχής υπηρεσιών και παραδόσεως προϊόντων εμπίπτει στην οδηγία αν υπερέχει η αξία των υπηρεσιών, δεν ίσχυε τότε. Επρόκειτο για μια περίπτωση όπου η Ιταλική Δημοκρατία, με μια τεχνητή συγκόλληση των συμβάσεων, απέφυγε εξ ολοκλήρου την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στη σύμβαση. Η περίπτωση αυτή δεν μπορεί πλέον να προκύψει σήμερα δεδομένου ότι η σύμβαση που υπερβαίνει το όριο των 200 000 ECU εμπίπτει οπωσδήποτε στο πεδίο είτε της οδηγίας 77/62 είτε της οδηγίας 92/50.
63. Βάσει των στοιχείων που έχουμε στη διάθεσή μας δεν νομίζω ότι η επίδικη στην κύρια δίκη σύμβαση αποτελεί τεχνητή συγκόλληση κυρίων και μη κυρίων υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, όπως εξέθεσαν με ισχυρά επιχειρήματα η καθής και η Αυστριακή Κυβέρνηση, θα ήταν παράδοξο από τεχνικής και οικονομικής πλευράς να συναφθούν δύο συμβάσεις εν προκειμένω: μια για την κατά κυριολεξία μεταφορά και μια για όλες τις δραστηριότητες υλικοτεχνικής υποστήριξης της μετακόμισης. Αυτό θα δημιουργούσε πρόσθετα έξοδα συντονισμού. Η εκτίμηση της συνοχής της συνολικής σύμβασης στην κύρια υπόθεση απόκειται πάντα στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου.
64. Κατόπιν αυτού προτείνω την ακόλουθη απάντηση στο τέταρτο ερώτημα:
Όταν η σύμβαση εμφανίζει αναμφισβήτητα οικονομική και τεχνική ενότητα, η αναθέτουσα αρχή ουδόλως υποχρεούται να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 10 της οδηγίας 92/50 συνάπτοντας χωριστές συμβάσεις αφενός για τις μη κύριες επιμέρους υπηρεσίες και αφετέρου για τις κύριες που συμβάλλουν στην πραγματοποίηση του ίδιου στόχου.
Επί του τρίτου ερωτήματος
65. Με το τρίτο ερώτημα, το Bundesvergabeamt ερωτά σε ποιο παράρτημα της οδηγίας και σε ποιο κωδικά αναφοράς CPC υπάγονται οι υπηρεσίες που απαρτίζουν την επίδικη στην κύρια δίκη σύμβαση.
66. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Tögel , η κατάταξη των υπηρεσιών στα παραρτήματα Ι Α και Ι Β της οδηγίας 92/50 πρέπει να γίνεται με βάση την ονοματολογία CPC.
67. Καίτοι η σύνδεση καθεμιάς από τις υπηρεσίες της κύριας δίκης με ένα κωδικό αναφοράς CPC συνιστά πραγματικό γεγονός, η εκτίμηση του οποίου εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου, νομίζω ότι το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει ορισμένες ενδείξεις που θα καθοδηγήσουν το αιτούν δικαστήριο στην άσκηση της δικής του αρμοδιότητας.
68. Εφιστώ, συνεπώς, την προσοσχή του εθνικού δικαστηρίου σε ορισμένους αριθμούς αναφοράς CPC.
69. Η αποθήκευση, που αντιπροσωπεύει κατά την OeNB, το 23,91 % της συνολικής αξίας της σύμβασης, περιλαμβάνεται στο τμήμα CPC 74 «Υπηρεσίες βοηθητικών μεταφορών και μεταφορών υποστήριξης» με τον αριθμό αναφοράς 742 «Υπηρεσίες αποθήκευσης». Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ κατάλληλη τη διάκριση 74290 «Άλλες υπηρεσίες αποθήκευσης». Το τμήμα CPC 74 περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι Β της οδηγίας 92/50 (κατηγορία 20).
70. Εξάλλου, οι δραστηριότητες συντονισμού και υλικοτεχνικής υποστήριξης που κατά την OeNB αντιπροσωπεύουν το 32,13 % της συνολικής αξίας της σύμβασης πρέπει επίσης να καταταχθούν στο τμήμα CPC 74 και ειδικότερα στη διάκριση 74800 «Υπηρεσίες πρακτόρων μεταφοράς εμπορευμάτων», της οποίας η επεξηγηματική σημείωση είναι η ακόλουθη:
«Υπηρεσίες πρακτορεύσεως εμπορευμάτων· Υπηρεσίες αποστολής εμπορευμάτων (κυρίως υπηρεσίες οργανώσεως της μεταφοράς τους για λογαριασμό του αποστολέα ή του παραλήπτη)· Υπηρεσίες πρακτορεύσεως θαλάσσιας και αεροπορικής μεταφοράς και υπηρεσίες συλλογής και καταμερισμού εμπορευμάτων.»
71. Η διάκριση 74900 «Άλλες υπηρεσίες βοηθητικών μεταφορών και μεταφορών υποστήριξης» περιλαμβάνει νομίζω, με εξαίρεση την ίδια τη μεταφορά, τις δραστηριότητες της κατά κυριολεξία μετακόμισης στις οποίες η OeNB αποδίδει το 5,55 % της αξίας της σύμβασης. Συγκεκριμένα η διάκριση αυτή αντιστοιχεί στα ακόλουθα στοιχεία:
«Υπηρεσίες πρακτορεύσεως εμπορευμάτων· Υπηρεσίες ελέγχου των τιμολογίων και συλλογής πληροφοριών σχετικά με τις τιμές· Υπηρεσίες εκδόσεως των εγγράφων μεταφοράς· Υπηρεσίες συσκευασίας και αποσυσκευασίας·Υπηρεσίες ελέγχου, ζυγίσεως και δειγματοληψίας· Υπηρεσίες παραλαβής και αποδοχής των εμπορευμάτων (περιλαμβανομένης και της παραδόσεως στον τόπο αποστολής).»
72. Κατά την Επιτροπή, στη διάκριση αυτή πρέπει να καταταχθούν όλες οι υπηρεσίες που συγκροτούν τη σύμβαση εν προκειμένω, οι οποίες συνιστούν ενιαία και ομοιογενή υπηρεσία. Συγκεκριμένα, η τελική διευκρίνιση «περιλαμβανομένης και της παραδόσεως στον τόπο αποστολής» σημαίνει ότι στη διάκριση 74900 υπάγονται όλες οι υπηρεσίες που ζήτησε η OeNB από τον αντισυμβαλλόμενό της.
73. Δεν συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής σε αυτό το σημείο. Συγκεκριμένα οι «Υπηρεσίες βοηθητικών μεταφορών και μεταφορών υποστήριξης» δεν μπορούν, αν κατανοήσουμε καλά τους κανόνες ερμηνείας της ονοματολογίας CPC, να περιλαμβάνουν την ίδια τη μεταφορά, η οποία, καίτοι αντιπροσωπεύει μικρό μόνο μέρος της σύμβασης, δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Οι κανόνες ερμηνείας της ονοματολογίας CPC υπογραμμίζουν, συγκεκριμένα, ότι η κατάταξη πρέπει να γίνεται αναλόγως των όρων που προσδιορίζουν τις κατηγορίες στο πλαίσιο των τίτλων. Ακριβώς όμως η έκφραση «Υπηρεσίες χερσαίων μεταφορών», τίτλος του τμήματος CPC 71 δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο εύγλωττος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι υπηρεσίες μεταφοράς όπως οι επίδικες δεν μπορούν να καταταχθούν σε άλλη κατηγορία. Επιπλέον, αν υπήρχε αμφιβολία, θα είχε εφαρμογή ο κανόνας ότι η ειδικότερη κατηγορία έχει προτεραιότητα έναντι των γενικοτέρων κατηγοριών. Είναι όμως αναμφισβήτητο ότι η διάκριση 71234 «Μεταφοράς επίπλων», λόγου χάρη αντιστοιχεί ακριβέστερα στις υπηρεσίες μεταφοράς καθεαυτής από τη διάκριση 74900 «Άλλες υπηρεσίες βοηθητικών μεταφορών και μεταφορών υποστήριξης». Η έκφραση «αποκομιδή και παράδοση στον τόπο της αποστολής» στην οποία στηρίζεται ο συλλογισμός της Επιτροπής αποτελεί διευκρίνιση στην έκφραση «Υπηρεσίες παραλαβής και αποδοχής εμπορευμάτων». Αναφέρεται δηλαδή απλώς στις δύο ακραίες φάσεις της μεταφοράς δηλαδή στην παραλαβή και στην παράδοση που πλαισιώνουν την κατά κυριολεξία μεταφορά, η οποία μπορεί να είναι, αναλόγως της περιπτώσεως, αεροπορική, θαλάσσια ή χερσαία.
74. Η ερμηνεία αυτή επιρρωνύεται από την επεξηγηματική σημείωση του αριθμού αναφοράς 71234 «Μεταφορά επίπλων» που καλύπτει τις υπηρεσίες οδικής μεταφοράς «οποιασδόποτε απόστασης». Επομένως, είτε μικρή είτε μεγάλη η απόσταση μεταφοράς, πρόκειται πάντα για υπηρεσία μεταφοράς που έχει τον δικό της κωδικό αναφοράς CPC και δεν μπορεί να περιληφθεί στον κωδικό «Υπηρεσίες βοηθητικών μεταφορών και μεταφορών υποστήριξης».
75. Οι υπηρεσίες οδικής μεταφοράς υπό τον κωδικό CPC 712 κατατάσσονται στο παράρτημα Ι Α της οδηγίας 92/50 (κατηγορία 2). Οι υπηρεσίες μεταφοράς που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της επίδικης στην κύρια δίκη σύμβασης μπορούν να καταχθούν στις διακρίσεις 71234 «Μεταφορά επίπλων» και 71239 «Άλλες μεταφορές εμπορευμάτων».
76. Εφιστώ επίσης την προσοχή του εθνικού δικαστηρίου σε δύο άλλες αναφορές CPC, με τις οποίες δεν είναι άσχετες ορισμένες από τις υπηρεσίες που περιγράφονται στη διάταξη περί παραπομπής:
- στην αναφορά CPC 8129 «Υπηρεσίες ασφαλίσεων πλην της ασφαλίσεως ζωής» με τις διακρίσεις 81294 «Υπηρεσίες ασφαλίσεως φορτίου», 81295 «Υπηρεσίες ασφαλίσεως πυρκαγιάς και φθοράς περιουσίας» και 81299 «Άλλες υπηρεσίες ασφαλίσεως» που θεωρώ σχετικές. Οι υπηρεσίες ασφαλίσεως υπάγονται στο παράρτημα Ι Α της οδηγίας 92/50 (κατηγορία 6)·
- στο τμήμα CPC 94, και ειδικότερα η διάκριση 94020 «Υπηρεσίες αποκομιδής απορριμάτων» που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τις υπηρεσίες παραλαβής, μεταφοράς και διαθέσεως βιομηχανικών ή εμπορικών αποβλήτων. Αυτός ο κωδικός CPC υπάγεται επίσης στο παράρτημα Ι Α της οδηγίας 92/50 (κατηγορία 16).
77. Τέλος, είμαι της γνώμης ότι η αμοιβή του προσωπικού των παρεχόντων τις υπηρεσίες πρέπει να περιληφθεί στις υπηρεσίες στις οποίες αντιστοιχεί και στις οποίες ανήκει. Συγκεκριμένα θα ήταν παράδοξο να διαχωριστεί λόγου χάρη η δραστηριότητα συσκευασίας και η αμοιβή των συσκευαστών χωρίς να χάσει το περιεχόμενό της. Έτσι, όσον αφορά λόγου χάρη την αμοιβή των συσκευαστών, αυτή εμπίπτει όπως και η ίδια η συσκευασία στη διάκριση 74900 «Άλλες υπηρεσίες βοηθητικών μεταφορών και μεταφορών υποστήριξης».
78. Θεωρώ γενικώς ότι μια υπερβολική κατάτμηση των υπηρεσιών ενδέχεται αφενός να αναιρέσει την ίδια την ουσία ορισμένων υπηρεσιών και αφετέρου να καταλήξει σε θεωρητική περιγραφή της σύμβασης πολύ περίπλοκη και μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα.
79. Συνεπώς, για την απάντηση στο τρίτο ερώτημα, φρονώ ότι οι υπηρεσίες που περιγράφονται στην έκθεση πραγματικών περιστατικών υπάγονται, ορισμένες στο παράρτημα Ι Α της οδηγίας 92/50 και άλλες στο παράρτημα Ι Β αυτής. Λαμβάνοντας υπόψη την περιγραφή των υπηρεσιών αυτών όπως περιέχεται στη διάταξη περί παραπομπής, νομίζω ότι οι υπηρεσίες που εμπίπτουν στον κωδικό CPC 74 «Υπηρεσίες βοηθητικών μεταφορών και μεταφορών υποστήριξης» αντιπροσωπεύουν κατά την αξία το μεγαλύτερο μέρος της σύμβασης. Δεδομένου ότι ο κωδικός αυτός υπάγεται στο παράρτημα Ι Β της οδηγίας 92/50 (κατηγορία 20), ολόκληρη η σύμβαση πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 της οδηγίας και με την επιφύλαξη των εκτιμήσεων που θα διαμορφώσει το εθνικό δικαστήριο, να συναφθεί σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 16 της εν λόγω οδηγίας.
Πρόταση
80. Βάσει των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα του Bundesvergabeamt:
«1) Για να προσδιοριστεί το σύστημα στο οποίο υπάγεται μια σύμβαση παροχής υπηρεσιών, που επιδιώκει ενιαίο σκοπό αλλά μπορεί να κατατμηθεί σε επιμέρους υπηρεσίες, πρέπει να εξεταστεί σε ποιο παράρτημα της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών εμπίπτει κάθε επιμέρους υπηρεσία. Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 10, της οδηγίας αυτής η σύμβαση θα συναφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των τίτλων ΙΙΙ έως VI της οδηγίας αν η αξία των υπηρεσιών του παραρτήματος Ι Α αυτής υπερβαίνει την αξία των υπηρεσιών του παραρτήματος Ι Β. Αντιστρόφως, αν η αξία των υπηρεσιών του παραρτήματος Ι Β υπερβαίνει την αξία των υπηρεσιών του παραρτήματος Ι Α, η σύναψη της συμβάσεως θα γίνει σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 16 μόνο της οδηγίας αυτής.
2) Όσον αφορά τις υπηρεσίες που αντιστοιχούν σε διαφορετικούς κωδικούς CPC, πρέπει να διαχωριστούν για να προσδιοριστεί το σύστημα που θα διέπει ολόκληρη τη σύμβαση ακόμη και αν ο διαχωρισμός θα έχει ως συνέπεια την περιορισμένη εφαρμογή της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ σε μια κύρια υπηρεσία.
3) Από τις υπηρεσίες που μνημονεύονται στην έκθεση πραγματικών περιστατικών, άλλες μεν υπάγονται στο παράρτημα Ι Α της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ και άλλες στο παράρτημα Ι Β. Λαμβανομένης υπόψη της περιγραφής των υπηρεσιών αυτών όπως περιέχεται στη διάταξη περί παραπομπής, οι υπηρεσίες που υπάγονται στον κωδικό CPC 74 "Υπηρεσίες βοηθητικών μεταφορών και μεταφορών υποστήριξης" αντιπροσωπεύουν κατά την αξία το μεγαλύτερο μέρος της σύμβασης. Δεδομένου ότι ο κωδικός αυτός υπάγεται στο παράρτημα Ι Β της οδηγίαςα 92/50/ΕΟΚ (κατηγορία 20), ολόκληρη η σύμβαση πρέπει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 10 της οδηγίας αυτής και υπό την επιφύλαξη των εκτιμήσεων που θα διαμορφώσει το εθνικό δικαστήριο, να συναφθεί σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 16 της οδηγίας αυτής.
4) Όταν μια σύμβαση στο σύνολό της εμφανίζει αδιαμφισβήτητα οικονομική και τεχνική ενότητα, η αναθέτουσα αρχή ουδόλως υποχρεούται να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 10 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ και να συνάψει χωριστές συμβάσεις αφενός για τις μη κύριες και, αφετέρου, για τις κύριες επιμέρους υπηρεσίες που συμβάλλουν στην πραγματοποίηση του αυτού σκοπού.»
Full & Egal Universal Law Academy