Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Το Oberverwaltungsgericht του ομόσπονδου κράτους Σαξονίας-Άνχαλτ ζητεί από το Δικαστήριο την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων .
2. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, το Δικαστήριο αν οι κυρώσεις που προβλέπει η εν λόγω διάταξη μπορούν να επιβληθούν μόνον όταν ο κάτοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως προέβη σε ψευδείς δηλώσεις κατά την υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο Agrargenossenschaft Pretzsch eG, γερμανικός γεωργικός συνεταιρισμός, υπέβαλε αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων «εκτάσεις» , τηρώντας τις ισχύουσες ρυθμίσεις, αλλά δεν ενημέρωσε την Amt für Landwirtschaft und Flurneuordnung Anhalt, την αρμόδια γερμανική αρχή, σχετικά με τις μεταβολές που συντελέστηκαν κατόπιν της υποβολής της εν λόγω αιτήσεως. Οι μεταβολές αυτές ήταν ωστόσο ικανές να στερήσουν από την προσφεύγουσα την ενίσχυση που ζητούσε να της χορηγηθεί.
Ι - Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1765/92
3. O κανονισμός (ΕΟΚ) 1765/92 εγκαθιδρύει ένα σύστημα στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών, στο πλαίσιο του οποίου η παύση της καλλιέργειας γαιών έχει κεντρική θέση. Η παύση της καλλιέργειας γαιών υπηρετεί δύο διαφορετικές λειτουργίες. Αφενός, εξασφαλίζει, όπως και η καλλιέργεια, αξίωση αντισταθμιστικής πληρωμής και, αφετέρου, από την ύπαρξή της εξαρτάται το δικαίωμα του γεωργού σε ενίσχυση για τις αροτραίες καλλιέργειες .
4. To άρθρο 2 του κανονισμού 1765/92 θέτει τους γενικούς κανόνες σχετικά με την καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής.
5. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, οι κοινοτικοί παραγωγοί αποτραίων καλλιεργειών δύνανται να ζητήσουν τη χορήγηση αντισταθμιστικής πληρωμής υπό τους όρους που καθορίζονται στα άρθρα 2 έως 13 του εν λόγω κανονισμού.
6. Το εν λόγω άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ορίζει ότι «[η] αντισταθμιστική πληρωμή χρησιμοποιείται για εκτάσεις αροτραίων καλλιεργειών ή για την απόσυρση γαιών σύμφωνα με το άρθρο 7 του [εν λόγω] κανονισμού [...]»
7. Tα άρθρα 4 έως 6 του κανονισμού 1765/92 καθορίζουν τις μεθόδους υπολογισμού των αντισταθμιστικών πληρωμών, οι οποίες διαφέρουν ανάλογα με το είδος της αροτραίας καλλιέργειας.
8. Το άρθρο 7 του κανονισμού 1765/92 καθορίζει τις διατάξεις που ισχύουν για την παύση της καλλιέργειας γαιών.
9. Το εν λόγω άρθρο 7, παράγραφος 4, προβλέπει ότι η έκταση υπό καθεστώς παύσεως της καλλιέργειας είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή υλών που προορίζονται για την παρασκευή, στο έδαφος της Κοινότητας, προϊόντων που δεν προορίζονται άμεσα για κατανάλωση από τον άνθρωπο ή τα ζώα, με την επιφύλαξη της εφαρμογής αποτελεσματικών συστημάτων ελέγχου.
10. Ο κανονισμός 1765/92 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1251/1999 . Οι τροποποιήσεις που επέφερε το νέο αυτό καθεστώς ενισχύσεων, σε σχέση με το καθεστώς που θεσπίστηκε το 1992, δεν είναι ουσιώδεις. Η παύση της καλλιέργειας γαιών εξακολουθεί να αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση των ενισχύσεων για τις αροτραίες καλλιέργειες και γεννά, αφ' εαυτής, αξίωση αποζημιώσεως υπέρ του γεωργού. Λαμβανομένης υπόψης πάντως της καταστάσεως της αγοράς, η υποχρέωση παύσεως της καλλιέργειας γαιών περιορίστηκε .
Ο κανονισμός (ΕΚ) 762/94
11. Ο κανονισμός (ΕΚ) 762/94 καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 1765/92 όσον αφορά την παύση της καλλιέργειας γαιών.
12. Το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 762/92 ορίζει:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού [...] 1765/92, με τον όρο παύση καλλιέργειας νοείται η απόσυρση από την καλλιέργεια μιας έκτασης που είχε καλλιεργηθεί για τη συγκομιδή του προηγούμενου έτους.»
13. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 762/94 προβλέπει ότι οι εκτάσεις που έχουν παύσει να καλλιεργούνται πρέπει να συντηρούνται έτσι ώστε να διατηρούνται σε καλή κατάσταση. Δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν για καμία γεωργική παραγωγή εκτός απ' αυτές που αναφέρονται το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1765/92, ούτε για άλλη κερδοσκοπική χρήση η οποία είναι ασυμβίβαστη με την αροτριαία καλλιέργεια.
14. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 762/94:
«Για να ληφθούν υπόψη βάσει του καθεστώτος που προβλέπεται από τον κανονισμό [...] 1765/92, οι εκτάσεις που έχουν παύσει να καλλιεργούνται πρέπει:
- να έχουν καλλιεργηθεί από τον αιτούντα κατά τη διάρκεια των δύο ετών που προηγούνται της αίτησης, με εξαίρεση ιδιαίτερες περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια που καθορίζονται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, όπως εκείνες που αφορούν με τον τρόπο αξιοποίησης, τη νέα εγκατάσταση ή την επέκταση της εκμετάλλευσης λόγω διαδοχής,
- να παραμένουν υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας κατά τη διάρκεια περιόδου που αρχίζει το αργότερο στις 15 Ιανουαρίου και λήγει το νωρίτερο στις 31 Αυγούστου. Ωστόσο, τα κράτη μέλη καθορίζουν τους όρους σύμφωνα με τους οποίους μπορεί να επιτραπεί στους παραγωγούς να πραγματοποιήσουν, από τις 15 Ιουλίου, τη σπορά για συγκομιδή του επόμενου έτους, καθώς επίσης και τους όρους που πρέπει να τηρηθούν για να επιτραπεί η βοσκή από τις 15 Ιουλίου στα κράτη μέλη όπου η εποχιακή μετακίνηση ποιμνίων αποτελεί παραδοσιακή πρακτική.
[...]»
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3508/92
15. Προς διευκόλυνση της διαχειρίσεως των διαφόρων καθεστώτων ενισχύσεων και ιδίως του καθεστώτος που προβλέπει ο κανονισμός 1765/92, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3508/92 θεσπίζει ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων.
16. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του κανονισμού 3508/92, το ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου εφαρμόζεται, στον τομέα της φυτικής παραγωγής, στο καθεστώς στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1765/92.
17. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 3508/92, κάθε κάτοχος εκμεταλλεύσεως, για να υπαχθεί σε ένα ή περισσότερα κοινοτικά καθεστώτα που διέπονται από τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, υποβάλλει, για κάθε έτος, αίτηση ενισχύσεων «εκτάσεις» στην οποία αναφέρονται τα αγροτεμάχια, συμπεριλαμβανομένων των εκτάσεων για χαρτονομές, τα αγροτεμάχια που αποτελούν αντικείμενο μέτρου παύσεως καλλιέργειας των αρόσιμων γαιών και τα αγροτεμάχια υπό αγρανάπαυση.
Ο κανονισμός 3887/92
18. Ο κανονισμός 3887/92 καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με τα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που απαριθμεί το άρθρο 1 του κανονισμού 3508/92.
19. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92 επισημαίνει τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων «εκτάσεις». Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για τα στοιχεία που καθιστούν δυνατή την αναγνώριση όλων των αγροτεμαχίων της εκμεταλλεύσεως, ήτοι για την έκτασή τους, τη γεωγραφική τους θέση, τη χρήση τους, καθώς και για το οικείο καθεστώς ενισχύσεως.
20. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι με τον όρο «χρήση» νοείται το είδος της καλλιέργειας ή της φυτικής καλύψεως καθώς και η μη καλλιέργεια.
21. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92 προβλέπει ότι:
«α) Μετά τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεσή της, η αίτηση ενίσχυσης που αφορά την έκταση δεν μπορεί να τροποποιηθεί παρά μόνο:
- στην περίπτωση εμφανούς λάθους το οποίο έχει αναγνωρίσει η αρμόδια αρχή,
- όσον αφορά τα αγροτεμάχια, σε ειδικές περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες (όπως όταν πρόκειται κυρίως για θάνατο, γάμο, αγορά ή πώληση, σύναψη [συμβάσεως μισθώσεως]).
[...]»
22. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 3887/92, οι διοικητικοί και οι επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική εξακρίβωση της τηρήσεως των όρων χορηγήσεως των ενισχύσεων και των πριμοδοτήσεων.
23. Το άρθρο 9 του κανονισμού 3887/92 περιέχει μια σειρά διατάξεων στενώς συνδεομένων μεταξύ τους, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα υπολογισμού της επιλέξιμης εκτάσεως, όταν η δηλωθείσα έκταση στην αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων «εκτάσεις» δεν συμπίπτει με την έκταση που καθορίσθηκε κατόπιν ελέγχων των αρμόδιων εθνικών αρχών. Το άρθρο αυτό έχει ως σκοπό την πρόληψη και την καταστολή των μη συννόμων πράξεων και της απάτης στον εν λόγω τομέα .
24. Το άρθρο 9 του κανονισμού 3887/92 τροποποιήθηκε επανειλημμένως από διάφορους κανονισμούς, μεταξύ των οποίων οι κανονισμοί (ΕΚ) 229/95 και 1648/95 . Οι τροποποιήσεις αυτές έχουν εφαρμογή σε αιτήσεις χορηγήσεως ενισχύσεων που υποβλήθηκαν από το 1996 και εντεύθεν. Βάσει όμως του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 , έχουν επίσης εφαρμογή, αναδρομικώς, σε περιπτώσεις παραβάσεων τελεσθεισών ενόσω ίσχυαν οι διατάξεις του κανονισμού 3887/92. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95 ορίζει, συγκεκριμένα, ότι, «σε περίπτωση μεταγενέστερης τροποποίησης των διατάξεων περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων που περιέχονται σε κοινοτικούς κανόνες, ισχύουν αναδρομικώς οι λιγότερο αυστηρές διατάξεις».
25. Με την απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, National Farmers' Union κ.λπ. , το Δικαστήριο έκρινε ότι οι τροποποιήσεις που εισήγαγαν οι κανονισμοί 229/95 και 1648/95 κατέστησαν, ως ένα βαθμό, ευμενέστερες τις διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλει ο κανονισμός 3887/92. Κατά το Δικαστήριο, από το άρθρο 9 του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς 229/95 και 1648/95, εξεταζόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95, προκύπτει ότι οι λιγότερο αυστηρές κυρώσεις, τις οποίες προβλέπουν οι κανονισμοί 229/95 και 1648/95, πρέπει να εφαρμόζονται αναδρομικώς .
26. Το άρθρο 9 του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς 229/95 και 1648/951, προβλέπει τα εξής:
«1. Όταν διαπιστωθεί ότι η πράγματι καθορισθείσα έκταση είναι μεγαλύτερη από τη δηλωθείσα στην αίτηση χορηγήσεως ενίσχυσης για εκτάσεις, για τον υπολογισμό του ύψους της ενίσχυσης λαμβάνεται υπόψη η δηλωθείσα έκταση.
2. Όταν διαπιστωθεί ότι η δηλωθείσα έκταση στην αίτηση ενισχύσεως υπερβαίνει την καθορισθείσα έκταση, το ποσό της ενισχύσεως υπολογίζεται βάσει της εκτάσεως που έχει πράγματι καθορισθεί κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Εντούτοις, εκτός από περιπτώσεις ανωτέρας βίας, η πράγματι καθορισθείσα έκταση μειώνεται κατά το διπλάσιο της διαπιστωθείσας διαφοράς, εφόσον αυτή υπερβαίνει το 3 % ή τα 2 εκτάρια και όχι περισσότερο από το 20 % της καθορισθείσας εκτάσεως.
Στην περίπτωση που η διαπιστωθείσα επιπλέον έκταση είναι μεγαλύτερη από το 20 % της καθορισθείσας εκτάσεως, δεν χορηγείται καμία ενίσχυση σχετική με την έκταση.
Εντούτοις, εφόσον πρόκειται για, εσκεμμένα ή λόγω σοβαρής αμέλειας, ψευδή δήλωση:
- ο εν λόγω κάτοχος της εκμεταλλεύσεως δεν δύναται να επωφεληθεί από το συγκεκριμένο καθεστώς χορηγήσεως ενισχύσεως στα πλαίσια του εν λόγω ημερολογιακού έτους
και
- σε περίπτωση ψευδούς δηλώσεως που έγινε εσκεμμένα, δεν δύναται να επωφεληθεί από οποιοδήποτε καθεστώς χορηγήσεως ενισχύσεως που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3508/92, στα πλαίσια του επομένου ημερολογιακού έτους, για έκταση ίση με εκείνη για την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για χορήγηση ενισχύσεως.
Οι μειώσεις αυτές δεν εφαρμόζονται αν, για τον καθορισμό της εκτάσεως, ο κάτοχος της εκμεταλλεύσεως αποδείξει ότι έχει βασιστεί ορθά σε αναγνωρισμένες από την αρμόδια αρχή πληροφορίες.
Τα γεωτεμάχια που έχουν τεθεί σε αγρανάπαυση για την παραγωγή πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή μη εδώδιμων προϊόντων, για τα οποία ο κάτοχος της εκμεταλλεύσεως δεν έχει πληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του, θεωρούνται ως επιφάνειες μη εντοπισθείσες κατά τον έλεγχο για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, ως "καθορισθείσα έκταση" νοείται εκείνη για την οποία έχουν τηρηθεί όλοι οι κανονιστικοί όροι.
3. Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, λαμβάνονται υπόψη μόνο και χωριστά οι εκτάσεις για ζωοτροφές, οι εκτάσεις στις οποίες έχει παύσει προσωρινά η καλλιέργεια και εκείνες στις οποίες πραγματοποιούνται διάφορες καλλιέργειες αροτριαίες καλλιέργειες, για τις οποίες εφαρμόζεται διαφορετικό ποσό ενίσχυσης.
4. α) Οι εκτάσεις, που έχουν καθοριστεί σε εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 και 3 για τον υπολογισμό της ενίσχυσης, χρησιμοποιούνται [...] για τον υπολογισμό της αντισταθμιστικής αποζημίωσης.
Ο υπολογισμός της μέγιστης έκτασης που είναι επιλέξιμη για τις αντισταθμιστικές πληρωμές για τους παραγωγούς αροτραίων καλλιεργειών γίνεται με βάση την πράγματι καθορισθείσα έκταση για παύση της καλλιέργειας και κατ' αναλογία των διαφόρων καλλιεργειών.
[...]»
27. Σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92, σε περίπτωση αχρεωστήτως καταβληθείσας πληρωμής, ο οικείος κάτοχος εκμεταλλεύσεως είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει εντόκως τα ποσά αυτά, με επιτόκιο υπολογιζόμενο σε συνάρτηση προς το χρονικό διάστημα που πέρασε μεταξύ της καταβολής τους από την αρμόδια αρχή και της επιστροφής, εκ μέρους του δικαιούχου, των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
Ι - Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Α - Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
28. Στις 3 Μα_ου 1996 η προσφεύγουσα ζήτησε την καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής, βάσει του κανονισμού 1765/92, για την αγρανάπαυση αγροτεμαχίου 191,71 εκταρίων. Καθής ήταν η γερμανική αρχή που επιλαμβάνεται του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου του καθεστώτος ενισχύσεων. Με την αίτησή της, η προσφεύγουσα επισήμανε ότι δεσμευόταν να ενημερώσει αμελλητί την αρμόδια εθνική αρχή για κάθε στοιχείο που αντιβαίνει στη χορήγηση ή στη διατήρηση των ενισχύσεων, για κάθε απόκλιση από τα στοιχεία που αναφέρει η αίτηση, για κάθε μεταβολή όσον αφορά τα δικαιώματα χρήσεως καθόλη τη διάρκεια ισχύος των υποχρεώσεων που υπείχε, καθώς και για κάθε παράλειψη τηρήσεως των όρων χορηγήσεως της ενισχύσεως, ακόμη και αν η παράλειψη αυτή οφείλεται σε ανωτέρα βία.
29. Στις 11 Δεκεμβρίου 1996 η καθής ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε, δεν μπορούσε να της χορηγηθεί ενίσχυση για την περίοδο αγραναπαύσεως για το έτος κατά το οποίο υποβλήθηκε η αίτηση καθώς και για το επόμενο έτος, διότι, σύμφωνα με τις προκύπτουσες από τον επιτόπιο έλεγχο διαπιστώσεις, είχε χρησιμοποιήσει 14,90 εκτάρια της εν λόγω εκτάσεως ως βοσκή χωρίς να την ενημερώσει σχετικά. Η καθής θεώρησε ότι η προσφεύγουσα γνώριζε ότι το αγροτεμάχιο που είχε δηλωθεί ως ευρισκόμενο υπό αγρανάπαυση δεν μπορούσε, κατόπιν της δηλώσεως αυτής, να χρησιμοποιηθεί πια ως βοσκή και ότι εσκεμμένως παρέλειψε να την ενημερώσει σχετικά με την εν λόγω αλλαγή χρήσεως της οικείας εκτάσεως.
30. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της δίκης, η προσφεύγουσα εξήγησε ότι, από τον Μάρτιο/Απρίλιο του 1995, είχε προγραμματισθεί η οικοδόμηση δύο στάβλων και η κατασκευή κοπρώνα. Όσον αφορά τον στάβλο, όπου επρόκειτο να στεγαστούν οι αγελάδες οι οποίες στη συνέχεια τοποθετήθηκαν στο υπό αγρανάπαυση αγροτεμάχιο, οι εργασίες οικοδομήσεως άρχισαν στο τέλος Μα_ου του 1996. Τα ζώα ενσταβλίστηκαν, επομένως, στο παρακείμενο αγρόκτημα. Δεδομένου όμως ότι οι εργασίες κατασκευής κοπρώνα εντός του αγροκτήματος είχαν αρχίσει τέσσερις εβδομάδες νωρίτερα, κρίθηκε αναγκαία η προσωρινή τοποθέτηση των αγελάδων στην υπό αγρανάπαυση έκταση που βρισκόταν πλησίον της εγκαταστάσεως. Σύμφωνα με τα οικοδομικά σχέδια, προβλεπόταν βεβαίως η προσωρινή χρησιμοποίηση του εδάφους του αγροκτήματος, όχι όμως η τοποθέτηση των αγελάδων στην έκταση που βρισκόταν σε αγρανάπαυση.
31. Με την προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Verwaltungsgericht Dessau (Γερμανία), η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι η τοποθέτηση των αγελάδων στις υπό αγρανάπαυση εκτάσεις δεν συνιστά γεωργική παραγωγή, ικανή να θέσει υπό αμφισβήτηση τη χορήγηση των ενισχύσεων. Η κύρωση που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε, επιβάλλεται μόνο σε περιπτώσεις εκ προθέσεως δηλώσεως, κατά την υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων, ψευδών στοιχείων σχετικά με την έκταση του υπό αγρανάπαυση αγροτεμαχίου. Κατά την προσφεύγουσα, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στην υπό εξέταση υπόθεση, η οποία αφορά τη μείωση της υπό αγρανάπαυση εκτάσεως, μετά την υποβολή της αιτήσεως, και την παράλειψη ενημερώσεως της αρμόδιας αρχής για την εκ των υστέρων συντελεσθείσα μεταβολή αυτή.
32. Με απόφαση της 14ης Ιουλίου 1999, η προσφυγή της προσφεύγουσας απορρίφθηκε. Σύμφωνα με το Verwaltungsgericht Dessau, η προσφεύγουσα είχε υποβάλει ψευδείς δηλώσεις σχετικά με την υπό αγρανάπαυση έκταση. Θα ήταν απολύτως σύμφωνος προς το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε, καθώς και προς το πνεύμα και τον σκοπό της διατάξεως αυτής, ο χαρακτηρισμός στοιχείων περιεχομένων στην αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων ως ψευδών, όχι μόνον όταν τα στοιχεία αυτά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα κατά τον χρόνο υποβολής της εν λόγω αιτήσεως, αλλά και όταν καθίστανται ανακριβή εκ των υστέρων, όταν δηλαδή ο αιτών τη χορήγηση ενισχύσεων δεν προέβη, κατόπιν της μεταβολής που επήλθε στην αρχική κατάσταση, σε διόρθωση της αιτήσεώς του. Η παράλειψη διορθώσεως μιας αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων, παρά την εκ των υστέρων μεταβολή των περιστάσεων που μπορεί να έχει επιπτώσεις στη χορήγηση των ενισχύσεων, συνιστά καθαυτή ψευδή δήλωση, κατά την έννοια του καθεστώτος επιβολής κυρώσεων. Σύμφωνα με το Verwaltungsgericht Dessau, επιβάλλεται να ληφθεί επίσης υπόψη, ως αναγκαίο στοιχείο για την επιβολή της κυρώσεως, η υπαιτιότητα της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, το αργότερο στο τέλος Ιουνίου του 1996, η προσφεύγουσα είχε συνειδητοποιήσει ότι οι συνθήκες χρησιμοποιήσεως της υπό αγρανάπαυση εκτάσεως έθιγαν την επιλεξιμότητα της ενισχύσεως, οπότε επελήφθη πάραυτα της απομακρύνσεως των αγελάδων από την οικεία έκταση. Μολονότι όμως γνώριζε ότι υποχρεούνταν να δηλώσει την πράξη αυτή, ουδέποτε ενημέρωσε την αρμόδια αρχή σχετικά με τη μείωση της εκτάσεως που είχε περιέλθει σε κατάσταση παύσεως της καλλιέργειας.
33. Η προσφεύγουσα, η οποία παραδεκτώς προσέβαλε την εν λόγω απόφαση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ζητεί να μην περιοριστεί το δικαίωμά της να επωφεληθεί πλήρως των ενισχύσεων που σχετίζονται με την αγρανάπαυση. Η καθής ζητεί την κύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως. Κατά το αιτούν δικαστήριο, αν γίνουν δεκτές οι εξηγήσεις της προσφεύγουσας, αυτό σημαίνει ότι, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων, η προσφεύγουσα δεν προέβη, ούτε εκ προθέσεως ούτε εκ βαριάς αμέλειας, σε ψευδείς δηλώσεις ως προς την υπό αγρανάπαυση έκταση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το αίτημα της προσφεύγουσας θα γινόταν εν μέρει δεκτό αν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η κύρωση που επιβάλλει το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε, προϋπέθετε ότι, όταν υποβλήθηκε η αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων, υπήρχε ήδη πρόθεση εκμεταλλεύσεως των υπό αγρανάπαυση εκτάσεων κατά τρόπο αντιβαίνοντα προς τον μηχανισμό χορηγήσεως ενισχύσεων ή ότι ο αιτών τη χορήγηση ενισχύσεων, επιδείξας βαριά αμέλεια, όφειλε να γνωρίζει ότι, μετά την υποβολή της αιτήσεως, η εν λόγω έκταση θα χρησιμοποιούνταν κατ' αυτόν τον τρόπο.
34. Σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, η προσπάθεια ερμηνείας του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε, δεν οδηγεί σε σαφές συμπέρασμα, ώστε να εξαλειφθεί κάθε εύλογη αμφιβολία. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα.
Β - Τα προδικαστικά ερωτήματα
35. «1) Έχει το άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 3, του κανονισμού [3887/92] την έννοια ότι η "ψευδής δήλωση" αφορά υπαιτίως τελούμενη πράξη στο πλαίσιο της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεως και ότι, επομένως, δεν επιβάλλονται κυρώσεις σε περίπτωση παραλείψεως ενημερώσεως των αρμοδίων αρχών σχετικά με επελθούσα, μετά την υποβολή της αιτήσεως, μεταβολή που αφορά τους σκοπούς για τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση της ενισχύσεως;
2) Προϋποθέτουν οι περιπτώσεις των καλουμένων "μικρών" διαφορών του άρθρου 9, παράγραφος 2, εδάφιο 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού [3887/92] την ύπαρξη "ψευδούς δηλώσεως" ήδη κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως ή λαμβάνεται μόνον υπόψη η σύγκριση μεταξύ των περιλαμβανομένων στην αίτηση στοιχείων και των διαπιστώσεων του επιτόπιου ελέγχου;»
ΙΙΙ - Εκτίμηση
36. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις επί της έννοιας "ψευδής δήλωση", κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε. Ερωτά, συνεπώς, το Δικαστήριο, αν η έννοια αυτή προϋποθέτει κατ' ανάγκη:
- την ύπαρξη υπαιτίως τελούμενης πράξεως εκ μέρους του αιτούντος τη χορήγηση ενισχύσεων «εκτάσεις», οπότε, σε περίπτωση υπαίτιας παραλείψεως, δεν είναι δυνατή η επιβολή των κυρώσεων που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Με τον όρο «[υπαίτια] παράλειψη» νοείται η μη ενημέρωση της αρμόδιας αρχής σχετικά με την επελθούσα μεταβολή της αρχικώς δηλωθείσας καταστάσεως, η οποία είχε επιπτώσεις στις συνθήκες χορηγήσεως ή διατηρήσεως της ενισχύσεως,
- την ύπαρξη «ψευδούς δηλώσεως» ήδη κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων «εκτάσεις», οπότε η υπαιτίως τελούμενη πράξη ή η υπαίτια παράλειψη που έπεται της υποβολής της αιτήσεως δεν επισύρει κυρώσεις.
37. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η κύρωση που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε, προϋποθέτει επίσης ότι ο αιτών τη χορήγηση ενισχύσεων «εκτάσεις» προέβη σε ψευδή δήλωση κατά την υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων. Αν δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η διαπίστωση απλώς διαφοράς μεταξύ της δηλωθείσας εκτάσεως και της καθορισθείσας κατόπιν ελέγχου εκτάσεως αρκεί για να επιβληθούν οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε.
38. Κατά την προσφεύγουσα, το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ουδεμία κύρωση μπορεί να επιβληθεί αν η υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων δεν πάσχει καμία πλημμέλεια, οπότε οι μεταβολές των περιστάσεων, οι οποίες έχουν επιπτώσεις στη χορήγηση ή τη διατήρηση των οικείων ενισχύσεων, στερούνται συνεπειών.
39. Συμμεριζόμενος την άποψη όλων των παρεμβαινόντων, φρονώ ότι η ερμηνεία αυτή δεν είναι μόνον ασυμβίβαστη προς το γράμμα και τον σκοπό του άρθρου 9 του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε, αλλά, επιπλέον, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και μπορεί να ευνοήσει την απάτη και να καταστήσει αναποτελεσματικό το σύστημα ελέγχου και διαχειρίσεως που εγκαθιδρύουν τα καθεστώτα ενισχύσεων.
40. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε, έχει ως σκοπό την πρόληψη και την καταστολή των πλημμελειών και της απάτης, μέσω της θεσπίσεως ενός συστήματος κυρώσεων κλιμακούμενων ανάλογα με τη σοβαρότητα της τελεσθείσας μη σύννομης πράξεως. Μεταξύ των εν λόγω κυρώσεων προβλέπεται ακόμη και ο πλήρης αποκλεισμός της υπαγωγής σε καθεστώς ενισχύσεων για το οικείο έτος καθώς και για το επόμενο .
41. Προς τούτο, το σύστημα που εγκαθιδρύει η εν λόγω διάταξη προβλέπει τα εξής:
- η ενίσχυση «εκτάσεις» χορηγείται εξ ολοκλήρου μόνον εφόσον:
- η δηλωθείσα έκταση ταυτίζεται με την καθορισθείσα έκταση ,
- έχουν τηρηθεί οι κανονιστικοί όροι που θέτει το οικείο καθεστώς ενισχύσεων και
- οποιαδήποτε διαφορά που προκύπτει από τη σύγκριση της δηλωθείσας εκτάσεως με την καθορισθείσα έκταση πρέπει να εξαλείφεται, η δε διαπίστωση αποκλίσεως επισύρει κυρώσεις, πλην των περιπτώσεων ανωτέρας βίας .
42. Όταν η δηλωθείσα έκταση υπερβαίνει την καθορισθείσα έκταση, το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει τέσσερα είδη κυρώσεων κλιμακούμενων ανάλογα με τη σοβαρότητα της τελεσθείσας μη σύννομης πράξεως.
43. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 9, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, η ανυπαίτια συμπεριφορά (το να υποπέσει ο ενδιαφερόμενος καλοπίστως σε σφάλμα) επισύρει δύο είδη κυρώσεων, συνισταμένων στη μείωση του ποσού της χορηγούμενης ενισχύσεως. Η μείωση αυτή πραγματοποιείται ανάλογα με τη σοβαρότητα του σφάλματος κατά τον καθορισμό της εκτάσεως για την οποία πρόκειται να χορηγηθεί η ενίσχυση. Αν το σφάλμα κατά τον καθορισμό της εκτάσεως αυτής είναι επουσιώδες, θα διορθωθεί απλώς το ποσό της ενισχύσεως . Αντιθέτως, η μείωση του ποσού της χορηγούμενης ενισχύσεως μπορεί να είναι σημαντικότερη, όταν η διαπιστωθείσα διαφορά υπερβαίνει το 3 % ή τα 2 εκτάρια και δεν είναι ανώτερη του 20 % της καθορισθείσας εκτάσεως . Στην περίπτωση που η διαπιστωθείσα επιπλέον έκταση υπερβαίνει το 20 % της καθορισθείσας εκτάσεως, η κύρωση μπορεί να συνίσταται ακόμη και στη μη χορήγηση της εν λόγω ενισχύσεως .
44. Η υπαίτια συμπεριφορά - για παράδειγμα, η εκ προθέσεως ή εκ βαριάς αμέλειας υποβολή ψευδούς δηλώσεως - του αιτούντος τη χορήγηση ενισχύσεων «εκτάσεις» επισύρει αυστηρότερες κυρώσεις. Στην περίπτωση αυτή, αποκλείεται η υπαγωγή του εν λόγω κατόχου εκμεταλλεύσεως στο συγκεκριμένο καθεστώς ενισχύσεων στο πλαίσιο του οικείου ημερολογιακού έτους . Σε περίπτωση δε εκ προθέσεως υποβολής ψευδούς δηλώσεως, ο κάτοχος εκμεταλλεύσεως δεν δύναται να υπαχθεί σε κανένα καθεστώς χορηγήσεως ενισχύσεως στο πλαίσιο του επομένου ημερολογιακού έτους, για έκταση ίση με εκείνη για την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του χορηγήσεως ενισχύσεως .
45. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οποιαδήποτε διαφορά που διαπιστώνεται μεταξύ της δηλωθείσας εκτάσεως και της εκτάσεως που καθόρισαν πράγματι, κατόπιν ελέγχων, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να εξαλείφεται. Επίσης, εφόσον έχει διαπιστωθεί, κατά τον έλεγχο, απόκλιση μεταξύ της δηλωθείσας εκτάσεως και της πράγματι καθορισθείσας εκτάσεως, ο χρόνος τελέσεως της μη σύννομης πράξεως είναι άνευ σημασίας.
46. Από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει επίσης ότι έχει θεσπισθεί ένα κλιμακούμενο σύστημα κυρώσεων, το οποίο λαμβάνει υπόψη ένα αντικειμενικό στοιχείο, το μέγεθος της εν λόγω διαφοράς μεταξύ των δύο αυτών εκτάσεων, και ένα υποκειμενικό στοιχείο, τη σοβαρότητα της τελεσθείσας μη σύννομης πράξεως (αν υφίσταται πταίσμα του κατόχου εκμεταλλεύσεως και αν αυτό οφείλεται σε βαριά αμέλεια). Το σπουδαιότερο στοιχείο για τον καθορισμό των επιβλητέων κυρώσεων έγκειται, επομένως, στην ύπαρξη ή όχι υπαιτιότητας εκ μέρους του τελέσαντος τη μη σύννομη πράξη. Συναφώς, είναι άνευ σημασίας αν η μη σύννομη πράξη τελέστηκε με πράξη ή με παράλειψη.
47. Εν πάση περιπτώσει, πάντως, η εκτίμηση του βαθμού σοβαρότητας της τελεσθείσας μη σύννομης πράξεως εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου .
48. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα τοποθέτησε προσωρινώς αγελάδες σε τμήμα της υπό αγρανάπαυση εκτάσεως χωρίς να ενημερώσει σχετικά τις αρμόδιες αρχές. Προβαίνοντας στην ενέργεια αυτή, χρησιμοποίησε τις εκτάσεις που είχαν δηλωθεί ως ευρισκόμενες υπό καθεστώς παύσεως της καλλιέργειας για άλλο σκοπό, πέραν εκείνων που προβλέπουν οι εφαρμοστέες διατάξεις. Συγκεκριμένα, το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1765/92 προβλέπει ότι οι εκτάσεις υπό καθεστώς προσωρινής παύσεως της καλλιέργειας μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την παραγωγή υλών που προορίζονται για την παρασκευή, στο έδαφος της Κοινότητας, προϊόντων που δεν προορίζονται άμεσα για κατανάλωση από τον άνθρωπο ή τα ζώα. Κατά συνέπεια, η τοποθέτηση βοοειδών στις εκτάσεις αυτές απαγορεύεται.
49. Η προσφεύγουσα δεν τήρησε, επομένως, τους κανονιστικούς όρους που προβλέπονται στον τομέα της παύσεως της καλλιέργειας γαιών, δεδομένου ότι, αντιθέτως προς τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 4, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 762/94, εξακολούθησε να χρησιμοποιεί έκταση δηλωθείσα ως ευρισκόμενη υπό καθεστώς αγραναπαύσεως. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 2, έκτο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε, η οικεία ενίσχυση δεν μπορεί να χορηγηθεί εξ ολοκλήρου.
50. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει τη σοβαρότητα της εν λόγω μη σύννομης πράξεως, λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη ή όχι υπαιτιότητας εκ μέρους του τελέσαντος την πράξη.
51. Η ερμηνεία που προτείνει η προσφεύγουσα δεν είναι μόνον ασυμβίβαστη προς τον σκοπό και το γράμμα του άρθρου 9 του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε, αλλά θα μπορούσε, επιπλέον, να προκαλέσει την εξής παράδοξη κατάσταση: η κύρωση που επαπειλείται ως προς τον γεωργό που καλοπίστως υπέπεσε σε σφάλμα κατά τη δήλωση, στην αίτησή του, των εκτάσεων που βρίσκονται σε αγρανάπαυση είναι η μείωση της επιλέξιμης εκτάσεως και ενδεχομένως η μη χορήγηση της οικείας ενισχύσεως . Αντιθέτως, η διαπίστωση αποκλίσεως μεταξύ των δηλωθεισών ως ευρισκομένων υπό αγρανάπαυση εκτάσεων και των καθορισθεισών κατόπιν ελέγχων εκτάσεων δεν θα συνεπαγόταν καμία βλαπτική συνέπεια για τον γεωργό που αποδεικνύει ότι δεν υπέπεσε σε κανένα σφάλμα κατά την υποβολή της αιτήσεώς του χορηγήσεως ενισχύσεων «εκτάσεις», ακόμη και αν αποδειχθεί ότι ο γεωργός αυτός παρέβη την υποχρέωση μη χρησιμοποιήσεως των εκτάσεων που έχουν δηλωθεί ως ευρισκόμενες υπό καθεστώς αγραναπαύσεως.
52. Τέλος, η ερμηνεία αυτή μπορεί να ευνοήσει την απάτη και να καταστήσει αναποτελεσματικό το σύστημα ελέγχου και διαχειρίσεως του καθεστώτος ενισχύσεων «εκτάσεις». Συγκεκριμένα, ο αιτών τη χορήγηση ενισχύσεων θα μπορούσε απλώς να υποβάλει ακριβή δήλωση, να αποδείξει με κάποιο τρόπο το αληθές της καταστάσεως, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων, και στη συνέχεια να μεταβάλει την κατάσταση αυτή χωρίς να ενημερώσει σχετικά τις αρχές, αποφεύγοντας, με τον τρόπο αυτόν, τις κυρώσεις που θα έπρεπε του επιβληθούν, λόγω της διαπιστώσεως αποκλίσεως μεταξύ των δηλωθεισών εκτάσεων και των εκτάσεων που προέκυψαν από τον έλεγχο.
53. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι κυρώσεις που προβλέπει επιβάλλονται εφόσον διαπιστωθεί απόκλιση μεταξύ των εκτάσεων που αναφέρει η αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων και των εκτάσεων που καθορίζουν κατόπιν ελέγχου οι αρμόδιες αρχές. Συναφώς, είναι άνευ σημασίας τόσο το ιστορικό της αποκλίσεως αυτής όσο και ο χρόνος κατά τον οποίο τελέστηκε, με καλή ή κακή πίστη, εκ βαριάς αμέλειας ή εκ προθέσεως, η μη σύννομη πράξη. Επίσης, η διάκριση μεταξύ των εννοιών «πταίσμα τελούμενο με πράξη» και «πταίσμα τελούμενο με παράλειψη» δεν είναι κρίσιμη, προκειμένου για την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπει το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού. Τέλος, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της μη σύννομης πράξεως στο πλαίσιο της κλίμακας κυρώσεων που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει αν η εν λόγω μη σύννομη πράξη τελέστηκε με καλή πίστη, ή αν οφείλεται σε πρόθεση ή σε βαριά αμέλεια του αιτούντος τη χορήγηση ενισχύσεων «εκτάσεις», και να επιβάλει τις κυρώσεις που προβλέπει το εν λόγω άρθρο 9.
Πρόταση
54. Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του Oberverwaltungsgericht του ομόσπονδου κράτους Σαξονίας-Άνχαλτ ως εξής:
«Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων, όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς (ΕΚ) της Επιτροπής 229/95, της 3ης Φεβρουαρίου 1995, και 1648/95, της 6ης Ιουλίου 1995, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι:
- οι κυρώσεις που προβλέπει επιβάλλονται αν διαπιστωθεί απόκλιση μεταξύ των εκτάσεων που αναφέρει η αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων και των εκτάσεων που καθορίζουν κατόπιν ελέγχου οι αρμόδιες αρχές· συναφώς, είναι άνευ σημασίας τόσο το ιστορικό της αποκλίσεως αυτής όσο και ο χρόνος κατά τον οποίο τελέστηκε, με καλή ή κακή πίστη, εκ βαριάς αμέλειας ή εκ προθέσεως, η μη σύννομη πράξη,
- στο πλαίσιο της εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, η διάκριση μεταξύ των εννοιών "πταίσμα τελούμενο με πράξη" και "πταίσμα τελούμενο με παράλειψη" δεν είναι κρίσιμη,
- ο χαρακτηρισμός της μη σύννομης πράξεως, στο πλαίσιο της κλίμακας κυρώσεων που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε, εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου, οπότε σ' αυτό απόκειται να εκτιμήσει αν η εν λόγω μη σύννομη πράξη τελέστηκε με καλή πίστη, ή αν οφείλεται σε πρόθεση ή σε βαριά αμέλεια του αιτούντος τη χορήγηση ενισχύσεων "εκτάσεις"».
Full & Egal Universal Law Academy