Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 90/270/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μα_ου 1990 (στο εξής: οδηγία), καθόσον το εσωτερικό της δίκαιο δεν ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να χορηγούνται στους ενδιαφερομένους εργαζομένους ειδικά διορθωτικά γυαλιά για ορισμένες δραστηριότητες .
Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
2. Η οδηγία ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 118 Α της Συνθήκης ΕΟΚ , «που υποχρεώνει το Συμβούλιο να θεσπίζει, εκδίδοντας οδηγίες, τις ελάχιστες προδιαγραφές που καθιστούν δυνατή την προώθηση της καλυτέρευσης ιδίως του χώρου εργασίας, ώστε να βελτιωθεί η προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων» .
3. «Συγκεκριμένα, η οδηγία είναι μία από τις ειδικές οδηγίες που εκδόθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία» .
4. Σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας, οι εργαζόμενοι δικαιούνται να υποβάλλονται σε κατάλληλη εξέταση των ματιών και της όρασης που διενεργείται από άτομο που έχει τα αναγκαία προσόντα πριν αρχίσουν την εργασία σε οθόνη οπτικής απεικόνισης, κατά κανονικά χρονικά διαστήματα μετέπειτα και στην περίπτωση που αισθάνονται ενοχλήσεις στην όραση που μπορεί να οφείλονται στην εργασία σε οθόνη οπτικής απεικόνισης (παράγραφος 1). Οι εργαζόμενοι έχουν το δικαίωμα να περνούν από οφθαλμολογική εξέταση εάν τα αποτελέσματα της εξέτασης της παραγράφου 1 το καθιστούν αναγκαίο (παράγραφος 2).
5. Η παράγραφος 3 του ιδίου άρθρου ορίζει τα εξής:
«Στον εργαζόμενο πρέπει να παρέχονται ειδικά γυαλιά ανάλογα με την εκάστοτε εργασία, εφόσον τα αποτελέσματα των εξετάσεων της παραγράφου 1 ή 2 το καθιστούν αναγκαίο και εφόσον δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν κοινά γυαλιά».
6. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, υποχρέωνε τα κράτη μέλη να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την οδηγία το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1992.
Η ιταλική νομοθεσία
7. Η οδηγία μεταφέρθηκε στο ιταλικό δίκαιο με το νομοθετικό διάταγμα 626 της 19ης Σεπτεμβρίου 1994 .
8. Το άρθρο 55 αυτού του διατάγματος, που φέρει τον τίτλο «Υγειονομικός έλεγχος», έχει ως εξής:
«1. ροτού προσληφθούν για τις δραστηριότητες που αφορά ο παρών τίτλος, οι εργαζόμενοι υποβάλλονται σε ιατρικές εξετάσεις προκειμένου να διαγνωστούν ενδεχόμενα ελαττώματα διάπλασης καθώς και σε οφθαλμολογική εξέταση από τον ειδικό ιατρό. Εφόσον τα αποτελέσματα της ιατρικής εξετάσεως το καθιστούν αναγκαίο, ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε ειδικές εξετάσεις .
2. Ανάλογα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων της παραγράφου 1, οι εργαζόμενοι κατατάσσονται σε μία από τις δύο ακόλουθες κατηγορίες:
α) ικανοί, με ή χωρίς συνταγή ιατρού·
β) ανίκανοι.
3. Οι εργαζόμενοι που κατατάσσονται στην κατηγορία "ικανοί με συνταγή ιατρού", καθώς και οι εργαζόμενοι ηλικίας τουλάχιστον 45 ετών υποβάλλονται σε ιατρικές εξετάσεις ελέγχου τουλάχιστον μία φορά ανά διετία.
4. Ο εργαζόμενος υποβάλλεται, κατόπιν αιτήσεώς του, σε οφθαλμολογική εξέταση οσάκις υποπτεύεται μεταβολή της όρασής του, που επιβεβαιώνεται από τον ειδικό ιατρό.
5. Το σχετικό με την παροχή ειδικών διορθωτικών γυαλιών ανάλογα με την εκάστοτε εργασία κόστος βαρύνει τον εργοδότη.»
9. Ο νόμος 422 της 29ης Δεκεμβρίου 2000, που περιέχει «διατάξεις για τη συμμόρφωση της Ιταλίας προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητά της ως μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - κοινοτικός νόμος 2000» τροποποίησε τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 55 του νομοθετικού διατάγματος 626 του 1994 και προσέθεσε τις δύο ενδιάμεσες ακόλουθες παραγράφους:
«3. Οι εργαζόμενοι υποβάλλονται σε ιατρικό έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 16 .
3α. Οι επισκέψεις ελέγχου γίνονται σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των παραγράφων 1 και 2.
3β. Οι επισκέψεις ελέγχου γίνονται, εκτός από ειδικές περιπτώσεις που απαιτούν διαφορετική συχνότητα, την οποία ορίζει ο ειδικός ιατρός, ανά διετία για τους εργαζομένους που κρίνονται ικανοί με συνταγή ιατρού καθώς και για τους άνω των 45 ετών και ανά πενταετία για τους υπολοίπους.
4. Ο εργαζόμενος υποβάλλεται, κατόπιν αιτήσεώς του, σε οφθαλμολογική εξέταση οσάκις υποπτεύεται μεταβολή της όρασής του, που επιβεβαιώνεται από τον ειδικό ιατρό ή οσάκις οι ιατρικές επισκέψεις των παραγράφων 1 και 3 το καθιστούν αναγκαίο» .
10. Αυτή η τροποποίηση αποτελεί, κατά την άποψη της Επιτροπής, αιτία της εκπρόθεσμης μεταφοράς εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας των υποχρεώσεων που η τελευταία υπέχει από το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας και που, παρά τον απαράδεκτο χαρακτήρα της, οδήγησε την Επιτροπή να παραιτηθεί από τους δύο πρώτους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε στο πλαίσιο της προσφυγής της.
ΙΙΙ. Η παράβαση
11. Η διάταξη της οποίας την παράλειψη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία είναι σαφής και ακριβής. Το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας αναγνωρίζει στους εργαζομένους το δικαίωμα χρήσεως ειδικών διορθωτικών γυαλιών αναλόγως της εκάστοτε εργασίας, εφόσον τα αποτελέσματα των εξετάσεων των παραγράφων που μνημονεύονται στη διάταξη το καθιστούν αναγκαίο, και εφόσον δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν κοινά γυαλιά.
12. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το νομοθετικό διάταγμα 626 του 1994 δεν περιέχει καμία διάταξη που να διασφαλίζει αυτό το δικαίωμα των εργαζομένων. Αναγνωρίζει ότι το άρθρο 55, παράγραφος 5, υποχρεώνει τον εργοδότη να αναλαμβάνει τα έξοδα εγκαταστάσεως των ειδικών εξοπλισμών, αλλά τούτο δεν αρκεί, κατά την άποψή της, για να προσδιορίσει την «προϋπόθεση που συνεπάγεται» το δικαίωμα των εργαζομένων να τους χρησιμοποιούν.
13. Η Ιταλική Κυβέρνηση ακολούθησε διπλή γραμμή άμυνας, για έστω και αν σε κάθε περίπτωση προτείνει συστηματική ερμηνεία του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος.
14. Καταρχάς υποστηρίζει, στο υπόμνημα αντικρούσεως, ότι το άρθρο 55 του νομοθετικού διατάγματος πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με τα άρθρα 41 επ. του ιδίου κειμένου, που διέπουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εργαζομένων και του εργοδότη σχετικά με τα γυαλιά ατομικής προστασίας που αφορά η οδηγία 89/656/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989 , της οποίας το πεδίο εφαρμογής είναι διαφορετικό και ευρύτερο από εκείνο της επίδικης οδηγίας.
15. Ορθώς η Επιτροπή χαρακτηρίζει αυτόν τον ισχυρισμό αλυσιτελή εφόσον οι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας που αφορά η οδηγία 89/656 έχουν ως αντικείμενο την πρόληψη των προβλημάτων υγείας των εργαζομένων και τα κρίσιμα εν προκειμένω ειδικά διορθωτικά γυαλιά προορίζονται για την αντιμετώπιση καταστάσεων στις οποίες οι κατάλληλες ιατρικές εξετάσεις αποδεικνύουν την ύπαρξη πραγματικού, ήδη γνωστού, κινδύνου για την υγεία του εργαζομένου.
16. Με άλλα λόγια, η υποχρέωση του εργοδότη να παράσχει στους εργαζομένους γυαλιά ατομικής προστασίας δεν εξασφαλίζει την πραγματική αναγνώριση του δικαιώματος που τους απονέμει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, το οποίο, στην περίπτωση εργαζομένων που χρησιμοποιούν εξοπλισμούς με οθόνη οπτικής απεικονίσεως, απαιτεί τη χορήγηση ειδικών διορθωτικών γυαλιών εφόσον τα κοινά γυαλιά ατομικής προστασίας δεν αρκούν.
17. Αντιλαμβανόμενη προφανώς το ανίσχυρο της άμυνάς της, η Ιταλική Δημοκρατία, επαναπροβάλλοντας, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, έναν ισχυρισμό που είχε ήδη προβάλλει κατά τη διοικητική διαδικασία και από τον οποίο παραιτήθηκε με το υπόμνημα αντικρούσεως, υποστηρίζει ότι από συστηματική ερμηνεία διαφόρων παραγράφων του άρθρου 55 του νομοθετικού διατάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ιδίου κειμένου προκύπτει ότι ορθώς μετέφερε το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
18. Θεωρώ ότι το καθού κράτος μέλος σφάλλει επ' αυτού. Η οικονομία του άρθρου 9 της οδηγίας είναι σαφής. Οι εργαζόμενοι που χρησιμοποιούν εξοπλισμούς με οθόνες οπτικής απεικονίσεως έχουν το δικαίωμα να υποβάλλονται σε ιατρικές εξετάσεις των ματιών και της όρασης και, όταν τούτο είναι αναγκαίο, σε οφθαλμολογικές εξετάσεις. Εφόσον τα αποτελέσματα αυτά των εξετάσεων το καθιστούν αναγκαίο, και εφόσον δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν κοινά διορθωτικά γυαλιά, οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα λήψεως ειδικών γυαλιών, χωρίς οικονομική επιβάρυνση.
19. Αν και το άρθρο 55, όπως έχει τροποποιηθεί εσχάτως, σε συνδυασμό με το άρθρο 16, επιτρέπει το συμπέρασμα ότι οι εργαζόμενοι που χρησιμοποιούν οθόνες οπτικής απεικονίσεως πρέπει να υποβάλλονται σε ιατρικές εξετάσεις προτού κληθούν να αναλάβουν τα καθήκοντά τους, και κατά τακτά χρονικά διαστήματα μετέπειτα, καθώς επίσης σε ειδικές εξετάσεις και σε οφθαλμολογικές εξετάσεις, ουδόλως αναγνωρίζει δικαίωμα λήψεως ειδικών διορθωτικών γυαλιών, όταν τα αποτελέσματα αυτών των εξετάσεων το καθιστούν αναγκαίο. ράγματι, η παράγραφος 5 του εν λόγω άρθρου ορίζει ότι οι σχετικές με την εγκατάσταση των γυαλιών δαπάνες βαρύνουν τον εργοδότη, αλλά αυτός ο κανόνας δεν έχει ως αποτέλεσμα την απονομή στους εργαζομένους ανεπιφύλακτου δικαιώματος λήψεως γυαλιών όταν ο ειδικός γιατρός ορίζει τη χρήση τους κατόπιν εξετάσεων.
20. Με άλλα λόγια, η ιταλική νομοθεσία ορίζει ότι η εγκατάσταση ειδικών διορθωτικών γυαλιών βαρύνει τον εργοδότη, αλλά δεν προβλέπει, όπως απαιτεί το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, ότι οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα σε αυτήν εφόσον τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων το καθιστούν αναγκαίο, ήτοι εφόσον το ορίζει ο ειδικός ιατρός.
21. Σ' έναν τομέα όπως εκείνος της προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, που συνδέεται στενά με τον στόχο της βελτιώσεως των συνθηκών ζωής και εργασίας που ο κοινοτικός νομοθέτης έχει δεσμευθεί να εφαρμόσει επιβάλλοντας στα κοινοτικά όργανα και στα κράτη μέλη συγκεκριμένες υποχρεώσεις , η προσαρμογή των εθνικών δικαίων στις απαιτήσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη και από το παράγωγο δίκαιο εν όψει της επιτεύξεως αυτού του στόχου πρέπει να είναι σαφής και ανεπιφύλακτη. Όταν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, πρόκειται για ελάχιστη οδηγία που ορίζει ένα κατώτατο όριο που πρέπει να επιτύχουν οι νομοθεσίες των κρατών μελών, η μεταφορά πρέπει να γίνεται κατά τρόπο ώστε να εξαλείφεται η παραμικρή αμφιβολία σχετικά με την αποτελεσματική ενσωμάτωση στην εθνική έννομη τάξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αυτή ορίζει . Η αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας που διαπνέει το άρθρο 10 ΕΚ απαιτεί η μεταφορά των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο να είναι αρκούντως πιστή.
22. Εν όψει των προεκτεθέντων, καταλήγω ότι η Ιταλική Δημοκρατία διέπραξε την παράβαση που της προσάπτεται, οπότε η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή.
IV. Επί των δικαστικών εξόδων
23. Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το καθού κράτος μέλος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή παραιτήθηκε από δύο από τους τρεις λόγους ακυρώσεως στους οποίους είχε στηρίξει την προσφυγή της. Ωστόσο, αυτή η παραίτηση ουδόλως μεταβάλλει την εξεταστέα στο πλαίσιο της αποφάσεως για τα δικαστικά έξοδα κατάσταση. Η συμπεριφορά της Ιταλικής Δημοκρατίας, η οποία συμμορφώθηκε μόνον εν μέρει, και δη εκπρόθεσμα, με τις υποχρεώσεις που υπέχει, ανάγκασε την Επιτροπή να ασκήσει προσφυγή δυνάμει του άρθρου 226, παράγραφος 2, ΕΚ. Επομένως, το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
V. Συμπέρασμα
24. ροτείνω στο Δικαστήριο:
1) Να λάβει υπόψη την παραίτηση της Επιτροπής από τους δύο πρώτους λόγους ακυρώσεως.
2) Να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρέωσεις που υπέχει από το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 90/270/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μα_ου 1990, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας κατά την εργασία σε εξοπλισμό με οθόνη οπτικής απεικόνισης (πέμπτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ), κατά το μέτρο που η έννομη τάξη της δεν προσδιορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να παρέχονται στους ενδιαφερομένους εργαζομένους ειδικά διορθωτικά γυαλιά για ορισμένες δραστηριότητες·
3) Να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy