Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η Επιτροπή, με την παρούσα προσφυγή που άσκησε βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, υποστηρίζει ότι οι αντιρρήσεις που προέβαλε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ως προς ορισμένες μεταφορές, προς άλλα κράτη μέλη, αποβλήτων προοριζομένων να χρησιμοποιηθούν κυρίως ως καύσιμα δεν δικαιολογούνταν και αντέβαιναν στις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφοι 2 και 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (στο εξής: κανονισμός), και του άρθρου 1, στοιχείο στ_, σε συνδυασμό με το σημείο R 1 του παραρτήματος ΙΙ Β της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (στο εξής: οδηγία ή οδηγία περί των στερεών αποβλήτων). Η Επιτροπή ζητεί, συνεπώς, από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, 6 και 7 του κανονισμού και από το άρθρο 1, στοιχείο στ_, σε συνδυασμό με το σημείο R 1 του παραρτήματος ΙΙ Β της οδηγίας.
2. Η παρούσα υπόθεση αφορά κυρίως τη διάκριση μεταξύ των εργασιών διαθέσεως και εργασιών αξιοποιήσεως των αποβλήτων και, ειδικότερα, το ζήτημα αν η αποτέφρωση αστικών αποβλήτων σε μια εγκατάσταση καύσεως, στην οποία όλη ή σχεδόν όλη η θερμότητα που παράγεται χρησιμοποιείται ως ενέργεια, πρέπει να χαρακτηρίζεται ως εργασία διαθέσεως ή ως εργασία αξιοποιήσεως.
Η κρίσιμη κοινοτική νομοθεσία
Η οδηγία
3. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για να προωθήσουν «α) κατά πρώτον, την πρόληψη ή τη μείωση της παραγωγής και της βλαπτικότητας των αποβλήτων» και «β) εν συνεχεία: i) την αξιοποίηση των αποβλήτων με ανακύκλωση, επαναχρησιμοποίηση ή ανάκτηση ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που έχει στόχο την παραγωγή δευτερογενών πρώτων υλών, ή ii) τη χρησιμοποίηση των αποβλήτων ως πηγή ενέργειας».
4. Με το άρθρο 5 της οδηγίας, καθιερώνονται οι αρχές της αυτάρκειας και της εγγύτητας. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, σε συνεργασία με άλλα κράτη μέλη εφόσον αυτό παρίσταται αναγκαίο ή σκόπιμο, ώστε να δημιουργηθεί ολοκληρωμένο και κατάλληλο δίκτυο εγκαταστάσεων διάθεσης των αποβλήτων, που θα λαμβάνει υπόψη τις καλύτερες διαθέσιμες τεχνολογίες που δεν συνεπάγονται υπερβολικό κόστος. Το δίκτυο αυτό πρέπει να επιτρέπει στην Κοινότητα ως σύνολο να καταστεί αυτάρκης στον τομέα της διάθεσης των αποβλήτων και στα κράτη μέλη να τείνουν χωριστά προς τον στόχο αυτόν, λαμβανομένων υπόψη των γεωγραφικών συνθηκών ή της ανάγκης ειδικών εγκαταστάσεων για ορισμένες κατηγορίες αποβλήτων.
2. Το δίκτυο αυτό πρέπει να επιτρέπει ακόμη τη διάθεση των αποβλήτων σε μία από τις πλησιέστερες κατάλληλες εγκαταστάσεις, με χρησιμοποίηση των καταλληλότερων μεθόδων και τεχνολογιών για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας».
5. Η οδηγία ορίζει ως «διάθεση» «κάθε εργασία που προβλέπεται στο παράρτημα ΙΙ A» και ως «αξιοποίηση» «κάθε εργασία που προβλέπεται στο παράρτημα ΙΙ B» .
6. Τα παραρτήματα ΙΙ A και ΙΙ B της οδηγίας φέρουν τους τίτλους «Εργασίες διαθέσεως» και «Εργασίες [αξιοποιήσεως]», αντιστοίχως. Κάθε παραρτήματος προηγείται σημείωση με την οποία τονίζεται ότι το παράρτημα σκοπεί στην καταγραφή των εργασιών «όπως αυτές εκτελούνται στην πράξη».
7. Στις προβλεπόμενες στο παράρτημα ΙΙ Α εργασίες διαθέσεως συγκαταλέγεται, μεταξύ άλλων, η εξής:
«D 10 Αποτέφρωση στη γη».
8. Το παράρτημα ΙΙ Β συμπεριλαμβάνει στις εργασίες αξιοποιήσεως την εξής:
«R 1 Κύρια χρήση ως καύσιμο ή ως άλλο μέσο παραγωγής ενέργειας».
Ο κανονισμός
9. Ο κανονισμός στηρίζεται στο άρθρο 130 S της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 175 ΕΚ). Σκοπός του κανονισμού είναι να καθιερώσει ένα εναρμονισμένο σύστημα διαδικασιών, με τις οποίες η κυκλοφορία των αποβλήτων μπορεί να περιορισθεί για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος .
10. Ο τίτλος ΙΙ του κανονισμού ονομάζεται «Μεταφορά αποβλήτων μεταξύ κρατών μελών». Τα κεφάλαια Α και Β του τίτλου ΙΙ ορίζουν τις διαδικασίες για τη μεταφορά των αποβλήτων προς διάθεση και των αποβλήτων προς αξιοποίηση, αντιστοίχως.
11. Ο κανονισμός χρησιμοποιεί τους ορισμούς των εννοιών «διάθεση» και «αξιοποίηση» που καθιερώνει η οδηγία .
12. Η διαδικασία για τη μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση διαφοροποιείται ανάλογα με το είδος των αποβλήτων. Τα παραρτήματα ΙΙ έως IV του κανονισμού κατατάσσουν τα συγκεκριμένα απόβλητα σε τρεις καταλόγους . Το παράρτημα ΙΙ περιλαμβάνει τον «Πράσινο κατάλογο αποβλήτων», ήτοι τα απόβλητα που, «εφόσον αξιοποιούνται σωστά, στη χώρα προορισμού, δεν θα πρέπει κανονικά να συνιστούν κίνδυνο για το περιβάλλον» . Το παράρτημα ΙΙΙ περιλαμβάνει τον «Πορτοκαλί κατάλογο αποβλήτων» και το παράρτημα IV τον «Κόκκινο κατάλογο αποβλήτων», δηλαδή τα απόβλητα που θεωρούνται ιδιαιτέρως επικίνδυνα. Οι μεταφορές των προς αξιοποίηση αποβλήτων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ πρέπει απλώς να συνοδεύονται από έγγραφο με τις προβλεπόμενες πληροφορίες . Για τις μεταφορές των λοιπών προς αξιοποίηση αποβλήτων (συμπεριλαμβανομένων των επίδικων στη διαφορά της κύριας δίκης αποβλήτων) και τις μεταφορές αποβλήτων προς διάθεση προβλέπεται η ακόλουθη διαδικασία.
13. Όταν ο κοινοποιών , ο οποίος ορίζεται κυρίως ως ο παραγωγός ή ο κάτοχος των αποβλήτων, προτίθεται να μεταφέρει τέτοια απόβλητα από ένα κράτος μέλος σε άλλο, πρέπει να διαβιβάσει κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή προορισμού και να αποστείλει αντίγραφο της κοινοποιήσεως στις αρμόδιες αρχές αποστολής και στον παραλήπτη .
14. Η κοινοποίηση πραγματοποιείται με το έγγραφο παρακολουθήσεως, που εκδίδεται από την αρχή αποστολής . Για την κοινοποίηση, ο κοινοποιών συμπληρώνει το έγγραφο παρακολουθήσεως και παρέχει συμπληρωματικές πληροφορίες και έγγραφα, εφόσον το ζητήσουν οι αρμόδιες αρχές . Ο κοινοποιών παρέχει, με το έγγραφο παρακολουθήσεως, πληροφορίες οι οποίες αφορούν, ιδίως, i) την προέλευση, τη σύνθεση και την ποσότητα των αποβλήτων και ii) τις εργασίες διαθέσεως ή αξιοποιήσεως, όπως αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ A ή ΙΙ B της οδηγίας .
15. Όσον αφορά τα προς αξιοποίηση απόβλητα, το έγγραφο παρακολουθήσεως πρέπει επίσης να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με i) την προβλεπόμενη διαδικασία διαθέσεως των αποβλήτων που θα απομείνουν μετά την ανακύκλωση, ii) την ποσότητα του ανακυκλωμένου υλικού σε σχέση με τα εναπομείναντα απόβλητα και iii) την υπολογιζόμενη αξία του ανακυκλωμένου υλικού .
16. Όσον αφορά τα προς διάθεση απόβλητα, το κράτος μέλος προορισμού είναι αρμόδιο να εγκρίνει τη μεταφορά. Το κράτος μέλος αποστολής έχει το δικαίωμα να προβάλει αντιρρήσεις, το δε κράτος μέλος προορισμού μπορεί να εγκρίνει τη μεταφορά μόνον εφόσον δεν υφίστανται τέτοιες αντιρρήσεις . Σε περίπτωση αποβλήτων προς αξιοποίηση, τα κράτη μέλη αποστολής και προορισμού έχουν δικαίωμα προβολής αντιρρήσεων κατά της μεταφοράς αλλά, κατά γενικό κανόνα , δεν απαιτείται ρητή έγκριση .
17. Η σημαντικότερη διαφορά μεταξύ της διαδικασίας μεταφοράς αποβλήτων προς αξιοποίηση και της διαδικασίας μεταφοράς αποβλήτων προς διάθεση συνίσταται στους λόγους για τους οποίους οι διάφορες οικείες αρμόδιες αρχές μπορούν να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της προτεινόμενης μεταφοράς.
18. Στην περίπτωση αποβλήτων προς διάθεση, οι αντιρρήσεις πρέπει να βασίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 3 . Το άρθρο αυτό επιτρέπει, μεταξύ άλλων, i) στα κράτη μέλη να απαγορεύουν γενικώς ή μερικώς ή να προβάλλουν συστηματικά αντιρρήσεις κατά μεταφορών αποβλήτων, προκειμένου να τεθούν σε εφαρμογή οι αρχές της εγγύτητας, της προτεραιότητας της αξιοποιήσεως και της αυτάρκειας σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με την οδηγία , και ii) στις αρμόδιες αρχές αποστολής και προορισμού να προβάλλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις για τη σχεδιαζόμενη μεταφορά αν δεν είναι σύμφωνη με την οδηγία, προκειμένου να εφαρμόσουν την αρχή της αυτάρκειας σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο .
19. Στην περίπτωση αποβλήτων προς αξιοποίηση, οι αντιρρήσεις πρέπει να στηρίζονται στο άρθρο 7, παράγραφος 4 . Το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α_ , απαριθμεί τέσσερις λόγους για τους οποίους οι αρμόδιες αρχές προορισμού και αποστολής μπορούν να προβάλουν δικαιολογημένες αντιρρήσεις. Από τους λόγους αυτούς δεν προκύπτει ότι οι αντιρρήσεις πρέπει να στηρίζονται στις αρχές της εγγύτητας ή της αυτάρκειας.
Η νομολογία του Δικαστηρίου
20. Δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου παρουσιάζουν, εν προκειμένω, ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
21. Καταρχάς, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση Dusseldorp , ότι οι αρχές της αυτάρκειας και της εγγύτητας δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση αποβλήτων προς αξιοποίηση· τα απόβλητα αυτά πρέπει να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα μεταξύ των κρατών μελών, για να διευκολύνεται η επεξεργασία τους, εφόσον η μεταφορά τους δεν συνεπάγεται κινδύνους για το περιβάλλον.
22. Ακολούθως, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση ΑSA , ότι το ουσιώδες χαρακτηριστικό μιας εργασίας αξιοποιήσεως αποβλήτων συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή σκοπεί πρωτίστως στο να μπορούν τα απόβλητα να επιτελέσουν χρήσιμη λειτουργία, υποκαθιστώντας άλλα υλικά που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για τη λειτουργία αυτή, πράγμα που καθιστά δυνατή τη διαφύλαξη των φυσικών πόρων. Η υπόθεση αυτή αφορούσε, μεταξύ άλλων, τον βάσει του κανονισμού ορθό χαρακτηρισμό (δηλαδή τον χαρακτηρισμό ως εργασία αξιοποιήσεως ή ως εργασία διαθέσεως) της εναποθέσεως αποβλήτων σε παλαιό ορυχείο άλατος, προκειμένου τα εν λόγω απόβλητα να γεμίσουν κοιλότητες (επίχωση).
23. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης, με την απόφαση ΑSA, ότι τα άρθρα 4, παράγραφος 3, και 7, παράγραφος 4, απαριθμούν περιοριστικώς τις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να αντιταχθούν σε μεταφορά αποβλήτων μεταξύ κρατών μελών .
Η προσφυγή λόγω παραβάσεως
24. Στις αρχές του 1998 η επιχείρηση NTMR (Négoce de tous matériaux réutilisables) υπέβαλε στην αρμόδια λουξεμβουργιανή αρχή δύο φακέλους κοινοποιήσεως, με τους οποίους ζήτησε έγκριση για τη μεταφορά οικιακών ή συναφών προς αυτά αποβλήτων εμπιπτόντων στην κατηγορία AD 160, «Αστικά/οικιακά απόβλητα», του παραρτήματος ΙΙΙ (πορτοκαλί κατάλογος) του κανονισμού. Από τους φακέλους κοινοποιήσεως της NTMR προέκυπτε ότι οι μεταφορές αφορούσαν απόβλητα προς αξιοποίηση, η επεξεργασία των οποίων έπρεπε να πραγματοπιηθεί στον αποτεφρωτή της αστικής περιφέρειας του Στρασβούργου. Κατά την Επιτροπή (η οποία, στο σημείο αυτό, δεν αντικρούστηκε), από το από 3 Ιουλίου 1998 έγγραφο του νομάρχη του Κάτω-Ρήνου προκύπτει ότι η αποτέφρωση στην προαναφερθείσα εγκατάσταση παρέχει τη δυνατότητα ανακτήσεως το συνόλου της ενέργειας που παράγεται από την εν λόγω επεξεργασία.
25. Με απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1998, η αρμόδια αρχή του Λουξεμβούργου προέβη σε νέο χαρακτηρισμό των προς μεταφορά αποβλήτων, κρίνοντας ότι πρόκειται περί αποβλήτων προς διάθεση τα οποία μπορούν να μεταφερθούν μόνον εφόσον αποδειχθεί ότι, για τεχνικούς λόγους ή λόγω ανεπάρκειας μέσων, δεν μπορούσαν να αποσταλούν σε εγκατάσταση διαθέσεως στο Λουξεμβούργο. Η αρχή δικαιολόγησε τον νέο χαρακτηρισμό υποστηρίζοντας ότι η αποτέφρωση σε μια εγκατάσταση, η οποία χρησιμεύει πρωτίστως για την επεξεργασία της θερμότητας με σκοπό την αποδόμηση των αποβλήτων σε ανόργανες ύλες , θεωρείται στο Λουξεμβούργο, ανεξαρτήτως του αν η παραγόμενη θερμότητα αξιοποιείται ή όχι, εργασία διαθέσεως τύπου D 10, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ Α της οδηγίας περί των στερεών αποβλήτων.
26. Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου παρέβη τον κανονισμό και την οδηγία, του απηύθυνε έγγραφο οχλήσεως, στο οποίο το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν απάντησε. Η Επιτροπή απηύθυνε, κατά συνέπεια, αιτιολογημένη γνώμη. Με το υπόμνημά του απαντήσεως, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ενέμεινε, κατ' ουσίαν, στο ότι το γεγονός ότι η ενέργεια που παράγεται από επεξεργασία αποβλήτου μπορεί να αξιοποιηθεί δεν αποκλείει τον χαρακτηρισμό της εν λόγω εργασίας ως εργασίας διαθέσεως εμπίπτουσας στο σημείο D 10 του παραρτήματος ΙΙ Α της οδηγίας, στο ότι προέβη σε νέο χαρακτηρισμό της εν λόγω εργασίας κατόπιν συναινέσεως των γαλλικών αρχών, στο ότι, κατά συνέπεια, είχαν εφαρμογή τα άρθρα 3 και 4 και όχι τα άρθρα 6 και 7 του κανονισμού, και στο ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν είχε, επομένως, παραβεί τη νομοθεσία.
27. Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου επισήμανε επίσης, με το υπόμνημά του απαντήσεως, ότι η εγκατάσταση καύσεως αποβλήτων που διέθετε παρείχε τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως της παραχθείσας κατά την αποτέφρωση ενέργειας για την παραγωγή, ιδίως, ηλεκτρικής ενέργειας, με την οποία τροφοδοτούνταν το εθνικό δίκτυο.
28. Δεδομένου ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
29. Η Αυστριακή Δημοκρατία παρενέβη υπέρ του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.
30. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, 6 και 7 του κανονισμού 259/93, καθώς και από το άρθρο 1, στοιχείο στ_, σε συνδυασμό με το σημείο R 1 του παραρτήματος ΙΙ Β της οδηγίας 75/442. Η Επιτροπή προσάπτει στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου την προβολή αδικαιολόγητων αντιρρήσεων ως προς ορισμένες μεταφορές αποβλήτων προοριζομένων να χρησιμοποιηθούν κυρίως ως καύσιμα. Το ζήτημα που ανακύπτει στο πλαίσιο της υπό εξέταση υποθέσεως άπτεται, επομένως, του ορθού χαρακτηρισμού, συμφώνως προς την οδηγία, και, κατά συνέπεια, και προς τον κανονισμό, της εργασίας αποτεφρώσεως οικιακών αποβλήτων σε εγκατάσταση καύσεως, στην οποία χρησιμοποιείται όλη ή το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας που παράγεται με αυτόν τον τρόπο. Πρόκειται οπωσδήποτε, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, περί εργασίας αξιοποιήσεως, οπότε οι αντιρρήσεις που προβάλλει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, επικαλούμενο κυρίως την αυτάρκεια του συστήματος διαθέσεως των αποβλήτων, δεν δικαιολογούνται και στοιχειοθετείται η παράβαση ή πρόκειται, όπως υποστηρίζει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, περί εργασίας διαθέσεως, οπότε οι σχετικές αντιρρήσεις μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει της αρχής αυτής;
31. Το κύριο επιχείρημα της Επιτροπής αντλείται από τη διατύπωση του παραρτήματος ΙΙ Β.
«Κύρια χρήση ως καύσιμο ή ως άλλο μέσο παραγωγής ενέργειας»
32. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το αποφασιστικής σημασίας κριτήριο έγκειται, καταρχάς, στο αν από τη διαδικασία αποτεφρώσεως παράγεται ενέργεια, ή θερμότητα μετατρεπόμενη σε ενέργεια, περισσότερη από την ενέργεια ή τη θερμότητα που θα παραγόταν από την καύση των αερίων που εισάγονται στον αποτεφρωτή για την αποτέφρωση των αποβλήτων - με άλλα λόγια, παράγεται καθαρή ενέργεια; - και, ακολούθως, στο αν η εγκατάσταση είναι σε θέση να ανακτήσει ή να αξιοποιήσει σημαντικό μέρος της ενέργειας που περιέχεται στα αποτεφρωμένα απόβλητα.
33. Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου θεωρεί ότι, κατά την Επιτροπή, η διάκριση μεταξύ της διαθέσεως και της αξιοποιήσεως στηρίζεται στις δυνατότητες παραγωγής ενέργειας που παρέχει το οικείο απόβλητο. Ο ορισμός της εργασίας αξιοποιήσεως R 1 («Κύρια χρήση ως καύσιμο») στηρίζεται, ωστόσο, στο κριτήριο της χρήσεως και, επομένως, του σκοπού της εργασίας και όχι στην ποιότητα ή στη σύνθεση του αποβλήτου. Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου υποστηρίζει ότι το ορθό κριτήριο είναι αυτό του σκοπού της εγκαταστάσεως αποτεφρώσεως: αν ο κύριος σκοπός της εγκαταστάσεως αυτής είναι η παραγωγή ενέργειας, η αποτέφρωση συνιστά εργασία αξιοποιήσεως· αν, αντιθέτως, ο σκοπός της εγκαταστάσεως είναι η επεξεργασία της θερμότητας των αποβλήτων, ανεξαρτήτως του αν ανακτάται παρεμπιπτόντως ενέργεια, η αποτέφρωση συνιστά εργασία διαθέσεως.
34. Καθένας από τους διαδίκους υποστήριξε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι η απόφαση ΑSA - η οποία εκδόθηκε μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση - ήταν σύμφωνη προς την άποψή του.
35. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι αρχές που έθεσε η εν λόγω απόφαση έχουν πλήρη εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση και ότι, επομένως, η επίμαχη εργασία θα έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως εργασία αξιοποιήσεως. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι ο σκοπός της εργασίας καθορίζει τον χαρακτηρισμό της. Εντούτοις, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στον σκοπό της εγκαταστάσεως αποτεφρώσεως. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το ορθό κριτήριο συνίσταται στο αν η ενέργεια που παράγεται από την αποτέφρωση όντως ανακτάται, αν δηλαδή η εργασία επιτελεί χρήσιμη λειτουργία.
36. Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ισχυρίζεται, απεναντίας, ότι το κριτήριο που έθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση ΑSA, ήτοι το κριτήριο του κύριου σκοπού της εργασίας, ταυτίζεται στην πραγματικότητα με το κριτήριο που χρησιμοποίησε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, ήτοι το κριτήριο του σκοπού της εγκαταστάσεως αποτεφρώσεως.
37. Ασπάζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι, για να καθορισθεί αν μια δεδομένη εργασία πρέπει να χαρακτηρισθεί εργασία διαθέσεως, κατά το σημείο D 10 του παραρτήματος ΙΙ Α της οδηγίας, ή εργασία αξιοποιήσεως, κατά το σημείο R 1 του παραρτήματος ΙΙ Β, πρέπει να εξετασθεί ενδελεχώς η διατύπωση των δύο αυτών σημείων.
38. Το σημείο R 1 κάνει λόγο για «κύρια χρήση ως καύσιμο ή ως άλλο μέσο παραγωγής ενέργειας».
39. Όπως υποστηρίζει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, το κριτήριο της χρήσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του σκοπού της εργασίας. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται, κατά την άποψή μου, από την κυριολεκτική έννοια του όρου «χρήση» και, ειδικότερα, ενδεχομένως, του όρου «κύρια χρήση». Επιβάλλεται η επισήμανση ότι η διατύπωση αυτή - ή η ανάλογη διατύπωση «χρησιμοποιείται κυρίως» - είναι κοινή σε όλες τις μεταφράσεις της οδηγίας.
40. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, εφόσον το σημείο R 1 κάνει λόγο για «κύρια χρήση ως καύσιμο ή ως άλλο μέσο παραγωγής ενέργειας», ο χαρακτηρισμός μιας εργασίας ως εργασίας αξιοποιήσεως δεν πρέπει να περιορίζεται στην κύρια χρήση ως καύσιμο, αλλά να επεκτείνεται και στη χρήση ως άλλο μέσο παραγωγής ενέργειας. Σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, ο χαρακτηρισμός της χρήσεως ως «κύρια[ς]» είναι άνευ σημασίας, όταν τα απόβλητα δεν χρησιμοποιούνται ως καύσιμο, αλλά ως κάποιο άλλο μέσο παραγωγής ενέργειας. Κατά την άποψή μου, πρόκειται περί ανορθόδοξης ερμηνείας της διατάξεως, όπως χρησιμοποιείται σε όλες τις μεταφράσεις . Είναι σαφές, κατά την άποψή μου, ότι, για να θεωρηθεί ότι μια εργασία εμπίπτει στο σημείο R 1 του παραρτήματος ΙΙ Β της οδηγίας, πρέπει το αντικείμενό της να είναι η κύρια χρήση αποβλήτων ως καυσίμου ή η κύρια χρήση αποβλήτων ως άλλου μέσου παραγωγής ενέργειας.
41. Λαμβανομένης υπόψη της διατυπώσεως της διατάξεως, μια εργασία αποτεφρώσεως δεν εμπίπτει, συνεπώς, στο σημείο R 1, εκτός αν ο σκοπός της συνίσταται στην κύρια χρήση αποβλήτων ως καυσίμου ή στην κύρια χρήση αποβλήτων ως άλλου μέσου παραγωγής ενέργειας. Αν δεν πληρούται η προϋπόθεση αυτή, η εργασία θα χαρακτηρισθεί αποτέφρωση στη γη, κατά το σημείο D 10 του παραρτήματος ΙΙ Α της οδηγίας .
42. H προεκτεθείσα ανάλυση συνάδει προς την απόφαση ASA , με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το ουσιώδες χαρακτηριστικό μιας εργασίας αξιοποιήσεως αποβλήτων συνίσταται στο γεγονός ότι η εν λόγω εργασία σκοπεί πρωτίστως στο να μπορούν τα απόβλητα να επιτελέσουν χρήσιμη λειτουργία, υποκαθιστώντας τη χρησιμοποίηση άλλων υλικών που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για τη λειτουργία αυτή, πράγμα που καθιστά δυνατή τη διαφύλαξη των φυσικών πόρων. Όπως εξέθεσα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση εκείνη, το αποφασιστικής σημασίας ζήτημα συνίσταται στο αν τα απόβλητα χρησιμοποιούνται για την επίτευξη πραγματικού σκοπού. Με άλλα λόγια, αν δεν υφίσταντο διαθέσιμα απόβλητα για συγκεκριμένη εργασία, θα ήταν εφικτή η εκτέλεση της εργασίας αυτής με τη χρήση άλλων υλικών ; Στην περίπτωση της αποτεφρώσεως αποβλήτων σε εγκατάσταση που δημιουργήθηκε προς τον σκοπό αυτόν, η απάντηση στο ερώτημα είναι σαφώς «όχι»: ελλείψει αποβλήτων, δεν θα υφίστατο αποτέφρωση. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν θα ήταν ορθός ο χαρακτηρισμός της εν λόγω εργασίας ως εργασίας αξιοποιήσεως απλώς διότι, κάθε φορά που υφίστανται διαθέσιμα απόβλητα τα οποία αποτεφρώνονται, η θερμότητα που παράγεται από την εργασία αυτή χρησιμοποιείται, εν όλω ή εν μέρει, για την παραγωγή ενέργειας. Τούτο το γεγονός, αφ' εαυτού, δεν σημαίνει ότι ο κύριος σκοπός της αποτεφρώσεως είναι η χρήση αποβλήτων ως καυσίμου ή ως άλλου μέσου παραγωγής ενέργειας.
43. Η έννοια «κύριος σκοπός» είναι δυνατόν, επομένως, να θεωρηθεί κριτήριο γενικής ισχύος, στο οποίο εμπίπτουν, ειδικώς, τα σημεία D 10 και R 1.
44. Η σπουδαιότητα του σκοπού της εργασίας προκύπτει με ιδιαιτέρως σαφή τρόπο από τις υποθέσεις που αφορούν την αποτέφρωση οικιακών αποβλήτων, με την οποία ανακτάται, παρεμπιπτόντως, ενέργεια. Ο χαρακτηρισμός όλων των αποτεφρώσεων αυτού του είδους ως εργασιών αξιοποιήσεως, με την αιτιολογία ότι η ενέργεια που παράγεται - καίτοι μικρής ποσότητας - αξιοποιείται, συνεπάγεται ανεπίτρεπτα αποτελέσματα. Η Επιτροπή υποστηρίζει, με το δικόγραφο της προσφυγής, ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει ελάχιστη ποσότητα παραγωγής ενέργειας, προκειμένου η αποτέφρωση αποβλήτων με την οποία ανακτάται, παρεμπιπτόντως, ενέργεια να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εργασία αξιοποιήσεως: κατά μείζονα λόγο, μπορεί να θεωρηθεί ότι μια εργασία δεν είναι εργασία αξιοποιήσεως αν η εν λόγω ποσότητα είναι «αμελητέα». Εντούτοις, από τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η αποτέφρωση αστικών αποβλήτων με αξιοποίηση της ενέργειας αποτελεί την κύρια μέθοδο διαθέσεως αυτών των αποβλήτων σε πολλά κράτη μέλη. Ο χαρακτηρισμός όλων των αποτεφρώσεων αυτού του είδους ως εργασιών αξιοποιήσεως, με μοναδική αιτιολογία αυτή την ανάκτηση ενέργειας, συνεπάγεται, στην πραγματικότητα, δυνατότητα μεταφοράς των εν λόγω αποβλήτων εντός της Κοινότητας με ελάχιστους περιορισμούς, πράγμα το οποίο απάδει προς τον σκοπό του κανονισμού, την εγκαθίδρυση δηλαδή ενός εναρμονισμένου συστήματος διαδικασιών, μέσω του οποίου η κυκλοφορία των αποβλήτων μπορεί να περιορισθεί για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος . Επιβάλλεται επίσης να επισημανθεί ότι το Συμβούλιο, με το ψήφισμά του της 24ης Φεβρουαρίου 1997 για την κοινοτική στρατηγική διαχειρίσεως αποβλήτων , «σημειώνει και συμμερίζεται την ανησυχία των κρατών μελών για τις μείζονες ενδοκοινοτικές μεταφορές αποβλήτων προς αποτέφρωση, με ή χωρίς ανάκτηση ενέργειας» .
45. Το ότι ο κύριος σκοπός της επίμαχης, στην παρούσα υπόθεση, εργασίας αποτεφρώσεως είναι μάλλον η διάθεση και όχι η αξιοποίηση προκύπτει, περαιτέρω, και από την απάντηση στο ερώτημα περί του ποιος φέρει τα έξοδα των συναλλαγών: οι συμβάσεις μεταξύ των λουξεμβουργιανών κατόχων αποβλήτων και του δήμου του Στρασβούργου, οι οποίες προσαρτώνται στο παράρτημα του υπομνήματος αντικρούσεως, προβλέπουν ότι οι κάτοχοι αποβλήτων καταβάλλουν στον δήμο τα τέλη που ισχύουν κατά την ημερομηνία μεταφοράς των αποβλήτων στην εγκατάσταση καύσεως. Μολονότι δεν θεωρώ ότι η εν λόγω καταβολή εκ μέρους του κατόχου αποβλήτων αποδεικνύει κατ' ανάγκη ότι η οικεία εργασία συνιστά εργασία διαθέσεως και όχι αξιοποιήσεως, πρόκειται, εντούτοις, κατά κανόνα, περί σημαντικού παράγοντα .
46. Φρονώ ότι η λύση που προτείνω, ήτοι το να χαρακτηρίζεται μια συγκεκριμένη εργασία αποτεφρώσεως ως εργασία διαθέσεως εφόσον ο κύριος σκοπός της είναι η διάθεση, ανεξαρτήτως του αν η εν λόγω εργασία συνεπάγεται, παρεμπιπτόντως, ανάκτηση ενέργειας, παρέχει τη δυνατότητα εξασφαλίσεως της προσήκουσας ισορροπίας μεταξύ της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της αρχής της προστασίας του περιβάλλοντος. Είναι σαφώς ευκταίος, για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, ο περιορισμός των μεταφορών μεγάλων ποσοτήτων οικιακών αποβλήτων προς αποτέφρωση. Αν, εντούτοις, η αποτέφρωση τέτοιων αποβλήτων χαρακτηριζόταν ως εργασία αξιοποιήσεως για τον μοναδικό λόγο ότι η παραχθείσα εξ αυτής ενέργεια μπορεί να χρησιμοποιηθεί, η μεταφορά τέτοιων αποβλήτων, ενδεχομένως και σε μεγάλες αποστάσεις, θα ενθαρρυνόταν.
47. Η λύση αυτή επιβεβαιώνεται, περαιτέρω, από τη σύγκριση της παρούσας υποθέσεως με την υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας στο πλαίσιο της οποίας αναπτύσσω επίσης τις προτάσεις μου σήμερα. Η υπόθεση αυτή αφορά τον ορθό χαρακτηρισμό, συμφώνως προς τον κανονισμό, αποβλήτων προς αποτέφρωση σε εργοστάσια τσιμέντου· η παραγόμενη από την αποτέφρωση ενέργεια προορίζεται να χρησιμοποιηθεί στη διαδικασία παρασκευής προϊόντων, στην οποία θα αντικαταστήσει τα συνήθη καύσιμα, σε ορισμένες περιπτώσεις κατά το ένα τρίτο και σε άλλες εξ ολοκλήρου. Με τις προτάσεις μου, υποστηρίζω ότι, ως κύριος σκοπός μιας εργασίας αποτεφρώσεως, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα διαδικασίας παρασκευής προϊόντων και με την οποία παράγεται ενέργεια προοριζόμενη να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, μπορεί να θεωρηθεί η χρήση των αποβλήτων ως καυσίμων. Όσον αφορά το ερώτημα αν, στην περίπτωση ελλείψεως διαθεσίμων αποβλήτων για συγκεκριμένη εργασία, η εργασία αυτή θα μπορούσε, παρ' όλ' αυτά, να εκτελεσθεί με άλλα υλικά, η απάντηση, προκειμένου για απόβλητα που χρησιμοποιούνται ως καύσιμα σε εργοστάσιο τσιμέντου, είναι σαφώς «ναι»: ελλείψει διαθεσίμων αποβλήτων, το εργοστάσιο θα εξακολουθούσε να λειτουργεί, χρησιμοποιώντας άλλα καύσιμα.
Πρόταση
48. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο:
«1) Να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής.
2) Να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy