Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στην υπόθεση αυτή, η Επιτροπή ζητεί βάσει του άρθρου 226 ΕΚ από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα για την εφαρμογή της οδηγίας 96/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1996, σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος μεγάλης ταχύτητας (στο εξής: οδηγία), ή, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα αυτά, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
2. Κατά το άρθρο 23 της οδηγίας, τα κράτη μέλη έπρεπε να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή τους προς την οδηγία το αργότερο στις 8 Απριλίου 1999 και να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
3. Δεδομένου ότι δεν ανακοινώθηκε στην Επιτροπή κανένα μέτρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως για την εφαρμογή της οδηγίας, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως της 5ης Αυγούστου 1999. Οι ελληνικές αρχές δεν αντέδρασαν στην όχλησή τους από την Επιτροπή. Στη συνέχεια, στις 24 Ιανουαρίου 2000, η Επιτροπή απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός δύο μηνών από την κοινοποίησή της. Στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη η Ελληνική Κυβέρνηση δεν έδωσε καμία συνέχεια, οπότε στις 20 Δεκεμβρίου 2000 η Επιτροπή έφερε την υπόθεση στο Δικαστήριο.
4. Η Επιτροπή συνάγει στο δικόγραφο της προσφυγής της ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν θέσπισε πριν από τις 8 Απριλίου 1999 όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή της προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία. Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 10, πρώτο εδάφιο, και 249, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ.
5. Η Ελληνική Κυβέρνηση επικαλείται ένα σχέδιο προεδρικού διατάγματος για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Η διαδικασία ολοκληρώσεως του σχεδίου αυτού δεν έχει ακόμα περατωθεί. Η καθυστέρηση που έχει σημειωθεί ως προς τη μεταφορά της οδηγίας οφείλεται, κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, στην επίλυση θεμάτων σχετικών με την υλοποίηση βασικών απαιτήσεων και στον καθορισμό των οργανισμών που είναι αρμόδιοι όσον αφορά τη διαδικασία συντάξεως δηλώσεων συμμορφώσεως (ΕΚ). Εν προκειμένω, θα παρατηρήσω ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί εθνικές διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση υποχρεώσεων ή προθεσμιών που τάσσει μια οδηγία .
Συμπέρασμα
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
α) Να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα για την εφαρμογή της οδηγίας 96/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1996, σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος μεγάλης ταχύτητας, ή, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα αυτά, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
β) Να καταδικάσει βάσει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy