ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN MISCHO
της 26ης Ιουνίου 2003 (1)
Υπόθεση C-470/00 P
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
κατά
Carlo Ripa di Meana κ.λπ.
«Αίτηση αναιρέσεως – Βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς – Προθεσμία υποβολής της αιτήσεως – Προηγούμενη γνώση»
1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (στο εξής: Κοινοβούλιο) άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα) της 26ης Οκτωβρίου 2000, Ripa di Meana κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (2) (στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής ως προς τις υποθέσεις Τ-83/99 και Τ-84/99.
I – Το νομοθετικό πλαίσιο
2. Ελλείψει ενιαίου κοινοτικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος για όλους τους βουλευτές του Κοινοβουλίου, το Προεδρείο του τελευταίου θέσπισε, στις 24 και 25 Μαΐου 1982, προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς για τους βουλευτές των χωρών των οποίων οι εθνικές αρχές δεν προβλέπουν συνταξιοδοτικό καθεστώς για τα μέλη του Κοινοβουλίου (στο εξής: προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς). Το καθεστώς αυτό, το οποίο ισχύει επίσης στην περίπτωση που το επίπεδο και/ή οι λεπτομέρειες της προβλεπομένης συντάξεως δεν ταυτίζονται με τα ισχύοντα για τα μέλη του Κοινοβουλίου του κράτους προς εκπροσώπηση του οποίου εκλέχθηκε το οικείο μέλος του Κοινοβουλίου, περιλαμβάνεται στο παράρτημα III της κανονιστικής ρυθμίσεως του Κοινοβουλίου σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στο εξής: παράρτημα III).
3. Το παράρτημα ΙΙΙ, όπως ίσχυε από τις 25 Μαΐου 1982, προέβλεπε μεταξύ άλλων τα εξής:
«Άρθρο 1
1. Τα μέλη του Κοινοβουλίου δικαιούνται συντάξεως.
2. Εν αναμονή θεσπίσεως οριστικού κοινοτικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος για όλα τα μέλη του Κοινοβουλίου, καταβάλλεται προσωρινή σύνταξη, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου μέλους από τον προϋπολογισμό της Κοινότητας, τμήμα Κοινοβούλιο.
Άρθρο 2
1. Το επίπεδο και οι λοιπές λεπτομέρειες της προσωρινής συντάξεως ταυτίζονται με τα αντίστοιχα της συντάξεως που εισπράττουν τα μέλη της Κάτω Βουλής του κράτους προς εκπροσώπηση του οποίου εκλέχθηκε το εν λόγω μέλος του Κοινοβουλίου.
2. Κάθε μέλος που εμπίπτει στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, καταβάλλει στον προϋπολογισμό της Κοινότητας εισφορά η οποία υπολογίζεται κατά τρόπον ώστε να καταβάλλει συνολικώς την ίδια εισφορά με αυτήν ενός μέλους της Κάτω Βουλής του κράτους όπου εκλέχθηκε, βάσει των εθνικών διατάξεων.
Άρθρο 3
Για τον υπολογισμό του ποσού της συντάξεως, τα έτη της βουλευτικής θητείας που διήνυσε στο Κοινοβούλιο του κράτους μέλους μπορούν να συνυπολογισθούν με τα έτη της βουλευτικής θητείας που διήνυσε στο Κοινοβούλιο. Τα έτη της διπλής θητείας υπολογίζονται άπαξ μόνον.»
4. Το προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς τροποποιήθηκε με απόφαση του Προεδρείου του Κοινοβουλίου της 13ης Σεπτεμβρίου 1995 (στο εξής: απόφαση του 1995) που αποσκοπεί, κατ’ ουσίαν, τόσο η εγγραφή στο εν λόγω καθεστώς όσο και η εκκαθάριση της συντάξεως να εξαρτώνται από την υποβολή, εντός ορισμένης προθεσμίας, σχετικής αιτήσεως.
5. Έτσι, το άρθρο 3 του παραρτήματος ΙΙΙ, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση του 1995, ορίζει στο εξής:
«1. Η αίτηση για την ένταξη στο παρόν προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς υποβάλλεται εντός έξι μηνών από την έναρξη της βουλευτικής θητείας του ενδιαφερομένου.
Στην περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, ορίζεται ως ημερομηνία από την οποία ισχύει η ένταξη στο συνταξιοδοτικό καθεστώς η πρώτη του μηνός κατά τη διάρκεια του οποίου η αίτηση παρελήφθη.
2. Η αίτηση για τον υπολογισμό της συντάξεως υποβάλλεται εντός έξι μηνών από τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
Σε περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, ορίζεται ως ημερομηνία από την οποία εισπράττεται η σύνταξη η πρώτη του μηνός κατά τη διάρκεια του οποίου η αίτηση παρελήφθη.»
6. Το άρθρο 4 του παραρτήματος ΙΙΙ, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση του 1995, επαναλαμβάνει πλήρως τους όρους του παλαιού άρθρου 3 του παραρτήματος αυτού.
7. Όσον αφορά το άρθρο 5 του παραρτήματος ΙΙΙ, τώρα προβλέπει τα εξής:
«Η παρούσα κανονιστική ρύθμιση αρχίζει να ισχύει από της εκδόσεώς της από το Προεδρείο [ήτοι από τις 13 Σεπτεμβρίου 1995].
Πάντως, τα μέλη που διανύουν τη θητεία τους κατά τον χρόνο εκδόσεως της παρούσας κανονιστικής ρυθμίσεως έχουν προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη της ισχύος των διατάξεων αυτών προκειμένου να υποβάλουν την αίτησή τους για ένταξη στο παρόν καθεστώς.»
8. Η τροποποίηση του παραρτήματος III, που εισήχθη με την απόφαση του 1995, κατέστη γνωστή σε όλους τους Ευρωπαίους βουλευτές με την υπ’ αριθ. 25/95 ανακοίνωση του Κοινοβουλίου, της 28ης Σεπτεμβρίου 1995.
9. Το άρθρο 27, παράγραφοι 1 και 2, της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις προβλέπει τα εξής:
«1. Από της αναλήψεως των καθηκόντων τους, οι βουλευτές λαμβάνουν από τη Γενική Γραμματεία αντίγραφο της παρούσας κανονιστικής ρυθμίσεως με γραπτή απόδειξη παραλαβής του.
2. Ο βουλευτής που θεωρεί ότι οι διατάξεις της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως εφαρμόστηκαν εσφαλμένως μπορεί να απευθυνθεί εγγράφως στη Γενική Γραμματεία. Εάν ο βουλευτής και η Γενική Γραμματεία δεν καταλήξουν σε καμία συμφωνία, το ζήτημα παραπέμπεται στο σώμα των κοσμητόρων που αποφασίζει κατόπιν διαβουλεύσεως με τον Γενικό Γραμματέα. Το σώμα των κοσμητόρων μπορεί επίσης να διαβουλευθεί με τον Πρόεδρο και/ή το Προεδρείο.»
II – Το ιστορικό της διαφοράς και η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία
10. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το ιστορικό της διαφοράς είχε ως εξής:
«1 [Οι Carlo Ripa di Meana, Leoluca Orlando και Gastone Parigi] ήσαν βουλευτές του Κοινοβουλίου […] κατά τη βουλευτική περίοδο 1994-1999.
[…]
6 [Oι C. Ripa di Meana, L. Orlando και G. Parigi], δεδομένου ότι θεωρούσαν ότι είχαν υπαχθεί αυτοδικαίως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς, όπως συμβαίνει στο Ιταλικό Κοινοβούλιο, δεν υπέβαλαν αίτηση για ένταξη στο προσωρινό καθεστώς όπως προβλέπει η τροποποίηση της 13ης Σεπτεμβρίου 1995. Μόλις κατά τους πρώτους μήνες του 1998 έμαθαν οι προσφεύγοντες τυχαίως ότι στην πραγματικότητα δεν εδικαιούντο συντάξεως, αφού δεν είχαν ενταχθεί ρητώς στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς εντός των έξι μηνών από την έναρξη της ισχύος του νέου άρθρου 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος III, όπως τροποποιήθηκε από το Προεδρείο, στις 13 Σεπτεμβρίου 1995.
7 Ακολούθως, [οι C. Ripa di Meana, L. Orlando και G. Parigi] ενήργησαν έκαστος […] με διαφορετικό τρόπο. Ο G. Parigi υπέβαλε αίτηση για ένταξη στο εν λόγω καθεστώς στο τμήμα κοινωνικών υποθέσεων του Κοινοβουλίου στις 18 Φεβρουαρίου 1998. Ο G. Parigi ζήτησε την αναδρομική εφαρμογή του προσωρινού συνταξιοδοτικού καθεστώτος. Το σώμα των κοσμητόρων απάντησε με δύο επιστολές, της 2ας Ιουλίου και της 20ής Οκτωβρίου 1998, ενημερώνοντάς τον ότι ήταν αδύνατο να ενταχθεί αναδρομικώς στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς.
8 Οι C. Ripa di Meana και L. Orlando επικοινώνησαν με τη διοίκηση του Κοινοβουλίου χωρίς να υποβάλουν γραπτές αιτήσεις.
9 Κατόπιν των άκαρπων αυτών προσπαθειών ενώπιον των αρμοδίων υπηρεσιών, οι προσφεύγοντες απευθύνθηκαν στους αντιπροέδρους του Κοινοβουλίου, R. Imbeni και G. Podestà, ζητώντας την παρέμβασή τους προς επίλυση του προβλήματος αυτού.
10 Οι τελευταίοι απηύθυναν την από 19 Νοεμβρίου 1998 επιστολή στο σώμα των κοσμητόρων ζητώντας την επανεξέταση της καταστάσεως των προσφευγόντων. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με κατ’ ιδίαν επιστολές του σώματος των κοσμητόρων προς τους προσφεύγοντες (υπ’ αριθ. 300762 προς τον C. Ripa di Meana, υπ’ αριθ. 300763 προς τον L. Orlando και υπ’ αριθ. 300761 προς τον G. Parigi) της 4ης Φεβρουαρίου 1999, με το αιτιολογικό ότι όλοι οι βουλευτές ενημερώθηκαν σχετικά με το ότι η ένταξη στο προαναφερθέν συνταξιοδοτικό καθεστώς θα ήταν δυνατή μόνον εάν υποβαλλόταν σχετική αίτηση εντός των προθεσμιών που προέβλεπε η προαναφερθείσα απόφαση του Προεδρείου του Κοινοβουλίου της 13ης Σεπτεμβρίου 1995 […].»
11. Υπ’ αυτές ακριβώς τις περιστάσεις, με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 13 Απριλίου 1999, οι C. Ripa di Meana (υπόθεση Τ-83/99), L. Orlando (υπόθεση Τ-84/99) και G. Parigi (υπόθεση Τ-85/99) άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως των αποφάσεων του Κοινοβουλίου της 10ης Φεβρουαρίου 1999, περί απορρίψεως των αιτήσεών τους για την αναδρομική εφαρμογή του προσωρινού συνταξιοδοτικού καθεστώτος που προβλέπεται από το παράρτημα ΙΙΙ.
12. Λόγω της συνάφειάς τους, οι τρεις αυτές υποθέσεις συνεκδικάσθηκαν προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως, με διάταξη του προέδρου του τετάρτου τμήματος του Πρωτοδικείου της 22ας Μαΐου 2000.
III – Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
13. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο δέχθηκε μερικώς την περί απαραδέκτου ένσταση του Κοινοβουλίου.
14. Πράγματι, όσον αφορά την προσφυγή που άσκησε ο G. Parigi, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η επιστολή που απευθύνθηκε στον τελευταίο από το σώμα των κοσμητόρων την 4η Φεβρουαρίου 1999 δεν περιείχε κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με τις επιστολές της 2ας Ιουλίου και της 20ής Οκτωβρίου 1998 και, επομένως, αποτελούσε καθαρά επιβεβαιωτική απόφαση των περιλαμβανομένων στις δύο αυτές επιστολές αποφάσεων. Δεδομένου ότι οι δύο αποφάσεις του 1998 δεν προσβλήθηκαν εντός των νομίμων προθεσμιών, της δε αποφάσεως της 4ης Φεβρουαρίου 1999 δεν προηγήθηκε, εξάλλου, επανεξέταση της καταστάσεως του G. Parigi, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προσφυγή του τελευταίου ήταν απαράδεκτη στο σύνολό της.
15. Αντιθέτως, όσον αφορά τις προσφυγές που άσκησαν οι C. Ripa di Meana και L. Orlando, το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε την άποψη του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με την οποία οι εν λόγω προσφυγές ήσαν απαράδεκτες για τον λόγο ότι οι επιστολές της 4ης Φεβρουαρίου 1999 απλώς επανέλαβαν το περιεχόμενο της αποφάσεως του 1995. Εκτιμώντας, στη σκέψη 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «η από 19 Νοεμβρίου 1998 επιστολή πρέπει να θεωρηθεί ως αίτηση των προσφευγόντων η οποία υποβλήθηκε για λογαριασμό τους από τους αντιπροέδρους», το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 27 έως 31 της ιδίας αποφάσεως, έκρινε τα εξής:
«27 Επιβάλλεται να υπομνησθεί, ακολούθως, ότι το Δικαστήριο, ήδη με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962, 16/62 και 17/62, Confédération nationale des producteurs de fruits et légumes κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 829), έκρινε ότι ο όρος απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ) πρέπει να νοηθεί υπό την τεχνική έννοια που προκύπτει από το άρθρο 189 ΕΚ (πρώην άρθρο 249) και ότι το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ πράξεως κανονιστικού χαρακτήρα και αποφάσεως, κατά την έννοια του τελευταίου αυτού άρθρου, πρέπει να αναζητηθεί στη γενική ή όχι ισχύ της εν λόγω πράξεως.
28 Επιπλέον, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η κανονιστική φύση μιας πράξεως δεν θίγεται από τη δυνατότητα περισσότερο ή λιγότερο ακριβούς προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμα και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται (βλ. διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1995, C‑10/95 P, Asocarne κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. I-4149, σκέψη 30, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
29 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι ορισμοί που περιέχει η τροποποίηση της 13ης Σεπτεμβρίου 1995 του παραρτήματος ΙΙΙ, οι οποίοι διατυπώνονται με γενικούς και αόριστους όρους, παράγοντας επομένως έννομα αποτελέσματα για προσδιοριζόμενους, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, Ευρωπαίους βουλευτές και, ως εκ τούτου, για κάθε βουλευτή, πρέπει να θεωρηθούν ως έχοντες γενικό και κανονιστικό περιεχόμενο. Ακόμη και αν αποδεικνυόταν ότι οι βουλευτές στους οποίους εφαρμόζεται το άρθρο 5, παράγραφος 2, της τροποποιήσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 1995 μπορούσαν να εξατομικευθούν κατά το χρονικό σημείο της εκδόσεώς της, η κανονιστική φύση της δεν θα ετίθετο εντούτοις υπό αμφισβήτηση, δεδομένου ότι αφορά μόνον αντικειμενικές νομικές ή πραγματικές καταστάσεις.
30 Μολονότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μια διάταξη κανονιστικής φύσεως μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να αφορά άμεσα και ατομικά ορισμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Ιουνίου 2000, T-172/98, T-175/98 έως T-177/98, Salamander κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-2487, σκέψη 30, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία), η νομολογία αυτή δεν μπορεί να προβληθεί στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η προσβαλλόμενη διάταξη δεν έπληξε κανένα συγκεκριμένο δικαίωμα των προσφευγόντων υπό την έννοια της ανωτέρω νομολογίας.
31 Επομένως, τα επιχειρήματα του Κοινοβουλίου σχετικά με το απαράδεκτο των προσφυγών T-83/99 και T-84/99 πρέπει να απορριφθούν.»
16. Συνεχίζοντας, επί της ουσίας, την εξέταση των προσφυγών που άσκησαν οι C. Ripa di Meana και L. Orlando, το Πρωτοδικείο απέρριψε την περί ελλείψεως νομιμότητας ένσταση που προέβαλαν οι τελευταίοι κατά της αποφάσεως του προεδρείου του Κοινοβουλίου της 13ης Σεπτεμβρίου 1995, αλλά δέχθηκε τους ισχυρισμούς τους που αντλούνται, αντιστοίχως, από το ότι δεν υφίσταται μη τήρηση της προθεσμίας των έξι μηνών που προβλέπεται από το παράρτημα III, από την παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, καθώς και από την παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
17. Συναφώς, το Πρωτοδικείο έκρινε ειδικότερα τα εξής:
«75 Το Πρωτοδικείο φρονεί ότι το Κοινοβούλιο, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που απορρέουν από την τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής διοικήσεως, και βάσει του άρθρου 27, παράγραφος 1, της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έπρεπε να ενημερώσει τους ενδιαφερομένους βουλευτές για την τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙΙ χρησιμοποιώντας ατομικές κοινοποιήσεις με απόδειξη παραλαβής.
76 Μόνον με τον τρόπο αυτό, το Κοινοβούλιο θα είχε συμπεριφερθεί σύμφωνα με την κοινοτική νομολογία, η οποία επιβάλλει όπως κάθε πράξη των οργάνων που παράγει έννομα αποτελέσματα είναι σαφής, ακριβής και έχει καταστεί γνωστή στον ενδιαφερόμενο κατά τρόπο ώστε να μπορεί αυτός να γνωρίζει με βεβαιότητα το χρονικό σημείο από το οποίο η εν λόγω πράξη υφίσταται και αρχίζει να παράγει τα έννομα αποτελέσματά της (απόφαση του Πρωτοδικείου της 7ης Φεβρουαρίου 1991, Τ-18/89 και Τ‑24/89, Ταγαράς κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-53, σκέψη 40· βλ. επίσης την απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 1986, 5/85, AKZO Chemie κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 2585, σκέψη 39).
77 Δεδομένου ότι δεν υπήρξε μια τέτοια κοινοποίηση, η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεως στηριζομένης σε πράξη η οποία προβλέπει συνταξιοδοτικά δικαιώματα, όπως αυτά της υπό κρίση υποθέσεως, δεν αρχίζει, κατά την κοινοτική νομολογία, παρά μόνον από τη στιγμή που ο ενδιαφερόμενος, αφού έλαβε γνώση της υπάρξεως της πράξεως αυτής, έλαβε, εντός ευλόγου προθεσμίας, επακριβή γνώση της εν λόγω πράξεως (προς την κατεύθυνση αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 1994, T-100/92, La Pietra κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I-A-83 και II-275, σκέψη 30, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
78 Έστω και αν οι προσφεύγοντες δεν αμφισβητούν ότι έλαβαν γνώση της υπάρξεως της τροποποιήσεως του παραρτήματος ΙΙΙ κατά τους πρώτους μήνες του 1998, το Κοινοβούλιο δεν απέδειξε ότι έλαβαν επακριβή γνώση της τροποποιητικής πράξεως έξι και πλέον μήνες πριν από την υποβολή της αιτήσεως στις 19 Νοεμβρίου 1998. Επιπλέον, οι περιστάσεις που συνθέτουν την υπόθεση καταδεικνύουν ότι οι προσφεύγοντες έλαβαν επακριβή γνώση εντός ευλόγου χρόνου.
79 Συνεπώς, οι προσφεύγοντες υπέβαλαν την αίτηση περί εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς εντός της προβλεπομένης στην τροποποίηση του παραρτήματος III προθεσμίας.»
18. Βάσει των προηγηθεισών εκτιμήσεων, το Πρωτοδικείο, με τα σημεία 1 και 3 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ακύρωσε επομένως τις αποφάσεις υπ’ αριθ. 300762 και 300763 του Κοινοβουλίου, της 4ης Φεβρουαρίου 1999, περί απορρίψεως, αντιστοίχως, των αιτήσεων των C. Ripa di Meana και L. Orlando για την αναδρομική εφαρμογή του προσωρινού συνταξιοδοτικού καθεστώτος που αφορά το παράρτημα ΙΙΙ, και καταδίκασε το Κοινοβούλιο στα δικά του δικαστικά έξοδα, καθώς και σε αυτά των C. Ripa di Meana και L. Orlando στις υποθέσεις Τ-83/99 και Τ-84/99.
19. Με τα σημεία 2 και 4 του ιδίου διατακτικού, αντιθέτως, απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή του G. Parigi και τον καταδίκασε να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα καθώς και αυτά του Κοινοβουλίου στην υπόθεση T-85/99.
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
20. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Δεκεμβρίου 2000, το Κοινοβούλιο, δυνάμει του άρθρου 49 του οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, άσκησε την παρούσα αναίρεση.
21. Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καθόσον αφορά τις υποθέσεις Τ-83/99 και Τ-84/99·
– να κηρύξει, συνεπώς, τις προσφυγές των προσφευγόντων πρωτοδίκως ως απαράδεκτες και αβάσιμες·
– να καταδικάσει τους προσφεύγοντες πρωτοδίκως στην πληρωμή όλων των εξόδων σχετικά με τις δίκες που κινήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου.
22. Οι C. Ripa di Meana και L. Orlando ζητούν από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει στο σύνολό της, ως προδήλως απαράδεκτη και/ή αβάσιμη, την αναίρεση που άσκησε το Κοινοβούλιο κατά των σημείων 1 και 3 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως·
– συνεπώς, να επιβεβαιώσει τα σημεία 1 και 3 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κρίνοντας δεκτά, οριστικώς και πλήρως, τα αιτήματα που υπέβαλαν οι C. Ripa di Meana και L. Orlando πρωτοδίκως·
– να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στην επιστροφή και των δικαστικών εξόδων της αναιρέσεως.
23. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της ή εν μέρει, οι C. Ripa di Meana και L. Orlando ζητούν από το Δικαστήριο:
– να κηρύξει απαράδεκτο το αίτημα του Κοινοβουλίου να καταδικαστούν οι προσφεύγοντες πρωτοδίκως στην πληρωμή του συνόλου των ενώπιον του Πρωτοδικείου δικαστικών εξόδων στο μέτρο που πρόκειται για αιτήματα, υποβληθέντα για πρώτη φορά στο στάδιο της αναιρέσεως και, επομένως, κατά παράβαση του άρθρου 113, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου·
– να κατανείμει, για λόγους δικαιοσύνης, τα δικαστικά έξοδα της αναιρέσεως.
24. Ο G. Parigi άσκησε παρεμπίπτουσα αίτηση αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον το Πρωτοδικείο τον καταδίκασε να φέρει, εκτός των δικών του δικαστικών εξόδων, και τα δικαστικά έξοδα του Κοινοβουλίου. Με το υπόμνημά του απαντήσεως, ο G. Parigi ζητεί από το Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αποκλειστικώς όσον αφορά το σημείο 4 του διατακτικού της, το οποίο αφορά την υπόθεση T-85/99·
– συνεπώς, να κρίνει ότι, όσον αφορά τη δίκη στην υπόθεση T-85/99, έκαστος των διαδίκων φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα·
– να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.
25. Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο απορρίψει την παρεμπίπτουσα αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της ή εν μέρει, ο G. Parigi ζητεί από το Δικαστήριο να κατανείμει τα δικαστικά έξοδα της αναιρέσεως για λόγους δικαιοσύνης.
26. Το Κοινοβούλιο άσκησε ένσταση απαραδέκτου κατά της εν λόγω παρεμπίπτουσας αιτήσεως αναιρέσεως. Ζητεί από το Δικαστήριο:
– να κηρύξει απαράδεκτη την παρεμπίπτουσα αναίρεση που άσκησε ο G. Parigi·
– να καταδικάσει τον G. Parigi στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της κατ’ αναίρεση δίκης.
V – Εξέταση της κυρίας αιτήσεως αναιρέσεως
Α – Επί του πρώτου λόγου
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
27. Με τον πρώτο του λόγο, το Κοινοβούλιο αμφισβητεί τον εκ μέρους του Πρωτοδικείου χαρακτηρισμό ως «αιτήσεως εντάξεως των προσφευγόντων» της επιστολής των δύο αντιπροέδρων του Κοινοβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 1998. Συναφώς, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «[…] η από 19 Νοεμβρίου 1998 επιστολή πρέπει να θεωρηθεί ως αίτηση των προσφευγόντων η οποία υποβλήθηκε για λογαριασμό τους από τους αντιπροέδρους».
28. Το Κοινοβούλιο παρατηρεί ότι δεν υφίσταται κανένα νομικό έρεισμα, που να καθιστά δυνατή την τεκμηρίωση της θέσεως του Πρωτοδικείου, στο μέτρο που οι οικείοι αντιπρόεδροι δεν είχαν καμία ειδική αρμοδιότητα για να υποβάλουν αίτηση εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς για λογαριασμό των C. Ripa di Meana και L. Orlando, ούτε βάσει οιασδήποτε κανονιστικής διατάξεως ούτε βάσει εντολής που να δόθηκε από τους εν λόγω δύο βουλευτές. Επομένως, κατά το Κοινοβούλιο, είναι αδιανόητη η δυνατότητα εκπροσωπήσεως άνευ εντολής όσον αφορά πράξεις σαν αυτές για τις οποίες πρόκειται στην κύρια δίκη, οι οποίες έχουν άμεση επίπτωση στη νομική και οικονομική κατάσταση των οικείων βουλευτών. Η επιστολή της 19ης Νοεμβρίου 1998 μοιάζει, επομένως, με διάβημα άτυπου χαρακτήρα με σκοπό να ζητηθεί η επανεξέταση της καταστάσεως των προσφευγόντων, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να θεωρηθεί αίτηση εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς.
29. Το συμπέρασμα αυτό, εξάλλου, επιβεβαιώθηκε με την ανάγνωση του ιδίου του κειμένου της εν λόγω επιστολής, από την οποία προέκυπτε, κατά το Κοινοβούλιο, ότι οι αντιπρόεδροι δεν αντελήφθησαν πλήρως την κατάσταση εφόσον συγκρίνουν, στην εν λόγω επιστολή, τη θέση των C. Ripa di Meana και L. Orlando με αυτήν του G. Parigi. Όμως, από την ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι οι θέσεις των μεν και των δε διαφέρουν ριζικά.
30. Εν πάση περιπτώσει, οι C. Ripa di Meana και L. Orlando αναγνώρισαν ρητώς ότι ουδέποτε υπέβαλαν αίτηση εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς σύμφωνα με τους τύπους που προβλέπει η κανονιστική ρύθμιση σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Κοινοβουλίου, ούτε με κανένα άλλο τρόπο, και εξάλλου ουδέποτε ζήτησαν, με τα υπομνήματά τους ή κατά την προφορική ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία, να θεωρηθεί η επιστολή της 19ης Νοεμβρίου 1998 αίτηση εντάξεως στο εν λόγω καθεστώς, υποβληθείσα από τους αντιπροέδρους επ’ ονόματί τους και για λογαριασμό τους. Από αυτό προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ultra petitum.
31. Όσον αφορά το επιχείρημα των C. Ripa di Meana και L. Orlando, σύμφωνα με το οποίο ούτε το παράρτημα ΙΙΙ ούτε καμία άλλη διάταξη εθνικού ή κοινοτικού δικαίου καθορίζει τις λεπτομέρειες υποβολής αιτήσεως εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς, το Κοινοβούλιο παρατηρεί, πρώτον, ότι υφίστανται ειδικά έντυπα που διατίθενται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Κοινοβουλίου –έντυπα των οποίων οι C. Ripa di Meana και L. Orlando γνωρίζουν την ύπαρξη– και, δεύτερον, ότι, αν μεν γίνει δεκτό ότι μια αίτηση εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς δεν απαιτεί ειδικές διατυπώσεις, η αίτηση αυτή, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να είναι γραπτή ώστε να καταστεί δυνατό στη διοίκηση που είναι αποδέκτης της αιτήσεως αυτής να διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία για να προβεί στις απαιτούμενες διατυπώσεις, ιδίως όσον αφορά τα αποτελέσματα της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως.
32. Το Κοινοβούλιο υπενθυμίζει, στη συνέχεια, ως προς το ίδιο αυτό επιχείρημα που αντλείται από την απουσία τύπου της αιτήσεως εντάξεως, ότι το πρόβλημα δεν δημιουργείται εν προκειμένω από τις λεπτομέρειες της αιτήσεως εντάξεως, αλλά από την απουσία οιασδήποτε αιτήσεως εντάξεως εκ μέρους των C. Ripa di Meana και L. Orlando. Παρατηρεί συναφώς ότι οι δύο αυτοί βουλευτές δεν απευθύνθηκαν στη διοίκηση του Κοινοβουλίου για να υποβάλουν «προφορική» αίτηση εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς, αλλά μόνο για να ζητήσουν «πληροφορίες» σχετικώς. Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Κοινοβουλίου τους ενημέρωσαν, με την ευκαιρία αυτή, για την ύπαρξη υποχρεώσεως υποβολής γραπτής αιτήσεως εντάξεως και για τα ειδικά έντυπα που διατίθενται προς τον σκοπό αυτό.
33. Οι C. Ripa di Meana και L. Orlando παρατηρούν ότι ούτε το παράρτημα ΙΙΙ ούτε καμία άλλη διάταξη εθνικού ή κοινοτικού δικαίου καθορίζει τις λεπτομέρειες υποβολής αιτήσεως εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς. Επομένως, τίποτε δεν εμπόδιζε τους C. Ripa di Meana και L. Orlando να εκπροσωπηθούν από τους Ιταλούς αντιπροέδρους του Κοινοβουλίου για την υποβολή μιας τέτοιας αιτήσεως. Ελλείψει δεσμευτικών κανόνων σχετικά με τον τύπο που η εντολή πρέπει να περιβάλλεται, αυτή μπορούσε, πράγματι, να ανατεθεί υπό οποιαδήποτε μορφή, ακόμη και προφορικώς ή σιωπηρώς.
34. Εν προκειμένω, η επιστολή των αντιπροέδρων ανέφερε κατά τρόπο σαφή και όχι διφορούμενο την ύπαρξη εντολής εκ μέρους των δύο ενδιαφερομένων βουλευτών, ώστε έπρεπε να θεωρηθεί η επιστολή των αντιπροέδρων ως πραγματική αίτηση εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς, υποβληθείσα επ’ ονόματι και για λογαριασμό των C. Ripa di Meana και L. Orlando. Εξάλλου, το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το σώμα των κοσμητόρων –το οποίο θα μπορούσε να μην απαντήσει ή να κρίνει την επιστολή των αντιπροέδρων απαράδεκτη για τον λόγο ότι η διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 27, παράγραφος 2, της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Κοινοβουλίου δεν τηρήθηκε– όχι μόνο απάντησε στην εν λόγω επιστολή, αλλά ακόμη απάντησε απευθείας και ατομικά και στους C. Ripa di Meana και L. Orlando, με ρητή αναφορά στην αίτησή τους περί εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς. Το γεγονός αυτό αποδείκνυε σαφώς, κατά τους βουλευτές, ότι η επιστολή των αντιπροέδρων πρέπει να θεωρηθεί ως έγκυρη αίτηση εντάξεως στο εν λόγω καθεστώς, πράγμα το οποίο το Πρωτοδικείο εξάλλου επιβεβαίωσε με τη σκέψη 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
35. Οι C. Ripa di Meana και L. Orlando τονίζουν ακόμα ότι τα επιχειρήματα του Κοινοβουλίου σχετικά με την απουσία αιτήσεων εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς στερούνται εν πάση περιπτώσει λυσιτελείας στο μέτρο που οι προσβληθείσες και ακυρωθείσες από το Πρωτοδικείο πράξεις ήσαν οι επιστολές του σώματος των κοσμητόρων της 4ης Φεβρουαρίου 1999 και, επομένως, έναντι των επιστολών αυτών μόνο έπρεπε να εξεταστεί το παραδεκτό των προσφυγών που ασκήθηκαν πρωτοδίκως.
2. Εκτίμηση
36. Είναι βέβαιον ότι ο τρόπος που ενήργησαν οι C. Ripa di Meana και L. Orlando ήταν αλλόκοτος.
37. Πάντως, η θέση του Κοινοβουλίου σύμφωνα με την οποία η επιστολή των αντιπροέδρων της 19ης Νοεμβρίου 1998 δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί από το Πρωτοδικείο ως αίτηση εντάξεως ανατρέπεται από το γεγονός ότι ένα από τα δικά του όργανα, δηλαδή το σώμα των κοσμητόρων, επίσης την θεώρησε ως αίτηση εντάξεως, υποβληθείσα από τους αντιπροέδρους για λογαριασμό των ενδιαφερομένων βουλευτών.
38. Αυτό δεν προκύπτει μόνον από το περιεχόμενο των επιστολών της 4ης Φεβρουαρίου 1999 του σώματος των κοσμητόρων που καταλήγουν ως εξής: «Συνεπώς, κατ’ εφαρμογήν της ισχύουσας κανονιστικής ρυθμίσεως, η αίτησή σας δεν μπορεί να γίνει δεκτή» (3), αλλά επίσης, όπως ορθώς παρατηρούν οι C. Ripa di Meana και L. Orlando, από το γεγονός ότι οι εν λόγω επιστολές, ενώ συνιστούν, ως προς το περιεχόμενό τους, απάντηση στην επιστολή των αντιπροέδρων της 19ης Νοεμβρίου 1998, απευθύνονται στα τρία ενδιαφερόμενα μέλη του Κοινοβουλίου απευθείας και ατομικά.
39. Προτείνω, επομένως, ο πρώτος λόγος του Κοινοβουλίου να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Β – Επί του δευτέρου λόγου
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
40. Με τον δεύτερό του λόγο, το Κοινοβούλιο αμφισβητεί την άποψη του Πρωτοδικείου σύμφωνα με την οποία οι επιστολές του σώματος των κοσμητόρων της 4ης Φεβρουαρίου 1999 αποτελούσαν «αποφάσεις του Κοινοβουλίου». Κατά τη γνώμη του, στην πραγματικότητα, επρόκειτο για απλές ανακοινώσεις, καθαρά ενημερωτικές, των κοσμητόρων του Κοινοβουλίου, οι οποίες επιβεβαίωναν απλώς υφισταμένη κατάσταση, απολύτως γνωστή στους ενδιαφερομένους βουλευτές.
41. Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί, πρώτον, τον ισχυρισμό που περιλαμβάνεται στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με τον οποίο η απόφαση του προεδρείου του Κοινοβουλίου της 13ης Σεπτεμβρίου 1995 «δεν έπληξε κανένα συγκεκριμένο δικαίωμα των προσφευγόντων υπό την έννοια της […] νομολογίας». Συγκεκριμένα, εισάγοντας προθεσμίες για τη λήψη της κοινοβουλευτικής συντάξεως, η εν λόγω απόφαση βεβαίως έβλαπτε την υποκειμενική νομική θέση των βουλευτών και οι C. Ripa di Meana και L. Orlando είχαν επομένως απολύτως το δικαίωμα να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής. Πάντως, η προσφυγή αυτή έπρεπε να ασκηθεί εντός των προβλεπομένων από το άρθρο 230 ΕΚ προθεσμιών. Η άκαρπη λήξη των προθεσμιών αυτών δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να διευθετηθεί με προσφυγή κατά των επιστολών που το Κοινοβούλιο θεωρεί ως απλές επιστολές ευγενείας, οι οποίες απλώς επιβεβαιώνουν έναν κανόνα που οι κοινοβουλευτικοί γνωρίζουν. Αντίθετη ερμηνεία συνεπάγεται, κατ’ αυτό, παραβίαση της θεμελιώδους αρχής της ασφάλειας δικαίου.
42. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει, δεύτερον, τις αντιφάσεις του Πρωτοδικείου όταν ισχυρίζεται, αφενός, στις σκέψεις 29 και 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η απόφαση του προεδρείου του Κοινοβουλίου αποτελεί κανονιστική πράξη γενικού περιεχομένου, η οποία δεν έπληξε κανένα συγκεκριμένο δικαίωμα των προσφευγόντων, και, αφετέρου, στη σκέψη 75 της ιδίας αποφάσεως, ότι το Κοινοβούλιο, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που απορρέουν από την τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής διοικήσεως, έπρεπε να ενημερώσει τους ενδιαφερομένους βουλευτές για την τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙΙ χρησιμοποιώντας ατομικές κοινοποιήσεις με απόδειξη παραλαβής. Κατά το Κοινοβούλιο, μόνο μια από τις θέσεις αυτές μπορεί να υποστηριχθεί: είτε η απόφαση του 1995 πρέπει να θεωρηθεί ως πράξη γενικού περιεχομένου που δεν βλάπτει τα δικαιώματα των αποδεκτών της και, επομένως, οι συνήθεις τρόποι με τους οποίους ένα θεσμικό όργανο επικοινωνεί με τα μέλη του πρέπει να θεωρούνται ως επαρκείς· είτε μια παρόμοια απόφαση συνιστά πράξη ατομικού περιεχομένου που πρέπει να κοινοποιείται σε όλους τους βουλευτές και, στην περίπτωση αυτή, οι βουλευτές έπρεπε να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατά της πράξεως αυτής εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, η οποία προθεσμία άρχισε από την ημέρα κατά την οποία έλαβαν γνώση της πράξεως. Εφόσον η προθεσμία αυτή είχε λήξει, η προσφυγή έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη από το Πρωτοδικείο.
43. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει, τρίτον, ότι οι επιστολές της 4ης Φεβρουαρίου 1999 δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να χαρακτηρισθούν «αποφάσεις του Κοινοβουλίου», στο μέτρο που οι C. Ripa di Meana και L. Orlando, με το ανεπίσημο και άτυπο διάβημά τους προς τους αντιπροέδρους, τοποθετήθηκαν, σε κάθε περίπτωση, εκτός των κανονικών κανόνων και διαδικασιών. Το Κοινοβούλιο παραπέμπει ειδικότερα, συναφώς, στον κανόνα του άρθρου 27, παράγραφος 2, της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το οποίο «ο βουλευτής, ο οποίος θεωρεί ότι η εν λόγω ρύθμιση εφαρμόστηκε εσφαλμένως, μπορεί να απευθύνεται γραπτώς στη γενική γραμματεία. Ελλείψει συμφωνίας μεταξύ του βουλευτή και του γενικού γραμματέα, το ζήτημα παραπέμπεται στο σώμα των κοσμητόρων, που λαμβάνει απόφαση μετά από διαβούλευση με τον γενικό γραμματέα. Το σώμα μπορεί επίσης να συμβουλευθεί τον πρόεδρο και/ή το προεδρείο».
44. Ως προς το επιχείρημα που οι C. Ripa di Meana και L. Orlando αντλούν από την απόφαση Weber κατά Κοινοβουλίου (4), το Κοινοβούλιο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το γράμμα της αποφάσεως αυτής, οι παράγουσες έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων πράξεις του Κοινοβουλίου ασφαλώς υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, πρέπει όμως να υφίσταται πράξη εφαρμογής της οικείας κανονιστικής ρυθμίσεως. Στην προπαρατεθείσα απόφαση Weber κατά Κοινοβουλίου επρόκειτο για απόφαση του σώματος των κοσμητόρων σχετικά με την προσωρινή αποζημίωση λόγω τερματισμού της θητείας, που είχε ζητήσει η B. Weber. Όμως, στην παρούσα υπόθεση, δεν υπάρχει πράξη εφαρμογής της συναφούς κανονιστικής ρυθμίσεως, εφόσον οι νομικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για να υφίσταται μια τέτοια πράξη δεν συντρέχουν. Κατ’ άλλη διατύπωση, οι επιστολές του σώματος των κοσμητόρων δεν μπορούν να παράγουν κανένα έννομο αποτέλεσμα στο μέτρο που δεν υπήρξε, εν προκειμένω, τυπική αίτηση εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς εκ μέρους των C. Ripa di Meana και L. Orlando. Το Κοινοβούλιο υπενθυμίζει σχετικά ότι είναι απαραίτητη μια πράξη πρωτοβουλίας –γραμμένη και υπογεγραμμένη από τον ενδιαφερόμενο– για την έναρξη διαδικασίας διοικητικής φύσεως και την κατάληξη, ενδεχομένως, σε απόφαση δυνάμενη να προσβληθεί. Όμως, εν προκειμένω, καμία παρόμοια πράξη δεν υποβλήθηκε από τους δύο βουλευτές. Η επιστολή των δύο αντιπροέδρων –η οποία, εξ ορισμού, δεν προερχόταν από τους ίδιους τους ενδιαφερομένους– δεν μπορούσε επομένως να έχει νομική αξία.
45. Ενώ παρατηρούν, στην απάντησή τους στον δεύτερο λόγο του Κοινοβουλίου, ότι το σώμα των κοσμητόρων είναι αυτό που, απαντώντας απευθείας στους ενδιαφερομένους βουλευτές, αγνόησε την προβλεπομένη διαδικασία από το άρθρο 27, παράγραφος 2, της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι C. Ripa di Meana και L. Orlando αμφισβητούν τη θέση του Κοινοβουλίου σύμφωνα με την οποία οι επιστολές του σώματος των κοσμητόρων αποτελούν απλές κοινοποιήσεις ευγενείας, η μόνη δε πράξη που μπορεί να προσβληθεί είναι η απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 1995. Ισχυρίζονται συναφώς ότι η θέση αυτή διαψεύδεται τόσο από τον μονοσήμαντο χαρακτήρα των όρων που χρησιμοποιούνται στις εν λόγω επιστολές, σύμφωνα με τις οποίες «η αίτηση των [C. Ripa di Meana και L. Orlando] δεν μπορεί να γίνει δεκτή», όσο και από αποφασιστικής σημασίας προηγούμενο στη νομολογία του Δικαστηρίου, δηλαδή την προπαρατεθείσα απόφαση Weber κατά Κοινοβουλίου.
46. Στην τελευταία αυτή υπόθεση, πράγματι, το σώμα των κοσμητόρων είχε απορρίψει την αίτηση μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη λήψη, μετά την παύση των καθηκόντων του, προσωρινής αποζημιώσεως λόγω λήξεως της θητείας. Το σώμα των κοσμητόρων είχε απορρίψει την αίτηση της εν λόγω βουλευτού βάσει αποφάσεως του προεδρείου του Κοινοβουλίου, στην οποία η επιστολή του σώματος των κοσμητόρων αναφερόταν ρητώς. Με την απόφασή του, το Δικαστήριο κήρυξε παραδεκτή την προσφυγή που άσκησε η B. Weber κατά της επιστολής του σώματος των κοσμητόρων περί απορρίψεως της αιτήσεώς της με την αιτιολογία «ότι η κανονιστική ρύθμιση που αφορά την καταβλητέα στη λήξη της θητείας αποζημίωση υπέρ των βουλευτών του Κοινοβουλίου, καθώς και οι ατομικές εκτελεστικές πράξεις μιας τέτοιας κανονιστικής ρυθμίσεως, παράγουν έννομα αποτελέσματα που βαίνουν πέραν της εσωτερικής οργανώσεως των εργασιών του θεσμικού οργάνου, κατά το μέτρο που επηρεάζουν την περιουσιακή κατάσταση του βουλευτή κατά τη λήξη των καθηκόντων του». Κατά τους C. Ripa di Meana και L. Orlando, όλες οι πράξεις που επηρεάζουν την περιουσιακή κατάσταση των βουλευτών μπορούν, επομένως, να προσβάλονται, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων εφαρμογής κανονιστικής ρυθμίσεως γενικού χαρακτήρα.
47. Κατ’ αυτούς, αυτό συμβαίνει ακριβώς στην περίπτωση των επιστολών του σώματος των κοσμητόρων της 4ης Φεβρουαρίου 1999. Πράγματι, παρόμοιες κοινοποιήσεις, απέχοντας πολύ από το να είναι απλές ενημερωτικές κοινοποιήσεις ή κοινοποιήσεις ευγενείας, αποτελούν πράξεις εφαρμογής της γενικής κανονιστικής ρυθμίσεως του Κοινοβουλίου όσον αφορά τις συντάξεις. Ακόμη και αν ελήφθησαν κατ’ εφαρμογήν της τροποποιήσεως που επέφερε στο παράρτημα ΙΙΙ η απόφαση του 1995, οι επιστολές αυτές είναι που επηρέασαν συγκεκριμένα την περιουσιακή κατάσταση των ενδιαφερομένων βουλευτών και, επομένως, αυτές –και όχι η απόφαση του 1995– έπρεπε να προσβληθούν ενώπιον του Πρωτοδικείου.
48. Εξάλλου, κατά τους C. Ripa di Meana και L. Orlando, το γεγονός ότι οι επιστολές του σώματος των κοσμητόρων της 4ης Φεβρουαρίου 1999 συνιστούν ασφαλώς αποφάσεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι αυτών επιβεβαιώνεται με επιστολή του ιδίου σώματος, της 21ης Μαΐου 1999, που γράφτηκε σε απάντηση δύο επιστολών, με ημερομηνία Μαρτίου και Απριλίου 1999, με τις οποίες οι C. Ripa di Meana και L. Orlando είχαν ειδοποιήσει το σώμα των κοσμητόρων για την πρόθεσή τους να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου. Με την εν λόγω επιστολή της 21ης Μαΐου 1999, το σώμα των κοσμητόρων δήλωσε, πράγματι, αφενός, «ότι το σώμα εξέτασε [τις επιστολές των C. Ripa di Meana και L. Orlando με τις οποίες αυτοί αμφισβητούν] την άρνηση του σώματος να [τους] εγκρίνει την αναδρομική ένταξη στο συνταξιοδοτικό ταμείο» και, αφετέρου, ότι «ελλείψει άλλων στοιχείων για τη στήριξη της αιτήσεώς [τους], το σώμα επαναλαμβάνει την αδυναμία διατυπώσεως ευνοϊκής γνώμης». Οι δύο αυτοί ισχυρισμοί επιβεβαιώνουν καλώς, κατά τους C. Ripa di Meana και L. Orlando, ότι οι επιστολές της 4ης Φεβρουαρίου 1999, απέχοντας πολύ από το να μπορούν να εξομοιωθούν με απλές κοινοποιήσεις ευγενείας, συνιστούν αποφάσεις δυνάμενες να προσβληθούν βάσει του άρθρου 230 ΕΚ.
49. Υπενθυμίζοντας επίσης ότι δεν είχαν κανένα συμφέρον να ζητήσουν την ακύρωση της τροποποιήσεως του παραρτήματος ΙΙΙ –η οποία δεν είχε περιέλθει εις γνώση τους–, αλλά μόνο να εφαρμοστεί ως προς αυτούς η εν λόγω τροποποίηση από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβαν συναφώς γνώση, οι C. Ripa di Meana και L. Orlando καταλήγουν στο συμπέρασμα, ως προς την πτυχή αυτή, ότι ορθώς το Πρωτοδικείο κήρυξε τις προσφυγές τους παραδεκτές.
2. Εκτίμηση
50. Προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί τη θέση των C. Ripa di Meana και L. Orlando, σύμφωνα με την οποία το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομικό σφάλμα χαρακτηρίζοντας τις επιστολές του σώματος των κοσμητόρων της 4ης Φεβρουαρίου 1999 ως αποφάσεις υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ.
51. Κατ’ αρχάς, καθόσον το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι οι επιστολές του σώματος των κοσμητόρων δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως αποφάσεις για τον λόγο ότι δεν είχε υπάρξει εν προκειμένω τυπική αίτηση εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς εκ μέρους των C. Ripa di Meana και L. Orlando, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο δεύτερος αυτός λόγος συγχέεται με τον πρώτο ο οποίος, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μου φαίνεται αβάσιμος.
52. Στη συνέχεια, το επιχείρημα του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το οποίο οι επιστολές του σώματος των κοσμητόρων της 4ης Φεβρουαρίου 1999 αποτελούν μόνον επιβεβαίωση της αποφάσεως του 1995 και, επομένως, η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής έληξε, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
53. Πράγματι, το Πρωτοδικείο έκρινε ορθώς, στις σκέψεις 29 και 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η απόφαση του 1995 έχει γενικό και κανονιστικό περιεχόμενο το οποίο, καθ’ εαυτό, δεν έπληξε κανένα συγκεκριμένο δικαίωμα των ενδιαφερομένων βουλευτών. Αυτό πράγματι προβλέπει μόνο, κατά τρόπο γενικό, την υποχρέωση υποβολής εντός προθεσμίας έξι μηνών της αιτήσεως εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς, άλλως δεν είναι πλέον δυνατή η αναδρομική λήψη της συντάξεως.
54. Οι επιστολές του σώματος των κοσμητόρων της 4ης Φεβρουαρίου 1999 είναι, αντιθέτως, άλλης φύσεως, καθόσον εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση των ενδιαφερομένων βουλευτών την απόφαση του 1995. Μόνο κατά τον χρόνο αυτό, με τη συγκεκριμένη απόρριψη της αιτήσεως αναδρομικής εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς, επλήγη ένα από τα συγκεκριμένα δικαιώματά τους και υφίσταται απόφαση υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ.
55. Η διαφορά μεταξύ της αποφάσεως του 1995 και των επιστολών της 4ης Φεβρουαρίου 1999 και, συνεπώς, η απουσία απλής επιβεβαιώσεως της πρώτης από την τελευταία έχουν εξάλλου πολύ καλά καταδειχθεί με το επιχείρημα των C. Ripa di Meana και L. Orlando, σύμφωνα με το οποίο αυτοί δεν είχαν κανένα συμφέρον να ζητήσουν την ακύρωση της αποφάσεως του 1995 αλλά μόνο να επιτύχουν να εφαρμοσθεί ως προς αυτούς η εν λόγω τροποποίηση από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβαν γνώση αυτής.
56. Ομοίως, η σύγκριση στην οποία προέβησαν οι C. Ripa di Meana και L. Orlando μεταξύ της παρούσας υποθέσεως και της προπαρατεθείσας υποθέσεως Weber κατά Κοινοβουλίου μου φαίνεται λυσιτελής υπό την έννοια ότι η τελευταία είχε επίσης ως αντικείμενο την απόρριψη οικονομικού πλεονεκτήματος από το σώμα των κοσμητόρων κατ’ εφαρμογήν κανονιστικής ρυθμίσεως που είχε εκδώσει το προεδρείο του Κοινοβουλίου. Στην τελευταία αυτή υπόθεση ουδόλως αμφισβητήθηκε από το Κοινοβούλιο ότι η προσφυγή την οποία άσκησε η B. Weber κατά της εν λόγω απορριπτικής αποφάσεως που έλαβε το σώμα των κοσμητόρων ήταν παραδεκτή.
57. Τέλος, ως προς το επιχείρημα του Κοινοβουλίου σχετικά με την αντίφαση μεταξύ, αφενός, των σκέψεων 29 και 30 και, αφετέρου, της σκέψεως 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αυτό μου φαίνεται ότι εμπίπτει στον τρίτο λόγο που προέβαλε το Κοινοβούλιο, το οποίο εξάλλου επανέρχεται στο επιχείρημα αυτό στο πλαίσιο του τρίτου λόγου.
58. Λαμβάνοντας υπόψη τα προεκτεθέντα, προτείνω να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος τον οποίο προέβαλε το Κοινοβούλιο.
Γ – Επί του τρίτου λόγου
59. Με τον τρίτο του λόγο, το Κοινοβούλιο θέτει υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου σύμφωνα με το οποίο οι C. Ripa di Meana και L. Orlando υπέβαλαν καλώς την αίτησή τους περί εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς εντός της προβλεπομένης από την απόφαση του 1995 προθεσμίας. Προβάλλει συναφώς τέσσερα επιχειρήματα που προτείνω να κατανεμηθούν σε δύο μέρη: το πρώτο μέρος, αποτελούμενο από τα δύο πρώτα επιχειρήματα, αφορά το ερώτημα αν η ατομική κοινοποίηση της αποφάσεως του 1995 ήταν επιβεβλημένη (σκέψεις 75 και 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως)· το δεύτερο μέρος, αποτελούμενο από τα δύο τελευταία επχειρήματα, αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι C. Ripa di Meana και L. Orlando έλαβαν γνώση της αποφάσεως του 1995 (σκέψεις 77 και 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
1. Επί του πρώτου μέρους του τρίτου λόγου, σχετικά με την υποχρέωση κοινοποιήσεως της αποφάσεως του 1995
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
i) Το πρώτο επιχείρημα του Κοινοβουλίου
60. Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί τη διαπίστωση στη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία το Κοινοβούλιο όφειλε να ενημερώσει τους ενδιαφερομένους βουλευτές για την τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙΙ προβαίνοντας σε ατομική κοινοποίηση με απόδειξη παραλαβής «ενόψει του άρθρου 27, παράγραφος 1, της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου». Κατά το Κοινοβούλιο, το τελευταίο αυτό άρθρο –το οποίο προβλέπει ότι «από της αναλήψεως των καθηκόντων τους, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου λαμβάνουν από τη γενική γραμματεία αντίγραφο της παρούσας κανονιστικής ρυθμίσεως και βεβαιώνουν τη λήψη της εγγράφως»– αφορά, πράγματι, μόνο την ισχύουσα κατά την έναρξη της θητείας των βουλευτών πλήρη κανονιστική ρύθμιση και όχι τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της εν λόγω ρυθμίσεως και των παραρτημάτων της.
61. Ισχυρίζεται συναφώς, αφενός, ότι η πλήρης κανονιστική ρύθμιση συνιστά ένα corpus κανόνων πολύ πιο σημαντικό από τις μεταγενέστερες πράξεις που την τροποποιούν ή που τη συμπληρώνουν και, αφετέρου, ότι η ισχύουσα κατά την έναρξη της θητείας κανονιστική ρύθμιση θεσπίστηκε, κατά γενικό κανόνα, από ένα Κοινοβούλιο στο οποίο ο ενδιαφερόμενος δεν ανήκε ακόμη και δεν μπορεί επομένως να την γνωρίζει ο βουλευτής, εκτός εάν πρόκειται για την περίπτωση των διαδοχικών θητειών. Οι τροποποιήσεις της κανονιστικής ρυθμίσεως που επήλθαν κατά τη διάρκεια της θητείας του συνιστούν, αντιθέτως, πράξεις του Κοινοβουλίου στο οποίο αυτός ανήκει και, επομένως, είναι φυσιολογικό να μπορούν να περιέλθουν σε γνώση του εν λόγω βουλευτή σύμφωνα με τους πιο ελαστικούς τρόπους, χαρακτηριστικούς της εσωτερικής διανομής των κοινοβουλευτικών πράξεων και γνωστούς από όλες τις κοινοβουλευτικές συνελεύσεις. Ερμηνεύοντας διασταλτικώς το άρθρο 27, παράγραφος 1, της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το Πρωτοδικείο επομένως χειρίστηκε κατά παρόμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις και παραβίασε, με τον τρόπο αυτό, την αρχή της ουσιαστικής ισότητας.
62. Οι C. Ripa di Meana και L. Orlando απαντούν ότι το παράρτημα ΙΙΙ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κανονιστικής ρυθμίσεως της οποίας έκαστος βουλευτής λαμβάνει αντίγραφο, με απόδειξη παραλαβής, στην αρχή της θητείας, και επομένως πρέπει να εφαρμοστεί η διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 27, παράγραφος 1, της εν λόγω ρυθμίσεως για οποιαδήποτε τροποποίηση της ρυθμίσεως αυτής, συμπεριλαμβανομένων των τροποποιήσεων των παραρτημάτων της. Μόνο αυτή η ερμηνεία καθιστά δυνατή την τήρηση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής διοικήσεως.
63. Οι C. Ripa di Meana και L. Orlando τονίζουν συναφώς ότι θα ήταν παράλογο να επιβάλλεται γραπτή απόδειξη παραλαβής για το σύνολο της οικείας κανονιστικής ρυθμίσεως αν οι μεταγενέστερες αυτής τροποποιήσεις μπορούσαν να παράγουν τα αποτελέσματά τους μετά από ανεπίσημη ανακοίνωση στους ενδιαφερομένους, η οποία επιπλέον θα ήταν αβέβαιη. Κατ’ αυτούς, μια τέτοια λύση θα ήταν εξίσου παράλογη με αυτή που θα συνίστατο στην επιβολή της υποχρεώσεως δημοσιεύσεως των κοινοτικών κανονισμών στην επίσημη εφημερίδα και θα επέτρεπε τη δημοσίευση των τροποποιήσεων των εν λόγω κανονισμών σε ένα οποιοδήποτε δελτίο, στο εσωτερικό των θεσμικών οργάνων.
ii) Το δεύτερο επιχείρημα που προέβαλε το Κοινοβούλιο
64. Ενώ συμμερίζεται την εκτίμηση στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία η «κοινοτική νομολογία […] επιβάλλει όπως κάθε πράξη των οργάνων που παράγει έννομα αποτελέσματα είναι σαφής, ακριβής και έχει καταστεί γνωστή στον ενδιαφερόμενο κατά τρόπο ώστε να μπορεί αυτός να γνωρίζει με βεβαιότητα το χρονικό σημείο από το οποίο η εν λόγω πράξη υφίσταται και αρχίζει να παράγει τα έννομα αποτελέσματά της», το Κοινοβούλιο τονίζει ότι ο κανόνας αυτός ισχύει μόνο για τις ατομικές πράξεις ή, εν πάση περιπτώσει, για τις πράξεις που έχουν επίπτωση στην κατάσταση ορισμένων προσώπων. Τέτοιες πράξεις, πράγματι, έχουν αποδέκτες και μπορούν να τους κοινοποιηθούν. Όμως, από τις σκέψεις 28 έως 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙΙ εξομοιώνεται από το Πρωτοδικείο με κανονιστική πράξη γενικού περιεχομένου, εκδοθείσα για να διέπει την απόλαυση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων όλων των βουλευτών, παρόντων και μελλόντων, οι οποίοι δεν καλύπτονται από ένα οριστικό καθεστώς του κράτους μέλους τους. Το Πρωτοδικείο, επομένως, υπέπεσε σε νομικό σφάλμα εκτιμώντας στη συνέχεια, στις σκέψεις 75 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙΙ ως ατομική διοικητική πράξη για την οποία απαιτείται ατομική κοινοποίηση με απόδειξη παραλαβής.
65. Ως προς την αναφορά των C. Ripa di Meana και L. Orlando στην περίπτωση μέλους του Κοινοβουλίου το οποίο, όπως προκύπτει από την ετήσια έκθεση 1998 του Ευρωπαίου διαμεσολαβητή, έλαβε γραπτή κοινοποίηση της αποφάσεως του 1995 τόσο στο Κοινοβούλιο όσο και στην κατοικία του, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η κατάσταση αυτή ήταν διαφορετική από αυτή των C. Ripa di Meana και L. Orlando και, επιπλέον, ότι το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκε, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, γραπτή κοινοποίηση πράξεως τόσο στο Κοινοβούλιο όσο και στην κατοικία του ενδιαφερομένου δεν σημαίνει ότι έχει τη νομική υποχρέωση να ενεργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο σε όλες τις περιπτώσεις ή ότι η αρχή της χρηστής διοικήσεως επιβάλλει κατ’ ανάγκη περισσότερους τρόπους ανακοινώσεως.
66. Οι C. Ripa di Meana και L. Orlando τονίζουν τον αντιφατικό χαρακτήρα των λόγων του Κοινοβουλίου με τους οποίους αυτό υποστηρίζει, αφενός, ότι αυτοί μπορούν να προσβάλουν μόνο την απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 1995 και, αφετέρου, ότι η απόφαση αυτή πρέπει να χαρακτηριστεί ως κανονιστική πράξη γενικού περιεχομένου, που προορίζεται για να διέπει την απόλαυση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων όλων των βουλευτών, παρόντων και μελλόντων, ακόμη και αυτών των μελλοντικών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής είναι, στην πραγματικότητα, τόσο γενικό που θα ήταν δύσκολο να υποστηριχθεί ότι δύο βουλευτές μπορούν να την προσβάλουν κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 230 ΕΚ.
67. Στη συνέχεια, οι C. Ripa di Meana και L. Orlando υπενθυμίζουν ότι, ακόμη και αν η απόφαση του 1995 συνιστά κανονιστική πράξη γενικού περιεχομένου, ατομική κοινοποίηση με απόδειξη παραλαβής επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση στο μέτρο που παρόμοια απαίτηση απορρέει από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 27, παράγραφος 1, της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
68. Τέλος, οι δύο αυτοί βουλευτές παραπέμπουν στην κατάσταση Ευρωπαίου βουλευτή, ο οποίος είχε παραλείψει να υποβάλει σε εύθετο χρόνο αίτηση εντάξεως στο συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό καθεστώς και ο οποίος, το 1997, μετά την απόρριψη της (καθυστερημένης) αιτήσεώς του από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Κοινοβουλίου, υπέβαλε στον διαμεσολαβητή καταγγελία για κακή διαχείριση κατά του Κοινοβουλίου. Η Νομική Υπηρεσία του Κοινοβουλίου είχε απαντήσει, στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής, ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος, σύμφωνα με τον οποίο δεν είχε προσηκόντως ενημερωθεί για τις επελθούσες τροποποιήσεις του συμπληρωματικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος –οι οποίες τροποποιήσεις συνίσταντο, όπως και στην παρούσα υπόθεση, στην εξάρτηση της εφαρμογής του εν λόγω συνταξιοδοτικού καθεστώτος από την υποβολή αιτήσεως εντός προθεσμίας έξι μηνών–, δεν ήταν βάσιμος στο μέτρο που ο βουλευτής «είχε λάβει σχετικώς γραπτή κοινοποίηση τόσο στο Κοινοβούλιο όσο και στην κατοικία του». Στη συνέχεια, η καταγγελία απορρίφθηκε από τον διαμεσολαβητή για τον λόγο ότι η διπλή αυτή δυνατότητα για να καταστεί γνωστή η προθεσμία υποβολής της αιτήσεως προστάτευε επαρκώς τόσο τον βουλευτή όσο και την ανάγκη χρηστής διοικήσεως. Οι C. Ripa di Meana και L. Orlando απορούν, εν προκειμένω, για την απουσία παρόμοιας μεθόδου ανακοινώσεως όσον αφορά τις τροποποιήσεις που επήλθαν στο παράρτημα ΙΙΙ.
β) Εκτίμηση
69. Με τα δύο αυτά επιχειρήματα, το Κοινοβούλιο αμφισβητεί αντιστοίχως τις σκέψεις 75 και 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο αιτιολογεί την κρίση του σύμφωνα με την οποία η απόφαση του 1995 έπρεπε να κοινοποιηθεί ατομικώς με απόδειξη παραλαβής στους ενδιαφερομένους βουλευτές.
70. Υπενθυμίζω ότι η σκέψη 75 έχει ως εξής:
«Το Πρωτοδικείο φρονεί ότι το Κοινοβούλιο, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που απορρέουν από την τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής διοικήσεως, και βάσει του άρθρου 27, παράγραφος 1, της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έπρεπε να ενημερώσει τους ενδιαφερομένους βουλευτές για την τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙΙ χρησιμοποιώντας ατομικές κοινοποιήσεις με απόδειξη παραλαβής.»
71. Όπως και οι C. Ripa di Meana και L. Orlando, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομικό σφάλμα σκεπτόμενο με τον τρόπο αυτό.
72. Προβλέποντας στο άρθρο 27, παράγραφος 1, της κανονιστικής ρυθμίσεως ότι από «την ανάληψη των καθηκόντων τους, οι βουλευτές λαμβάνουν από τον γενικό γραμματέα του Κοινοβουλίου αντίγραφο της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως με γραπτή απόδειξη παραλαβής», το Κοινοβούλιο έδειξε ότι απέδιδε μεγάλη σημασία στο να έχουν οι βουλευτές ακριβή γνώση των δικαιωμάτων τους.
73. Η επελθούσα το 1995 τροποποίηση είχε μεγάλη σημασία εφόσον η μη τήρηση της προθεσμίας των έξι μηνών μπορούσε να επηρεάσει κατά τρόπο μη αμελητέο τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των βουλευτών, όπως αυτά προέκυπταν από το προηγούμενο κείμενο της κανονιστικής ρυθμίσεως.
74. Επομένως, η αρχή της χρηστής διοικήσεως, το καθήκον αρωγής καθώς και, κατά κάποιον τρόπο, η αρχή της ομοιότητας των τύπων έπρεπε να οδηγήσουν το Κοινοβούλιο σε ευρεία ερμηνεία του άρθρου 27, παράγραφος 1, εκτιμώντας ότι κάλυπτε τουλάχιστον τις τροποποιήσεις των οποίων η μη τήρηση μπορούσε να επιφέρει αρνητικές συνέπειες για τους βουλευτές.
75. Επομένως, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι το Κοινοβούλιο έπρεπε να έχει επιστήσει την προσοχή των μελών του στην προσφάτως θεσπισθείσα προθεσμία χρησιμοποιώντας προς τον σκοπό αυτό ατομική κοινοποίηση με απόδειξη παραλαβής.
76. Αντιθέτως, δεν συμμερίζομαι τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
77. Υπενθυμίζεται ότι η εν λόγω σκέψη 76 προβλέπει τα εξής:
«Μόνο με τον τρόπο αυτό [δηλαδή, με ατομική κοινοποίηση με απόδειξη παραλαβής], το Κοινοβούλιο θα είχε συμπεριφερθεί σύμφωνα με την κοινοτική νομολογία, η οποία επιβάλλει όπως κάθε πράξη των οργάνων που παράγει έννομα αποτελέσματα είναι σαφής, ακριβής και έχει καταστεί γνωστή στον ενδιαφερόμενο κατά τρόπο ώστε να μπορεί αυτός να γνωρίζει με βεβαιότητα το χρονικό σημείο από το οποίο η εν λόγω πράξη υφίσταται και αρχίζει να παράγει τα έννομα αποτελέσματά της (απόφαση του Πρωτοδικείου της 7ης Φεβρουαρίου 1991, Τ‑18/89 και Τ-24/89, Ταγαράς κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-53, σκέψη 40· βλ., επίσης, την απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 1986, 5/85, AKZO Chemie κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 2585, σκέψη 39» (5).
78. Όμως, η έννοια της «πράξης των οργάνων που παράγει έννομα αποτελέσματα» είναι διφορούμενη λαμβανομένων υπόψη των νομολογιακών παραπομπών που περιλαμβάνονται στο χωρίο αυτό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
79. Στην προπαρατεθείσα απόφαση Ταγαράς κατά Δικαστηρίου επρόκειτο για τη δημοσίευση αποφάσεως διορισμού ενός υπαλλήλου η οποία, από την ίδια τη φύση της, αποτελεί απόφαση ατομικού χαρακτήρα. Όμως, όπως ορθώς παρατηρεί το Κοινοβούλιο, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η απόφαση του 1995, ακριβώς, δεν συνιστά μια τέτοια απόφαση. Υπό την έννοια αυτή, η συλλογιστική την οποία ακολούθησε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 76 δεν είναι, επομένως, λυσιτελής.
80. Στην προπαρατεθείσα απόφαση AKZO Chemie κατά Επιτροπής, αντιθέτως, επρόκειτο για τη δημοσίευση αποφάσεων εξουσιοδοτήσεως των επιτρόπων, οι οποίες ούτε λίγο ούτε πολύ αποτελούν, όπως η απόφαση του 1995, πράξεις γενικού περιεχομένου. Εντούτοις, στο παρατεθέν από το Πρωτοδικείο χωρίο, το Δικαστήριο αναφέρθηκε μόνο στην αναγκαιότητα δημοσιεύσεως των αποφάσεων εξουσιοδοτήσεως και καθόλου σε μια οποιαδήποτε υποχρέωση ατομικής κοινοποιήσεώς τους.
81. Επομένως, στο μέτρο που η συλλογιστική την οποία ακολούθησε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εφαρμόζεται σε πράξεις γενικού περιεχομένου, αυτή είναι εσφαλμένη. Πράγματι, δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από την προπαρατεθείσα απόφαση AKZO Chemie κατά Επιτροπής υποχρέωση ατομικής κοινοποιήσεως των πράξεων κανονιστικής φύσεως, υποχρέωση η οποία εξάλλου στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι ανεφάρμοστη.
82. Εντούτοις, παρά τη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είμαι της γνώμης ότι, για τους πιο πάνω εκτεθέντες λόγους, το Πρωτοδικείο έκρινε ορθώς ότι η απόφαση του 1995 έπρεπε να κοινοποιηθεί ατομικώς.
83. Επομένως, προτείνω να απορριφθεί το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου.
2. Επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου, σχετικά με τους τρόπους γνωστοποιήσεως της αποφάσεως του 1995
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
i) Το πρώτο επιχείρημα που προέβαλε το Κοινοβούλιο
84. Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί τη διαπίστωση στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία, ελλείψει ατομικής κοινοποιήσεως με απόδειξη παραλαβής, «η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεως στηριζομένης σε πράξη η οποία προβλέπει συνταξιοδοτικά δικαιώματα, όπως αυτά της υπό κρίση υποθέσεως, δεν αρχίζει, κατά την κοινοτική νομολογία, παρά μόνον από τη στιγμή που ο ενδιαφερόμενος, αφού έλαβε γνώση της υπάρξεως της πράξεως αυτής, έλαβε, εντός ευλόγου προθεσμίας, επακριβή γνώση της εν λόγω πράξεως». Κατά το Κοινοβούλιο, ο κανόνας αυτός, διατυπωθείς προηγουμένως από το Πρωτοδικείο σε θέματα σχέσεων μεταξύ θεσμικού οργάνου και των υπαλλήλων του, δεν μπορεί να μεταφερθεί στις σχέσεις μεταξύ θεσμικού οργάνου και των μελών του. Ενώ οι υπάλληλοι τελούν σε σχέση υπαγωγής ως προς το θεσμικό όργανο που τους απασχολεί, ώστε οι πράξεις της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής που τους αφορούν δεν παράγουν αποτελέσματα καθόσον χρόνο οι εν λόγω υπάλληλοι δεν έχουν ακριβή γνώση αυτών εντός εύλογης προθεσμίας, η νομική κατάσταση των βουλευτών είναι εντελώς διαφορετική.
85. Αφενός, πράγματι, οι βουλευτές δεν υπόκεινται στο θεσμικό όργανο αλλά αποτελούν οι ίδιοι μέρος αυτού. Συνεπώς, οι βουλευτές συμμετέχουν –ακόμη και έμμεσα, στην περίπτωση των αποφάσεων του προεδρείου– στη διαμόρφωση της βουλήσεως του θεσμικού οργάνου και δεν μπορεί να γίνει λόγος για οποιαδήποτε σχέση υπαγωγής μεταξύ των βουλευτών και του εν λόγω θεσμικού οργάνου.
86. Αφετέρου, η εύλογη προθεσμία εντός της οποίας οι εν λόγω βουλευτές, που αποτελούν μέρος του θεσμικού οργάνου που είναι δημιουργός μιας πράξεως, μπορούν να περάσουν από τη γνώση περί της υπάρξεως της πράξεως αυτής στην ακριβή γνώση του περιεχομένου της, παράγουσα έννομα αποτελέσματα, είναι ιδιαίτερα σύντομη και δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να υπερβεί την προθεσμία ενός μηνός.
87. Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, τον ισχυρισμό του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με τον οποίο οι κανόνες που συνήγαγε το Πρωτοδικείο όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ ενός θεσμικού οργάνου και των υπαλλήλων του δεν μπορούν να μεταφερθούν στις σχέσεις μεταξύ ενός θεσμικού οργάνου και των μελών του, οι C. Ripa di Meana και L. Orlando ισχυρίζονται ότι δεν είναι η οργανική σχέση που συνδέει ένα πρόσωπο με ένα θεσμικό όργανο αυτή που καθορίζει την εφαρμογή ειδικών κανόνων σε μια σχέση εργασίας. Αντιθέτως, πρέπει να πραγματοποιείται μια κατά περίπτωση εξέταση λαμβάνοντας προσηκόντως υπόψη το θέμα για το οποίο πρόκειται. Εν προκειμένω, είναι αναμφισβήτητο, προκειμένου για προβλήματα συνδεόμενα με το συνταξιοδοτικό καθεστώς των βουλευτών, ότι η σχέση μεταξύ του Κοινοβουλίου και των (πρώην) βουλευτών του είναι καθαρά διοικητικής φύσεως και ουδόλως συνδέεται με την πολιτική θητεία των εν λόγω βουλευτών. Επομένως, η προσφυγή την οποία άσκησαν οι C. Ripa di Meana και L. Orlando ενώπιον του Πρωτοδικείου πρέπει εν προκειμένω να προσεγγίζεται όπως και οποιαδήποτε άλλη προσφυγή ασκηθείσα κατά των θεσμικών οργάνων από έναν εκ των υπαλλήλων του.
88. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Κοινοβουλίου σύμφωνα με τον οποίο η εύλογη προθεσμία, εντός της οποίας οι βουλευτές πρέπει να περάσουν από τη γνώση περί της υπάρξεως πράξεως στην ακριβή γνώση του περιεχομένου της, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να υπερβεί τον ένα μήνα, οι C. Ripa di Meana και L. Orlando τονίζουν ότι η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να προσδιορίζεται αορίστως και με τρόπο μαθηματικό, αλλά πρέπει να αποτελεί αντικείμενο εκτιμήσεως κατά περίπτωση, ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις, και βάσει των αποτελεσμάτων της διεξαχθείσας πρωτοδίκως ανακρίσεως. Ο προσδιορισμός αυτός εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, μόνου επί της ουσίας δικαστηρίου, και δεν μπορεί επομένως, καθ’ εαυτόν, να αποτελέσει αντικείμενο αναιρέσεως.
ii) Το δεύτερο επιχείρημα που προέβαλε το Κοινοβούλιο
89. Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί τη διαπίστωση στη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία «[έ]στω και αν οι προσφεύγοντες δεν αμφισβητούν ότι έλαβαν γνώση της υπάρξεως της τροποποιήσεως του παραρτήματος ΙΙΙ κατά τους πρώτους μήνες του 1998, το Κοινοβούλιο δεν απέδειξε ότι έλαβαν επακριβή γνώση της τροποποιητικής πράξεως έξι και πλέον μήνες πριν από την υποβολή της αιτήσεως στις 19 Νοεμβρίου 1998».
90. Πράγματι, αφενός, η λήψη της «ακριβούς» γνώσεως δεν μπορεί να διακριθεί, εν προκειμένω, από την «απλή» γνώση, στο μέτρο που η τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙΙ ήταν σαφής και σύντομη. Συνεπάγεται απλώς ότι αίτηση εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς, η οποία προηγουμένως είχε αναδρομικό αποτέλεσμα σε όλες τις περιπτώσεις, από την τροποποίηση αυτή δεν διατηρεί αυτό το αναδρομικό αποτέλεσμα παρά μόνον αν υποβληθεί εντός των έξι μηνών από της τροποποιήσεως ή, ενδεχομένως, από της ενάρξεως της θητείας ενός βουλευτή. Το Κοινοβούλιο διερωτάται, υπό τις συνθήκες αυτές, ως προς την ακριβή σημασία των δύο αυτών επιθέτων που χαρακτηρίζουν διαφορετικούς βαθμούς γνώσεως μιας πράξεως τόσον απλής όσον και αυτής της προκειμένης υποθέσεως και, ειδικότερα, ως προς το περιεχόμενο μιας «απλής» γνώσεως η οποία, κατά το Πρωτοδικείο, δεν θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την έναρξη της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής.
91. Αφετέρου, κατά το Κοινοβούλιο, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε διαδικαστικό σφάλμα ανατρέποντας το βάρος αποδείξεως και απαιτώντας από το Κοινοβούλιο να αποδείξει ότι η απλή γνώση της τροποποιήσεως του παραρτήματος ΙΙΙ, την οποία δέχθηκαν οι προσφεύγοντες, κατέστη «ακριβής» γνώση της τροποποιήσεως αυτής περισσότερο από έξι μήνες πριν από την επιστολή των αντιπροέδρων, την οποία το Πρωτοδικείο θεώρησε ως αίτηση εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς.
92. Κατά το Κοινοβούλιο, εφόσον η πραγματική γνώση της τροποποιήσεως του παραρτήματος ΙΙΙ είχε αποδειχθεί δικαστικώς, στους δύο ενδιαφερομένους βουλευτές απόκειτο –και όχι στο Κοινοβούλιο– να αποδείξουν ότι η απλή αυτή γνώση της υπάρξεως της εν λόγω τροποποιήσεως δεν αρκούσε για να σηματοδοτηθεί η έναρξη της προθεσμίας της αιτήσεως εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς. Αυτό προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την απόφαση Michel κατά Κοινοβουλίου (6). Επομένως, αν οι C. Ripa di Meana και L. Orlando ήθελαν να επωφεληθούν από τη διάκριση μεταξύ της απλής γνώσεως και της ακριβούς (ή επαρκούς) γνώσεως και από την προθεσμία που αρχίζει να τρέχει μόνο από την τελευταία, έπρεπε να εξηγήσουν τι χρειάζονταν να γνωρίζουν ακριβώς πριν από την υποβολή της αιτήσεώς τους εντάξεως, η οποία, εν προκειμένω, ουδέποτε υποβλήθηκε.
93. Στη σκέψη 78 της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο αμέλησε, κατά το Κοινοβούλιο, τις συνέπειες του ισχυρισμού των προσφευγόντων, κατά την έγγραφη και προφορική διαδικασία, σύμφωνα με τον οποίο οι εν λόγω προσφεύγοντες έλαβαν γνώση της τροποποιήσεως του παραρτήματος ΙΙΙ «το αργότερο κατά τους πρώτους μήνες του 1998». Το Κοινοβούλιο υπενθυμίζει συναφώς ότι το κείμενο της εν λόγω τροποποιήσεως απεστάλη στους βουλευτές με την από 28 Σεπτεμβρίου 1995 ανακοίνωση υπ’ αριθ. 25/95 και μέσω των πρακτικών της συνεδριάσεως του προεδρείου της 13ης Σεπτεμβρίου 1995, τα οποία, βάσει του άρθρου 28, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού του Κοινοβουλίου, διανέμονται σε όλους τους βουλευτές, στις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
94. Η τροποποίηση αυτή, εξάλλου, περιήλθε σε γνώση των βουλευτών με τη διαβίβαση στους τελευταίους –σύμφωνα με τις συνήθεις διαδικασίες διαβιβάσεως των εσωτερικών κανόνων γενικού χαρακτήρα που αφορούν όλα τα μέλη του Κοινοβουλίου– του παγιωμένου κειμένου της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο κείμενο δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο 1996 και τον Σεπτέμβριο 1997.
95. Τέλος, οι C. Ripa di Meana και L. Orlando λαμβάνουν κάθε μήνα, κατόπιν ρητού αιτήματός τους, απόσπασμα σχετικά με τα έξοδά τους και τις αποζημιώσεις τους. Όμως, αυτά τα αποσπάσματα αναφέρουν πάντοτε τις κρατήσεις στις οποίες προέβη η διοίκηση του Κοινοβουλίου επί των ποσών που καταβλήθηκαν στους βουλευτές καθώς και τα οφειλόμενα ποσά, ενδεχομένως, λόγω της εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς ή σε άλλα συνταξιοδοτικά καθεστώτα. Επομένως, ήταν εύκολο για τους ενδιαφερομένους βουλευτές να επαληθεύσουν αν ως προς αυτούς εφαρμοζόταν ή όχι συνταξιοδοτικό καθεστώς.
96. Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, το επιχείρημα του Κοινοβουλίου σύμφωνα με το οποίο δεν συντρέχει λόγος να διακρίνεται, εν προκειμένω, η «ακριβής» γνώση από την απλή γνώση της τροποποιήσεως που επήλθε στο παράρτημα ΙΙΙ, οι C. Ripa di Meana και L. Orlando επισημαίνουν μια αντίφαση στους λόγους του Κοινοβουλίου. Αυτό φαίνεται να απορρίπτει εδώ την ύπαρξη διακρίσεως μεταξύ των δύο αυτών εννοιών, αν και την είχε αποδεχτεί προηγουμένως, ισχυριζόμενο ότι η εύλογη προθεσμία εντός της οποίας οι βουλευτές οφείλουν να περάσουν από το στάδιο της γνώσεως περί της υπάρξεως μιας πράξεως στην ακριβή γνώση αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα.
97. Στη συνέχεια, οι C. Ripa di Meana και L. Orlando αναφέρουν ότι, αντίθετα προς τα όσα ισχυρίζεται το Κοινοβούλιο με την αίτησή του αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο δεν εισήγαγε στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως την προϋπόθεση μιας «ακριβούς γνώσεως» της πράξεως, προκειμένου να αρχίσει η προθεσμία των έξι μηνών για την υποβολή αιτήσεως εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς. Η προϋπόθεση αυτή, καθώς και η διάκριση μεταξύ της γνώσεως περί της υπάρξεως μιας πράξεως και της ακριβούς γνώσεως του περιεχομένου της, βασίζονται, στην πραγματικότητα, στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου και, μεταξύ άλλων, στην προπαρατεθείσα απόφαση La Pietra κατά Επιτροπής.
98. Κατά τους C. Ripa di Meana και L. Orlando, ιδίως από τη σκέψη 30 της τελευταίας αυτής αποφάσεως προκύπτει ότι για να είναι δυνατή η διαπίστωση ότι η αρχή της επιμέλειας τηρήθηκε από ένα πρόσωπο το οποίο, χωρίς να έχει υποπέσει σε σφάλμα, δεν μπόρεσε να υποβάλει εντός της προθεσμίας των έξι μηνών την απαιτουμένη αίτηση εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς, πρέπει το πρόσωπο αυτό, αφού ενημερώθηκε για την ύπαρξη της πράξεως που θεσπίζει την προθεσμία αυτή, α) να προβεί, εντός εύλογης προθεσμίας, σε διαβήματα, έστω και μόνο προφορικά, προς τις αρμόδιες υπηρεσίες, προκειμένου να λάβει ακριβή γνώση του περιεχομένου και της αιτιολογίας της οικείας πράξεως και β) να υποβάλει στη συνέχεια εντός των έξι μηνών την οικεία αίτηση εντάξεως. Στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι προπαρατεθείσες φάσεις α΄ και β΄ διαδέχθηκαν η μια την άλλη μεταξύ Φεβρουαρίου και Νοεμβρίου 1998, εντός προθεσμίας σύμφωνης προς την προπαρατεθείσα νομολογία. Ο ισχυρισμός του Κοινοβουλίου είναι, επομένως, απαράδεκτος, στο μέτρο που τείνει να θέσει υπό αμφισβήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου, μια αυτόνομη πραγματική εκτίμηση του Πρωτοδικείου.
99. Όσον αφορά εξάλλου το επιχείρημα του Κοινοβουλίου σύμφωνα με το οποίο το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε διαδικαστικό σφάλμα ανατρέποντας το βάρος αποδείξεως και απαιτώντας από το Κοινοβούλιο να αποδείξει ότι η απλή γνώση της τροποποιήσεως του παραρτήματος ΙΙΙ κατέστη «ακριβής» γνώση της τροποποιήσεως αυτής έξι μήνες και πλέον πριν από την επιστολή των αντιπροέδρων, οι C. Ripa di Meana και L. Orlando παρατηρούν ότι, αφενός, τα συνδεόμενα με το βάρος αποδείξεως ζητήματα ανάγονται στην ουσία και όχι στον τύπο και δεν μπορούν, επομένως, να προκαλέσουν «διαδικαστικό σφάλμα» και, αφετέρου, από την προπαρατεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι στο ενδιαφερόμενο θεσμικό όργανο απόκειται να αποδείξει ότι ο αποδέκτης συγκεκριμένου μέτρου πράγματι έλαβε γνώση αυτού.
100. Όσον αφορά, τέλος, το επιχείρημα του Κοινοβουλίου που στηρίζεται στο γεγονός ότι οι C. Ripa di Meana και L. Orlando λαμβάνουν κάθε μήνα, κατόπιν αιτήσεώς τους, απόσπασμα σχετικό με τα έξοδα και τις δαπάνες τους, η ανάγνωση του οποίου τους επιτρέπει να επαληθεύουν αμέσως αν παρακρατήθηκαν ή όχι εισφορές στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς, οι εν λόγω δύο βουλευτές το απορρίπτουν για τον λόγο ότι είναι απαράδεκτο, εφόσον συνιστά νέα προσπάθεια του Κοινοβουλίου να θέσει υπό αμφισβήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου ανέλεγκτη πραγματική εκτίμηση του Πρωτοδικείου.
101. Ισχυρίζονται επίσης ότι, εν πάση περιπτώσει, το επιχείρημα αυτό δεν είναι βάσιμο στο μέτρο που η υποβολή των μηνιαίων αποσπασμάτων δεν είναι πανομοιότυπη όσον αφορά τους υπαλλήλους και τους βουλευτές. Για τους πρώτους, πράγματι, ο αριθμός «0» εμφανίζεται στα εν λόγω αποσπάσματα οσάκις, για μια συγκεκριμένη στήλη, η εισφορά των ενδιαφερομένων υπαλλήλων είναι ανύπαρκτη. Οι υπάλληλοι μπορούν, επομένως, να αντιληφθούν τη διοικητική τους κατάσταση όσον αφορά την εν λόγω λογιστική στήλη, ώστε οποιαδήποτε απροσεξία εκ μέρους τους θα είναι αδικαιολόγητη. Όσον αφορά τους δευτέρους, αντιθέτως, τα μηνιαία αποσπάσματα περιλαμβάνουν μόνο ένα ποσό, ώστε είναι αδύνατο να διαπιστωθούν ενδεχόμενες πραγματοποιηθείσες παρακρατήσεις και, επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί απροσεξία στους εν λόγω βουλευτές.
β) Εκτίμηση
102. Κατά τη γνώμη μου, το Πρωτοδικείο ορθώς αναφέρεται, στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στη διάκριση μεταξύ, αφενός, της γνώσεως περί της υπάρξεως μιας πράξεως –εν προκειμένω, της αποφάσεως του 1995– και, αφετέρου, της ακριβούς γνώσεως της εν λόγω πράξεως. Πράγματι, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 14 της αποφάσεως Dillinger Hüttenwerke κατά Επιτροπής (7), στην οποία το Πρωτοδικείο αναφέρεται εμμέσως στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι:
«προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου τη σχετική με το άρθρο 173, εδάφιο 3, της Συνθήκης ΕΟΚ (αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1980, Könecke, 76/79, Slg. 1980, σ. 665 και της 5ης Μαρτίου 1986, Tezi Textiel, 59/84, Συλλογή 1986, σ. 887), [ότι,] ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, εναπόκειται στον γνωρίζοντα την ύπαρξη πράξεως που τον αφορά να ζητήσει το πλήρες κείμενό της εντός ευλόγου προθεσμίας, με την επιφύλαξη όμως αυτή, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής δεν μπορεί να υπολογιστεί παρά μόνο από την ημέρα που ο τρίτος ενδιαφερόμενος έλαβε ακριβή γνώση του περιεχομένου και των αιτιολογικών σκέψεων της εν λόγω πράξεως κατά τρόπο που να του επιτρέπει να ασκήσει το δικαίωμά του για προσφυγή» (8).
103. Αντίθετα προς αυτό που αναφέρει το Κοινοβούλιο, η λυσιτέλεια της διακρίσεως μεταξύ των δύο αυτών μορφών γνώσεως δεν περιορίζεται στον τομέα της δημόσιας υπηρεσίας, όπως το αποδεικνύει εξάλλου η προπαρατεθείσα απόφαση Dillinger Hüttenwerke κατά Επιτροπής, η οποία αφορά μια υπόθεση ΕΚΑΧ.
104. Αντιθέτως, συμμερίζομαι την άποψη του Κοινοβουλίου, την οποία τόνισε ήδη κατά την προφορική διαδικασία και σύμφωνα με την οποία το Πρωτοδικείο εφάρμοσε κακώς την εν λόγω νομολογία του Δικαστηρίου και εξ αυτού του λόγου, την προπαρατεθείσα δική του απόφαση La Pietra κατά Επιτροπής, η οποία εμπνέεται πιστά από τη νομολογία αυτή, κρίνοντας, στη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι, αφ’ ης αποδείχθηκε η ημερομηνία της γνώσεως περί της υπάρξεως της πράξεως, στο Κοινοβούλιο απόκειτο να αποδείξει την ημερομηνία της ακριβούς γνώσεως της πράξεως.
105. Το Δικαστήριο, πράγματι, έκρινε, στο παρατεθέν πιο πάνω χωρίο της αποφάσεως Dillinger Hüttenwerke κατά Επιτροπής, ότι «εναπόκειται στον γνωρίζοντα την ύπαρξη πράξεως που τον αφορά να ζητήσει το πλήρες κείμενό της εντός ευλόγου προθεσμίας». Το χωρίο αυτό παραλείπεται εντελώς στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
106. Εντούτοις, το χωρίο αυτό είναι ουσιώδες. Πράγματι, θα ήταν αντίθετο προς την ασφάλεια δικαίου να γίνει δεκτό ότι ένα πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι έχει γνώση της υπάρξεως πράξεως η οποία μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς αυτό, μπορεί να επικαλείται τη δική του παθητικότητα για να δικαιολογήσει το μη αντιτάξιμο της πράξεως αυτής.
107. Επομένως, έχω τη γνώμη ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα μη εξετάζοντας, αφ’ ης αποδείχθηκε ότι οι C. Ripa di Meana και L. Orlando είχαν λάβει γνώση περί της υπάρξεως της αποφάσεως του 1995 κατά τους πρώτους μήνες του 1998, το ερώτημα αν είχαν απαλλαχθεί της υποχρεώσεώς τους να ζητήσουν το κείμενο της αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας.
108. Αντ’ αυτού, περιορίστηκε, στη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, να εφαρμόσει ως προς το Κοινοβούλιο την υποχρέωση αποδείξεως ότι οι C. Ripa di Meana και L. Orlando είχαν λάβει γνώση του περιεχομένου της αποφάσεως του 1995 έξι και πλέον μήνες πριν από την υποβολή της αιτήσεώς τους. Όμως, μου φαίνεται ότι, δεδομένου ότι οι βουλευτές αυτοί είχαν την υποχρέωση να ζητήσουν το κείμενο της αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας, το βάρος αποδείξεως το φέρουν αυτοί: σ’ αυτούς απόκειται να αποδείξουν ότι είχαν προβεί στα αναγκαία διαβήματα εντός εύλογης προθεσμίας.
109. Το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου είναι, επομένως, βάσιμο και προτείνω να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καθόσον δέχθηκε, στις υποθέσεις T‑83/99 και T-84/99, την προσφυγή ακυρώσεως των αποφάσεων του Κοινοβουλίου, της 4ης Φεβρουαρίου 1999, υπ’ αριθ. 300762 και 300763, περί απορρίψεως αντιστοίχως των αιτήσεων των C. Ripa di Meana και L. Orlando για την αναδρομική εφαρμογή του προσωρινού συνταξιοδοτικού καθεστώτος που προβλέπεται από το παράρτημα ΙΙΙ.
110. Σύμφωνα με το άρθρο 54, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, το τελευταίο, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση. Αυτό μου φαίνεται ότι συμβαίνει εν προκειμένω.
111. Αποδείχθηκε ότι οι C. Ripa di Meana και L. Orlando, όπως προκύπτει από τη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είχαν λάβει γνώση περί της υπάρξεως της αποφάσεως του 1995 «κατά τους πρώτους μήνες του 1998».
112. Όσον αφορά την απόκτηση γνώσεως του περιεχομένου της αποφάσεως του 1995, οι C. Ripa di Meana και L. Orlando, ερωτηθέντες ως προς το θέμα αυτό κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση μέσω του δικηγόρου τους, δεν μπόρεσαν να δώσουν καμία πληροφορία ούτε ως προς το πότε και υπό ποίες περιστάσεις έλαβαν αυτοί γνώση του περιεχομένου της αποφάσεως του 1995.
113. Όμως, υπό τις περιστάσεις αυτές, οι C. Ripa di Meana και L. Orlando δεν αποδεικνύουν ότι, αφ’ ης πληροφορήθηκαν την ύπαρξη της αποφάσεως του 1995, ζήτησαν πράγματι το κείμενο της αποφάσεως αυτής εντός εύλογης προθεσμίας. Επομένως, δεν μπορούν να επικαλούνται την προπαρατεθείσα νομολογία Dillingen Hüttenwerke κατά Επιτροπής, η οποία εξαρτά, με την έκφραση «με την επιφύλαξη αυτή», την εξαίρεση σύμφωνα με την οποία η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αρχίζει να τρέχει μόνο από τον χρόνο κατά τον οποίο ο ενδιαφερόμενος τρίτος έλαβε ακριβή γνώση του περιεχομένου και της αιτιολογίας της οικείας πράξεως, από την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω τρίτος, αφ’ ης έλαβε γνώση περί της υπάρξεως της οικείας πράξεως, επιμελώς φερόμενος, ζήτησε το κείμενο αυτής εντός εύλογης προθεσμίας.
114. Επομένως, δεν μπορεί να ληφθεί ως βάση ότι οι C. Ripa di Meana και L. Orlando έλαβαν γνώση του περιεχομένου της αποφάσεως του 1995 σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία κατά την οποία αναμφισβήτητα έλαβαν γνώση περί της υπάρξεως της πράξεως αυτής.
115. Τα πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνουν εξάλλου ότι, όπως υποστηρίζει το Κοινοβούλιο, οι δύο αυτές γνώσεις, χρονικώς, δεν απέχουν ουσιωδώς μεταξύ τους.
116. Παραπέμπω συναφώς σε ένα χωρίο του υπομνήματος ανταπαντήσεως των C. Ripa di Meana και L. Orlando, με το οποίο αυτοί συζητούν τον πρώτο λόγο αναιρέσεως που προέβαλε το Κοινοβούλιο και το οποίο έχει ως εξής:
«Το να υποστηριχθεί, όπως υποστηρίζεται από το Κοινοβούλιο, ότι οι προσφεύγοντες πρωτοδίκως δεν είχαν υποβάλει τυπική αίτηση εντάξεως και ότι οι ίδιοι το αναγνώρισαν, έχει ως αποτέλεσμα να αποδίδονται εσφαλμένως τα πραγματικά περιστατικά: προσεκτική ανάγνωση του φακέλου (βλ. σημεία 8 και 9 των εισαγωγικών της δίκης δικογράφων και σημείο 2 του υπομνήματος απαντήσεως στις υποθέσεις Τ-83/99 και Τ-84/99· σκέψεις 8, 21, 25 και 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως· σημείο 18 του υπομνήματος αντικρούσεως στην αναίρεση) αποδεικνύει σαφώς ότι οι C. Ripa di Meana και L. Orlando, αμέσωςμόλις έλαβαν γνώση τυχαίως, κατά τους πρώτους μήνες του 1998, τηςτροποποιήσεως του παραρτήματος ΙΙΙ, ζήτησαν, έστω και προφορικώς, από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Κοινοβουλίου, να ενταχθούν στο προσωρινό καθεστώς με αναδρομικό αποτέλεσμα, και οι υπηρεσίες αυτές τους απάντησαν ότι αυτό δεν ήταν δυνατόν διότι η προθεσμία των έξι μηνών που θεσπίσθηκε το 1995 είχε παρέλθει» (9).
117. Επομένως, από τα προεκτεθέντα προκύπτει αναμφισβήτητα ότι οι C. Ripa di Meana και L. Orlando έλαβαν γνώση του περιεχομένου της τροποποιήσεως «αμέσως» αφού έλαβαν γνώση περί της υπάρξεώς της.
118. Πράγματι, η απάντηση που δόθηκε από τις υπηρεσίες του Κοινοβουλίου συμπίπτει απολύτως με το περιεχόμενο της αποφάσεως του 1995 η οποία, κατ’ ουσίαν, δεν περιέχει τίποτε άλλο εκτός της προθεσμίας αυτής των έξι μηνών προκειμένου να εφαρμοσθούν αναδρομικώς τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.
119. Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι η απόφαση του 1995 δεν καινοτομεί ούτε και όσον αφορά την ανάγκη υποβολής αιτήσεως για να μπορεί κανείς να ενταχθεί στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς. Η υποχρέωση αυτή απορρέει ήδη από το κείμενο του παραρτήματος ΙΙΙ που ίσχυε πριν από την έκδοση της αποφάσεως του 1995 και για το οποίο δεν αμφισβητείται ότι οι C. Ripa di Meana και L. Orlando το έλαβαν, με απόδειξη παραλαβής, κατά τον χρόνο της ενάρξεως των καθηκόντων τους.
120. Επομένως, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι C. Ripa di Meana και L. Orlando άσκησαν την αίτησή τους εντάξεως στο προσωρινό συνταξιοδοτικό καθεστώς εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία που έλαβαν γνώση της αποφάσεως του 1995.
121. Πράγματι, δεδομένου ότι η αίτηση υποβλήθηκε στις 19 Νοεμβρίου 1998, με την επιστολή των αντιπροέδρων, η ημερομηνία που έλαβαν γνώση της αποφάσεως του 1995 πρέπει να τοποθετηθεί σε ημερομηνία μεταγενέστερη της 19ης Μαΐου 1998 ώστε η αίτηση να μπορεί ακόμη να τοποθετηθεί εντός της προθεσμίας των έξι μηνών.
122. Όμως, όπως είδαμε, η λήψη γνώσεως τόσον όσον αφορά την ύπαρξη της αποφάσεως του 1995 όσο και το περιεχόμενο αυτής, πραγματοποιήθηκε –το αργότερο– κατά τους πρώτους μήνες του 1998, δηλαδή κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, ή το αργότερο κατά τον Μάρτιο αλλά όχι κατά τον μήνα Μάιο.
123. Επομένως, το Κοινοβούλιο είχε δίκιο να απορρίψει με τις αποφάσεις του της 4ης Φεβρουαρίου 1999 τις αιτήσεις που υπέβαλαν C. Ripa di Meana και L. Orlando. Συνεπώς, προτείνω να απορριφθεί η προσφυγή ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά των αποφάσεων αυτών.
Δ – Επί των δικαστικών εξόδων
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
124. Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, οι C. Ripa di Meana και L. Orlando το καλούν να απορρίψει εν πάση περιπτώσει ως απαράδεκτα τα αιτήματα του Κοινοβουλίου για την καταδίκη των προσφευγόντων πρωτοδίκως στην πληρωμή «όλων των εξόδων σχετικά με τις δίκες που κινήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου […]». Κατ’ αυτούς, αυτά τα αιτήματα συνιστούν πράγματι νέα αίτηση υποβληθείσα για πρώτη φορά στο στάδιο της αναιρέσεως, πράγμα το οποίο απαγορεύεται από το άρθρο 113, παράγραφος 1, δεύτερη παύλα, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζουν συναφώς ότι, πρωτοδίκως, το Κοινοβούλιο δεν είχε υποβάλει ειδικό αίτημα περί καταδίκης των προσφευγόντων, αλλά είχε απλώς καλέσει το Πρωτοδικείο «να αποφανθεί κατά νόμον επί των δικαστικών εξόδων». Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 87, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με το οποίο «ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, [μόνο] εφόσον υπήρχε σχετικό [ρητό] αίτημα», το Κοινοβούλιο θα όφειλε, επομένως, να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα αν είχε κερδίσει πρωτοδίκως. Το αίτημα, το οποίο υποβλήθηκε στο στάδιο της αναιρέσεως και με το οποίο αποσκοπείται η καταδίκη των C. Ripa di Meana και L. Orlando στην πληρωμή όλων των εξόδων σχετικά με τις δίκες που κινήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου, συνιστά επομένως νέο αίτημα που πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
125. Το Κοινοβούλιο τονίζει ότι το αίτημά του για καταδίκη των προσφευγόντων πρωτοδίκως στην πληρωμή όλων των εξόδων σχετικά με τις δίκες που κινήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν είναι νέο στο στάδιο της αναιρέσεως αλλά είχε ήδη διατυπωθεί διαφορετικά ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η καλύτερη απόδειξη περί τούτου είναι ότι το τελευταίο ερμήνευσε ορθώς τη διατύπωση αυτή, στην υπόθεση Τ-85/99, καταδικάζοντας τον G. Parigi στα δικά του δικαστικά έξοδα καθώς και σε αυτά του Κοινοβουλίου.
2. Εκτίμηση
126. Είναι βεβαίως αληθές, όπως παρατηρούν ορθώς οι C. Ripa di Meana και L. Orlando, ότι αίτημα για απόφανση κατά νόμον δεν ισοδυναμεί με αίτημα καταδίκης του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα. Το Δικαστήριο το έκρινε ρητώς με την απόφαση Lestelle κατά Επιτροπής (10).
127. Εντούτοις, είμαι της γνώμης ότι το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο ζήτησε, ενώπιον του Πρωτοδικείου, να αποφανθεί αυτό επί των δικαστικών εξόδων κατά νόμον, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, στο στάδιο της αναιρέσεως, κατά την εκτίμησή του της κατανομής των εν λόγω δαπανών, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν την κινηθείσα ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκη.
128. Η συλλογιστική των C. Ripa di Meana και L. Orlando βασίζεται πράγματι στο άρθρο 113, παράγραφος 1, δεύτερη παύλα, του Κανονισμού Διαδικασίας, ενώ τα έξοδα διέπονται από το άρθρο 122 του εν λόγω κανονισμού και, υπό την επιφύλαξη της τελευταίας αυτής διατάξεως, από τα άρθρα 69 έως 75, που κατέστησαν εφαρμοστέα στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του Κανονισμού Διαδικασίας.
129. Όμως, οι διατάξεις αυτές δεν εξαρτούν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα από το αν ένας διάδικος είχε ή δεν είχε υποβάλει σχετικό αίτημα ενώπιον του Πρωτοδικείου.
130. Συγκεκριμένα, στο πρώτο του εδάφιο, το άρθρο 122 προβλέπει, γενικώς, ότι «όταν η αίτηση αναιρέσεως […] γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των εξόδων».
131. Εξάλλου, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μου, οι C. Ripa di Meana και L. Orlando έπρεπε να ηττηθούν στις υποθέσεις Τ-83/99 και Τ-84/99, όπως και στην παρούσα αναιρετική υπόθεση, το δε Κοινοβούλιο ζήτησε, ενώπιον του Δικαστηρίου, να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα τόσον ενώπιον του Πρωτοδικείου όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν συντρέχει λόγος να μη γίνουν δεκτά τα αιτήματά του. Επομένως, προτείνω να καταδικαστούν οι C. Ripa di Meana και L. Orlando στο σύνολο των εξόδων, τόσον ενώπιον του Πρωτοδικείου όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου.
VI – Εξέταση της παρεμπίπτουσας αναιρέσεως
A – Επιχειρήματα των διαδίκων
132. Με την αίτηση αναιρέσεως που διατύπωσε παρεμπιπτόντως, ο G. Parigi ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει το σημείο 4 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον τον καταδίκασε να φέρει, εκτός των δικών του δικαστικών εξόδων, τα δικαστικά έξοδα του Κοινοβουλίου στην υπόθεση Τ-85/99. Προβάλλει συναφώς τα επόμενα τρία επιχειρήματα.
133. Πρώτον, το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 87, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού του Διαδικασίας κρίνοντας, στη σκέψη 81, τρίτη πρόταση, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, δεδομένου ότι ο G. Parigi ηττήθηκε, καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Κοινοβούλιο, «συμφώνως προς το σχετικό αίτημα του τελευταίου». Κατά τον G. Parigi, το Κοινοβούλιο, με το υπόμνημά του αντικρούσεως και το υπόμνημά του ανταπαντήσεως, στην πραγματικότητα ουδέποτε ζήτησε από το Πρωτοδικείο να καταδικάσει τον G. Parigi στα δικαστικά έξοδα, αλλά μόνο να «αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων κατά νόμον».
134. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 88 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με το οποίο «στις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους […]». Κατά τον G. Parigi, η προσφυγή την οποία άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου πρέπει, πράγματι, να θεωρηθεί ως προσφυγή ασκηθείσα από υπάλληλο της Κοινότητας κατά των θεσμικών οργάνων της, στο μέτρο που η εν λόγω προσφυγή δεν αφορά ζήτημα συνδεόμενο με την πολιτική θητεία που πρέπει να ασκήσει, αλλά απόφαση αυστηρά διοικητικής φύσεως, εκδοθείσα από το σώμα των κοσμητόρων στον τομέα των συντάξεων. Επομένως, αν και ηττήθηκε, δεν θα μπορούσε ουδέποτε να επιβαρυνθεί με τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Κοινοβούλιο.
135. Τέλος, όσον αφορά την απαγόρευση αιτήσεων αναιρέσεως που αφορούν μόνο το βάρος και το ύψος των δαπανών, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 51, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, ο G. Parigi παρατηρεί ότι η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι υποχρεώνει μόνο το Δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτες τις αιτήσεις αναιρέσεως που επιδιώκουν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την απόφαση του Πρωτοδικείου σχετικά με τα έξοδα, αφού εξετίμησε τα πραγματικά περιστατικά που του υποβλήθηκαν. Εν προκειμένω, αντιθέτως, η παρεμπίπτουσα αναίρεση καθιστά εμφανές πρόδηλο σφάλμα του Πρωτοδικείου που αφορά ένα πραγματικό περιστατικό –το αίτημα καταδίκης– του οποίου η ύπαρξη εσφαλμένως διαπιστώθηκε από το Πρωτοδικείο και το οποίο, συνεπώς, μεταφράζεται σε νομικό σφάλμα. Επομένως, επειδή θεωρεί τον εαυτό του θύμα δικαστικής πλάνης, ο G. Parigi καλεί το Δικαστήριο να κηρύξει την παρεμπίπτουσα αναίρεση παραδεκτή και βάσιμη.
136. Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί, πρώτον, τον χαρακτηρισμό που έδωσε ο G. Parigi στην αίτησή του αναιρέσεως. Κατά το Κοινοβούλιο, πράγματι, από την εξέταση τόσο των άρθρων που προέβαλε ο G. Parigi όσο και από το ίδιο το περιεχόμενο του «υπομνήματός του αντικρούσεως» προκύπτει ότι δεν πρόκειται τόσο για «παρεμπίπτουσα αναίρεση» κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου όσο για αυτοτελή αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής, ασκηθείσα εκπροθέσμως. Το Κοινοβούλιο αναφέρει συναφώς ότι το άρθρο 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, το οποίο επικαλείται ο G. Parigi, δεν εφαρμόζεται στην παρεμπίπτουσα αναίρεση, ενώ το άρθρο 115, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου αναφέρεται στο υπόμνημα αντικρούσεως της αναιρέσεως και όχι σε πράξη «περιέχουσα παρεμπίπτουσα αναίρεση». Ομοίως, το άρθρο 116, παράγραφος 1, πρώτη παύλα, του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας αναφέρεται στην ολική ή μερική απόρριψη της αναιρέσεως ή την αναίρεση, ολική ή μερική, της αποφάσεως του Πρωτοδικείου που αποτελεί αντικείμενο της αναιρέσεως. Εν προκειμένω, τα συμπεράσματα του υπομνήματος αντικρούσεως δεν μπορούν επομένως παρά να αφορούν την απόφαση του Πρωτοδικείου σχετικά με τις υποθέσεις Τ-83/99 και Τ-84/99, που αφορούν τους C. Ripa di Meana και L. Orlando.
137. Δεύτερον, το Κοινοβούλιο παρατηρεί ότι το άρθρο 116, παράγραφος 1, δεύτερη παύλα, του Κανονισμού Διαδικασίας, του Δικαστηρίου αναφέρεται μεν στην ολική ή μερική αποδοχή των αιτημάτων που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, αποκλείοντας οποιοδήποτε νέο αίτημα, όμως, σε καμία περίπτωση, δεν επιτρέπει να παρατείνεται η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 49, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου. Όμως, εν προκειμένω, ο G. Parigi άσκησε την αναίρεσή του πολύ μετά τη νόμιμη προθεσμία των δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
138. Τέλος, το Κοινοβούλιο παρατηρεί ότι, αν το υπόμνημα του G. Parigi ληφθεί υπόψη, θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να κηρυχθεί απαράδεκτο για τον λόγο ότι παραβαίνει το άρθρο 51, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο «δεν χωρεί αναίρεση αποκλειστικά για τον καταλογισμό ή το ύψος της δικαστικής δαπάνης». Το Κοινοβούλιο απορρίπτει συναφώς την «απατηλή» ερμηνεία που έδωσε στη διάταξη αυτή ο G. Parigi με το υπόμνημά του.
Β – Εκτίμηση
139. Αρκεί η διαπίστωση ότι η παρεμπίπτουσα αναίρεση την οποία άσκησε ο G. Parigi συνιστά αναίρεση με αποκλειστικό αντικείμενο την αμφισβήτηση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου ως προς τα δικαστικά έξοδα στην υπόθεση Τ‑85/99.
140. Όμως, όπως ορθώς παρατηρεί το Κοινοβούλιο, δυνάμει του άρθρου 51, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, δεν χωρεί αναίρεση αποκλειστικά για τον καταλογισμό και το ύψος των δαπανών. Η διάταξη αυτή είναι σαφής και δεν επιτρέπει, αντίθετα προς αυτό που υποστηρίζει ο G. Parigi, εξαιρέσεις ανάλογα με τη φύση του σφάλματος που επηρεάζει την απόφαση του Πρωτοδικείου ως προς τα δικαστικά έξοδα.
141. Επομένως, προτείνω να απορριφθεί η παρεμπίπτουσα αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο G. Parigi στα δικαστικά έξοδα που προκλήθηκαν από την παρεμπίπτουσα αίτηση αναιρέσεως.
142. Προσθέτω ακόμη, για κάθε ενδεχόμενο, ότι το επιχείρημα του G. Parigi, σύμφωνα με το οποίο η προσφυγή του πρέπει να θεωρηθεί ως προσφυγή ασκηθείσα από υπάλληλο της Κοινότητας κατά ενός των θεσμικών οργάνων της και ότι, επομένως, το Πρωτοδικείο έπρεπε να εφαρμόσει το άρθρο 88 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
143. Είναι βεβαίως αληθές, όπως προκύπτει από την απόφαση Κοντογεώργης κατά Επιτροπής (11), στην οποία αναφέρεται ο G. Parigi, ότι το μέλος ενός θεσμικού οργάνου μπορεί να ασκήσει προσφυγή βάσει του άρθρου 236 ΕΚ κατά του θεσμικού του οργάνου.
144. Εντούτοις, για να είναι παραδεκτή μια τέτοια προσφυγή, πρέπει υποχρεωτικώς να έχει προηγηθεί η προηγουμένη διοικητική διαδικασία, όπως αυτή προβλέπεται από τα άρθρα 90 και 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (12).
145. Επειδή ο G. Parigi, καθώς εξάλλου και οι C. Ripa di Meana και L. Orlando δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν τη διαδικασία αυτή –αντίθετα προς τον Γ. Κοντογεώργη (13)– η προσφυγή τους δεν μπορεί να θεωρηθεί προσφυγή βασιζόμενη στο άρθρο 236 ΕΚ. Αντιθέτως, πρέπει να χαρακτηρισθεί ως προσφυγή βασιζόμενη στο άρθρο 230 ΕΚ, στο οποίο επίσης έχουν πρόσβαση τα μέλη ενός θεσμικού οργάνου (14).
VII – Πρόταση
146. Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω:
– να ακυρωθεί η απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα) της 26ης Οκτωβρίου 2000, Τ-83/99 έως Τ-85/99, Ripa di Meana κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, καθόσον δέχθηκε, στις υποθέσεις Τ‑83/99 και Τ‑84/99, την προσφυγή περί ακυρώσεως των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 1999, αριθ. 300762 και 300763, περί απορρίψεως αντιστοίχως των αιτήσεων των C. Ripa di Meana και L. Orlando, για την αναδρομική εφαρμογή του προσωρινού συνταξιοδοτικού καθεστώτος που προβλέπεται από το παράρτημα ΙΙΙ της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·
– να απορριφθεί ως αβάσιμη η προσφυγή περί ακυρώσεως στις υποθέσεις Τ‑83/99 και Τ-84/99·
– να απορριφθεί ως απαράδεκτη η παρεμπίπτουσα αναίρεση που ασκήθηκε από τον G. Parigi·
– να καταδικαστούν οι C. Ripa di Meana και L. Orladno να φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα καθώς και αυτά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις υποθέσεις Τ-83/99 και Τ-84/99 και να φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα καθώς και αυτά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που προκλήθηκαν από την κύρια αναίρεση·
– να καταδικαστεί ο G. Parigi στα δικά του δικαστικά έξοδα καθώς και σε αυτά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που προκλήθηκαν από την παρεμπίπτουσα αναίρεση.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Τ-83/99, Τ-84/99 και Τ-85/99, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-3493.
3 – Η υπογράμμιση είναι δική μου.
4 – Απόφαση της 23ης Μαρτίου 1993, C-314/91 (Συλλογή 1993, σ. Ι-1093).
5 – Η υπογράμμιση είναι δική μου.
6 – Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1981, 195/80 (Συλλογή 1981, σ. 2861).
7 – Απόφαση της 6ης Ιουλίου 1988, 236/86 (Συλλογή 1988, σ. 3761).
8 – Βλ., επίσης, τις αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 1990, C-180/88, Wirtschaftsvereinigung Eisen- und Stahlindustrie κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-4413, σκέψη 22), και της 19ης Φεβρουαρίου 1998, C-309/95, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. Ι-655, σκέψη 18), και τη διάταξη της 5ης Μαρτίου 1993, C-102/92, Ferriere Acciaierie Sarde κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-801, σκέψη 18).
9 – Σημείο 13, στοιχείο d΄, πρώτο εδάφιο, του υπομνήματος ανταπαντήσεως. Η υπογράμμιση υπάρχει στο πρωτότυπο κείμενο, εκτός του τμήματος «αμέσως […] τροποποιήσεως», η υπογράμμιση είναι δική μου.
10 – Απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992, C-30/91 P (Συλλογή 1992, σ. Ι-3755, σκέψη 38).
11 – Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1989, 163/88 (Συλλογή 1989, σ. 4189).
12 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 27ης Ιουνίου 1989, 200/87, Giordani κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 1877, σκέψη 22).
13 – Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην προπαρατεθείσα υπόθεση Κοντογεώργης κατά Επιτροπής, παράγραφος 7.
14 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 17ης Μαΐου 1994, C-416/92, H. κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-1741), και ειδικότερα τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz στην εν λόγω υπόθεση, παράγραφος 31.
Full & Egal Universal Law Academy