Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής βάλλει κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 24ης Οκτωβρίου 2000 που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Τ-178/98 , με την οποία η Επιτροπή υποχρεώθηκε στην αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη η εταιρία Fresh Marine Company SA (στο εξής: Fresh Marine) από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 2529/97 , με τον οποίον η Επιτροπή επέβαλε επί των εισαγωγών σολομού Ατλαντικού εκτροφής, καταγωγής Νορβηγίας, προσωρινούς δασμούς αντιντάμπινγκ και αντασταθμιστικούς δασμούς.
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο και πραγματικά περιστατικά
Α - Νομικό πλαίσιο
2. Ο κανονισμός (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (στο εξής: βασικός κανονισμός) προβλέπει στο άρθρο 8, παράγραφος 3 τα εξής:
«Οι προτεινόμενες αναλήψεις υποχρεώσεων είναι δυνατό να μη γίνονται δεκτές σε περίπτωση που κρίνεται ότι η αποδοχή τους παρουσιάζει πρακτικές δυσκολίες, επί παραδείγματι αν ο αριθμός των πραγματικών ή δυνητικών εξαγωγέων είναι υπερβολικά μεγάλος ή για άλλους λόγους, συμπεριλαμβανομένων λόγων που ανάγονται στην ακολουθούμενη γενική πολιτική. Ο ενδιαφερόμενος εξαγωγέας δύναται να πληροφορείται τους λόγους για τους οποίους σχεδιάζεται η υποβολή πρότασης για την απόρριψη της προσφοράς δεδομένης ανάληψης υποχρέωσης 7 επίσης ενδέχεται να του παραχωρείται η δυνατότητα να διατυπώσει τυχόν παρατηρήσεις σχετικά. Οι λόγοι της απόρριψης πρέπει να μνημονεύονται στην οριστική απόφαση.»
3. Το άρθρο 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού προβλέπει:
«Επιτρέπεται η επιβολή, μετά από διαβουλεύσεις, προσωρινού δασμού δυνάμει του άρθρου 7 με βάση τα καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία, όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι δεδομένη ανάληψη υποχρέωσης παραβιάζεται ή, σε περιπτώσεις παραβίασης ή ανάκλησης μιας ανάληψης υποχρέωσης, όταν δεν έχει ολοκληρωθεί η έρευνα που οδήγησε στην ανάληψη υποχρέωσης.»
4. Το άρθρο 18, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού προβλέπει:
«Όταν δεν γίνονται δεκτά ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία ή ορισμένες πληροφορίες, το μέρος που τα έχει προσκομίσει πρέπει να ενημερώνεται πάραυτα σχετικά με τους λόγους της μη αποδοχής 7 επίσης πρέπει να του δίδεται η δυνατότητα να παράσχει πρόσθετες εξηγήσεις εντός της προκαθορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση που οι εξηγήσεις αυτές δεν κριθούν ικανοποιητικές, πρέπει να καθίστανται γνωστοί οι λόγοι της απόρριψης των συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων ή πληροφοριών και να αναπτύσσονται στα δημοσιευόμενα πορίσματα.»
Β - Πραγματικά περιστατικά
5. Από την απόφαση του Πρωτοδικείου προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
6. Η Fresh Marine είναι εταιρία νορβηγικού δικαίου η οποία συστάθηκε το 1992 και ειδικεύεται στην εμπορία σολομού Ατλαντικού εκτροφής. Η Επιτροπή ανακοίνωσε στις 31 Αυγούστου 1996, κατόπιν καταγγελιών οι οποίες υποβλήθηκαν τον Ιούλιο του 1996, με δύο χωριστές ανακοινώσεις που δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτητων , την έναρξη της διαδικασίας αντιντάμπινγκ και της διαδικασίας κατά των επιδοτήσεων όσον αφορά τις εισαγωγές σολομού Ατλαντικού εκτροφής, καταγωγής Νορβηγίας.
7. Η Επιτροπή συγκέντρωσε και ήλεγξε όλες τις πληροφορίες που έκρινε αναγκαίες προκειμένου να καταλήξει στα οριστικά της συμπεράσματα. Κατόπιν της εξετάσεως αυτής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν αναγκαία η λήψη μέτρων αντιντάμπινγκ και οριστικών αντισταθμιστικών μέτρων προς άρση των επιζημίων συνεπειών των καταγγελθεισών πρακτικών ντάμπινγκ και επιδοτήσεων.
8. Στις 17 Ιουνίου 1997 η Fresh Marine, αφού ενημερώθηκε σχετικά με τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Επιτροπή, υπέβαλε ενώπιον της Επιτροπής πρόταση περί αναλήψεως υποχρεώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 8 του βασικού κανονισμού και του κανονισμού (ΕΚ) 3284/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων από χώρες μη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας . Ειδικότερα, ανέλαβε την υποχρέωση η μέση ανά τρίμηνο τιμή των εξαγομένων από αυτή σολομών Ατλαντικού εκτροφής, άνευ εντοσθίων μετά κεφαλής, να μην είναι κατώτερη των 3,25 ECU ανά χγρ/μο, η δε τιμή της κάθε επιμέρους πωλήσεως να μην είναι μικρότερη του 85 % της ανωτέρω μέσης ελάχιστης τιμής, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων και μέχρι 2 %, κατά ανώτατο όριο, του συνόλου των εξαγωγών της προς την Κοινότητα κατά τη διάρκεια του οικείου τριμήνου.
9. Η Επιτροπή αποδέχθηκε την ανάληψη υποχρεώσεων την οποία πρότεινε μια σειρά Νορβηγών εξαγωγέων αυτών των προϊόντων, μεταξύ των οποίων ήταν και η Fresh Marine . Έναντι των εξαγωγέων αυτών έπαυσαν οι διαδικασίες αντιντάμπινγκ και αντεπιδοτήσεων. Η ανάληψη υποχρεώσεως από τη Fresh Marine άρχισε να ισχύει από 1ης Ιουλίου 1997. Την ίδια ημέρα το Συμβούλιο επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ και οριστικό αντασταθμιτικό δασμό .
10. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, των εν λόγω δύο κανονισμών, οι εισαγωγές στην Κοινότητα σολομού Ατλαντικού εκτροφής, καταγωγής Νορβηγίας, παραγομένου από τη Fresh Marine, απαλλάχθηκαν από τους εν λόγω δασμούς, δεδομένου ότι η Επιτροπή αποδέχθηκε την εκ μέρους της Fresh Marine ανάληψη υποχρεώσεων.
11. Στις 22 Οκτωβρίου 1997 η Fresh Marine υπέβαλε στην Επιτροπή έκθεση από την οποία προέκυπτε το σύνολο των εξαγωγών της σολομού Ατλαντικού εκτροφής προς την Κοινότητα κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του 1997 (στο εξής: έκθεση του Οκτωβρίου 1997). Στις 16 Δεκεμβρίου 1997 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 2529/97. Δυνάμει του κανονισμού αυτού, οι εισαγωγές σολομού Ατλαντικού εκτροφής, καταγωγής Νορβηγίας, προερχομένου από τα εκτροφεία της Fresh Marine επιβαρύνθηκαν με προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ ύψους 0,32 ECU ανά χλγρ. και με προσωρινό αντισταθμιστικό δασμό ύψους 3,8 %, η δε επωνυμία της Fresh Marine απαλείφθηκε από το παράρτημα της αποφάσεως 97/634 , όπου μνημονεύονταν οι εταιρίες των οποίων είχε γίνει δεκτή η ανάληψη υποχρεώσεων. Ο κανονισμός αυτός τέθηκε σε ισχύ στις 18 Δεκεμβρίου 1997. Η διάρκεια ισχύος του ορίστηκε σε τέσσερις μήνες. Στους ενδιαφερομένους παρασχέθηκε η δυνατότητα να καταθέσουν γραπτώς τις παρατηρήσεις τους, εντός ενός μήνα από της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού, ήτοι το αργότερο μέχρι τις 17 Ιανουαρίου 1998, καθώς και να ζητήσουν ακρόαση από την Επιτροπή.
12. Με έγγραφο της 19ης Δεκεμβρίου 1997 η Επιτροπή ενημέρωσε τη Fresh Marine σχετικά με τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και τις εκτιμήσεις βάσει των οποίων επιβλήθηκαν προσωρινοί δασμοί επί των εισαγωγών προϊόντων της στην Κοινότητα. Με την επιστολή αυτή, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι από την ανάλυση της εκθέσεως του Οκτωβρίου 1997 προέκυψε μέση τιμή εξαγωγής σολομού άνευ εντοσθίων μετά κεφαλής ύψους 3,22 ECU ανά χγρ/μο, δηλαδή τιμή κατώτερη της ελάχιστης μέσης τιμής που είχε καθοριστεί με την ανάληψη υποχρεώσεων της 17ης Ιουνίου 1997, με αποτέλεσμα να συμπεράνει η Επιτροπή ότι δεν τηρήθηκαν οι αναληφθείσες υποχρεώσεις. Στο έγγραφο αυτό επισυνάφθηκε αντίγραφο των στοιχείων βάσει των οποίων η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό.
13. Με τηλεαντίγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 1997, η Fresh Marine προσήψε στην Επιτροπή ότι αλλοίωσε την έκθεσή της του Οκτωβρίου 1997, απαλείφοντας ορισμένες γραμμές που αφορούσαν την ακύρωση εσφαλμένων γραμμών. Υπογραμμίζουσα ότι είχε διακόψει κάθε εξαγωγή προς την Κοινότητα από της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 2529/97 και υφιστάμενη ως εκ τούτου σημαντική ζημία, ζήτησε την άμεση άρση των εις βάρος της κυρώσεων.
14. Με επιστολή της 5ης Ιανουαρίου 1998 η Επιτροπή απέρριψε τις κατηγορίες της Fresh Marine. Η Επιτροπή διευκρίνισε στη Fresh Marine ότι αποφάσισε να απαλείψει ένα σύνολο γραμμών της εκθέσεως του Οκτωβρίου 1997 διότι περιλαμβάνονταν σ' αυτές στοιχεία με αρνητικό πρόσημο τα οποία, ελλείψει επεξηγήσεων στην έκθεση, δεν μπορούσαν να συσχετιστούν με τα αντίστοιχα τιμολόγια. Η Επιτροπή προσέθετε ότι, αν η Fresh Marine της απέστελλε εγκαίρως μια ορθή έκθεση εμφαίνουσα ότι το σύνολο των πωλήσεών της, άνευ πιστωτικών γραμμών, πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του 1997 με μέση τιμή ανώτερη από την ελάχιστη τιμή, θα μπορούσε να επανεξέτασει τη θέση της. Υπογράμμισε, επίσης, τον προσωρινό χαρακτήρα των δασμών που επιβλήθηκαν με τον κανονισμό 2529/97 και επισήμανε στη Fresh Marine ότι μπορούσε να εξακολουθήσει τις εξαγωγές της προς την Κοινότητα παρέχουσα, για τις πωλήσεις της που πραγματοποιούνται κατά το σύστημα DDP (Delivered Duty Paid, παράδοση με καταβεβλημένους δασμούς), την κατάλληλη εγγύηση στις τελωνειακές αρχές των οικείων κρατών μελών.
15. Στις 6 Ιανουαρίου 1998, η Fresh Marine υπέβαλε στην Επιτροπή αναθεωρημένη την από Οκτώβριο 1997 έκθεσή της. Στις 8 Ιανουαρίου 1998 η Επιτροπή επέστρεψε στη Fresh Marine την αναθεωρημένη έκθεσή της, τροποποιημένη κατόπιν των διευκρινίσεων που είχε παράσχει η Fresh Marine την προτεραία, κλήθηκε δε η Fresh Marine να γνωστοποιήσει εγγράφως στην Επιτροπή αν αποδεχόταν το περιεχόμενο της νέας αυτής τροποποιημένης εκθέσεως. Με τηλεαντίγραφο της 9ης Ιανουαρίου 1998, η Fresh Marine ενημέρωσε την Επιτροπή ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο της νέας αναθεωρημένης εκθέσεως του Οκτωβρίου 1997. Υπογραμμίζοντας ότι δεν είχε σχετικώς να διατυπώσει συμπληρωματικές παρατηρήσεις και επικαλούμενη σημαντικές εμπορικές ζημίες, τόνισε μετ' επιτάσεως ότι θα έπρεπε η κατάστασή της να διευθετηθεί και να καταργηθούν οι προσωρινοί δασμοί προ της εκπνοής της προθεσμίας που έτασσε ο κανονισμός 2529/97 στα ενδιαφερόμενα μέρη προκειμένου να διατυπώσουν τις απόψεις τους.
16. Με έγγραφο της 30ής Ιανουαρίου 1998, η Επιτροπή ανακοίνωσε στη Fresh Marine ότι θεωρούσε εφεξής ότι είχε τηρήσει, κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του 1997, την ελάχιστη μέση τιμή εξαγωγής που είχε καθοριστεί με την εκ μέρους της ανάληψη υποχρεώσεων για τον άνευ εντοσθίων μετά κεφαλής σολομό και ότι, συνεπώς, δεν είχε πλέον λόγους να θεωρεί ότι υπήρχε παράβαση αυτών των υποχρεώσεων.
17. Με έγγραφο της 2ας Φεβρουαρίου 1998, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Fresh Marine περί της προθέσεώς της να προτείνει στο Συμβούλιο να μην επιβάλει οριστικούς δασμούς και περί της μη επιβεβαιώσεως, κατά συνέπεια, των προσωρινών δασμών που επιβλήθηκαν με τον κανονισμό 2529/97. Με το εν λόγω έγγραφο προσέθετε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, τα ποσά που κατατέθηκαν ως προσωρινοί δασμοί θα αποδεσμευτούν, εκτός αν το Συμβούλιο αποφασίσει να τους εισπράξει οριστικώς, εν όλω ή εν μέρει.
18. Στις 23 Μαρτίου 1998 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 651/98 . Δυνάμει του κανονισμού αυτού, οι δασμοί αντιντάμπινγκ και οι αντισταθμιστικοί δασμοί που επιβλήθηκαν με τον κανονισμό 2529/97 καταργήθηκαν καθό μέτρο αφορούσαν τις εισαγωγές προϊόντων της Fresh Marine. Κατά τα λοιπά, τέθηκε και πάλι σε ισχύ από τις 25 Μαρτίου 1998 η ανάληψη υποχρεώσεων από τη Fresh Marine.
19. Στις 27 Οκτωβρίου 1998, η Fresh Marine άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου αγωγή αποζημιώσεως ζητώντας να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της αποκαταστήσει τη ζημία ύψους 2 115 000 Νορβηγικών κορωνών (ΝΟΚ) την οποία υπέστη λόγω της επιβολής των προσωρινών δασμών.
ΙΙΙ - Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
Α - Επί της προσαπτομένης στην Επιτροπή παράνομης συμπεριφοράς
20. Επί του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς της Επιτροπής, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι πράξεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής που εκδίδονται στο πλαίσιο διαδικασίας η οποία ενδέχεται να καταλήξει στη λήψη μέτρων αντιντάμπινγκ είναι μεν κανονιστικές πράξεις συνεπαγόμενες επιλογές οικονομικής πολιτικής, ώστε η ευθύνη της Κοινότητας να μην μπορεί να θεμελιωθεί λόγω τέτοιων πράξεων παρά μόνον εφόσον συντρέχει κατάφωρη παράβαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες, πλην όμως πρέπει να υπογραμμιστούν οι ιδιομορφίες της παρούσας υπόθεσης. Εν προκειμένω, η εν λόγω ζημία οφείλεται στην παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής στο πλαίσιο της εξετάσεως της εκθέσεως του Οκτωβρίου 1997, σκοπός της οποίας ήταν ο έλεγχος της εκ μέρους της Fresh Marine τηρήσεως, κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του 1997, των υποχρεώσεων των οποίων η ανάληψη είχε θέσει τέρμα στις έρευνες αντιντάμπινγκ και αντεπιδοτήσεων που την αφορούσαν. Αυτή η προβαλλόμενη ως παράνομη συμπεριφορά οδήγησε την Επιτροπή στο συμπέρασμα ότι η Fresh Marine δεν είχε τηρήσει τις υποχρεώσεις της. Η συμπεριφορά αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο μιας διοικητικής φύσεως ενέργειας που αφορούσε ειδικώς και αποκλειστικώς τη Fresh Marine. Η ενέργεια αυτή δεν περιελάμβανε καμία επιλογή οικονομικής πολιτικής, παρείχε δε στην Επιτροπή σημαντικά περιορισμένο, έως ανύπαρκτο, περιθώριο εκτιμήσεως. Κατά τα λοιπά, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι ο φερόμενος παράνομος χαρακτήρας της συμπεριφοράς της Επιτροπής προκάλεσε την προβαλλόμενη ζημία μόνον από τη στιγμή που, και επειδή, επικυρώθηκε με τη λήψη προσωρινών μέτρων κατά των εισαγωγών προϊόντων της Fresh Marine στο πλαίσιο του κανονισμού 2529/97. Εντούτοις, ο κανονισμός αυτός αποτελεί απλώς έκφραση των έναντι της Fresh Marine προσωρινών συμπερασμάτων της Επιτροπής από την ανάλυση της ανωτέρω εκθέσεως και, ειδικότερα, από το επίπεδο της μέσης τιμής εξαγωγής που εφάρμοζε η Fresh Marine κατά τη διάρκεια της καλυπτόμενης από την έκθεση αυτή περιόδου .
21. Το Πρωτοδικείο, στηριζόμενο στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Bergaderm , έκρινε ότι αρκεί η απλή παράβαση του κοινοτικού δικαίου προκειμένου να στοιχειοθετηθεί εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας. Ειδικότερα, η διαπίστωση μιας πλημμέλειας που δεν θα είχε διαπράξει, υπό ανάλογες περιστάσεις, μια διοικητική αρχή επιδεικνύουσα τη συνήθη φρόνηση και επιμέλεια επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά του οργάνου είναι παράνομη και μπορεί να στοιχειοθετήσει ευθύνη της Κοινότητας. Συνεπώς, έπρεπε κατά το Πρωτοδικείο να εξεταστεί αν η Επιτροπή διέπραξε, στο πλαίσιο του, βάσει της εκθέσεως του Οκτωβρίου 1997, διοικητικού ελέγχου για την εκ μέρους της Fresh Marine της υποχρεώσεώς της, πλημμέλεια την οποία δεν θα διέπραττε μια διοικητική αρχή επιδεικνύουσα τη συνήθη φρόνηση και επιμέλεια ευρισκόμενη υπό τις ίδιες περιστάσεις .
22. Όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, η έκθεση του Οκτωβρίου 1997, την οποία η Fresh Marine απέστειλε στην Επιτροπή σε δισκέτα Η/Υ, περιέχει 200 γραμμές, οι οποίες αναφέρονται στις συνολικές πωλήσεις στην κοινοτική αγορά σολομού Ατλαντικού εκτροφής άνευ εντοσθίων μετά κεφαλής (προϊόντα που αντιστοιχούν στην «παρουσίαση β» της αναλήψεως υποχρεώσεων από τη Fresh Marine). Η έκθεση αυτή έχει τη μορφή πίνακα ο οποίος αποτελείται από 27 στήλες. Δώδεκα από τις 200 αυτές γραμμές περιλαμβάνουν αρνητικές τιμές. Στην τελευταία σελίδα της εκθέσεως αυτής υπάρχουν οι ακόλουθες τελικές ενδείξεις:
«(...)
Sum of Qtyw (kg) 477 725,50
Sum of CIF value * Qtyw 1 577 762,37
Sum of Qtyw sold at below 85 % of minimum price in kg 0,00
(...)»
23. Κατά το Πρωτοδικείο, από την ανάγνωση των τελικών αυτών ενδείξεων της εκθέσεως του Οκτωβρίου 1997 συνάγεται εκ πρώτης όψεως ότι η Fresh Marine τήρησε τις υποχρεώσεις της κατά την περίοδο που καλύπτει η εν λόγω έκθεση. Πράγματι, από την έκθεση προκύπτει ότι δεν συνήψε καμία ατομική συναλλαγή βάσει τιμής χαμηλότερης από το όριο του 85 % της ελάχιστης μέσης τιμής των 3,25 ECU ανά χγρ/μο, η οποία είχε οριστεί με την ανάληψη υποχρεώσεως για τις εξαγωγές της σολομού άνευ εντοσθίων μετά κεφαλής, καθώς και ότι η μέση τιμή των προϊόντων αυτών κατά την εξεταζόμενη περίοδο υπερέβαινε την προαναφερθείσα ελάχιστη μέση τιμή, διότι ανήρχετο σε 3,3026 ECU ανά χγρ/μο (1 577 762,37 ECU/477 725,50 χγρ.). Έστω και αν γίνει δεκτό ότι οι περιεχόμενες στην ανάληψη υποχρεώσεων που ανέλαβε η Fresh Marine εξειδικεύσεις δεν προέβλεπαν τη δυνατότητα να σημειώνονται αρνητικές τιμές στις τριμηνιαίες εκθέσεις πωλήσεων, η Επιτροπή δεν μπορούσε, ενόψει μιας εκθέσεως η οποία, εκ πρώτης όψεως, δημιουργούσε την εντύπωση ότι η Fresh Marine είχε συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει, να προχωρήσει σε μονομερή τροποποίηση του περιεχομένου αυτής της εκθέσεως, απαλείφουσα τις γραμμές που περιείχαν αρνητικές τιμές και αντικαθιστώντας τις τελικές ενδείξεις με δικό της υπολογισμό - πραγματοποιηθέντα βάσει της τροποποιημένης εκθέσεως - της μέσης τιμής εξαγωγής που εφάρμοσε η Fresh Marine κατά την εξεταζόμενη περίοδο, χωρίς να της εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους δεν έλαβε υπόψη της τις ανωτέρω τελικές ενδείξεις και χωρίς να λάβει από την ενάγουσα τη διαβεβαίωση ότι οι τροποποιήσεις που έγιναν δεν θίγουν το αξιόπιστο των στοιχείων που παρασχέθηκαν προς έλεγχο της τηρήσεως των υποχρεώσεων. Αποφασίζοντας να μη λάβει υπόψη της την πρώτη ευνοϊκή για τη Fresh Marine εντύπωση που προέκυπτε από την έκθεση του Οκτωβρίου 1997, η Επιτροπή όφειλε να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια για την ορθή ερμηνεία των περιεχομένων στην έκθεση στοιχείων, βάσει των οποίων θα διαμόρφωνε άποψη ως προς το αν συμβιβάζεται η συμπεριφορά της Fresh Marine, κατά τη διάρκεια της εξεταζομένης περιόδου, με τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει .
24. Κατά το Πρωτοδικείο, η Fresh Marine δεν μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς το άρθρο 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού. Η διάταξη αυτή παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι που να της δημιουργούν, βάσει των καλύτερων πληροφοριών που διαθέτει, την πεποίθηση ότι η αρχικώς αναληφθείσα υποχρέωση, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αντιντάμπινγκ ή αντεπιδοτήσεων, παραβιάστηκε, να λαμβάνει εγκαίρως τα απαιτούμενα προσωρινά μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει τα συμφέροντα της κοινοτικής βιομηχανίας, υπό την επιφύλαξη τυχόν μεταγενέστερου ουσιαστικού ελέγχου προς διαπίστωση μιας πραγματικής παραβιάσεως της σχετικής υποχρεώσεως. Εντούτοις, κατά το Πρωτοδικείο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η έκθεση του Οκτωβρίου 1997, ειδικότερα οι τελικές της ενδείξεις, δημιουργούσαν την πεποίθηση ότι η Fresh Marine είχε τηρήσει τις υποχρεώσεις της. Μετά την τροποποίηση αυτής της εκθέσεως με δική της πρωτοβουλία, χωρίς να φροντίσει να συγκεντρώσει από τη Fresh Marine πληροφορίες σχετικά με τις ενδεχόμενες επιπτώσεις της μονομερούς της παρεμβάσεως επί της αξιοπιστίας των πληροφοριών που η Fresh Marine της παρέσχε, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Fresh Marine παραβιάζει προφανώς τις υποχρεώσεις της. Συνεπώς, τα στοιχεία της εκθέσεως του Οκτωβρίου 1997, όπως έχουν αλλοιωθεί, δεν μπορούν προφανώς να θεωρηθούν ως οι καλύτερες δυνατές πληροφορίες, κατά την έννοια του άρθρου 8 του βασικού κανονισμού .
25. Κατά το Πρωτοδικείο, το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε να εξετάσει, καθώς πλησίαζαν οι εορτές του τέλους του έτους, περίοδος ιδιαίτερα σημαντική για το εμπόριο σολομού, περισσότερες από ενενήντα εκθέσεις ανάλογες με την έκθεση του Οκτωβρίου 1997 δεν δικαιολογούσε την εκ μέρους της μονομερή τροποποίηση της εκθέσεως αυτής, όταν μάλιστα από την έκθεση αυτή προέκυπτε, εκ πρώτης όψεως, ότι οι υποχρεώσεις είχαν τηρηθεί. Εξάλλου, από τη στιγμή που η Επιτροπή αποφάσισε να τροποποιήσει την έκθεση αυτή, η οποία, εκ πρώτης όψεως, δημιουργούσε την εντύπωση ότι η Fresh Marine είχε συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της, το επείγον της καταστάσεως δεν μπορούσε να επιτρέψει χαλάρωση του καθήκοντος της επιμέλειας που όφειλε να επιδείξει κατά την εξέταση των στοιχείων εκείνων επί των οποίων εσκόπευε να στηρίξει τη γνώμη της επί του ζητήματος αυτού. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι η Επιτροπή, κατά την εξέταση της εκθέσεως του Οκτωβρίου 1997, διέπραξε πλημμέλεια στην οποία δεν θα υπέπιπτε, υπό ανάλογες περιστάσεις, μια διοικητική αρχή επιδεικνύουσα τη συνήθη σύνεση και επιμέλεια .
26. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ούτε η συμπεριφορά της Fresh Marine ήταν ανεπίληπτη. Όπως τόνισε η Επιτροπή, η Fresh Marine δεν παρέσχε καμία εξήγηση σχετικά με τις γραμμές της εκθέσεως του Οκτωβρίου 1997 οι οπίες περιείχαν τιμές. Ενόψει της πυκνότητας της εκθέσεώς της του Οκτωβρίου 1997, της μη προφανούς σχέσεως μεταξύ των εσφαλμένων γραμμών και των γραμμών που περιείχαν αρνητικές τιμές και της αμφισημίας των εν λόγω τιμών, η Fresh Marine όφειλε να παράσχει εξ ιδίας πρωτοβολίας στην Επιτροπή, με την ευκαιρία διαβιβάσεως της εν λόγω εκθέσεως, τις αναγκαίες για την κατανόησή της επεξηγήσεις. Η Fresh Marine, αποστέλλουσα την έκθεση του Οκτωβρίου 1997 χωρίς το παραμικρό σχετικό σχόλιο, επέδειξε αμελή συμπεριφορά, η οποία, όπως επιβεβαιώνει η επιστολή που της απέστειλε η Επιτροπή στις 5 Ιανουαρίου 1998, δημιούργησε σύγχυση στους υπαλλήλους της Επιτροπής. Σχετικές επεξηγήσεις θα τους βοηθούσαν να κατανοήσουν εξ αρχής τη σκοπιμότητα της αναγραφής αυτών των αρνητικών τιμών και να αντιληφθούν ότι τα στοιχεία που αφορούν την καταγραφή των διαφόρων πωλήσεων της Fresh Marine στην κοινοτική αγορά κατά τη διάρκεια του εξεταζομένου τριμήνου, συνολικώς θεωρούμενα, επιβεβαίωναν το συμπέρασμα που περιλαμβανόταν στο τέλος της εκθέσεως του Οκτωβρίου 1997, ότι δηλαδή η Fresh Marine είχε τηρήσει τις υποχρεώσεις της κατά τη διάρκεια της εξεταζομένης περιόδου .
27. Κατά το Πρωτοδικείο, βάσει της ανωτέρω αναλύσεως, επιβάλλεται να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η ενάγουσα και η Επιτροπή διέπραξαν, αμφότερες, πλημμέλειες ίσης σοβαρότητας, κατά το στάδιο εξετάσεως της εκ μέρους της ενάγουσας τηρήσεως της υποχρεώσεώς της κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου του 1997, στο πέρας του οποίου η Επιτροπή κατέληξε στη διαπίστωση ότι συντρέχει προφανώς παράβαση της εν λόγω υποχρεώσεως και ανάγκη λήψεως προσωρινών μέτρων έναντι των εισαγωγών προϊόντων της ενάγουσας, στο πλαίσιο του κανονισμού 2529/97. Εξάλλου, η Fresh Marine παραλείπουσα να περιλάβει εξ ιδίως πρωτοβουλίας στην έκθεσή της του Οκτωβρίου 1997 τις απαραίτητες επεξηγήσεις για την ορθή κατανόηση των αρνητικών τιμών που περιείχοντο στην εν λόγω έκθεση, επέδειξε αμελή συμπεριφορά, την οποία δεν θα επιδείκνυε επιχειρηματίας με τη συνήθη σύνεση και επιμέλεια. Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η πλημμελής αυτή συμπεριφορά της Fresh Marine και η σύγχυση που η συμπεριφορά αυτή προκάλεσε κατά τη μελέτη της εν λόγω εκθέσεως, δεν μπορεί να μη διαπιστωθεί ότι η αντίδραση της Επιτροπής, η οποία προέβη σε μονομερή τροποποίηση της εκθέσεως αυτής, καίτοι εξ αυτής προέκυπτε, εκ πρώτης όψεως, ότι η Fresh Marine είχε συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της κατά την εξεταζόμενη περίοδο, είχε χαρακτήρα δυσανάλογο και, κατά συνέπεια, πλημμελή, που κανένα στοιχείο δεν τη δικαιολογεί .
Επί της ζημίας και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της συμπεριφοράς της Επιτροπής
28. Ως προς το διαφυγόν κέρδος κατά την περίοδο μεταξύ 18ης Δεκεμβρίου 1997 και 25ης Μαρτίου 1998 το Δικαστήριο έκρινε ότι από τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή αναφορικά με τις εξαγωγές σολομού Ατλαντικού εκτροφής της ενάγουσας προς την Κοινότητα μεταξύ Ιουλίου 1997 και Σεπτεμβρίου 1998 προκύπτει πλήρης αναστολή των εξαγωγών της Fresh Marine κατά τη διάρκεια περιόδου περιλαμβανομένης, κατά προσέγγιση, μεταξύ των μέσων Δεκεμβρίου 1997 και του τέλους Μαρτίου 1998. Η αναστολή αυτή των εμπορικών δραστηριοτήτων της Fresh Marine στην κοινοτική αγορά επιβεβαιώνεται και από το πιστοποιητικό της εταιρίας λογιστικού ελέγχου στο οποίο αναφέρεται ότι:
«[Β]εβαιούται ότι, από τα λογιστικά βιβλία της ενάγουσας προκύπτει ότι αυτή δεν πραγματοποίησε καμία πώληση σολομού Ατλαντικού προς την Κοινότητα κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 18ης Δεκεμβρίου 1997 και 25ης Μαρτίου 1998.»
29. Κατά το Πρωτοδικείο, βάσει αυτών των πραγματικών δεδομένων πρέπει να υπολογιστεί το διαφυγόν κέρδος της Fresh Marine εκ της αναστολής των εξαγωγών της προς την Κοινότητα μεταξύ 18ης Δεκεμβρίου 1997 και 25ης Μαρτίου 1998. Το διαφυγόν αυτό κέρδος πρέπει να θεωρηθεί ως αντίστοιχο του περιθωρίου κέρδους που θα είχε η Fresh Marine αν είχε συνεχίσει τις εξαγωγές της προς την Κοινότητα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Προς τούτο, επιβάλλεται κατ' αρχάς να προσδιοριστεί το ποσοστό μειώσεως των εξαγωγών της Fresh Marine προς την Κοινότητα, κατόπιν θέσεως σε ισχύ, την 1η Ιουλίου 1997, της αναλήψεως εκ μέρους της υποχρεώσεων, η οποία, εν πάση περιπτώσει, θα εφαρμοζόταν αν η Fresh Marine συνέχιζε τις εξαγωγές της στην Κοινότητα κατά τη διάρκεια της εξεταζομένης περιόδου. Η αξιοπιστία ενός τέτοιου υπολογισμού επέβαλε να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των πωλήσεων της Fresh Marine στην Κοινότητα μεταξύ των ετών 1996 και 1997, κατά τη διάρκεια της περιόδου από 1ης Ιουλίου έως 17ης Δεκεμβρίου. Συνεπώς, το διαφυγόν κέρδος της Fresh Marine πρέπει να καθοριστεί σε 292 000 ΝΟΚ για την περίοδο μεταξύ 18ης Δεκεμβρίου 1997 και 31ης Ιανουαρίου 1998, σε 135 000 ΝΟΚ για τον μήνα Φεβρουάριο 1998 και σε 150 000 ΝΟΚ για την περίοδο από 1ης έως 25ης Μαρτίου 1998 .
30. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο εξέτασε την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της εμπορικής ζημίας της Fresh Marine και της επιβεβαιούμενης με τον κανονισμό 2529/97 πλημμελούς συμπεριφοράς της Επιτροπής . Επομένως, αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την έννοια του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, γίνεται δεκτός οσάκις υφίσταται άμεσος σύνδεσμος μεταξύ του πταίσματος του οικείου οργάνου και της προβαλλομένης ζημίας, σύνδεσμος η απόδειξη του οποίου βαρύνει τον ενάγοντα. Η Κοινότητα δεν υπέχει ευθύνη παρά μόνο για τη ζημία που προκύπτει κατά τρόπο επαρκώς άμεσο από την πλημμελή συμπεριφορά του οικείου οργάνου .
31. Κατά το Πρωτοδικείο, από το προαναφερθέν πιστοποιητικό της εταιρίας λογιστικού ελέγχου προκύπτει ότι η περίοδος κατά την οποία η Fresh Marine ανέστειλε τις εξαγωγές της προς την Κοινότητα συμπίπτει με εκείνη της εφαρμογής επί των εισαγωγών προϊόντων της των προσωρινών μέτρων που επιβλήθηκαν με τον κανονισμό 2529/97. Το στοιχείο αυτό πρέπει να ερμηνευθεί ως έκφραση μιας σχέσεως αιτίου και αιτιατού μεταξύ των πλημμελειών, ιδίως εκείνων της Επιτροπής, που οδήγησαν στην επιβολή των εν λόγω προσωρινών μέτρων, αφενός, και του διαφυγόντος κέρδους της Fresh Marine, αφετέρου. Πράγματι, είναι αναμφισβήτητο ότι, ελλείψει αυτών των πλημμελειών και των προσωρινών μέτρων που ακολούθησαν, η Fresh Marine θα μπορούσε να εξακολουθήσει τις εξαγωγές της προς την Κοινότητα σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει. Συνεπώς, δεν θα είχε διαφυγόντα κέρδη από την κοινοτική αγορά. Η πλημμελής συμπεριφορά της Επιτροπής, κατά την εξέταση της εκθέσεως του Οκτωβρίου 1997, η οποία επιβεβαιώθηκε με τον κανονισμό 2529/97, συνιστά σύνδεσμο αιτίου και αιτιατού σε σχέση με την εμπορική ζημία που υπέστη η Fresh Marine .
32. Το προαναφερθέν στοιχείο της χρονικής συμπτώσεως δεν μπορεί ωστόσο να θεωρηθεί ότι αυτό και μόνο αποδεικνύει ότι το σύνολο του διαφυγόντος κέρδους οφείλεται αποκλειστικά στις πλημμέλειες κυρίως της Επιτροπής, οι οποίες οδήγησαν στην επιβολή των εν λόγω προσωρινών δασμών. Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο εξέτασε αν η Fresh Marine επέδειξε, πράγμα που η Επιτροπή αμφισβητεί, την εύλογη επιμέλεια που απαιτείται προς περιορισμό της εκτάσεως της ζημίας την οποία προβάλλει ότι υπέστη .
33. Εντούτοις, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η Fresh Marine, η οποία δεν αμφισβήτησε τα στοιχεία της Επιτροπής αναφορικά με το κόστος μιας τέτοιας τραπεζικής εγγυήσεως, είχε επιτύχει μια τέτοια εγγύηση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι θα είχε εκτεθεί σε ασυνήθη εμπορικό κίνδυνο, υπερβαίνοντα το επίπεδο κινδύνου που είναι συμφυής με την άσκηση οποιασδήποτε εμπορικής δραστηριότητας, προβαίνουσα σε εξαγωγές προς την Κοινότητα κατά τη διάρκεια εφαρμογής του κανονισμού 2529/97 επί των εισαγωγών των προϊόντων της. Πράγματι, αν μετά τη σύσταση μιας τέτοιας τραπεζικής εγγυήσεως συνέχιζε, με προτροπή της Επιτροπής, τις εξαγωγές της προς την Κοινότητα σε αμετάβλητες τιμές, χωρίς να μετακυλίει στους κοινοτικούς πελάτες της τους προσωρινούς δασμούς, θα εξετίθετο στον κίνδυνο να επιβαρυνθεί η ίδια με τους εν λόγω δασμούς σε περίπτωση οριστικής εισπράξεώς τους. Δεδομένου ότι τότε δεν μπορούσε να προβλέψει ότι αυτό δεν θα συνέβαινε τελικώς, δεν είχε άλλη λύση παρά να αυξήσει τις τιμές εξαγωγής κατ' αναλογία του ποσού που αντιπροσώπευαν οι προσωρινοί αυτοί δασμοί. Ενόψει, όμως, του ανταγωνισμού των κοινοτικών επιχειρήσεων εμπορίας σολομού, καθώς και των πολυαρίθμων Νορβηγών εξαγωγέων οι οποίοι μπόρεσαν να συνεχίσουν τις πωλήσεις τους προς την κοινοτική αγορά βάσει των υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει κατά την υπό εξέταση περίοδο, η Fresh Marine ευλόγως έκρινε ότι δεν είχε καμία πιθανότητα διαθέσεως των προϊόντων της στην εν λόγω αγορά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Κατά το Πρωτοδικείο, ενόψει αυτών των στοιχείων, η έλλειψη προσπάθειας εκ μέρους της Fresh Marine να εξαγάγει τα προϊόντα της προς την Κοινότητα κατά τη διάρκεια της εξεταζομένης περιόδου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη συμμόρφωση προς την υποχρέωση να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια προς περιορισμό της εκτάσεως της ζημίας της .
34. Αντιθέτως, ενόψει των επιστολών της 30ής Ιανουαρίου και της 2ας Φεβρουαρίου 1998, οι οποίες εξετάστηκαν ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν έλαβε τα αναγκαία και χρήσιμα μέτρα που οφείλει να λάβει ο προξενών τη ζημία όταν η συγκεκριμένη ζημία ενέχει, όπως εν προκειμένω, εξελικτικό χαρακτήρα, προκειμένου να περιορίσει την έκταση της ζημίας στην πρόκληση της οποίας συνέβαλε η πλημμελής συμπεριφορά της κατά την εξέταση της εκ μέρους της Fresh Marine τηρήσεως των υποχρεώσεων που αυτή είχε αναλάβει. Η Fresh Marine συνέβαλε εξίσου με την Επιτροπή στην πρόκληση της εμπορικής της ζημίας, η συνέχιση όμως της ζημίας αυτής μετά το τέλος Ιανουαρίου 1998 οφείλεται αποκλειστικώς στην έλλειψη επιμέλειας που επέδειξε η Επιτροπή, η οποία, καίτοι οι επεξηγήσεις που έλαβε από τη Fresh Marine της επέτρεψαν να διευθετήσει οριστικώς τις προγενέστερες εκατέρωθεν πλημμέλειες και της εξάλειψαν κάθε λόγο να εξακολουθεί να πιστεύει ότι συντρέχει παράβαση υποχρεώσεων, καθυστέρησε, χωρίς προφανή λόγο, να τακτοποιήσει την κατάσταση της Fresh Marine, καταργώντας τα προσωρινά μέτρα που είχαν αρχικώς επιβληθεί εις βάρος της. Συνεπώς, η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνη για το ήμισυ του διαφυγόντος κέρδους της Fresh Marine μεταξύ της 18ης Δεκεμβρίου 1997 και της 31ης Ιανουαρίου 1998 και για το σύνολο της ζημίας που προκλήθηκε εις βάρος της από την 1η Φεβρουαρίου έως τις 25 Μαρτίου 1998 .
35. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο υποχρέωσε την Επιτροπή να καταβάλει στη Fresh Marine το ήμισυ του ποσού των 292 000 ΝΟΚ για διαφυγόντα κέρδη αυτής κατά την περίοδο μεταξύ 18ης Δεκεμβρίου 1997 και 31ης Ιανουαρίου 1998, καθώς και το ποσό των 285 000 ΝΟΚ (135 000 ΝΟΚ + 150 000 ΝΟΚ) προς αποκατάσταση της ζημίας που αυτή υπέστη κατά την περίοδο μεταξύ της 1ης Φεβρουαρίου και της 25ης Μαρτίου 1998, ήτοι συνολική αποζημίωση ύψους 431 000 ΝΟΚ . Κατά τα λοιπά, το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή και κατένειμε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ της Επιτροπής και της Fresh Marine με αναλογία 3:1.
IV - Αιτήματα και λόγοι αναιρέσεως
36. Κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου η Επιτροπή άσκησε στις 29 Δεκεμβρίου 2000 αναίρεση. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
- να αναιρέσει την πρωτόδικη απόφαση, να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την αναιρεσιβαλλόμενη στα δικαστικά έξοδα, επικουρικώς
- να αναιρέσει την πρωτόδικη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο.
37. Η Fresh Marine ζητεί με το υπόμνημά της αντικρούσεως και με αντίθετη αίτηση αναιρέσεως από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αναίρεση,
- να αναιρέσει την πρωτόδικη απόφαση στον βαθμό που δέχεται την ύπαρξη συνυπαιτιότητάς της,
- να υποχρεώσει την Επιτροπή να της καταβάλει ποσό ύψους 577 000 ΝΟΚ (292 000 ΝΟΚ για την περίοδο από 18 Δεκεμβρίου 1997 έως 31 Ιανουαρίου 1998, 135 000 ΝΟΚ για τον μήνα Φεβρουάριο του 1998 και 150 000 ΝΟΚ για το χρονικό διάστημα από 1ης έως 25 Μαρτίου 1998),
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας στα οποία υποβλήθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη,
- να υποχρεώσει την Επιτροπή να της καταβάλει εντόκως με επιτόκιο ύψους 8 % ετησίως από της κοινοποιήσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το ποσό των 577 000 ΝΟΚ και το ποσό των δικαστικών εξόδων.
V - Πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγος αναιρέσεως
Α - Πρώτος λόγος αναιρέσεως: η αιτία της ζημίας (αιτιώδης σύνδεσμος)
38. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ζημία δεν προκλήθηκε, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο, από τη δήθεν παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής κατά την εξέταση της εκθέσεως του Οκτωβρίου 1997.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
39. Η Επιτροπή στηρίζει την άποψή της στο γεγονός ότι η ζημία δεν θα μπορούσε να προκληθεί από τη διοικητική δράση, η οποία συνίστατο στην εξέταση της εκθέσεως του Οκτωβρίου 1997, αλλά από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 2529/97, με τον οποίο έπαυσε η ισχύς της αναλήψεως υποχρεώσεων και επιβλήθηκαν δασμοί αντιντάμπινγκ. Συγκεκριμένα, πριν από την έκδοση οποιουδήποτε κανονισμού της Επιτροπής προηγούνται διοικητικές ενέργειες. Εντούτοις, δεδομένου ότι ο κανονισμός 2529/97 είναι νόμιμος, δεν υπάρχει το στοιχείο της παρανομίας που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Κοινότητας. Δεδομένου ότι και η ίδια η Fresh Marine θεωρεί ότι η ζημία επήλθε το πρώτον με την έκδοση του κανονισμού, αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός.
40. Η Fresh Marine αντιτάσσει ότι η ζημία οφείλεται στην παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής όσον αφορά την έκθεση του Οκτωβρίου 1997. Ο κανονισμός 2529/97 αποτελεί απλώς το αποτέλεσμα της διοικητικής δράσεως. Το γεγονός ότι η ζημία επήλθε μόνον, ήτοι προκλήθηκε το πρώτον από τον κανονισμό αυτό, δεν σημαίνει ότι η έκδοσή του είναι η αιτία της ζημίας. Όσον αφορά τα επιχειρήματα της Επιτροπής υπέρ της νομιμότητας του κανονισμού, η Fresh Marine επικαλείται το γεγονός ότι τα επιχειρήματα αυτά έχουν ήδη απορριφθεί από το Πρωτοδικείο.
2. Εκτίμηση
α) Παραδεκτό
41. Καταρχάς, πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό των ισχυρισμών της Επιτροπής.
42. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, «από τα άρθρα 168 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 225 ΕΚ) και 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να στηρίζεται παρά μόνο σε λόγους που αφορούν την παράβαση νομικών κανόνων, αποκλειομένης οποιασδήποτε εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών. Πράγματι, το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών - εκτός αν η ανακρίβεια των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας - και για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών» .
43. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να εξετάσει κατ' αναίρεση ένα λόγο αναιρέσεως στην περίπτωση που «η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας πρέπει να ληφθεί υπό την έννοια ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη κρίνοντας ότι ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας που επικαλείται η αναιρεσείουσα και της συμπεριφοράς που προσάπτει στην Επιτροπή δεν ήταν αρκούντως άμεσος [...]» .
44. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «όταν πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως, το Πρωτοδικείο εκτιμά κυριαρχικά την ύπαρξη της ζημίας και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου γεγονότος, εκτός αν συντρέχει αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων, δυνάμει των άρθρων 225 ΕΚ και 51 του Οργανισμού ΕΚ» .
45. Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το Δικαστήριο διακρίνει με τη ρητώς στηριζόμενη στην απόφαση Brazzelli Lualdi νομολογία του μεταξύ της μη υποκείμενης σε αρνητικό έλεγχο διαπιστώσεως και εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, αφενός, και του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών καθώς και της συναγωγής των έννομων συνεπειών, αφετέρου.
46. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως με τον οποίο η Επιτροπή βάλλει κατά της νομικά εσφαλμένης εκτιμήσεως της αιτιώδους συνάφειας από το Πρωτοδικείο, ήτοι κατά του νομικού χαρακτηρισμού των ενεργειών της ως γεγονότων που θεμελιώνουν την ύπαρξη ευθύνης, τα πειστικότερα επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ του παραδεκτού του πρώτου λόγου αναιρέσεως ενόψει και της ασαφούς γραμμής της νομολογίας.
47. Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη κατά την εκτίμηση του καταλογισμού της ζημίας, ήτοι κατά την εκτίμηση σχετικά με το αν υπάρχει ενδεχομένως συνυπαιτιότητα .
β) Βάσιμο
48. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αφορά κατ' ουσίαν το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, ακριβέστερα το ζήτημα της στοιχειοθετούσας ευθύνη - όχι της πληρούσας την προϋπόθεση της ευθύνης - αιτιώδους συνάφειας. Από τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο και από τα επιχειρήματα των διαδίκων προκύπτει ότι από θεωρητικής απόψεως κρίσιμες είναι δύο ενέργειες της Επιτροπής ως περιστάσεις οι οποίες θεμελιώνουν την ευθύνη της: ο τρόπος με τον οποίο εξέτασε την έκθεση και η έκδοση του κανονισμού. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για διαδικαστική πλημμέλεια, στη δεύτερη για παράνομη κανονιστική πράξη.
49. Μολονότι τα σχετικά με τον καταλογισμό ζητήματα αφορούν κατά κανόνα περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να εξεταστεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς δύο διαφορετικών προσώπων ή οργάνων, ειδικότερα η συμπεριφορά του ζημιωθέντος ή τρίτου καθώς και η συμπεριφορά του ζημιώσαντος, στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για έναν και τον αυτό ζημιώσαντα, και δη για την Επιτροπή.
50. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο είχε αναπτύξει με τη νομολογία του, η οποία ήταν πάγια μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως Bergaderm , διαφορετικές προϋποθέσεις για την ευθύνη λόγω διοικητικών ενεργειών ή λόγω κανονιστικών πράξεων, το Πρωτοδικείο έπρεπε ως εκ τούτου να ερευνήσει ποια από τις δύο υπό εξέταση ενέργειες της Επιτροπής προκάλεσε τη ζημία της Fresh Marine.
51. Ωστόσο, προϋπόθεση προκειμένου αμφότεροι οι εκάστοτε τρόποι συμπεριφοράς, αυτοτελώς θεωρούμενοι, να μπορούν πράγματι να θεωρηθούν ως αιτία της ζημίας είναι το να μπορεί να διακριθεί η διοικητική ενέργεια από τη μετέπειτα εκδοθείσα κανονιστική πράξη.
52. Υπέρ της απόψεως ότι αποτελούν χωριστές πράξεις συνηγορεί, αφενός, το γεγονός ότι δεν συμπίπτουν χρονικά και, αφετέρου, η διαφορά του «ως Επιτροπή» εκάστοτε δρώντος οργάνου. Ως εκ τούτου, η επιδειχθείσα συμπεριφορά όσον αφορά την έκθεση ανάγεται στις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής, ενώ η κανονιστική πράξη εκδόθηκε από την Επιτροπή ως συλλογικό όργανο.
53. Επιχείρημα κατά της δυνατότητας διακρίσεως μεταξύ της προηγουμένης συμπεριφοράς της διοικήσεως και της επακολουθήσασας κανονιστικής πράξεως αποτελεί το γεγονός ότι πριν από κάθε κανονιστική πράξη, ήτοι πριν από κάθε «actum», προηγείται ένα «agere», ήτοι ένα πράττειν. Η κανονιστική πράξη δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της ενέργειας. Ωστόσο, αν θεωρηθεί ότι το αποτέλεσμα δεν είναι μόνον η κανονιστική πράξη, στην περίπτωση αυτή η εξέταση της εκθέσεως συμπεριλαμβανομένης της παραλείψεως της Επιτροπής να έλθει σε επαφή με τον ενδιαφερόμενο αποτελεί ήδη μια καθεαυτήν ολοκληρωμένη πράξη, της οποίας και πάλι προηγήθηκε μια πλημμελής ενέργεια, ήτοι ορισμένες διαπιστώσεις των οικείων υπηρεσιών.
54. Σε συνάρτηση με τη χωριστή εκτίμηση των δύο συμπεριφορών αναφέρθηκε επανειλημμένως στο πλαίσιο της δίκης η απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως BASF . Όπως όμως ορθώς προέβαλε η Επιτροπή, η υπόθεση εκείνη είχε ως βάση διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, και δη μια διαδικαστική πλημμμέλεια κατά την έκδοση μιας κανονιστικής πράξεως. Επρόκειτο στην περίπτωση εκείνη για τη διαδικασία λήψεως αποφάσεως η οποία έλαβε χώρα αμέσως πριν από την έκδοση μιας κανονιστικής πράξεως, ήτοι κατ' ουσίαν επρόκειτο για τη σχέση μεταξύ της βουλήσεως του οργάνου και της μορφής την οποία περιβάλλεται η βούλησή του.
55. Εν αντιθέσει προς την υπόθεση εκείνη, η παρούσα διαδικασία δεν αφορά τη σχέση μεταξύ προσχεδίου και εκδοθείσας κανονιστικής πράξεως, αλλά τη σχέση των δύο μορφών συμπεριφοράς προς τη ζημία.
56. Κατά πάγια νομολογία, μια συμπεριφορά αποτελεί την αιτία της ζημίας στην περίπτωση που η ζημία μπορεί να αποδοθεί στη συμπεριφορά αυτή «κατά τρόπο επαρκώς άμεσο» . Η προϋπόθεση αυτή ισχύει και για την εκτίμηση της αιτιώδους συνάφειας της διοικητικής δράσεως της Επιτροπής. Επομένως, εν προκειμένω πρέπει να ερευνηθεί αν η ζημία, ήτοι το διαφυγόν κέρδος λόγω της μη πραγματοποιήσεως εξαγωγών προς την Κοινότητα, προκλήθηκε από την πλημμελή εξέταση της εκθέσεως από την Επιτροπή.
57. Το Πρωτοδικείο έκρινε μεν στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η ζημία οφείλεται στην προβαλλόμενη ως πλημμελή συμπεριφορά της Επιτροπής στο πλαίσιο της εξετάσεως της εκθέσεως, πλην όμως το Πρωτοδικείο περιόρισε την ανωτέρω εκτίμηση με τη σκέψη 58 της αποφάσεώς του αποφαινόμενο ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής προκάλεσε «την προβαλλόμενη ζημία μόνον από τη στιγμή που, και επειδή, επικυρώθηκε με τη λήψη προσωρινών μέτρων κατά των εισαγωγών προϊόντων». Επομένως, αν δεν ληφθεί υπόψη ο αμφίβολης ορθότητας χαρακτηρισμός του κανονισμού ως «επικυρώσεως», δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι για το Πρωτοδικείο η ζημία επήλθε το πρώτον με την επιβολή των δασμών.
58. Δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η ζημία συνίσταται στο διαφυγόν κέρδος λόγω μη πραγματοποιήσεως εξαγωγών προς την Κοινότητα, κρίσιμο είναι το χρονικό σημείο από το οποίο έπρεπε να καταβάλλονται δασμοί για τις εξαγωγές. Το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι το χρονικό αυτό σημείο είναι ο χρόνος κατά τον οποίο ίσχυσαν οι προσωρινοί δασμοί (σκέψη 119). Ωστόσο, οι δασμοί αυτοί ίσχυσαν το πρώτον διά και από της εκδόσεως του κανονισμού και όχι από της διενέργειας των διοικητικών πράξεων της Επιτροπής.
59. Επομένως, η ζημία προκλήθηκε απευθείας από μια κανονιστική πράξη . Συγκεκριμένα, από της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού υπάρχουν - όπως απαιτεί η νομολογία - «συγκεκριμένες, πράγματι επελθούσες ζημίες» .
60. Ωστόσο, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι οποιαδήποτε από τις δύο μορφές συμπεριφοράς της Επιτροπής, αυτοτελώς εξεταζόμενη, θα μπορούσε να είναι η αιτία της ζημίας, πρέπει να εξεταστεί σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου αν η αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας διεκόπη ή όχι από τη δεύτερη αιτία .
61. Το Πρωτοδικείο θεωρεί κατ' αρχάς ότι αμφότερες οι μορφές συμπεριφοράς προκάλεσαν τη ζημία, στη συνέχεια όμως δεν διευκρινίζει ποια είναι η σχέση των δύο - εικαζομένων - αιτιών μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, αν θεωρηθεί ότι αμφότερες οι ενέργειες της Επιτροπής προκάλεσαν τη ζημία, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να εξετάσει τις επιπτώσεις της δεύτερης αιτίας, ήτοι του κανονισμού, επί της αλυσίδας της αιτιώδους συνάφειας, η οποία άρχισε με την πρώτη αιτία, ήτοι με τη διοικητική ενέργεια της Επιτροπής. Εντούτοις, το Πρωτοδικείο ουδεμία απολύτως σκέψη διατύπωσε επί του προβλήματος της υπερκερασμένης αιτιώδους συνάφειας και δεν εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εκτιμηθεί ο χαρακτηρισμός του κανονισμού ως «εφεδρικής αιτίας».
62. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια συμπεριφορά δεν προκαλεί ζημία στην περίπτωση που η ζημία θα είχε επέλθει και άνευ της πλημμελούς συμπεριφοράς . Ο τρόπος δε αναλύσεως της εκθέσεως από την Επιτροπή σημαίνει ότι η συμπεριφορά αυτή δεν ευθύνεται για την πρόκληση της ζημίας στην περίπτωση που, και αν ακόμη δεν μεσολαβούσε η συμπεριφορά αυτή η Fresh Marine, και πάλι δεν θα είχε πραγματοποιήσει εξαγωγές και, ως εκ τούτου, θα είχε διαφυγόντα κέρδη. Το γεγονός ότι οι εξαγωγές πράγματι δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω της εφαρμογής του κανονισμού, ήτοι ανεξάρτητα από τη διοικητική πλημμέλεια, αποδεικνύει ότι η διοικητική πλημμέλεια στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να είναι η αιτία της ζημίας κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου. Πράγματι, η ζημία θα είχε επέλθει και αν ακόμη δεν υπήρχε έκθεση, όχι όμως αν δεν υπήρχε κανονισμός. Το γεγονός ότι ο κανονισμός αυτός δεν θα υπήρχε, αν δεν είχε μεσολαβήσει η διοικητική πλημμέλεια, δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή.
63. Κατά συνέπεια, είναι εσφαλμένη η εκτίμηση του Πρωτοδικείου στη σκέψη 120, σύμφωνα με την οποία οι εξαγωγές θα συνεχίζονταν αν δεν είχαν σημειωθεί παρατυπίες και δεν είχαν επιβληθεί δασμοί λόγω των παρατυπιών αυτών.
64. Πράγματι, κατόπιν ακριβέστερου ελέγχου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντίθετα με την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, η ζημία δεν προκλήθηκε από την παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής σε σχέση με την έκθεση, αλλά από την επιβολή προσωρινών δασμών .
65. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Β - Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: Είδος της παραβάσεως του δικαίου ως προϋποθέσεως για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης
66. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή βάλλει κατά της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου ότι η νομολογία, η οποία χαρακτηρίζει τα μέτρα αντιντάμπινγκ ως κανονιστικές (νομοθετικές) πράξεις συνεπαγόμενες επιλογές οικονομικής πολιτικής, αναφερόταν σε «ριζικώς διαφορετικές» περιπτώσεις σε σχέση με την υπό κρίση διαφορά και ότι, ως εκ τούτου, εν προκειμένω αρκούσε η απλή παράβαση του κοινοτικού δικαίου για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης βάσει του άρθρου 288 ΕΚ.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
67. Προς στήριξη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως η Επιτροπή προβάλλει ότι από το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι κατά την επιβολή προσωρινών δασμών η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τη διαπίστωση των περιστάσεων από τις οποίες συνάγει την παράβαση μιας υποχρεώσεως. Το Πρωτοδικείο, κρίνοντας στη σκέψη 57 ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως, ή πάντως μια άκρως περιορισμένη εξουσία εκτιμήσεως, απέκλινε από την ίδια του τη νομολογία. Κατά την Επιτροπή, η στοιχειοθέτηση ευθύνης βάσει διοικητικών ενεργειών αντιβαίνει στη νομολογία.
68. Έστω και αν η ζημία προκλήθηκε από διοικητικές ενέργειες, η ευθύνη εξαρτάται από την εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής. Εν προκειμένω, μόνον μια αρκούντως σοβαρή παράβαση μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη ευθύνης.
69. Η Fresh Marine τονίζει ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως συνδέεται στενά με τον πρώτο και ότι ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι αρκεί η απλή παράβαση του δικαίου για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής σε σχέση με την ανάλυση της εκθέσεως του Οκτωβρίου 1997 προκάλεσε τη ζημία, θα πρέπει να απορρίψει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως.
70. Κατά τα λοιπά, η Fresh Marine φρονεί ότι ο κανονισμός 2529/97 παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά μιας αποφάσεως η οποία αφορά τη Fresh Marine ατομικώς και η οποία δεν έχει κανονιστικό (γενικό και αφηρημένο), αλλά διοικητικό χαρακτήρα.
71. Επιπλέον, η Fresh Marine υποστηρίζει ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί και για τους ακόλουθους τρεις λόγους: πρώτον, η επιβολή προσωρινών δασμών αποτελεί τη συνέπεια και μόνον της παραδοχής ότι η Fresh Marine παρέβη την υποχρέωσή της. Δεύτερον, η ευρεία εξουσία εκτιμήσως υφίσταται μόνον ως προς την επιβολή ή μη δασμών, εντούτοις αυτό δεν επιτρέπει τις παράνομες διοικητικές ενέργειες και ουδόλως μεταβάλλει τη δεσμευτικότητα του βασικού κανονισμού. Τρίτον, οι υποθέσεις τις οποίες αναφέρει η Επιτροπή είναι άσχετες με τα υπό κρίση ζητήματα.
2. Εκτίμηση
72. Αντικείμενο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως είναι η επιλογή του κριτηρίου που θα πρέπει να εφαρμοστεί στις ενέργειες της Επιτροπής από τις οποίες προκλήθηκε η ζημία. Στη συνέχεια, θα ληφθεί ως βάση ως προς το σημείο αυτό, όπως ακριβώς και με τις αναπτύξεις μου επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η εκτίμηση ότι η επιβολή των προσωρινών δασμών, ήτοι η έκδοση του κανονισμού, ήταν η κύρια αιτία της ζημίας.
73. Μετά την έκδοση της αποφάσεως Bergaderm από το Δικαστήριο , με την οποία αυτό μετέβαλε τη νομολογία του, δεν έχει πλέον σημασία ο χαρακτηρισμός της επιβολής προσωρινών δασμών ως κανονιστικής ή διοικητικής πράξεως, ήτοι η γενική ή ατομική φύση της πράξεως.
74. Σύμφωνα με τη νέα νομολογία του Δικαστηρίου, αυτό που είναι πλέον κρίσιμο είναι το αν «το θεσμικό όργανο δεν διαθέτει παρά μόνον πολύ περιορισμένο, αν όχι ανύπαρκτο, περιθώριο εκτιμήσεως» ή όχι. Εάν συμβαίνει το πρώτο, αρκεί «η απλή παράβαση του κοινοτικού δικαίου [...] προς απόδειξη της υπάρξεως κατάφωρης παραβάσεως» .
75. Το Δικαστήριο δεν έχει μέχρι τούδε αποφανθεί επί του ζητήματος αν η Επιτροπή διαθέτει άκρως περιορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως στο πλαίσιο της κρίσιμης εν προκειμένω διατάξεως του άρθρου 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού. Επομένως, επιβάλλεται να ερευνηθεί κατ' αρχάς η νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου όσον αφορά το περιθώριο εκτιμήσεως στο πλαίσιο του δικαίου του αντιντάμπινγκ.
76. Ουδεμία από τις υποθέσεις, στις οποίες το Πρωτοδικείο ή το Δικαστήριο δέχθηκαν την ύπαρξη ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, έχει σχέση με την κρίσιμη εν προκειμένω διάταξη του βασικού κανονισμού . Οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν κατ' ουσίαν την εκτίμηση των συμφερόντων της Κοινότητας , τον καθορισμό της χρονικής περιόδου κατά τη διαπίστωση τυχόν ζημίας , τον καθορισμό του είδους των δασμών καθώς και τον καθορισμό της διάρκειας ισχύος των οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ .
77. Ούτε από την πολλάκις επικληθείσα απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως Miwon προκύπτει ότι τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εν γένει εξουσία εκτιμήσεως. Συγκεκριμένα, αυτή η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως υπάρχει μόνον όσον αφορά τις ακόλουθες περιστάσεις: αν προκλήθηκε σημαντική ζημία στον αντίστοιχο οικονομικό κλάδο της Κοινότητας και αν η ζημία αυτή οφείλεται στην εισαγωγή προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, καθώς και αν οι εισαγωγές από άλλες χώρες συνέβαλαν στη ζημία του οικονομικού κλάδου της Κοινότητας.
78. Η άποψη ότι τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν πάντοτε σε υποθέσεις αντιντάμπινγκ ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στηρίζεται σε μια εσφαλμένη γενίκευση της νομολογίας του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου επί συγκεκριμένων κάθε φορά διατάξεων η οποία, πέραν τούτου, αφορά στις περισσότερες περιπτώσεις τις εξουσίες του Συμβουλίου και όχι της Επιτροπής. Ούτε μπορεί να συναχθεί, ακόμη λιγότερο, από τη σχετική νομολογία η οποία αφορά κατ' ουσίαν τις προϋποθέσεις για την άσκηση προσφυγής περί ακυρώσεως μια γενική αρχή όσον αφορά τις προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως ευθύνης.
79. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει σχετική νομολογία επί της εφαρμοστέας εν προκειμένω διατάξεως του άρθρου 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού. Έστω και αν συναχθεί το συμπέρασμα ότι η διάταξη παρέχει στην Επιτροπή εξουσία εκτιμήσεως, τούτο δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην την εφαρμογή των αυστηρότερων προϋποθέσεων για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης που θέτει η παραδοσιακή νομολογία. Συγκεκριμένα, η λιγότερο αυστηρή προϋπόθεση της «απλής παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου» προϋποθέτει απλώς «πολύ περιορισμένο [...] περιθώριο εκτιμήσεως».
80. Επομένως, θα πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια αν η Επιτροπή διαθέτει κατά την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού μια τέτοιου είδους περιορισμένη εξουσία εκτιμήσεως. Προς τούτο, επιβάλλεται η σύγκριση της διατάξεως αυτής με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 10, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΚ) 3283/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας , καθώς και με το άρθρο 10, παράγραφος 6, του προϊσχύσαντος κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας . Έτσι, στην ισχύουσα και νυν εφαρμοστέα διάταξη προστέθηκε η φράση «με βάση τα καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία». Ως εκ τούτου, περιορίστηκε προδήλως η εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής όσον αφορά τις προϋποθέσεις επιβολής προσωρινών δασμών.
81. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει ένα ακόμη στοχείο, ήτοι ότι η Επιτροπή δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια, κατά την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, όσον αφορά τα δεδομένα που είχε στη διάθεσή της. Επομένως, βάσει των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή, δεν έπρεπε να επιβάλει δασμούς, αλλά να βελτιώσει το επίπεδο ενημερώσεώς της. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου , η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να προβαίνει στη διενέργεια ερευνών ιδίως στις υποθέσεις αντιντάμπινγκ.
82. Επομένως, ενόψει των ιδιαίτερων περιστάσεων της παρούσας υποθέσεως, φρονώ ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή διαθέτει «πολύ περιορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως» κατά την έννοια της αποφάσεως Bergaderm.
83. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Γ - Τρίτος λόγος αναιρέσεως: η συμπεριφορά της Επιτροπής σε σχέση με την έκθεση του Οκτωβρίου 1997
84. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο πεπλανημένως έκρινε ότι η έκθεση του Οκτωβρίου 1997 στήριζε εκ πρώτης όψεως την εκτίμηση ότι η αναιρεσίβλητη είχε τηρήσει τις υποχρεώσεις της και ότι, ως εκ τούτου, ήταν δυσανάλογη η αντίδραση της Επιτροπής να τροποποιήσει την έκθεση και ότι η Επιτροπή διέπραξε μια παρατυπία την οποία δεν θα διέπραττε μια επιδεικνύουσα τη συνήθη φρόνηση και επιμέλεια διοικητική αρχή.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
85. Η Επιτροπή τονίζει κατ' αρχάς ότι μια επιχείρηση, η οποία διέθεσε τα προϊόντα της σε τιμές κατώτερες της ελάχιστης τιμής, έχει πάντοτε τη δυνατότητα να τροποποιήσει τα δεδομένα της παρεμβάλλοντας αρνητικές τιμές προκειμένου από το τελικό αποτέλεσμα να προκύπτει η τήρηση των υποχρεώσεών της. Επομένως, τα τελικά στοιχεία δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά. Συνεπώς, δεδομένου ότι η έκθεση του Οκτωβρίου 1997 δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό στοιχείο για την τήρηση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει η αναιρεσίβλητη, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο χαρακτηρίζοντας δυσανάλογη την τροποποίηση της εκθέσεως. Κατά την Επιτροπή, οι σκέψεις 82 και 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περιέχουν εσφαλμένες κατά νόμο παραδοχές.
86. Μια άλλη πλάνη περί το δίκαιο έγκειται στο γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε τις προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού. Από το γεγονός ότι η Επιτροπή δέχθηκε την ανάληψη υποχρεώσεως δεν συνάγεται ότι πρέπει να εμπιστεύεται άνευ ελέγχου τα στοιχεία του εξαγωγέα. Κατά τα λοιπά, η διάταξη αυτή δεν παρέχει στον εξαγωγέα δικαίωμα ακροάσεως.
87. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο δεν κατένειμε ορθώς το βάρος αποδείξεως σχετικά με την τήρηση της υποχρεώσεως. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν όφειλε να αποδείξει τη μη τήρηση της υποχρεώσεως, αλλά αντιθέτως ο εξαγωγέας έπρεπε να αποδείξει ότι συμμορφώθηκε προς αυτήν.
88. Η Fresh Marine υποστηρίζει ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής σχετικά με την εκτίμηση των οριστικών στοιχείων από το Πρωτοδικείο είναι απαράδεκτη διότι αφορά διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών.
89. Επικουρικώς, η Fresh Marine, προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο δεν προσέδωσε στα οριστικά στοιχεία της εκθέσεως αυτοτελή αξία. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι μεταξύ των γραμμών της εκθέσεως και των οριστικών στοιχείων υπάρχει μια αλληλουχία.
90. Κατά την άποψή της, ορθώς το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή δεν έκρινε με την απαιτούμενη επιμέλεια τα στοιχεία και, ως εκ τούτου, δεν διέθετε τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού.
91. Έστω και αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός ότι τα οριστικά στοιχεία δεν θα έπρεπε να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η Fresh Marine τήρηση την υποχρέωση, τούτο ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι η Επιτροπή τροποποίησε την υποχρέωση χωρίς να ενημερώσει και να ακούσει τη Fresh Marine.
92. Η βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού παρεχόμενη στην Επιτροπή εξουσία εκτιμήσεως για την αποδοχή ή απόρριψη μιας δεσμεύσεως δεν πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπονται οι μονομερείς τροποποιήσεις των εκθέσεων καθώς και η βασιζόμενη στις τροποποιήσεις αυτές διαπίστωση ότι δεν τηρήθηκε η αναληφθείσα υποχρέωση.
93. Τέλος, η Fresh Marine τονίζει ότι η Επιτροπή ουδέποτε ζήτησε πριν από την επιβολή των προσωρινών δασμών αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την τήρηση της υποχρεώσεως. Επομένως, η Fresh Marine δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι η έκθεση του Οκτωβρίου 1997 μπορούσε να οδηγήσει την Επιτροπή στο συμπέρασμα ότι η υποχρέωση δεν τηρήθηκε.
2. Εκτίμηση
94. Όσον αφορά την προβληθείσα εν προκειμένω άποψη ότι το ζημιογόνο γεγονός έγκειτο στην επιβολή προσωρινών δασμών και όχι στη διοικητική συμπεριφορά της Επιτροπής, ήτοι στον τρόπο με τον οποίο ανέλυσε την έκθεση του 1997, παρέλκει η λεπτομερέστερη εξέταση του τρίτου λόγου αναιρέσεως της Επιτροπής, ο οποίος αφορά την εκτίμηση της διοικητικής της συμπεριφοράς από το Πρωτοδικείο. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται ούτε το προβληθέν από τη Fresh Marine ζήτημα του παραδεκτού των ισχυρισμών της Επιτροπής.
IV - Το μέχρις αυτού του σημείου συναγόμενο συμπέρασμα: αντικατάσταση του αιτιολογικού της δικαστικής αποφάσεως
95. Από την εκτίμηση του πρώτου λόγου αναιρέσεως προέκυψε ότι, αντίθετα με όσα δέχθηκε το Πρωτοδικείο, ζημιογόνο γεγονός δεν είναι η παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής όσον αφορά την έκθεση του 1997, αλλά η επιβολή των προσωρινών δασμών . Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι είναι εσφαλμένη η ερμηνεία του Πρωτοδικείου όσον αφορά την απαίτηση της αιτιώδους συνάφειας για τη στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας.
96. Ωστόσο, η πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Πρωτοδικείο δεν έχει ως συνέπεια την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εφόσον το διατακτικό της είναι ορθό βάσει άλλου αιτιολογικού. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου , είναι απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως αν το αιτιολογικό της αποφάσεως του Πρωτοδικείου αντιβαίνει μεν στο κοινοτικό δίκαιο, πλην όμως το διατακτικό της αποφάσεως είναι ορθό βάσει άλλου αιτιολογικού.
97. Αυτό ισχύει όσον αφορά το συμπέρασμα που συνάγεται από την εξέταση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Έτσι, διαπιστώσαμε ότι για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης αρκεί το γεγονός ότι η Επιτροπή κατά την έκδοση του κανονισμού 2529/97 σχετικά με την επιβολή προσωρινών δασμών διέπραξε μια απλή παράβαση του δικαίου .
98. Όπως προκύπτει από τις - ως προς το σημείο αυτό - ορθές αναπτύξεις του Πρωτοδικείου σχετικά με τη διοικητική πλημμέλεια της Επιτροπής, ιδίως από τη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η έκθεση του Οκτωβρίου 1997 στήριξε την παραδοχή ότι η Fresh Marine τήρησε την αναληφθείσα υποχρέωση.
99. Ωστόσο, η επιβολή προσωρινών δασμών προϋποθέτει σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού ότι «υπάρχουν ενδείξεις ότι δεδομένη ανάληψη υποχρέωσης παραβιάζεται».
100. Πρέπει να προστεθεί επίσης ότι η Επιτροπή δεν έλαβε την απόφασή της ούτε «με βάση τα καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία» κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού. Πράγματι, από τις επιφυλάξεις που διατύπωσε η Επιτροπή ως προς την υποβληθείσα σε αυτήν έκθεση του Οκτωβρίου 1997 σε συνδυασμό με το ενδεχόμενο, την ύπαρξη του οποίου παραδέχθηκε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, να ήταν δυνατή η άρση των ασαφειών αυτών αν η Επιτροπή ερχόταν σε επαφή με τη Fresh Marine, προκύπτει ότι η έκθεση και μόνον δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το καλύτερο διαθέσιμο στοιχείο.
101. Δεδομένου ότι η Επιτροπή επέβαλε τους προσωρινούς δασμούς χωρίς να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή παρέβη τον νόμο. Ως εκ τούτου, υπάρχει «απλή παράβαση του δικαίου», η οποία στις περιπτώσεις σημαντικά περιορισμένου περιθωρίου εκτιμήσεως αποτελεί μια εκ των προϋποθέσεων για τη στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης της Επιτροπής.
VII - Επί του τέταρτου και πέμπτου λόγου αναιρέσεως
Α - Τέταρτος λόγος αναιρέσεως: Περιορισμός της εκτάσεως της ζημίας
102. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή βάλλει ως προς το σημείο αυτό κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου στον βαθμό που διαπίστωσε ότι η αναιρεσίβλητη, ήτοι η Fresh Marine, επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια για τον περιορισμό της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη από την Επιτροπή.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
103. Η Επιτροπή φρονεί ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του την κατανομή του βάρους αποδείξεως την οποία προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, διότι κάθε εξαγωγέας πρέπει να αναμένει την επιβολή δασμών οσάκις από την έκθεση προκύπτει ότι δεν τηρήθηκε η υποχρέωση. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή διέθετε «καλύτερα» στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η υποχρέωση δεν είχε κριθεί.
104. Περαιτέρω, η Επιτροπή παραπονείται ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, παρά την έλλειψη συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως, ότι η Fresh Marine ανταποκρίθηκε στην υποχρέωσή της για τον περιορισμό της εκτάσεως της ζημίας.
105. Κατά την Επιτροπή, η αιτιολογία που παρατίθεται στη σκέψη 124 τηςαναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σύμφωνα με την οποία η Fresh Marine διέτρεχε τον κίνδυνο σε περίπτωση που εξακολουθούσε τις εξαγωγές της να είναι η μόνη υπόχρεη για την καταβολή των δασμών, σε περίπτωση που αυτοί εισπράττονταν οριστικώς, αντιφάσκει με άλλα σημεία της αποφάσεως. Εφόσον αληθεύει το γεγονός ότι η συμπεριφορά που στοιχειοθετεί ευθύνη έγκειται στη μονομερή τροποποίηση της εκθέσεως, το Πρωτοδικείο δεν εξηγεί με ποιον τρόπο κατέληξε τότε στο συμπέρασμα ότι οι προσωρινοί δασμοί θα μπορούσαν να καταστούν οριστικοί. Κατά την Επιτροπή, η Fresh Marine γνώριζε ότι θα μπορούσε να διευκρινίσει τα στοιχεία της εκθέσεως και ότι στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, οι προσωρινοί δασμοί δεν θα επικυρώνονταν.
106. Σύμφωνα με τη Fresh Marine, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, ήτοι η υποχρέωση περιορισμού της ζημίας, αφορά αποκλειστικώς πραγματικά περιστατικά και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτος. Επικουρικώς, η Fresh Marine προβάλλει ότι η Επιτροπή πρέπει να εξηγήσει για ποιόν λόγο έκρινε αναγκαία την επιβολή προσωρινών δασμών, μολονότι θεωρούσε προφανές ότι δεν θα εισπράττονταν οριστικώς. Δεύτερον, η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη της ότι στο Συμβούλιο εναπόκειται η είσπραξη των δασμών. Τρίτον, η Επιτροπή παρορά το γεγονός ότι ακόμη και στην περίπτωση που η Fresh Marine διευκρίνιζε τις αρνητικές τιμές, το Συμβούλιο θα εισέπραττε πάντως τους δασμούς. Κατά τη Fresh Marine, η Επιτροπή αρνήθηκε να παράσχει τη διαβεβαίωση ότι οι δασμοί δεν θα εισπράττονταν.
2. Εκτίμηση
α) Παραδεκτό
107. Κατ' αρχάς, επιβάλλεται να εξεταστεί η προταθείσα από τη Fresh Marine ένσταση ότι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αφορά πραγματικά περιστατικά και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος.
108. Από μια πρόχειρη εξέταση των επιχειρημάτων που προβάλλει η Επιτροπή προκύπτει ότι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αφορά κατ' ουσίαν τη νομική εκτίμηση του Πρωτοδικείου σχετικά με την υποχρέωση προς περιορισμό της εκτάσεως της ζημίας. Αυτό αφορά το ζήτημα της κατανομής του βάρους αποδείξεως σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού και αποτελεί ως προς το σημείο αυτό νομικό ζήτημα.
109. Αντιθέτως, όσον αφορά τα επιχειρήματα της Επιτροπής σχετικά με την παρατιθέμενη στη σκέψη 124 της αποφάσεως αιτιολογία, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα επιχειρήματα αυτά αφορούν την εκτίμηση του κινδύνου για τη Fresh Marine να εισπραχθούν οριστικώς οι δασμοί στην περίπτωση που η Fresh Marine εξακολουθούσε να εξάγει τα προϊόντα της στην Κοινότητα και μετά την επιβολή των προσωρινών δασμών. Με τον τρόπο όμως αυτόν βάλλεται κατ' ουσίαν η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Πρωτοδικείο και, ως εκ τούτου, ο λόγος αναιρέσεως είναι ως προς το σημείο αυτό απαράδεκτος.
β) Βάσιμο
110. Κατ' αρχάς, πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα που προβάλλει η Επιτροπή όσον αφορά την κατανομή του βάρους αποδείξεως στο πλαίσιο του άρθρου 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων μπορεί να επιβληθεί προσωρινός δασμός. Επομένως, και τα τυχόν προβλήματα αποδείξεως που ανακύπτουν από το άρθρο 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού μπορούν να έχουν ως αντικείμενο μόνον τις προϋποθέσεις αυτές.
111. Από το άρθρο 8, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού συνάγεται απλώς ότι η Επιτροπή υποχρεούται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επιβολή προσωρινών δασμών. Η Επιτροπή θίγει την προβληματική της κατανομής του βάρους αποδείξεως όσον αφορά όμως την υποχρέωση περιορισμού της εκτάσεως της ζημίας. Η διάταξη όμως την οποία επικαλείται η Επιτροπή δεν περιέχει καμία ρύθμιση ως προς το ζήτημα αυτό.
112. Και όσον αφορά τον περιορισμό της εκτάσεως της ζημίας ισχύει η δικονομική αρχή ότι ο διάδικος ο οποίος προβάλλει έναν ισχυρισμό πρέπει και να τον αποδεικνύει. Δεδομένου ότι η Επιτροπή βάλλει κατά της εσφαλμένης εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου όσον αφορά το ζήτημα του περιορισμού της εκτάσεως της ζημίας, υποχρεούται ως ζημιώσασα να αποδείξει ότι η ζημιωθείσα, ήτοι η Fresh Marine, δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωσή της να περιορίσει την έκταση της ζημίας. Η Επιτροπή όμως δεν κατόρθωσε να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό.
113. Το Πρωτοδικείο, λαμβάνοντας υπόψη του στη σκέψη 124 της αποφάσεώς του ότι δεν ήταν δυνατόν να απαιτηθούν από τη Fresh Marine και περαιτέρω εξαγωγές προς την Κοινότητα, εφαρμόζει ένα - ευλόγου χαρακτήρα - κριτήριο, το οποίο σε σχέση με τις έννομες τάξεις των κρατών μελών μπορεί να χαρακτηριστεί ως παραδεκτό. Επομένως, σε κάθε περίπτωση το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε ως προς το σημείο αυτό σε πλάνη περί το δίκαιο.
114. Ωστόσο, η εκτίμηση σχετικά με το τι μπορεί να απαιτηθεί από τον ζημιωθέντα, ήτοι κατ' ουσίαν η εκτίμηση του οικονομικού κινδύνου, δεν ελέγχεται στη συγκεκριμένη περίπτωση αναιρετικώς από το Δικαστήριο, διότι αποτελεί εκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει αν ήταν εσφαλμένη η εκτίμηση του Πρωτοδικείου ως προς τα κρίσιμα από οικονομικής απόψεως πραγματικά περιστατικά, ιδίως όσον αφορά την τραπεζική εγγύηση.
115. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Β - Πέμπτος λόγος αναιρέσεως: Προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
116. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή προβάλλει την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
117. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν της παρέσχε τη δυνατότητα να διευκρινίσει για ποιο λόγο ανέμενε άνευ προφανούς λόγου μέχρι τις 25 Μαρτίου 1998 προκειμένου να παράσχει στη Fresh Marine μια επίσημη νομική διαβεβαίωση, μολονότι η Επιτροπή το αργότερο έως τις 30 Ιανουαρίου 1998 είχε σχηματίσει την πεποίθηση ότι η Fresh Marine είχε τηρήσει την υποχρέωσή της. Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο εσφαλμένως δέχθηκε ότι η Επιτροπή έπρεπε να αναλάβει ολόκληρη την ευθύνη για τα διαφυγόντα κέρδη από τα τέλη Ιανουαρίου 1998.
118. Η Επιτροπή αρνείται τον ισχυρισμό ότι κατενόησε εσφαλμένως τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου και υποστηρίζει ότι δεν μπορούσε να παράσχει με ένα απλό έγγραφο επίσημη νομική διαβεβαίωση ότι οι προσωρινοί δασμοί θα αίρονταν και ότι θα ίσχυε εκ νέου η αναληφθείσα υποχρέωση.
119. Σύμφωνα με τη Fresh Marine, η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένως τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, το Πρωτοδικείο δεν προέβη στη διαπίστωση ότι η Επιτροπή έπρεπε να εκδώσει και να δημοσιεύσει τον κανονισμό 651/98. Το Πρωτοδικείο καταλογίζει απλώς στην Επιτροπή ότι δεν παρέσχε επίσημη διαβεβαίωση στη Fresh Marine από τα τέλη Ιανουαρίου 1998, χωρίς προς τούτο να απαιτείται η έκδοση κανονισμού. Αντί να παράσχει επίσημη διαβεβαίωση στη Fresh Marine, η Επιτροπή διατήρησε με το από 2 Φεβρουαρίου έγγραφό της τις αμφιβολίες σχετικά με την τύχη των δασμών.
2. Εκτίμηση
120. Κατ' αρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι η Επιτροπή με το κεφάλαιο «Δικαιώματα άμυνας» του δικογράφου της αιτήσεώς της αναιρέσεως θίγει μια σειρά ζητημάτων τα οποία ακριβώς ειπείν αφορούν την ερμηνεία του βασικού κανονισμού, ιδίως την εκτίμηση του κανονισμού 651/98 και του εγγράφου της 2ας Φεβρουαρίου 1998 καθώς και - εν γένει - τη νομική εκτίμηση των απλών εγγράφων.
121. Το ζήτημα αν η νομική διαβεβαίωση μπορεί να παρασχεθεί μόνο μέσω κανονισμού αποτελεί μεν κατ' αρχήν νομικό ζήτημα δυνάμενο να εξεταστεί στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, ωστόσο η Επιτροπή αιτιάται το Πρωτοδικείο - τουλάχιστον με το δικόγραφο της αιτήσεώς της αναιρέσεως - για την έλλειψη δικαστικής ακροάσεως όσον αφορά την ευθύνη για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, ιδίως για τη διαπιστωθείσα από το Πρωτοδικείο αναμονή «άνευ προφανούς λόγου». Υπό το πρίσμα αυτό, η Επιτροπή προβάλλει με το δικόγραφο της αιτήσεώς της αναιρέσεως απλώς την προσβολή των δικονομικών της δικαιωμάτων και όχι την εσφαλμένη εκτίμηση της ευθύνης της από το Δικαστήριο. Κατ' ουσίαν, η προβαλλόμενη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας αφορά την καθυστερημένη επαναφορά σε ισχύ της αναληφθείσας υποχρεώσεως.
122. Η Επιτροπή είχε επανειλημμένως τη δυνατότητα κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία, τόσο κατά την γραπτή όσο και κατά την προφορική διαδικασία, να διατυπώσει τις απόψεις της επί του «issue» όπως η ίδια το χαρακτηρίζει, ήτοι επί του ζητήματος της νομικής σημασίας των προθεσμιών καθώς και επί της επ' απειλούμενης κατανομής της ζημίας. Το ίδιο ισχύει για τη νομική σημασία των απλών εγγράφων.
123. Η Επιτροπή, προβάλλοντας ότι το Πρωτοδικείο δεν της παρέσχε τη δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις της επί των ζητημάτων της ευθύνης τα οποία η ίδια ανακίνησε, δεν λαμβάνει υπόψη της τη φύση των δικών που έχουν ως αντικείμενο την επιδίκαση αποζημιώσεως. Συγκεκριμένα, στις δίκες αυτές πρέπει πάντοτε ο ζημιώσας να αναμένει το ενδεχόμενο να υπάρξει κατανομή της ζημίας. Η Επιτροπή γνώριζε τις περιστάσεις βάσει των οποίων το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι έπρεπε να υπάρξει κατανομή της ζημίας ανάλογα με τις χρονικές περιόδους και βάσει ενός συγκεκριμένου ποσοστού. Επομένως, η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις της επί των περιστάσεων που ήσαν κρίσιμες για την έκβαση της δίκης.
124. Ωστόσο, στα δικαιώματα άμυνας δεν συμπεριλαμβάνεται και η υποχρέωση του Πρωτοδικείου να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις της και επί των συμπερασμάτων τα οποία το Πρωτοδικείο πρόκειται να συναγάγει ή έχει ήδη συναγάγει από τις περιστάσεις αυτές.
125. Η Επιτροπή, προβάλλοντας με το δικόγραφο της αιτήσεώς της αναιρέσεως ότι η απόφαση της επιβάλλει μια ποινή, δεν λαμβάνει υπόψη της τη νομική φύση των ποινών στο κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, έστω και αν γίνει δεκτή η άποψη ότι στο κοινοτικό δίκαιο περί αδικοπραξιών υπάρχει η έννοια των «punitive damages», αρκεί μια πρόχειρη εξέταση του ποσού προκειμένου να διαπιστωθεί ότι η αποζημίωση αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ποινή.
126. Οι κρίσιμες για την τήρηση των δικαιωμάτων άμυνας διατάξεις απορρέουν από το άρθρο 6 ΕΣΔΑ και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία του Δικαστηρίου καθώς και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) .
127. Στις απαιτήσεις της δίκαιης δίκης συγκαταλέγονται κυρίως η κατ' αντιδικία διεξαγωγή της δίκης καθώς και η ισότητα των όπλων των διαδίκων. Σύμφωνα με τις ανωτέρω αρχές, ο διάδικος που συμμετέχει σε ποινική ή αστική δίκη πρέπει να έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει γνώση του περιεχομένου του συνόλου των εγγράφων και των ισχυρισμών που κατατέθηκαν ή υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να επηρεάσουν την έκβαση της δίκης· επιπλέον, πρέπει να παρέχεται στον διάδικο η δυνατότητα να υποστηρίξει την υπόθεσή του ενώπιον του δικαστηρίου υπό συνθήκες οι οποίες δεν καθιστούν ουσιαστικά δυσμενέστερη τη θέση του έναντι του αντιδίκου του . Συναφώς, εκείνο που είναι κρίσιμο είναι αν ο διάδικος είχε τη δυνατότητα, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υποθέσεως, να αμυνθεί αποτελεσματικά .
128. Αν εφαρμοστεί το ανωτέρω κριτήριο επί της προκειμένης δίκης ενώπιον του Πρωτοδικείου, προκύπτει ότι τα δικαιώματα άμυνας της Επιτροπής δεν παραβιάστηκαν στο πλαίσιο της δίκης αυτής. Πράγματι, στην Επιτροπή παρεσχέθη επαρκώς η δυνατότητα να λάβει θέση επί του ζητήματος («issue») το οποίο η ίδια ανακίνησε.
129. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
VIII - Επί της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως επί του αιτήματος επιδικάσεως τόκων
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
130. Με την αντίθετη αίτησή της αναιρέσεως η Fresh Marine υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως διαπίστωσε στις σκέψεις 91 και 92 ότι η Fresh Marine υπέπεσε σε μια εξίσου σοβαρή παρατυπία με αυτήν της Επιτροπής και ότι η Fresh Marine ευθύνεται για το ήμισυ της ζημίας που υπέστη κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 18ης Δεκεμβρίου 1997 και της 31ης Ιανουαρίου 1998, λόγω του ότι η Fresh Marine παρέλειψε να παράσχει διευκρινίσεις στην από Οκτώβριο 1997 έκθεσή της σχετικά με τις αρνητικές τιμές. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε μεν την πλημμελή συμπεριφορά της Επιτροπής, δεν συνήγαγε ωστόσο τις εντεύθεν συνέπειες, το Πρωτοδικείο έσφαλε.
131. Η Fresh Marine στηρίζει τον ανωτέρο ισχυρισμό της στο γεγονός ότι η παράλειψή της να παράσχει διευκρινίσεις δεν προκάλεσε τη ζημία. Αντιθέτως, αποκλειστικά υπεύθυνες για τη ζημία είναι οι υπηρεσίες της Επιτροπής οι οποίες τροποποίησαν μονομερώς την έκθεση διαγράφοντας ορισμένα στοιχεία και παραλείποντας να συμμορφωθούν με την απορρέουσα από το άρθρο 18, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού υποχρέωσής τους να ενημερώσουν σχετικώς τη Fresh Marine.
132. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 18, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, διότι η Επιτροπή δεν απέρριψε την έκθεση του Οκτωβρίου 1997. Κατά την άποψή της, η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως είναι ως προς το σημείο αυτό απαράδεκτη, διότι δεν έγινε επίκληση της διατάξεως αυτής ούτε κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία ούτε μνημονεύεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
133. Περαιτέρω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Fresh Marine στηρίζεται σε προϋποθέσεις που αφορούν κατά τρόπο απαράδεκτο πραγματικά περιστατικά, διότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε στη σκέψη 89 ότι οι τιμές ήσαν πολυσήμαντες, χαρακτήρισε δε στη σκέψη 91 τη συμπεριφορά της Fresh Marine ως δυνάμενη να προκαλέσει «σύγχυση». Ωστόσο, το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε, κατά την άποψή της, ότι η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να ενημέρωσει τη Fresh Marine ούτε διαπίστωσε την ύπαρξη παραβάσεως του βασικού κανονισμού.
134. Πλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι το αίτημα για την επιδίκαση τόκων είναι απαράδεκτο, διότι η Fresh Marine δεν επικαλείται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε σφάλμα ως προς το σημείο αυτό. Επικουρικώς, η Επιτροπή προβάλλει ότι θα πρέπει τουλάχιστον να μη θεωρηθεί ως τοκοφόρο και το κυνδύλιο των δικαστικών εξόδων.
2. Εκτίμηση της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως
α) Παραδεκτό
135. Ως προς την προταθείσα από την Επιτροπή ένσταση κατά του παραδεκτού του ισχυρισμού της Fresh Marine σχετικά με το άρθρο 18, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν μνημονεύει τη διάταξη αυτή στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν καθιστά τον ισχυρισμό αυτό απαράδεκτο. Πράγματι, με τον ισχυρισμό αυτό η Fresh Marine παραπονείται προδήλως ακριβώς για το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, επομένως η Fresh Marine επικαλείται την ύπαρξη πλάνης περί το δίκαιο.
β) Βάσιμο
136. Αντιθέτως, πρέπει να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία της Επιτροπής ότι το άρθρο 18, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί επί της υπό εξέταση διαδικασίας, διότι η διάταξη αυτή ρυθμίζει άλλα σημεία της διαδικασίας αντιντάμπινγκ.
137. Ως εκ τούτου, το αν η Επιτροπή τήρησε την υποχρέωσή της που απορρέει από το άρθρο 18, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας.
138. Κατ' ουσίαν, η Fresh Marine αμφισβητεί την ορθότητα της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου σχετικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς της και της ζημίας. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι η Fresh Marine δεν αμφισβητεί τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι δεν υπήρχαν επεξηγήσεις στην από Οκτώβριο 1997 έκθεση.
139. Το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο προέβη στην κατανομή της ζημίας λόγω του ότι αμφότερες οι συμπεριφορές αποτελούσαν «μια εξίσου σοβαρή παρατυπία» αντιστοιχεί στην αναγνωρισμένη και από τη νομολογία του Δικαστηρίου αρχή της κατανομής της ζημίας στην περίπτωση της συνυπαιτιότητας. Σύμφωνα με την ανωτέρω αρχή, είναι δυνατόν η Κοινότητα να υποχρεούται μεν κατ' αρχήν στην αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη μια επιχείρηση, ωστόσο είναι δυνατόν η έκταση της ευθύνης π.χ. της Επιτροπής να είναι περιορισμένη λόγω της συμπεριφοράς της ζημιωθείσας επιχειρήσεως. Εφόσον υπάρχει συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, πράγμα το οποίο ορθώς διαπίστωσε το Πρωτοδικείο εν προκειμένω, μπορούν στην περίπτωση αυτή τα κοινοτικά δικαστήρια, εν προκειμένω το Δικαστήριο, να αποφανθούν ότι αμφότεροι οι διάδικοι, ήτοι τόσο η Επιτροπή όσο και η Fresh Marine, είναι συνυπαίτιες για τη ζημία .
140. Εν προκειμένω, πρόκειται για συνυπαιτιότητα υπό τη μορφή της συνυπευθυνότητας ως προς την πρόκληση της ζημίας και όχι υπό τη μορφή του περιορισμού της ζημίας.
141. Δεδομένου ότι η ζημία την οποία υπέστη η Fresh Marine δεν οφείλεται εξ ολοκλήρου στη συμπεριφορά της Επιτροπής, δεν ήταν εσφαλμένος ως εκ τούτου ο τρόπος με τον οποίο το Πρωτοδικείο κατένειμε και ποσοτικοποίησε - βάσει της ανωτέρω αρχής - τη συνυπαιτιότητα. Η κατανομή 50:50 είναι ορθή εφόσον αντιστοιχεί στις εκάστοτε συνθήκες, ιδίως στη συμβολή εκάστου υπαιτίου στην πρόκληση της ζημίας.
142. Ωστόσο, η Fresh Marine δεν προέβαλε επιχειρήματα τα οποία να ανατρέπουν την εκτίμηση του Πρωτοδικείου ότι η συμπεριφορά της αποτελεί παρατυπία εξίσου σοβαρή με την πλημμέλεια της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, το σχετικό αίτημα της αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
3. Εκτίμηση του αιτήματος περί επιδικάσεως τόκων
143. Η Fresh Marine ζητεί επιπλέον να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της καταβάλει εντόκως με επικόκιο ύψους 8 % ετησίως από της κοινοποιήσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το ποσό των 577 000 ΝΟΚ και τα δικαστικά έξοδα.
144. Το αίτημα της επιδικάσεως τόκων το οποίο κατά τα λοιπά αφορά επίσης την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας σύμφωνα με το άρθρο 288, παράγραφος 2, είναι κατ' αρχήν παραδεκτό σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου . Με την ανωτέρω νομολογία τίθεται η αρχή «της πλήρους αποκαταστάσεως της θιγείσας περιουσίας.» .
145. Όπως όμως προέβαλε η Επιτροπή, το αίτημα αυτό περί της επιδικάσεως τόκων είναι απαράδεκτο, διότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου σύμφωνα με το οποίο πρέπει να αναφέρονται οι διατάξεις ή οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου τις οποίες παραβίασε το Πρωτοδικείο .
146. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου , θα μπορούσε μεν να ζητηθεί η αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται από τη μείωση της αξίας των χρημάτων, ωστόσο το αίτημα της Fresh Marine δεν είναι θεμελιωμένο ως προς το σημείο αυτό.
147. Βάσει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί τόσο η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως όσο και το αίτημα επιδικάσεως τόκων.
IX - Δικαστικά έξοδα
148. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, αν υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ως προς τους ισχυρισμούς της και η Fresh Marine ως προς την αντίθετη αίτησή της αναιρέσεως ηττήθηκαν, αφμότεροι οι διάδικοι πρέπει να φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Χ - Πρόταση
149. Βάσει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και την αντίθετη αίτηση αναιρέσεως καθώς και
- να επιβάλει στην Επιτροπή και τη Fresh Marine να φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Full & Egal Universal Law Academy