Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Ποσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Εθνική νομοθεσία απαγορεύουσα την εμπορία υπό την ονομασία πωλήσεως «σοκολάτα» προϊόντων κακάο και σοκολάτας που περιέχουν φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός βουτύρου κακάου και νομίμως παρασκευάζονται εντός του κράτους παραγωγής - Δεν επιτρέπεται - Δικαιολογία - Προστασία των καταναλωτών - Δεν υφίσταται
[(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 30 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως άρθρο 28 ΕΚ)· οδηγία του Συμβουλίου 73/241]
Περίληψη
$$Παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ) το κράτος μέλος το οποίο απαγορεύει τα προϊόντα κακάο και σοκολάτας, τα οποία είναι σύμφωνα με τις διατάξεις σχετικά με την ελάχιστη περιεκτικότητα σε κακάο και βούτυρο κακάο που απαιτείται από το παράρτημα 1, παράγραφος 1, σημείο 1.16 της οδηγίας 73/241, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών τωνκρατών μελών σχετικά με τα προϊόντα του κακάο και της σοκολάτας που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση και στα οποία έχουν προστεθεί φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο και μπορούν να διατίθενται νομίμως στα κράτη μέλη που επιτρέπουν την προσθήκη αυτών των ουσιών, να μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο στην επικράτειά του, υπό την ονομασία πωλήσεως «σοκολάτα», υπό την οποία διατίθενται στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους παραγωγής.
Μια τέτοια ρύθμιση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με το επιχείρημα ότι αυτή είναι αναγκαία για την προστασία των καταναλωτών. Πράγματι, η προσθήκη στα προϊόντα κακάο και σοκολάτας κακάο φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο δεν συνεπάγεται ουσιώδη μεταβολή της συνθέσεώς τους ή της φύσεώς τους, οπότε τα εν λόγω προϊόντα διατηρούν τα χαρακτηριστικά που αναμένουν οι καταναλωτές αγοράζοντας προϊόντα φέροντα την ονομασία «σοκολάτα». Η προσθήκη επί της επισημάνσεως μιας ουδέτερης και αντικειμενικής ενδείξεως, ενημερώνουσας τους καταναλωτές σχετικά με την ύπαρξη, στο εν λόγω προϊόν, φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο θα αρκούσε για τη διασφάλιση της σωστής ενημερώσεως των καταναλωτών.
( βλ. σκέψεις 83, 87-88, 92-93, 98 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-12/00,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Valero Jordana, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπούμενου από την N. Díaz Abad, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, απαγορεύοντας τη διάθεση στο εμπόριο εντός της Ισπανίας υπό την ονομασία πωλήσεως υπό την οποία διατίθενται στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους προελεύσεως προϊόντων κακάο και σοκολάτας στα οποία έχουν προστεθεί φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός βουτύρου κακάο και τα οποία έχουν νομίμως παρασκευασθεί εντός των κρατών μελών που επιτρέπουν την προσθήκη αυτών των ουσιών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen, Β. Σκουρή (εισηγητή), N. Colneric, και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, προϊσταμένη τμήματος,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 25ης Οκτωβρίου 2001,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Δεκεμβρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Ιανουαρίου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, απαγορεύοντας τη διάθεση στο εμπόριο εντός της Ισπανίας υπό την ονομασία πωλήσεως υπό την οποία διατίθεται στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους προελεύσεως προϊόντων κακάο και σοκολάτας στα οποία έχουν προστεθεί φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός βουτύρου κακάο και τα οποία έχουν νομίμως παρασκευασθεί εντός των κρατών μελών που επιτρέπουν την προσθήκη αυτών των ουσιών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ).
Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Η οδηγία 73/241/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα προϊόντα του κακάο και της σοκολάτας (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 224), προβλέπει, στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη της, «ότι [...] πρέπει να πραγματοποιηθεί η προσέγγιση των διατάξεων των σχετικών με τα προϊόντα αυτά και ότι είναι αναγκαίο να καθορισθούν ορισμοί και ενιαίοι κανόνες για τη σύνθεση, τα χαρακτηριστικά παρασκευής, τη συσκευασία και την επισήμανση προς εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εν λόγω προϊόντων».
3 Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της ίδιας οδηγίας προβλέπει «ότι, εν τούτοις, δεν είναι δυνατό να εναρμονισθούν στην παρούσα οδηγία, από τις διατάξεις που έχουν εφαρμογή στα τρόφιμα, όλες εκείνες που μπορούν να παρεμποδίζουν τις συναλλαγές που αφορούν τα προϊόντα του κακάο και της σοκολάτας, αλλά ότι ο αριθμός των εμποδίων που υφίστανται από το γεγονός αυτό πρόκειται βαθμηδόν να περιορισθεί, εφόσον θα προοδεύει η εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων των σχετικών με τα τρόφιμα».
4 Σύμφωνα με την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 73/241, «η χρησιμοποίηση φυτικής λιπαρής ουσίας άλλης από το βούτυρο κακάο στα προϊόντα σοκολάτας επιτρέπεται σε ορισμένα κράτη μέλη και [...] έχει γίνει εκεί ευρύτατη χρήση της αδείας αυτής· [...] εν τούτοις, δεν είναι δυνατό να αποφασισθούν από τώρα οι δυνατότητες και ο τρόπος της επεκτάσεως της χρησιμοποιήσεως των λιπαρών αυτών ουσιών σε ολόκληρη την Κοινότητα, δεδομένου ότι οι μέχρι σήμερα διαθέσιμες οικονομικές και τεχνικές πληροφορίες δεν επιτρέπουν τη θέσπιση οριστικής θέσεως και ότι, κατά συνέπεια, η κατάσταση θα πρέπει να επανεξετασθεί υπό το φως των μελλοντικών εξελίξεων».
5 Το άρθρο 1 της οδηγίας 73/241 ορίζει:
«Κατά την έννοια της παρούσης οδηγίας, νοούνται ως προϊόντα του κακάο και της σοκολάτας τα προϊόντα που προορίζονται για την ανθρώπινη διατροφή και που ορίζονται στο παράρτημα Ι.»
6 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 73/241 προβλέπει:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα χρήσιμα μέτρα ώστε το εμπόριο των προϊόντων που προβλέπονται στο άρθρο 1 και είναι σύμφωνα με τους ορισμούς και τους κανόνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και το παράρτημα Ι αυτής, να μην είναι δυνατό να παρεμποδίζεται από την εφαρμογή μη εναρμονισμένων εθνικών διατάξεων που ρυθμίζουν τη σύνθεση, τα χαρακτηριστικά παρασκευής, τη συσκευασία ή την επισήμανση μόνον αυτών των προϊόντων ή των τροφίμων γενικά.»
7 Το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας 73/241 έχει ως εξής:
«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις των εθνικών νομοθεσιών:
α) δυνάμει των οποίων επιτρέπεται ή απαγορεύεται επί του παρόντος η προσθήκη στα διάφορα προϊόντα σοκολάτας, που ορίζονται στο παράρτημα Ι, φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός από το βούτυρο κακάο. Το Συμβούλιο αποφασίζει, μετά από πρόταση της Επιτροπής, μετά την πάροδο προθεσμίας τριών ετών από την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας, για τις δυνατότητες και τους τρόπους επεκτάσεως της χρησιμοποιήσεως των λιπαρών αυτών ουσιών σε ολόκληρη την Κοινότητα».
8 Το παράρτημα Ι, παράγραφος 1, σημείο 1.16, της οδηγίας 73/241 ορίζει τη σοκολάτα ως «το προϊόν που λαμβάνεται από κόκκους κακάο, κακαόμαζα, σκόνη κακάο ή αποβουτυρωμένη σκόνη κακάο και σακχαρόζη, με ή χωρίς προσθήκη βουτύρου κακάο και το οποίο περιέχει, υπό την επιφύλαξη των ορισμών της σοκολάτας τρούφας, της σοκολάτας με φουντούκια gianduja και σοκολάτας κουβερτούρας τουλάχιστον 35 % ολική ξηρά ουσία κακάο, τουλάχιστον 14 % απολιπανθέν ξηρό κακάο και 18 % βούτυρο κακάο. Τα ποσοστά αυτά υπολογίζονται μετά από αφαίρεση του βάρους των ουσιών που η προσθήκη τους προβλέπεται στις παραγράφους 5 έως 8».
9 Το παράρτημα Ι, παράγραφος 7, στοιχείο α_, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 73/241 είναι συντεταγμένο ως εξής:
«Χωρίς να θίγεται το άρθρο 14, παράγραφος 2, υπό α_, οι βρώσιμες ουσίες με εξαίρεση τα άλευρα και άμυλα καθώς και τις λιπαρές ουσίες και τα παρασκευάσματά τους που δεν προέρχονται αποκλειστικά από γάλα, μπορούν να προστίθενται στη σοκολάτα, στη σοκολάτα οικιακής χρήσεως, στη σοκολάτα κουβερτούρα, στη σοκολάτα γάλακτος, στη σοκολάτα γάλακτος οικιακής χρήσεως, στη σοκολάτα γάλακτος κουβερτούρα και στη λευκή σοκολάτα.»
10 Σύμφωνα με το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουνίου 2000, για τα προϊόντα κακάο και σοκολάτας που προορίζονται για τη διατροφή του ανθρώπου (ΕΕ L 197, σ. 19), καταργείται, με ισχύ από 3ης Αυγούστου 2003, η οδηγία 73/241.
11 Η οδηγία 2000/36 ορίζει, στην πέμπτη έως την έβδομη αιτιολογική της σκέψη:
«(5) Σε ορισμένα κράτη μέλη επιτρέπεται η προσθήκη, στα προϊόντα σοκολάτας, φυτικών λιπαρών, άλλων εκτός του βουτύρου του κακάο, μέχρι μέγιστου ποσοστού 5 %.
(6) Η προσθήκη ορισμένων φυτικών λιπαρών, άλλων εκτός του βουτύρου του κακάο, μέχρι 5 %, θα πρέπει να επιτρέπεται σε όλα τα κράτη μέλη. Αυτά τα φυτικά λιπαρά θα πρέπει να είναι ισοδύναμα βουτύρου του κακάο και ως εκ τούτου θα πρέπει να ορισθούν σύμφωνα με τεχνικά και επιστημονικά κριτήρια.
(7) Για να εξασφαλιστεί η ενιαία φύση της εσωτερικής αγοράς, όλα τα προϊόντα σοκολάτας που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία πρέπει να μπορούν να διακινούνται εντός της Κοινότητας με τις ονομασίες πώλησης που προβλέπονται στις διατάξεις του παραρτήματος Ι της παρούσας οδηγίας.»
12 Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2000/36 προβλέπει:
«1. Η προσθήκη φυτικών λιπαρών, άλλων εκτός του βουτύρου του κακάο, τα οποία ορίζονται και αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ, επιτρέπεται στα προϊόντα σοκολάτας που ορίζονται στα τμήμα Α, σημεία 3, 4, 5, 6, 8 και 9 του παραρτήματος Ι. Η προσθήκη αυτή δεν πρέπει να υπερβαίνει το 5 % του τελικού προϊόντος, αφού αφαιρεθεί το ολικό βάρος τυχόν λοιπών βρώσιμων ουσιών που χρησιμοποιούνται σύμφωνα με το τμήμα Β του πραρτήματος Ι, χωρίς να μειώνεται η ελάχιστη περιεκτικότητα σε βούτυρο του κακάο ή σε ολικά ξηρά στερεά κακάο.
2. Τα προϊόντα σοκολάτας τα οποία, δυνάμει της παραγράφου 1, περιέχουν φυτικά λιπαρά άλλα εκτός του βουτύρου του κακάο, μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο σε όλα τα κράτη μέλη υπό τον όρο ότι η επισήμανσή τους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3, συμπληρώνεται με ευδιάκριτη και ευανάγνωστη δήλωση: "Περιέχει φυτικά λιπαρά επιπλέον του βουτύρου του κακάο". Αυτή η δήλωση εμφανίζεται στο ίδιο οπτικό πεδίο με τον κατάλογο των συστατικών, διακρινόμενη σαφώς από αυτόν, και αναγράφεται με χαρακτήρες του αυτού τουλάχιστον μεγέθους και παχείς, όπως και η ονομασία πώλησης παρά την απαίτηση αυτή, η ονομασία πώλησης του προϊόντος μπορεί να εμφανίζεται και αλλού.»
13 Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2000/36:
«1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία πριν από τις 3 Αυγούστου 2003. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
2. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε:
- να επιτρέπεται η εμπορία των προϊόντων που ορίζονται στο παράρτημα Ι, εφόσον ανταποκρίνονται στους ορισμούς και τους κανόνες που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία από τις 3 Αυγούστου 2003,
- να απαγορεύεται η εμπορία των προϊόντων που δεν ανταποκρίνονται στην παρούσα οδηγία, από τις 3 Αυγούστου 2003.
Ωστόσο, η εμπορία προϊόντων τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην παρούσα οδηγία, αλλά τα οποία επισημάνθηκαν πριν από τις 3 Αυγούστου 2003 σύμφωνα με την οδηγία 73/241/ΕΟΚ του Συμβουλίου, επιτρέπεται μέχρι εξαντλήσεως των αποθεμάτων.»
14 Σύμφωνα με το άρθρο 14, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (EE ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33), «τα κράτη μέλη πρέπει να απαγορεύουν το εμπόριο τροφίμων στην επικράτειά τους, αν οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 4, παράγραφος 2, δεν γράφονται σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τους αγοραστές, εκτός αν η πληροφόρηση του αγοραστή εξασφαλίζεται με άλλο τρόπο».
15 Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 14 της οδηγίας 79/112 καταργήθηκε με την οδηγία 97/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 1997, για τροποποίηση της οδηγίας 79/112 (ΕΕ L 43, σ. 21).
16 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της οδηγίας 79/112, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 97/4, ορίζει:
«Η ονομασία πώλησης ενός τροφίμου είναι η ονομασία που προβλέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα για το τρόφιμο αυτό.
[...]
β) Επιτρέπεται επίσης να χρησιμοποιείται, στο κράτος μέλος εμπορίας, η ονομασία πώλησης με την οποία ένα προϊόν νομίμως παρασκευάζεται και διατίθενται στο εμπόριο στο κράτος μέλος παραγωγής.
Ωστόσο, εφόσον η εφαρμογή των άλλων διατάξεων της παρούσας οδηγίας, ιδίως των προβλεπομένων στο άρθρο 3, δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να επιτρέπει στους καταναλωτές του κράτους μέλους εμπορίας να γνωρίζουν την πραγματική φύση του τροφίμου και να το διακρίνουν από τα τρόφιμα με τα οποία θα μπορούσε να το συγχέει, η ονομασία πώλησης συνοδεύεται από άλλες περιγραφικές πληροφορίες οι οποίες αναγράφονται δίπλα σε αυτήν.
γ) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η ονομασία πώλησης του κράτους μέλους παραγωγής δεν χρησιμοποιείται στο κράτος μέλος εμπορίας όταν το τρόφιμο που φέρει αυτή την ονομασία απέχει, ως προς τη σύνθεση ή την παρασκευή του, από το τρόφιμο που είναι γνωστό υπό την ονομασία αυτή, ώστε οι διατάξεις του στοιχείου β_ δεν είναι επαρκείς για να εξασφαλίζεται η ορθή ενημέρωση των καταναλωτών στο κράτος μέλος εμπορίας.»
17 H οδηγία 79/112 καταργήθηκε με την οδηγία 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (ΕΕ L 109, σ. 29). Το άρθρο 16, παράγραφοι 1 και 2, της τελευταίας αυτής οδηγίας, έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να απαγορεύεται στην επικράτειά τους η εμπορία τροφίμων για τα οποία οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 4, παράγραφος 2, δεν αναγράφονται σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τον καταναλωτή, εκτός εάν η αποτελεσματική ενημέρωση του καταναλωτή εξασφαλίζεται με άλλα μέτρα, που καθορίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 20, παράγραφος 2, για μια ή περισσότερες ενδείξεις της επισήμανσης.
2. Το κράτος μέλος όπου το προϊόν διατίθεται στο εμπόριο μπορεί, τηρώντας τους κανόνες της Συνθήκης, να επιβάλλει, στην επικράτειά του, να αναγράφονται αυτές οι ενδείξεις της επισήμανσης σε μία ή περισσότερες γλώσσες που επιλέγει μεταξύ των επισήμων γλωσσών της Κοινότητας.»
Η εθνική νομοθεσία
18 Με το Real Decreto αριθ. 822/1990, της 22ας Ιουνίου 1990 (BOE αριθ. 154, της 28ης Ιουνίου 1990, σ. 3399, στο εξής: βασιλικό διάταγμα 822/1990), εγκρίθηκε η Reglamentación Técnico-Sanitaria para la elaboración, circulación y comercio del cacao y chocolate (τεχνικοϋγειονομική ρύθμιση όσον αφορά την παρασκευή, κυκλοφορία και διάθεση στο εμπόριο του κακάο και της σοκολάτας).
19 Το άρθρο 2 της ρυθμίσεως αυτής, που φέρει τον τίτλο «Ορισμοί και ονομασίες», προσδιορίζει, στην παράγραφό του 16, τη σοκολάτα ως «το προϊόν που προκύπτει από κόκκους κακάο, κακαόμαζα, σκόνη κακάο ή αποβουτυρωμένη σκόνη κακάο και ζακχαρόζη με ή χωρίς προσθήκη βουτύρου κακάο, και το οποίο περιέχει, υπό την επιφύλαξη των ορισμών της σοκολάτας, τρούφα της σοκολάτας με φουντούκια gianduja και της σοκολάτας κουβερτούρα, τουλάχιστον 35 % συνολικής ξηράς ουσίας κακάο, τουλάχιστον 14 % απολιπανθέν κακάο και 18 % βούτυρο κακάο [...]».
20 Εξάλλου, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω ρυθμίσεως, που φέρει τον τίτλο «Απαγορευόμενες ενέργειες», ορίζει:
«Στα προϊόντα κακάο σε βαλάνους, στους σπόρους κακάο, στην κακαόμαζα, στους πλακούντες σκόνης κακάο, απαγορεύεται:
- η χρησιμοποίηση λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο·
[...]».
21 Με το Real Decreto αριθ. 823/1990, της 22ας Ιουνίου 1990 (BOE αριθ. 154, της 28ης Ιουνίου 1990, σ. 3407, στο εξής: βασιλικό διάταγμα 823/1990), εγκρίθηκε η Reglamentación Técnico-Sanitaria para la elaboración, circulación y comercio de productos derivados de cacao, derivados de chocolate y sucedáneos de chocolate (τεχνικοϋγειονομική ρύθμιση όσον αφορά την παρασκευή, κυκλοφορία και διάθεση στο εμπόριο των παραγώγων προϊόντων κακάο, των παραγώγων προϊόντων σοκολάτας και των υποκαταστάτων σοκολάτας).
22 Το άρθρο 2 της ρυθμίσεως αυτής, που φέρει τον τίτλο «Ορισμοί και ονομασίες», περιλαμβάνει, στην παράγραφό του 7, τον ακόλουθο ορισμό:
«Υποκατάστατα σοκολάτας: παρασκευάσματα τα οποία έχουν παρασκευασθεί υπό ειδικό σχήμα ή αποτύπωμα και μπορούν, λόγω της εμφανίσεώς τους, της όψεώς τους ή της καταναλώσεώς τους, να συγχέονται με τη σοκολάτα και τα οποία πληρούν τις ειδικές προδιαγραφές για τα παρασκευάσματα αυτά, προδιαγραφές που έχουν θεσπιστεί με τη ρύθμιση για την παρασκευή, κυκλοφορία και διάθεση στο εμπόριο του κακάο και της σοκολάτας [ρύθμιση που έχει εγκριθεί με το διάταγμα 822/1990] [...] εκτός από την πλήρη ή μερική αντικατάσταση του βουτύρου του κακάο από άλλες βρώσιμες φυτικές λιπαρές ουσίες ή υδρογονούχα ή μη υδρογονούχα τεμάχιά τους, και σαφή διαφοροποίηση της επισημάνσεως.»
Η προ της ασκήσεως της ένδικης προσφυγής διαδικασία
23 Στις 9 Οκτωβρίου 1989 η Ισπανική Κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή, κατ' εφαρμογήν της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (ΕΕ L 109, σ. 8), σχέδιο σχετικά με τα βασιλικά διατάγματα 822/1990 και 823/1990, διατάγματα που εκδόθηκαν μεταγενέστερα.
24 Από τις συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν και την αλληλογραφία που αντηλλάγη κατόπιν αυτής της κοινοποιήσεως, κατεφάνη ότι οι ισπανικές αρχές ερμήνευαν το βασιλικό διάταγμα 822/1990 υπό την έννοια ότι τα προϊόντα στα οποία έχουν προστεθεί φυτικές λιπαρές ουσίες, εκτός του βουτύρου κακάο, και τα οποία έχουν νομίμως παρασκευαστεί εντός των κρατών μελών που επιτρέπουν την προσθήκη των ουσιών αυτών, δεν μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο εντός της Ισπανίας υπό την ονομασία «σοκολάτα», υπό την οποία και διατίθεται στο εμπόριο εντός των κρατών μελών παραγωγής, αλλά αποκλειστικώς και μόνον υπό την ονομασία «υποκατάστατα σοκολάτας».
25 Θεωρώντας ότι πρόκειται για περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων κακάο και σοκολάτας, που έχουν νομίμως παρασκευαστεί εντός άλλων κρατών μελών, η Επιτροπή, αφού όχλησε το Βασίλειο της Ισπανίας ζητώντας του να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, απηύθυνε σε αυτό το κράτος μέλος, στις 29 Ιουλίου 1998, αιτιολογημένη γνώμη καλώντας το να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του εκ του άρθρου 30 της Συνθήκης εντός προθεσμίας δύο μηνών υπολογιζομένων από της κοινοποιήσεως της γνώμης αυτής.
26 Η Ισπανική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 9ης Νοεμβρίου 1998, ισχυριζόμενη ότι το βασιλικό διάταγμα 822/1990 ήταν σύμφωνο προς την οδηγία 73/241 και ότι η λύση στο τεθέν με την αιτιολογημένη γνώμη πρόβλημα ενέκειτο στην τροποποίηση της οδηγίας αυτής, πράγμα σύνηθες κατά την εποχή εκείνη.
27 Υπ' αυτές ακριβώς τις συνθήκες, η Επιτροπή αποφάσισε την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
28 Προκαταρκτικώς, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η προσφυγή της έχει ως αντικείμενο τις διατάξεις του βασιλικού διατάγματος 822/1990, στο μέτρο που αυτές έχουν ερμηνευθεί από τις ισπανικές αρχές ως απαγορεύουσες τη διάθεση στο εμπόριο στην Ισπανία, υπό την ονομασία «σοκολάτα», προϊόντων κακάο και σοκολάτας που έχουν νομίμως παρασκευαστεί και διατεθεί στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών όταν τα εν λόγω προϊόντα περιέχουν φυτικές λιπαρές ουσίες άλλες εκτός του βουτύρου κακάο.
29 Η Επιτροπή διατείνεται ότι σοκολάτα που περιέχει φυτικές λιπαρές ουσίες άλλες εκτός του βουτύρου κακάο σε ποσοστό 5 % του συνολικού βάρους του προϊόντος παρασκευάζεται υπό την ονομασία «σοκολάτα» σε έξι κράτη μέλη (Δανία, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Σουηδία, Ιρλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο), ότι γίνεται δεκτή υπό την ονομασία αυτή σε όλα τα κράτη μέλη, με εξαίρεση την Ισπανία και την Ιταλία, και ότι μνημονεύεται με την εν λόγω ονομασία, στην οδηγία 73/241.
30 Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι ένα τέτοιο προϊόν πληροί, όσον αφορά τα συστατικά με βάση το κακάο, τους κανόνες περί συνθέσεως της σοκολάτας που έχουν θεσπιστεί με την οδηγία 73/241, και τούτο δοθέντος ότι η προσθήκη αυτών των λιπαρών ουσιών δεν συνεπάγεται καμιά μείωση της ελαχίστης απαιτουμένης περιεκτικότητας όσον αφορά τις λοιπές σχετικές ουσίες.
31 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προβαλλόμενη από την Ισπανική Κυβέρνηση ερμηνεία συνεπάγεται τον χωρισμό των κρατών μελών σε δύο ομάδες, δηλαδή τη ζώνη της ελεύθερης κυκλοφορίας της σοκολάτας, που αποτελείται από τα κράτη μέλη που δέχονται την εμπορία, υπό την ονομασία «σοκολάτα», της σοκολάτας που περιέχει φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο και τη ζώνη όπου εφαρμόζονται οι κανόνες σχετικά με την «καθαρότητα» της σοκολάτας, ζώνη που αποτελείται από τα κράτη μέλη τα οποία όχι μόνο δεν επιτρέπουν την παρασκευή στο έδαφός τους σοκολάτας περιέχουσας φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο αλλά και απαγορεύουν τη διάθεσή της στο εμπόριο υπό την ονομασία «σοκολάτα».
32 Η Επιτροπή διασαφηνίζει ότι το πρόβλημα προκύπτει από την ερμηνεία που η Ισπανική Κυβέρνηση δίνει στην οδηγία 73/241 και όχι από την ίδια την οδηγία. Πράγματι, το εν λόγω κοινοτικό όργανο υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι η οδηγία 73/241 δεν έχει οριστικώς ρυθμίσει το ζήτημα της χρήσεως, κατά την παρασκευή προϊόντων κακάο και σοκολάτα, εντός ολόκληρης της Κοινότητας, φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο, δεν μπορεί να γίνει δεκτή μια ερμηνεία της οδηγίας αυτής κατά την οποία δικαιολογείται μια εθνική ρύθμιση η οποία απαγορεύει την εμπορία των προϊόντων κακάο και σοκολάτας που περιέχουν φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο, προϊόντων που έχουν νομίμως παρασκευαστεί και διατεθεί στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους παραγωγής εφόσον έχουν τηρηθεί διατάξεις της εν λόγω οδηγίας 73/241. Ως εκ τούτου, μια τέτοια εθνική ρύθμιση πρέπει να εκτιμηθεί από πλευράς του άρθρου 30 της Συνθήκης.
33 Συναφώς, η Επιτροπή φρονεί ότι η απορρέουσα από την ισπανική ρύθμιση υποχρέωση διαθέσεως στο εμπόριο των εν λόγω προϊόντων υπό την ονομασία «υποκατάστατα σοκολάτας» εμποδίζει ουσιωδώς την πρόσβασή τους στην ισπανική αγορά, συνιστώντας έτσι μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό, πράγμα αντίθετο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης.
34 Όντως, αφενός, υποχρέωση αλλαγής της ονομασίας πωλήσεως συνεπάγεται επιπρόσθετη εργασία συσκευασίας και επισημάνσεως, πράγμα που έχει, έτσι, ως συνέπεια την αύξηση των εξόδων εμπορίας στην Ισπανία. Αφετέρου, ο όρος «υποκατάστατο» είναι μειωτικός διότι αναφέρεται πάντοτε σε προϊόν που εμφανίζεται ως αντικατάστατο άλλου προϊόντος, χωρίς να συγκεντρώνει τις ιδιότητες που δημιουργούν την αξία του αντικαθισταμένου προϊόντος.
35 Στηριζόμενη τόσο στη νομολογία του Δικαστηρίου όσο και στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της οδηγίας 79/112, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 97/4, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως της ονομασίας πωλήσεως που επιτρέπεται στο κράτος μέλος παραγωγής δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που το επίμαχο προϊόν παρουσιάζει, λόγω της συνθέσεως ή της παρασκευής του, λίαν διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά των προϊόντων που είναι γενικώς γνωστά, εντός της Κοινότητος, υπό την ίδια αυτή ονομασία, ώστε το επίμαχο προϊόν να μην μπορεί να θεωρηθεί ως ανήκον στην ίδια κατηγορία.
36 Όμως, σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι η προσθήκη φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο σ' ένα προϊόν σοκολάτας που περιέχει την ελάχιστη απαιτούμενη από την οδηγία 73/241 περιεκτικότητα, όσον αφορά τις απαραίτητες ουσίες, μεταβάλλει ουσιωδώς τη φύση του προϊόντος, σε σημείο που η χρησιμοποίηση της ονομασίας «σοκολάτα» να δημιουργεί σύγχυση ως προς τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του σχετικού προϊόντος.
37 Εξάλλου, η Επιτροπή διατείνεται ότι η ισπανική ρύθμιση δεν δικαιολογείται από ανυπέρθετη επιταγή έχουσα σχέση με την προστασία των καταναλωτών, και τούτο εφόσον υφίστανται εν προκειμένω άλλα μέτρα, λιγότερο περιοριστικά της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων κακάο και σοκολάτας, τα οποία διασφαλίζουν την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, όπως η προσθήκη στην επισήμανση μιας ουδέτερης και αντικειμενικής ενδείξεως ενημερώνουσας τους καταναλωτές σχετικά με την ύπαρξη, στο προϊόν, φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο.
38 Η Ισπανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, μολονότι συμφωνεί με την Επιτροπή ως προς το ότι η οδηγία 73/241 δεν έχει ρυθμίσει το ζήτημα της χρησιμοποιήσεως, εντός της Κοινότητας, κατά την παρασκευή προϊόντων κακάο και σοκολάτας, φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου του κακάο, από τον ορισμό της σοκολάτας, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι, παράγραφος 1, σημείο 1.16 της οδηγίας αυτής, συνάγει ότι με την εν λόγω οδηγία έχει επιτευχθεί μια συνολική εναρμόνιση όσον αφορά τη σύνθεση των προϊόντων που μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο υπό την ονομασία «σοκολάτα» και ότι τα προϊόντα που περιέχουν άλλες εκτός του βουτύρου του κακάο φυτικές λιπαρές ουσίες δεν μπορούν να θεωρούνται ως σύμφωνα με τους ορισμούς και τους κανόνες της οδηγίας αυτής, κατά την έννοια του άρθρου της 10, παράγραφος 1.
39 Κατά συνέπεια, εκτιμώντας ότι τα περιέχοντα φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο προϊόντα παρασκευάζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους παραγωγής όχι όμως και σύμφωνα με την οδηγία 73/241, η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι με την ερμηνεία που αυτή δίδει διακυβεύεται ο ενιαίος χαρακτήρας της εσωτερικής αγοράς. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι το ζήτημα της χρήσεως φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, δεν είναι δυνατόν να γίνεται ακριβώς λόγος για εσωτερική αγορά των προϊόντων κακάο και σοκολάτας που περιέχουν αυτές τις λοιπές φυτικές λιπαρές ουσίες. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί ότι επιτρέπεται στα κράτη μέλη να επιβάλλουν, ενδεχομένως, απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο, εντός του εδάφους τους, τέτοιων προϊόντων, υπό την ονομασία πωλήσεως «σοκολάτα», όταν τα προϊόντα αυτά δεν είναι σύμφωνα προς τη σχετική εθνική νομοθεσία.
40 Αυτή, άλλωστε, η ερμηνεία ενισχύεται από το γεγονός ότι χρειάστηκε μεταρρύθμιση της κοινοτικής νομοθεσίας προκειμένου να γενικευθεί, εντός της Κοινότητας, η δυνατότητα προσθήκης στη σοκολάτα φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο για να καταστεί έτσι δυνατό αυτό που η Επιτροπή επιδιώκει να επιβάλει στο Βασίλειο της Ισπανίας μέσω της υπό κρίση προσφυγής λόγω παραβάσεως.
41 Ισχυριζόμενη, άλλωστε, ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η ερμηνεία του εθνικού δικαίου, προγενέστερου ή μεταγενέστερου μιας οδηγίας, πρέπει να γίνεται υπό το φως της τελευταίας και ότι κάθε εθνικό δικαστήριο που ερμηνεύει και εφαρμόζει το εθνικό δίκαιο οφείλει να λαμβάνει ως δεδομένο ότι το κράτος μέλος είχε την πρόθεση να εκπληρώσει πλήρως τις εκ της εν λόγω οδηγίας υποχρεώσεις του, η Ισπανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι είχε την πρόθεση να συμμορφωθεί προς την οδηγία 73/241 και ότι η ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας της είναι σύμφωνη προς την οδηγία αυτή. Υπό τις συνθήκες αυτές, η εν λόγω κυβέρνηση φρονεί ότι, εάν γινόταν δεκτό ότι η εν λόγω οδηγία περιλαμβάνει διατάξεις αντικείμενες στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, η σχετική ευθύνη πρέπει να καταλογιστεί στο Συμβούλιο, ως συντάκτη της οδηγίας.
42 Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί το ότι η εθνική νομοθεσία της συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό, ισχυριζόμενη ότι πρόκειται απλώς για ένα σχετικό με πωλήσεις κανόνα, κατά την έννοια της αποφάσεως της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-267/91 και C-268/91, Keck και Mithouard (Συλλογή 1993, σ. Ι-6097). Ειδικότερα, η εν λόγω κυβέρνηση διατείνεται ότι πληρούνται εν προκειμένω οι τεθείσες με την εν λόγω απόφαση προϋποθέσεις, εφόσον η ισπανική ρύθμιση που διέπει την ονομασία «υποκατάστατα σοκολάτας», υπό την οποία μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο τα προϊόντα κακάο και σοκολάτας που περιέχουν φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο, αφορά αδιακρίτως τόσο τους ημεδαπούς όσο και τους αλλοδαπούς επιχειρηματίες και επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο την εμπορία τόσο των εγχωρίων όσο και των εισαγομένων προϊόντων.
43 Εν πάση περιπτώσει, η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η πρόσβαση στην ισπανική αγορά των εν λόγω προϊόντων δεν έχει καταστεί δυσχερέστερη λόγω της εθνικής νομοθεσίας της.
44 Πρώτον, η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο όρος «υποκατάστατο σοκολάτας» είναι ουδέτερος, καθόσον περιορίζεται στο να αντικατοπτρίζει μια αντικειμενική πραγματικότητα, συγκεκριμένα το γεγονός ότι τα προϊόντα κακάο και σοκολάτας που περιέχουν φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο και τα προϊόντα που δεν περιέχουν τέτοιες ουσίες δεν είναι τα ίδια. Προσθέτει ότι ο όρος αυτός αποτελεί στην Ισπανία παραδοσιακή ονομασία και ότι, ελλείψει μιας ισχύουσας εν προκειμένω εναρμονισμένης ρυθμίσεως, η Επιτροπή υποχρεούται, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας, να σεβαστεί τον παραδοσιακό χαρακτήρα των ονομασιών σε κάθε κράτος μέλος.
45 Δεύτερον, η ίδια κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η υποχρέωση αλλαγής της ονομασίας πωλήσεως των προϊόντων κακάο και σοκολάτας που περιέχουν φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο δεν αυξάνει τα έξοδα εμπορίας των προϊόντων αυτών στην Ισπανία, εφόσον πρόκειται για κόστος που έχει ήδη αναληφθεί από τους εισαγωγείς προκειμένου η επισήμανση να γίνεται σε γλώσσα ευχερώς κατανοητή από τους αγοραστές.
46 Συναφώς, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 16 της οδηγίας 2000/13 αναγνωρίζει στο κράτος μέλος όπου το προϊόν διατίθεται στο εμπόριο τη δυνατότητα, πράγμα που έχει ήδη προστεθεί στην οδηγία 79/112 με την οδηγία 97/4, να επιβάλλει στο έδαφός του, τηρώντας τους κανόνες της Συνθήκης, οι υποχρεωτικές μνείες της επισημάνσεως να είναι διατυπωμένες σε μία ή περισσότερες γλώσσες, τις οποίες καθορίζει μεταξύ των επισήμων γλωσσών της Κοινότητας. Έτσι, κατά τη μεταφορά της οδηγίας 97/4 στην ισπανική έννομη τάξη, απαιτήθηκε τα τρόφιμα που διατίθενται στο εμπόριο στην Ισπανία να φέρουν επισήμανση επί της οποίας να είναι γραμμένες στην ισπανική γλώσσα οι υποχρεωτικές μνείες.
47 Επομένως, καταλήγει η Ισπανική Κυβέρνηση, εάν, κατά την εκ νέου συσκευασία που επιβάλλεται εξάλλου, ο όρος «σοκολάτα» αντικατασταθεί από την έκφραση «υποκατάστατο σοκολάτας», τούτο δεν συνεπάγεται πρόσθετα έξοδα όσον αφορά την εμπορία των σχετικών προϊόντων.
48 Η Ισπανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η εθνική της ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών, εφόσον το αντικείμενό της συνίσταται στη μέριμνα για την ποιότητα του προϊόντος όπως το γνωρίζουν οι Ισπανοί καταναλωτές και όπως αυτό ανταποκρίνεται στον ορισμό του παραρτήματος Ι, παράγραφος 1, σημείο 1.16, της οδηγίας 73/241, όπου δεν γίνεται αναφορά σε φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο. Πράγματι, η ίδια κυβέρνηση υποστηρίζει, αφενός, ότι η μνεία επί της επισημάνσεως, η οποία ενημερώνει τους καταναλωτές σχετικά με την ύπαρξη φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο δεν σημαίνει τίποτα για τους Ισπανούς καταναλωτές, ενώ η παραδοσιακή ονομασία «υποκατάστατα σοκολάτας» τούς πληροφορεί κατά τρόπο ικανοποιητικό, και, αφετέρου, ότι η προσθήκη φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο αλλοιώνει το προϊόν από την άποψη, ιδίως, της ποιότητάς του, της γεύσεώς του, της συστάσεώς του και των συνθηκών διατηρήσεώς του.
49 Εξάλλου, η εν λόγω κυβέρνηση δεν θεωρεί επιτρεπτό να επεκταθεί στο σύνολο της Κοινότητας, στο πλαίσιο της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας, μία εξαίρεση η οποία χρησιμοποιείται από τις εσωτερικές έννομες τάξεις έξι μόνο κρατών μελών, ενώ η οδηγία 73/241 έχει αφήσει ελεύθερα τα κράτη μέλη να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την προσθήκη φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο.
50 Τέλος, η Ισπανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι, έστω και αν τροποποιήσει αμέσως την εθνική νομοθεσία της προκειμένου να επιτραπεί, στην επικράτειά της, η διάθεση στο εμπόριο υπό την ονομασία «σοκολάτα» των προϊόντων κακάο και σοκολάτας που περιέχουν φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο, το άρθρο 8 της οδηγίας 2000/36 εμποδίζει τη θέση αυτής της νέας ρυθμίσεως σε ισχύ πριν από τις 3 Αυγούστου 2003.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Όσον αφορά την πραγματοποιηθείσα με την οδηγία 73/241 εναρμόνιση
51 Επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, η διαπίστωση ότι η αιτίαση της Επιτροπής, που αντλείται από το γεγονός ότι η σχετική ισπανική ρύθμιση είναι ασύμβατη με το κοινοτικό δίκαιο, στο μέτρο που επιβάλλει περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων κακάο και σοκολάτας που περιέχουν φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο, θέτει το ζήτημα της εκτάσεως της επιτευχθείσας με την οδηγία 73/241 εναρμονίσεως.
52 Πράγματι, η Επιτροπή, η οποία θεωρεί ότι δεν έχει εναρμονιστεί το ζήτημα της χρήσεως τέτοιων φυτικών λιπαρών ουσιών στα προϊόντα κακάο και σοκολάτας, συνάγει εν προκειμένω ότι τα τυχόν μέτρα που περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων που περιέχουν τέτοιες ουσίες πρέπει να εκτιμηθούν από πλευράς του άρθρου 30 της Συνθήκης.
53 Αντιθέτως, σύμφωνα με την Ισπανική Κυβέρνηση, με την οδηγία 73/241 έχει επιτευχθεί συνολική εναρμόνιση όσον αφορά αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα, στο μέτρο όπου η εν λόγω οδηγία θεσπίζει την αρχή της απαγορεύσεως της χρήσεως φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο στην παρασκευή των προϊόντων κακάο και σοκολάτας, παρέχοντας απλώς στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν από την αρχή αυτή και να διατηρήσουν σε ισχύ νομοθεσία επιτρέπουσα, εντός της εθνικής επικράτειάς τους, την παραγωγή και τη διάθεση στο εμπόριο υπό την ονομασία «σοκολάτα» προϊόντων περιεχόντων τέτοιες λιπαρές ουσίες.
54 Εκ των ανωτέρω, η εν λόγω κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μόνο τα προϊόντα κακάο και σοκολάτας που δεν περιέχουν φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο είναι αυτά τα οποία αποτελούν αντικείμενο της οδηγίας 73/241 και είναι δυνατό, όπως είναι επόμενο, να τυγχάνει επ' αυτών εφαρμογής το καθεστώς της ελεύθερης κυκλοφορίας που έχει καθιερωθεί με το άρθρο 10, παράγραφος 1, αυτής.
55 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, πρέπει, όσον αφορά την ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα αλλά και το πλαίσιό αυτής καθώς και οι επιδιωκόμενοι με τη ρύθμιση στόχοι των οποίων η διάταξη αυτή αποτελεί μέρος (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-6857, σκέψη 50 και της 14ης Ιουνίου 2001, C-191/99, Kvaerner, Συλλογή 2001, σ. Ι-4447, σκέψη 30).
56 Προκειμένου, καταρχάς, περί των στόχων που επιδιώκονται από τις σχετικές διατάξεις και το πλαίσιο εντός του οποίου αυτές εντάσσονται, διαπιστώνεται ότι η οδηγία 73/241 δεν είχε ως προορισμό την οριστική ρύθμιση του ζητήματος της χρήσεως φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο στα προϊόντα κακάο και σοκολάτας τα οποία αυτή αφορά.
57 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι η εν λόγω οδηγία θεσπίστηκε από το Συμβούλιο με ομόφωνη απόφαση βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΟΚ (το οποίο κατέστη, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 100 της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρο 94 ΕΚ), σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν άμεση επίπτωση στην εγκαθίδρυση ή τη λειτουργία της κοινής αγοράς.
58 Ειδικότερα, εκδίδοντας την οδηγία 73/241, ο κοινοτικός νομοθέτης επεδίωξε να θεσπίσει, όπως προκύπτει από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής, τους ορισμούς και τους κοινούς κανόνες όσον αφορά τη σύνθεση, τα χαρακτηριστικά παρασκευής, τη συσκευασία και επισήμανση των προϊόντων κακάο και σοκολάτας, και τούτο προκειμένου να διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων αυτών στο εσωτερικό της Κοινότητας.
59 Ωστόσο, στην έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 73/241, ο κοινοτικός νομοθέτης σαφώς δήλωσε ότι, εν όψει των υφισταμένων μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών διαφορών και της ανεπαρκείας των οικονομικών και τεχνικών στοιχείων που διέθετε, δεν ήταν σε θέση, κατά τον χρόνο της εκδόσεως της εν λόγω οδηγίας, να λάβει οριστική θέση επί του ζητήματος της χρήσεως όσον αφορά τα προϊόντα κακάο και σοκολάτας φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο.
60 Επιβάλλεται προσέτι να διευκρινιστεί ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η αναφορά που γίνεται, στην ίδια αιτιολογική σκέψη, σε ορισμένα κράτη μέλη, όπου η χρήση αυτών των λοιπών φυτικών λιπαρών ουσιών όχι μόνο επιτρεπόταν, κατά την εποχή εκείνη, αλλά και ήταν ευρέως διαδεδομένη, αφορούσε τρία κράτη μέλη που είχαν προσχωρήσει στην Κοινότητα λίγο καιρό πριν από την έκδοση της οδηγίας 73/241, συγκεκριμένα το Βασίλειο της Δανίας, την Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, κράτη τα οποία επέτρεπαν, παραδοσιακώς, την προσθήκη στα προϊόντα κακάο και σοκολάτας που παρασκευάζονταν στην επικράτειά τους τέτοιων φυτικών λιπαρών ουσιών μέχρι ποσοστού 5 % του συνολικού βάρους.
61 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Συμβούλιο περιορίστηκε στο να θεσπίσει, καθόσον αφορά τη χρήση φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο, ένα προσωρινό σύστημα, με πρόθεση να το επανεξετάσει, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο α_, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 73/241, μετά το πέρας προθεσμίας τριών ετών υπολογιζομένων από της γνωστοποιήσεως της εν λόγω οδηγίας.
62 Υπό το φως ακριβώς των στοιχείων αυτών, επιβάλλεται να αναλυθούν τόσο το κείμενο όσο και η οικονομία των διατάξεων της οδηγίας 73/241 σχετικά με τη χρήση φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο στα προϊόντα κακάο και σοκολάτας που η οδηγία αυτή αφορά.
63 Επιβάλλεται ακόμα, καταρχάς, να επισημανθεί ότι η απαγόρευση της προσθήκης στα διάφορα προϊόντα κακάο και σοκολάτας που καθορίζονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 73/241, λιπαρών ουσιών και παρασκευασμάτων τους που δεν προέρχονται αποκλειστικώς από γάλα, όπως προβλέπεται στο παράρτημα Ι, παράγραφος 7, στοιχείο α_, της οδηγίας αυτής, ισχύει «υπό την επιφύλαξη του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο α_».
64 Όμως, το εν λόγω άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο α_, ρητώς προβλέπει ότι η οδηγία 73/241 δεν θίγει τις εθνικές νομοθεσίες που επιτρέπουν ή απαγορεύουν την προσθήκη φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο.
65 Επομένως, από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι, καθόσον αφορά τη χρήση αυτών των λοιπών φυτικών λιπαρών ουσιών, η οδηγία 73/241 δεν σκοπεί στην καθιέρωση ενός συστήματος ολικής εναρμονίσεως εντός του οποίου οι κοινοί κανόνες θα αντικαθιστούσαν εξ ολοκλήρου τους υφιστάμενους εν προκειμένω εθνικούς, εφόσον η εν λόγω οδηγία ρητώς επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν εθνικούς κανόνες διαφορετικούς του κοινού κανόνα που η ίδια προβλέπει.
66 Εξάλλου, εν όψει του γράμματός της, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως προβλέπουσα μόνο μια απλή παρέκκλιση από την αρχή της απαγορεύσεως της προσθήκης, όσον αφορά τα προϊόντα στα οποία αυτή αναφέρεται, φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο, όπως ορίζεται στο παράρτημα Ι, παράγραφος 7, στοιχείο α_, της οδηγίας 73/241.
67 Πράγματι, αφενός, η διάταξη του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας 73/241 αναφέρεται όχι μόνο στις εθνικές νομοθεσίες που επιτρέπουν την προσθήκη φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο αλλά και σ' αυτές που απαγορεύουν τέτοια προσθήκη.
68 Αφετέρου, η διάταξη αυτή ορίζει ότι το Συμβούλιο θα πρέπει να αποφασίσει μεταγενεστέρως σχετικά με τις δυνατότητες και τους τρόπους επεκτάσεως της χρήσεως αυτών των λιπαρών ουσιών σε ολόκληρη την Κοινότητα, πράγμα που επιβεβαιώνει το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε κατά νου παρά μόνο τη δυνατότητα σχετικά με το να επιτραπεί ή να μην επιτραπεί μια τέτοια επέκταση και όχι τη δυνατότητα να απαγορευθεί η εν λόγω χρήση σε ολόκληρη την Κοινότητα.
69 Επομένως, τόσο από το κείμενο όσο και από την οικονομία της οδηγίας 73/241, προκύπτει ότι η εν λόγω οδηγία θεσπίζει έναν κοινό κανόνα, δηλαδή την απαγόρευση που προβλέπεται στο παράρτημα Ι, παράγραφος 7, στοιχείο α_, και καθιερώνει, με το άρθρο της 10, παράγραφος 1, την ελευθερία κυκλοφορίας όσον αφορά τα προϊόντα που είναι σύμφωνα προς τον κανόνα αυτόν, ενώ ταυτόχρονα παρέχει στα κράτη μέλη, με το άρθρο της 14, παράγραφος 2, στοιχείο α_, την ευχέρεια να προβλέπουν εθνικούς κανόνες επιτρέποντες την προσθήκη φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο στα προϊόντα κακάο και σοκολάτας που παρασκευάζονται στην επικράτειά τους.
Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης
70 Από την προηγηθείσα ανάλυση προκύπτει ότι, αντιθέτως προς την επιχειρηματολογία της Ισπανικής Κυβερνήσεως, όσον αφορά τα προϊόντα κακάο και σοκολάτας που περιέχουν λιπαρές ουσίες μη μνημονευόμενες στο παράρτημα Ι, παράγραφος 7, στοιχείο α_, της οδηγίας αλλά των οποίων η παρασκευή και η εμπορία υπό την ονομασία «σοκολάτα» επιτρέπονται σε ορισμένα κράτη μέλη εφόσον τηρείται η εν λόγω οδηγία, δεν μπορεί να προβληθεί άρνηση του ευεργετήματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που διασφαλίζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης για τον λόγο απλώς και μόνον ότι στην επικράτεια άλλων κρατών μελών επιβάλλεται να παρασκευάζονται τα προϊόντα κακάο και σοκολάτας σύμφωνα με τον κοινό κανόνα συνθέσεως που προβλέπεται στο παράρτημα Ι, παράγραφος 7, στοιχείο α_, της εν λόγω οδηγίας (βλ., κατ' αναλογία, την απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-3/99, Ruwet, Συλλογή 2000, σ. Ι-8749, σκέψη 44).
71 Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει ως σκοπό να απαγορεύει κάθε ρύθμιση των κρατών μελών δυνάμενη να να παρεμβάλει εμπόδια, αμέσως ή εμμέσως, πραγματικώς ή δυνητικώς, στο ενδοκοινοτικό εμπόριο (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville, Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5).
72 Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral, καλούμενης «Cassis de Dijon» (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321), το άρθρο 30 της Συνθήκης απαγορεύει τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που προκύπτουν, ελλείψει εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών, από την εφαρμογή επί των εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων κρατών μελών, όπου αυτά νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο, κανόνων σχετικών με τις προδιαγραφές που τα εμπορεύματα αυτά πρέπει να πληρούν (όπως αυτές που αφορούν την ονομασία τους, τη μορφή τους, τις διαστάσεις τους, το βάρος τους, τη σύνθεσή τους, την εμφάνισή τους, την επισήμανσή τους και τη συσκευασία τους), έστω και αν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται αδιακρίτως επί εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων (βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Keck και Mithouard, σκέψη 15· την απόφαση της 6ης Ιουλίου 1995, C-470/93, Mars, Συλλογή 1995, σ. Ι-1923, σκέψη 12, καθώς και την προπαρατεθείσα απόφαση Ruwet, σκέψη 46).
73 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η απαγόρευση αυτή ισχύει και όσον αφορά τα εμπόδια στην εμπορία προϊόντων των οποίων η παρασκευή δεν αποτελεί το αντικείμενο πλήρους εναρμονίσεως αλλά τα οποία γίνονται σύμφωνα με εθνικούς κανόνες των οποίων η ύπαρξη ρητώς επιτρέπεται από την οδηγία περί εναρμονίσεως. Σε μια τέτοια περίπτωση, αντίθετη ερμηνεία θα κατέληγε στο να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να στεγανοποιήσουν την εγχώρια αγορά τους όσον αφορά προϊόντα μη αποτελούντα το αντικείμενο των κοινοτικών κανόνων περί εναρμονίσεως, και τούτο αντίθετα προς τον επιδιωκόμενο από τη Συνθήκη στόχο της ελεύθερης κυκλοφορίας (βλ., κατ' αναλογία, την προπαρατεθείσα απόφαση Ruwet, σκέψη 47).
74 Η εναντίωση της Ισπανικής Κυβερνήσεως, κατά την οποία η εθνική της ρύθμιση αποτελεί μια μορφή πωλήσεως και, κατά συνέπεια, δεν εμπίπτει, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα απόφαση Keck και Mithouard, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης πρέπει, επίσης, να απορριφθεί.
75 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στη σκέψη 16 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Keck και Mithouard, το Δικαστήριο διασαφήνισε ότι δεν συνιστά εμπόδιο, άμεσο ή έμμεσο, πραγματικό ή δυνητικό, στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, κατά την έννοια της προπαρατεθείσας νομολογίας Dassonville, η εφαρμογή επί προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών εθνικών διατάξεων οι οποίες περιορίζουν ή απαγορεύουν ορισμένες μορφές πωλήσεως, εφόσον οι διατάξεις αυτές ισχύουν επί όλων των οικείων επιχειρηματιών που ασκούν τις δραστηριότητές τους στην εθνική επικράτεια και εφόσον επηρεάζουν κατά τον ίδιο τρόπο, τόσο κατά νόμον όσο και στην πράξη, την εμπορία των εγχωρίων όσο και των προερχομένων από άλλα κράτη μέλη προϊόντων.
76 Επομένως, η ανάγκη αλλαγής της συσκευασίας ή της επισημάνσεως των εισαγομένων προϊόντων αποκλείει να πρόκειται για κάποια μορφή πωλήσεως, κατά την έννοια της προπαρατεθείσας αποφάσεως Keck και Mithouard (απόφαση της 3ης Ιουνίου 1999, C-33/97, Colim, Συλλογή 1999, σ. Ι-3175, σκέψη 37).
77 Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται ότι δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση που μνημονεύεται στην προπαρατεθείσα απόφαση Keck και Mithouard οι απορρέουσες από την ισπανική ρύθμιση απαιτήσεις σχετικά με την επισήμανση και τη συσκευασία των προϊόντων κακάο και σοκολάτας που περιέχουν φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο.
78 Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα εάν και σε ποια έκταση αντίκειται προς το άρθρο 30 της Συνθήκης η ισπανική ρύθμιση η οποία απαγορεύει την εμπορία, στην εθνική επικράτεια, προϊόντων κακάο και σοκολάτας που περιέχουν φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο υπό την ονομασία πωλήσεως «σοκολάτα», ονομασία υπό την οποία νομίμως αυτά παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους παραγωγής.
79 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, μολονότι μια απαγόρευση, όπως η προκύπτουσα από την ισπανική ρύθμιση, η οποία συνεπάγεται την υποχρέωση χρησιμοποιήσεως ονομασίας πωλήσεως διαφορετικής από αυτήν που χρησιμοποιείται στο κράτος μέλος παραγωγής, δεν αποκλείει, κατά τρόπο απόλυτο, την εισαγωγή στο οικείο κράτος μέλος προϊόντων καταγωγής άλλων κρατών μελών, δύναται, παρ' όλ' αυτά, να καταστήσει την εμπορία τους δυσχερέστερη και, κατά συνέπεια, να παρεμβάλει εμπόδια στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών (βλ., υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 1985, 182/84, Miro, Συλλογή 1985, σ. 3731, σκέψη 22· της 14ης Ιουλίου 1988, 298/87, Smanor, Συλλογή 1988, σ. 4489, σκέψη 12· της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 286/86, Deserbais, Συλλογή 1988, σ. 4907, σκέψη 12, και της 5ης Δεκεμβρίου 2000, C-448/98, Guimont, Συλλογή 2000, σ. Ι-10663, σκέψη 26).
80 Πράγματι, διαπιστώνεται ότι, εν προκειμένω, η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως της ονομασίας πωλήσεως «σοκολάτα» υπό την οποία τα προϊόντα κακάο και σοκολάτας που περιέχουν φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο νομίμως παρασκευάζονται στο κράτος μέλος παραγωγής μπορεί να υποχρεώσει τους οικείους επιχειρηματίες να συσκευάζουν τα προϊόντα αυτά κατά τρόπο διαφορετικό, ανάλογα με τον τόπο εμπορίας τους, και να βαρύνονται, κατά συνέπεια, με τα πρόσθετα έξοδα συσκευασίας. Επομένως, προκύπτει ότι η εν λόγω ρύθμιση είναι ικανή να παρεμβάλει εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο (βλ., υπό την έννοια αυτή, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Mars, σκέψη 13, και Ruwet, σκέψη 48).
81 Εξάλλου, έστω και αν υποτεθεί ότι, όπως υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση, η υποχρέωση αλλαγής της ονομασίας πωλήσεως δεν συνεπάγεται, κατ' ανάγκη, πρόσθετα έξοδα συσκευασίας, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι η ονομασία «υποκατάστατα σοκολάτας», που έχει εν προκειμένω επιβληθεί, είναι ικανή να ασκήσει αρνητική επίδραση στον τρόπο κατά τον οποίο τα οικεία προϊόντα γίνονται αντιληπτά από τον καταναλωτή, και τούτο εφόσον κάτι τέτοιο σημαίνει ότι πρόκειται για υποκατάστατα προϊόντα, πράγμα που καταλήγει στην υποβάθμισή τους.
82 Κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλόμενη στους παραγωγούς υποχρέωση να χρησιμοποιούν άγνωστες ή λιγότερο εκτιμώμενες από τον καταναλωτή ονομασίες δύναται να καταστήσει την εμπορία των σχετικών προϊόντων δυσχερέστερη και, κατά συνέπεια, να παρεμβάλει εμπόδια στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών (βλ., υπό την έννοια αυτή, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Miro, σκέψη 22, Smanor, σκέψεις 12 και 13, και Guimont, σκέψη 26).
83 Όσον αφορά το ζήτημα εάν μια τέτοια ρύθμιση είναι δυνατό, παρ' όλ' αυτά, να είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να υπομνηστεί η πάγια νομοθεσία κατά την οποία τα εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο που προκύπτουν από διαφορές των εθνικών διατάξεων πρέπει να γίνονται αποδεκτά εφόσον τέτοιες διατάξεις εφαρμόζονται αδιακρίτως επί εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων και μπορούν να δικαιολογηθούν ως αναγκαίες για την ικανοποίηση επιτακτικών επιταγών, εχουσών, ιδίως, σχέση με την προστασία των καταναλωτών. Όμως, προκειμένου τέτοιες διατάξεις να μπορούν να επιτρέπονται, πρέπει να είναι αυτές ανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ο δε σκοπός αυτός να μη μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικά του ενδοκοινοτικού εμπορίου μέτρα (βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Mars, σκέψη 15, την απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1996, C-313/94, Graffione, Συλλογή 1996, σ. Ι-6039, σκέψη 17· την προπαρατεθείσα απόφαση Ruwet, σκέψη 50, και την προπαρατεθείσα απόφαση Guimont, σκέψη 27).
84 Στην αλληλουχία αυτή, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι είναι θεμιτό ένα κράτος μέλος να μεριμνά για τη σωστή ενημέρωση των καταναλωτών σχετικά με τα προϊόντα που τους προσφέρονται, παρέχοντάς τους έτσι τη δυνατότητα να κάνουν την επιλογή τους σύμφωνα με την ενημέρωση αυτή (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 216/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1988, σ. 793, σκέψη 11, και την προπαρατεθείσα απόφαση Smanor, σκέψη 18).
85 Ειδικότερα, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη δύνανται, για τη διασφάλιση της άμυνας των καταναλωτών, να απαιτήσουν από τους ενδιαφερόμενους την αλλαγή της ονομασίας ενός τροφίμου όταν ένα προϊόν που παρουσιάζεται υπό ορισμένη ονομασία είναι τόσο διαφορετικό, από την άποψη της συνθέσεως ή της παρασκευής του, από τα εμπορεύματα που είναι γενικώς γνωστά υπό την ίδια αυτή ονομασία εντός της Κοινότητας, ώστε να μη μπορεί να θεωρηθεί ως υπαγόμενο στην ίδια κατηγορία (βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Deserbais, σκέψη 13, την απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, C-366/98, Geffroy, Συλλογή 2000, σ. Ι-6579, σκέψη 22, και την προπαρατεθείσα απόφαση Guimont, σκέψη 30).
86 Αντιθέτως, στην περίπτωση μιας ήσσονος σημασίας διαφοράς, η κατάλληλη επισήμανση αρκεί για να παράσχει την αναγκαία ενημέρωση στον αγοραστή ή τον καταναλωτή (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-269/89, Bonfait, Συλλογή 1990, σ. Ι-4169, σκέψη 15, της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C-383/97, Van der Laan, Συλλογή 1999, σ. Ι-731, σκέψη 24, καθώς και τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Geffroy, σκέψη 23, και Guimont, σκέψη 31).
87 Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα εάν η προσθήκη φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο στα προϊόντα κακάο και σοκολάτας συνεπάγεται ουσιώδη μεταβολή της συνθέσεώς τους, οπότε αυτά παύουν πλέον να εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά που αναμένουν από αυτά οι καταναλωτές όταν αγοράζουν προϊόντα φέροντα την ονομασία «σοκολάτα», ενώ μια επισήμανση που παρέχει την ενδεδειγμένη σχετικά με τη σύνθεσή τους ενημέρωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αρκεί για την αποφυγή οποιασδήποτε συγχύσεως στο μυαλό του καταναλωτή.
88 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι το χαρακτηριστικό στοιχείο των προϊόντων κακάο και σοκολάτας, κατά την έννοια της οδηγίας 73/241, είναι η ύπαρξη ορισμένων ελαχίστων ποσοτήτων κακάο και βουτύρου κακάο.
89 Ειδικότερα, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το παράρτημα Ι, παράγραφος 1, σημείο 1.16, της οδηγίας 73/241, τα προϊόντα που εμπίπτουν στον ορισμό της σοκολάτας, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον 35 % ολική ξηρά ουσία κακάο, τουλάχιστον 14 % απολιπανθέν ξηρό κακάο και 18 % βούτυρο κακάο.
90 Πράγματι, τα καθορισμένα με την οδηγία 73/241 ποσοστά αποτελούν τις ελάχιστες ποσότητες που πρέπει να περιέχει κάθε προϊόν σοκολάτας που παρασκευάζεται και διατίθεται στο εμπόριο υπό την ονομασία «σοκολάτα» εντός της Κοινότητας, και τούτο ανεξαρτήτως του ζητήματος εάν η σχετική νομοθεσία του κράτους μέλους παραγωγής επιτρέπει ή όχι την προσθήκη φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο.
91 Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, εφόσον η οδηγία 73/241 αφήνει ρητώς ελεύθερα τα κράτη μέλη να επιτρέπουν τη χρήση, κατά την παρασκευή προϊόντων κακάο και σοκολάτας, φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο, δεν μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι προϊόντα στα οποία έχουν προστεθεί αυτές οι ουσίες σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία έχουν τόσο αλλάξει ώστε να μην εμπίπτουν πλέον στην ίδια κατηγορία με τα προϊόντα που δεν περιέχουν τέτοιες ουσίες.
92 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσθήκη φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο σε προϊόντα κακάο και σοκολάτας ως προς τα οποία έχει τηρηθεί η ελάχιστη απαιτούμενη από την οδηγία 73/241 περιεκτικότητα στις σχετικές ουσίες δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ουσιώδη αλλαγή της φύσεως αυτών των προϊόντων, σε σημείο που να μεταβάλλονται αυτά σε διαφορετικά προϊόντα.
93 Εξ αυτού έπεται ότι η προσθήκη επί της επισημάνσεως μιας ουδέτερης και αντικειμενικής ενδείξεως, ενημερώνουσας τους καταναλωτές σχετικά με την ύπαρξη, στο εν λόγω προϊόν, φυτικών λιπαρών ουσιών εκτός του βουτύρου κακάο θα αρκούσε για τη διασφάλιση της σωστής ενημερώσεως των καταναλωτών.
94 Υπό τις συνθήκες αυτές δεν προκύπτει ότι η επιβληθείσα από την ισπανική ρύθμιση υποχρέωση αλλαγής της ονομασίας πωλήσεως των προϊόντων αυτών είναι αναγκαία για την τήρηση της σχετικής για την προστασία των καταναλωτών επιτακτικής απαιτήσεως.
95 Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι η εν λόγω ρύθμιση, στο μέτρο που επιβάλλει την υποχρέωση αλλαγής της ονομασίας προϊόντων που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών υπό την ονομασία πωλήσεως «σοκολάτα», για τον λόγο απλώς και μόνον ότι τα εν λόγω προϊόντα περιέχουν φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο, είναι ασύμβατη με το άρθρο 30 της Συνθήκης.
96 Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως ανίσχυρο το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι, εν πάση περιπτώσει, δυνάμει του άρθρου 8 της οδηγίας 2000/36, θα της απαγορευόταν να θέσει σε ισχύ, πριν από τις 3 Αυγούστου 2003, νέα ρύθμιση επιτρέπουσα την εμπορία, στην επικράτειά της, υπό την ονομασία «σοκολάτα», προϊόντων κακάο και σοκολάτας περιεχόντων φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο.
97 Πράγματι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, μια ρύθμιση παραγώγου δικαίου, όπως το άρθρο 8 της οδηγίας 2000/36, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως επιτρέπουσα στα κράτη μέλη να θεσπίσουν ή να διατηρήσουν σε ισχύ προδιαγραφές αντίθετες προς τους κανόνες της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (βλ., υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 1992, C-47/90, Delhaise και Le lion, Συλλογή 1992, σ. Ι-3669, σκέψη 26· της 2ας Φεβρουαρίου 1994, C-315/92, Verband Sozialer Wettbewerb, καλούμενη «Clinique», Συλλογή 1994, σ. Ι-317, σκέψη 12, και της 11ης Ιουλίου 1996, C-427/93, C-429/93 και C-436/93, Bristol-Myers Squibb κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-3457, σκέψη 27).
98 Εν όψει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται να συναχθεί ως συμπέρασμα ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, με το να απαγορεύει τα προϊόντα κακάο και σοκολάτας, τα οποία είναι σύμφωνα με την ελάχιστη περιεκτικότητα που απαιτείται από το παράρτημα Ι, παράγραφος 1, σημείο 1.16, της οδηγίας 73/241 και στα οποία έχουν προστεθεί φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο, ενώ νομίμως αυτά παρασκευάζονται στα κράτη μέλη που επιτρέπουν την προσθήκη αυτών των ουσιών, να μπορούν να διατίθενται στην ισπανική αγορά υπό την ονομασία υπό την οποία διατίθενται στο κράτος μέλος παραγωγής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
99 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη του Βασιλείου της Ισπανίας και το τελευταίο ηττήθηκε, πρέπει αυτό να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο της Ισπανίας, με το να απαγορεύει τα προϊόντα κακάο και σοκολάτας, τα οποία είναι σύμφωνα με την ελάχιστη περιεκτικότητα που απαιτείται από το παράρτημα Ι, παράγραφος 1, σημείο 1.16, της οδηγίας 73/241/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα προϊόντα του κακάο και της σοκολάτας, και στα οποία έχουν προστεθεί φυτικές λιπαρές ουσίες εκτός του βουτύρου κακάο, δοθέντος ότι νομίμως αυτά παρασκευάζονται στα κράτη μέλη που επιτρέπουν την προσθήκη αυτών των ουσιών, να μπορούν να διατίθενται στην ισπανική αγορά υπό την ονομασία υπό την οποία διατίθενται στο κράτος μέλος παραγωγής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ).
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy