Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - Ομοιόμορφες νομοθεσίες - Ανώτατα όρια καταλοίπων κτηνιατρικών φαρμάκων στα τρόφιμα ζωικής προελεύσεως - Διαδικασία καθορισμού - Κανονισμός 2377/90 - Δυνατότητα της Επιτροπής να περιλάβει στον κανονισμό αυτό μνεία περί των επιτρεπόμενων θεραπευτικών χρήσεων της κλενβουτερόλης
(Κανονισμός 2377/90 του Συμβουλίου, παράρτημα ΙΙΙ· κανονισμός 1312/96 της Επιτροπής· οδηγία 96/22 του Συμβουλίου)
Περίληψη
$$Η μνεία περί των επιτρεπόμενων θεραπευτικών χρήσεων της κλενβουτερόλης, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 2377/90, για τη θέσπιση κοινοτικής διαδικασίας για τον καθορισμό ανώτατων ορίων καταλοίπων κτηνιατρικών φαρμάκων στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1312/96, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει απλώς δηλωτικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα. ρώτον, η μνεία αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την επιβολή απαγορεύσεως εμπορίας και χρήσεως της κλενβουτερόλης, πλην των θεραπευτικών χρήσεων τις οποίες αφορά η εν λόγω μνεία, απαγορεύσεως αυτοτελούς έναντι της απαγορεύσεως που προβλέπει η οδηγία 96/22. Δεύτερον, η μνεία αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί ούτε υπό την έννοια ότι έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την επιβολή περιορισμού της ισχύος των ανώτατων ορίων καταλοίπων (ΑΟΚ) που καθορίστηκαν για την κλενβουτερόλη στο πλαίσιο του κανονισμού 2377/90. Επομένως, για να μπορεί η Επιτροπή να περιλάβει στο παράρτημα ΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού, όπως το παράρτημα αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1312/96, μνεία των επιτρεπόμενων θεραπευτικών χρήσεων της κλενβουτερόλης, προς τον σκοπό υπομνήσεως των κρίσιμων διατάξεων της οδηγίας 96/22, δεν ήταν αναγκαίο να την εξουσιοδοτεί προς τούτο ο κανονισμός 2377/90.
Επομένως το ρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη, δεχόμενο ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε νομίμως να στηρίξει στις διατάξεις της οδηγίας 96/22 τον περιορισμό της ισχύος του ΑΟΚ που είχε καθοριστεί για την κλενβουτερόλη, διότι αφενός η μνεία των επιτρεπόμενων θεραπευτικών χρήσεων της κλενβουτερόλης δεν είχε ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ισχύος του ΑΟΚ που είχε καθοριστεί με τον κανονισμό 1312/96 και αφετέρου καμία διάταξη δεν απαγόρευε στην Επιτροπή να περιλάβει στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 2377/90, όπως το παράρτημα αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1312/96, υπόμνηση για τα αποτελέσματα των διατάξεων της οδηγίας 96/22, όσον αφορά τις επιτρεπόμενες θεραπευτικές χρήσεις της κλενβουτερόλης.
( βλ. σκέψεις 53-57 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-32/00 P,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον X. Lewis, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε την 1η Δεκεμβρίου 1999 το ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δεύτερο τμήμα) στις υποθέσεις T-125/96 και T-152/96, Boehringer κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-3427), και με την οποία ζητείται η μερική ακύρωση της αποφάσεως αυτής,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι
η Boehringer Ingelheim Vetmedica GmbH,
η C. H. Boehringer Sohn,
με έδρα το Ingelheim am Rhein (Γερμανία), εκπροσωπούμενες από τους D. Waelbroeck και D. Fosselard, avocats, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσες πρωτοδίκως,
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως,
καθού πρωτοδίκως στην υπόθεση T-125/96
και παρεμβαίνον πρωτοδίκως στην υπόθεση T-152/96,
η Fédération européenne de la santé animale (Fedesa), με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους A. Vandencasteele και D. Brinckman, avocats, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
το Stichting Kwaliteitsgarantie Vleeskalverensector (SKV), με έδρα τη Χάγη (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενο από τους G. van der Wal, advocaat, και L. Parret, avocat, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνοντες πρωτοδίκως,
και
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας,
παρεμβαίνον πρωτοδίκως στην υπόθεση T-125/96,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, ρόεδρο, P. Jann, F. Macken και N. Colneric, προέδρους τμήματος, A. La Pergola (εισηγητή), J.-P. Puissochet, Μ. Wathelet, R. Schintgen και Β. Σκουρή, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Οκτωβρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Φεβρουαρίου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 1ης Δεκεμβρίου 1999, T-125/96 και T-152/96, Boehringer κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-3427, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία ζητεί τη μερική ακύρωση της αποφάσεως αυτής.
Νομικό πλαίσιο
2 Στις 26 Ιουνίου 1990 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2377/90, για τη θέσπιση κοινοτικής διαδικασίας για τον καθορισμό ανώτατων ορίων καταλοίπων κτηνιατρικών φαρμάκων στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (ΕΕ L 224, σ. 1).
3 Κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 2377/90, η Επιτροπή ορίζει το ανώτατο όριο καταλοίπων (στο εξής: ΑΟΚ), το οποίο ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του εν λόγω κανονισμού ως η μέγιστη συγκέντρωση καταλοίπων που προκύπτει από τη χρήση κτηνιατρικού φαρμάκου «η οποία μπορεί να θεωρείται ως νομίμως επιτρεπτή από την Κοινότητα ή να αναγνωρίζεται ως αποδεκτή εντός ή επί τροφίμου».
4 Ο κανονισμός 2377/90 προβλέπει ότι οι φαρμακολογικά δραστικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στα κτηνιατρικά φάρμακα εγγράφονται, κατόπιν εκτιμήσεως των κινδύνων που ενέχουν για τη δημόσια υγεία, σε έναν από τους τέσσερις πίνακες που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα Ι έως IV του εν λόγω κανονισμού. Το παράρτημα Ι αφορά τις ουσίες για τις οποίες μπορεί να καθοριστεί ΑΟΚ, το παράρτημα ΙΙ αφορά τις ουσίες για τις οποίες δεν είναι αναγκαίο να καθοριστεί ΑΟΚ, το παράρτημα ΙΙΙ αφορά τις ουσίες για τις οποίες μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να καθορίζεται προσωρινά ΑΟΚ και το παράρτημα IV αφορά τις ουσίες για τις οποίες δεν μπορεί να καθοριστεί κανένα ΑΟΚ, λόγω των κινδύνων που ενέχουν.
5 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2377/90 ορίζει τα εξής:
«Για να εγγραφεί στα παραρτήματα Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ μια νέα φαρμακολογικώς δραστική ουσία η οποία:
- προορίζεται για χρήση σε κτηνιατρικά φάρμακα που πρόκειται να χορηγηθούν σε ζώα παραγωγής τροφίμων
και
- προορίζεται για διάθεση στην αγορά ενός ή περισσότερων κρατών μελών που δεν έχουν προηγουμένως επιτρέψει τη χρήση της συγκεκριμένης ουσίας σε ζώα παραγωγής τροφίμων,
ο υπεύθυνος για τη διάθεσή της στην αγορά υποβάλλει αίτηση στην Επιτροπή [...].»
6 Μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που καθορίζει το άρθρο 14 του κανονισμού 2377/90 απαγορεύεται κατ' αρχήν εντός της Κοινότητας η χορήγηση σε ζώα προοριζόμενα για την παραγωγή τροφίμων κτηνιατρικών φαρμάκων που περιέχουν φαρμακολογικά δραστικές ουσίες που δεν περιλαμβάνονται στα παραρτήματα Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ.
7 Κατά το άρθρο 15 του κανονισμού 2377/90, καμία διάταξη του κανονισμού αυτού δεν θίγει αφενός την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων οι οποίοι απαγορεύουν τη χρήση ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην εκτροφή των ζώων και αφετέρου τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για να εμποδίσουν την ανεπίτρεπτη χρήση κτηνιατρικών φαρμάκων.
8 Στις 29 Απριλίου 1996 το Συμβούλιο εξέδωσε την οδηγία 96/22/ΕΚ, για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση και των β-ανταγωνιστικών ουσιών στη ζωική παραγωγή για κερδοσκοπικούς λόγους και κατάργησης των οδηγιών 81/602/ΕΟΚ, 88/146/ΕΟΚ και 88/299/ΕΟΚ (ΕΕ L 125, σ. 3).
9 Σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 96/22, η ακατάλληλη χρήση των β-ανταγωνιστών είναι δυνατόν να ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία και, προς το συμφέρον του καταναλωτή, πρέπει να απαγορευθεί η κατοχή των ουσιών αυτών, η χορήγησή τους σε όλα τα ζώα και η εμπορία τους για τον σκοπό αυτό.
10 ρος τούτο, το άρθρο 2, στοιχείο β_, της οδηγίας 96/22 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη απαγορεύουν «την εμπορία β-ανταγωνιστών, με σκοπό τη χορήγησή τους σε ζώα των οποίων το κρέας και τα προϊόντα προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, για σκοπούς διαφορετικούς εκείνων του άρθρου 4, παράγραφος 2».
11 Το άρθρο 3 της οδηγίας 96/22 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη απαγορεύουν:
α) τη χορήγηση σε ζώα εκμετάλλευσης [...] β-ανταγωνιστών·
β) την κατοχή σε μια εκμετάλλευση, εκτός εάν πρόκειται για κατοχή υπό επίσημο έλεγχο, των ζώων που αναφέρονται στο στοιχείο α_, την εμπορία ή τη σφαγή, με σκοπό την κατανάλωση, ζώων εκμετάλλευσης [...] στα οποία περιέχονται οι προαναφερόμενες ουσίες ή στα οποία έχει διαπιστωθεί η παρουσία των ουσιών αυτών, εκτός αν αποδεδειγμένως τα ζώα αυτά υποβλήθηκαν σε αγωγή σύμφωνα με τα άρθρα 4 ή 5·
[...]
δ) την εμπορία του κρέατος των ζώων που αναφέρονται στο στοιχείο β_·
ε) τη μεταποίηση του κρέατος που αναφέρεται στο στοιχείο δ_.»
12 Το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, της οδηγίας 96/22 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν, κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας, να επιτρέπουν τη χορήγηση σε βοοειδή, ιπποειδή και ζώα συντροφιάς, για συγκεκριμένους θεραπευτικούς σκοπούς, επιτρεπόμενων κτηνιατρικών φαρμάκων που περιέχουν, μεταξύ άλλων, β-ανταγωνιστές.
13 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β_, της οδηγίας 96/22 ορίζει τη «θεραπευτική αγωγή» ως εξής: «χορήγηση - κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4 της παρούσας οδηγίας - σε συγκεκριμένα ζώα εκμετάλλευσης μιας επιτρεπόμενης ουσίας για τη θεραπεία, ύστερα από εξέταση των ζώων αυτών από κτηνίατρο, προβλημάτων γονιμότητας [...], και, εάν πρόκειται για β-ανταγωνιστές, για τη διευκόλυνση του τοκετού στις αγελάδες (τοκετόλυση), καθώς και των αναπνευστικών προβλημάτων και της τοκετόλυσης στα ιπποειδή που εκτρέφονται για σκοπούς εκτός από την παραγωγή κρέατος».
14 Στις 8 Ιουλίου 1996 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1312/96, σχετικά με την τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 2377/90 (ΕΕ L 170, σ. 8).
15 Κατόπιν της τροποποιήσεως που επέφερε ο κανονισμός 1312/96, το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 2377/90 προβλέπει προσωρινά ΑΟΚ για μια συγκεκριμένη β-ανταγωνιστική ουσία, την υδροχλωρική κλενβουτερόλη (στο εξής: κλενβουτερόλη), ενώ καθορίζει, στο κεφάλαιο «Λοιπές διατάξεις», ως ημερομηνία λήξεως της ισχύος των ΑΟΚ αυτών την 1η Ιουλίου 2000 και απαριθμεί τις επιτρεπόμενες θεραπευτικές χρήσεις της ουσίας αυτής, δηλαδή τη διευκόλυνση του τοκετού στις αγελάδες (τοκετόλυση) και, στην περίπτωση των ιπποειδών, τη θεραπεία αναπνευστικών διαταραχών.
16 Συναφώς ο κανονισμός 1312/96 τονίζει, στην έβδομη αιτιολογική σκέψη, ότι «η οδηγία [96/22] απαγορεύει τη χρήση της κλενβουτερόλης σε όλα τα ζώα, με εξαίρεση τη χρήση για ορισμένους συγκεκριμένους θεραπευτικούς σκοπούς σε ιπποειδή και σε αγελάδες».
εριστατικά και διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου
17 Το ιστορικό της διαφοράς, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 3, 4, 36 και 37 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, έχει ως εξής.
18 Η Boehringer Ingelheim Vetmedica GmbH (στο εξής: BI Vetmedica) είναι εταιρία που εφευρίσκει, παράγει και εμπορεύεται κτηνιατρικά φάρμακα. Αποτελεί κατά 100 % θυγατρική της C. H. Boehringer Sohn (στο εξής: Boehringer), η οποία είναι μια από τις είκοσι μεγαλύτερες φαρμακευτικές εταιρίες στον κόσμο.
19 Η BI Vetmedica είναι η μία από τις δύο φαρμακευτικές επιχειρήσεις της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που παράγουν και εμπορεύονται κτηνιατρικά φάρμακα που περιέχουν μια β-ανταγωνιστική ουσία, και συγκεκριμένα την κλενβουτερόλη, για τη θεραπεία των αναπνευστικών προβλημάτων των προς εκμετάλλευση ζώων (ζώων που προορίζονται για εμπορία και των οποίων το κρέας και τα προϊόντα καταναλώνει ο άνθρωπος). Το τμήμα αγοράς που έλεγχε η BI Vetmedica αντιστοιχούσε, σύμφωνα με τις δηλώσεις της ενώπιον του ρωτοδικείου, στο 99 % περίπου των εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης πωλήσεων κτηνιατρικών φαρμάκων που περιέχουν κλενβουτερόλη.
20 Στις 20 Ιουλίου 1994 η BI Vetmedica υπέβαλε στην Επιτροπή, βάσει του κανονισμού 2377/90, αίτηση καθορισμού ΑΟΚ για την κλενβουτερόλη, όσον αφορά τα βοοειδή και τα ιπποειδή. Στις 3 Ιανουαρίου 1996 η επιτροπή κτηνιατρικών φαρμάκων αποφάνθηκε ότι, για λόγους επιστημονικής μεθοδολογίας, ήταν σκόπιμος ο καθορισμός προσωρινών ΑΟΚ, που θα ίσχυαν μέχρι την 1η Ιουλίου 2000. Η έκδοση του κανονισμού 1312/96 από την Επιτροπή αποτελεί συνέπεια της υποβολής της αιτήσεως αυτής.
21 Κατόπιν αυτών η BI Vetmedica και η Boehringer άσκησαν στις 9 Αυγούστου 1996 ενώπιον του ρωτοδικείου προσφυγή-αγωγή που πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως T-125/96 και με την οποία ζήτησαν από το ρωτοδικείο, μεταξύ άλλων, τα εξής:
- να ακυρώσει τα άρθρα 1, 2, 3 και 4 της οδηγίας 96/22, καθόσον απαγορεύουν τη διάθεση στο εμπόριο κτηνιατρικών φαρμάκων που περιέχουν β-ανταγωνιστικές ουσίες και χορηγούνται για θεραπευτικούς σκοπούς στα ζώα, των οποίων το κρέας και τα άλλα προϊόντα προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση,
- να υποχρεώσει την Κοινότητα να αποκαταστήσει τη ζημία την οποία υπέστησαν λόγω της προσβαλλόμενης πράξεως.
22 Στις 27 Σεπτεμβρίου 1996 η BI Vetmedica και η Boehringer άσκησαν ενώπιον του ρωτοδικείου δεύτερη προσφυγή, που πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως T-152/96 και με την οποία ζήτησαν από το ρωτοδικείο, μεταξύ άλλων, τα εξής:
- να αναγνωρίσει, σύμφωνα με το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 241 ΕΚ), ότι η οδηγία 96/22, καθόσον απαγορεύει την εμπορία κτηνιατρικών προϊόντων που περιέχουν β-ανταγωνιστικές ουσίες και χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς σε ζώα εκμεταλλεύσεως, είναι παράνομη και επομένως δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως έρεισμα για τους περιορισμούς που προβλέπονται από τον κανονισμό 1312/96,
- να ακυρώσει τον κανονισμό 1312/96, καθόσον περιορίζει την ισχύ των ΑΟΚ που ορίστηκαν για την κλενβουτερόλη που χρησιμοποιείται για ορισμένους ειδικούς θεραπευτικούς σκοπούς.
23 Με διάταξη της 13ης Ιουνίου 1997, το ρωτοδικείο επέτρεψε, στο πλαίσιο της υποθέσεως Τ-125/96, την παρέμβαση αφενός της Fédération européenne de la santé animale (στο εξής: Fedesa) και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας υπέρ της BI Vetmedica και της Boehringer και αφετέρου του Stichting Kwaliteitsgarantie Vleeskalverensector (στο εξής: SKV) και της Επιτροπής υπέρ του Συμβουλίου. Με διάταξη της ίδιας ημέρας, το ρωτοδικείο επέτρεψε, στο πλαίσιο της υποθέσεως Τ-152/96, την παρέμβαση αφενός της Fedesa υπέρ της BI Vetmedica και της Boehringer και αφετέρου του SKV και του Συμβουλίου υπέρ της Επιτροπής.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
24 Το ρωτοδικείο, αφού εξέτασε με τις σκέψεις 59 έως 141 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το ζήτημα της νομιμότητας της οδηγίας 96/22, κατέληξε, με τη σκέψη 142 της αποφάσεως αυτής, στο συμπέρασμα ότι οι τέσσερις λόγοι ακυρώσεως που προέβαλλαν οι BI Vetmedica και Boehringer για να αποδείξουν την έλλειψη νομιμότητας της οδηγίας 96/22 έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
25 Κατόπιν αυτού το ρωτοδικείο κατέληξε, με τη σκέψη 143 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η προσφυγή των BI Vetmedica και Boehringer περί μερικής ακυρώσεως της οδηγίας 96/22 στην υπόθεση Τ-125/96 έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθεί ως αβάσιμη, χωρίς να χρειάζεται να ληφθεί απόφαση επί της ενστάσεως απαραδέκτου την οποία είχε υποβάλει το Συμβούλιο.
26 Ομοίως, με τη σκέψη 146 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το ρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε ότι είχε ήδη διαπιστώσει ότι η οδηγία 96/22 δεν αντιβαίνει σε κανέναν από τους νομικούς κανόνες που επικαλέστηκαν οι BI Vetmedica και Boehringer, έκρινε ότι η αγωγή αποζημιώσεως που είχαν ασκήσει στην υπόθεση T-125/96 και που στηριζόταν στον ισχυρισμό ότι συντρέχει παράβαση των κανόνων αυτών έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθεί ως αβάσιμη, χωρίς να χρειάζεται να ληφθεί απόφαση επί της ενστάσεως απαραδέκτου που είχε υποβάλει το Συμβούλιο.
27 Όσον αφορά την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησαν στην υπόθεση Τ-152/96 οι BI Vetmedica και Boehringer κατά του κανονισμού 1312/96, το ρωτοδικείο έκρινε κατ' αρχάς, με τις σκέψεις 173 και 175 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ήταν παραδεκτή.
28 Επί της ουσίας, το ρωτοδικείο δέχθηκε στη συνέχεια, με τη σκέψη 176 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι δύο λόγοι ακυρώσεως που επικαλούνταν οι BI Vetmedica και Boehringer προς στήριξη της προσφυγής τους στηρίζονταν στον ίδιο ισχυρισμό περί ελλείψεως νομιμότητας της οδηγίας 96/22.
29 Στη συνέχεια το ρωτοδικείο εξέθεσε, στη σκέψη 180 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι διάφοροι λόγοι που επικαλούνταν οι BI Vetmedica και Boehringer για να αποδείξουν την έλλειψη νομιμότητας της οδηγίας 96/22 έπρεπε να απορριφθούν και ότι, κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός τους περί ελλείψεως νομιμότητας έπρεπε οπωσδήποτε να απορριφθεί ως αβάσιμος, χωρίς να χρειάζεται να ληφθεί απόφαση επί της ενστάσεως της Επιτροπής και του Συμβουλίου περί απαραδέκτου του εν λόγω ισχυρισμού.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές το ρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 181 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι δύο λόγοι ακυρώσεως στους οποίους οι BI Vetmedica και Boehringer στήριζαν την προσφυγή ακυρώσεως του κανονισμού 1312/96 έπρεπε να απορριφθούν και αυτοί ως αβάσιμοι, καθόσον στηρίζονταν στον ισχυρισμό περί ελλείψεως νομιμότητας της οδηγίας 96/22.
31 Τέλος, με τις σκέψεις 182 έως 197 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το ρωτοδικείο εξέτασε τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, τον οποίο είχαν προβάλει η Fedesa με το υπόμνημα παρεμβάσεως και οι BI Vetmedica και Boehringer με τις απαντήσεις τους στις γραπτές ερωτήσεις του ρωτοδικείου, δηλαδή το ζήτημα κατά πόσον η Επιτροπή, όταν όρισε ότι τα ΑΟΚ ενός κτηνιατρικού φαρμάκου θα ίσχυαν για ορισμένες μόνο ειδικές χρήσεις για θεραπευτικούς σκοπούς, υπερέβη τις εξουσίες που της παρείχε ο κανονισμός 2377/90.
32 Το ρωτοδικείο τόνισε συγκεκριμένα, με τη σκέψη 186 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, κατά τον κανονισμό 2377/90, η διαδικασία καθορισμού ΑΟΚ, ακόμα και προσωρινών, για μια φαρμακολογικώς δραστική ουσία εξαρτάται μόνον από το ζήτημα αν τα κατάλοιπα της ουσίας αυτής, στο προτεινόμενο επίπεδο, αποτελούν κίνδυνο για την υγεία των καταναλωτών. Στη σκέψη 187 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως εξέθεσε ότι ο κανονισμός αυτός δεν εξαρτά την εγγραφή μιας ουσίας σε ένα από τα παραρτήματά του Ι έως ΙΙΙ από την προϋπόθεση να μπορεί το προϊόν που περιέχει την εν λόγω ουσία να χρησιμοποιηθεί άμεσα και να διατεθεί στην αγορά.
33 Συναφώς το ρωτοδικείο, με τις σκέψεις 188 έως 191 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρθηκε στην απόφασή του της 25ης Ιουνίου 1998, T-120/96, Lilly Industries κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2571, στο εξής: απόφαση Lilly), ως εξής:
«188 Συναφώς το ρωτοδικείο έχει ήδη δεχθεί, με την απόφαση Lilly, ότι η διαδικασία καθορισμού ΑΟΚ βάσει του κανονισμού 2377/90 είναι ανεξάρτητη και διαφέρει από τις διαδικασίες εκδόσεως των αδειών κυκλοφορίας που προβλέπονται στην οδηγία 81/851 και στον κανονισμό 2309/93 (βλ. σκέψη 88 της αποφάσεως Lilly).
189 Το ρωτοδικείο δέχθηκε επίσης (με τη σκέψη 89 της αποφάσεως Lilly) ότι οι ανωτέρω δύο ρυθμίσεις, οι οποίες διέπουν τη χορήγηση αφενός των εθνικών και αφετέρου των κοινοτικών αδειών κυκλοφορίας των κτηνιατρικών φαρμάκων, προβλέπουν ρητά την άρνηση χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας για ένα προϊόν, οσάκις η χρήση του απαγορεύεται από άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου (βλ. άρθρα 11, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, της οδηγίας 81/851 και 33, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, του κανονισμού 2309/93).
190 Αντιθέτως, ο κανονισμός 2377/90 δεν περιέχει καμία διάταξη επιτρέπουσα στην Επιτροπή να λάβει υπόψη την απαγόρευση εμπορίας για να αρνηθεί να καθορίσει ένα ΑΟΚ (σκέψη 90 της αποφάσεως Lilly).
191 Το ρωτοδικείο κατέληξε (με τη σκέψη 92 της αποφάσεως Lilly) ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε νομίμως να στηρίξει την απόφαση με την οποία αρνήθηκε να καθορίσει ΑΟΚ για τη σωματοτροπίνη, μια ανασυνδυασμένη σωματοτρόπο ορμόνη βοοειδών (BST), στην ύπαρξη της αναστολής εμπορίας της BST.»
34 Στη σκέψη 192 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το ρωτοδικείο δέχτηκε ότι, ομοίως, η Επιτροπή δεν μπορούσε νομίμως, στο πλαίσιο της διαδικασίας καθορισμού ΑΟΚ για την κλενβουτερόλη κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 2377/90, να στηρίξει τον περιορισμό της ισχύος του ΑΟΚ αυτού στις διατάξεις της οδηγίας 96/22.
35 Στη σκέψη 194 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το ρωτοδικείο τόνισε ότι η διαδικασία καθορισμού ΑΟΚ, την οποία προβλέπει ο κανονισμός 2377/90, περιορίζεται αυστηρά στον καθορισμό του ανώτατου ορίου μέχρι το οποίο γίνεται δεκτό ότι η παρουσία των καταλοίπων ορισμένου προϊόντος εντός ή επί των τροφίμων δεν παρουσιάζει κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου. Με την ίδια σκέψη το ρωτοδικείο διευκρίνισε ότι, αν εντούτοις τα κοινοτικά όργανα φρονούν ότι πρέπει να απαγορεύσουν τη διάθεση του εν λόγω προϊόντος στην αγορά για άλλους λόγους, πρέπει να ενεργήσουν προσηκόντως, όπως ενήργησαν εν προκειμένω με την έκδοση της οδηγίας 96/22.
36 Στη σκέψη 196 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το ρωτοδικείο εξέθεσε τα εξής:
«Επιπλέον, επιβάλλεται κατ' ανάγκη το συμπέρασμα ότι καμία διάταξη του κανονισμού 2377/90 δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να προβλέπει ότι τα επιτρεπόμενα στα ζωικής προελεύσεως τρόφιμα ΑΟΚ ορισμένου κτηνιατρικού φαρμάκου ισχύουν για ορισμένες μόνο χρήσεις για θεραπευτικούς σκοπούς. Ο περιορισμός αυτός δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ούτε κατ' επίκληση των επιτακτικών λόγων προστασίας της δημόσιας υγείας στους οποίους στηρίζεται ο κανονισμός 2377/90. Οι λόγοι αυτοί περιορίζονται στον προσδιορισμό του ανώτατου επιτρεπτού ορίου συγκεντρώσεως καταλοίπων ορισμένης ουσίας στα προοριζόμενα για τον άνθρωπο τρόφιμα, ανεξάρτητα από τη θεραπευτική χρήση για την οποία δόθηκε από τον κτηνίατρο η εντολή χρησιμοποιήσεως της εν λόγω ουσίας. Είναι αυτονόητο ότι οι κίνδυνοι για την υγεία τους οποίους ενέχει η παρουσία καταλοίπων ορισμένης φαρμακολογικά δραστικής ουσίας εντός των ζωικής προελεύσεως τροφίμων δεν διαφέρουν, σε ορισμένα επίπεδα συγκεντρώσεως, ανάλογα με τη θεραπευτική αγωγή για την οποία έχει χορηγηθεί η εν λόγω ουσία. Κατά συνέπεια, τα ΑΟΚ για συγκεκριμένη φαρμακολογικά δραστική ουσία δεν μπορούν να καθορίζονται σε συνάρτηση με τις ενδεχομένως πολυάριθμες ιδιότητες ή θεραπευτικές χρήσεις της εν λόγω ουσίας (βλ., κατ' αναλογία, την απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 1999, C-293/97, Standley κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. Ι-2603, σκέψη 34).»
37 Με τη σκέψη 197 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το ρωτοδικείο προσέθεσε ότι ο κανονισμός 1312/96 θίγει, κατά παράβαση του άρθρου 15, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2377/90, τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για να εμποδίσουν την ανεπίτρεπτη χρήση κτηνιατρικών φαρμάκων, δεδομένου ότι οι περιορισμοί της ισχύος των ΑΟΚ για την κλενβουτερόλη τους οποίους επιβάλλει θα εξακολουθούσαν να ισχύουν ακόμη και σε περίπτωση ακυρώσεως, ανακλήσεως ή τροποποιήσεως των σχετικών διατάξεων της οδηγίας 96/22.
38 Το ρωτοδικείο κατέληξε, με τη σκέψη 198 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, προβλέποντας, με τον κανονισμό 1312/96, ότι τα ΑΟΚ που καθορίζονται για την κλενβουτερόλη ισχύουν για ορισμένες μόνο ειδικές θεραπευτικές χρήσεις στα βοοειδή και στα ιπποειδή, υπερέβη τις εξουσίες που της απονέμει ο κανονισμός 2377/90.
39 Κατά συνέπεια, με τη σκέψη 199 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το ρωτοδικείο έκρινε ότι έπρεπε να ακυρωθεί ο κανονισμός 1312/96, καθόσον ο κανονισμός αυτός ορίζει ότι τα ΑΟΚ που καθορίζει για την κλενβουτερόλη ισχύουν για ορισμένες μόνο ειδικές θεραπευτικές χρήσεις στα βοοειδή και στα ιπποειδή.
40 Κατόπιν αυτών, το ρωτοδικείο αποφάνθηκε ως εξής:
«1) Συνεκδικάζει τις υποθέσεις Τ-125/96 και Τ-152/96 προς τον σκοπό εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως.
2) Ακυρώνει τον κανονισμό [...] 1312/96 [...], καθόσον προβλέπει ότι τα ανώτατα όρια καταλοίπων που καθορίζει για την κλενβουτερόλη ισχύουν μόνο για ορισμένες θεραπευτικές χρήσεις στα βοοειδή και στα ιπποειδή.
3) Απορρίπτει τις προσφυγές και την αγωγή κατά τα λοιπά.
4) Στην υπόθεση Τ-125/96 καταδικάζει τις προσφεύγουσες και τη Fédération européenne de la santé animale (Fedesa), όσον αφορά την παρέμβασή της, στα δικά τους έξοδα καθώς και στα έξοδα του Συμβουλίου. Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Επιτροπή και το Stichting Kwaliteitsgarantie Vleeskalverensector (SKV) θα φέρουν τα έξοδά τους.
5) Στην υπόθεση Τ-152/96 η Επιτροπή θα φέρει, εκτός από τα δικά της έξοδα, το ήμισυ των εξόδων των προσφευγουσών και της Fedesa, ενώ το άλλο ήμισυ θα βαρύνει τις προσφεύγουσες και τη Fedesa. Το Συμβούλιο και το SKV θα φέρουν τα έξοδά τους.»
Η αίτηση αναιρέσεως
41 Η Επιτροπή, με την αίτηση αναιρέσεως, και το SKV, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ζητούν από το Δικαστήριο:
- να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέτρο που ακυρώνει τον κανονισμό 1312/96, καθόσον προβλέπει ότι τα ΑΟΚ που καθορίζει για την κλενβουτερόλη ισχύουν μόνο για ορισμένες θεραπευτικές χρήσεις στα βοοειδή και στα ιπποειδή,
- να απορρίψει ως αβάσιμη την προσφυγή περί ακυρώσεως του κανονισμού 1312/96 που άσκησαν στην υπόθεση T-152/96 οι BI Vetmedica και Boehringer,
- να καταδικάσει τις BI Vetmedica και Boehringer στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας,
- να καταδικάσει τις BI Vetmedica και Boehringer στα δικαστικά έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας της σχετικής με την προσφυγή ακυρώσεως στην υπόθεση T-152/96.
42 Οι BI Vetmedica και Boehringer, καθώς και η Fedesa, ζητούν από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη,
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας,
- να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν στην πρωτόδικη διαδικασία τη σχετική με την προσφυγή ακυρώσεως στην υπόθεση T-152/96.
Επί του νέου ισχυρισμού που προβάλλουν οι BI Vetmedica και Boehringer στηριζόμενες στην έκδοση του κανονισμού (ΕΚ) 2391/2000
43 Μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, οι BI Vetmedica και Boehringer προέβαλαν, βάσει του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, νέο ισχυρισμό, στηριζόμενο στην έκδοση, στις 27 Οκτωβρίου 2000, του κανονισμού (ΕΚ) 2391/2000 της Επιτροπής, σχετικά με την τροποποίηση των παραρτημάτων Ι, ΙΙ και ΙΙΙ του κανονισμού 2377/90 (ΕΕ L 276, σ. 5).
44 Οι BI Vetmedica και Boehringer ισχυρίζονται ότι, αφού ο κανονισμός 2391/2000, με τον οποίο η κλενβουτερόλη εγγράφηκε στο παράρτημα Ι του κανονισμού 2377/90, δεν κάνει πλέον μνεία των επιτρεπόμενων θεραπευτικών χρήσεων της εν λόγω ουσίας, πρέπει να συναχθεί ότι η Επιτροπή αποφάσισε να συμμορφωθεί με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οπότε η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει με την αίτηση αναιρέσεως πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση.
45 Συναφώς επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, δεδομένου ότι ο νέος ισχυρισμός των BI Vetmedica και Boehringer πρέπει να θεωρηθεί ως προβολή της ενστάσεως περί απώλειας εννόμου συμφέροντος, η έκδοση του κανονισμού 2391/2000, με τον οποίο καθορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα οριστικά ΑΟΚ για την κλενβουτερόλη από τις 27 Δεκεμβρίου 2000, δεν επιφέρει την απώλεια του εννόμου συμφέροντος για την επίλυση του ζητήματος της νομιμότητας του κανονισμού 1312/96, προκειμένου ιδίως να προσδιοριστούν τα έννομα αποτελέσματα του τελευταίου αυτού κανονισμού κατά την περίοδο από τις 7 Σεπτεμβρίου 1996 έως την 1η Ιουλίου 2000, κατά την οποία καθόριζε τα προσωρινά ΑΟΚ που ίσχυαν για την κλενβουτερόλη.
Επί του λόγου αναιρέσεως που στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει νομική πλάνη
46 Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη, δεχόμενο ότι η Επιτροπή, περιορίζοντας την ισχύ των ΑΟΚ που καθορίστηκαν με τον κανονισμό 1312/96, υπερέβη τις εξουσίες της.
47 Με το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η νομική πλάνη του ρωτοδικείου συνίσταται στο γεγονός ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με τις σκέψεις 188 έως 190, λαμβάνει ως αφετηρία της αναλύσεώς της την εσφαλμένη, κατά την Επιτροπή, συλλογιστική που εφαρμόστηκε στις σκέψεις 88 έως 90 της αποφάσεως Lilly, πράγμα που οδηγεί το ρωτοδικείο να συναγάγει, στη συνέχεια της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, εσφαλμένες επίσης συνέπειες από την εν λόγω συλλογιστική. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε επίσης σε νομική πλάνη στη σκέψη 187 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεχόμενο ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2377/90 δεν εξαρτά την εγγραφή μιας ουσίας σε ένα από τα παραρτήματα Ι έως ΙΙΙ του κανονισμού αυτού από την προϋπόθεση να μπορεί το προϊόν που περιέχει την ουσία αυτή να χρησιμοποιηθεί άμεσα και να διατεθεί στην αγορά.
48 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο, δεχόμενο, με τη σκέψη 190 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία παρέπεμψε στη σκέψη 90 της αποφάσεως Lilly, ότι ο κανονισμός 2377/90 δεν περιέχει καμία διάταξη επιτρέπουσα στην Επιτροπή να λάβει υπόψη την απαγόρευση εμπορίας για να αρνηθεί να καθορίσει ένα ΑΟΚ, υπέπεσε σε νομική πλάνη.
49 Η Επιτροπή ισχυρίζεται συναφώς ότι, αντίθετα από ό,τι έγινε δεκτό με τη σκέψη 192 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, μπορούσε νομίμως, στο πλαίσιο της διαδικασίας καθορισμού ΑΟΚ για την κλενβουτερόλη κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 2377/90, να λάβει υπόψη όλες τις απαγορεύσεις και όλους τους περιορισμούς της εμπορίας της ουσίας αυτής, όπως ήταν οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί που προβλέπονταν στην οδηγία 96/22.
50 Με το υπόμνημα αντικρούσεως το SKV εκθέτει ότι συμφωνεί κυρίως με την επιχειρηματολογία της Επιτροπής, κατά την οποία το ρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα τις σχέσεις μεταξύ των επίμαχων κοινοτικών ρυθμίσεων, χωρίς να λάβει υπόψη του την ανάγκη διασφαλίσεως της συνοχής των ρυθμίσεων αυτών. Το SKV θεωρεί π.χ. ότι κακώς το ρωτοδικείο δέχτηκε ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να παραπέμψει με τον κανονισμό 1312/96 στην οδηγία 96/22, καθόσον έτσι αγνόησε τη σημασία μιας κοινοτικής ρυθμίσεως που εμφανίζει διαφάνεια και συνοχή.
51 Συναφώς πρέπει να εξεταστεί κατ' αρχάς το νομικό περιεχόμενο της μνείας περί θεραπευτικών χρήσεων που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο «Λοιπές διατάξεις» του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 2377/90, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1312/96.
52 Από την ανάλυση της ανωτέρω μνείας σε συνδυασμό με την έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1312/96 προκύπτει ότι ο μόνος σκοπός της είναι να υπενθυμιστεί ότι η οδηγία 96/22 απαγορεύει τη χρήση της κλενβουτερόλης σε όλα τα εκτρεφόμενα ζώα, με εξαίρεση τη χρήση για ορισμένους συγκεκριμένους θεραπευτικούς σκοπούς σε ιπποειδή και σε βοοειδή.
53 Επιπλέον, η ερμηνεία των εκτελεστικών κανονισμών πρέπει να είναι, στο μέτρο του δυνατού, σύμφωνη με τις διατάξεις του βασικού κανονισμού (βλ. αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 1993, C-90/92, Dr Tretter, Συλλογή 1993, σ. Ι-3569, σκέψη 11, και της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C-61/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1996, σ. Ι-3989, σκέψη 52). Η ανάλυση όμως του κανονισμού 1312/96 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του κανονισμού 2377/90, ο οποίος αποτελεί τη νομική βάση του, επιβεβαιώνει το ότι η μνεία αυτή έχει απλώς δηλωτικό και όχι κανονιστικό χαρακτήρα.
54 ρώτον, η μνεία αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την επιβολή απαγορεύσεως εμπορίας και χρήσεως της κλενβουτερόλης, πλην των θεραπευτικών χρήσεων τις οποίες αφορά η εν λόγω μνεία, απαγορεύσεως αυτοτελούς έναντι της απαγορεύσεως που προβλέπει η οδηγία 96/22. Συναφώς υπενθυμίζεται από το άρθρο 15 του κανονισμού 2377/90 συνάγεται ότι οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού δεν θίγουν την εφαρμογή των κοινοτικών και εθνικών κανόνων οι οποίοι αφορούν τη χρήση ορισμένων μη επιτρεπόμενων ουσιών.
55 Δεύτερον, η μνεία αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί ούτε υπό την έννοια ότι έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την επιβολή περιορισμού της ισχύος των ΑΟΚ που καθορίστηκαν για την κλενβουτερόλη στο πλαίσιο του κανονισμού 2377/90. Συναφώς πρέπει να τονιστεί ότι ο μόνος περιορισμός της ισχύος ΑΟΚ που προβλέπει ο κανονισμός 2377/90 αφορά την περιορισμένη διάρκεια της ισχύος του, όταν η οικεία ουσία εγγράφεται στο παράρτημα ΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού.
56 Κατόπιν της ανωτέρω αναλύσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως υποστηρίζει και η Επιτροπή με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, δεν ήταν αναγκαίο να την εξουσιοδοτεί ο κανονισμός 2377/90 για να περιλάβει στο παράρτημα ΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού, όπως το παράρτημα αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1312/96, μνεία των επιτρεπόμενων θεραπευτικών χρήσεων της κλενβουτερόλης, προς τον σκοπό υπομνήσεως των κρίσιμων διατάξεων της οδηγίας 96/22. Όπως ακριβώς καμία διάταξη του κανονισμού 2377/90 δεν υποχρέωνε την Επιτροπή να περιλάβει στο εν λόγω παράρτημα τη μνεία αυτή, η οποία δεν ήταν αναγκαία από νομική άποψη, καμία επίσης διάταξη του κανονισμού αυτού δεν της το απαγόρευε.
57 Επομένως το ρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη στη σκέψη 192 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεχόμενο, κατόπιν των όσων παρατίθενται στις σκέψεις 190 και 191 της ίδιας αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε νομίμως να στηρίξει στις διατάξεις της οδηγίας 96/22 τον περιορισμό της ισχύος του ΑΟΚ που είχε καθοριστεί για την κλενβουτερόλη, διότι αφενός η μνεία των επιτρεπόμενων θεραπευτικών χρήσεων της κλενβουτερόλης δεν είχε ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ισχύος του ΑΟΚ που είχε καθοριστεί με τον κανονισμό 1312/96 και αφετέρου καμία διάταξη δεν απαγόρευε στην Επιτροπή να περιλάβει στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 2377/90, όπως το παράρτημα αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1312/96, υπόμνηση για τα αποτελέσματα των διατάξεων της οδηγίας 96/22, όσον αφορά τις επιτρεπόμενες θεραπευτικές χρήσεις της κλενβουτερόλης.
58 Δεδομένου ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι βάσιμο, δεν χρειάζεται να εξεταστούν ούτε το δεύτερο σκέλος ούτε ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η συλλογιστική του ρωτοδικείου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αντιφατική, ελλιπής και εσφαλμένη.
59 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι τα σημεία 2 και 5 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να ακυρωθούν.
Επί της ουσίας της προσφυγής
60 Κατά το άρθρο 54 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, εφόσον η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, επιβάλλεται να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της ουσίας της διαφοράς.
61 Υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι η αναίρεση της Επιτροπής προσβάλλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέτρο μόνο που αφορά την υπόθεση T-152/96 και ότι συνεπώς το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί με την παρούσα απόφαση μόνον επί του αιτήματος μερικής ακυρώσεως του κανονισμού 1312/96, το οποίο υπέβαλαν ενώπιον του ρωτοδικείου οι BI Vetmedica και Boehringer στην υπόθεση T-152/96.
62 Με την προσφυγή περί ακυρώσεως του κανονισμού 1312/96, οι BI Vetmedica και Boehringer προέβαλαν τρεις λόγους ακυρώσεως.
63 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αναίρεση της Επιτροπής βάλλει μόνο κατά του τμήματος της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το οποίο αφορά την υπόθεση T-152/96 και στο οποίο το ρωτοδικείο παραθέτει, στις σκέψεις 182 έως 199, τις αναγκαίες αιτιολογίες στις οποίες στηρίζεται η απόφαση περί μερικής ακυρώσεως του κανονισμού 1312/96, την οποία απαγγέλλει στο σημείο 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
64 Κατά συνέπεια, η αναίρεση της Επιτροπής δεν βάλλει ούτε κατά του τμήματος της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το οποίο αφορά την υπόθεση T-152/96 και στο οποίο το ρωτοδικείο κηρύσσει παραδεκτή την προσφυγή των BI Vetmedica και Boehringer περί μερικής ακυρώσεως του κανονισμού 1312/96 ούτε κατά του τμήματος της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στο οποίο το ρωτοδικείο απορρίπτει τους δύο πρώτους λόγους ακυρώσεως που προέβαλαν οι επιχειρήσεις αυτές. Ούτε οι BI Vetmedica και Boehringer ούτε η Fedesa υπέβαλαν αίτημα για αναίρεση του τελευταίου αυτού τμήματος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπως θα μπορούσαν να πράξουν με το υπόμνημα αντικρούσεως.
65 Συνεπώς το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί μόνον επί του λόγου ακυρώσεως που στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή, όταν όρισε ότι τα ΑΟΚ για την κλενβουτερόλη θα ίσχυαν για ορισμένες μόνο ειδικές χρήσεις για θεραπευτικούς σκοπούς, υπερέβη τις εξουσίες που της παρείχε ο κανονισμός 2377/90.
66 Συναφώς, αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η Επιτροπή μπορούσε νομίμως, για τους λόγους που παρατίθενται στις σκέψεις 51 έως 57 της παρούσας αποφάσεως, να περιλάβει στην τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 2377/90, η οποία πραγματοποιήθηκε με τον κανονισμό 1312/96, μνεία των επιτρεπόμενων κατά την οδηγία 96/22 θεραπευτικών χρήσεων της κλενβουτερόλης που να έχει απλώς δηλωτικό χαρακτήρα.
67 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η προσφυγή περί ακυρώσεως του κανονισμού 1312/96 πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
68 Κατά το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των εξόδων.
69 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται επί της διαδικασίας αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι BI Vetmedica και Boehringer ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν, τόσο ως προς τη διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου για την υπόθεση T-152/96 όσο και ως προς τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, στα έξοδά τους και στο σύνολο των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.
70 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο επίσης εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής το Συμβούλιο φέρει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στη διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου για την υπόθεση T-152/96.
71 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο επίσης εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο παρεμβαίνων, ακόμα και όταν δεν είναι κράτος ή κοινοτικό όργανο, θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα. Κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής, πρέπει να αποφασιστεί ότι η Fedesa και το SKV θα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν τόσο κατά τη διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου για την υπόθεση T-152/96 όσο και κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Αναιρεί τα σημεία 2 και 5 του διατακτικού της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 1ης Δεκεμβρίου 1999, T-125/96 και T-152/96, Boehringer κατά Συμβουλίου και Επιτροπής.
2) Απορρίπτει την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησαν η Boehringer Ingelheim Vetmedica GmbH και η C. H. Boehringer Sohn κατά του κανονισμού 1312/96 της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 1996, σχετικά με την τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΟΚ) 2377/90 του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινοτικής διαδικασίας για τον καθορισμό ανώτατων ορίων καταλοίπων κτηνιατρικών φαρμάκων στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης.
3) Καταδικάζει τις Boehringer Ingelheim Vetmedica GmbH και C. H. Boehringer Sohn στα έξοδά τους και στο σύνολο των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τόσο κατά τη διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου για την υπόθεση T-152/96 όσο και κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
4) Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως φέρει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στη διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου για την υπόθεση T-152/96.
5) Η Fédération européenne de la santé animale (Fedesa) και το Stichting Kwaliteitsgarantie Vleeskalverensector (SKV) φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν τόσο κατά τη διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου για την υπόθεση T-152/96 όσο και κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
Full & Egal Universal Law Academy