Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Φορολογικές διατάξεις - Εναρμόνιση των νομοθεσιών - Έμμεσοι φόροι επιβαλλόμενοι επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων - Φόρος εισφοράς εισπραττόμενος από τις κεφαλαιουχικές εταιρίες - Εφαρμογή επί της αγοράς τίτλων παρεχόντων προνομιακά δικαιώματα εκδοθέντων από κεφαλαιουχική εταιρία - Επιβολή επί συμπληρωματικών εισφορών που υπερβαίνουν την ονομαστική αξία των τίτλων - ροϋπόθεση - Επιβολή επί εισφορών στις οποίες προβαίνει η μητρική εταιρία του αγοραστή - ροϋπόθεση - Εκτίμηση από το εθνικό δικαστήριο
(Οδηγία 69/335 του Συμβουλίου, άρθρο 4 § 1, στοιχ. δ_)
Περίληψη
$$Εμπίπτει, καταρχήν, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της οδηγίας 69/335 περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, δυνάμει του οποίου η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου κεφαλαιουχικής εταιρίας δι' εισφορών σε είδος αμοιβομένων διά δικαιωμάτων της ιδίας φύσεως προς εκείνα των εταίρων, υπόκεινται σε φόρο εισφοράς, η έκδοση εκ μέρους κεφαλαιουχικής εταιρίας τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων οι οποίοι παρέχουν δικαίωμα συμμετοχής στα τρέχοντα κέρδη καθώς και στο εκκαθαριστικό υπόλοιπο της εκδούσας εταιρίας.
Υπόκεινται σε φόρο εισφοράς όλες οι εισφορές στις οποίες προβαίνει ο αγοραστής των τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων προς χρηματοδότηση αυτής της αγοράς, περιλαμβανομένων των συμπληρωματικών χρηματοπιστωτικών εισφορών οι οποίες υπερβαίνουν την ονομαστική αξία των τίτλων, εφόσον η καταβολή τους συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση αυτής της αγοράς.
ροκειμένου να καθοριστεί αν συμπληρωματικές χρηματοπιστωτικές εισφορές πραγματοποιούμενες από τη μητρική εταιρία του αγοραστή τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων εμπίπτουν στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, επιβάλλεται να εξεταστεί κατά πόσον η καταβολή αυτών των εισφορών μπορεί να αποδοθεί στον εν λόγω αγοραστή, εξέταση στην οποία οφείλει να προβεί το εθνικό δικαστήριο.
( βλ. σκέψεις 21, 23-24, 26 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-71/00,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgerichtshof (Αυστρία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Develop Baudurchführungs- und Stadtentwicklungs GmbH
και
Finanzlandesdirektion für Wien, Niederösterreich und Burgenland,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20), όπως τροποποιήθηκε με την πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας καθώς και των προσαρμογών των ιδρυτικών Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21, και ΕΕ 1995, L 1, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τον J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, και τους R. Schintgen (εισηγητή), C. Gulmann, F. Macken, και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Develop Baudurchführungs- und Stadtentwicklungs GmbH, εκπροσωπούμενη από τους P. Kisler και K. Pistotnik, Rechtsanwälte,
- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον H. Dossi,
- η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Μ. A. Fierstra,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους E. Traversa και K. Gross,
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Φεβρουαρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 17ης Φεβρουαρίου 2000, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Μαρτίου 2000, το Verwaltungsgerichtshof υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20), όπως τροποποιήθηκε με την πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας καθώς και των προσαρμογών των ιδρυτικών Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21, και ΕΕ 1995, L 1, σ. 1, στο εξής: οδηγία 69/335).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Develop Baudurchführungs- und Stadtentwicklungs GmbH (στο εξής: Develop) και της Finanzlandesdirektion für Wien, Niederösterreich und Burgenland (φορολογικής υπηρεσίας της Βιένης, Κάτω Αυστρίας και Burgenland, στο εξής: Finanzlandesdirektion) αναφορικά με την είσπραξη φόρου εισφοράς επί των χρηματοπιστωτικών εισφορών που καταβλήθηκαν υπέρ της Develop στο πλαίσιο εκδόσεως τίτλων παρεχόντων προνομιακά δικαιώματα.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική της σκέψη, σκοπός της οδηγίας 69/335 είναι η προώθηση της ελευθέρας κινήσεως των κεφαλαίων, η οποία θεωρείται ως μια από τις βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας οικονομικής ενώσεως με χαρακτηριστικά γνωρίσματα ανάλογα με εκείνα μιας εσωτερικής αγοράς.
4 Κατά την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 69/335, η επιδίωξη ενός τέτοιου σκοπού προϋποθέτει, όσον αφορά τη φορολογία που επιβάλλεται στις συγκεντρώσεις κεφαλαίων, την κατάργηση των εμμέσων φόρων που ίσχυαν μέχρι τότε στα κράτη μέλη και την επιβολή, αντί αυτών, φόρου που να επιβάλλεται μόνο μία φορά στο πλαίσιο της κοινής αγοράς και στο αυτό επίπεδο σε όλα τα κράτη μέλη.
5 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/335:
«Υπόκεινται στο φόρο εισφοράς οι ακόλουθες πράξεις:
[...]
γ) η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας δι' εισφορών σε είδος, οποιασδήποτε μορφής·
δ) η αύξηση της εταιρικής περιουσίας μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας δι' εισφορών σε είδος, οποιασδήποτε μορφής, αμοιβομένων όχι διά μεριδίων αντιπροσωπευτικών του εταιρικού κεφαλαίου ή της εταιρικής περιουσίας, αλλά διά δικαιωμάτων της ιδίας φύσεως προς εκείνα των εταίρων, όπως το δικαίωμα ψήφου, το δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη ή στο εκκαθαριστικό υπόλοιπο·
[...]».
6 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/335 έχει ως εξής:
«1. Ο φόρος εκκαθαρίζεται:
α) στην περίπτωση συστάσεως κεφαλαιουχικής εταιρίας, αυξήσεως του εταιρικού της κεφαλαίου ή της εταιρικής της περιουσίας, δηλαδή πράξεων αναφερομένων στο άρθρο 4, παράγραφος 1, περιπτώσεις α_, γ_ και δ_, επί της πραγματικής αξίας των αγαθών οποιασδήποτε φύσεως, τα οποία έχουν εισφερθεί ή πρέπει να εισφερθούν από τους εταίρους, αφού αφαιρεθούν οι υποχρεώσεις οι οποίες έχουν αναληφθεί και οι επιβαρύνσεις στις οποίες έχει υποβληθεί η εταιρία εξ αφορμής κάθε μιας εισφοράς· τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να εισπράττουν τον φόρο εισφοράς κατά τον ρυθμό πραγματοποιήσεως των καταβολών·
[...]
δ) στην περίπτωση της αυξήσεως της εταιρικής περιουσίας, που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, περίπτωση β_, επί της πραγματικής αξίας των γενομένων παροχών, αφού αφαιρεθούν οι υποχρεώσεις, οι οποίες ανελήφθησαν και τα έξοδα, τα οποία βαρύνουν την εταιρία λόγω των παροχών αυτών·
[...]».
Η εθνική νομοθεσία
7 Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 1, του Kapitalverkehrsteuergesetz (νόμου περί φορολογίας της κινήσεως κεφαλαίων), της 16ης Οκτωβρίου 1934 (DRGBl. 1934/1058, όπως τροποποιημένος δημοσιεύθηκε στο BGBl. 1995/21, στο εξής: KVG), σε φόρο εισφοράς υπόκειται «η κτήση εταιρικών δικαιωμάτων σε ημεδαπή κεφαλαιουχική εταιρία από τον πρώτο αποκτώντα».
8 Δυνάμει του άρθρου 5, σημείο 1, του KVG, οι τίτλοι παροχής προνομιακών δικαιωμάτων θεωρούνται ως αποτελούντες εταιρικά δικαιώματα. Σύμφωνα με το σημείο 2 της ανωτέρω διατάξεως, οι κάτοχοι τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων εξομοιώνονται προς τους εταίρους της κεφαλαιουχικής εταιρίας η οποία προέβη στην έκδοση αυτών των τίτλων.
9 Δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του KVG, η βάση επιβολής φόρου που λαμβάνεται υπόψη κατά την κτήση εταιρικών δικαιωμάτων, και, κατά συνέπεια, και κατά την κτήση τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων, αποτελείται από την αξία της καταβαλλομένης αντιπαροχής, στην οποία περιέχεται, επίσης, το κόστος συστάσεως της εταιρίας ή αυξήσεως του εταιρικού της κεφαλαίου, το αναλαμβανόμενο από τους εταίρους, πλην του αναλογούντος φόρου εισφοράς για την κτήση εταιρικών δικαιωμάτων.
Η διαφορά στην κύρια δίκη και το προδικαστικό ερώτημα
10 Η Develop είναι εταιρία περιορισμένης ευθύνης, εταίροι της οποίας είναι οι Kontrakto Bauerrichtungs- und Verwertungsgesellschaft mbH και Raiffeisenlandesbank Niederösterreich - Wien reg. Genossenschaft mbH.
11 Τον Δεκέμβριο του 1995, η RLB Beteiligungs- und Treuhandverwaltungs GmbH (στο εξής: RLB-BT) προέβη στην αγορά τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων εκδοθέντων από την Develop, συνολικής αξίας 1 615 000 αυστριακών σελινίων (ATS).
12 Όπως προκύπτει από τη διάταξη παραπομπής, οι εν λόγω τίτλοι παροχής προνομιακών δικαιωμάτων παρέχουν δικαίωμα συμμετοχής στα τρέχοντα κέρδη της Develop, στο εταιρικό ενεργητικό της, στην αξία της εν λόγω εταιρίας, η οποία περιλαμβάνει το σύνολο των αφανών αποθεματικών της και την εμπορική της αξία, καθώς και το εκκαθαριστικό υπόλοιπο της εν λόγω εταιρίας.
13 Από τη διάταξη παραπομπής προκύπτει, επίσης, ότι οι εν λόγω τίτλοι παροχής προνομιακών δικαιωμάτων παρέχουν, επίσης, στον κάτοχό τους δικαίωμα ανακτήσεως του ποσού της ονομαστικής τους αξίας, καθώς και των συμπληρωματικών καταβολών που ενδεχομένως πραγματοποιήθηκαν. Σε περίπτωση λύσεως, διά καταγγελίας, της εννόμου σχέσεως που αφορά τους τίτλους παροχής προνομιακών δικαιωμάτων, οι κάτοχοι των τίτλων αυτών έχουν δικαίωμα επί ποσού αντιπροσωπεύοντος το μερίδιό τους επί της αξίας της Develop κατά τον χρόνο της λύσεώς της, δικαιούνται δε να εισπράξουν, τουλάχιστον, το ποσό της ονομαστικής αξίας των τίτλων τους αυξημένου κατά τις τυχόν πραγματοποιηθείσες συμπληρωματικές καταβολές. Σε περίπτωση εκκαθαρίσεως της εταιρίας, οι κάτοχοι των τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων μετέχουν στη διανομή του προϊόντος της εκκαθαρίσεως αναλόγως της αξίας των τίτλων τους. Εξάλλου, η κτήση αυτών των τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων δεν δημιουργεί σχέση στηριζόμενη στην ύπαρξη εταιρικού δικαιώματος, οποιασδήποτε φύσεως, μεταξύ της προβαίνουσας στην έκδοση αυτών των τίτλων εταιρίας και των αγοραστών των εν λόγω τίτλων. Εξάλλου, οι κάτοχοι αυτών των τίτλων στερούνται ορισμένων εταιρικών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα ψήφου ή το δικαίωμα συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις.
14 Στις 16 Φεβρουαρίου 1996, η δήλωση περί εκδόσεως τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων κατατέθηκε στο Finanzamt für Gebühren und Verkehrsteuern (φορολογική υπηρεσία τελών και φόρων επί της κινήσεως κεφαλαίων). Από τη δήλωση αυτή προκύπτει ότι, πέραν του ποσού του 1 615 000 ATS που καταβλήθηκε από την RLB-BT, η Develop είχε εισπράξει πρόσθετη χρηματοπιστωτική εισφορά ανερχόμενη σε 321 385 000 ATS, εκ μέρους της RLB Immobilienprojektentwicklungs- und Beteiligungs GmbH. Η Develop, η οποία δέχθηκε ότι η πρόσθετη αυτή εισφορά πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο εκδόσεως των τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων, υπογράμμισε, εντούτοις, ότι η εισφορά αυτή δεν υπόκειται σε φόρο εισφοράς, καθόσον δεν προέρχεται από τον αγοραστή των τίτλων, αλλά από τη μητρική εταιρία αυτού.
15 Με απόφαση της 29ης Μα_ου 1996, το Finanzamt für Gebühren und Verkehrsteuern καθόρισε τον φόρο εισφοράς που έπρεπε να καταβάλει η Develop, λαμβάνοντας υπόψη ως βάση επιβολής του φόρου το ποσό των 323 000 000 ATS.
16 Η Develop άσκησε διοικητική προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον της Finanzlandesdirektion, υποστηρίζουσα ότι μια συμπληρωματική εισφορά, όπως η εν είδει «πατρογονικής ενίσχυσης» («Großmutterzuschuss») εισφορά στην οποία προέβη η RLB Immobilienprojektentwicklungs- und Beteiligungs GmbH, καταβαλλόμενη από μη εταίρο, δεν υπόκειται σε φόρο εισφοράς. άντως, με τη διοικητική προσφυγή της, η Develop δεν αμφισβήτησε την επιβολή φόρου εισφοράς επί του ποσού του 1 615 000 ATS.
17 Με απόφαση της 18ης Ιουλίου 1997, η Finanzlandesdirektion απέρριψε την προσφυγή με το αιτιολογικό ότι δεν έχει σημασία η προέλευση των εισφορών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της εκδόσεως τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων, δεδομένου ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν κατ' αντιστοιχία της ονομαστικής αξίας των τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων και η πρόσθετη εισφορά αποτελούν ένα σύνολο. ράγματι, τα δύο αυτά ποσά πρέπει να θεωρηθούν ως σύνολο, καθόσον βάσει αυτών προσδιορίζεται τόσο το ποσό του δικαιώματος αναζητήσεως όσο και το ποσό του δικαιώματος επί των κερδών που έχει το δικαίωμα να προβάλει ο κάτοχος των τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων.
18 Η Develop προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof. ρος στήριξη της προσφυγής της υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι, δυνάμει του άρθρου 4 της οδηγίας 69/335, οι συμπληρωματικές χρηματοπιστωτικές εισφορές, οι οποίες δεν προέρχονται από εταίρο της επωφελούμενης εταιρίας δεν υπόκεινται σε φόρο εισφοράς.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Συνιστούν οι παροχές στις οποίες προβαίνει προς μια κεφαλαιουχική εταιρία ένας κάτοχος τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων, όχι ο ίδιος, αλλά μέσω της μητρικής του εταιρίας, "εισφορές οποιασδήποτε μορφής" κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της οδηγίας 69/335 [...];»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
20 Με το ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά ουσιαστικώς αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της οδηγίας 69/335 έχει την έννοια ότι υπόκεινται σε φόρο εισφοράς οι χρηματοπιστωτικές εισφορές στις οποίες προβαίνει μια μητρική εταιρία υπέρ μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας η οποία πραγματοποιεί αύξηση της εταιρικής της περιουσίας διά της εκδόσεως τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων, προκειμένου να καταστήσει δυνατή την αγορά των τίτλων αυτών από θυγατρική της εν λόγω μητρικής εταιρίας.
21 Επιβάλλεται σχετικώς να τονιστεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 28 της εκδοθείσας υπό σημερινή ημερομηνία αποφάσεως επί της υποθέσεως C-138/00, Solida και Tech (που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή), η έκδοση από μια κεφαλαιουχική εταιρία τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων, όπως αυτοί για τους οποίους πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, εμπίπτει, κατ' αρχήν, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της οδηγίας 69/335.
22 Επιβάλλεται, επίσης, να τονιστεί ότι, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο, το γεγονός ότι ο αγοραστής των εν λόγω τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων δεν είναι εταίρος της εκδότριας εταιρίας δεν είναι ικανό να αποκλείσει την πράξη αυτή από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 69/335 (βλ., σχετικώς, την προαναφερθείσα απόφαση Solida και Tech, précité, σκέψεις 32 και 33).
23 Κατά συνέπεια, το σύνολο των εισφορών στις οποίες προβαίνει ο αγοραστής των τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων προς χρηματοδότηση αυτής της αγοράς υπόκεινται σε φόρο εισφοράς, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της οδηγίας 69/335.
24 ρέπει να θεωρούνται ως εισφορές σκοπούσες στη χρηματοδότηση της αγοράς τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων οι συμπληρωματικές χρηματοπιστωτικές εισφορές οι υπερβαίνουσες την ονομαστική αξία αυτών των τίτλων τις οποίες καταβάλλει ο αγοραστής τους προς την εκδότρια εταιρία, εφόσον η καταβολή αυτή συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση αυτής της αγοράς (βλ., αναλογικώς, την υπό σημερινή ημερομηνία απόφαση C-339/99, ESTAG, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 30 έως 33).
25 Τέλος, επιβάλλεται επίσης να υπομνηστεί ότι από τις σκέψεις 37 και 38 της προαναφερθείσας αποφάσεως ESTAG προκύπτει ότι, προκειμένου να καθοριστεί αν μια πράξη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 της οδηγίας 69/335, επιβάλλεται να υιοθετηθεί μια οικονομική προσέγγιση και όχι μια προσκολλημένη στους τύπους προσέγγιση, στηριζόμενη αποκλειστικώς στην προέλευση των εισφορών, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να εξετάζεται σε ποιον μπορεί πράγματι να αποδοθεί η καταβολή των εισφορών.
26 Επομένως, προκειμένου να καθοριστεί αν συμπληρωματικές χρηματοπιστωτικές εισφορές πραγματοποιούμενες από τη μητρική εταιρία του αγοραστή τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων εμπίπτουν στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της οδηγίας 69/335, επιβάλλεται να εξεταστεί κατά πόσον η καταβολή αυτών των εισφορών μπορεί να αποδοθεί στον εν λόγω αγοραστή.
27 Από αυτής της απόψεως, επιβάλλεται να τονιστεί ότι το γεγονός ότι υποχρέωση πραγματοποιήσεως αυτών των εισφορών υπέχει η εν λόγω θυγατρική εταιρία και το γεγονός ότι η καταβολή αυτή απαλλάσσει τη θυγατρική από την αντίστοιχη υποχρέωση συνιστούν ενδείξεις βάσει των οποίων η καταβολή αυτών των εισφορών από τη μητρική εταιρία μιας θυγατρικής εταιρίας μπορεί να αποδοθεί στη δεύτερη (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, προαναφερθείσα απόφαση ESTAG, σκέψη 39).
28 Εντούτοις, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει, λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, αν η καταβολή μιας συμπληρωματικής χρηματοπιστωτικής εισφοράς εκ μέρους του αγοραστή τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων έγινε προς χρηματοδότηση αυτής της αγοράς - ή αν αναγκαστικώς συνδέεται με αυτήν - και, σε περίπτωση που η καταβολή γίνεται από τη μητρική εταιρία του αγοραστή αυτών των τίτλων, αν μπορεί αυτή να αποδοθεί στον δεύτερο.
29 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της οδηγίας 69/335 έχει την έννοια ότι υπόκεινται σε φόρο εισφοράς οι χρηματοπιστωτικές εισφορές στις οποίες προβαίνει μια μητρική εταιρία προς κεφαλαιουχική εταιρία αυξάνουσα την εταιρική της περιουσία διά της εκδόσεως τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων, προκειμένου να καταστήσει δυνατή την αγορά των τίτλων αυτών από θυγατρική της εν λόγω μητρικής εταιρίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Αυστριακή και η Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 17ης Φεβρουαρίου 2000 το Verwaltungsgerichtshof, αποφαίνεται:
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο δ_, της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20), όπως τροποποιήθηκε με την πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας καθώς και των προσαρμογών των ιδρυτικών Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, έχει την έννοια ότι υπόκεινται σε φόρο εισφοράς οι χρηματοπιστωτικές εισφορές στις οποίες προβαίνει μια μητρική εταιρία προς κεφαλαιουχική εταιρία αυξάνουσα την εταιρική της περιουσία διά της εκδόσεως τίτλων παροχής προνομιακών δικαιωμάτων, προκειμένου να καταστήσει δυνατή την αγορά των τίτλων αυτών από θυγατρική της εν λόγω μητρικής εταιρίας.
Full & Egal Universal Law Academy