Υπόθεση C-87/00
Roberto Nicoli
κατά
Eridania SpA
(αίτηση του Giudice di pace di Genova για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Ζάχαρη – Καθεστώς τιμών – Κατάτμηση σε περιφέρειες – Ελλειμματικές ζώνες – Κατάταξη της Ιταλίας – Περίοδος εμπορίας 1998/1999 – Κανονισμοί (ΕΟΚ) 1785/81 και (ΕΚ) 1361/98 – Κύρος του κανονισμού 1361/98»
Περίληψη της αποφάσεως
Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Ζάχαρη – Καθεστώς τιμών – Μέθοδος υπολογισμού της καταναλώσεως ζάχαρης – Ζάχαρη ενσωματωθείσα σε μεταποιημένα προϊόντα – Λαμβάνονται υπόψη τα εισαγόμενα στην εθνική επικράτεια προϊόντα – Δεν λαμβάνονται υπόψη τα εξαγόμενα προς άλλο κράτος μέλος προϊόντα – Επιτρέπεται
(Κανονισμός 1361/98 του Συμβουλίου)
Η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως υιοθετώντας, με τον κανονισμό 1361/98, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1998/1999, των παραγώγων τιμών παρέμβασης της λευκής ζάχαρης, της τιμής παρέμβασης της ακατέργαστης ζάχαρης, των ελαχίστων τιμών τεύτλων Α και τεύτλων Β, καθώς και του ποσού της επιστροφής για την αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποίησης, μια μέθοδο υπολογισμού της εκτιμώμενης καταναλώσεως ζάχαρης σύμφωνα με την οποία δεν θεωρείται ότι καταναλώνεται εντός του οικείου κράτους μέλους η ζάχαρη η οποία έχει ενσωματωθεί σε μεταποιημένα προϊόντα που εξάγονται προς άλλα κράτη μέλη, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, λαμβάνεται συγχρόνως υπόψη, για τον υπολογισμό της εν λόγω καταναλώσεως, η ζάχαρη που περιέχεται σε μεταποιημένα προϊόντα τα οποία εισάγονται από άλλα κράτη.
(βλ. σκέψη 40 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 12ης Οκτωβρίου 2004 (*)
«Ζάχαρη – Καθεστώς τιμών – Κατάτμηση σε περιφέρειες – Ελλειμματικές ζώνες – Κατάταξη της Ιταλίας – Περίοδος εμπορίας 1998/1999 – Κανονισμοί (ΕΟΚ) 1785/81 και (ΕΚ) 1361/98 – Κύρος του κανονισμού 1361/98»
Στην υπόθεση C-87/00,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ,
την οποία υπέβαλε ο Giudice di pace di Genova (Ιταλία), με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2000, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Μαρτίου 2000 , στο πλαίσιο της δίκης
Roberto Nicoli
κατά
Eridania SpA,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τον C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, τους C. Gulmann και R. Schintgen, τις F. Macken και N. Colneric (εισηγητήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 25ης Μαρτίου 2004,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– ο R. Nicoli, εκπροσωπούμενος από τους G. Conte και B. Della Barile, avvocati,
– η Eridania SpA, εκπροσωπούμενη από τους I. Vigliotti και C. Cacciapuoti, avvocati,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τους G. De Bellis και A. Cingolo, avvocati dello Stato,
– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τον F. P. Ruggeri Laderchi,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την C. Cattabriga και τον L. Visaggio,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μαΐου 2004,
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 177, σ. 4), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1101/95 του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1995 (ΕΕ L 110, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1785/81), και το κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1361/98 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1998, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1998/1999, των παραγώγων τιμών παρέμβασης της λευκής ζάχαρης, της τιμής παρέμβασης της ακατέργαστης ζάχαρης, των ελαχίστων τιμών τεύτλων Α και τεύτλων Β, καθώς και του ποσού της επιστροφής για την αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποίησης (ΕΕ L 185, σ. 3).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του R. Nicoli, παραγωγού τεύτλων στην Ιταλία, και της εταιρίας Eridania SpA (στο εξής: Eridania), επιχειρήσεως παραγωγής ζάχαρης την οποία ο τελευταίος εφοδίασε με ζαχαρότευτλα, η οποία αφορά το βάσιμο του χαρακτηρισμού της Ιταλίας ως μη ελλειμματικής ζώνης για την περίοδο εμπορίας 1998/1999 και της μη εφαρμογής, ως εκ τούτου, παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης για τις ζώνες αυτού του κράτους μέλους καθώς και ελαχίστων επαυξημένων τιμών που πρέπει να καταβληθούν στους παραγωγούς τεύτλων.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης
3 Στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (στο εξής: ΚΟΑ της ζάχαρης), ο κανονισμός 1785/81 θέσπισε, στον τίτλο του Ι, καθεστώς τιμών και, στον τίτλο του ΙΙΙ, καθεστώς ποσοστώσεων.
4 Όσον αφορά το καθεστώς των ποσοστώσεων, μια βασική ποσότητα εγχώριας παραγωγής χορηγείται σε κάθε κράτος μέλος. Η ποσότητα αυτή κατανέμεται, εντός εκάστου κράτους μέλους, σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζει ο κανονισμός 1785/81, μεταξύ των εγχωρίων επιχειρήσεων παραγωγής ζάχαρης υπό μορφή ποσοστώσεων παραγωγής Α και Β. Για τις δύο αυτές ποσοστώσεις ισχύει εγγύηση διαθέσεως μέσω της τιμής παρεμβάσεως για τη λευκή ζάχαρη, τόσο στην κοινοτική αγορά όσο και στις τρίτες χώρες, και εγγύηση επαρκούς αντιπαροχής, έχουσας ωστόσο άνισο ύψος, δεδομένου ότι η ποσόστωση B υπόκειται σε υψηλότερες συνεισφορές. Οσάκις οι επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης δεν μεταφέρουν την πλεονάζουσα παραγωγή, η οποία καλείται «ζάχαρη Γ», εντός του ορίου των ποσοτήτων που καθορίστηκαν, στην επόμενη περίοδο εμπορίας και στον λογαριασμό της παραγωγής της περιόδου αυτής, πρέπει να την εξαγάγουν προς τις τρίτες χώρες χωρίς καμία παρέμβαση εκ μέρους της Κοινότητας.
5 Το καθεστώς των τιμών προβλέπει ότι οι τιμές αυτές καθορίζονται ετησίως για την περίοδο εμπορίας που αρχίζει την 1η Ιουλίου του επομένου έτους. Συναφώς, το άρθρο 3, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1785/81 ορίζει τα εξής:
«4. Η τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης ορίζεται πριν από την 1η Αυγούστου για την περίοδο εμπορίας που αρχίζει την 1η Ιουλίου του επόμενου έτους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
Σύμφωνα με την ίδια διαδικασία, το Συμβούλιο καθορίζει τον αντιπροσωπευτικό ποιοτικό τύπο για τον οποίο ισχύει η τιμή αυτή.
5. Το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Επιτροπής, ορίζει κάθε χρόνο την τιμή παρεμβάσεως της ακατέργαστης ζάχαρης και τις παράγωγες τιμές παρεμβάσεως ταυτόχρονα με την τιμή παρεμβάσεως για τη λευκή ζάχαρη.
Σύμφωνα με την ίδια διαδικασία, το Συμβούλιο ορίζει τον αντιπροσωπευτικό ποιοτικό τύπο για τον οποίο ισχύει η τιμή παρεμβάσεως της ακατέργαστης ζάχαρης.»
6 Όσον αφορά τις τιμές παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης, υπάρχουν δύο κατηγορίες: η καθαυτό τιμή παρεμβάσεως εφαρμόζεται στη ζάχαρη που παράγεται στις μη ελλειμματικές ζώνες και η παράγωγη τιμή παρεμβάσεως στη ζάχαρη που παράγεται στις ελλειμματικές ζώνες. Η τιμή που καθορίζεται για τις τελευταίες είναι υψηλότερη από την καθοριζόμενη για τις μη ελλειμματικές ζώνες. Αυτή η διαφοροποίηση που έχει καθιερωθεί ως προς τις τιμές είναι γνωστή ως «κατάτμηση σε περιφέρειες».
7 Παράλληλα προς την τιμή της ζάχαρης, καθορίζεται ετησίως μια ελάχιστη τιμή στην οποία τα εργοστάσια παραγωγής ζάχαρης πρέπει να αγοράζουν τα τεύτλα από τους παραγωγούς, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1785/81, συγχρόνως προς την τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης. Όπως και για τη ζάχαρη, υπάρχουν δύο κατηγορίες τεύτλων, η Α και η B, οι οποίες αντιστοιχούν στη ζάχαρη A και στη ζάχαρη B της οποίας την πρώτη ύλη αποτελούν.
8 Προκειμένου να διατηρηθεί ο παραλληλισμός προς το εφαρμοστέο στη ζάχαρη καθεστώς, το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1785/81 προβλέπει ότι «για τις ζώνες για τις οποίες ορίζεται παράγωγη τιμή παρεμβάσεως λευκής ζάχαρης, οι ελάχιστες τιμές τεύτλων Α και τεύτλων Β αυξάνονται κατά ένα ποσό ίσο με τη διαφορά μεταξύ της παραγώγου τιμής παρεμβάσεως της εν λόγω ζώνης και της τιμής παρεμβάσεως, πολλαπλασιαζόμενο με ένα συντελεστή 1,30».
9 Κατά συνέπεια, το σύστημα που καθιερώνει ο κανονισμός 1785/81 προβλέπει, για τις ελλειμματικές ζώνες και εντός των ορίων της χορηγηθείσας ποσοστώσεως, υψηλότερη τιμή για την αγορά της πρώτης ύλης που είναι αναγκαία για την παραγωγή της ζάχαρης και, συγχρόνως, την εγγύηση υψηλότερης αντιπαροχής για τη ζάχαρη που παράγεται στις ζώνες αυτές.
10 Ο κανονισμός 1785/81 αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 2038/1999 του Συμβουλίου, της 13ης Σεπτεμβρίου 1999, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 252, σ. 1), ο οποίος ωσαύτως καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 178, σ. 1).
11 Το άρθρο 14, σημείο 1, του κανονισμού (ΕΚ) 779/96 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1996, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 1785/81 του Συμβουλίου όσον αφορά τις ανακοινώσεις στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 106, σ. 9), ορίζει τα εξής:
«Κάθε κράτος μέλος ανακοινώνει στην Επιτροπή:
1) πριν από την 1η Σεπτεμβρίου για την προηγούμενη περίοδο εμπορίας και πριν από την 1η Ιανουαρίου για την προηγούμενη περίοδο παραγωγής, τα στοιχεία σχετικά με το ισοζύγιο εφοδιασμού με ζάχαρη, ισογλυκόζη και σιρόπι ινουλίνης, που αντιστοιχούν στη σχετική περίοδο σύμφωνα με το υπόδειγμα που παρατίθεται στο παράρτημα ΙΙ».
12 Ο κανονισμός 779/96 περιέχει, στο παράρτημά του II, έναν πίνακα ο οποίος πρέπει να χρησιμοποιείται ως υπόδειγμα για τις ανακοινώσεις του άρθρου 14, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού. Η αριστερή στήλη του πίνακα αυτού έχει ως εξής:
1. ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ ΕΝΑΡΞΗΣ κατά την: 1η ….…….….….. Σύνολο
[…]
2. ΠΑΡΑΓΩΓΗ
[…]
3. ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ
α) ως έχει
[…]
β) μεταποιημένα προϊόντα
4. ΕΙΣΟΔΟΙ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ ΑΛΛΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ
α) ως έχει
β) μεταποιημένα προϊόντα
5. ΣΥΝΟΛΟ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΠΟΣΟΤΗΤΩΝ
6. ΕΞΟΔΟΙ ΠΡΟΣ ΑΛΛΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ
α) ως έχει
β) μεταποιημένα προϊόντα
7. ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ
α) ως έχει
β) μεταποιημένα προϊόντα
[…]
8. ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
[5 – (6 + 7 + 9)]
9. ΤΕΛΙΚΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ στις: 30 …………………Σύνολο
[…]
Οι κανονισμοί (ΕΚ) 1360/98 και 1361/98
13 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1360/98 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1998, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1998/1999, ορισμένων τιμών στον τομέα της ζάχαρης και του αντιπροσωπευτικού ποιοτικού τύπου τεύτλων (ΕΕ L 185, σ. 1), καθόρισε μεταξύ άλλων, για την επίμαχη στην κύρια δίκη περίοδο εμπορίας, την τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης.
14 Ο κανονισμός 1361/98, ο οποίος εκδόθηκε βάσει του κανονισμού 1785/81, διευκρίνισε, όσον αφορά τον καθορισμό των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως, με τη δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη του, τα εξής:
«ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1785/81 προβλέπει ότι οι παράγωγες τιμές παρέμβασης της λευκής ζάχαρης πρέπει να οριστούν για κάθε μία από τις ελλειμματικές ζώνες· ότι, για τον καθορισμό αυτό, ενδείκνυται να ληφθούν υπόψη οι περιφερειακές διαφορές των τιμών ζάχαρης που μπορούν να υπολογισθούν, σε περίπτωση κανονικής συγκομιδής και ελεύθερης κυκλοφορίας της ζάχαρης, βάσει των κανονικών συνθηκών διαμόρφωσης των τιμών της αγοράς·
ότι προβλέπεται ελλειμματική κατάσταση εφοδιασμού στις ζώνες παραγωγής της Ιρλανδίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Φινλανδίας».
15 Δεδομένου ότι ο κανονισμός 1361/98 δεν καθόρισε παράγωγη τιμή ζάχαρης για την ιταλική επικράτεια, η τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης την οποία καθόρισε το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1360/98 εφαρμόστηκε και στην Ιταλία για την περίοδο εμπορίας 1998/1999. Ως εκ τούτου, η Ιταλία αντιμετωπίσθηκε ως πλεονασματική ζώνη.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16 Ο R. Nicoli, παραγωγός τεύτλων, πώλησε στην Eridania, με σύμβαση συναφθείσα στις 2 Δεκεμβρίου 1997, την παραγωγή του τεύτλων για την περίοδο εμπορίας 1998/1999, συνολικού βάρους 53,23 τόνων. Η Eridania κατέβαλε το ποσό των 6 651 350 λιρών Ιταλίας (ITL) (3 435,14 ευρώ), το οποίο δεν περιλαμβάνει το ποσό που αντιστοιχεί στον κατά περιφέρειες καθορισμό της τιμής, ήτοι 421 263,88 ITL (217,56 ευρώ).
17 Θεωρώντας ότι η Eridania του οφείλει το τελευταίο αυτό ποσό, ο R. Nicoli άσκησε αγωγή κατ’ αυτής ενώπιον του Giudice di pace di Genova, προκειμένου να επιτύχει την καταβολή του υπολοίπου του τιμήματος που θεωρεί ότι του οφείλεται.
18 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι τα κριτήρια καθορισμού των πλεονασματικών και ελλειμματικών ζωνών εξαρτώνται από την υπεροχή είτε της παραγωγής επί της καταναλώσεως (πλεονασματικές ζώνες), είτε της καταναλώσεως επί της παραγωγής (ελλειμματικές ζώνες).
19 Όσον αφορά την κατανάλωση, το εν λόγω δικαστήριο διερωτάται ειδικότερα αν, προκειμένου να καθοριστεί μια συγκεκριμένη ζώνη ως ελλειμματική, πρέπει λογικώς να θεωρηθεί ως ζάχαρη η οποία καταναλώνεται στην Ιταλία αυτή η οποία προστίθεται, εντός της Ιταλίας, στα τρόφιμα τα οποία στη συνέχεια καταναλώνονται εντός των άλλων κρατών μελών ή μήπως, αντιθέτως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτή η ζάχαρη καταναλώνεται στη χώρα όπου καταναλώνονται τα εν λόγω τρόφιμα.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Giudice di pace di Genova αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα.
21 Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 13ης Απριλίου 2002, το Δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία μέχρι την περάτωση της δίκης στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Μαρτίου 2002, C‑340/98, Ιταλία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I-2663), η οποία είχε ακριβώς ως αντικείμενο το κύρος των κανονισμών 1360/98 και 1361/98. Η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε στον Giudice di pace di Genova, ο οποίος έκρινε, με διάταξη της 30ής Ιουλίου 2002, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Αυγούστου 2002, ότι το Δικαστήριο απάντησε μόνο στο πρώτο από τα τρία ερωτήματα που είχε υποβάλει με την απόφαση περί παραπομπής.
22 Κατά τον Giudice di pace di Genova, παραμένει ακόμη αναπάντητο το δεύτερο ερώτημα, με το οποίο ερωτάται, αφενός, ποια ερμηνεία πρέπει να δοθεί στην έννοια «κατανάλωση εντός συγκεκριμένης ζώνης» και, αφετέρου, αν η έννοια αυτή περιλαμβάνει τη ζάχαρη που ενσωματώνεται σε μεταποιημένο προϊόν το οποίο καταναλώνεται στη συνέχεια εντός άλλης χώρας. Σύμφωνα με το εν λόγω δικαστήριο, δεν δόθηκε ωσαύτως απάντηση στο τρίτο ερώτημα που αυτό υπέβαλε, το οποίο είναι συναφές προς το δεύτερο, υπό την έννοια ότι απορρέει από αυτό όχι μόνο λόγω της ελλείψεως αιτιολογίας του κανονισμού 1361/98, αλλά και λόγω του ότι ο κανονισμός αυτός παραλείπει να καθορίσει παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για όλες τις ζώνες της Ιταλίας.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Giudice di pace di Genova, εμμένοντας στα δύο πρώτα ερωτήματα που διατύπωσε με την απόφαση περί παραπομπής της 28ης Φεβρουαρίου 2000, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1785/81 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο χαρακτηρισμός μιας ζώνης ως ελλειμματικής πρέπει να πραγματοποιείται βάσει μιας μεθόδου υπολογισμού που θεωρεί ότι καταναλώνεται στη ζώνη αυτή η ζάχαρη η οποία ενσωματώνεται σε μεταποιημένο προϊόν, έστω και αν το προϊόν αυτό καταναλώνεται σε άλλη χώρα, ή αν ο χαρακτηρισμός της ζώνης αυτής ως ελλειμματικής πρέπει να πραγματοποιείται βάσει μιας μεθόδου υπολογισμού η οποία δεν θεωρεί ότι καταναλώνεται στη ζώνη αυτή η ζάχαρη που ενσωματώνεται σε μεταποιημένο προϊόν το οποίο όμως καταναλώνεται σε άλλη χώρα;
2) Είναι έγκυρος ο κανονισμός […] 1361/98 […] στο μέτρο που παραλείπει να ορίσει παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για όλες τις περιοχές της Ιταλίας, από πλευράς του άρθρου 3, παράγραφος 1, του άρθρου 5, παράγραφος 3, και του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού […] 1785/81 και δεν περιλαμβάνει καμία σχετική προς τούτο αιτιολογία;»
24 Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 3ης Σεπτεμβρίου 2002, επαναλήφθηκε η διαδικασία.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
25 Τα δύο ερωτήματα στην υποβολή των οποίων ενώπιον του Δικαστηρίου ενέμεινε ο Giudice di pace di Genova και τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού αφορούν κατ’ ουσίαν το ζήτημα αν ο κανονισμός 1361/98 είναι άκυρος κατά το μέτρο που, λόγω εσφαλμένης μεθόδου υπολογισμού της εκτιμώμενης καταναλώσεως ζάχαρης, η ιταλική επικράτεια δεν περιλαμβάνεται, ως προς την περίοδο εμπορίας 1998/1999, μεταξύ των ελλειμματικών ζωνών της Κοινότητας που απαριθμούνται στο άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επίσης αν ο κανονισμός αυτός είναι άκυρος λόγω του ότι δεν περιέχει καμία αιτιολογία για τον μη καθορισμό παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για όλες τις ζώνες της εν λόγω επικράτειας.
Επί του περιεχομένου της προπαρατεθείσας αποφάσεως Ιταλία κατά Συμβουλίου
26 Διαπιστώνεται ότι, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζονται το Συμβούλιο και η Επιτροπή, η προπαρατεθείσα απόφαση Ιταλία κατά Συμβουλίου, δεν έδωσε απάντηση στο ζήτημα του κύρους του κανονισμού 1361/98 όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού της εκτιμώμενης καταναλώσεως ζάχαρης την οποία χρησιμοποίησε ο κοινοτικός νομοθέτης.
27 Όσον αφορά το ζήτημα της ερμηνείας της έννοιας της καταναλώσεως, από τα σημεία 71 έως 78 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Συμβουλίου προκύπτει ότι το Δικαστήριο εξέτασε μόνον την προβαλλόμενη αλλαγή της μεθόδου που χρησιμοποίησαν η Επιτροπή και το Συμβούλιο για να εκτιμήσουν τη μελλοντική κατάσταση στην Ιταλία.
28 Το Δικαστήριο διαπίστωσε ιδίως, στη σκέψη 73 της εν λόγω αποφάσεως, ότι η χρησιμοποιηθείσα μέθοδος συνίστατο στη σύγκριση της διαθέσιμης παραγωγής που αποτελείται από τις προβλεπόμενες ποσότητες ζάχαρης Α και ζάχαρης Β, επαυξημένες ενδεχομένως με μεταφορά ζάχαρης Γ, με την προβλεπόμενη κατανάλωση.
29 Πάντως, η προπαρατεθείσα απόφαση Ιταλία κατά Συμβουλίου δεν εξέτασε ούτε τη μέθοδο υπολογισμού της εκτιμώμενης καταναλώσεως ούτε, επομένως, το ζήτημα του κύρους του κανονισμού 1361/98 καθόσον η Ιταλία δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτόν, ως ελλειμματική ζώνη για την περίοδο εμπορίας 1998/1999, λόγω της εφαρμογής μιας εσφαλμένης μεθόδου υπολογισμού της εν λόγω καταναλώσεως.
30 Αντιθέτως, από τις σκέψεις 56 έως 63 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Ιταλία κατά Συμβουλίου, με τις οποίες το Δικαστήριο εξέτασε τον λόγο ακυρώσεως περί ελλείψεως ή ανεπάρκειας της αιτιολογίας του κανονισμού 1361798, υπό το πρίσμα του άρθρου 190 της Συνθήκης (νυν άρθρου 253 ΕΚ), προκύπτει ότι η αιτιολογία αυτή κρίθηκε σύμφωνη προς τις επιταγές της εν λόγω διατάξεως. Συγκεκριμένα, στη σκέψη 63 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, στο πλαίσιο όλων των επίμαχων κανονιστικών ρυθμίσεων και της εξελίξεως της οικείας αγοράς, η αιτιολογία του εν λόγω κανονισμού όσον αφορά την κατάταξη της Ιταλίας στις μη ελλειμματικές ζώνες για την περίοδο εμπορίας 1998/1999, καίτοι λακωνική, αρκεί προς ικανοποίηση των απαιτήσεων αιτιολογήσεως που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
31 Επομένως, το κύρος του κανονισμού 1361/98 δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση λόγω της προβαλλομένης παραβιάσεως των επιταγών αιτιολογήσεως που αφορούν την απόφαση περί μη καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για όλες τις ζώνες της Ιταλίας.
Επί της μεθόδου υπολογισμού της εκτιμώμενης καταναλώσεως
32 Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η εκτιμώμενη κατανάλωση για την επόμενη περίοδο εμπορίας αποτελεί το ένα από τα δύο στοιχεία στα οποία πρέπει να βασίζονται τα κοινοτικά όργανα προκειμένου να εκτιμούν αν πρέπει να προβλεφθεί κατάσταση ελλείμματος ή πλεονάσματος για μια ορισμένη ζώνη. Πράγματι, υφίσταται έλλειμμα υπό την έννοια του κανονισμού 1785/81 όταν το σύνολο της διαθέσιμης παραγωγής είναι χαμηλότερο της καταναλώσεως (βλ. αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 2000, C-289/97, Eridania, Συλλογή 2000, σ. I-5409, σκέψη 46, και Ιταλία κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 76).
33 Η έννοια της «καταναλώσεως» δεν καθορίστηκε με την κανονιστική ρύθμιση που αφορά την ΚΟΑ της ζάχαρης. Μολονότι ο κανονισμός 779/96, ο οποίος είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, προβλέπει, στο σημείο 8 του παραρτήματός του II, μια μέθοδο υπολογισμού της συνολικής καταναλώσεως, το παράρτημα αυτό δεν σκοπεί στον ορισμό της εννοίας της καταναλώσεως που πρέπει να χρησιμοποιείται για τον καθορισμό του ελλειμματικού ή πλεονασματικού χαρακτήρα μιας ζώνης. Σκοπεί μάλλον στον καθορισμό ενός κοινού υποδείγματος για την ανακοίνωση των στοιχείων τα οποία χρησιμοποιούνται για πλείονες μηχανισμούς της εν λόγω ΚΟΑ.
34 Δεν αμφισβητείται ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή βασίζονται στον ορισμό της «συνολικής καταναλώσεως» του εν λόγω σημείου 8 για να καθορίσουν τον ελλειμματικό ή πλεονασματικό χαρακτήρα μιας ζώνης. Έτσι, εκτιμούν τη συνολική κατανάλωση αφαιρώντας από το σύνολο των διαθέσιμων ποσοτήτων το άθροισμα των ποσοτήτων που αντιστοιχούν στις εξαγωγές προς άλλα κράτη μέλη, στις εξαγωγές προς τις τρίτες χώρες και στα τελικά αποθέματα. Εντεύθεν συνάγεται ότι λαμβάνεται υπόψη η ζάχαρη που ενσωματώνεται στα μεταποιημένα προϊόντα η οποία εισάγεται από τις τρίτες χώρες ή από άλλα κράτη μέλη, αλλά ότι δεν θεωρείται ότι καταναλώνεται εντός του οικείου κράτους μέλους η ζάχαρη η οποία ενσωματώνεται στα μεταποιημένα προϊόντα και εξάγεται προς άλλα κράτη μέλη.
35 Ο R. Nicoli θεωρεί ότι ο υπολογισμός αυτός της καταναλώσεως ενέχει σοβαρό σφάλμα διότι δεν λαμβάνει υπόψη τις τελευταίες αυτές ποσότητες ως καταναλωθείσες.
36 Όσον αφορά το περιεχόμενο του δικαστικού ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο επί της μεθόδου που υιοθέτησαν τα κοινοτικά όργανα για τον καθορισμό της εκτιμώμενης καταναλώσεως ζάχαρης για την εν λόγο περίοδο εμπορίας, υπενθυμίζεται ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή πρέπει να προβούν σε προβολές, από τα στοιχεία που έχουν κοινοποιηθεί από τα κράτη μέλη, οι οποίες αφορούν συγχρόνως την τρέχουσα περίοδο, όσον αφορά την εξέλιξη της καταναλώσεως, και τις προοπτικές της επερχόμενης περιόδου, όσον αφορά την εξέλιξη της διαθέσιμης παραγωγής (βλ. απόφαση Eridania, προπαρατεθείσα, σκέψη 47).
37 Έτσι, δεδομένου ότι παρίσταται ανάγκη αξιολογήσεως μιας περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως, τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Ο κοινοτικός δικαστής, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της ασκήσεως της αρμοδιότητας αυτής, δεν μπορεί να υποκαθιστά την αρμόδια αρχή προβαίνοντας στις συναφείς εκτιμήσεις, αλλά οφείλει να περιορίζεται στην εξέταση του αν οι εκτιμήσεις αυτές ενέχουν πρόδηλο σφάλμα ή κατάχρηση εξουσίας ή αν το οικείο κοινοτικό όργανο αυτό υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει (βλ. αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 1997, C‑369/95, Somalfruit και Camar, Συλλογή 1997, σ. I-6619, σκέψη 50, και της 14ης Δεκεμβρίου 2000, C-99/99, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑11535, σκέψη 26).
38 Επομένως, όσον αφορά τον κανονισμό 1361/98, πρέπει να εξετασθεί, υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής, αν η Επιτροπή, λόγω του ότι αξιολόγησε την εκτιμώμενη κατανάλωση ζάχαρης για την περίοδο εμπορίας 1998/1999 λαμβάνοντας μόνον υπόψη τις ποσότητες που καταναλώνονται επί τόπου και όχι τη ζάχαρη που ενσωματώνεται στα προϊόντα που μεταποιούνται εντός της οικείας ζώνης και εξάγονται στη συνέχεια, υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως.
39 Όπως επισήμανε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ο καθορισμός υψηλότερης παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για τις ελλειμματικές ζώνες έχει ως σκοπό, αφενός, να καταστήσει δυνατό τον εφοδιασμό των ζωνών αυτών από τη ζάχαρη των μη ελλειμματικών ζωνών, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως, σε ορισμένο μέτρο, τα έξοδα μεταφοράς, και αφετέρου, να αποφύγει τη μείωση της παραγωγής τεύτλων που θα συνεπαγόταν ακόμη υψηλότερο έλλειμμα κατά τις επόμενες περιόδους εμπορίας.
40 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η μέθοδος υπολογισμού της καταναλώσεως την οποία προτείνει ο R. Nicoli είναι καταλληλότερη για την επίτευξη των σκοπών που εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως υιοθετώντας μια μέθοδο υπολογισμού της εκτιμώμενης καταναλώσεως ζάχαρης σύμφωνα με την οποία δεν θεωρείται ότι καταναλώνεται εντός του οικείου κράτους μέλους η ενσωματωθείσα σε μεταποιημένα προϊόντα ζάχαρη η οποία εξάγεται προς άλλα κράτη μέλη. Πράγματι, σύμφωνα με την υιοθετηθείσα μέθοδο, λαμβάνεται συγχρόνως υπόψη, για τον υπολογισμό της εν λόγω καταναλώσεως, η ζάχαρη που περιέχεται σε μεταποιημένα προϊόντα η οποία εισάγεται από άλλα κράτη.
Επί του κύρους του κανονισμού 1361/98
41 Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του κανονισμού 1361/98.
Επί των δικαστικών εξόδων
42 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1361/98 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1998, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1998/1999, των παραγώγων τιμών παρέμβασης της λευκής ζάχαρης, της τιμής παρέμβασης της ακατέργαστης ζάχαρης, των ελαχίστων τιμών τεύτλων Α και τεύτλων Β, καθώς και του ποσού της επιστροφής για την αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποίησης.
Υπογραφές.
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy