Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Βόειο κρέας - Σύστημα επισημάνσεως του βοείου κρέατος - Κανονισμός 820/97 - αράταση - Νομική βάση - Κανονισμός 2772/1999 - Ακυρότητα
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 820/97, άρθρο 19, και 2772/1999)
2. ροσφυγή ακυρώσεως - Ακυρωτική απόφαση - Συνέπειες - εριορισμός από το Δικαστήριο - Ακυρότητα του κανονισμού 2772/1999
(Άρθρο 231, εδ. 1, ΕΚ· κανονισμός 1760/2000 του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου· κανονισμοί του Συμβουλίου 820/97 και 2772/1999)
Περίληψη
1. Με την παράταση της ισχύος των κανόνων σχετικά με το προαιρετικό σύστημα επισημάνσεως με τον κανονισμό 820/97, το Συμβούλιο τροποποίησε, στην ουσία, το χρονικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 820/97. Η τροποποίηση αυτού του κανονισμού μπορεί να γίνει μόνον επί νομικής βάσεως ισοδύναμης με εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε ήτοι, βάσει της ίδιας της Συνθήκης και τηρώντας τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων που προβλέπει η τελευταία. Επομένως, το Συμβούλιο κακώς βασίστηκε στο άρθρο 19 του κανονισμού 820/97 για την έκδοση του κανονισμού 2772/1999, οπότε το Συμβούλιο δεν ήταν αρμόδιο για την έκδοση του κανονισμού 2772/1999 βάσει αυτής της διατάξεως και επιβάλλεται η ακύρωση του προσβαλλομένου κανονισμού.
( βλ. σκέψεις 41-44 )
2. Ακόμη και αν ο κανονισμός 2772/1999, που προβλέπει τους γενικούς κανόνες ενός υποχρεωτικού συστήματος επισήμανσης του βοείου κρέατος, έχει εν τω μεταξύ αντικατασταθεί από τον κανονισμό 1760/2000, για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας, καθώς και για την κατάργηση του κανονισμού 820/97, η ακύρωσή του θα μπορούσε να δημιουργήσει νομικό κενό που θα επέτρεπε, μεταξύ άλλων, την αμφισβήτηση των αποφάσεων που τα κράτη μέλη έλαβαν κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 820/97, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας παρατάσεως που προβλέπει ο κανονισμός 2772/1999. Για λόγους ασφαλείας δικαίου, το Δικαστήριο επιβάλλεται να κάνει χρήση της εξουσίας που του απονέμει το άρθρο 231, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και να αποφασίσει ότι τα αποτελέσματα των διατάξεων του προσβαλλομένου κανονισμού, σε εκτέλεση των οποίων τα κράτη μέλη εξέδωσαν αποφάσεις το κύρος των οποίων θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, πρέπει να θεωρηθούν οριστικά.
( βλ. σκέψη 48 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-93/00,
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους C. Pennera και E. Waldherr, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγον,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπουμένου από τους G. Maganza και J. Monteiro, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
υποστηριζόμενο από το
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από την R. Silva de Lapuerta, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Berscheid, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνοντες,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 2772/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1999, που προβλέπει τους γενικούς κανόνες ενός υποχρεωτικού συστήματος επισήμανσης του βοείου κρέατος (ΕΕ L 334, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, ρόεδρο, P. Jann, F. Macken, N. Colneric, S. von Bahr, προέδρους τμήματος, A. La Pergola, J.-P. Puissochet, L. Sevón (εισηγητή), Μ. Wathelet, Β. Σκουρή και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 3ης Ιουλίου 2001, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 9ης Οκτωβρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Μαρτίου 2000, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 2772/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1999, που προβλέπει τους γενικούς κανόνες ενός υποχρεωτικού συστήματος επισήμανσης του βοείου κρέατος (ΕΕ L 334, σ. 1, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός).
2 Με διατάξεις του ροέδρου του Δικαστηρίου της 4ης Αυγούστου και της 13ης Σεπτεμβρίου 2000 αντιστοίχως, επετράπη στο Βασίλειο της Ισπανίας και στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να παρέμβουν στην παρούσα υπόθεση προς στήριξη των ισχυρισμών του Συμβουλίου.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 820/97
3 Στις 21 Απριλίου 1997 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 820/97 σχετικά με τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας (ΕΕ L 117, σ. 1), βάσει του άρθρου 43 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 37 ΕΚ).
4 Ο τίτλος Ι αυτού του κανονισμού οργανώνει το σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών. Κατά το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού, το σύστημα αυτό περιλαμβάνει ενώτια για την ατομική αναγνώριση των ζώων, ηλεκτρονικά αρχεία δεδομένων, διαβατήρια ζώων και τήρηση ατομικών μητρώων σε κάθε εκμετάλλευση. Οι σχετικές με το σύστημα αυτό διατάξεις αντικαθιστούν, όσον αφορά τα βοοειδή, αυτές της οδηγίας 92/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με την αναγνώριση και την καταγραφή των ζώων (ΕΕ L 355, σ. 32).
5 Ο τίτλος ΙΙ του κανονισμού 820/97 αφορά την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας. Ο κανονισμός αυτός επιτρέπει την επισήμανση από επιχειρηματίες ή οργανισμούς που το επιθυμούν, σύμφωνα με ένα σύστημα εγκρίσεως από τα κράτη μέλη, και απαριθμεί, στο άρθρο 16, τις πληροφορίες που μπορούν να αναγράφονται στις ετικέτες.
6 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 820/97 ορίζει τα εξής:
«Εάν ένας επιχειρηματίας ή μία οργάνωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 13, επιθυμεί να προβεί σε επισήμανση του βοείου κρέατος στο σημείο πώλησης, κατά τρόπον ώστε να παρέχονται πληροφορίες για την προέλευση, ορισμένα χαρακτηριστικά ή τις συνθήκες παραγωγής όσον αφορά το εν λόγω κρέας ή το ζώο από το οποίο προέρχεται, υποχρεούται να το πράττει σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο.
Ωστόσο, ο παρών τίτλος δεν αφορά:
- τις υποχρεωτικές ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33), όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 97/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 1997 (ΕΕ L 43, σ. 21)], εξαιρουμένου του σημείου 7,
- [...]
- τις ενδείξεις που αναφέρονται στους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1208/81 [του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1981, για τη θέσπιση κοινοτικής κλίμακας κατάταξης σφαγείων των χονδρών βοοειδών (ΕΕ L 123, σ. 3), όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1026/91 του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 1991 (ΕΕ L 106, σ. 2)] και (ΕΟΚ) 1186/90 [του Συμβουλίου, της 7ης Μα_ου 1990, για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της κοινοτικής κλίμακας κατάταξης σφαγείων των χονδρών βοοειδών (ΕΕ L 119, σ. 32)],
- τις ενδείξεις σχετικά με την υγειονομική σήμανση, όπως προβλέπονται στην οδηγία 64/433/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με την οδηγία 91/497/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991 (EE L 268, σ. 69), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 95/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1995 (EE L 243, σ. 7)] και άλλες παρόμοιες ενδείξεις που προβλέπονται στην εφαρμοστέα κτηνιατρική νομοθεσία,
[...]».
7 Το άρθρο 19 του κανονισμού 820/97 προβλέπει τα εξής:
«1. Θεσπίζεται υποχρεωτικό σύστημα επισήμανσης του βοείου κρέατος, το οποίο είναι υποχρεωτικό σε όλα τα κράτη μέλη από την 1η Ιανουαρίου 2000. Ωστόσο, το υποχρεωτικό αυτό σύστημα δεν αποκλείει τη δυνατότητα ενός κράτους μέλους να αποφασίσει να το εφαρμόσει μόνον προαιρετικά για το βόειο κρέας που τίθεται σε εμπορία σ' αυτό το ίδιο κράτος μέλος. Το σύστημα επισήμανσης που προβλέπει ο παρών κανονισμός ισχύει έως τις 31 Δεκεμβρίου 1999.
Συνεπώς, με βάση την προβλεπόμενη στην παράγραφο 3 έκθεση και πριν από την 1η Ιανουαρίου 2000, το Συμβούλιο θα εκδώσει, με ειδική πλειοψηφία και βάσει προτάσεως της Επιτροπής, τους γενικούς κανόνες ενός υποχρεωτικού συστήματος επισήμανσης του βοείου κρέατος, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας, αρχής γενομένης από την ημερομηνία αυτή.
2. Εκτός αντιθέτου αποφάσεως του Συμβουλίου, το σύστημα επισήμανσης που θα είναι υποχρεωτικό από την 1η Ιανουαρίου 2000, θα πρέπει να επιβάλλει, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας, εκτός από την ένδειξη στην ετικέτα που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 3, και την ένδειξη του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας στην οποία γεννήθηκε το ζώο από το οποίο προέρχεται το κρέας, των κρατών μελών ή τρίτων χωρών στα οποία κρατήθηκε το ζώο, και του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας όπου έχει σφαγεί.
3. Τα κράτη μέλη θα διαβιβάσουν στην Επιτροπή, έως την 1η Μα_ου 1999, εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή του συστήματος επισήμανσης του βοείου κρέατος. Η Επιτροπή θα υποβάλει στο Συμβούλιο έκθεση για την πρόοδο της εφαρμογής των συστημάτων επισήμανσης του βοείου κρέατος στα διάφορα κράτη μέλη.
4. Ωστόσο, τα κράτη μέλη που διαθέτουν επαρκώς ανεπτυγμένο σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών, μπορούν ήδη πριν από την 1η Ιανουαρίου 2000 να επιβάλλουν υποχρεωτικό σύστημα επισήμανσης του βοείου κρέατος που προέρχεται από ζώα τα οποία γεννήθηκαν, παχύνθηκαν και εσφάγησαν στο έδαφός τους. Επιπλέον, μπορούν να αποφασίσουν ότι οι ετικέτες πρέπει να περιέχουν ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφοι 1 και 2.
5. Το υποχρεωτικό σύστημα που προβλέπεται στην παράγραφο 4 δεν πρέπει να προκαλεί κανενός είδους αποδιοργάνωση των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών.
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής που ισχύουν στα κράτη μέλη, που προτίθενται να εφαρμόσουν τις διατάξεις της παραγράφου 4, απαιτούν την προηγούμενη συναίνεση της Επιτροπής.
6. Έως την 1η Ιανουαρίου 2000, το Συμβούλιο θα αποφασίσει, με ειδική πλειοψηφία και βάσει προτάσεως της Επιτροπής, εάν είναι εφικτό να αναφέρονται υποχρεωτικά και άλλα στοιχεία εκτός από τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2, και να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σε άλλα προϊόντα, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 13, πρώτη περίπτωση.»
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός
8 Σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 3, του κανονισμού 820/97, η Επιτροπή υπέβαλε, στις 13 Οκτωβρίου 1999, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση για την κατάσταση σχετικά με την εφαρμογή των συστημάτων σήμανσης του βοείου κρέατος στα διάφορα κράτη μέλη [COM(1999) 486 τελική, στο εξής: έκθεση της Επιτροπής]. Σ' αυτή διαπίστωνε ορισμένες ελλείψεις όσον αφορά την αναγνώριση και την καταγραφή των βοοειδών. Συναφώς, τόνιζε μεταξύ άλλων, κατ' αρχάς, ότι τα διαβατήρια δεν ήταν λειτουργικά στην πλειοψηφία των κρατών μελών παρά μόνο για τα ζώα που είχαν γεννηθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1998, στη συνέχεια, ότι παρατηρούνταν δυσχέρειες σχετικά με τη διαβίβαση των σχετικών με ένα ζώο πληροφοριών σε περίπτωση εξαγωγής του (απώλεια πληροφοριών κατά την έκδοση νέου διαβατηρίου) και, τέλος, ότι δεν μπορούσαν να καταρτιστούν βάσεις δεδομένων που να περιέχουν τα σχετικά στοιχεία έως την προβλεπόμενη ημερομηνία.
9 Η έκθεση της Επιτροπής κατέληγε ότι «η πλειονότητα των κρατών μελών [...] δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει αποτελεσματικά το σύστημα υποχρεωτικής σήμανσης, γεγονός που συνεπάγεται μια ανησυχητική κατάσταση συγχύσεως, αδικίας και αβεβαιότητας για το σύνολο του κοινοτικού τομέα βοείου κρέατος από τον παραγωγό μέχρι τον καταναλωτή».
10 Λαμβανομένων υπόψη αυτών των στοιχείων, η Επιτροπή υπέβαλε δύο προτάσεις κανονισμών βάσει του άρθρου 152 ΕΚ:
- η πρώτη αποσκοπούσε στην αντικατάσταση του κανονισμού 820/97 με ένα νέο κανονισμό με το ίδιο αντικείμενο, ο οποίος όμως προέβλεπε την εισαγωγή υποχρεωτικών ενδείξεων σε δύο στάδια, εκ των οποίων το δεύτερο θα άρχιζε την 1η Ιανουαρίου 2003 (στο εξής: πρώτη πρόταση της Επιτροπής),
- η δεύτερη είχε ως αντικείμενο την προσωρινή παράταση της ισχύος των διατάξεων σήμανσης του κανονισμού 820/97, έως ότου ψηφιστεί η πρώτη πρόταση της Επιτροπής (στο εξής: δεύτερη πρόταση της Επιτροπής).
11 Στην έκθεσή της σχετικά με τη δεύτερη πρόταση, η Επιτροπή διευκρίνιζε τα εξής:
«Η πρόταση θα πρέπει να ψηφιστεί γρήγορα, προκειμένου να αποφευχθεί η κατάρρευση του προαιρετικού συστήματος σημάνσεως που ισχύει προς το παρόν και της αυτόματης αντικαταστάσεώς του από υποχρεωτικό σύστημα που δεν βασίζεται σε γενικούς κατευθυντήριους κανόνες.
Ωστόσο, αν το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο δεν κατορθώσουν να εκδώσουν απόφαση πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1999, η Επιτροπή επιφυλάσσεται να υποβάλει ενώπιον του Συμβουλίου επείγουσα πρόταση που πρέπει να ψηφιστεί πριν από το τέλος του 1999, βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΚ) 820/97 (ήτοι λαμβανόμενη με ειδική πλειοψηφία απόφαση του Συμβουλίου κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής). Αυτή η πρόταση αποσκοπεί στην αποφυγή του νομικού κενού που προκαλούσε η αυτόματη κατάργηση του προαιρετικού συστήματος.»
12 Στις 14 Δεκεμβρίου 1999, το Συμβούλιο αποφάσισε να εκδώσει απόφαση βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού 820/97 σε περίπτωση που, κατά την πρώτη ανάγνωση της διαδικασίας συναποφάσεως, το Κοινοβούλιο δεν έκανε δεκτή τη δεύτερη πρόταση της Επιτροπής ως είχε, με μόνη τροποποίηση την προσθήκη της νομικής βάσεως του άρθρου 37 ΕΚ σε εκείνη του άρθρου 152 ΕΚ.
13 Στις 16 Δεκεμβρίου 1999, κατά την πρώτη ανάγνωση στη διαδικασία συναποφάσεως, το Κοινοβούλιο ψήφισε διάφορες τροποποιήσεις της δεύτερης προτάσεως της Επιτροπής. Επιθυμούσε να καταστήσει υποχρεωτικά ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία ήδη από 1ης Ιανουαρίου 2000. Μια άλλη τροποποίηση αφορούσε την παράταση της ισχύος του προαιρετικού συστήματος κατά οχτώ μήνες μόνο και όχι κατά ένα έτος όπως πρότεινε η Επιτροπή.
14 Στις 21 Δεκεμβρίου 1999, το Συμβούλιο εξέδωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού 820/97.
15 Σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, οι εν λόγω γενικοί κανόνες για το υποχρεωτικό σύστημα επισήμανσης του βοείου κρέατος εφαρμόζονται μόνο προσωρινά για διάστημα το πολύ οκτώ μηνών, προκειμένου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να εκδώσουν απόφαση σχετικά με την πρώτη πρόταση της Επιτροπής.
16 Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού αναφέρει ότι κρίνεται σκόπιμο να θεσπιστούν απλοί γενικοί κανόνες για το υποχρεωτικό σύστημα επισήμανσης του βοείου κρέατος, τους οποίους θα μπορέσουν να τηρήσουν επί του παρόντος όλα τα κράτη μέλη· οι εν λόγω κανόνες θα πρέπει να αναφέρονται στις διατάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 12, παράγραφος 1 του κανονισμού 820/97.
17 Επιπλέον, με τον προσβαλλόμενο κανονισμό διατηρείται σε ισχύ το προαιρετικό σύστημα επισημάνσεως του βοείου κρέατος που προβλέπει ο κανονισμός 820/97.
18 Το άρθρο 1 του προσβαλλομένου κανονισμού ορίζει:
«1. Οι επιχειρηματίες και οι οργανώσεις εμπορίας του βοείου κρέατος κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΚ) 820/97, τοποθετούν ετικέτες στο βόειο κρέας, σύμφωνα με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, πρώτη, τρίτη και τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΚ) 820/97.
Ωστόσο, τα κράτη μέλη συνεχίζουν να διατηρούν τη δυνατότητα που προβλέπεται στο άρθρο 19, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, μετά την 1η Ιανουαρίου 2000. Σε περίπτωση χρήσης αυτής της δυνατότητας, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού.
2. Οι κανόνες που αφορούν το προαιρετικό σύστημα οι οποίοι εφαρμόζονται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1999, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΚ) 820/97, θα συνεχίσουν να εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε προαιρετική ένδειξη η οποία παρέχεται επιπλέον του υποχρεωτικού συστήματος επισήμανσης που αναφέρεται στη παράγραφο 1.»
Η προσφυγή ακυρώσεως
19 Το Κοινοβούλιο επικαλείται τρεις λόγους προς στήριξη της προσφυγής του. Ο πρώτος λόγος αντλείται από την αναρμοδιότητα του Συμβουλίου να εκδώσει τον προσβαλλόμενο κανονισμό βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού 820/97. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από παράβαση των προνομίων του Κοινοβουλίου που απορρέει από το γεγονός ότι αν και ο κανονισμός περί προσωρινής παρατάσεως της ισχύος των διατάξεων περί επισημάνσεως που προβλέπει ο κανονισμός 820/97 είχε εκδοθεί επί ορθής νομικής βάσεως, ήτοι βάσει του άρθρου 152 ΕΚ, το Κοινοβούλιο έπρεπε να παρέμβει υπό την ιδιότητα του συννομοθέτη. Ο τρίτος λόγος αντλείται από την παραβίαση, εκ μέρους του Συμβουλίου, των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό 820/97 κατά το μέτρο που το Συμβούλιο, αφενός, τροποποίησε το περιεχόμενο του κανονισμού 820/97 χωρίς να προσφύγει στη νομοθετική διαδικασία της συναποφάσεως και, αφετέρου, δεν θέσπισε, εντός της προβλεπομένης στο άρθρο 19 του κανονισμού 820/97 προθεσμίας, γενικούς κανόνες που διέπουν το σύστημα υποχρεωτικής επισημάνσεως του βοείου κρέατος.
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
20 Με τον πρώτο λόγο του ακυρώσεως, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο δεν ήταν αρμόδιο ούτε για την παράταση της εφαρμογής του προαιρετικού συστήματος επισημάνσεως του βοείου κρέατος πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 1999 ούτε για την αναβολή της εισαγωγής του υποχρεωτικού συστήματος επισημάνσεως αυτού του κρέατος. ράγματι, κατά το Κοινοβούλιο, παρά το γεγονός ότι αληθεύει ότι το Συμβούλιο διατήρησε την αρμοδιότητα εκτελέσεως του κανονισμού 820/97, η ίδια η αρχή του συστήματος υποχρεωτικής επισημάνσεως και η ημερομηνία της ενάρξεως της ισχύος του καθορίζονταν από αυτόν τον κανονισμό. Τροποποιώντας αυτά τα στοιχεία, το Κοινοβούλιο δεν έλαβε κάποιο μέτρο εκτελέσεως του κανονισμού 820/97, αλλά προέβη σε τροποποίησή του.
21 Το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν περιέχει καμία ειδική διάταξη για την επισήμανση του βοείου κρέατος και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί μέτρο εκτελέσεως για την εφαρμογή υποχρεωτικού συστήματος επισημάνσεως του βοείου κρέατος.
22 Υποστηρίζει, πράγματι, ότι η παραπομπή που κάνει το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού στους κανόνες που αφορούν οι διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, πρώτη, τρίτη και τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 820/97 έχει μόνο χαρακτήρα επιβεβαιώσεως, καθόσον αυτές οι διατάξεις υπενθυμίζουν την υφιστάμενη νομοθεσία σχετικά με την επισήμανση των τροφίμων (οδηγία 79/112, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/4), την κοινοτική κλίμακα κατάταξης σφαγείων των χονδρών βοοειδών (κανονισμός 1208/81, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1026/91 και τον κανονισμό 1186/90) και την υγεινομική σήμανση (οδηγία 64/433, όπως έχει τροποποιηθεί και ενημερωθεί από την οδηγία 91/497, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 95/23).
23 Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί τον ισχυρισμό του Συμβουλίου ότι «η παράγωγη νομική βάση», που επιτρέπει την έκδοση κανονιστικής πράξεως στον τομέα της κοινής αγροτικής πολιτικής παρά του άρθρου 37 ΕΚ με απλουστευμένη διαδικασία λήψεως αποφάσεως.
24 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι εκτός των κανονιστικών και των εκτελεστικών πράξεων, δεν υφίστανται τρίτου είδους πράξεις. Σύμφωνα με αυτό, ο προσβαλλόμενος κανονισμός είναι είτε κανονιστική ή νομοθετική πράξη και, σ' αυτήν την περίπτωση, πρέπει να τηρεί ορισμένους ουσιώδεις τύπους που προβλέπει η Συνθήκη για την έκδοσή του, είτε είναι εκτελεστική πράξη υπό την έννοια του άρθρου 202 ΕΚ.
25 Επικουρικώς, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι, αν υποτεθεί ότι το Συμβούλιο διέθετε αρμοδιότητα εκδόσεως μιας πράξεως του τρίτου είδους, η ευχέρεια που προβλέπει το άρθρο 19, παράγραφοι 1, δεύτερο εδάφιο, και 2, του κανονισμού 820/97 περιορίζεται στην εφαρμογή του υποχρεωτικού συστήματος επισημάνσεως από 1ης Ιανουαρίου 2000.
26 Το Συμβούλιο ισχυρίζεται, αντιθέτως, ότι είχε αρμοδιότητα εκδόσεως του προσβαλλομένου κανονισμού βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού 820/97.
27 Σύμφωνα με αυτό, ουδόλως προκύπτει από τη Συνθήκη ότι κάθε νομοθετική δραστηριότητα στον τομέα της κοινής αγροτικής πολιτικής συνεπάγεται διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή συναπόφαση με αυτό. Αντιθέτως, ο νομοθέτης μπορεί να προβλέπει, με νομοθετική πράξη που εκδίδεται κατόπιν διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο ή στο πλαίσιο συναποφάσεως με αυτό, παράγωγη νομική βάση που δεν επιβάλλει την παρέμβαση του τελευταίου.
28 Το Συμβούλιο ισχυρίζεται, συναφώς, ότι, αν είχε θελήσει να διατηρήσει τις εκτελεστικές του αρμοδιότητες, θα είχε δικαιολογήσει την ενέργει αυτή στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 820/97, το οποίο δεν έπραξε ωστόσο.
29 Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι, εν προκειμένω, το άρθρο 19 του κανονισμού 820/97 συνιστά παράγωγη νομική βάση που του επιτρέπει, βάσει της εμπερίας της εφαρμογής του προαιρετικού συστήματος επισημάνσεως, αφενός, να προβεί ενδεχομένως στις προσαρμογές που ενδεχομένως θα αποδειχθούν αναγκαίες για την εξέλιξή του σε υποχρεωτικό σύστημα και, αφετέρου, να θεσπίσει όχι τη «διαδικασία εφαρμογής» ή τα «μέτρα εκτελέσεως», αλλά τους «γενικούς κανόνες» που θα εφαρμόζονταν από 1ης Ιανουαρίου 2000.
30 Κατ' εφαρμογήν της αρχής κατά την οποία «όταν επιτρέπεται το μείζον, επιτρέπεται επίσης το έλλασον», το άρθρο 19 του κανονισμού 820/97 επιτρέπει, επίσης, στο Συμβούλιο να πραγματοποιήσει τη μετάβαση μεταξύ του παλαιού και του νέου καθεστώτος με την έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού.
31 Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν υπερέβη τις αρμοδιότητες που του απονέμει το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 820/97. Αντιθέτως, έκανε χρήση του κανονικού περιθωρίου εκτιμήσεως του νομοθέτη προκειμένου να λάβει, πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1999, τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή του νομικού κενού που θα εμφανιζόταν εν αναμονή της εφαρμογής του οριστικού συστήματος επισημάνσεως του βοείου κρέατος.
32 Το Βασίλειο της Ισπανίας ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο ήταν αρμόδιο για τη βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού 820/97 έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού, που προέβλεπε πράγματι γενικούς κανόνες για ένα υποχρεωτικό σύστημα επισημάνσεως, παραπέμποντας στο άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, πρώτη, τρίτη και τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 820/97.
33 Η Επιτροπή εκθέτει ότι, ενόψει των τροποποιήσεων της δεύτερης προτάσεώς της από το Κοινοβούλιο και λαμβανομένης υπόψη της εφαρμοστέας προθεσμίας, δεν είχε άλλη επιλογή, προκειμένου να αποφευχθεί το νομικό κενό, παρά να προσφύγει στη διαδικασία του άρθρου 19 του κανονισμού 820/97.
34 Ισχυρίζεται, επιπλέον, ότι ο κανονισμός 820/97 δεν προσδιορίζει την έννοια του όρου «γενικοί κανόνες», γεγονός το οποίο απονέμει μεγάλη ευχέρεια εκτιμήσεως στο Συμβούλιο, το οποίο ενεργεί στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 19. Κατά την Επιτροπή, η έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού δεν αποτέλεσε αντικείμενο καταστρατηγήσεως διαδικασίας εφόσον, αφενός, αυτός ο κανονισμός επέβαλε κανόνες επισημάνσεως προβλέποντας την εφαρμογή ορισμένων κανόνων που αναγράφονται στο άρθρο 12 του κανονισμού 820/97 και, αφετέρου, επέτρεψε σε ορισμένα κράτη μέλη να συνεχίσουν να επιβάλλουν υποχρεωτικούς κανόνες στους επιχειρηματίες.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
35 Επιβάλλεται η διαπίστωση, εκ προοιμίου, ότι το βασικό αντικείμενο του προσβαλλομένου κανονισμού είναι η παράταση της ισχύος των κανόνων των σχετικών με το προαιρετικό σύστημα επισημάνσεως του κανονισμού 820/97.
36 ράγματι, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός περιέχει επιπλέον γενικούς κανόνες για ένα υποχρεωτικό σύστημα επισημάνσεως του βοείου κρέατος, τους οποίους αφορά το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 820/97.
37 Συναφώς, επιβάλλεται να τονιστεί ότι οι μόνες ενδείξεις για την υποχρέωση επισημάνσεως περιέχονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού, ο οποίος, κατόπιν παραπομπής στο άρθρο 12, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, πρώτη, τρίτη και τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 820/97 περιορίζεται να υπενθυμίσει τους ήδη υφισταμένους κανόνες στον τομέα της επισημάνσεως.
38 Επομένως, η εξέταση της προσφυγής απαιτεί, στην πραγματικότητα, μόνον την εξέταση της αρμοδιότητας του Συμβουλίου να ορίσει την παράταση της ισχύος αυτού του προαιρετικού συστήματος επισημάνσεως.
39 Επιβάλλεται να υπομνηστεί, συναφώς, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, τα όργανα της Κοινότητας δεν οφείλουν να ενεργούν παρά μόνον εντός των ορίων των εξουσιών που τους απονέμει η Συνθήκη.
40 Σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τελευταία περίοδος, του κανονισμού 820/97, «το σύστημα επισήμανσης που προβλέπει ο παρών κανονισμός ισχύει έως τις 31 Δεκεμβρίου 1999».
41 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι με την παράταση της ισχύος των κανόνων σχετικά με το προαιρετικό σύστημα επισημάνσεως με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, το Συμβούλιο τροποποίησε, στην ουσία, το χρονικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 820/97.
42 Η τροποποίηση αυτού του κανονισμού μπορεί να γίνει μόνον επί νομικής βάσεως ισοδύναμης με εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε ήτοι, βάσει της ίδιας της Συνθήκης και τηρώντας τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων που προβλέπει η τελευταία.
43 Επομένως, το Συμβούλιο κακώς βασίστηκε στο άρθρο 19 του κανονισμού 820/97 για την έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού.
44 Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, που αντλείται από την αναρμοδιότητα του Συμβουλίου για την έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού 820/97 είναι βάσιμος και επιβάλλεται η ακύρωση του προσβαλλομένου κανονισμού.
45 Επομένως, δεν είναι αναγκαίο να κριθεί το ζήτημα αν το Συμβούλιο μπορούσε, χωρίς να παραβεί τους κανόνες της Συνθήκης σχετικά με την αρμοδιότητα των οργάνων, να θεωρήσει εαυτό αρμόδιο για την έκδοση, με ειδική πλειοψηφία και κατόπιν αποφάσεως της Επιτροπής, γενικών κανόνων για ένα υποχρεωτικό σύστημα επισημάνσεως του βοείου κρέατος.
Επί του δευτέρου και τρίτου λόγου ακυρώσεως
46 Δεδομένου ότι ο πρώτος λόγος είναι βάσιμος, δεν χρειάζεται να εξεταστούν ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος.
Επί της διατηρήσεως των αποτελεσμάτων του προσβαλλομένου κανονισμού
47 Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή ζητούν, σε περίπτωση ακυρώσεως του προσβαλλομένου κανονισμού, τη διατήρηση των αποτελεσμάτων του μέχρις ότου το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο εκδώσουν συννόμως νέα πράξη. Το Κοινοβούλιο δικαιολογεί το αίτημά του επικαλούμενο το συμφέρον των καταναλωτών και τη μέριμνα για τη διατήρηση τουλάχιστον ενός προαιρετικού συστήματος επισημάνσεως.
48 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ακόμη και αν ο προσβαλλόμενος κανονισμός έχει εν τω μεταξύ αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 1760/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας, καθώς και για την κατάργηση του κανονισμού 820/97 του Συμβουλίου (ΕΕ L 204, σ. 1), η ακύρωσή του θα μπορούσε να δημιουργήσει νομικό κενό που θα επέτρεπε, μεταξύ άλλων, την αμφισβήτηση των αποφάσεων που τα κράτη μέλη έλαβαν κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 820/97 κατά τη διάρκεια της προθεσμίας παρατάσεως που προβλέπει ο προσβαλλόμενος κανονισμός. Για λόγους ασφαλείας δικαίου, το Δικαστήριο επιβάλλεται να κάνει χρήση της εξουσίας που του απονέμει το άρθρο 231, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και να αποφασίσει ότι τα αποτελέσματα των διατάξεων του προσβαλλομένου κανονισμού, σε εκτέλεση των οποίων τα κράτη μέλη εξέδωσαν αποφάσεις το κύρος των οποίων θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, πρέπει να θεωρηθούν οριστικά.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
49 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο ζήτησε την καταδίκη του Συμβουλίου στα δικαστικά έξοδα και το Συμβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα. Κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Επιτροπή, που άσκησαν παρέμβαση, φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει τον κανονισμό (ΕΚ) 2772/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1999, που προβλέπει τους γενικούς κανόνες ενός υποχρεωτικού συστήματος επισήμανσης του βοείου κρέατος.
2) Τα αποτελέσματα των διατάξεων του προσβαλλομένου κανονισμού, σε εκτέλεση των οποίων τα κράτη μέλη έλαβαν αποφάσεις το κύρος των οποίων θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, πρέπει να θεωρηθούν οριστικά.
3) Καταδικάζει το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση στα δικαστικά έξοδα.
4) Το Βασίλειο της Ισπανίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy