Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινωνική πολιτική - ροστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων - Οδηγία 93/104 σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργανώσεως του χρόνου εργασίας - εδίο εφαρμογής - Εργαζόμενοι απασχολούμενοι στον τομέα των οδικών μεταφορών - Εξαίρεση - Έκταση εφαρμογής
(Οδηγία 93/104 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 3)
Περίληψη
$$Το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, έχει την έννοια ότι όλοι οι εργαζόμενοι που απασχολούνται στον τομέα των οδικών μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων γραφείου, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.
( βλ. σκέψη 44 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-133/00,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Employment Appeal Tribunal, London (Ηνωμένο Βασίλειο), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
J. R. Bowden,
J. L. Chapman,
J. J. Doyle
και
Tuffnells Parcels Express Ltd,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ L 307, σ. 18),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Wathelet (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, P. Jann και L. Sevón, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι J. R. Bowden, J. L. Chapman και J. J. Doyle, εκπροσωπούμενες από τον T. Linden, barrister, κατ' εντολήν του γραφείου Pattinson & Brewer, solicitors,
- η Tuffnells Parcels Express Ltd, εκπροσωπούμενη από τον D. Brown, barrister, κατ' εντολήν του γραφείου Chapman & Chubb, solicitors,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την G. Amodeo, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον C. Lewis, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Sack και την N. Yerrell,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των J. R. Bowden, J. L. Chapman και J. J. Doyle, της Tuffnells Parcels Express Ltd, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 15ης Φεβρουαρίου 2001,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μα_ου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 6ης Απριλίου 2000, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Απριλίου 2000, το Employment Appeal Tribunal, London, υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ L 307, σ. 18, στο εξής: οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, των J. R. Bowden, J. L. Chapman και J. J. Doyle και, αφετέρου, της εταιρίας Tuffnells Parcels Express Ltd (στο εξής: Tuffnells), στην οποία οι ανωτέρω εργάζονται με μειωμένο ωράριο εργασίας, σχετικά με την άρνηση της τελευταίας να τους χορηγήσει ετήσια άδεια μετ' αποδοχών.
Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
3 H οδηγία, σύμφωνα με το άρθρο 1, έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό των στοιχειωδών προδιαγραφών όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας προς διασφάλιση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων.
4 ρος τον σκοπό αυτόν, όσον αφορά την ετήσια άδεια, το άρθρο 7 της οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ' αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας.
2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.»
5 Το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους ιδιωτικούς ή δημόσιους τομείς δραστηριοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΕΕ L 183, σ. 1)], με την επιφύλαξη του άρθρου 17 της παρούσας οδηγίας, εξαιρουμένων των αεροπορικών, σιδηροδρομικών, οδικών, θαλάσσιων, ποτάμιων και λιμναίων μεταφορών, της θαλάσσιας αλιείας και λοιπών θαλασσίων δραστηριότητων, καθώς και των ασκούμενων ιατρών».
6 Το άρθρο 2 της οδηγίας 89/391 ορίζει ότι η οδηγία αυτή εφαρμόζεται γενικώς «σε όλους τους δημόσιους ή ιδιωτικούς τομείς δραστηριοτήτων (βιομηχανικές, γεωργικές, εμπορικές, διοικητικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές δραστηριότητες, δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών, αναψυχής κ.λπ.)».
7 Εξάλλου, το άρθρο 17, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να παρεκκλίνουν από διάφορες διατάξεις της οδηγίας, «εφόσον η διάρκεια του χρόνου εργασίας, λόγω των ιδιαιτεροτήτων της ασκουμένης δραστηριότητας, δεν υπολογίζεται ή/και δεν προκαθορίζεται ή μπορεί να καθορίζεται από τους ίδιους τους εργαζόμενους». Η παράγραφος 2.1, στοιχείο γ_, σημείο ii, της διατάξεως αυτής αναφέρεται, ειδικότερα, στους «εργαζόμενους στους λιμένες και τους αερολιμένες». Ωστόσο, αυτή η δυνατότητα παρεκκλίσεως δεν αφορά το δικαίωμα ετήσιας άδειας που προβλέπει το άρθρο 7 της οδηγίας.
8 Η οδηγία 2000/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 2000, για την τροποποίηση της οδηγίας 93/104 (ΕΕ L 195, σ. 41), αντικατέστησε το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας με το ακόλουθο κείμενο:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους ιδιωτικούς ή δημόσιους τομείς δραστηριοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, με την επιφύλαξη των άρθρων 14 και 17 της παρούσας οδηγίας».
9 Η τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/34 διευκρινίζει τα εξής:
«Οι οδικές [...] μεταφορές [...] έχουν εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/104/ΕΚ [του Συμβουλίου]».
10 Στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Η υγεία και η ασφάλεια των εργαζομένων πρέπει να προστατεύ[ονται] στον τόπο εργασίας όχι επειδή εργάζονται σε κάποιο συγκεκριμένο κλάδο ή ασκούν συγκεκριμένη δραστηριότητα αλλά επειδή είναι εργαζόμενοι».
11 Εξάλλου, η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της ίδιας οδηγίας αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «[ό]λοι οι εργαζόμενοι πρέπει να έχουν επαρκείς περιόδους ανάπαυσης».
12 Το άρθρο 17α της οδηγίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 2000/34, περιλαμβάνει ιδιαίτερες και παρεκκλίνουσες από τους γενικούς κανόνες διατάξεις ισχύουσες για τους μετακινούμενους εργαζομένους. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 7, της οδηγίας, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, ως μετακινούμενος εργαζόμενος νοοείται ο εργαζόμενος «ο οποίος απασχολείται ως μέλος του ταξιδεύοντος ή ιπτάμενου προσωπικού μιας επιχείρησης η οποία παρέχει υπηρεσίες μεταφορών επιβατών ή εμπορευμάτων οδικώς, αεροπορικώς ή δια μέσου εσωτερικών πλωτών οδών».
13 Σύμφωνα με το άρθρο 5, η οδηγία 2000/34 άρχισε να ισχύει από την ημέρα της δημοσιεύσεώς της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ήτοι την 1η Αυγούστου 2000. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς την οδηγία αυτή το αργότερο την 1η Αυγούστου 2003, ενώ, όσον αφορά τους ασκούμενους ιατρούς, η προθεσμία αυτή παρατείνεται έως την 1η Αυγούστου 2004.
Το εθνικό δίκαιο
14 Ο Working Time Regulations 1998 (κανονισμός περί του χρόνου εργασίας, στο εξής: κανονισμός), με τον οποίο η οδηγία μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 1998.
15 Τα άρθρα 13 και 16 του κανονισμού εγγυώνται το δικαίωμα ετήσιας αδείας μετ' αποδοχών και καθορίζουν τους λεπτομερείς κανόνες ασκήσεως του δικαιώματος αυτού.
16 Ωστόσο, το άρθρο 18 του κανονισμού προβλέπει ότι τα εν λόγω άρθρα 13 και 16 δεν εφαρμόζονται:
«(a) στους ακόλουθους τομείς δραστηριοτήτων:
(i) αεροπορικές, σιδηροδρομικές, οδικές, θαλάσσιες, ποτάμιες και λιμναίες μεταφορές».
17 Η έννοια του «τομέα δραστηριοτήτων» δεν ορίζεται στον κανονισμό. Ωστόσο, το άρθρο 2 του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Ελλείψει ορισμού στον παρόντα κανονισμό, οι λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούνται σε κατ' ιδίαν διατάξεις και οι οποίες χρησιμοποιούνται επίσης και στις αντίστοιχες διατάξεις της οδηγίας για τον χρόνο εργασίας [...] έχουν την ίδια έννοια όπως στις εν λόγω αντίστοιχες διατάξεις».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
18 Η Tuffnells έχει την εκμετάλλευση μιας μεγάλης υπηρεσίας διανομής δεμάτων οδικώς εντός του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι εφεσείουσες της κύριας δίκης εργάζονται ως υπάλληλοι γραφείου με μειωμένο ωράριο σε μία από τις πολυάριθμες αποθήκες της Tuffnells. H J. R. Bowden παραλαμβάνει τα δελτία αποστολής και προβαίνει στη διαλογή τους σε γραφείο που βρίσκεται επάνω από τον χώρο φορτώσεως, ενώ οι J. L. Chapman και J. J. Doyle εισάγουν στον υπολογιστή τα στοιχεία των εν λόγω δελτίων αποστολής. Οι οδηγοί δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στα γραφεία, οι δε τρεις εφεσείουσες της κύριας δίκης δεν έχουν καμία επαφή με αυτούς. Η σύμβασή τους δεν επιτρέπει να τους ανατεθεί εργασία μεταφοράς κατά κυριολεξία.
19 Σε αντίθεση προς τους συναδέλφους τους που εργάζονται με πλήρες ωράριο, οι εφεσείουσες της κύριας δίκης δεν έχουν εκ της συμβάσεως δικαίωμα αδείας μετ' αποδοχών. Μπορούν, ωστόσο, να λάβουν άδεια άνευ αποδοχών.
20 Μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού, οι εφεσείουσες της κύριας δίκης ζήτησαν να τους χορηγηθεί ετήσια άδεια μετ' αποδοχών. Η Tuffnells αρνήθηκε να τους αναγνωρίσει αυτό το δικαίωμα, οπότε οι ανωτέρω προσέφυγαν ενώπιον του Employment Tribunal (Ηνωμένο Βασίλειο), το οποίο, με απόφαση που επιδόθηκε στις 31 Μαρτίου 1999, έκρινε ότι δεν είχαν δικαίωμα να υπαχθούν στις διατάξεις του άρθρου 13 του εν λόγω κανονισμού, με την αιτιολογία ότι απασχολούνταν στον τομέα δραστηριοτήτων των οδικών μεταφορών, ο οποίος εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών δυνάμει του άρθρου 18 του ίδιου κανονισμού.
21 Οι εφεσείουσες της κύριας δίκης άσκησαν τότε έφεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
22 Στη διάταξη περί παραπομπής, το Employment Appeal Tribunal, London, υπογραμμίζει τις δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζει όσον αφορά την κατανόηση του όρου «τομέας δραστηριοτήτων» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας, ιδίως όσον αφορά τον τομέα των μεταφορών.
23 Επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι η δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας προβλέπει ότι «ίσως χρειαστεί να ληφθούν χωριστά μέτρα οργάνωσης του χρόνου εργασίας σε ορισμένους τομείς ή δραστηριότητες», χωρίς να παρέχεται καμία χρήσιμη διευκρίνιση ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι γραμματική ερμηνεία της διατάξεως αυτής μπορεί να οδηγήσει στην εξαίρεση όλων των εργαζομένων του επίδικου τομέα από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και, συνεπώς, στη μη αναγνώριση, σε σημαντικό αριθμό εργαζομένων, του δικαιώματος ετήσιας αδείας μετ' αποδοχών, το οποίο καθιερώνει η εν λόγω οδηγία. Η εξαίρεση αυτή θα αντέβαινε στον γενικό σκοπό τον οποίο επιδιώκει η οδηγία αυτή. ράγματι, στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη περιέχεται αναφορά στον κοινοτικό χάρτη των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, ο οποίος εγκρίθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1989, και, ιδίως, στις παραγράφους 8 και 19, πρώτο εδάφιο, του χάρτη αυτού, που έχουν ως εξής:
«8. Κάθε εργαζόμενος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχει δικαίωμα εβδομαδιαίας ανάπαυσης και ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών, ως προς τη διάρκεια των οποίων θα πρέπει να επιτευχθεί προοδευτική προσέγγιση, σύμφωνα με τα ισχύοντα σε κάθε κράτος.
[...]
19. Κάθε εργαζόμενος πρέπει να απολαύει ικανοποιητικών συνθηκών προστασίας της υγείας και της ασφαλείας του στον χώρο εργασίας. ρέπει να λαμβάνονται τα απαιτούμενα μέτρα με σκοπό να συνεχιστεί η προοδευτική εναρμόνιση των συνθηκών που επικρατούν στον τομέα αυτόν.»
24 Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι η εξαίρεση αυτή δεν φαίνεται να έχει κανένα οικονομικής, επιστημονικής, πολιτικής ή κοινωνικής φύσεως έρεισμα.
25 Το Employment Appeal Tribunal, London, υπενθυμίζει, ωστόσο, την ύπαρξη διαφόρων εγγράφων, μεταγενέστερων της θεσπίσεως της οδηγίας - ιδίως του Λευκού Βιβλίου της Επιτροπής, της 15ης Ιουλίου 1997, σχετικά με τους κλάδους και τις δραστηριότητες που εξαιρούνται από την οδηγία για το χρόνο εργασίας [COM(97) 334 τελικό], μιας γνώμης της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 1998, και ενός ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1998 -, τα οποία κατακρίνουν ομόφωνα τη χωρίς διακρίσεις εξαίρεση όλων των εργαζομένων του τομέα των οδικών μεταφορών, την οποία θεσπίζει η οδηγία. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι η Επιτροπή, με την έκτη αιτιολογική σκέψη της προτάσεως οδηγίας 1999/C 43/01 του Συμβουλίου, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 93/104 (ΕΕ 1999, C 43, σ. 1), η οποία οδήγησε στην έκδοση της οδηγίας 2000/34, πρότεινε να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας στους «μη [μετα]κινούμενους εργαζομένους στους τομείς και στις δραστηριότητες που αποκλείονται επί του παρόντος», καθώς και ότι το Συμβούλιο, στην κοινή θέση του (ΕΚ) 33/1999, που εγκρίθηκε στις 12 Ιουλίου 1999 ενόψει της εκδόσεως της οδηγίας 2000/34 (ΕΕ C 249, σ. 17), απάλειψε, στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας, κάθε αναφορά στον τομέα δραστηριοτήτων των μεταφορών.
26 Κατά το αιτούν δικαστήριο, τα διάφορα αυτά έγγραφα αφήνουν να εννοηθεί ότι οι «μη μετακινούμενοι» εργαζόμενοι του τομέα δραστηριοτήτων των οδικών μεταφορών εξαιρούνταν, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και ότι ήταν απαραίτητη η ρητή τροποποίησή της προκειμένου να καλύπτονται οι εν λόγω εργαζόμενοι από τις διατάξεις της.
27 Ενόψει όλων αυτών των σκέψεων, το Employment Appeal Tribunal, London, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Δεδομένου ότι η εμπεριστατωμένη γνώμη υπευθύνων οργάνων ότι είναι αναγκαία η τροποποίηση προκειμένου να παραγάγει μια ορισμένη νομοθετική διατάξη συγκεκριμένο αποτέλεσμα συνεπάγεται λογικά ότι η διάταξη αυτή, εφόσον δεν έχει τροποποιηθεί, δεν έχει το αποτέλεσμα αυτό, και δεδομένων επίσης των προηγουμένως εκφρασθεισών γνωμών της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και της κοινής θέσεως του Συμβουλίου για το ζήτημα των εξαιρέσεων από το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104/ΕΟΚ, που υποδηλώνουν ότι όλοι οι εργαζόμενοι στον τομέα δραστηριοτήτων των οδικών μεταφορών εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, αλλά ότι η εξαίρεση αυτή ήταν και είναι εντελώς αδικαιολόγητη, σε ποιο βαθμό, εφόσον υπάρχει βεβαίως η δυνατότητα, μπορεί να συναχθεί από το ως άνω υλικό που δεν έχει νομοθετική ισχύ:
α) είτε ότι ορθή είναι η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, η οποία αποκλείει όλους τους εν λόγω εργαζομένους·
β) είτε ότι η εν λόγω γραμματική ερμηνεία δεν συνιστά την ορθή και τελολογική ερμηνεία του άρθρου;
2) Ανεξαρτήτως της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, στα πλαίσια του καθήκοντος του εθνικού δικαστηρίου να ερμηνεύει τους εθνικούς του νόμους υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας, ενόψει αυτού που θεωρεί ως ευρύ σκοπό ("κάθε εργαζόμενος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ'αποδοχών") αλλά επίσης, αποδίδοντας την ίδια σημασία στην ίδια αυτή διάταξη, μιας διατυπώσεως ("εφαρμόζεται σε όλους τους [...] τομείς δραστηριοτήτων [...] εξαιρουμένων των [...] οδικών [...] μεταφορών") η οποία φαίνεται να αναιρεί ουσιωδώς τον ευρύ αυτό σκοπό, τουλάχιστον όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, μπορεί το δικαστήριο αυτό (και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, βάσει ποιων αρχών) να εφαρμόσει τους εθνικούς του νόμους στα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως κατά τρόπον ώστε να επιτύχει τον εν λόγω ευρύ σκοπό, παρά τη σαφήνεια του γράμματος της ρυθμίσεως που φαίνεται να αποκλείει την επίτευξη του σκοπού αυτού ενόψει των εν λόγω περιστατικών;
3) Διατυπώνοντας το ζήτημα κατά πλέον συγκεκριμένο τρόπο, εξαιρούνται οπωσδήποτε από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/104 όλοι οι εργαζόμενοι στον τομέα δραστηριοτήτων των οδικών μεταφορών του οποίου γίνεται μνεία στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής;
4) Εάν δεν αποκλείονται οπωσδήποτε όλοι οι ως άνω εργαζόμενοι, ποια κριτήρια θα πρέπει να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο για να καθορίσει ποιοι από τους εργαζομένους στον τομέα δραστηριοτήτων των οδικών μεταφορών εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, και ποιοι όχι;»
28 ρέπει να παρατηρηθεί, προκαταρκτικώς, ότι τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν αποκλειστικά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο δεν υποβάλλει ερώτημα στο Δικαστήριο ως προς το περιεχόμενο της απαγορεύσεως των εμμέσων διακρίσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών στον τομέα των όρων εργασίας, η οποία απορρέει από την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ L 39, σ. 40), και τούτο ενόψει της διαφοράς μεταχειρίσεως που παρατηρείται στην υπόθεση της κύριας δίκης, όσον αφορά την αναγνώριση του δικαιώματος ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών, μεταξύ των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο, οι οποίοι δεν δικαιούνται τέτοια άδεια, και των εργαζομένων με πλήρες ωράριο, που έχουν αυτό το δικαίωμα, αν αποδειχθεί ότι με πλήρες ωράριο εργάζεται σημαντικά μικρότερο ποσοστό γυναικών απ' ό,τι ανδρών (βλ., συναφώς, την απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1996, C-457/93, Lewark, Συλλογή 1996, σ. Ι-243, σκέψη 28).
29 Με τα υποβληθέντα ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μαζί, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας έχει την έννοια ότι όλοι οι εργαζόμενοι στον τομέα των οδικών μεταφορών, περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων γραφείου, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, ποια είναι τα κριτήρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη προς καθορισμό της κατηγορίας των εργαζομένων που δεν καλύπτονται από τη ρύθμιση της εν λόγω οδηγίας.
30 Οι εφεσείουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι η οδηγία πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως του κοινωνικού σκοπού της, ο οποίος δεν επιτρέπει να στερούνται όλοι οι εργαζόμενοι του τομέα των οδικών μεταφορών της προστασίας την οποία εξασφαλίζει η οδηγία. Οι επενεχθείσες με την οδηγία 2000/34 τροποποιήσεις της οδηγίας, οι οποίες είναι μεταγενέστερες των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης καθώς και οι προπαρασκευαστικές εργασίες για την έκδοση της οδηγίας 2000/34 δεν μπορούν να χρησιμεύσουν για την ερμηνεία της οδηγίας, καθόσον οι τροποποιήσεις αυτές μπορεί να αντικατοπτρίζουν τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να διευκρινίσει το περιεχόμενο των ισχυουσών διατάξεων και όχι να τις μεταρρυθμίσει.
31 Κατά τις εφεσείουσες της κύριας δίκης, προκειμένου να κατανοηθεί η έκταση της εξαιρέσεως του τομέα των οδικών μεταφορών, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη φύση των δραστηριοτήτων που ασκούνται από τους ενδιαφερόμενους εργαζομένους και όχι εκείνη του εργοδότη. Το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας αυτής, καθόσον η διάταξη αυτή χρησιμοποιεί την έκφραση «τομείς δραστηριοτήτων» και όχι τον όρο «τομείς», πράγμα το οποίο φαίνεται να τονίζει περισσότερο τις ασκούμενες δραστηριότητες παρά τον τομέα στον οποίο αναπτύσσει τη δραστηριότητά του ο εργοδότης.
32 Υπό τις συνθήκες αυτές, μόνον οι εργαζόμενοι των οποίων η δραστηριότητα άπτεται άμεσα των μεταφορικών δραστηριοτήτων εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει στην περίπτωση των υπαλλήλων γραφείου.
33 Επιπλέον, προς στήριξη της ερμηνείας τους, οι εφεσείουσες της κύριας δίκης επικαλούνται το άρθρο 17, παράγραφος 2, της οδηγίας, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να παρεκκλίνουν από ορισμένες διατάξεις της οδηγίας, λόγω των ιδιαιτεροτήτων των συναφών δραστηριοτήτων και υπό τον όρον ότι στους ενδιαφερόμενους εργαζομένους χορηγούνται ισοδύναμες περιόδοι αντισταθμιστικής αναπαύσεως ή, αν τούτο δεν είναι δυνατόν για αντικειμενικούς λόγους, παρέχεται κατάλληλη προστασία. Η παράγραφος 2.1, στοιχείο γ_, σημείο ii, της εν λόγω διατάξεως μνημονεύει, μεταξύ των συναφών δραστηριοτήτων, εκείνες που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη εξασφαλίσεως της συνέχειας της υπηρεσίας ή της παραγωγής, ιδίως όταν πρόκειται για «εργαζόμενους στους λιμένες και τους αερολιμένες». Κατά τις εφεσείουσες της κύριας δίκης, αυτό σημαίνει ότι η οδηγία καλύπτει τα πρόσωπα που εργάζονται στους χώρους αυτούς, καίτοι απασχολούνται στον τομέα των θαλασσίων ή αεροπορικών μεταφορών που μνημονεύεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας, και ότι, κατά συνέπεια, θα πρέπει να γίνεται διάκριση εντός του συγκεκριμένου τομέα, αναλόγως των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων των ενδιαφερομένων εργαζομένων.
34 Η Tuffnells, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή υποστηρίζουν, αντιθέτως, ότι όλοι οι εργαζόμενοι του τομέα των οδικών μεταφορών εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
35 ρος στήριξη της ερμηνείας αυτής, γίνεται επίκληση του γράμματος του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας, σε συνδυασμό προς τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της, που προβλέπει το ενδεχόμενο θεσπίσεως συμπληρωματικών κοινοτικών διατάξεων εφόσον αυτές κριθούν αναγκαίες σε ορισμένους τομείς, καθώς και τις προπαρασκευαστικές εργασίες που προηγήθηκαν της εκδόσεως της ίδιας της οδηγίας. Η Επιτροπή υπενθυμίζει συναφώς ότι η πρόταση οδηγίας 90/C 234/05 του Συμβουλίου, της 3ης Αυγούστου 1990 (ΕΕ C 254, σ. 4), δεν προέβλεπε την εξαίρεση τομέων, αλλά μόνον παρεκκλίσεις στηριζόμενες στην ειδική φύση των συναφών δραστηριοτήτων και ότι, κατά την εξέταση της εν λόγω προτάσεως από το Συμβούλιο, προτάθηκε η καθιέρωση διακρίσεως μεταξύ των μετακινουμένων εργαζομένων του τομέα των μεταφορών, οι οποίοι θα εξαιρούνταν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, και των μη μετακινουμένων εργαζομένων, που θα καλύπτονταν από τις εγγυήσεις που θεσπίζει η οδηγία. Ωστόσο, ο κοινοτικός νομοθέτης σκοπίμως δεν υιοθέτησε το στηριζόμενο στη φύση των δραστηριοτήτων καθεστώς και εξαίρεσε ολόκληρους τομείς δραστηριοτήτων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Συναφώς, η Επιτροπή αναφέρει ότι, σε δήλωση που περιλαμβάνεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως του Συμβουλίου της 23ης Νοεμβρίου 1993, εξέφρασε την πρόθεσή της να υποβάλει το συντομότερο δυνατόν προτάσεις όσον αφορά τους διαφόρους τομείς και δραστηριότητες που είχαν εξαιρεθεί, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τομέα ή δραστηριότητας. Στο Λευκό Βιβλίο της 15ης Ιουλίου 1997, και ειδικότερα στο σημείο 91, η Επιτροπή επανέλαβε την πρόθεσή της, αφού εκτίμησε τα χαρακτηριστικά και τα ιδιαίτερα προβλήματα κάθε τομέα δραστηριοτήτων.
36 Κατά τους ανωτέρω, η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η προστασία την οποία καθιερώνει επεκτάθηκε με την οδηγία 2000/34 σε όλους τους εργαζομένους που υπάγονταν προηγουμένους στους εξαιρεθέντες τομείς, υπό την επιφύλαξη των ιδιαιτέρων διατάξεων που αφορούν τους μετακινουμένους εργαζομένους, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 7, της οδηγίας, όπως αυτό διατυπώθηκε με την οδηγία 2000/34.
37 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 1, παράγραφος 1, και 15, η οδηγία περιορίζεται στον καθορισμό των στοιχειωδών προδιαγραφών ασφάλειας και υγείας όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας, χωρίς να εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν μέτρα προάγοντα περισσότερο την προστασία των εργαζομένων.
38 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας, η οδηγία «εφαρμόζεται σε όλους τους [...] τομείς δραστηριοτήτων [...] εξαιρουμένων των αεροπορικών, σιδηροδρομικών, οδικών, θαλάσσιων, ποτάμιων και λιμναίων μεταφορών, της θαλάσσιας αλιείας και λοιπών θαλασσίων δραστηριοτήτων, καθώς και των ασκούμενων ιατρών».
39 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, αναφερόμενος στις «αεροπορικές, σιδηροδρομικές, οδικές, θαλάσσιες, ποτάμιες και λιμναίες μεταφορές», θέλησε να λάβει υπόψη του αυτούς τους τομείς δραστηριοτήτων στο σύνολό τους, ενώ, όσον αφορά τις «λοιπές θαλάσσιες δραστηριότητες» και τις «δραστηριότητες των ασκουμένων ιατρών», αναφέρθηκε συγκεκριμένα σ' αυτές καθαυτές τις εν λόγω ειδικές δραστηριότητες. Συνεπώς, η εξαίρεση του τομέα των οδικών μεταφορών, ειδικότερα, καλύπτει όλους τους εργαζομένους του τομέα αυτού.
40 Αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από τις εφεσείουσες της κύριας δίκης, το άρθρο 17, παράγραφος 2.1, στοιχείο γ_, σημείο ii, της οδηγίας δεν μπορεί να ανατρέψει την ερμηνεία αυτή. ράγματι, όπως παρατηρεί ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 38 των προτάσεών του, η εν λόγω διάταξη, η οποία δεν αποσκοπεί στη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας όπως αυτό καθορίζεται από το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας, αφορά ειδικά τους εργαζομένους οι οποίοι, καίτοι απασχολούνται στους λιμένες ή τους αερολιμένες, δεν ανήκουν κατά κυριολεξία στον τομέα των θαλασσίων ή αεροπορικών μεταφορών, όπως π.χ. οι εργαζόμενοι στα εστιατόρια, οι πωλητές των καταστημάτων, οι αχθοφόροι ή οι λιμενεργάτες.
41 ρέπει να προστεθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είχε επίγνωση των ορίων του καθεστώτος προστασίας που καθιέρωσε το 1993, καθόσον έκρινε χρήσιμο να διευκρινίσει, με τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, ότι, «λόγω της ιδιομορφίας της εργασίας, ίσως χρειαστεί να ληφθούν χωριστά μέτρα οργάνωσης του χρόνου εργασίας σε ορισμένους τομείς ή δραστηριότητες εκτός του τομέα εφαρμογής της παρούσας οδηγίας».
42 Οι προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας, οι οποίες μνημονεύονται στη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως, επιβεβαιώνουν ότι εσκεμμένως το Συμβούλιο, αφιστάμενο των εναλλακτικών προτάσεων της Επιτροπής, επέλεξε να αποκλείσει το σύνολο των εργαζομένων στους εν λόγω τομείς από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής.
43 Κατά συνέπεια, όπως εξάλλου προκύπτει ειδικότερα από την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/34, οι τροποποιήσεις που αυτή επέφερε στην οδηγία, ιδίως όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της τελευταίας, έχουν καθαρώς δηλωτικό χαρακτήρα, αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από τις εφεσείουσες της κύριας δίκης.
44 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στα υποβληθέντα ερωτήματα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας έχει την έννοια ότι όλοι οι εργαζόμενοι που απασχολούνται στον τομέα των οδικών μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων γραφείου, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 6ης Απριλίου 2000 το Employment Appeal Tribunal, London, αποφαίνεται:
Το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, έχει την έννοια ότι όλοι οι εργαζόμενοι που απασχολούνται στον τομέα των οδικών μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων γραφείου, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.
Full & Egal Universal Law Academy