Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-137/00,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Crown Office) (Ηνωμένο Βασίλειο), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
The Queen
και
The Competition Commission, πρώην The Monopolies and Mergers Commission,
Secretary of State for Trade and Industry,
The Director General of Fair Trading,
ex parte:
Milk Marque Ltd,
National Farmers' Union,
παρουσία της:
Dairy Industry Federation (DIF),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 12 EK, 28 EK έως 30 EK, 32 EK έως 38 ΕΚ, 49 ΕΚ και 55 ΕΚ, του κανονισμού 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϋόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 35), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1587/96 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1996 (ΕΕ L 206, σ. 21),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους M. Wathelet, πρόεδρο του πρώτου και πέμπτου τμήματος, προεδρεύοντα, R. Schintgen και C. W. A. Timmermans, προέδρους τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward, A. La Pergola, P. Jann, Β. Σκουρή (εισηγητή), F. Macken, N. Colneric και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Milk Marque Ltd, εκπροσωπούμενη από τον K. P. E. Lasok, QC, και A. Griffiths, barrister, εντολοδόχους των Freshfields, solicitors,
- η National Farmers' Union, εκπροσωπούμενη από τον S. Isaacs, QC, και C. Lewis, barrister, εντολοδόχους του C. Holme, solicitor,
- η Dairy Industry Federation (DIF), εκπροσωπούμενη από τον N. Green, QC, εντολοδόχο του N. Parr, solicitor,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. E. Collins, επικουρούμενο από τον D. Anderson, QC, και τον K. Beal, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους P. Oliver και K. Wiedner,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Milk Marque Ltd, εκπροσωπούμενης από τον K. P. E. Lasok, της National Farmers' Union, εκπροσωπούμενης από τους S. Isaacs και C. Lewis, της Dairy Industry Federation (DIF), εκπροσωπούμενης από τον N. Green και την M. Lester, barrister, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενης από την G. Amodeo, επικουρούμενη από τους D. Anderson και K. Beal, καθώς και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους P. Oliver και K. Wiedner, κατά τη συνεδρίαση της 5ης Φεβρουαρίου 2002,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 31ης Μαρτίου 2000, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Απριλίου 2000, το High Court of Justice (England and Wales), Queen's Bench Division (Crown Office), υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 12 ΕΚ, 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ, 32 EK έως 38 ΕΚ, 49 ΕΚ και 55 ΕΚ, του κανονισμού 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϋόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 35), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1587/96 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1996 (ΕΕ L 206, σ. 21, στο εξής: κανονισμός 804/68).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Milk Marque Ltd (στο εξής: Milk Marque) και της National Farmers' Union (στο εξής: NFU) και της Competion Commission, πρώην Monopolies and Mergers Commission (στο εξής: Competition Commission), του Secretary of State for Trade and Industry (στο εξής: Secretary of State) και του Director General of Fair Trading (στο εξής: DGFT), αναφορικά με έκθεση την οποία συνέταξε η Competition Commission με την οποία συνιστάτο η λήψη μέτρων κατά της Milk Marque, λόγω της προβαλλομένης ως αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφοράς της και αναφορικά με τις αποφάσεις τις οποίες έλαβε μεταγενεστέρως ο Secretary of State βάσει αυτής της εκθέσεως.
Το νομικό πλαίσιο
3 Κατά το άρθρο 33, παράγραφος 1, ΕΚ:
«Στόχοι της κοινής γεωργικής πολιτικής είναι:
α) να αυξάνει την παραγωγικότητα της γεωργίας με την ανάπτυξη της τεχνικής προόδου, με την εξασφάλιση της ορθολογικής αναπτύξεως της γεωργικής παραγωγής, καθώς και της αρίστης χρησιμοποιήσεως των συντελεστών παραγωγής, ιδίως του εργατικού δυναμικού,
β) να εξασφαλίζει κατ' αυτό τον τρόπο ένα δίκαιο βιοτικό επίπεδο στον γεωργικό πληθυσμό, ιδίως με την αύξηση του ατομικού εισοδήματος των εργαζομένων στη γεωργία,
γ) να σταθεροποιεί τις αγορές,
δ) να εξασφαλίζει τον εφοδιασμό,
ε) να διασφαλίζει λογικές τιμές κατά την προσφορά αγαθών στους καταναλωτές.»
4 Κατά το άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, η κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών πρέπει να περιορίζεται στην επιδίωξη των σκοπών που τίθενται με το άρθρο 33 ΕΚ και να αποκλείει κάθε δυσμενή διάκριση μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών της Κοινότητας.
5 Το άρθρο 36 ΕΚ ορίζει ότι:
«Οι διατάξεις του κεφαλαίου του σχετικού με τους κανόνες του ανταγωνισμού δεν εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϋόντων παρά μόνο κατά το μέτρο που ορίζεται από το Συμβούλιο [...] λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους του άρθρου 33.»
6 Ο κανονισμός 26 θεσπίστηκε βάσει των άρθρων 42 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρο 36 ΕΚ) και 43 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 37 ΕΚ).
7 Κατά την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 26 «από το άρθρο [36] της Συνθήκης συνάγεται πως η εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού της Συνθήκης στην παραγωγή και εμπορία γεωργικών προϋόντων αποτελεί συστατικό στοιχείο της κοινής γεωργικής πολιτικής».
8 Το άρθρο 1 του κανονισμού 26 προβλέπει ότι «τα άρθρα [81] έως [86] της Συνθήκης, καθώς και οι διατάξεις εφαρμογής τους εφαρμόζονται σε όλες τις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο [81] παράγραφος 1 και στο άρθρο [82] της Συνθήκης, σχετικά με την παραγωγή ή την εμπορία των προϋόντων, τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα [Ι] της Συνθήκης, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2.»
9 Στα αναφερόμενα στο παράρτημα Ι της Συνθήκης προϋόντα περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το γάλα.
10 Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 26 ορίζει ότι:
«1. Το άρθρο [81], παράγραφος 1 της Συνθήκης δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας εθνικής οργανώσεως αγοράς ή είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο [33] της Συνθήκης στόχων. Δεν εφαρμόζεται ιδίως σε συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές παραγωγών, ενώσεων παραγωγών ή ενώσεων των ενώσεων αυτών ενός μόνο κράτους μέλους κατά το μέτρο που, χωρίς να συνεπάγονται την υποχρέωση εφαρμογής καθορισμένης τιμής, αφορούν την παραγωγή ή την πώληση γεωργικών προϋόντων ή την χρήση κοινών εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως, επεξεργασίας ή μεταποιήσεως γεωργικών προϋόντων, εκτός αν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι κατ ' αυτόν τον τρόπο αποκλείεται ο ανταγωνισμός ή ότι διακυβεύονται οι στόχοι του άρθρου [33] της Συνθήκης.
2. Η Επιτροπή, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου του Δικαστηρίου, έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, αφού διαβουλευτεί με τα κράτη μέλη και ακούσει τη γνώμη των συμμετεχουσών επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, καθώς επίσης και κάθε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου, του οποίου η ακρόαση θεωρείται απαραίτητη, να διαπιστώνει με δημοσιευόμενη απόφαση, ποιες συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές πληρούν τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1.»
11 Η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων θεσπίστηκε με τον κανονισμό 804/68. Μεταξύ άλλων συγκεκριμένων μέτρων ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει τον καθορισμό, σε κοινοτικό επίπεδο, μιας ενδεικτικής τιμής για το γάλα. Το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει σχετικώς:
«1. Καθορίζεται, κάθε έτος, για την Κοινότητα, ενδεικτική τιμή για το γάλα.
[...]
2. Η ενδεικτική τιμή είναι η τιμή γάλακτος που επιδιώκεται να εξασφαλισθεί για το σύνολο του γάλακτος που πωλείται από τους παραγωγούς κατά τη διάρκεια της γαλακτοκομικής περιόδου, κατά τη δυνατότητα καταναλώσεως που προσφέρεται στην αγορά της Κοινότητος και στις εξωτερικές αγορές.
3. Η ενδεικτική τιμή καθορίζεται για το γάλα που περιέχει 3,7% λιπαρές ουσίες, παραδοτέο στο γαλακτοπωλείο.
4. Η ενδεικτική τιμή καθορίζεται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2 της Συνθήκης.»
12 Κατά την περίοδο 1997/1998, στην οποία αναφέρεται η έκθεση της Competition Commission, ίσχυε ο κανονισμός (ΕΚ) 1190/97 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1997, για τον καθορισμό της ενδεικτικής τιμής του γάλακτος και των τιμών παρεμβάσεως του βουτύρου και του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη για τη γαλακτοκομική περίοδο 1997/1998 (ΕΕ L 170, σ. 6). Κατά την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1190/97, «κατά τον ετήσιο καθορισμό των κοινών γεωργικών τιμών, ενδείκνυται να λαμβάνονται υπόψη οι στόχοι της κοινής γεωργικής πολιτικής· [...] η κοινή γεωργική πολιτική έχει ιδίως ως στόχους να εξασφαλίζει δίκαιο βιοτικό επίπεδο στον γεωργικό πληθυσμό, να εξασφαλίζει τον εφοδιασμό και να διασφαλίζει λογικές τιμές κατά την προσφορά αγαθών στους καταναλωτές».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Η Milk Marque είναι συνεταιριστική εταιρία γεωργών η οποία προβαίνει στη συλλογή, διανομή και προμήθεια του γάλακτος. Κατά τον χρόνο απελευθερώσεως της αγοράς γάλακτος στο Ηνωμένο Βασίλειο το έτος 1994 τα μέλη της Milk Marque πραγματοποιούσαν το 60 % περίπου των παραδόσεων γάλακτος στη Μεγάλη Βρετανία. Κατά την περίοδο 1997/1998, την οποία αφορά η έκθεση της Competition Commission, το ποσοστό αυτό ανερχόταν σε 49,6 %. Κατά τη διάρκεια της περιόδου από τον Απρίλιο του 1999 έως τον Σεπτέμβριο του 1999, το ποσοστό αυτό συνέχισε να μειώνεται και περιορίστηκε στο 40,8 %.
14 Από τη δικογραφία προκύπτει, αφενός, ότι η τιμή στην οποία πωλούσαν το γάλα τους οι παραγωγοί του Ηνωμένου Βασιλείου, είτε πριν είτε μετά την απελευθέρωση της αγοράς, ήταν μικρότερη από την ενδεικτική τιμή που καθόριζε η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, αφετέρου δε, ότι οι τιμές στις οποίες πωλούσαν τα μέλη της Milk Marque ήταν πάντοτε οι χαμηλότερες από τις τιμές στις οποίες πωλούσαν οι παραγωγοί της Αγγλίας και της Ουαλίας.
15 Αρχικώς, η Milk Marque δεν είχε δικές της εγκαταστάσεις για τη μεταποίηση του γάλακτος. Απέκτησε το πρώτο τυροκομείο το 1997 και το δεύτερο το 1998. Προγραμμάτισε την ουσιαστική επέκταση των δυνατοτήτων της στον τομέα της μεταποιήσεως του γάλακτος. Από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ενώπιον του High Court προκύπτει ότι και σε άλλα κράτη μέλη υπήρχαν πολλοί γαλακτοκομικοί συνεταιρισμοί κατέχοντες σημαντικά μερίδια στην αγορά και οργανωμένοι καθέτως.
16 Κατόπιν αιτήσεως του DGFT, της 27ης Ιανουαρίου 1998, η Competition Commission, αρμόδια αρχή για τη διεξαγωγή ερευνών και σύνταξη εκθέσεως σχετικά με τις μονοπωλιακές καταστάσεις, όπως αυτές ορίζονται με τον Fair Trading Act του 1973 (στο εξής: FTA) και τον Competition Act του 1998 (στο εξής: CA) προέβη σε έρευνα ως προς την ενδεχόμενη ύπαρξη μονοπωλιακής καταστάσεως στον τομέα της προσφοράς μη επεξεργασμένου αγελαδινού γάλακτος στη Μεγάλη Βρετανία. Ολοκλήρωσε την έρευνά της αυτή στις 26 Φεβρουαρίου 1999 και απέστειλε την έκθεσή της στον Secretary of State.
17 Στην εν λόγω έκθεση η Competition Commission διαπίστωσε, αρχικώς, ότι υπήρχε μονοπωλιακή κατάσταση κλίμακος, με βάση το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο a, του FTA, υπό την έννοια ότι η Milk Marque προμήθευε τουλάχιστον το τέταρτο της συνολικής ποσότητας γάλακτος εντός της Μεγάλης Βρετανίας.
18 Δεύτερον, η Competition Commission κατέληξε στο συμπέρασμα, αφενός, ότι η Milk Marque κατείχε «ισχυρή θέση» (powerful position) στην αγορά γάλακτος της Μεγάλης Βρετανίας και, αφετέρου, ότι «η κατάσταση αυτή συνέτεινε στο να προσφέρεται στη Μεγάλη Βρετανία το γάλα σε τιμή υψηλότερη από εκείνη που θα είχε αν οι συνθήκες ήταν περισσότερο ανταγωνιστικές».
19 Τρίτον, η Competition Commission έκρινε ότι η Milk Marque χρησιμοποιούσε την «ισχύ της στην αγορά» (market power), προκειμένου να εκμεταλλευθεί ή να διατηρήσει τη μονοπωλιακή κατάσταση κλίμακος υπέρ αυτής, υπό την έννοια ότι:
- αύξησε τη μέση τιμή γάλακτος πέραν των ορίων που, άλλως, θα μπορούσαν να επιτευχθούν, εισάγουσα, με διαφόρους τρόπους, δυσμενείς διακρίσεις μέσω των τιμών·
- παρακώλυσε το δευτερογενές εμπόριο γάλακτος μεταξύ μεταποιητών επιβάλλοντάς τους υπερβολικά τέλη για την εκ νέου αποστολή γάλακτος και επιβάλλοντας περιορισμούς στην πώληση γάλακτος·
- απέσυρε ποσότητα γάλακτος από την κανονική διαδικασία πωλήσεως και, ως εκ τούτου, περιόρισε τις προσφερόμενες στους πελάτες της ποσότητες γάλακτος, καίτοι η ζήτηση παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητη, αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό την οριακή τιμή γάλακτος·
- οργάνωσε το σύστημά της πωλήσεως κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργήσει ασυμμετρία ενημερώσεως μεταξύ της ίδιας και των πελατών της, προκαλώντας, ως εκ τούτου, περιττή αβεβαιότητα στους πελάτες της και παρακινώντας τους να αγοράσουν γάλα σε υψηλότερες μέσες τιμές από ό,τι αν είχαν άλλως τα πράγματα·
- καθυστέρησε να παραδεχτεί τη σημασία της προνοητικής ανιχνευσιμότητας και επέδειξε απροθυμία να εκπληρώσει τις συναφείς απαιτήσεις των πελατών της, και
- δεν έλαβε επαρκώς υπόψη της τις νόμιμες απαιτήσεις των πελατών της, τόσο των μεγάλων όσο και των μικρών, όσον αφορά τον τύπο των συμβάσεων που τους πρότεινε και άλλα ζητήματα.
20 Τέταρτον, η Competition Commission κατέληξε στο συμπέρασμα, αφενός, ότι η πρακτική και η συμπεριφορά της Milk Marque (πλην της συμπεριφοράς της στον τομέα της ανιχνευσιμότητας) αποτελούσαν αποδεδειγμένα στοιχεία τα οποία απέβαιναν ή ηδύναντο να αποβούν κατά του δημοσίου συμφέροντος. Κατά την έκθεση της Competition Commission, οι ειδικότερες αρνητικές συνέπειες ήταν οι ακόλουθες:
«(i) αυξήσεις στην τιμή του μη επεξεργασμένου γάλακτος οι οποίες εν μέρει τουλάχιστον μετακυλίστηκαν στους καταναλωτές έτσι ώστε οι καταναλωτές να πληρώνουν περισσότερα για το νωπό γάλα απ' ό,τι, θα πλήρωναν αν η Milk Marque δεν είχε κατορθώσει να διασφαλίσει τιμές γάλακτος άνω των ανταγωνιστικών επιπέδων και
(ii) αυξημένο κόστος και μεγαλύτερη αβεβαιότητα για τη μεταποιητική γαλακτοβιομηχανία στη Μεγάλη Βρετανία έτσι ώστε οι μεταποιητές στη Μεγάλη Βρετανία να κάνουν λιγότερες επενδύσεις και να έχουν γίνει λιγότερο ανταγωνιστικοί στο διεθνές εμπόριο προϋόντων απ' ό,τι θα ήταν υπό άλλες συνθήκες, η δε παραγωγή τους στη Μεγάλη Βρετανία να είναι χαμηλοτέρου επιπέδου και αξίας απ' ό,τι θα ήταν υπό διαφορετικές περιστάσεις.»
21 Αφετέρου, κατά την Competition Commission, η αύξηση της μεταποιητικής ικανότητας της Milk Marque, την οποία προγραμμάτιζε η θυγατρική της MMD, αποτελεί αποδεδειγμένο στοιχείο δυνάμενο να αποβεί εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος, με την ειδικότερη αρνητική συνέπεια ότι αυτό θα παρείχε στη Milk Marque τη δυνατότητα να εκμεταλλεύεται ακόμα περισσότερο τη μονοπωλιακή κατάσταση κλίμακος και να επιτείνει τις ήδη επισημανθείσες αρνητικές συνέπειες.
22 Βάσει αυτών των συμπερασμάτων της, η Competition Commission προέβη σε συστάσεις με σκοπό «να αποδυναμωθεί η ισχυρή θέση της Milk Marque στην αγορά, να δημιουργηθεί μια περισσότερο ανταγωνιστική αγορά για την προμήθεια γάλακτος και να παρασχεθούν νέες ευκαιρίες σε παραγωγούς και μεταποιητές προκειμένου να αναπτύξουν εμπορικές σχέσεις που να εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους καθώς και τα συμφέροντα των καταναλωτών». Η κυριότερη σύσταση ήταν η αναδιάρθρωση της Milk Marque διά της κατατμήσεώς της σε τρεις ή πέντε ανεξάρτητους και ανταγωνιστικούς οργανισμούς, οι οποίοι θα είχαν ορισμένες ποσοστώσεις και τη δυνατότητα να πωλούν το γάλα τους επί κανονικής εμπορικής βάσεως, καθώς και να προβαίνουν στη μεταποίηση του γάλακτος αν το επιθυμούν.
23 Η Competition Commission συνέστησε επίσης τη λήψη σειράς «προσωρινών μέτρων», μέχρις υλοποιήσεως της συστάσεώς της περί κατατμήσεως της Milk Marque. Τα μέτρα αυτά αποσκοπούσαν να διασφαλίσουν ότι η Milk Marque:
«α) δεν θα προέβαινε σε περαιτέρω ενέργειες για τη σύναψη ή την εκτέλεση οποιασδήποτε συμφωνίας για την απόκτηση ή την ανέγερση εγκαταστάσεων μεταποιήσεως,
β) δεν θα προέβαινε σε καμία περαιτέρω συμβατική ρύθμιση περί μεταποιήσεως, πλην περιπτώσεως κατεπείγοντος και όπου θα ήταν η μόνη εναλλακτική λύση για την αποτροπή της καταστροφής του γάλακτος,
γ) δεν θα σύναπτε καμία μεμονωμένως διαπραγματευθείσα σύμβαση παραδόσεως γάλακτος με μεταποιητές με όρους που δεν θα δημοσιεύονται και δεν θα είναι διαθέσιμοι για όλους τους αγοραστές,
δ) δεν θα σύναπτε καμία σύμβαση παραδόσεως γάλακτος περιέχουσα οποιουσδήποτε περιορισμούς σχετικά με τη χρήση στην οποία θα πρέπει να υποβληθεί το γάλα συμφώνως προς την εν λόγω σύμβαση και
ε) δεν θα έθετε κανένα περιορισμό στις παρεκκλίσεις του γάλακτος από το ένα σημείο παραδόσεως στο άλλο και δεν θα επέβαλλε επιβαρύνσεις στις παρεκκλίσεις παρά μόνον προκειμένου να εισπράξει πρόσθετες δαπάνες που όντως πραγματοποιήθηκαν.»
24 Στις 6 Ιουλίου 1999, ο Secretary of State δημοσίευσε τις αποφάσεις που έλαβε βάσει της εκθέσεως της Competition Commission. Αποδέχθηκε το σύνολο των συμπερασμάτων και συστάσεων αυτής της εκθέσεως, πλην της προτάσεως κατατμήσεως της Milk Marque. Αντ' αυτής, ζήτησε από τον DGFT να εξετάσει και να του προτείνει προτάσεις περί τροποποιήσεως των μεθόδων πωλήσεως της Milk Marque ώστε να αρθούν οι αντίθετες προς το δημόσιο συμφέρον συνέπειες που επισημαίνονται στην εν λόγω έκθεση. Αντιθέτως, ο Secretary of State αποδέχθηκε τα προσωρινά μέτρα που πρότεινε η Competition Commission και αποφάσισε να ζητήσει από τη Milk Marque να αναλάβει την υποχρέωση να εφαρμόσει τα μέτρα αυτά εντός τριμήνου και για απροσδιόριστη χρονική περίοδο.
25 Κατόπιν των αποφάσεων του Secretary of State, η Milk Marque γνωστοποίησε, με ανακοίνωσή της στον τύπο της 17ης Σεπτεμβρίου 1999, ότι αποφάσισε την κατάτμησή της σε τρεις μικρές συνεταιριστικές ομάδες, των οποίων η λειτουργία θα άρχιζε από την 1η Απριλίου 2000. Η απόφαση αυτή ελήφθη κατόπιν συζητήσεων με το Department of Τrade and Industry και το Office of Fair Trading. Στο πλαίσιο αυτών των συζητήσεων ο Secretary of State ανακοίνωσε ότι δεν θα εμμείνει στην εφαρμογή των προταθέντων από την Competition Commission μέτρων αν η Milk Marque παράσχει τη διαβεβαίωση ότι:
- οι νέοι συνεταιρισμοί θα καθόριζαν τη γενική πολιτική τους και θα πραγματοποιούσαν τις πωλήσεις γάλακτος κατά τρόπο ανεξάρτητο ο ένας από τον άλλον·
- δεν θα αναλάμβαναν κοινή δράση στον τομέα της εμπορίας ή της μεταποιήσεως του γάλακτος·
- δεν θα υπήρχαν κοινοί διευθυντές στους νέους συνεταιρισμούς· και
- κανένας συνεταιρισμός δεν θα κατείχε μερίδιο συμμετοχής στο κεφάλαιο του άλλου.
26 Στις 5 Νοεμβρίου 1999, ο Secretary of State απέσυρε την απαίτησή του για δεσμεύσεις εκ μέρους της Milk Marque, ως προς την εφαρμογή των προσωρινών μέτρων που είχε συστήσει με την έκθεσή της η Competition Commission. Διευκρίνισε, πάντως, ότι θα επιτρέψει στους νέους συνεταιρισμούς να προβαίνουν σε μεταποίηση του γάλακτός τους μόνον εφόσον πεισθεί ότι αυτοί ενεργούν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον.
27 Παρά ταύτα η Milk Marque προσέφυγε ενώπιον του High Court κατά της εκθέσεως της Competition Commission και των μεταγενεστέρων αποφάσεων του Secretary of State. Ακολούθως, η NFU, ένωση εκπροσωπούσα το 80 % των αγροτών της Μεγάλης Βρετανίας, άσκησε επίσης προσφυγή, ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, κατά της εν λόγω εκθέσεως και των εν λόγω αποφάσεων. Το επιληφθέν δικαστήριο αποφάσισε την ένωση των δύο προσφυγών.
28 Η Milk Marque και η NFU υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, ενώπιον του High Court ότι κρίνοντας ότι έχουν αρμοδιότητα να ερευνήσουν σχετικά με τις δραστηριότητες των μελών της Milk Marque και διατυπώνοντας συστάσεις ή λαμβάνοντας μέτρα δυνάμει του FTA, ώστε να αποτρέψουν το ενδεχόμενο επιτεύξεως υψηλότερων τιμών για το παραγόμενο από τα μέλη τους γάλα, η Competition Commission και ο Secretary of State ενήργησαν κατά παράβαση σειράς διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Η Milk Marque και η NFU υποστήριξαν, επίσης, ότι αν στο μέλλον προβούν στη λήψη τέτοιων μέτρων δυνάμει του FTA ή του CA, ο Secretary of State και/ή η Competition Commission θα ενεργούσαν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
29 Το High Court κρίνει ότι για να μπορέσει να αποφανθεί επί του βασίμου των προσφυγών που άσκησαν η Milk Marque και η NFU και για να μπορέσει να αποφανθεί επί των αποζημιώσεων που πρέπει ενδεχομένως να καταβληθούν σ' αυτές, είναι αναγκαίο να ζητήσει την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ώστε, μεταξύ άλλων, να διευκρινιστεί αν οι εθνικές αρχές έχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν στην κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, σε περίπτωση δε καταφατικής απαντήσεως, σε ποιές νομικές προϋποθέσεις υπόκειται η άσκηση μιας τέτοιας αρμοδιότητας.
30 Ως προς την ανακοίνωση της Milk Marque ότι προτίθεται να κατατμηθεί σε πολλούς μικρούς περιφερειακούς συνεταιρισμούς από 1ης Απριλίου 2000, έκαστος των οποίων θα κατέχει μερίδιο αγοράς μικρότερο του ορίου του 25 % πέραν του οποίου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του FTA περί μονοπωλίου κλίμακος, το High Court τονίζει ότι η ανακοίνωση αυτή επηρέασε τις αποφάσεις του Secretary of State οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της προσφυγής. Εντούτοις, το High Court κρίνει ότι οφείλει να λάβει υπόψη του την «τρέχουσα» εφαρμογή του FTA, καθώς και τον CA, του οποίου η ισχύς άρχεται από 1ης Μαρτίου 2000.
31 Εντός αυτού του νομικού και πραγματικού πλαισίου το High Court (England and Wales), Queen's Bench Division (Crown Office), αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει τα άρθρα 32 ΕΚ έως 38 ΕΚ [...], ο κανονισμός [26] του Συμβουλίου [της 4ης Απριλίου 1962], και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκαν, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν σε ένα κράτος μέλος να εφαρμόζει εθνική νομοθεσία, όπως τον Fair Trading Act 1973 και τον Competition Act 1998, σχετικα με τον τρόπο με τον οποίο οι παραγωγοί γάλακτος επιλέγουν να οργανωθούν σε συνεταιρισμούς και συμπεριφέρονται σε σχέση με την αγορά και τη μεταποίηση του γάλακτός τους:
α) σε όλες τις περιπτώσεις ή
β) οσάκις το σκοπούμενο ή επελθόν αποτέλεσμα είναι να στερούνται οι παραγωγοί αυτοί της δυνατότητας να αυξάνουν την τιμή που εισπράττουν για το γάλα τους ή
γ) οσάκις το σκοπούμενο ή επελθόν αποτέλεσμα είναι να μειώνεται η τιμή που εισπράττουν οι παραγωγοί για το γάλα τους στις περιπτώσεις που η τιμή αυτή είναι ήδη χαμηλότερη της ενδεικτικής τιμής που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 804/68 ή
δ) κατά τρόπο που δεν συνάδει με τα εξής:
i) τους σκοπούς του άρθρου 33 ΕΚ [...]· και/ή
ii) την πολιτική, τους σκοπούς ή τη λειτουργία της κοινής οργάνωσης της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων και/ή
iii) την πολιτική του άρθρου 36 ΕΚ [...] και του κανονισμού 26;
2) Μήπως η λειτουργία της ενδεικτικής τιμής για το γάλα που καθορίζει το Συμβούλιο βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 απαγορεύει σε κράτος μέλος
α) να χρησιμοποιεί την ενδεικτική τιμή ως δείκτη των τρεχουσών μεταβολών των τιμών που οφείλονται στην κοινή αγροτική πολιτική και
β) να θεωρεί ότι το γεγονός ότι ένας συνεταιρισμός γαλακτοπαραγωγών στο κράτος αυτό έχει επιτύχει για τα μέλη του τιμές γάλακτος χαμηλότερες της ενδεικτικής τιμής, αλλά εγγύτερες στην ενδεικτική τιμή σε μια χρονική περίοδο απ' ό,τι σε μια άλλη, στηρίζει το συμπέρασμα ότι ο συνεταιρισμός έχει ισχυρή θέση στην αγορά πράγμα που συμβάλλει στο να διατηρούνται οι τιμές σε υψηλότερο επίπεδο από αυτό που θα είχαν φθάσει υπό πιο ανταγωνιστικούς όρους;
3) Πρέπει τα άρθρα 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ, [...] και τα άρθρα 49 ΕΚ και 55 ΕΚ [...] να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος να εφαρμόζει εθνική νομοθεσία όπως τον Fair Trading Act 1973 και τον Competition Act 1998 κατά τρόπο που να απαγορεύεται σε συνεταιρισμό γαλακτοπαραγωγών, που κατέχει ισχυρή θέση στην αγορά, να στέλνει γάλα που παράγεται από τα μέλη του προκειμένου να μεταποιηθεί από συμβεβλημένες εταιρίες για λογαριασμό του, καθώς και σε άλλα κράτη μέλη, ως ενέργεια στην οποία προβαίνει ο συνεταιρισμός προκειμένου να εκμεταλλευθεί προς όφελός του τη θέση του στην αγορά;
4) Στην περίπτωση που υφίστανται καθέτως οργανωμένοι γαλακτοπαραγωγικοί συνεταιρισμοί οι οποίοι νομίμως λειτουργούν σε άλλα κράτη μέλη, πρέπει η γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, είτε κατά τρόπο ανεξάρτητο είτε ως ένα δεδομενο συγκεκριμένο αποτέλεσμα των άρθρων 12 ΕΚ και/ή 34 ΕΚ [...], να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει σε κράτος μέλος να εφαρμόζει εθνική νομοθεσία όπως τον Fair Trading Act 1973 και τον Competition Act 1998 προκειμένου να απαγορεύσει σε συνεταιρισμό γαλακτοπαραγωγών που κατέχει ισχυρή θέση στην αγορά:
α) την αγορά ή ανέγερση και άλλων εγκαταστάσεων για τη μεταποίηση του γάλακτος που παράγουν τα μέλη του, οι οποίες θα δώσουν στον συνεταιρισμό τη δυνατότητα να εκμεταλλευθεί προς όφελός του έτι περαιτέρω τη θέση του στην αγορά ή
β) την αποστολή γάλακτος που παράγουν τα μέλη του προκειμένου να μεταποιηθεί από συμβεβλημένες μαζί του εταιρίες, είτε εντός του οικείου κράτους μέλους είτε σε άλλα κράτη μέλη, ως ενέργεια στην οποία προβαίνει ο συνεταιρισμός προκειμένου να εκμεταλλευθεί προς όφελός του τη θέση του στην αγορά;»
Επί του παραδεκτού
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
32 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αμφισβητεί το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. Η εκούσια κατάτμηση της Milk Marque σε τρεις συνεταιρισμούς της αφήρεσε την ισχυρή θέση στην αγορά γάλακτος που είχε επισημάνει η έρευνα της Competition Commission και επί της οποίας στηρίχθηκε η έκθεση αυτής της επιτροπής καθώς και όλες οι αποφάσεις και συστάσεις που ακολούθησαν.
33 Βεβαίως, το αιτούν Δικαστήριο δεν έκρινε ότι η εκκρεμούσα ενώπιόν του προσφυγή της Milk Marque κατέστη άνευ αντικειμένου, ιδίως εν όψει των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η Milk Marque ως προς τη δυνατότητα μελλοντικής εφαρμογής του δικαίου ανταγωνισμού του Ηνωμένου Βασιλείου επί των εταιριών που τη διαδέχθηκαν. Ειδικότερα, η Milk Marque παρατήρησε ότι θα ήταν «εύλογο από εμπορικής και οικονομικής απόψεως» να επιχειρήσουν οι συνεταιρισμοί που τη διαδέχθηκαν κοινές δράσεις, όπως η δημιουργία σχέσεων διαρθρωτικού χαρακτήρα, οι από κοινού αγορές και πωλήσεις, η ανάπτυξη των δυνατοτήτων μεταποιήσεως, καθώς και η ενδεχόμενη συγχώνευση.
34 Εν όψει αυτών των στοιχείων, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρατηρεί ότι, παρά την ιδιαίτερα γενικόλογη διατύπωσή του, απάντηση στο πρώτο ερώτημα θα μπορούσε να είναι χρήσιμη για τις αρμόδιες στον τομέα του ανταγωνισμού εθνικές αρχές, περιλαμβανομένης της αντίστοιχης αρχής στο Ηνωμένο Βασίλειο, για την οριοθέτηση του πεδίου της μελλοντικής τους δράσεως στον γεωργικό τομέα. Πάντως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη χρησιμότητα του δευτέρου, τρίτου και τετάρτου ερωτήματος.
35 Όσον αφορά, ειδικότερα, το δεύτερο ερώτημα, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί ότι είναι εντελώς θεωρητικό. Κατ' ουδένα τρόπο θίγει ζητήματα κοινοτικού δικαίου επί των οποίων θα ήταν υποχρεωμένο να αποφανθεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο μιας προδικαστικής διαδικασίας.
36 Όσον αφορά το τρίτο και τέταρτο ερώτημα, αφενός, στο μέτρο που παραπέμπουν στην έκθεση της Competition Commission, αναφέρονται σε ένα πραγματικό πλαίσιο που έχει μεταβληθεί. Αφετέρου, τα ερωτήματα αυτά είναι καθαρώς υποθετικά στο μέτρο που αφορούν μια ενδεχόμενη μελλοντική κατάσταση κατά την οποία ένας συνεταιρισμός θα κατείχε στην αγορά εξουσία δυνάμενη να επιφέρει περιορισμούς όπως αυτοί στους οποίους αναφέρονται τα εν λόγω ερωτήματα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
37 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ' αρχήν, να απαντήσει. Δεν είναι δυνατόν να προβληθεί άρνηση απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου παρά μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψεις 59 έως 61, της 13ης Ιουλίου 2000, C-36/99, Idιal tourisme, Συλλογή 2000, σ. I-6049, και της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra, Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψεις 38 και 39).
38 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τη διάταξη παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο ανέπτυξε στο Δικαστήριο λεπτομερώς το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, καθώς και τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι είναι αναγκαία η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα προκειμένου αυτό να εκδώσει την απόφασή του.
39 Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι δεν συμμερίζεται την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την οποία η έκθεση της Competition Commission και οι αποφάσεις του Secretary of State έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω των γεγονότων που ακολούθησαν έκτοτε και ιδίως της εκούσιας κατατμήσεως της Milk Marque σε τρεις χωριστούς συνεταιρισμούς. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο υπογράμμισε σχετικώς ότι, για να μπορέσει να αποφανθεί επί του βασίμου των προσφυγών της Milk Marque και της NFU, υποχρεούται να λάβει υπόψη του την «τρέχουσα» εφαρμογή τόσο του FTA όσο και του CA και ότι η προδικαστική παραπομπή είναι, κατά συνέπεια, αναγκαία ώστε να μπορέσει να κρίνει ορθώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων και να αποφανθεί περί του αν έχουν αρμοδιότητα οι εθνικές αρχές και περί των ορίων που υποχρεούνται να τηρούν κατά την άσκηση αυτής της αρμοδιότητας, αλλά και για να αποφανθεί επί των αποζημιώσεων που επιβάλλεται, ενδεχομένως, να καταβληθούν στις Milk Marque και NFU.
40 Συνεπώς, το πρώτο, τρίτο και τέταρτο ερώτημα πρέπει να κριθούν παραδεκτά.
41 Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τον οποίο το δεύτερο ερώτημα δεν θίγει νομικά ζητήματα αφορώντα το κοινοτικό δίκαιο, αρκεί να επισημανθεί ότι με το ερώτημα αυτό το αιτούν δικαστήριο ερωτά ουσιαστικώς αν ο κανονισμός 804/68 απαγορεύει στις αρμόδιες περί ανταγωνισμού εθνικές αρχές να χρησιμοποιούν την καθοριζόμενη από την Κοινότητα ενδεικτική τιμή προκειμένου να ερευνήσουν αν μια επιχείρηση έχει εξουσία στην αγορά, στο πλαίσιο μιας εθνικής διαδικασίας. Επομένως, το ερώτημα αυτό ασφαλώς αφορά ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και είναι επίσης παραδεκτό.
42 Συνεπώς, επιβάλλεται να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα.
Επί του πρώτου ερωτήματος
43 Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, ουσιαστικώς, αφενός, αν τα άρθρα 32 ΕΚ έως 38 ΕΚ και οι κανονισμοί 26 και 804/68 έχουν την έννοια ότι σε τομέα διεπόμενο από την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, οι εθνικές αρχές έχουν αρμοδιότητα να εφαρμόζουν τις διατάξεις της εθνικής τους νομοθεσίας περί ανταγωνισμού επί συνεταιρισμού παραγωγών γάλακτος ο οποίος κατέχει ισχυρή θέση στην εθνική αγορά.
44 Αν η απάντηση είναι καταφατική, ερωτά, αφετέρου, ποια είναι τα όρια μιας ενδεχόμενης τέτοιας αρμοδιότητας και, ειδικότερα, αν οι αρμόδιες περί ανταγωνισμού εθνικές αρχές βαίνουν πέραν αυτών των ορίων όταν λαμβάνουν μέτρα όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη έναντι γεωργικού συνεταιρισμού ο οποίος κατέχει ισχυρή θέση στην αγορά και του οποίου οι τιμές κατά την εξεταζόμενη περίοδο ήταν πάντοτε χαμηλότερες από την καθοριζόμενη κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 ενδεικτική τιμή.
45 Συνεπώς, επιβάλλεται, αρχικώς, να εξεταστεί αν τα κράτη μέλη έχουν, κατ' αρχήν, αρμοδιότητα να παρεμβαίνουν, δυνάμει της εθνικής τους νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, στον τομέα τον διεπόμενο από την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων.
Επί της αρμοδιότητας των κρατών μελών να παρεμβαίνουν, δυνάμει της εθνικής τους νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, στον τομέα τον διεπόμενο από την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
46 Η Milk Marque και η NFU ισχυρίζονται ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 1975, απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1975, 31/74, Galli, Συλλογή τόμος 1975, σ. 7, σκέψεις 26 έως 30 και 32· της 22ας Ιανουαρίου 1976, 60/75, Russo, Συλλογή τόμος 1976, σ. 7, σκέψη 5· της 6ης Νοεμβρίου 1979, 10/79, Toffoli, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 11, σκέψη 12· της 7ης Φεβρουαρίου 1984, 166/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1984, σ. 459, σκέψεις 5 και 23· της 6ης Δεκεμβρίου 1984, 59/83, Biovilac κατά ΕΟΚ, Συλλογή 1984, σ. 4057, σκέψη 16, και της 11ης Μαρτίου 1987, 27/85, Vandemoortele κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 1129, σκέψεις 20 και 21) προκύπτει ότι οι εθνικές αρχές δεν έχουν την αρμοδιότητα να εφαρμόζουν την εθνική τους νομοθεσία περί ανταγωνισμού, όπως οι νόμοι FTA και CA, σε τομέα υποκείμενο σε κοινή οργάνωση αγοράς. Υποστηρίζουν ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί κοινής οργανώσεως της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων είναι πλήρης και παρέχει στην Κοινότητα αποκλειστική αρμοδιότητα.
47 Η αποκλειστική αυτή αρμοδιότητα της Κοινότητας δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη ή σε όργανα αυτών να λαμβάνουν μέτρα σκοπούντα στον, άμεσο ή έμμεσο, καθορισμό ενιαίας τιμής παραγωγής για το γάλα. Εξάλλου, δεν είναι απαραίτητο τα εθνικά μέτρα να αφορούν άμεσα τις τιμές προκειμένου να συνιστούν παραβίαση της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Κοινότητας (προαναφερθείσα απόφαση Toffoli κ.λπ., σκέψεις 11 και 12). Πράγματι, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι ακόμα και μέτρα λαμβανόμενα εκτός του γεωργικού τομέα δύνανται να συνιστούν παραβίαση της παραχωρηθείσας στην Κοινότητα αποκλειστικής αρμοδιότητας (αποφάσεις Galli, προαναφερθείσα, της 23ης Ιανουαρίου 1975, 51/74, Van der Hulst, Συλλογή τόμος 1975, σ. 29· της 26ης Φεβρουαρίου 1976, 65/75, Tasca, Συλλογή τόμος 1976, σ. 125· της 26ης Φεβρουαρίου 1976, 88/75 έως 90/75, SADAM κ.λπ., Συλλογή τόμος 1976, σ. 129 και της 29ης Ιουνίου 1978, 154/77, Dechmann, Συλλογή τόμος 1978, σ. 529).
48 Όσον αφορά την κύρια δίκη, η Milk Marque και η NFU υποστηρίζουν ότι τα ληφθέντα από τον Secretary of State μέτρα συνιστούν μονομερή ενέργεια του κράτους αποβλέπουσα στον επηρεασμό της διαμορφώσεως των τιμών και της εμπορίας του γάλακτος σε μια αγορά υπαγόμενη σε κοινή οργάνωση. Επιδίωξη των μέτρων αυτών είναι η μείωση της μέσης τιμής του γάλακτος. Κατά τις Milk Marque και NFU, ο σκοπός αυτός επιδιώχθηκε παρά το γεγονός ότι η τιμή στην παραγωγή που εφάρμοζε η Milk Marque υπήρξε πάντοτε σαφώς χαμηλότερη της καθοριζόμενης από την Κοινότητα ενδεικτικής τιμής. Δηλαδή, επιδίωξη των εθνικών μέτρων υπήρξε ο καθορισμός μιας τιμής για τους παραγωγούς σε επίπεδο ακόμα χαμηλότερο της ενδεικτικής τιμής.
49 Εξάλλου, η εφαρμογή των μέτρων αυτών είχε ως σκοπό και αποτέλεσμα να περιορίσει τις τιμές στην παραγωγή και τις τιμές στην κατανάλωση σε επίπεδο το οποίο οι εθνικές αρχές μονομερώς έκριναν ως σύμφωνο προς το εθνικό δημόσιο συμφέρον, χωρίς να λάβουν υπόψη τους το δημόσιο συμφέρον σε κοινοτικό επίπεδο.
50 Τέλος, η Milk Marque και η NFU προσθέτουν ότι οι δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο μιας κοινής οργανώσεως αγοράς υπόκεινται στην εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού δυνάμει του άρθρου 36, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, το οποίο αναγνωρίζει την προτεραιότητα της κοινής γεωργικής πολιτικής έναντι των σκοπών της Συνθήκης στον τομέα του ανταγωνισμού (αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-4973, σκέψη 61, και της 15ης Οκτωβρίου 1996, C-311/94, Ijssel-Vliet, Συλλογή 1996, σ. Ι-5023, σκέψη 31), και του κανονισμού 26. Η παράλληλη εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού θα είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία συγκρούσεων, δεδομένου ότι η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού πρέπει να γίνεται λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής και, κατά συνέπεια, διά υπαγωγής των γεωργικών συνεταιρισμών στο καθεστώς του κανονισμού 26. Αντιθέτως, η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού δεν γνωρίζει αντίστοιχο περιορισμό και επιτρέπει τη λήψη μέτρων τα οποία δεν θα μπορούσαν νομίμως να ληφθούν στο πλαίσιο του κανονισμού 26.
51 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι αν η Κοινότητα είχε την πρόθεση να αποκλείσει την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα, θα μπορούσε να εφαρμόσει τον μηχανισμό που πάντοτε διέθετε. Πράγματι, οι κοινοτικοί κανονισμοί και οι οδηγίες θα μπορούσαν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 83, παράγραφος 2, στοιχείο εε, ΕΚ. Εντούτοις, παρά την ύπαρξη αυτού του μηχανισμού, δεν έχει εκδοθεί κανένας σχετικός κανονισμός ούτε οδηγία. Κατά συνέπεια, η εθνική νομοθεσία περί ανταγωνισμού μπορεί, κατ' αρχήν, να εφαρμόζεται πλήρως στον γεωργικό τομέα.
52 Όσον αφορά την άποψη κατά την οποία με τη Συνθήκη ΕΚ μεταβιβάστηκαν πλήρως οι αρμοδιότητες των εθνικών αρχών στην Κοινότητα, όσον αφορά την κοινή γεωργική πολιτική στο σύνολό της, ειδικότερα δε τους σκοπούς που τίθενται με το άρθρο 33 ΕΚ, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρατηρεί ότι μια κοινή οργάνωση αγοράς δεν μπορεί να υπάρξει στο κενό, ανεξαρτήτως των εθνικών κανόνων και μέτρων που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της. Ως παράδειγμα, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επικαλείται το ότι η εφαρμογή του εθνικού ποινικού δικαίου σε τομέα καλυπτόμενο από κοινή οργάνωση αγοράς όχι μόνον επιτρέπεται αλλά επιβάλλεται από το κοινοτικό δίκαιο (απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψεις 23 έως 25).
53 Ομοίως, το κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισμού δεν συνιστά πλήρη κώδικα, δεδομένου ότι εφαρμόζεται μόνον εφόσον θίγεται το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο. Ο αποκλεισμός της εφαρμογής του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού και, επομένως, η αποδοχή της απουσίας ελέγχου σε περιπτώσεις στις οποίες δεν θίγεται το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο θα είχε ως συνέπεια να επιτρέπονται συμφωνίες οι οποίες θίγουν σοβαρά τον ανταγωνισμό και καταχρήσεις θέσεως ισχύος, όπως αυτές που επισημαίνονται στην έκθεση της Competition Commission.
54 Η Dairy Industry Federation (στο εξής: DIF) υποστηρίζει ότι η σχετική κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν αποκλείει «σε κάθε περίπτωση» την εφαρμογή του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού επί του τρόπου οργανώσεως των συνεταιρισμών γαλακτοπαραγωγών και επί της συμπεριφοράς αυτών των συνεταιρισμών στον τομέα της πωλήσεως και της μεταποιήσεως του γάλακτος που παράγουν. Επικαλούμενη τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1969, 14/68, Wilhelm κ.λπ., Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1), υποστηρίζει ότι η λήψη μέτρων βάσει του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού δεν αποκλείεται από την ύπαρξη κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως παρά μόνον στην περίπτωση κατά την οποία η λήψη τέτοιων μέτρων θα παρεμπόδιζε την πλήρη και ενιαία εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και την αποτελεσματικότητα των πράξεων που εκδίδονται προς εφαρμογή του.
55 Η Επιτροπή συνάγει, μεταξύ άλλων, από τις αποφάσεις Wilhelm κ.λπ., προαναφερθείσα, και της 16ης Δεκεμβρίου 1975, 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73 και 113/73 και 114/73, Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1975, σ. 507), ότι καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν αποκλείει την κανονική εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ στον γεωργικό τομέα. Ομοίως, τίποτα δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ανάλογες διατάξεις της εθνικής τους νομοθεσίας στον εν λόγω τομέα.
56 Κατά την άποψη της Επιτροπής, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η εφαρμογή του FTA επί της Milk Marque ουδόλως διαπλέκεται με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε κανένα μέτρο κατά της Milk Marque δυνάμει αυτών των κανόνων.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
57 Επιβάλλεται προκαταρκτικώς να τονιστεί ότι η εξασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις αγορές των γεωργικών προϋόντων συνιστά έναν από τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, καθώς και της συγκεκριμένης κοινής οργανώσεως αγοράς.
58 Πράγματι, καίτοι αληθεύει ότι το άρθρο 36 ΕΚ αναθέτει στο Συμβούλιο να καθορίζει το μέτρο κατά το οποίο πρέπει να εφαρμόζονται οι κοινοτικοί κανόνες ανταγωνισμού επί της παραγωγής και της εμπορίας γεωργικών προϋόντων, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η ειδική κατάσταση των αγορών αυτών των προϋόντων, εντούτοις η διάταξη αυτή θέτει την αρχή της εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα.
59 Η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται, εξάλλου, τόσο από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 26 όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία οι κοινές οργανώσεις αγοράς στηρίζονται επί της αρχής μιας ανοιχτής αγοράς, στην οποία δύναται κάθε παραγωγός να έχει ελεύθερη πρόσβαση υπό αποτελεσματικούς όρους ανταγωνισμού (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 1978, 83/78, Pigs Marketing Board, Συλλογή τόμος 1978, σ. 739, σκέψη 57, και της 29ης Νοεμβρίου 1989, C-281/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1989, σ. 4015, σκέψη 16).
60 Επίσης, η σημασία του ανταγωνισμού στο πλαίσιο της κοινής αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων σαφώς προκύπτει από το άρθρο 25, παράγραφος 3, στοιχείο αα, του κανονισμού 804/68 το οποίο ορίζει ότι, όταν κράτος μέλος εξουσιοδοτείται να παράσχει σε εθνικό οργανισμό τα ειδικά δικαιώματα που προβλέπει η πρώτη παράγραφος του εν λόγω άρθρου, πρέπει να μεριμνά ώστε η άσκηση αυτών των δικαιωμάτων «να επηρεάζει μόνο στο μέτρο του απολύτως αναγκαίου τον ανταγωνισμό στον γεωργικό τομέα».
61 Επομένως, εφόσον οι κοινές οργανώσεις αγοράς γεωργικών προϋόντων δεν τίθενται εκτός κανόνων ανταγωνισμού, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, το κοινοτικό δίκαιο και το εθνικό δίκαιο στον τομέα του ανταγωνισμού εφαρμόζονται εκ παραλλήλου, δεδομένου ότι αντιμετωπίζουν υπό διαφορετικές πτυχές τις περιοριστικές πρακτικές. Ενώ τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ αντιμετωπίζουν τις πρακτικές αυτές με κριτήριο τα εμπόδια που μπορεί να προκύψουν στο μεταξύ κρατών μελών εμπόριο, οι εσωτερικές νομοθεσίες, κατευθυνόμενες από ιδιαίτερους για κάθε μία εξ αυτών λόγους, αντιμετωπίζουν τις περιοριστικές πρακτικές εντός αυτού και μόνον του πλαισίου (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Wilhelm κ.λπ., προαναφερθείσα, σκέψη 3, και της 10ης Ιουλίου 1980, 253/78 και 1/79 έως 3/79, Giry και Guerlain κ.λπ., Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 527, σκέψη 15).
62 Τα επιχειρήματα που προέβαλαν η Milk Marque και η NFU προκειμένου να υποστηρίξουν ότι η νομολογία αυτή δεν έχει εφαρμογή στον τομέα της κοινής οργανώσεως της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
63 Πρώτον, είναι βεβαίως ακριβές ότι στον καλυπτόμενο από κοινή οργάνωση αγοράς τομέα, κατά μείζονα λόγο όταν η κοινή αυτή οργάνωση στηρίζεται σε κοινό σύστημα τιμών, τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από κάθε μέτρο ικανό να εισαγάγει παρέκκλιση από αυτή την κοινή οργάνωση ή να τη θίξει (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 18ης Μαου 1977, 111/76, Van den Hazel, Συλλογή τόμος 1977, σ. 271, σκέψη 13, Pigs Marketing Board, προαναφερθείσα, σκέψη 56, και της 16ης Ιανουαρίου 2003, C-462/01, Hammarsten, Συλλογή 2003, σ. Ι-781, σκέψη 28). Ειδικότερα, τα κράτη μέλη δεν δύνανται πλέον να παρεμβαίνουν, με μονομερώς θεσπιζόμενες εθνικές διατάξεις, στον μηχανισμό διαμορφώσεως τιμών, ο οποίος διέπεται, κατά το ίδιο στάδιο της παραγωγής και της εμπορίας, από την κοινή οργάνωση (βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα απόφαση Toffoli κ.λπ., σκέψη 12).
64 Εντούτοις, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 57 έως 60 της παρούσας αποφάσεως, η διασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού εντάσσεται στους σκοπούς της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, επιβάλλεται η διαπίστωση, αφενός, ότι οποιοδήποτε μέτρο λαμβάνεται από τις αρχές κράτους μέλους κατ' εφαρμογήν της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού δεν μπορεί να θεωρείται ως παρεκκλίνον ή θίγον, εξ ορισμού, τη λειτουργία αυτής της κοινής οργανώσεως αγοράς. Αφετέρου, μέτρα της εθνικής νομοθεσίας που αποσκοπούν στην εξάλειψη μιας στρεβλώσεως του ανταγωνισμού προκύπτουσας από την κατάχρηση της θέσεως ισχύος που κατέχει ένας γεωργικός συνεταιρισμός στην εθνική αγορά δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται εκ των προτέρων ως μέτρα παρεμβαίνοντα στον μηχανισμό διαμορφώσεως τιμών διεπομένων από την εν λόγω κοινή οργάνωση αγοράς σε κοινοτικό επίπεδο, κατά την έννοια της παρατεθείσας στη σκέψη 63 της παρούσας αποφάσεως νομολογίας.
65 Δεύτερον, αν τα άρθρα 32 ΕΚ έως 38 ΕΚ και οι κανονισμοί 26 και 804/68 ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, στον διεπόμενο από κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων τομέα, η αρμοδιότητα των αρχών των κρατών μελών να παρεμβαίνουν κατ' εφαρμογήν της εθνικής τους νομοθεσίας περί ανταγωνισμού αποκλείεται πλήρως, δεν θα υπήρχε κανένας τρόπος αντιμετωπίσεως των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που στερούνται κοινοτικής διαστάσεως.
66 Τέλος, δεδομένου ότι το πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού δεν συμπίπτει με το πεδίο εφαρμογής των εθνικών κανόνων ανταγωνισμού, το γεγονός και μόνον ότι με το άρθρο 36 ΕΚ και με τον κανονισμό 26 ο κοινοτικός νομοθέτης επεχείρησε συμβιβασμό των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής και της κοινοτικής πολιτικής στον τομέα του ανταγωνισμού δεν συνεπάγεται αναγκαστικώς ότι οποιαδήποτε εφαρμογή του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού έρχεται σε σύγκρουση με το άρθρο 36 ΕΚ και με τον κανονισμό 26.
67 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι τα άρθρα 32 ΕΚ έως 38 ΕΚ και οι κανονισμοί 26 και 804/68 έχουν την έννοια ότι στον διεπόμενο από την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων τομέα οι εθνικές αρχές εξακολουθούν, κατ' αρχήν, να παραμένουν αρμόδιες για την εφαρμογή της εθνικής τους νομοθεσίας περί ανταγωνισμού επί συνεταιρισμού παραγωγών γάλακτος κατέχοντος θέση ισχύος στην εθνική αγορά.
68 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται, δεύτερον, να διερευνηθούν τα όρια αυτής της αρμοδιότητας και αν συντρέχει υπέρβαση αυτών των ορίων σε περίπτωση λήψεως μέτρων όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη.
Επί των ορίων της αρμοδιότητας των κρατών μελών να παρεμβαίνουν δυνάμει της εθνικής τους νομοθεσίας περί ανταγωνισμού στον διεπόμενο από την κοινή οργάνωση αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων τομέα
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
69 Η Milk Marque και η NFU ισχυρίζονται, επικουρικώς, ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δεν μπορούν να εφαρμόζουν το εθνικό τους δίκαιο ανταγωνισμού στον διεπόμενο από την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων τομέα παρά μόνον καθόσον οι ενέργειές τους συμβιβάζονται με τα άρθρα 32 ΕΚ έως 38 ΕΚ και με τους κανονισμούς 26 και 804/68.
70 Όσον αφορά τα μέτρα για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, υπογραμμίζουν, κατ' αρχάς, ότι λαμβάνοντας τα μέτρα αυτά κατά της Milk Marque, οι εθνικές αρχές δεν έλαβαν υπόψη τους τις υποχρεώσεις που υπέχουν από την κοινή γεωργική πολιτική και τους σκοπούς αυτής της πολιτικής αναφορικά με την ενδεικτική τιμή. Πράγματι, η Competition Commission και ο Secretary of State περιόρισαν την ανάλυσή τους στα κριτήρια δημοσίου συμφέροντος που τίθενται με το άρθρο 83 του FTA. Ο ορισμός όμως του «δημοσίου συμφέροντος» κατά τους σκοπούς αυτού του νόμου δεν αντιστοιχεί με τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, κατά το άρθρο 33, παράγραφος 1, ΕΚ.
71 Δεύτερον, τα εθνικά μέτρα περί των οποίων πρόκειται στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την άποψη της Milk Marque και της NFU εξουδετέρωσαν, επηρέασαν, έθεσαν σε κίνδυνο, αναστάτωσαν και τροποποίησαν την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων, καθώς και την ενδεικτική τιμή γάλακτος.
72 Ειδικότερα, σκοπός των εθνικών αυτών μέτρων είναι να απεκδύσουν τα μέλη της Milk Marque από το δικαίωμά τους να επιτύχουν την ενδεικτική τιμή, η οποία εκφράζει την κοινοτική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων σκοπών που μνημονεύονται στο άρθρο 33 ΕΚ.
73 Τέλος, οι εθνικές αρχές δεν στάθμισαν δεόντως τα συγκρουόμενα συμφέροντα των παραγωγών, των μεταποιητικών επιχειρήσεων και των καταναλωτών, σύμφωνα με την πολιτική, τους σκοπούς και τα κριτήρια της κοινής οργανώσεως αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων, καθώς και την ισορροπία που επιδιώκεται να επιτευχθεί σε κοινοτικό επίπεδο μέσω του κανονισμού 804/68.
74 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι το άρθρο 33 ΕΚ δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εφαρμογή του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού πρέπει να αποκλείεται όταν σκοπός ή συνέπεια αυτής της εφαρμογής είναι να απεκδύονται οι παραγωγοί της δυνατότητας αυξήσεως των τιμών τους. Κατά την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν μπορεί να θεωρείται ως ανίσχυρο ένα εθνικό μέτρο απλώς και μόνον επειδή δεν συντείνει στην επίτευξη των σκοπών που τίθενται με το άρθρο 33 ΕΚ. Αντιθέτως, οι σκοποί αυτοί πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τρόπο ισορροπημένο, χωρίς να επιδιώκεται η επιδίωξη του ενός κατ' αποκλεισμό των υπολοίπων (προαναφερθείσα απόφαση Biovilac κατά ΕΟΚ, σκέψη 16).
75 Εξάλλου, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπογραμμίζει ότι, σε μια περίπτωση όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, χαρακτηριστικό της οποίας αποτελούν οι σοβαρές καταχρήσεις της θέσεως ισχύος στην αγορά, παράβαση του κοινοτικού δικαίου θα συνιστούσε η μη εφαρμογή του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού, δεδομένου ότι η μη χρησιμοποίηση εκ μέρους κράτους μέλους των μέσων που του παρέχει η εθνική του νομοθεσία θα συνιστούσε παραβίαση του σκοπού διασφαλίσεως της ασφάλειας του εφοδιασμού [άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, ΕΚ] και της διασφαλίσεως ευλόγων τιμών για τις παραδόσεις στους καταναλωτές (άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο εε, ΕΚ).
76 Εξάλλου, η χρησιμοποίηση της εκφράσεως «κατ' αυτόν τον τρόπο» στο άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, ΕΚ υποδηλώνει σαφώς ότι το δίκαιο βιοτικό επίπεδο του γεωργικού πληθυσμού συνιστά σκοπό ο οποίος πρέπει να επιτευχθεί μέσω της αυξήσεως της γεωργικής παραγωγικότητας, η οποία ακριβώς συνιστά τον σκοπό που τίθεται με το στοιχείο αα της εν λόγω διατάξεως.
77 Τέλος, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δέχεται ότι οι παραγωγοί έχουν το δικαίωμα να επιδιώκουν την ενδεικτική τιμή. Εντούτοις, η τιμή του γάλακτος καθορίζεται μέσω των μηχανισμών της αγοράς, στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών. Κατά την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, καίτοι τα κράτη μέλη πρέπει να επιτρέπουν στους παραγωγούς τους να επιδιώκουν την ενδεικτική τιμή, εντούτοις δεν είναι υποχρεωμένα να τους επιτρέπουν επιδίωξη αυτής της τιμής με μέσα παράνομα και προσβάλλοντα τους όρους του ανταγωνισμού. Η εφαρμογή του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού επί των μεθόδων πωλήσεως ενός ιδιαίτερα μεγάλου συνεταιρισμού ουδόλως επηρεάζει την εύρρυθμη λειτουργία της κοινής αγοράς. Πράγματι, αίρουσα τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, η εφαρμογή αυτή θα συνέβαλλε στην εφαρμογή του συστήματος που προβλέπουν η Συνθήκη και ο κανονισμός 804/68.
78 Η DIF προτείνει στο πρώτο αυτό σκέλος του πρώτου ερωτήματος να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 32 ΕΚ έως 38 ΕΚ, ο κανονισμός 26, καθώς και ο κανονισμός 804/68, δεν αποκλείουν την εφαρμογή του δικαίου ανταγωνισμού του Ηνωμένου Βασιλείου, εκτός αν το δίκαιο αυτό έχει συνέπειες προφανώς αντίθετες προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Ειδικότερα, δεν θα ήταν ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο να υιοθετηθούν με το εθνικό δίκαιο ανταγωνισμού μέτρα τα οποία εμποδίζουν τους παραγωγούς γάλακτος να επιτύχουν τιμές εγγίζουσες την ενδεικτική τιμή σε περιπτώσεις όπως αυτή που εκτίθεται στην έκθεση της Competition Commission, ή ακόμα σε κάθε περίπτωση.
79 Η Επιτροπή υπενθυμίζει την πάγια νομολογία κατά την οποία, εφόσον η Κοινότητα θέσπισε κοινή οργάνωση αγοράς για ένα γεωργικό προϋόν, δεν επιτρέπεται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν οποιοδήποτε μέτρο θα μπορούσε να παραβλάψει τη λειτουργία αυτής της οργανώσεως. Στη διαφορά, όμως, της κύριας δίκης δεν πρόκειται για κανένα μέτρο τέτοιου είδους. Κατά την Επιτροπή, τα μέτρα που λαμβάνουν οι αρχές κράτους μέλους προκειμένου να περιορίσουν τη δεσπόζουσα θέση στην αγορά γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων μιας επιχειρήσεως ως προς την οποία διαπιστώθηκε ότι εκμεταλλεύεται τη θέση της αυτή κατά τρόπον αντίθετο προς το δημόσιο συμφέρον δεν μπορούν, κατ' αρχήν, να θεωρηθούν ως κωλλύοντα την εφαρμογή της σχετικής με την κοινή οργάνωση αγοράς κανονιστικής ρυθμίσεως. Ειδικότερα, ο κανονισμός 804/68 δεν εμποδίζει τις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές να λαμβάνουν, σε τέτοιες περιπτώσεις, μέτρα όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
80 Επιβάλλεται, αφενός, να τονιστεί ότι, όπως προκύπτει από την παρατεθείσα στη σκέψη 63 της παρούσας αποφάσεως νομολογία, τα κράτη μέλη οφείλουν, όταν υπάρχει κανονισμός με τον οποίο θεσμοθετείται κοινή οργάνωση των αγορών σε συγκεκριμένο τομέα, να απέχουν από κάθε μέτρο ή κανόνα δυνάμενο να εισαγάγει παρέκκλιση από αυτή την κοινή οργάνωση ή να την θίξει.
81 Αφετέρου, όπως επίσης προκύπτει από πάγια νομολογία, ακόμα και όσον αφορά τους κανόνες της Συνθήκης περί ανταγωνισμού, το άρθρο 36 ΕΚ παρέχει προτεραιότητα στους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής έναντι των σκοπών της πολιτικής ανταγωνισμού (βλ., υπ' αυτή την έννοια, αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1980, Maizena κατά Συμβουλίου, 139/79, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 359, σκέψη 23, και Γερμανία κατά Συμβουλίου, προαναφερθείσα, σκέψη 61).
82 Προκειμένου περί μέτρων όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, δεν αμφισβητείται ότι δεν παρεκκλίνουν από ρητή διάταξη των κανονιστικών ρυθμίσεων με τις οποίες θεσμοθετήθηκε η κοινή αγορά γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων.
83 Τίθεται, επομένως, το ζήτημα αν τέτοια μέτρα, εν όψει των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού τους, παράγουν συνέπειες ικανές να παρακωλύσουν τη λειτουργία των μηχανισμών που προβλέπει η εν λόγω κοινή οργάνωση (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 10ης Μαρτίου 1981, 36/80 και 71/80, Irish Cremery Milk Suppliers Association κ.λπ., Συλλογή 1981, σ. 735, σκέψη 19).
84 Επιβάλλεται, σχετικώς, να υπομνηστεί ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, σκοπός των εθνικών μέτρων περί των οποίων πρόκειται στην κύρια δίκη είναι να περιορίσουν την ισχύ της Milk Marque στην αγορά, καθώς και την ικανότητά της να αυξάνει την τιμή γάλακτος των παραγωγών που είναι μέλη της πέραν των κρινομένων ως ανταγωνιστικών επιπέδων, με σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τόσο των παραγωγών όσο και των καταναλωτών.
85 Όπως, όμως, έχει ήδη αποφανθεί το Δικαστήριο, οι μηχανισμοί της κοινής οργανώσεως της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων έχουν ουσιαστικά ως σκοπό την επίτευξη ενός επιπέδου τιμών στα στάδια της παραγωγής και του χονδρικού εμπορίου, για τον σχηματισμό του οποίου λαμβάνονται ταυτόχρονα υπόψη τα συμφέροντα του συνόλου της κοινοτικής παραγωγής στον οικείο τομέα και τα συμφέροντα των καταναλωτών και που εξασφαλίζει τον εφοδιασμό, χωρίς να προκαλεί υπερπαραγωγή (βλ., απόφαση Irish Cremery Milk Suppliers Association κ.λπ., προαναφερθείσα, σκέψη 20).
86 Συνεπώς, εθνικά μέτρα όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη δεν θέτουν σε κίνδυνο την επίτευξη των σκοπών της συγκεκριμένης κοινής οργανώσεως, δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά δεν παρεμβαίνουν στη διαμόρφωση των τιμών, αλλά σκοπούν να διασφαλίζουν την εύρρυθμη λειτουργία των μηχανισμών διαμορφώσεως τιμών, ώστε να επιτευχθούν επίπεδα τιμών εξυπηρετούντα το συμφέρον τόσο των παραγωγών όσο και των καταναλωτών.
87 Όσον αφορά, ειδικότερα, το αν εθνικά μέτρα όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη συνιστούν παραβίαση της σχετικής κοινοτικής ρυθμίσεως, επειδή η τιμή στην οποία προσφέρουν το γάλα οι παραγωγοί μέλη της Milk Marque είναι χαμηλότερη από την ενδεικτική τιμή που είχε καθοριστεί με τον κανονισμό 1190/97 πριν από την παρέμβαση των εθνικών αρχών, επιβάλλεται να τονιστεί ότι αυτό και μόνον το στοιχείο δεν αρκεί να καταστήσει τα μέτρα αυτά παράνομα σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο.
88 Αφενός, μια τέτοια τιμή προσανατολισμού συνιστά πολιτικό στόχο σε κοινοτικό επίπεδο και δεν διασφαλίζει σε όλους τους παραγωγούς κάθε κράτους μέλους ότι θα έχουν εισόδημα αντίστοιχο της ενδεικτικής τιμής.
89 Αφετέρου, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 57 έως 60 της παρούσας αποφάσεως, η διασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού περιλαμβάνεται στους σκοπούς της κοινής οργανώσεως της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι γαλακτοπαραγωγοί έχουν δικαίωμα να επιδιώκουν εισόδημα αντίστοιχο της ενδεικτικής τιμής με κάθε μέσον, ακόμα και με μέσα ενδεχομένως καταχρηστικά και αντίθετα προς τους όρους του ανταγωνισμού.
90 Εντούτοις, τα επιχειρήματα της Milk Marque και της NFU υπονοούν ότι η έκθεση της Competition Commission και οι συνακόλουθες αποφάσεις του Secretary of State δεν έλαβαν υπόψη τους το γεγονός ότι ένας από τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής είναι η διασφάλιση δικαίου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό, ιδίως με την αύξηση του ατομικού εισοδήματος των εργαζομένων στη γεωργία, και απέδωσε υπερβολική σημασία στον σκοπό διασφαλίσεως ευλόγων τιμών για τον καταναλωτή.
91 Επιβάλλεται σχετικώς να υπομνηστεί ότι, κατά την επιδίωξη των διαφόρων στόχων που απαριθμούνται στο άρθρο 33 ΕΚ, τα κοινοτικά όργανα πρέπει να εξασφαλίζουν το διαρκή συμβιβασμό των στόχων αυτών, οι οποίοι, αν αντιμετωπιστούν χωριστά, ενδέχεται να αλληλοσυγκρουσθούν. Αν, στο πλαίσιο αυτού του συμβιβασμού δεν επιτρέπεται στα κοινοτικά όργανα να απομονώνουν έναν από τους στόχους αυτούς σε σημείο που να καθιστά αδύνατη την υλοποίηση των άλλων, εντούτοις, τα κοινοτικά όργανα μπορούν να δώσουν πρόσκαιρη προτεραιότητα στον έναν ή τον άλλο από τους στόχους αυτούς, την οποία επιβάλλουν τα γεγονότα ή οι οικονομικές συνθήκες ενόψει των οποίων τα όργανα εκδίδουν τις αποφάσεις τους (βλ., υπ' αυτή την έννοια, μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα απόφαση Vandemoortele κατα Επιτροπής, σκέψη 20).
92 Καίτοι αληθεύει ότι η νομολογία αυτή διατυπώθηκε σε σχέση με τη δράση των κοινοτικών οργάνων στον τομέα της κοινής οργανώσεως γεωργικών αγορών, εντούτοις μπορεί αυτή κατ' αναλογία να εφαρμοστεί επί της δράσεως των εθνικών αρχών στο πλαίσιο της ασκήσεως αρμοδιοτήτων που έχουν διατηρήσει στον τομέα της εθνικής πολιτικής ανταγωνισμού. Πράγματι, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 80 και 81 της παρούσας αποφάσεως, στο πλαίσιο της δράσεώς τους, οι εν λόγω αρχές υποχρεούνται να τηρούν τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως αυτοί διατυπώνονται στο άρθρο 33 ΕΚ, οφείλουν επίσης να διασφαλίζουν τον συμβιβασμό των ενδεχομένως αντιφατικών μεταξύ τους στόχων αυτών.
93 Εν προκειμένω, η απάντηση στο ερώτημα αν η έκθεση της Competition Commission και οι αποφάσεις του Secretary of State προβαίνουν σε αποδεκτό συμβιβασμό των διαφόρων σκοπών που απαριθμούνται στο άρθρο 33 ΕΚ ή αν, αντιθέτως, απομονώνουν τον σκοπό της διασφαλίσεως ευλόγων τιμών για τις παραδόσεις στους καταναλωτές μέχρι σημείου που καθιστά αδύνατη την υλοποίηση των υπολοίπων στόχων προϋποθέτει επισταμένη έρευνα, ιδίως της καταστάσεως της αγοράς γάλακτος στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά την εξεταζόμενη περίοδο και των συνεπειών από την εφαρμογή των επιμάχων μέτρων επί της εν λόγω αγοράς. Μια τέτοια εξέταση, συνεπαγόμενη αναγκαστικώς εκτίμηση πραγματικών περιστατικών της διαφοράς στην κύρια δίκη, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο.
94 Εν όψει όλων των ανωτέρω σκέψεων επιβάλλεται στο πρώτο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 32 ΕΚ έως 38 ΕΚ και οι κανονισμοί 26 και 804/68 έχουν την έννοια ότι στον διεπόμενο από την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων τομέα οι εθνικές αρχές παραμένουν, κατ' αρχήν, αρμόδιες να εφαρμόζουν το εθνικό τους δίκαιο ανταγωνισμού επί συνεταιρισμού γαλακτοπαραγωγών κατέχοντος θέση ισχύος στην εθνική αγορά.
Σε περίπτωση παρεμβάσεως των αρμοδίων για τον ανταγωνισμό εθνικών αρχών στον διεπόμενο από την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων τομέα, οφείλουν αυτές να απέχουν από τη λήψη κάθε μέτρου συνιστώντος παρέκκλιση ή θίγοντος την εν λόγω κοινή οργάνωση.
Τα μέτρα που λαμβάνουν οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές στον διεπόμενο από την κοινή οργάνωση αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων τομέα δεν πρέπει να παρακωλύουν τη λειτουργία των προβλεπομένων από την εν λόγω κοινή οργάνωση μηχανισμών. Εντούτοις, το στοιχείο και μόνον ότι οι τιμές ενός γαλακτοκομικού συνεταιρισμού ήταν ήδη χαμηλότερες από την ενδεικτική τιμή γάλακτος, πριν από την παρέμβαση των ως άνω αρχών, δεν αρκεί να καταστήσει παράνομα σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο τα μέτρα που έλαβαν οι εν λόγω αρχές έναντι αυτού του συνεταιρισμού κατ' εφαρμογήν του εθνικού τους δικαίου ανταγωνισμού.
Επιπροσθέτως, τέτοιου είδους μέτρα δεν πρέπει να θέτουν σε κίνδυνο την υλοποίηση των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως αυτοί τίθενται με το άρθρο 33, παράγραφος 1, ΕΚ. Οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές υποχρεούνται, ενδεχομένως, να διασφαλίσουν τον συμβιβασμό των τυχόν αντιφατικών μεταξύ τους σκοπών του άρθρου 33 ΕΚ, χωρίς να προσδίδουν σε έναν εξ αυτών σημασία τέτοια που να καθιστά αδύνατη την υλοποίηση των υπολοίπων.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
95 Με το δεύτερο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά, ουσιαστικώς, αν η λειτουργία της ενδεικτικής τιμής γάλακτος που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 απαγορεύει στις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές να χρησιμοποιούν την ενδεικτική αυτή τιμή προκειμένου να εξετάσουν την ισχύ στην αγορά μιας γεωργικής επιχειρήσεως συγκρίνοντας τις διακυμάνσεις των πραγματικών τιμών σε σχέση με την ενδεικτική τιμή.
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
96 Η Milk Marque υποστηρίζει ότι η λειτουργία της ενδεικτικής τιμής αποκλείει τη δυνατότητα των εθνικών αρχών να τη χρησιμοποιούν ως δείκτη των διακυμάνσεων των πραγματικών τιμών που προκύπτουν από την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής. Εξάλλου, δεδομένου ότι οι τιμές στις οποίες πωλούσαν οι γαλακτοκομικοί συνεταιρισμοί ήταν πάντοτε χαμηλότερες από την ενδεικτική τιμή, οι εν λόγω αρχές δεν μπορούν να συναγάγουν την ύπαρξη ισχύος στην αγορά από το γεγονός ότι οι τιμές αυτές πλησιάζουν περισσότερο προς την ενδεικτική τιμή σε μια συγκεκριμένη στιγμή σε σχέση με μια άλλη.
97 Η DIF, η Επιτροπή και, επικουρικώς, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπογραμμίζουν ότι καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν εμποδίζει τις αρχές κράτους μέλους να χρησιμοποιούν καθ' οιονδήποτε τρόπο την ενδεικτική τιμή που καθορίζεται βάσει του κανονισμού 804/68 ως ιστορικό σημείο συγκρίσεως για τη διαπίστωση των πραγματικών διακυμάνσεων των τιμών ή για στατιστικούς, συγκριτικούς ή οικονομετρικούς σκοπούς.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
98 Επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 804/68, η ενδεικτική τιμή είναι η τιμή που επιδιώκεται να εξασφαλιστεί για το σύνολο του γάλακτος που πωλείται από τους παραγωγούς κατά τη διάρκεια της γαλακτοκομικής περιόδου, κατά τη δυνατότητα καταναλώσεως που προσφέρεται στην αγορά της Κοινότητας και στις εξωτερικές αγορές.
99 Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33, παράγραφος 1, ΕΚ, προκύπτει ότι η ουσιώδης λειτουργία της ενδεικτικής τιμής είναι να παριστά, σε κοινοτικό επίπεδο, το σημείο επιθυμητής ισορροπίας μεταξύ, αφενός, του σκοπού της διασφαλίσεως δικαίου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό και, αφετέρου, του σκοπού διασφαλίσεως ευλόγων τιμών στις παραδόσεις προς τους καταναλωτές.
100 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η χρησιμοποίηση εκ μέρους των αρμοδίων για τον ανταγωνισμό εθνικών αρχών της ενδεικτικής τιμής ως δείκτη, στο πλαίσιο της εξετάσεως της ισχύος που κατέχει στην εθνική αγορά μια γεωργική επιχείρηση, ουδόλως επηρεάζει την ουσιώδη λειτουργία της.
101 Επιπλέον, ουδεμία διάταξη του πρωτογενούς ή παραγώγου κοινοτικού δικαίου δεν απαγορεύει μια τέτοια χρησιμοποίηση της ενδεικτικής τιμής.
102 Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η λειτουργία της ενδεικτικής τιμής γάλακτος που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 δεν απαγορεύει στις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές να χρησιμοποιούν την ενδεικτική αυτή τιμή προκειμένου να εξετάσουν την ισχύ που κατέχει στην αγορά μια γεωργική επιχείρηση, συγκρίνοντας τις διακυμάνσεις των πραγματικών τιμών προς την ενδεικτική τιμή.
Επί του τρίτου ερωτήματος
103 Με το τρίτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά, ουσιαστικώς, αν τα άρθρα 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ και/ή το άρθρο 49 ΕΚ απαγορεύουν στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους, στο πλαίσιο εφαρμογής του εθνικού τους δικαίου ανταγωνισμού, να επιβάλλουν σε γαλακτοκομικό συνεταιρισμό ο οποίος κατέχει θέση ισχύος στην αγορά την απαγόρευση συνάψεως συμβάσεων για τη μεταποίηση, για λογαριασμό του, του γάλακτος που παράγουν τα μέλη του, ακόμα και με επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη.
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
104 Η Milk Marque και η NFU υπογραμμίζουν ότι τα προταθέντα από την Competition Commission μέτρα τα οποία αποδέχθηκε ο Secretary of State περιλαμβάνουν και την απαίτηση να μην συνάπτει πλέον η Milk Marque συμφωνίες μεταποιήσεως, πλην επειγουσών περιπτώσεων και όταν η μόνη εναλλακτική λύση θα ήταν η καταστροφή του γάλακτος. Η απαίτηση αυτή συνιστά περιορισμό, αφενός, της εξαγωγής ακατέργαστου γάλακτος από το Ηνωμένο Βασίλειο και, αφετέρου, της εισαγωγής ή της εξαγωγής γαλακτοκομικών προϋόντων από κράτος μέλος προς άλλα κράτη μέλη. Επομένως, αντιβαίνει προς τα άρθρα 28 ΕΚ και 29 ΕΚ. Συνεπώς, δεδομένου ότι το μέτρο αυτό επιβάλλει στη Milk Marque την υποχρέωση να προσφεύγει αποκλειστικώς στις υπηρεσίες μεταποιητικών επιχειρήσεων εγκατεστημένων στο Ηνωμένο Βασίλειο, συνιστά, επίσης, περιορισμό αντιβαίνοντα στο άρθρο 49 ΕΚ.
105 Κατά τη Milk Marque και την NFU τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με βάση τα άρθρα 30 ΕΚ και 46 ΕΚ, επειδή, αφενός, σκοποί καθαρώς οικονομικής φύσεως, όπως αυτοί που επιδιώκει ο Secretary of State, ουδέποτε μπορούν να δικαιολογήσουν την παρεμβολή εμποδίου στην εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών της ελεύθερης κυκλοφορίας (αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 1985, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, 288/83, Συλλογή 1985, σ. 1761, σκέψη 28· της 25ης Ιουλίου 1991, C-288/89, Συλλογή σ. Ι-4007, σκέψη 11, Stichting Collectieve Antennevoorziening Gouda, και της 28ης Απριλίου 1988, C-120/95, Decker, Συλλογή 1988, σ. Ι-1831, σκέψη 39) και, αφετέρου, δεν είναι δυνατόν να προβάλλονται παρεκκλίσεις από τη Συνθήκη όταν η Κοινότητα προβλέπει την εναρμόνιση των μέτρων που είναι αναγκαία για την επίτευξη του ειδικού σκοπού που επιδιώκεται μέσω αυτών των παρεκκλίσεων (απόφαση της 23ης Μαου 1996, C-5/94, Hedley Lomas, Συλλογή 1996, σ. Ι-2553, σκέψη 18), εν προκειμένω του καθορισμού ενδεικτικής τιμής και της κοινής οργανώσεως της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων.
106 Αντιθέτως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι, ακόμα και αν τα μέτρα στα οποία αναφέρεται το τρίτο προδικαστικό ερώτημα συνιστούν κώλυμα στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, το κώλυμα αυτό εφαρμόζεται άνευ διακρίσεων. Συνεπώς, είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί για πολλούς αποδεδειγμένους λόγους, όπως η απαγόρευση του αθέμιτου ανταγωνισμού, η εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και η προστασία των καταναλωτών. Επιπλέον, υπό το πρίσμα της επισταμένης αναλύσεως της Competition Commission, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν νομίζει ότι συντρέχει λόγος να υποστηριχθεί ότι οι ειλικρινείς και θεμιτοί αυτοί σκοποί επιδιώχθηκαν κατά τρόπο που να μην είναι αναλογικός.
107 Αναφερόμενη ιδίως στις αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1984, 237/82, Jongeneel Kaas κ.λπ., Συλλογή 1984, σ. 483, και της 10ης Ιανουαρίου 1985, 229/83, Leclerc και Thouars Distribution (Συλλογή 1985, σ. 1) η DIF υποστηρίζει ότι τα εθνικά μέτρα τα οποία απαγορεύουν στη Milk Marque να παραδίδει προς μεταποίηση για λογαριασμό της γάλα, είτε στο Ηνωμένο Βασίλειο, είτε σε άλλα κράτη μέλη, δεν απαγορεύονται από τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, δεδομένου ότι εφαρμόζονται άνευ διακρίσεων. Πράγματι, δεν συνεπάγονται διαφορετική μεταχείριση του εσωτερικού εμπορίου του Ηνωμένου Βασιλείου και του εξαγωγικού του εμπορίου παρέχουσα ειδικό πλεονέκτημα στη βρετανική παραγωγή ή στη βρετανική αγορά γάλακτος. Οι κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας δεν αποκλείουν την εφαρμογή του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού υπό τέτοιες περιστάσεις και για τέτοιο σκοπό.
108 Όσον αφορά το συμβιβαστό των μέτρων αυτών με τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η DIF επικαλείται τις αποφάσεις της 3ης Δεκεμβρίου 1974, 33/74, Van Binsbergen (Συλλογή τόμος 1974, σ. 513, σκέψη 12), της 30ής Απριλίου 1986, 96/85, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1986, σ. 1475, σκέψεις 10 και 11), και της 25ης Ιουλίου 1991, C-76/90, Sδger, Συλλογή 1991, σ. Ι-4221, σκέψη 12), για να συναγάγει το συμπέρασμα ότι αντικειμενικά κριτήρια, όπως εν προκειμένω το εθνικό δίκαιο ανταγωνισμού, εφαρμοζόμενα κατά τρόπο μη εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεις και με σκοπό την τελειοποίηση της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αντίθετα προς τα άρθρα 49 ΕΚ και 55 ΕΚ.
109 Η Επιτροπή, αναφερόμενη στην προαναφερθείσα απόφαση Leclerc και Thouars Distribution, υποστηρίζει ότι μέτρα όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη δεν εμπίπτουν στο άρθρο 28 ΕΚ, δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα εμπορεύματα εξάγονται με μοναδικό σκοπό την επανεισαγωγή τους, με πρόθεση παρακάμψεως της εθνικής νομοθεσίας. Εξάλλου, τα μέτρα αυτά δεν είναι αντίθετα προς το άρθρο 29 ΕΚ, δεδομένου ότι δεν έχουν ως αποτέλεσμα να περιορίζουν ειδικώς τα εξαγωγικά ρεύματα και να δημιουργούν διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου κράτους μέλους και του εξαγωγικού του εμπορίου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
110 Επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, να τονιστεί ότι η μεταποίηση γάλακτος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως παροχή υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 50 ΕΚ, καθόσον έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την παραγωγή ενός υλικού αντικειμένου, το οποίο προορίζεται να διατεθεί στο εμπόριο ως εμπόρευμα. Εν πάση περιπτώσει, κατά το άρθρο 50 ΕΚ, ως υπηρεσίες νοούνται οι παροχές που κατά κανόνα προσφέρονται αντί αμοιβής, εφόσον δεν διέπονται από τις διατάξεις τις σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των κεφαλαίων και των προσώπων (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, απόφαση της 7ης Μαου 1985, 18/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1985, σ. 1339, σκέψη 12).
111 Εξάλλου, από τη δικογραφία προκύπτει ότι τα μέτρα περί των οποίων πρόκειται στην κύρια δίκη και στα οποία αναφέρεται το τρίτο ερώτημα αφορούν μόνο τη μεταποίηση του γάλακτος σε προϋόντα επί των οποίων η Milk Marque διατηρεί την κυριότητα και των οποίων την εμπορία αναλαμβάνει η MMD, θυγατρική της Milk Marque. Επομένως, προκειμένου περί συμβάσεων μεταποιήσεως οι οποίες έχουν συναφθεί με επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη, τα υπό εξέταση μέτρα αφορούν, βεβαίως, εξαγόμενα προϋόντα, η εξαγωγή όμως αυτών των προϋόντων πραγματοποιείται με σκοπό τη μεταποίησή τους και τη μεταγενέστερη επανεισαγωγή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο.
112 Συνεπώς, επιβάλλεται να εξεταστεί το τρίτο ερώτημα αποκλειστικώς υπό το πρίσμα των άρθρων 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ.
113 Όσον αφορά, πρώτον, το ζήτημα αν μέτρα όπως αυτά στα οποία αναφέρεται το τρίτο ερώτημα συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, σκοπός αυτής της διατάξεως είναι η απαγόρευση κάθε κανονιστικής ρυθμίσεως και κάθε μέτρου λαμβανόμενου από τα κράτη μέλη και δυνάμενου να παρακωλύσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο (βλ., ιδίως, απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville, Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5).
114 Εντούτοις, όπως επίσης προκύπτει από πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν μέτρα προς αποτροπή του ενδεχομένου, εκμεταλλευόμενα τις διευκολύνσεις που δημιουργούνται δυνάμει της Συνθήκης, ορισμένοι από τους υπηκόους τους να επιχειρήσουν να αποφύγουν καταχρηστικώς την εφαρμογή της εθνικής τους νομοθεσίας (βλ., μεταξύ άλλων, στον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, αποφάσεις Van Binsbergen, προαναφερθείσα, σκέψη 13· απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1993, C-148/91, Veronica Omroep Organisation, Συλλογή 1993, σ. I-487, σκέψη 12, και της 5ης Οκτωβρίου 1994, C23/93, TV10, Συλλογή 1994, σ. I-4795, σκέψη 21· στον τομέα της ελεύθερης εγκαταστάσεως, αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 115/78, Knoors, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 169, σκέψη 25· της 3ης Οκτωβρίου 1990, C-61/89, Bouchoucha, Συλλογή 1990, σ. I-3551, σκέψη 14, και της 9ης Μαρτίου 1999, C-212/97, Centros, Συλλογή 1999, σ. I-1459, σκέψη 24· στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, απόφαση της 2ας Μαου 1996, C-206/94, Paletta, Συλλογή 1996, σ. I-2357, σκέψη 24· στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, 39/86, Lair, Συλλογή 1988, σ. 3161, σκέψη 43· στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, απόφαση της 3ης Μαρτίου 1993, C-8/92, General Milk Products, Συλλογή 1993, σ. I-779, σκέψη 21· στον τομέα του εταιρικού δικαίου, απόφαση της 12ης Μαου 1998, C-367/96, Κεφαλάς κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. I-2843, σκέψη 20).
115 Όσον αφορά ειδικότερα τον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι περιοριστικά μέτρα που αφορούν εμπορεύματα ήδη εξαχθέντα με μοναδικό σκοπό την επανεισαγωγή τους, με πρόθεση παρακάμψεως μιας εθνικής νομοθεσίας, δεν συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό των εισαγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ (βλ., υπ' αυτή την έννοια, προαναφερθείσα απόφαση Leclerc και Thouars Distribution, σκέψη 27). Το ίδιο ισχύει προκειμένου περί εξαγωγής εμπορευμάτων με συνακόλουθη επανεισαγωγή τους προς αποφυγή της εφαρμογής μέτρων τα οποία έχουν ληφθεί κατ' εφαρμογήν του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού.
116 Αυτό συμβαίνει προκειμένου περί μέτρων όπως αυτά στα οποία αναφέρεται το τρίτο ερώτημα.
117 Πράγματι, αν η απαγόρευση συνάψεως συμβάσεων μεταποιήσεως για λογαριασμό της, η οποία επιβλήθηκε στη Milk Marque, εφαρμοζόταν μόνον επί των συμβάσεων που έχουν συναφθεί με εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο επιχειρήσεις, η Milk Marque θα είχε τη δυνατότητα, μέσω συμβάσεων που θα συνήπτε με επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη, να παρακάμψει αυτή τη νομοθεσία, η οποία ως εκ τούτου θα παρέμενε άνευ αποτελέσματος.
118 Όσον αφορά, δεύτερον, το ζήτημα αν μέτρα όπως αυτά στα οποία αναφέρεται το τρίτο ερώτημα συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς των εξαγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 29 ΕΚ, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, η διάταξη αυτή αφορά εθνικά μέτρα τα οποία έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να περιορίζουν ειδικώς τα εξαγωγικά ρεύματα και να δημιουργούν, με τον τρόπο αυτό, διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου ενός κράτους μέλους και του εξαγωγικού του εμπορίου, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ειδικό πλεονέκτημα υπέρ της εθνικής παραγωγής ή της εσωτερικής αγοράς του οικείου κράτους (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1981, 155/80, Oebel, Συλλογή 1981, σ. 1993, σκέψη 15· Jongeneel Kaas κ.λπ., προαναφερθείσα, σκέψη 22, και της 16ης Μαου 2000, C-388/95, Βέλγιο κατά Ισπανίας, Συλλογή σ. Ι-3123, σκέψη 41).
119 Επιβάλλεται, πάντως, η διαπίστωση ότι αυτό δεν ισχύει για μέτρα όπως αυτά στα οποία αναφέρεται το τρίτο ερώτημα, τα οποία εντάσσονται στην εθνική πολιτική ανταγωνισμού, αποσκοπούν να καταστείλουν τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές ενός γεωργικού συνεταιρισμού και εφαρμόζονται αδιακρίτως επί συμβάσεων μεταποιήσεως που έχουν συναφθεί με επιχειρήσεις εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο και επί συμβάσεων που έχουν συναφθεί με επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη.
120 Συνεπώς, στο τρίτο ερώτημα επιβάλλεται να δοθεί η απάντηση ότι οι κανόνες της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους, στο πλαίσιο εφαρμογής του εθνικού τους δικαίου ανταγωνισμού, να απαγορεύσουν σε γαλακτοκομικό συνεταιρισμό ο οποίος κατέχει θέση ισχύος στην αγορά να συνάπτει συμβάσεις μεταποιήσεως για λογαριασμό του γάλακτος που παράγουν τα μέλη του, περιλαμβανομένων συμβάσεωνμε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
121 Με το τέταρτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά, ουσιαστικώς, αν τα άρθρα 12 ΕΚ και 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ αποκλείουν τη λήψη μέτρων όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη έναντι γαλακτοκομικού συνεταιρισμού κατέχοντος θέση ισχύος στην αγορά, στην περίπτωση που επιτρέπεται σε σημαντικούς γαλακτοκομικούς συνεταιρισμούς, καθέτως οργανωμένους, να δραστηριοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη.
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
122 Η Milk Marque και η NFU ισχυρίζονται ότι δεν συμβιβάζεται με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών που προβλέπουν τα άρθρα 12 ΕΚ και 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, το να χρησιμοποιούν οι εθνικές αρχές την εθνική τους νομοθεσία με σκοπό τον περιορισμό της δυνατότητας μιας κατηγορίας παραγωγών, όπως τα μέλη της Milk Marque να δραστηριοποιηθούν στη μεταποίηση γάλακτος, όταν αυτός ο περιορισμός δεν ισχύει για τις άλλες παραγωγικές επιχειρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου ή σε άλλη χώρα της Ευρωπαϋκής Ενώσεως. Υπογραμμίζουν ότι τα εθνικά μέτρα για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη δεν εφαρμόζονται επί του συνόλου των παραγωγικών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι δεν ελήφθησαν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Πράγματι, τα μέτρα αυτά εντάσσονται στο πλαίσιο μιας πολιτικής η οποία εκ προθέσεως υιοθετήθηκε υπέρ των επιχειρήσεων μεταποιήσεως γάλακτος και εις βάρος των μελών της Milk Marque.
123 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν εφαρμόζεται ούτε επί της διαφορετικής μεταχειρίσεως που οι αρχές των κρατών μελών επιφυλλάσσουν στα μέλη των γεωργικών συνεταιρισμών ούτε στην περίπτωση κατά την οποία η προβαλλόμενη δυσμενής διάκριση δεν οφείλεται σε ενέργειες της ίδιας αρχής.
Επίσης, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η DIF και η Επιτροπή υπογραμμίζουν, μεταξύ άλλων, ότι η διαφορετική μεταχείριση μιας επιχειρήσεως, επειδή αυτή εκμεταλλεύεται τη δεσπόζουσα θέση της εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος, δεν συνιστά πράξη δυσμενούς διακρίσεως έναντι αυτής της επιχειρήσεως, αλλά μάλλον αντικειμενικώς δικαιολογημένο μέτρο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
124 Καίτοι αληθεύει ότι το άρθρο 12 ΕΚ απαγορεύει σε κάθε κράτος μέλος να εφαρμόζει διαφορετικά το εθνικό του δίκαιο ανταγωνισμού αναλόγως της ιθαγένειας των ενδιαφερομένων, εντούτοις δεν αφορά ενδεχόμενες διαφορές μεταχειρίσεως που μπορούν να προκύψουν, για πρόσωπα και επιχειρήσεις που υπάγονται στο κοινοτικό δίκαιο, από υφιστάμενες μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών διαφορές, εφόσον αυτές εφαρμόζονται επί όλων εκείνων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ιθαγένειά τους (βλ., υπ' αυτή την έννοια, προαναφερθείσα απόφαση Wilhelm, σκέψη 13).
125 Εν όψει αυτής της νομολογίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι προκειμένου για μέτρα όπως αυτά στα οποία αναφέρεται η κύρια δίκη, σκοπός των οποίων είναι να αποτρέψουν την επέκταση των δραστηριοτήτων ενός γαλακτοκομικού συνεταιρισμού στον τομέα της μεταποιήσεως γάλακτος, λόγω της θέσεως ισχύος που αυτός κατέχει στην αγορά και της χρησιμοποιήσεως αυτής της ισχύος εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος, το γεγονός και μόνον ότι υφίστανται σε άλλα κράτη μέλη καθέτως οργανωμένοι συνεταιρισμοί δεν αρκεί να θεμελιώσει την άποψη ότι η λήψη τέτοιων μέτρων συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας.
126 Όσον αφορά το άρθρο 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, επιβάλλεται να τονιστεί ότι η διάταξη αυτή, η οποία απαγορεύει κάθε δυσμενή διάκριση στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, δεν αποτελεί παρά ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας η οποία επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1998, 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 4563, σκέψη 25· της 17ης Απριλίου 1997, C-15/95, EARL de Kerlast, Συλλογή 1997, σ. Ι-1961, σκέψη 35, και της 13ης Απριλίου 2000, C-292/97, Karlsson κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. Ι-2737, σκέψη 39, και της 6ης Μαρτίου 2003, C-14/01, Niemann, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 49).
127 Εν προκειμένω, αρκεί να τονιστεί ότι, όπως προκύπτει από τη διάταξη παραπομπής, η λήψη των μέτρων για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη έγινε βάσει κανονιστικής ρυθμίσεως γενικής ισχύος, προς δικαιολόγηση της οποίας προβλήθηκε η θέση ισχύος της Milk Marque στην αγορά καθώς και η χρησιμοποίηση αυτής της ισχύος κατά του δημοσίου συμφέροντος. Συνεπώς, συνεταιρισμός όπως η Milk Marque δεν βρίσκεται σε θέση όμοια με αυτή των λοιπών επιχειρήσεων παραγωγής γάλακτος που είναι εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο ή σε άλλα κράτη μέλη.
128 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, επιβάλλεται στο τέταρτο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 12 ΕΚ και 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ δεν απαγορεύουν τη λήψη μέτρων όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη έναντι γαλακτοκομικού συνεταιρισμού ο οποίος κατέχει θέση ισχύος στην αγορά και εκμεταλλεύεται αυτή την ισχύ εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος, έστω και αν επιτρέπεται σε σημαντικούς γαλακτοκομικούς συνεταιρισμούς να δραστηριοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
129 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το High Court of Justice (England and Wales), Queen's Bench Division (Crown Office), με διάταξη της 31ης Μαρτίου 2000, αποφαίνεται:
1) Τα άρθρα 32 ΕΚ έως 38 ΕΚ και οι κανονισμοί 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϋόντων, και (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1587/96 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1996, έχουν την έννοια ότι στον διεπόμενο από την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων τομέα οι εθνικές αρχές εξακολουθούν, κατ' αρχήν, να παραμένουν αρμόδιες για την εφαρμογή της εθνικής τους νομοθεσίας περί ανταγωνισμού επί συνεταιρισμού παραγωγών γάλακτος κατέχοντος θέση ισχύος στην εθνική αγορά.
Σε περίπτωση παρεμβάσεως των αρμοδίων για τον ανταγωνισμό εθνικών αρχών στον διεπόμενο από την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων τομέα, οφείλουν αυτές να απέχουν από τη λήψη κάθε μέτρου συνιστώντος παρέκκλιση ή θίγοντος την εν λόγω κοινή οργάνωση.
Τα μέτρα που λαμβάνουν οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές στον διεπόμενο από την κοινή οργάνωση αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων τομέα δεν πρέπει να παρακωλύουν τη λειτουργία των προβλεπομένων από την εν λόγω κοινή οργάνωση μηχανισμών. Εντούτοις, το στοιχείο και μόνον ότι οι τιμές ενός γαλακτοκομικού συνεταιρισμού ήταν ήδη χαμηλότερες από την ενδεικτική τιμή γάλακτος, πριν από την παρέμβαση των ως άνω αρχών, δεν αρκεί να καταστήσει παράνομα σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο τα μέτρα που έλαβαν οι εν λόγω αρχές έναντι αυτού του συνεταιρισμού κατ' εφαρμογήν του εθνικού τους δικαίου ανταγωνισμού.
Επιπροσθέτως, τέτοιου είδους μέτρα δεν πρέπει να θέτουν σε κίνδυνο την υλοποίηση των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως αυτοί τίθενται με το άρθρο 33, παράγραφος 1, ΕΚ. Οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές υποχρεούνται, ενδεχομένως, να διασφαλίσουν τον συμβιβασμό των τυχόν αντιφατικών μεταξύ τους σκοπών του άρθρου 33 ΕΚ, χωρίς να προσδίδουν σε έναν εξ αυτών σημασία τέτοια που να καθιστά αδύνατη την υλοποίηση των υπολοίπων.
2) Η λειτουργία της ενδεικτικής τιμής γάλακτος που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1587/96, δεν απαγορεύει στις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές να χρησιμοποιούν την ενδεικτική αυτή τιμή προκειμένου να εξετάσουν την ισχύ που κατέχει στην αγορά μια γεωργική επιχείρηση, συγκρίνοντας τις διακυμάνσεις των πραγματικών τιμών προς την ενδεικτική τιμή.
3) Οι κανόνες της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους, στο πλαίσιο εφαρμογής του εθνικού τους δικαίου ανταγωνισμού, να απαγορεύσουν σε γαλακτοκομικό συνεταιρισμό ο οποίος κατέχει θέση ισχύος στην αγορά να συνάπτει συμβάσεις μεταποιήσεως για λογαριασμό του γάλακτος που παράγουν τα μέλη του, περιλαμβανομένων συμβάσεων με επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη.
4) Τα άρθρα 12 ΕΚ και 34, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ δεν απαγορεύουν τη λήψη μέτρων όπως αυτά για τα οποία πρόκειται στην κύρια δίκη έναντι γαλακτοκομικού συνεταιρισμού ο οποίος κατέχει θέση ισχύος στην αγορά και εκμεταλλεύεται αυτή την ισχύ εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος, έστως και αν επιτρέπεται σε σημαντικούς γαλακτοκομικούς συνεταιρισμούς να δραστηριοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη.
Full & Egal Universal Law Academy