Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Απόδειξη της παραβάσεως - Υποχρεώσεις ως προς τη διαχείριση των ποσοστώσεων αλιείας - Διαπίστωση της παραβάσεως κράτους μέλους αποδεικνύοντας τα εμπεριστατωμένα πραγματικά στοιχεία που δείχνουν ότι υπάρχει σημαντική και επαναλαμβανόμενη υπεραλίευση - Επιτρέπεται
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Απόδειξη της παραβάσεως - Δυνατότητα χρηματικών κυρώσεων κατ' εφαρμογήν του άρθρου 228 ΕΚ - Χωρίς επίπτωση στη φύση της αποδείξεως
(Άρθρα 226 ΕΚ και 228 ΕΚ)
3. Αλιεία - Διατήρηση των θαλάσσιων πόρων - Σύστημα ποσοστώσεων αλιείας - Μέτρα ελέγχου - Υποχρεώσεις των κρατών μελών - Πρακτικές δυσχέρειες - Δεν έχουν καμία επίπτωση -
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 2241/87, άρθρο 11 § 2, και 2847/93, άρθρο 31)
4. Αλιεία - Διατήρηση των θαλάσσιων πόρων - Σύστημα ποσοστώσεων αλιείας - Μέτρα ελέγχου - Υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν κατασταλτικά μέτρα - Δεν είναι κρίσιμες οι πρακτικές δυσχέρειες
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 2241/87, άρθρο 1 § 2, και 2847/93, άρθρο 31)
Περίληψη
1. Η Επιτροπή αποδεικνύει, χωρίς να βασίζεται σε οποιοδήποτε τεκμήριο, ότι ένα κράτος μέλος δεν θέσπισε τις κατάλληλες λεπτομέρειες ελέγχου της χρήσεως των ποσοστώσεων αλιείας που του χορηγήθηκαν και παρέβη τις υποχρεώσεις του ελέγχου οσάκις αυτή μπορεί, βάσει των στοιχείων που το θεσπισθέν από το εν λόγω κράτος μέλος σύστημα επιτρέπει να συγκεντρωθούν, να διαπιστώσει περιπτώσεις σημαντικής υπεραλιεύσεως και επαναλαμβανόμενες, οι οποίες είναι καταλογιστέες στα σκάφη που έχουν πρόσβαση στις ποσοστώσεις του.
( βλ. σκέψεις 36, 39-40 )
2. Το γεγονός ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, μπορούν να επιβληθούν οικονομικές κυρώσεις σε ένα κράτος μέλος σε περίπτωση μη εκτελέσεως εκ μέρους του αποφάσεως του Δικαστηρίου περί διαπιστώσεως παραβάσεως δεν έχει επίπτωση στη φύση της αποδείξεως περί της υπάρξεως της παραβάσεως που η Επιτροπή οφείλει να προσκομίσει.
( βλ. σκέψη 41 )
3. Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα δεσμευτικού χαρακτήρα ώστε να απαγορεύουν προσωρινώς κάθε αλιευτική δραστηριότητα προτού ακόμη εξαντληθούν οι ποσοστώσεις. Το άρθρο 21 του κανονισμού 2847/93, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής, θεσπίζει την ίδια υποχρέωση από την 1η Ιανουαρίου 1994. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν εγκαίρως όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την πρόληψη υπερβάσεων των επίδικων ποσοστώσεων, ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση των ποσοστώσεων που τους έχουν χορηγηθεί προς τον σκοπό της διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται πρακτικές δυσχέρειες προκειμένου να δικαιολογούν τη μη έγκαιρη εφαρμογή των ενδεικνυομένων μέτρων για να απαγορευθεί η αλιεία. Αντίθετα, αυτά υποχρεούνται να υπερνικούν τις δυσχέρειες αυτές λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα. Επομένως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται εκφορτώσεις σε τρίτες χώρες ή τις διακυμάνσεις των ποσοτήτων που εκφορτώθηκαν στα άλλα κράτη μέλη ή σε τρίτες χώρες.
( βλ. σκέψεις 46, 49-50 )
4. Σε περίπτωση παραβάσεως της κοινοτικής ρυθμίσεως όσον αφορά τη διατήρηση και τον έλεγχο των αλιευτικών πόρων, οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους υποχρεούνται να ασκήσουν ποινική ή διοικητική δίωξη κατά του πλοιάρχου του συγκεκριμένου σκάφους ή κάθε άλλου υπευθύνου, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες. Το άρθρο 31 του κανονισμού 2847/93, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής, θεσπίζει την ίδια υποχρέωση για τα κράτη μέλη από την 1η Ιανουαρίου 1994, διευκρινίζοντας, στην παράγραφο 2, ότι οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι ικανές να στερήσουν όντως τους υπεύθυνους από τα οικονομικά οφέλη της παράβασης ή να παράγουν αποτελέσματα ανάλογα με τη σοβαρότητα των παραβάσεων αυτών, ούτως ώστε να αποτρέψουν πράγματι περαιτέρω παραβάσεις του ίδιου είδους. Πράγματι, αν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους παρέλειπαν συστηματικώς να προβούν σε δίωξη των υπευθύνων για τέτοιες παραβάσεις, θα διακυβεύονταν τόσο η διατήρηση και η διαχείριση των αλιευτικών πόρων όσο και η ομοιόμορφη εφαρμογή της κοινής πολιτικής αλιείας. Συναφώς, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεως, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από κανόνες του κοινοτικού δικαίου.
( βλ. σκέψεις 56-57, 60 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-140/00,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους T. van Rijn και K. Fitch, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας, εκπροσωπουμένου από την R. Magrill, επικουρούμενη από τον Μ. Hoskins, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι, όσον αφορά τα έτη 1991 έως 1996, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας:
- μη θεσπίζοντας τις κατάλληλες λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που του χορηγήθηκαν,
- μη διενεργώντας τις επιθεωρήσεις και τους λοιπούς ελέγχους που επιτάσσουν οι εφαρμοστέοι κοινοτικοί κανονισμοί,
- μη απαγορεύντας προσωρινά τις αλιείες αφ' ής εξαντλήθηκαν οι ποσοστώσεις, και
- μη επιβάλλοντας διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις κατά των πλοιάρχων των σκαφών που παρέβησαν τους κανονισμούς ή κατά οποιουδήποτε άλλου υπευθύνου για τέτοιες παραβάσεις,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 24, σ. 1), ή, από την 1η Ιανουαρίου, 1993, 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3760/92 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια (ΕΕ L 389, σ. 1), καθώς και από τα άρθρα 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2241/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες (ΕΕ L 207, σ. 1), ή από την 1η Ιανουαρίου 1994, 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2847/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής (ΕΕ L 261, σ. 1), 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, ή 21 του κανονισμού 2847/93, 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, ή 31 του κανονισμού 2847/93,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Wathelet, πρόεδρο τμήματος, C. W. A. Timmermans, A. La Pergola (εισηγητή), P. Jann και S. von Bahr, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Απριλίου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι, όσον αφορά τα έτη 1991 έως 1996, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας:
- μη θεσπίζοντας τις κατάλληλες λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που του χορηγήθηκαν,
- μη διενεργώντας τις επιθεωρήσεις και τους λοιπούς ελέγχους που επιτάσσουν οι εφαρμοστέοι κοινοτικοί κανονισμοί,
- μη απαγορεύντας προσωρινά τις αλιείες αφ' ής εξαντλήθηκαν οι ποσοστώσεις, και
- μη επιβάλλοντας διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις κατά των πλοιάρχων των σκαφών που παρέβησαν τους εν λόγω κανονισμούς ή κατά οποιουδήποτε άλλου υπευθύνου για τέτοιες παραβάσεις,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 24, σ. 1), ή, από την 1η Ιανουαρίου, 1993, 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3760/92 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια (ΕΕ L 389, σ. 1), καθώς και από τα άρθρα 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2241/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες (ΕΕ L 207, σ. 1), ή από την 1η Ιανουαρίου 1994, 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2847/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής (ΕΕ L 261, σ. 1), 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, ή 21 του κανονισμού 2847/93, 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, ή 31 του κανονισμού 2847/93.
Το νομικό πλαίσιο
2 Ο κανονισμός 170/83 είχε ως σκοπό, κατά το άρθρο του 1, πρώτο εδάφιο, «την προστασία των αλιευτικών πεδίων, τη διατήρηση των θαλασσίων βιολογικών πόρων και την ισόρροπη εκμετάλλευσή τους σε διαρκή βάση και υπό κατάλληλες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες».
3 Κατά τα άρθρα 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ_, και 3 του κανονισμού 170/83, τα μέτρα που θεσπίζονται στο πλαίσιο του συστήματος αυτού μπορούν να περιλαμβάνουν τον περιορισμό της αλιευτικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα με τον περιορισμό του «συνόλου των επιτρεπομένων αλιευμάτων» («total admissible de captures», στο εξής: TAC). Όταν κρίνεται αναγκαίος ο καθορισμός των TAC, τότε αυτά καθορίζονται ετησίως, στο τέλος Δεκεμβρίου, με κανονισμούς του Συμβουλίου, το οποίο ενεργεί προτάσει της Επιτροπής. Οι κανονισμοί αυτοί καθορίζουν, για το επόμενο ημερολογιακό έτος, τα TAC για το σύνολο της Κοινότητας και την ποσόστωση που απονέμεται σε κάθε κράτος μέλος. Τα TAC και οι ποσοστώσεις καθορίζονται ανά απόθεμα, δηλαδή ανά είδος για μια συγκεκριμένη ζώνη.
4 Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83:
«Τα κράτη μέλη καθορίζουν τηρώντας τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που τους έχουν παραχωρηθεί. [...]»
5 Ανάλογες διατάξεις περιλαμβάνονται στον κανονισμό 3760/92, ο οποίος κατήργησε, από την 1η Ιανουαρίου 1993, τον κανονισμό 170/83.
6 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3760/92:
«Τα κράτη μέλη ενημερώνουν ετησίως την Επιτροπή για τα κριτήρια που θέσπισαν σχετικά με την κατανομή, καθώς και για τους λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τη χρήση των διαθέσιμων αλιευτικών δυνατοτήτων που τους χορηγήθηκαν, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο και την κοινή αλιευτική πολιτική.»
7 Ο κανονισμός 2241/87 επέβαλε, με τα άρθρα του 1 και 11, ειδικές υποχρεώσεις στα κράτη μέλη όσον αφορά την επιθεώρηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων και τη διαχείριση των ποσοστώσεων.
8 Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2241/87 προέβλεπε τα εξής:
«1. Για να εξασφαλιστεί η τήρηση κάθε ισχύουσας ρύθμισης σχετικά με τα μέτρα διατήρησης και ελέγχου, κάθε κράτος μέλος ελέγχει, στο έδαφός του και στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του, την άσκηση της αλιείας και των συναφών δραστηριοτήτων. Επιθεωρεί τα αλιευτικά σκάφη και όλες τις δραστηριότητες των οποίων η επιθεώρηση πρέπει να επιτρέπει να εξακριβώνεται η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, και ιδίως οι δραστηριότητες εκφόρτωσης, πώλησης και εναποθήκευσης ιχθύων και καταγραφής των εκφορτώσεων και των πωλήσεων.
2. Αν, στο τέλος ελέγχου ή επιθεώρησης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους διαπιστώνουν ότι δεν τηρούνται οι ισχύουσες ρυθμίσεις για τα μέτρα διατήρησης και ελέγχου, ασκούν ποινική ή διοικητική δίωξη κατά του πλοιάρχου του συγκεκριμένου σκάφους ή κάθε άλλου υπεύθυνου.»
9 Το άρθρο 11, παράγραφοι 1 έως 3, του εν λόγω κανονισμού προέβλεπε τα εξής:
«1. Όλα τα αλιεύματα αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων για τα οποία έχει καθορισθεί ποσόστωση και τα οποία αλιεύονται από αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία κράτους μέλους ή είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος υπολογίζονται ανεξάρτητα από τον τόπο εκφόρτωσης, στην ποσόστωση του κράτους μέλους αυτού για το εν λόγω απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων.
2. Κάθε κράτος μέλος καθορίζει την ημερομηνία κατά την οποία οι αλιεύσεις αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων που υπόκεινται σε ρύθμιση ποσόστωσης και οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία του ή είναι νηολογημένα σ' αυτό θεωρούνται ότι έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που έχει χορηγηθεί για το εν λόγω απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων. Απαγορεύει από την ημερομηνία αυτή, προσωρινά, την αλιεία ιχθύων αυτού του αποθέματος ή αυτής της ομάδας αποθεμάτων από τα εν λόγω σκάφη, καθώς και τη διατήρηση επί του σκάφους, τη μεταφόρτωση και την εκφόρτωση, εφόσον οι αλιεύσεις πραγματοποιήθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή, και καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας επιτρέπονται οι μεταφορτώσεις και οι εκφορτώσεις ή οι τελευταίες κοινοποιήσεις για τα αλιεύματα. Το μέτρο αυτό κοινοποιείται χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή, η οποία ενημερώνει σχετικά τα υπόλοιπα κράτη μέλη.
3. Η Επιτροπή, κατόπιν κοινοποιήσεως η οποία γίνεται βάσει της παραγράφου 2 ή με δική της πρωτοβουλία, καθορίζει, με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, την ημερομηνία κατά την οποία, για ένα απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων, οι αλιεύσεις που υπόκεινται σε TAC, ή ποσόστωση ή άλλη μορφή ποσοτικού περιορισμού και τις οποίες πραγματοποίησαν αλιευτικά σκάφη υπό σημαία κράτους μέλους ή νηολογημένα σε κράτος μέλος, θεωρούνται ότι έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση, την παραχωρηθείσα ποσότητα ή το διαθέσιμο μερίδιο γι' αυτό το κράτος μέλος ή, κατά περίπτωση, για την Κοινότητα.
Με την ευκαιρία της εκτίμησης της κατάστασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή ενημερώνει τα οικεία κράτη μέλη για τις προοπτικές παύσης μιας αλιείας λόγω εξάντλησης του TAC.
Τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία κράτους μέλους ή είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος, παύουν να αλιεύουν ένα είδος αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων που υπόκεινται σε ποσόστωση την ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί η ποσόστωση που χορηγήθηκε στο κράτος αυτό για το είδος του εν λόγω αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων· αυτά τα σκάφη παύουν επίσης να κρατούν επί του σκάφους, να εκφορτώνουν, να μεταφορτώνουν ή να αναθέτουν σε άλλον την εκφόρτωση ή μεταφόρτωση αλιευμάτων αυτού του είδους εφόσον τα αλιεύματα αυτά αλιεύθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή.»
10 Ο κανονισμός 2241/87 αντικαταστάθηκε, από την 1η Ιανουαρίου 1994, από τον κανονισμό 2847/93.
11 Το άρθρο 2 του τελευταίου αυτού κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«1. Για να εξασφαλιστεί η τήρηση όλων των κανόνων που ισχύουν και αφορούν τα μέτρα διατήρησης και ελέγχου, κάθε κράτος μέλος παρακολουθεί, στο έδαφός του και στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του, την αλιευτική δραστηριότητα και τις συναφείς δραστηριότητες. Τα κράτη μέλη επιθεωρούν τα αλιευτικά σκάφη και ερευνούν όλες τις δραστηριότητες, προς εξακρίβωση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εκφόρτωσης, πώλησης, μεταφοράς και αποθήκευσης ψαριών και καταγραφής των εκφορτώσεων και των πωλήσεων.
2. Στα αλιευτικά σκάφη που επιτρέπεται να ασκούν αλιευτικές δραστηριότητες, φέρουν τη σημαία τρίτης χώρας και πλέουν στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία ενός κράτους μέλους, εφαρμόζεται σύστημα κοινοποίησης των κινήσεων και των επί του σκάφους αλιευμάτων.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα μέτρα που λαμβάνουν για να εξασφαλίζουν την τήρηση των διαδικασιών αυτών.
3. Κάθε κράτος μέλος παρακολουθεί, εκτός της κοινοτικής αλιευτικής ζώνης, τις δραστηριότητες των σκαφών του στις περιπτώσεις που η παρακολούθηση αυτή απαιτείται για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση προς τους κοινοτικούς κανόνες που ισχύουν στα ύδατα αυτά.
4. Για να εξασφαλιστεί η κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερη και οικονομικότερη επιθεώρηση, τα κράτη μέλη συντονίζουν τις ελεγκτικές δραστηριότητές τους. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να καταρτίζουν κοινά προγράμματα επιθεώρησης που να τους επιτρέπουν να επιθεωρούν τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη στα ύδατα τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα που επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές τους και την Επιτροπή να αλληλοενημερώνονται τακτικά για την κτηθείσα πείρα.»
12 Οι παράγραφοι 1 έως 3 του άρθρου 21 του κανονισμού 2847/93 είναι πανομοιότυπες με εκείνες του άρθρου 11 του κανονισμού 2241/87. Το άρθρο 31 του εν λόγω κανονισμού 2847/93, που αντικατέστησε το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμυ 2241/87, προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της κίνησης διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, κατά των υπευθύνων φυσικών ή νομικών προσώπων όταν αποδεικνύεται, ιδίως ύστερα από παρακολούθηση ή επιθεώρηση που διενεργούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ότι δεν τηρούνται οι κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής.
2. Οι διαδικασίες που κινούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρέπει να είναι ικανές, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, να στερήσουν όντως τους υπεύθυνους από τα οικονομικά οφέλη της παράβασης ή να παράγουν αποτελέσματα ανάλογα με τη σοβαρότητα των παραβάσεων αυτών, ούτως ώστε να αποτρέψουν πράγματι περαιτέρω παραβάσεις του ίδιου είδους.
3. Οι κυρώσεις που απορρέουν από τις διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μπορούν να περιλαμβάνουν, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης:
- πρόστιμα,
- κατάσχεση των απαγορευμένων αλιευτικών εργαλείων και αλιευμάτων,
- συντηρητική κατάσχεση του σκάφους,
- προσωρινή ακινητοποίηση του σκάφους,
- αναστολή της άδειας,
- αφαίρεση της άδειας.
4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζουν το κράτος μέλος εκφόρτωσης ή μεταφόρτωσης να διαβιβάζει την ποινική δικογραφία μιας παραβάσεως στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους νηολόγησης, εφόσον το δεύτερο συμφωνεί και υπό τον όρο ότι με τη διαβίβαση αυτή καθίσταται πιθανότερη η επίτευξη του αποτελέσματος που αναφέρει η παράγραφος 2. Κάθε τέτοια διαβίβαση κοινοποιείται από το κράτος μέλος εκφόρτωσης ή μεταφόρτωσης στην Επιτροπή.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
13 Σύμφωνα με τη διαδικασία λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή απηύθυνε στο Ηνωμένο Βασίλειο δύο έγγραφα οχλήσεως, αντιστοίχως, στις 19 Μαρτίου 1998, όσον αφορά την υπεραλίευση ορισμένων αποθεμάτων μεταξύ 1991 και 1994, και στις 19 Φεβρουαρίου 1999, όσον αφορά την υπεραλίευση ορισμένων αποθεμάτων μεταξύ 1995 και 1996.
14 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου απάντησε στα έγγραφα οχλήσεως αντιστοίχως στις 20 Μα_ου 1998, όσον αφορά το πρώτο από αυτά, και στις 4 Μα_ου 1999, όσον αφορά το δεύτερο από τα εν λόγω έγγραφα.
15 Εκτιμώντας ότι οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου παρέλειψαν να θεσπίσουν τα κατάλληλα μέτρα για να λυθούν τα προβλήματα υπεραλιεύσεως που συνιστούν το αντικείμενο των αιτιάσεών της, η Επιτροπή διατύπωσε, στις 26 Αυγούστου 1999, δύο αιτιολογημένες γνώμες αφορώσες αντιστοίχως την υπεραλίευση μεταξύ 1991 και 1994 καθώς και μεταξύ 1995 και 1996, καλώντας το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τις εν λόγω αιτιολογημένες γνώμες εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίησή τους.
16 Οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου απάντησαν στις εν λόγω αιτιολογημένες γνώμες με έγγραφα της 2ας Δεκεμβρίου 1999, με τα οποία αρνήθηκαν όλες τις αιτιάσεις της Επιτροπής που αφορούσαν πολλές περιπτώσεις υπεραλιεύσεως μεταξύ των ετών 1991 και 1996 σε σχέση με τις χορηγηθείσες στο εν λόγω κράτος μέλος ποσοστώσεις για διάφορα αποθέματα ιχθύων.
17 Στα εν λόγω απαντητικά έγγραφα, το Ηνωμένο Βασίλειο ανέφερε στην Επιτροπή ότι οι αριθμοί των συνολικών αλιευμάτων κάθε αποθέματος, βάσει των οποίων η τελευταία συνήγαγε ότι υπήρχε υπέρβαση των ποσοστώσεων, περιείχαν ορισμένο αριθμό σφαλμάτων. Ειδικότερα, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, τα αλιεύματα σκουμπρίων στη ζώνη IV για τα έτη 1991, 1993 και 1994, καθώς και τα αλιεύματα μπακαλιάρου στις ζώνες Ι και ΙΙ b το 1996, ήταν λιγότερα από αυτά που ισχυριζόταν η Επιτροπή. Επομένως, κατά το εν λόγω κράτος μέλος, δεν υπήρξε υπεραλίευση όσον αφορά τα επίδικα αποθέματα κατά τη διάρκεια των τεσσάρων αυτών ετών.
18 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι, όσον αφορά τους αριθμούς για το σκουμπρί σχετικά με τα έτη 1991, 1993 και 1994, οι διαφορές σε σχέση με τα στοιχεία της Επιτροπής οφείλονται στη λάθος υπαγωγή του σκουμπρίου που αλιεύθηκε στην αλιευτική ζώνη IV a, όπως καθορίστηκε από το Διεθνές Συμβούλιο για την Εξερεύνηση της Θάλασσας (Conseil international pour l'exploration de la mer, CIEM) (σκουμπρί της Βόρειας Θάλασσας) στα στοιχεία που ανακοίνωσαν αρχικά οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους στην Επιτροπή. Όσον αφορά τους αριθμούς του 1996 για τον μπακαλιάρο, η διαφορά σε σχέση με τα στοιχεία της Επιτροπής εξηγείται από το γεγονός ότι οι πραγματοποιηθείσες βορείως της Νορβηγίας αλιεύσεις υπήχθησαν αρχικώς εκ λάθους στη θάλασσα του αρχιπελάγους του Svalbard από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου.
19 Ως προς τις διαφορές αυτές των αριθμών των αλιευμάτων, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να δεχθεί την υποβολή αιτήσεων για την τροποποίηση αυτών άνευ αποδεικτικών στοιχείων προς υποστήριξη μετά την έναρξη διαδικασίας λόγω παραβάσεως. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι ανέφερε στην Επιτροπή, τόσο πριν από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία όσο και κατά τη διάρκεια αυτής, ότι δεν δεχόταν ορισμένους αριθμούς που αυτή είχε αναφέρει.
20 Συναφώς, η Επιτροπή απαντά ότι οι εκτιμήσεις επί των οποίων βασίζονται τα συμπεράσματά της μπορούν να διατυπωθούν μόνον υπό το φως των μέτρων που το θεσπισθέν από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου σύστημα επέτρεπε να λαμβάνονται κατά τα επίδικα έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων οι σχετικοί με τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων αριθμοί έδειχναν ότι έπρεπε να γίνουν ενέργειες για να αποφευχθούν οι υπεραλιεύσεις, και ότι αναθεώρηση των στοιχείων αυτών δεν μπορεί να γίνει δεκτή για να καθοριστεί αν η κυβέρνηση αυτή έλαβε τα κατάλληλα μέτρα βάσει των αριθμών που διέθετε τότε.
Επί της προσφυγής
21 Στο δικόγραφό της, η Επιτροπή εμφανίζει υπό τη μορφή πινάκων τα αποθέματα που προκάλεσαν 31 περιπτώσεις υπεραλιεύσεως ή αλιεύσεως σε ζώνες για τις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είχε καμία ποσόστωση (μια μόνο περίπτωση το 1995). Οι πίνακες αναφέρουν, για κάθε ένα από τα υπό εξέταση έτη, τις ζώνες και τα αποθέματα που αφορούν οι υπεραλιεύσεις καθώς και τις ποσοστώσεις που χορηγήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο και το μέγεθος αυτών.
22 Συναφώς, όσον αφορά τα έτη 1991 έως 1996, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες τέσσερις αιτιάσεις κατά του Ηνωμένου Βασιλείου:
- τη μη θέσπιση καταλλήλων λεπτομερειών για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων, κατά παράβαση των άρθρων 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83 και, από την 1η Ιανουαρίου 1993, 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3760/92·
- τη μη διενέργεια επιθεωρήσεων και ελέγχων, κατά παράβαση των άρθρων 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2241/87 και, από την 1η Ιανουαρίου 1994, 2 του κανονισμού 2847/93·
- την καθυστερημένη απαγόρευση της αλιείας, κατά παράβαση των άρθρων 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87 και, από την 1η Ιανουαρίου 1994, 21 του κανονισμού 2847/93, και
- τη μη επιβολή ποινικών ή διοικητικών κυρώσεων, κατά παράβαση των άρθρων 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87 και, από την 1η Ιανουαρίου 1994, 31 του κανονισμού 2847/93.
23 Η πρώτη και η δεύτερη αιτίαση πρέπει να εξεταστούν μαζί.
Επί της μη θεσπίσεως καταλλήλων λεπτομερειών για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων καθώς και επί της μη υπάρξεως μέτρων επιθεωρήσεως και ελέγχου
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
24 Κατά την Επιτροπή, η ισχύουσα στο Ηνωμένο Βασίλειο κανονιστική ρύθμιση δεν επέτρεψε τη διασφάλιση της τηρήσεως των ποσοστώσεων, την έγκαιρη καταγραφή από τους αλιείς των εκφορτώσεών τους, την άνευ καθυστερήσεως επεξεργασία των σχετικών με τις εκφορτωθείσες ποσότητες αναφορών ή των περιλαμβανομένων στα ημερολόγια καταστρώματος πληροφοριών ούτε να διαταχθεί επαρκώς νωρίς η απαγόρευση αλιείας για να ληφθούν υπόψη οι ήδη αλιευθείσες ποσότητες, αλλά που δεν είχαν ακόμη εκφορτωθεί, και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των ημερομηνιών εκδόσεως και ενάρξεως της ισχύος της αποφάσεως περί απαγορεύσεως.
25 Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν διασφάλισε την τήρηση της κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με τα μέτρα διατηρήσεως και ελέγχου. Τα μέτρα που ελήφθησαν κατ' εφαρμογήν της εν λόγω ρυθμίσεως έπρεπε, για να είναι αποτελεσματικά, να διασφαλίζουν ότι οι αλιείς κοινοποιούν το σύνολο των αλιευμάτων τους στις αρμόδιες αρχές και να καθιστούν δυνατή την ταχεία ανάλυση των πληροφοριών αυτών ώστε να διατάσσεται εγκαίρως η προσωρινή απαγόρευση των αλιευτικών δραστηριοτήτων ως προς ένα δεδομένο απόθεμα για να εμποδιστεί η υπέρβαση των σχετικών με αυτό ποσοστώσεων. Το εφαρμοσθέν από το Ηνωμένο Βασίλειο σύστημα από το 1991 έως το 1996 δεν επέτρεψε την έγκαιρη παροχή ακριβών πληροφοριών ως προς τις ποσοστώσεις αλιείας.
26 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η Επιτροπή δεν παρέσχε επαρκή στοιχεία ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στην υποχρέωση που έχει να αποδείξει τις υπεραλιεύσεις για κάθε συγκεκριμένο έτος που αναφέρεται στο δικόγραφο. Η αντίρρηση αυτή είναι ακόμη πιο σημαντική καθόσον απόφαση του Δικαστηρίου εκδιδόμενη στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως σε βάρος κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ ενδέχεται να επιβάλει στο εν λόγω κράτος μέλος χρηματικές ποινές, σύμφωνα με το άρθρο 228, παράγραφος 2, ΕΚ.
27 Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν δικαιούται να επικαλείται κανένα τεκμήριο, όποιο και αν είναι αυτό, προκειμένου να αποδείξει ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο. Όμως, εν προκειμένω, η Επιτροπή ούτε καν προσπάθησε να εξετάσει το σύστημα που χρησιμοποιήθηκε από το εν λόγω κράτος μέλος από το 1991 έως το 1996.
28 Συναφώς, η Επιτροπή απαντά ότι όλες οι κοινοτικές διατάξεις στις οποίες αναφέρεται το δικόγραφό της έχουν ως σκοπό να εγγυώνται ότι ελήφθησαν τα απαραίτητα μέτρα για την τήρηση των υποχρεώσεων των κρατών μελών σχετικά με τις ποσοστώσεις και ότι αυτά τα τελευταία είναι μάλλον, παρά η Επιτροπή, που διαθέτουν λεπτομερείς γνώσεις και τις αναγκαίες πηγές για να καθορίζουν την ακριβή μορφή των πλέον αποτελεσματικών ελέγχων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα εν λόγω κράτη διέθεταν σημαντικό περιθώριο ελιγμών κατά τη σύλληψη των εν λόγω ελέγχων. Έτσι, για να αποδείξει ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει όσον αφορά τη θέσπιση συστήματος ελέγχου των ποσοστώσεων, η Επιτροπή υποχρεούται απλώς να αποδείξει ότι τα ληφθέντα από τις αρχές του εν λόγω κράτους μέτρα δεν επέτυχαν τον στόχο τους και ότι η αποτυχία αυτή δεν οφείλεται σε απρόβλεπτες αιτίες.
29 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει, δεύτερον, ότι η Επιτροπή προέβαλε μικρό μόνον αριθμό περιπτώσεων υπεραλιεύσεως για κάθε συγκεκριμένο έτος. Δεδομένου ότι οι διαπιστωθείσες περιπτώσεις υπεραλιεύσεως είναι μάλλον μεμονωμένα περιστατικά στο πλαίσιο ενός κατά βάθος ορθολογικού συστήματος, δεν υφίσταται κανένα στοιχείο που να καθιστά δυνατή τη διαπίστωση ότι υπάρχουν συνολικές δυσλειτουργίες του συστήματος ελέγχου του Ηνωμένου Βασιλείου. Το τελευταίο θέσπισε, κατ' εφαρμογήν της οικείας κοινοτικής ρυθμίσεως, ένα σύστημα που καθιστούσε δυνατή την επίβλεψη ώστε η διαχείριση των αλιεύσεων να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζεται σε μεγάλο βαθμό η υπέρβαση των ποσοστώσεων. Το απλό γεγονός ότι ορισμένες ανακρίβειες αποκαλύφθηκαν σε μεμονωμένες περιπτώσεις δεν συνιστά έγκυρο νομικό έρεισμα για τα πολύ γενικά συμπεράσματα της Επιτροπής.
30 Συναφώς, το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται επίσης ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις που προέβαλε η Επιτροπή, η υπεραλίευση δεν υπερβαίνει το 5 % της ισχύουσας ποσοστώσεως. Όμως, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 847/96 του Συμβουλίου, της 6ης Μα_ου 1996, που αφορά τη θέσπιση συμπληρωματικών όρων για την ετήσια διαχείριση των TAC και των ποσοστώσεων (ΕΕ L 115, σ. 3), τα κράτη μέλη μπορούν να προβαίνουν σε αλιεύσεις υπερβαίνοντας έως και κατά 5 % τις επιτρεπόμενες εκφορτώσεις, οι οποίες στη συνέχεια αφαιρούνται από τις ποσοστώσεις των επομένων ετών.
31 Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τους αριθμούς που διόρθωσε το εν λόγω κράτος μέλος σχετικά με τέσσερις περιπτώσεις υπεραλιεύσεως και τις τέσσερις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπήρξε υπέρβαση μικρότερη του 5 % των ισχυουσών ποσοστώσεων, οι αιτιάσεις της Επιτροπής είναι βάσιμες μόνον ως προς τις 23 περιπτώσεις σημαντικής υπεραλιεύσεως σε σχέση με το σύνολο των αποθεμάτων που αποτελούν αντικείμενο ποσοστώσεων για τα συγκεκριμένα έτη.
32 Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, ακόμη και αν δεν ληφθούν υπόψη οι περιπτώσεις ως προς τις οποίες αμφισβητεί τους αριθμούς που εμφάνισε η Επιτροπή και, επομένως, την υπέρβαση των ποσοστώσεων, οι αιτιάσεις της τελευταίας αφορούν μόνο το 7,65 % των ποσοστώσεων που διαχειρίζεται το εν λόγω κράτος μέλος. Ο αριθμός αυτός αντιτίθεται στη διαβεβαίωση ότι οι ατομικές περιπτώσεις υπεραλιεύσεως αποκαλύπτουν δυσλειτουργίες συμφυείς με το σύστημα ελέγχου που εφάρμοσε το Ηνωμένο Βασίλειο.
33 Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι κατά τη συγκεκριμένη περίοδο δεν είχε αρχίσει να ισχύει ο κανονισμός 847/96. Επιπλέον, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αρνήθηκε ότι σημαντικές υπεραλιεύσεις πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου και δεν προσπάθησε να παράσχει εξηγήσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους υπήρξαν αυτές οι περιπτώσεις υπεραλιεύσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
34 Εκ προοιμίου, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το άρθρο 226 ΕΚ παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να κινήσει τη διαδικασία περί αναγνωρίσεως της παραβάσεως κάθε φορά που θεωρεί ότι κράτος μέλος παρέβη κοινοτική υποχρέωσή του, ανεξάρτητα από τη φύση ή τη σημασία της παραβάσεως, η διαδικασία δε αυτή στηρίζεται στην αντικειμενική διαπίστωση ότι κράτος μέλος δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η Συνθήκη ή μια πράξη παραγώγου δικαίου (βλ. αποφάσεις της 1ης Μαρτίου 1983, 301/81, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1983, σ. 467, σκέψη 8· της 27ης Νοεμβρίου 1990, C-209/88, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1990, σ. Ι-4313, σκέψη 13· της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-71/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1998, σ. Ι-5991, σκέψη 14, και της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C-333/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-1025, σκέψεις 32 και 33).
35 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά τα άρθρα 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83 και, από την 1η Ιανουαρίου 1993, 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3760/92, στα κράτη μέλη απόκειται να καθορίζουν τα κριτήρια «σχετικά με την κατανομή, καθώς και για τους λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τη χρήση των διαθέσιμων αλιευτικών δυνατοτήτων που τους χορηγήθηκαν, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο και την κοινή αλιευτική πολιτική». Στο πλαίσιο αυτό, τα άρθρα 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2241/87 και, από την 1η Αυγούστου 1994, 2, του κανονισμού 2847/93, προβλέπουν για τα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίζουν μέτρα ελέγχου κατάλληλα να διασφαλίζουν την τήρηση όλων των ρυθμίσεων που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων. Η θέσπιση των μέτρων αυτών είναι, επομένως, αναγκαία για να εγγυηθεί τη λειτουργία του εν λόγω συστήματος και, ιδίως, την τήρηση των ποσοστώσεων που χορηγήθηκαν στα κράτη μέλη.
36 Εν προκειμένω, η Επιτροπή παρέχει, προς στήριξη της προσφυγής της, εμπεριστατωμένα πραγματικά στοιχεία σχετικά με τα αποθέματα ανά είδος ιχθύος και τις οικείες ζώνες, καθώς και τις χορηγηθείσες ποσοστώσεις και τους διαπιστωθέντες τόνους υπεραλιεύσεως ή μη επιτρεπομένης αλιείας. Τα στοιχεία αυτά καθιστούν δυνατό να αποδειχθούν επτά περιπτώσεις υπεραλιεύσεως συνολικώς 9 222 τόνων το 1991· τέσσερις περιπτώσεις υπεραλιεύσεως συνολικώς 1 486 τόνων το 1992· έξι περιπτώσεις υπεραλιεύσεως συνολικώς 4 404 τόνων το 1993· τρεις περιπτώσεις υπεραλιεύσεως συνολικώς 5 009 τόνων το 1994· έξι περιπτώσεις υπεραλιεύσεως συνολικώς 424 τόνων το 1995 και πέντε περιπτώσεις υπεραλιεύσεως συνολικώς 971 τόνων το 1996.
37 Πρώτον, διαπιστώνεται ότι, επί των 31 αυτών περιπτώσεων υπεραλιεύσεως, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θέτει υπό αμφισβήτηση 23 περιπτώσεις σημαντικής υπεραλιεύσεως κατά τη διάρκεια των συγκεκριμένων πέντε ετών. Εκτός τεσσάρων περιπτώσεων, δεν αμφισβητεί τους αριθμούς που αναφέρει η Επιτροπή στο δικόγραφό της.
38 Δεύτερον, όσον αφορά τις τέσσερις περιπτώσεις κατά τις οποίες, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, η υπεραλίευση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη διότι δεν υπερέβη το 5 %, διαπιστώνεται μόνον ότι η παραπομπή στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 847/96, στην οποία προέβη το εν λόγω κράτος μέλος, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1997 και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν έχει εφαρμογή στις συγκεκριμένες αλιευτικές περιόδους.
39 Τρίτον, όσον αφορά τις τέσσερις περιπτώσεις υπεραλιεύσεως ως προς τις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβήτησε τα στοιχεία της Επιτροπής, διαπιστώνεται ότι η καλή λειτουργία του κοινοτικού συστήματος των TAC και των αλιευτικών ποσοστώσεων εξαρτάται ουσιαστικά από την αξιοπιστία των στοιχείων που συγκεντρώνουν τα κράτη μέλη, η οποία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη διασφάλιση επίσης της εκπληρώσεως των καθηκόντων ελέγχου της Επιτροπής. Υπό τις συνθήκες αυτές, ορθώς η τελευταία ισχυρίστηκε ότι οι εκτιμήσεις επί των οποίων βασίζονται τα συμπεράσματά της μπορούν να διατυπωθούν μόνον υπό το φως των μέτρων που το θεσπισθέν από το εν λόγω κράτος μέλος σύστημα επέτρεπε να λαμβάνονται κατά τη διάρκεια των επίδικων ετών, ενώ οι αριθμοί σχετικά με τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων έδειχναν ότι έπρεπε να γίνουν ενέργειες για να αποφευχθούν οι υπεραλιεύσεις. Η μεταγενέστερη διόρθωση των στοιχείων αυτών από το εν λόγω κράτος δεν μπορεί, επομένως, να αναιρέσει την εκτίμηση της Επιτροπής όσον αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το εν λόγω σύστημα.
40 Επομένως, από το σημαντικό μέγεθος των αριθμών που εμφάνισε η Επιτροπή και από το ότι η κατάσταση που αφορούν επαναλαμβάνεται προκύπτει ότι οι περιπτώσεις υπεραλιεύσεως δεν μπορεί παρά να είναι συνέπεια, αφενός, της μη θεσπίσεως καταλλήλων λεπτομερειών χρησιμοποιήσεως των ποσοστώσεων αλιείας και, αφετέρου, της παραβάσεως εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους των υποχρεώσεών του ελέγχου (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 35).
41 Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιχειρηματολογία της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου που υποστηρίζει ότι η Επιτροπή βασίζεται σε απλό τεκμήριο και σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων υπεραλιεύσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Το γεγονός ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ, μπορούν να επιβληθούν οικονομικές κυρώσεις σε ένα κράτος μέλος σε περίπτωση μη εκτελέσεως εκ μέρους του αποφάσεως του Δικαστηρίου περί διαπιστώσεως παραβάσεως δεν έχει επίπτωση στη φύση της αποδείξεως περί της υπάρξεως της παραβάσεως που η Επιτροπή οφείλει να προσκομίσει και, επομένως, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση περί της υπάρξεως παραβάσεως που διέπραξε εν προκειμένω το Ηνωμένο Βασίλειο.
42 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όσον αφορά κάθε ένα από τα έτη 1991 έως 1996, το Ηνωμένο Βασίλειο, παραλείποντας να θεσπίσει τις κατάλληλες λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που του χορηγήθηκαν και να διενεργήσει τις επιθεωρήσεις και τους λοιπούς ελέγχους που επιτάσσουν οι εφαρμοστέοι κοινοτικοί κανονισμοί, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83 και, από την 1η Ιανουαρίου 1993, 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3760/92, καθώς και από τα άρθρα 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2241/87 και, από την 1η Ιανουαρίου 1994, 2 του κανονισμού 2847/93.
Επί της καθυστερημένης απαγορεύσεως της αλιείας
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
43 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, σε όλες τις περιπτώσεις υπεραλιεύσεως που αναφέρονται στο δικόγραφο, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν απαλλάσσεται της υποχρεώσεως που προβλέπουν τα άρθρα 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87 και, από την 1η Ιανουαρίου 1994, 21, παράγραφος 2, του κανονισμού 2847/93, να απαγορεύει προσωρινώς την αλιεία αφ' ης τα αλιεύματα θεωρούνται ότι εξάντλησαν την ποσόστωση που του είχε χορηγηθεί για ένα απόθεμα ή μια ομάδα αποθεμάτων. Κατά την Επιτροπή, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν εγκαίρως όλα τα αναγκαία μέτρα για να προλαμβάνουν την υπέρβαση των ποσοστώσεων και δεν μπορούν να επικαλούνται πρακτικές δυσχέρειες για να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση της υποχρεώσεως αυτής. Όμως, εν προκειμένω, σε ορισμένες περιπτώσεις, η απαγόρευση των αλιεύσεων άρχισε να ισχύει μόνον πολλές εβδομάδες μετά την υπέρβαση των ποσοστώσεων, πράγμα το οποίο δείχνει ότι, εν πάση περιπτώσει, τα εν λόγω μέτρα δεν ελήφθησαν εγκαίρως.
44 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι υπήρξαν ορισμένες περιπτώσεις υπεραλιεύσεως όσον αφορά συγκεκριμένες ποσοστώσεις δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να ασκεί προσφυγή λόγω παραβάσεως διατυπωμένη με εντελώς γενικούς όρους όσον αφορά τα συγκεκριμένα έτη. Το Ηνωμένο Βασίλειο μερίμνησε πραγματικά για την τήρηση της μεγάλης πλειοψηφίας των ποσοστώσεων κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου και θέσπισε συγκεκριμένα μέτρα για να διασφαλίσει την παύση των αλιεύσεων σε εύθετο χρόνο, ώστε να εμποδιστεί η υπεραλίευση.
45 Η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει εξάλλου ότι τα στοιχεία που έχουν καταγραφεί στις ετήσιες καταστάσεις των επισωρευμένων αλιευμάτων, όπως εμφανίζονται στα έγγραφα της Επιτροπής, δεν είναι κατ' ανάγκη σύμφωνα προς τους αριθμούς που το Ηνωμένο Βασίλειο διέθετε πράγματι κατά την υπό εξέταση περίοδο. Η διαφορά αυτή στοιχείων οφείλεται στο γεγονός ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες του εν λόγω κράτους μέλους χρησιμοποιούν στοιχεία «σε αληθή χρόνο» (αναφορές εκφορτώσεως που πραγματοποιούνται από τα σκάφη που φέρουν τη σημαία του Ηνωμένου Βασιλείου εκφορτώνοντας σε αυτό το κράτος και στην αλλοδαπή εντός των 48 ωρών από την ολοκλήρωση των πράξεων εκφορτώσεως) και ότι οι σχετικές με τις εκφορτώσεις πληροφορίες που ανακοινώθηκαν στην Επιτροπή από άλλα κράτη μέλη και τρίτες χώρες μπορούν να μη συμφωνούν με τους αριθμούς που ανακοινώθηκαν στις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου από τα σκάφη που φέρουν τη σημαία του τελευταίου, εκφορτώνοντας τα αλιεύματά τους σε άλλα κράτη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
46 Πρέπει να υπομνηστεί, πρώτον, ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα δεσμευτικού χαρακτήρα ώστε να απαγορεύουν προσωρινώς κάθε αλιευτική δραστηριότητα προτού ακόμη εξαντληθούν οι ποσοστώσεις. Το άρθρο 21 του κανονισμού 2847/93 θεσπίζει την ίδια υποχρέωση από την 1η Ιανουαρίου 1994. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν εγκαίρως όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την πρόληψη υπερβάσεων των επίδικων ποσοστώσεων, ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση των ποσοστώσεων που τους έχουν χορηγηθεί προς τον σκοπό της διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων (βλ. απόφαση της 20ής Μαρτίου 1990, C-62/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1990, σ. Ι-925, σκέψη 17· της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C-52/95, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1995, σ. Ι-4443, σκέψεις 29 και 30, καθώς και της 25ης Απριλίου 2002, C-418/00 και C-419/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2002, σ. Ι-3969, σκέψη 58).
47 Συναφώς, υπό το φως της σκέψεως 34 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται μόνον ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αμφισβητεί ότι, στις περιπτώσεις υπεραλιεύσεως που επικαλέστηκε η Επιτροπή, είτε δεν είχε δημοσιεύσει απαγόρευση αλιείας, είτε υπήρχε υπέρβαση των ποσοστώσεων κατά την ημερομηνία κατά την οποία οι αντίστοιχες διαταγές απαγορεύσεως άρχισαν να ισχύουν.
48 Επομένως, η επιχειρηματολογία του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την οποία, αφενός, η διαπίστωση παραβάσεως κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής είχε διατυπωθεί γενικώς και, αφετέρου, το εν λόγω κράτος μέλος είχε πράγματι μεριμνήσει για την τήρηση της μεγάλης πλειοψηφίας των ποσοστώσεων κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
49 Δεύτερον, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται πρακτικές δυσχέρειες προκειμένου να δικαιολογούν τη μη έγκαιρη εφαρμογή των ενδεικνυομένων μέτρων για να απαγορευθεί η αλιεία. Αντίθετα, αυτά υποχρεούνται να υπερνικούν τις δυσχέρειες αυτές λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2001, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 44).
50 Επομένως, οι πρακτικές δυσχέρειες τις οποίες επικαλέστηκε το Ηνωμένο Βασίλειο για να εξηγήσει τις διαφορές μεταξύ των στοιχείων που αυτό διέθετε και εκείνων επί των οποίων βασίστηκε η Επιτροπή, όπως οι εκφορτώσεις σε τρίτες χώρες ή οι διακυμάνσεις των ποσοτήτων που εκφορτώθηκαν στα άλλα κράτη μέλη ή σε τρίτες χώρες, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
51 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όσον αφορά κάθε ένα από τα έτη 1991 έως 1996, το Ηνωμένο Βασίλειο, παραλείποντας να απαγορεύσει προσωρινά την αλιεία αφ' ης εξαντλήθηκαν οι ποσοστώσεις, παρέβη τις υποχρέωσεις που υπέχει από τα άρθρα 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, και, από την 1η Ιανουαρίου 1994, 21 του κανονισμού 2847/93.
Επί της μη υπάρξεως ποινικών ή διοικητικών κυρώσεων
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
52 Η Επιτροπή ισχυρίζεται στην προσφυγή της ότι, ακόμη και αν δεν απαιτείται ρητώς από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87 τα κράτη μέλη να προβαίνουν σε ποινικές ή διοικητικές διώξεις κατά του πλοιάρχου του πλοίου που παρέβη την κοινοτική ρύθμιση στον τομέα της αλιείας ή κατά οποιουδήποτε άλλου υπευθύνου για τέτοιες παραβάσεις, αυτά υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ, να λαμβάνουν τέτοια μέτρα σε περίπτωση σοβαρής παραβάσεως της εν λόγω ρυθμίσεως. Κατά την Επιτροπή, για να διασφαλιστεί η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τους κοινοτικούς κανονισμούς σχετικά με την αλιεία, είναι απαραίτητο να ασκηθούν διώξεις κατά των εν λόγω προσώπων. Μια τέτοια υποχρέωση είναι ακόμη πιο πρόδηλη δυνάμει του άρθρου 31, παράγραφος 2, του κανονισμού 2847/93, το οποίο απαιτεί οι κυρώσεις να είναι ικανές να στερήσουν τους υπευθύνους από τα οικονομικά οφέλη των παραβάσεών τους και ανάλογες με τη σοβαρότητα αυτών, ούτως ώστε αυτές οι κυρώσεις να έχουν αποτρεπτικό αποτέλεσμα.
53 Κατά την Επιτροπή, από τις περιπτώσεις υπεραλιεύσεως που κατέδειξε προκύπτει ότι, σε πολλές περιπτώσεις, αλιεύματα εξακολούθησαν να ανακοινώνονται για ορισμένο χρόνο μετά την απαγόρευση της οικείας αλιείας. Επρόκειτο για σοβαρές ενδείξεις που έτειναν να αποδείξουν ότι οι διαταγές απαγορεύσεως παραβιάστηκαν και ότι αυτές οι παραβάσεις δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διώξεων. Οι πρακτικές δυσχέρειες δεν μπορούν να δικαιολογήσουν μια τέτοια παράλειψη.
54 Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι, καθ' όλη τη συγκεκριμένη περίοδο, είχε ως γενική αρχή να ασκεί διώξεις σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες εμφανίζονταν στοιχεία ικανά να παράσχουν στα ποινικά δικαστήρια τη βεβαιότητα ότι είχε διαπραχθεί παράβαση. Η επιχειρηματολογία αυτή επιβεβαιώνεται από τον πίνακα που περιλαμβάνεται ως παράρτημα στο υπόμνημα απαντήσεως, που επισημαίνει τις ασκηθείσες διώξεις και τις ανακοινωθείσες επίσημες προειδοποιήσεις όσον αφορά τα πλοία που αλίευσαν μετά την απαγόρευση των αλιεύσεων ή εντός μιας ζώνης για την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο δεν διέθετε καμία ποσόστωση.
55 Το Ηνωμένο Βασίλειο αναφέρεται επίσης στις συγκεκριμένες περιπτώσεις υπεραλιεύσεως που ανέφερε η Επιτροπή. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι διώξεις δεν πραγματοποιήθηκαν διότι ήταν αδύνατο να αποδειχθεί μετά βεβαιότητας ενώπιον του επιληφθέντος δικαστηρίου ότι υπήρξε υπεραλίευση. Σε άλλες περιπτώσεις, ασκήθηκε διοικητική προσφυγή. Σε άλλες περιπτώσεις ακόμη, δεν κρίθηκε σκόπιμη η κίνηση ποινικών ή διοικητικών διαδικασιών δεδομένων των περιστάσεων. Επιπλέον, το Ηνωμένο Βασίλειο αρνήθηκε να κινήσει διαδικασία ως προς ορισμένες περιπτώσεις λόγω του γεγονότος ότι οι εθνικές αρχές είχαν επιτρέψει την εξακολούθηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων ενόψει του σχεδίου ανταλλαγής ποσοστώσεων με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το οποίο, στη συνέχεια, δεν συγκεκριμενοποιήθηκε.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
56 Πρέπει να παρατηρηθεί, πρώτον, ότι, σε περίπτωση παραβάσεως της κοινοτικής ρυθμίσεως όσον αφορά τη διατήρηση και τον έλεγχο των αλιευτικών πόρων, οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους υποχρεούνται να ασκήσουν ποινική ή διοικητική δίωξη κατά του πλοιάρχου του συγκεκριμένου σκάφους ή κάθε άλλου υπευθύνου, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87. Το άρθρο 31 του κανονισμού 2847/93 θεσπίζει την ίδια υποχρέωση για τα κράτη μέλη από την 1η Ιανουαρίου 1994, διευκρινίζοντας, στην παράγραφο 2, ότι οι διαδικασίες αυτές «πρέπει να είναι ικανές [...] να στερήσουν όντως τους υπεύθυνους από τα οικονομικά οφέλη της παράβασης ή να παράγουν αποτελέσματα ανάλογα με τη σοβαρότητα των παραβάσεων αυτών, ούτως ώστε να αποτρέψουν πράγματι περαιτέρω παραβάσεις του ίδιου είδους».
57 Πράγματι, αν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους παρέλειπαν συστηματικώς να προβούν σε δίωξη των υπευθύνων για τέτοιες παραβάσεις, θα διακυβεύονταν τόσο η διατήρηση και η διαχείριση των αλιευτικών πόρων όσο και η ομοιόμορφη εφαρμογή της κοινής πολιτικής αλιείας (προπαρατεθείσα απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1995, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 35).
58 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, από τις ημερομηνίες τις οποίες καθόρισε η Επιτροπή για την απαγόρευση της αλιείας κατά τη διάρκεια των συγκεκριμένων ετών, το Ηνωμένο Βασίλειο όφειλε να ασκήσει ποινική δίωξη ή να επιβάλει διοικητικές κυρώσεις στους υπευθύνους της εξακολουθήσεως των αλιευτικών δραστηριοτήτων ενώ αυτές αποτελούσαν αντικείμενο μέτρου απαγορεύσεως.
59 Εν προκειμένω, αρκεί η διαπίστωση ότι, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι πληροφορίες που παρέσχε το Ηνωμένο Βασίλειο στο παράρτημα του υπομνήματός του ανταπαντήσεως, το εν λόγω κράτος μέλος άσκησε διώξεις κατά των υπευθύνων για παραβάσεις της κοινοτικής ρυθμίσεως μόνο σε μερικές περιπτώσεις, ενώ σημαντικός αριθμός περιπτώσεων παράνομης αλιείας διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια των επίδικων ετών. Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα που προέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο, σχετικά με την αναγκαιότητα να παράσχει η Επιτροπή ειδικά αποδεικτικά στοιχεία δεν μπορεί, επομένως, να γίνει δεκτό (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1995, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 36).
60 Δεύτερον, έχει σημασία να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεως, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από κανόνες του κοινοτικού δικαίου (βλ. αποφάσεις της 8ης Ιουνίου 1993, C-52/91, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1993, σ. Ι-3069, σκέψη 36, και της 25ης Απριλίου 2002, Επιτροπή κατά Γαλλίας, προπαρατέθηκε, σκέψη 59). Τα ειδικά επιχειρήματα που προέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο για να δικαιολογήσει την απουσία ποινικών ή διοικητικών διώξεων σε ορισμένες περιπτώσεις δεν μπορούν, επομένως, να γίνουν δεκτά.
61 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όσον αφορά τα έτη 1991 έως 1996, το Ηνωμένο Βασίλειο, παραλείποντας να λάβει ποινικά ή διοικητικά μέτρα κατά των πλοιάρχων των πλοίων που παρέβησαν τους εφαρμοστέους κοινοτικούς κανονισμούς ή κατά οποιουδήποτε άλλου υπευθύνου για τέτοιες παραβάσεις, παρέβη τις υποχρέωσις που υπέχει από τα άρθρα 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87 και, από την 1η Ιανουαρίου 1994, 31 του κανονισμού 2847/93.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
62 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Επειδή το Ηνωμένο Βασίλειο ηττήθηκε και η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Όσον αφορά τα έτη 1991 έως 1996, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας, παραλείποντας:
- να θεσπίσει τις κατάλληλες λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που του χορηγήθηκαν και να διενεργήσει τις επιθεωρήσεις και τους λοιπούς ελέγχους που επιτάσσουν οι εφαρμοστέοι κοινοτικοί κανονισμοί,
- να απαγορεύσει προσωρινά την αλιεία αφ' ης εξαντλήθηκαν οι ποσοστώσεις, και
- να λάβει ποινικά ή διοικητικά μέτρα κατά των πλοιάρχων των πλοίων που παρέβησαν τους εν λόγω κανονισμούς ή κατά οποιουδήποτε άλλου υπευθύνου για τέτοιες παραβάσεις,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων και, από την 1η Ιανουαρίου, 1993, 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3760/92 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια, καθώς και από τα άρθρα 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2241/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες και, από την 1η Ιανουαρίου 1994, 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2847/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής, 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87 και, από την 1η Ιανουαρίου 1994, 21 του κανονισμού 2847/93, 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87 και, από την 1η Ιανουαρίου 1994, 31 του κανονισμού 2847/93
2) Καταδικάζει το Ηνωμένο Βασίλειο Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy