Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Ανταγωνισμός - Δημόσιες επιχειρήσεις και επιχειρήσεις στις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα - Τομέας τηλεπικοινωνιών - Οδηγίες 90/388 και 96/19 - Καθολική υπηρεσία φωνητικής τηλεφωνίας - Ιστορικός φορέας διαθέτων σχεδόν πλήρες μονοπώλιο - Εθνικό σύστημα κατανομής του καθαρού κόστους της παροχής καθολικής υπηρεσίας με άλλους οργανισμούς - Αναγκαιότητα - Δεν υφίσταται
(Οδηγίες της Επιτροπής 90/388, άρθρο 4γ, και 96/19, άρθρο 1, σημ. 6)
2. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Τομέας τηλεπικοινωνιών - Οδηγία 97/33 - Καθολική υπηρεσία φωνητικής τηλεφωνίας - Εθνικό σύστημα κατανομής του καθαρού κόστους της παροχής καθολικής υπηρεσίας - Κριτήρια καθορισμού των τιμών αναφοράς κατά τον υπολογισμό των επιβαλλόμενων στους φορείς εισφορών - Αρχή της διαφάνειας
(Οδηγία 97/33 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 5 § 1)
3. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Τομέας τηλεπικοινωνιών - Οδηγία 97/33 - Καθολική υπηρεσία φωνητικής τηλεφωνίας - Εθνικό σύστημα κατανομής του καθαρού κόστους της παροχής καθολικής υπηρεσίας - Κριτήρια καθορισμού των συνιστωσών του κόστους
(Οδηγία 97/33 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 5 § 3, παράρτημα ΙΙΙ)
Περίληψη
1. Το άρθρο 4γ της οδηγίας 90/388, το οποίο προστέθηκε με την οδηγία 96/19, σχετικά με τα εθνικά συστήματα κατανομής του καθαρού κόστους της παροχής καθολικής υπηρεσίας σταθερής φωνητικής τηλεφωνίας, επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν τέτοιο σύστημα μόνον όταν αυτό είναι «αναγκαίο» για την κατανομή του καθαρού κόστους της παροχής καθολικής υπηρεσίας μεταξύ των οργανισμών τηλεπικοινωνιών και των άλλων οργανισμών. Η προϋπόθεση αυτή δεν υφίσταται όταν ο ιστορικός φορέας διαθέτει ακόμη σχεδόν πλήρες μονοπώλιο στον τομέα της σταθερής φωνητικής τηλεφωνίας στον οποίο ισχύει η υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας και το οικείο κράτος μέλος περιορίζεται να προβεί σε γενικές παρατηρήσεις σχετικά με τη σημασία της ελευθερώσεως της αγοράς κινητής τηλεφωνίας χωρίς να διευκρινίζει πώς η ελευθέρωση αυτή θα επηρέαζε το καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας.
( βλ. σκέψεις 25-30 )
2. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 97/33 επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν δεόντως υπόψη την αρχή της διαφάνειας, όταν θεσπίζουν μηχανισμό για τον επιμερισμό του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας. ρέπει, επομένως, οι τιμές αναφοράς, που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των επιβαλλόμενων στους νέους φορείς εισφορών, να καθορίζονται με βάση συγκρίσιμα και, επομένως, διαφανή στοιχεία, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους φορείς αυτούς να υπολογίζουν το πιθανό κόστος και τα πιθανά έσοδα.
( βλ. σκέψεις 48-50 )
3. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 97/33, το οποίο ορίζει ότι το καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ της εν λόγω οδηγίας, κατά τον υπολογισμό αυτό μπορεί να λαμβάνεται υπόψη μόνον το κόστος που συνδέεται αμέσως με την παροχή της υπηρεσίας αυτής. Συγκεκριμένα, η θέσπιση ίσων όρων ανταγωνισμού για τους διαφόρους φορείς τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών προϋποθέτει διάρθρωση του κόστους κατά τρόπο αντικειμενικό και διαφανή. Επομένως, η οδηγία 97/33 απαγορεύει τον προσδιορισμό των συνιστωσών του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας κατ' αποκοπήν ή ανακριβώς, χωρίς να προηγηθεί ειδικός υπολογισμός.
( βλ. σκέψη 60 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-146/00,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τον B. Doherty και την F. Siredey-Garnier και στη συνέχεια από τον E. Gippini Fournier και την F. Siredey-Garnier, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης αρχικώς από την K. Rispal-Bellanger και τους F. Million και S. Pailler και στη συνέχεια από τους G. de Bergues, F. Million και S. Pailler, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη συμμορφούμενη προς τις διατάξεις του άρθρου 4γ της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (ΕΕ L 192, σ. 10), όπως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/19/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 1996 (ΕΕ L 74, σ. 13), και μη τηρώντας τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 3 έως 5, της οδηγίας 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλιστεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) (ΕΕ L 199, σ. 32), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και τις εν λόγω οδηγίες,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από την F. Macken, πρόεδρο τμήματος, την N. Colneric και τους C. Gulmann (εισηγητή), J.-P. Puissochet και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιουνίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Απριλίου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη συμμορφούμενη προς τις διατάξεις του άρθρου 4γ της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (ΕΕ L 192, σ. 10), όπως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/19/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 1996 (ΕΕ L 74, σ. 13, στο εξής: οδηγία 90/388, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί), και μη τηρώντας τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 3 έως 5, της οδηγίας 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλιστεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) (ΕΕ L 199, σ. 32), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και τις εν λόγω οδηγίες.
Το κοινοτικό δίκαιο
2 Η υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας σταθερής φωνητικής τηλεφωνίας απορρέει από την οδηγία 95/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ONP) στη φωνητική τηλεφωνία (ΕΕ L 321, σ. 6), όπως αντικαταστάθηκε από την οδηγία 98/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1998, για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον (ΕΕ L 101, σ. 24). ρος τούτο, στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο στ_, της οδηγίας 98/10, η καθολική υπηρεσία ορίζεται ως καθορισμένο ελάχιστο σύνολο υπηρεσιών δεδομένης ποιότητας, το οποίο προσφέρεται σε όλους τους χρήστες ανεξάρτητα από τη γεωγραφική τους θέση και, ανάλογα με τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες, σε προσιτή τιμή.
3 Στα άρθρα 5 έως 8 της οδηγίας 98/10 απαριθμούνται οι παροχές που η καθολική υπηρεσία περιλαμβάνει σε κάθε περίπτωση. ρόκειται, ιδίως, για σύνδεση με το σταθερό δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο, υπηρεσίες καταλόγου και κοινόχρηστα τηλέφωνα.
4 Με το άρθρο 1, στοιχείο 6, της οδηγίας 96/19 προστέθηκαν στην οδηγία 90/388 διατάξεις σχετικά με την παροχή καθολικής υπηρεσίας και, ιδίως, το νέο άρθρο 4γ, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη της εναρμόνισης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στα πλαίσια της ONP, κάθε εθνικό σύστημα για την κατανομή του καθαρού κόστους της παροχής καθολικής υπηρεσίας μεταξύ των οργανισμών τηλεπικοινωνιών και των άλλων οργανισμών είτε συνίσταται σε ένα σύστημα συμπληρωματικών επιβαρύνσεων είτε σε ένα φορέα χρηματοδότησης της καθολικής υπηρεσίας:
α) εφαρμόζεται μόνο στις επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα τηλεπικοινωνιών·
β) κατανέμει την αντίστοιχη επιβάρυνση σε κάθε επιχείρηση με αντικειμενικά και χωρίς διακρίσεις κριτήρια και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τα εν λόγω συστήματα στην Επιτροπή προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο συμβιβάζονται με τη Συνθήκη.
Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών τους να αναπροσαρμόζουν τα τιμολόγιά τους λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες της αγοράς και την ανάγκη εξασφάλισης μιας καθολικής υπηρεσίας, και, ιδίως, τα κράτη μέλη τους επιτρέπουν να αναπροσαρμόζουν τα ισχύοντα τέλη που δεν ευθυγραμμίζονται με τις σχετικές δαπάνες και που αυξάνουν το κόστος παροχής της καθολικής υπηρεσίας, ώστε τα τιμολόγια να βασίζονται στο πραγματικό κόστος. Τα κράτη μέλη που δεν μπορούν να ολοκληρώσουν την αναπροσαρμογή αυτή πριν από την 1η Ιανουαρίου 1998, θα υποβάλουν έκθεση στην Επιτροπή για τη μελλοντική σταδιακή εξάλειψη των εναπομενουσών τιμολογιακών ανισορροπιών [αναντιστοιχιών] με σχετικό λεπτομερές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής.
[...]»
5 Το άρθρο 2 της οδηγίας 96/19 ορίζει ότι τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή, το αργότερο μέσα σε εννέα μήνες από την έναρξη ισχύος της οδηγίας αυτής, τα στοιχεία βάσει των οποίων η Επιτροπή βεβαιώνεται ότι τηρείται το άρθρο 1, σημεία 1 έως 8, της εν λόγω οδηγίας. Η οδηγία δημοσιεύθηκε στις 22 Μαρτίου 1996 και άρχισε να ισχύει στις 11 Απριλίου 1996. Επομένως, η προβλεπόμενη στο άρθρο 2 προθεσμία των εννέα μηνών έληξε στις 11 Ιανουαρίου 1997.
6 Οι διατάξεις αυτές σχετικά με την καθολική υπηρεσία συμπληρώθηκαν με το άρθρο 5 της οδηγίας 97/33, που έχει ως εξής:
«1. Όταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ένα κράτος μέλος καθορίζει ότι οι υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας αποτελούν υπερβολική επιβάρυνση για έναν οργανισμό, θεσπίζει μηχανισμό για τον επιμερισμό του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας με άλλους οργανισμούς οι οποίοι εκμεταλλεύονται δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή/και υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας προσιτές στο κοινό. Κατά τον καθορισμό των καταβλητέων εισφορών, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις αρχές της διαφάνειας, της αμεροληψίας και της αναλογικότητας. Μόνο δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προσιτές στο κοινό, που προσδιορίζονται στο παράρτημα Ι, μέρος 1, μπορούν να χρηματοδοτούνται κατ' αυτό τον τρόπο.
2. Οι τυχόν εισφορές στο κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας μπορούν να βασίζονται σε μηχανισμό ο οποίος εγκαθιδρύεται ειδικά για το σκοπό αυτό και τον οποίο διαχειρίζεται φορέας ανεξάρτητος από τους δικαιούχους, ή/και μπορούν να λαμβάνουν τη μορφή συμπληρωματικού τέλους το οποίο προστίθεται στο τέλος διασύνδεσης.
3. ροκειμένου να καθορίζεται η τυχόν επιβάρυνση την οποία αντιπροσωπεύει η παροχή καθολικής υπηρεσίας, οι οργανισμοί με υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, κατόπιν αιτήσεως της εθνικής τους ρυθμιστικής αρχής, υπολογίζουν το καθαρό κόστος των σχετικών υποχρεώσεων, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ. Ο υπολογισμός του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας ελέγχεται από την εθνική ρυθμιστική αρχή ή άλλο αρμόδιο φορέα, ανεξάρτητο από τον οργανισμό τηλεπικοινωνιών και εγκεκριμένο από την εθνική ρυθμιστική αρχή. Τα αποτελέσματα του υπολογισμού του καθαρού κόστους και τα πορίσματα του λογιστικού ελέγχου διατίθενται στο κοινό, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2.
4. Εφόσον δικαιολογείται βάσει του υπολογισμού του καθαρού κόστους που αναφέρεται στην παράγραφο 3 και λαμβάνοντας υπόψη το τυχόν όφελος της αγοράς το οποίο αποκομίζει ο οργανισμός ο οποίος προσφέρει καθολική υπηρεσία, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές καθορίζουν κατά πόσο δικαιολογείται μηχανισμός για τον καταμερισμό του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας.
5. Όταν θεσπίζεται ο μηχανισμός για τον επιμερισμό του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι οι αρχές που διέπουν τον επιμερισμό του κόστους και οι λεπτομέρειες του χρησιμοποιουμένου μηχανισμού διατίθενται στο κοινό, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διασφαλίζουν τη δημοσίευση ετήσιας έκθεσης, στην οποία εμφαίνονται, αφενός, το υπολογιζόμενο κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας και, αφετέρου, οι εισφορές όλων των ενδιαφερομένων.
6. [...]»
7 Στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 97/33 ρυθμίζεται ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται το κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας για τη φωνητική τηλεφωνία. Στο παράρτημα αυτό ορίζονται τα εξής:
«[...]
Το κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ του καθαρού κόστους λειτουργίας ενός οργανισμού με υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας και λειτουργίας χωρίς υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας.
[...]
Ο υπολογισμός βασίζεται στο κόστος που οφείλεται στα ακόλουθα:
i) στοιχεία των καθορισμένων υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται μόνο με ζημία ή παρέχονται υπό συνθήκες κόστους οι οποίες δεν εμπίπτουν στα συνήθη εμπορικά πρότυπα.
Η κατηγορία αυτή μπορεί να περιλαμβάνει στοιχεία υπηρεσιών, όπως πρόσβαση σε τηλεφωνικές υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, παροχή ορισμένων δημόσιων τηλεφώνων επί πληρωμή, παροχή ορισμένων υπηρεσιών ή εξοπλισμού για άτομα με ειδικές ανάγκες, κ.λπ.·
ii) ειδικούς τελικούς χρήστες ή ομάδες τελικών χρηστών οι οποίοι, λόγω του κόστους παροχής του συγκεκριμένου δικτύου και υπηρεσίας, των παραγόμενων εσόδων και της τυχόν γεωγραφικής στάθμισης των τιμών που επιβάλλονται από το κράτος μέλος, μπορούν να εξυπηρετούνται μόνο με ζημία ή υπό συνθήκες κόστους που δεν εμπίπτουν στα συνήθη εμπορικά πρότυπα.
Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει τους τελικούς χρήστες ή ομάδες τελικών χρηστών, οι οποίοι δεν θα εξυπηρετούντο από εμπορικό φορέα εκμετάλλευσης ο οποίος δεν έχει υποχρέωση να παρέχει καθολική υπηρεσία.
[...]
Κατά τον υπολογισμό του καθαρού κόστους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα έσοδα. Το κόστος και τα έσοδα θα πρέπει να είναι προβλεπόμενα.»
8 Το άρθρο 23, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 97/33 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 1997 και ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
Το γαλλικό δίκαιο
9 Το άρθρο 22-ΙΙ του νόμου 96-659, της 26ης Ιουλίου 1996, περί ρυθμίσεως των τηλεπικοινωνιών (στο εξής: νόμος), προέβλεπε ότι η παροχή, εκ μέρους φορέων άλλων πλην του ιστορικού φορέα France Télécom, τηλεφωνικών υπηρεσιών μεταξύ σταθερών σημείων στα εγκεκριμένα δίκτυα, κατ' εφαρμογή του άρθρου L. 33-1 του κώδικα περί ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών (στο εξής: κώδικας), όπως αυτό έχει τροποποιηθεί με τον νόμο, δεν μπορούσε να αρχίσει να ισχύει πριν από την 1η Ιανουαρίου 1998.
10 Το 1997 τέθηκε σε εφαρμογή στη Γαλλία ένας μηχανισμός από κοινού χρηματοδοτήσεως του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας που επιβάρυναν τη France Télécom. Οι σχετικές διατάξεις θεσπίστηκαν κατόπιν καταρτίσεως το 1996 εγγράφου, επονομαζόμενου «έκθεση Champsaur». Η έκθεση αυτή συνετάγη από ομάδα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων κατόπιν αιτήσεως της Γαλλικής Κυβερνήσεως.
11 Το άρθρο L. 35-3, σημείο ΙΙ, του κώδικα, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί με τον νόμο, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «σε χρηματοδότηση του οφειλόμενου στις υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας κόστους προβαίνουν οι εκμεταλλευόμενοι δημόσια δίκτυα και οι παρέχοντες τηλεφωνικές υπηρεσίες στο κοινό» και ότι «οι μέθοδοι εκτιμήσεως, αντισταθμίσεως και επιμερισμού του συνδεόμενου με τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας καθαρού κόστους δημοσιοποιούνται ένα τουλάχιστον έτος πριν από την εφαρμογή τους».
12 Το άρθρο R. 20-31 του κώδικα, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί με το διάταγμα 97-475, της 13ης Μα_ου 1997, για τη χρηματοδότηση της καθολικής υπηρεσίας εκδοθέν προς εφαρμογή του άρθρου L. 35-3 του κώδικα (στο εξής: διάταγμα), προβλέπει επιμερισμό του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας σε τρεις συνιστώσες:
- μία συνιστώσα με την ονομασία C1, αντιπροσωπεύουσα το καθαρό κόστος των τιμολογιακών υποχρεώσεων που αντιστοιχούν στην οφειλόμενη στην ισχύουσα δομή των τηλεφωνικών τιμολογίων αναντιστοιχία·
- μία συνιστώσα με την ονομασία C2, αντιστοιχούσα στις υποχρεώσεις γεωγραφικών μέσων όρων και σκοπούσα στην αποφυγή δημιουργίας διακρίσεων οφειλόμενων στη γεωγραφική θέση·
- μία συνιστώσα με την ονομασία C3, πρός κάλυψη του καθαρού κόστους προσφοράς και υποχρεώσεων, όπως οι ειδικές για ορισμένες κατηγορίες συνδρομητών τιμές, προκειμένου να διασφαλιστούν η πρόσβασή τους στην υπηρεσία, η τέλεια γεωγραφική κάλυψη με τηλεφωνικούς θαλάμους καθώς και ο κατάλογος καθολικής υπηρεσίας και οι αντίστοιχες υπηρεσίες πληροφοριών.
13 Το άρθρο 3 του διατάγματος προβλέπει, αποκλειστικώς για το έτος 1997, κατ' αποκοπή εκτίμηση και των τριών συνιστωσών C1, C2 και C3, πριν από τη θέση σε εφαρμογή τρόπου υπολογισμού για κάθε μία από αυτές.
14 Για τα έτη 1998 και 1999, το άρθρο R. 20-32 του κώδικα, το οποίο προστέθηκε με το διάταγμα, ορίζει ότι η συνιστώσα C1 υπολογίζεται με βάση τον ακόλουθο τύπο:
C=12 x (Pe - P) x Ν, όπου
- το Pe είναι η τιμή αναφοράς των μηνιαίων τελών, που ισούται με 65 γαλλικά φράγκα (FRF) χωρίς φόρους·
- το P είναι η τιμή των μέσων μηνιαίων τελών του οικείου έτους, περιλαμβάνουσα τη σύνδεση με την τηλεφωνική υπηρεσία, την αναλυτική χρέωση και τις υπηρεσίες που επιτρέπουν στον συνδρομητή να περιορίζει την πρόσβασή του στην τηλεφωνική υπηρεσία. Κατά τον υπολογισμό του P λαμβάνονται υπόψη τα ποσοστά διεισδύσεως των συνδεδεμένων αυτών υπηρεσιών·
- το Ν αντιπροσωπεύει τον μέσο αριθμό, κατά το οικείο έτος, των συνδρομητών του φορέα καθολικής υπηρεσίας, εκτός από αυτούς που τυγχάνουν ειδικών συνδέσεων ή επιλογών τιμολογήσεως σκοπουσών στην εξάλειψη της τιμολογιακής αναντιστοιχίας.
15 Το άρθρο R. 20-33, σημείο ΙΙΙ, του κώδικα, που έχει προστεθεί με το διάταγμα, ορίζει ότι, έως την καθιέρωση των κατάλληλων μοντέλων και λογιστικών στοιχείων, το καθαρό κόστος των συνδρομητών που βρίσκονται σε αποδοτικές ζώνες, οι οποίοι δεν θα εξυπηρετούνταν από φορέα υπό τις συνθήκες της αγοράς, εκτιμάται σε 1 % του κύκλου εργασιών της δημόσιας τηλεφωνικής υπηρεσίας μεταξύ σταθερών σημείων του φορέα καθολικής υπηρεσίας.
16 Το άρθρο L. 35-3, σημείο ΙΙ, 3ο, του κώδικα, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον νόμο, ορίζει ότι η αναντιστοιχία που οφείλεται, κατά τον χρόνο θεσπίσεώς του, στην ισχύουσα δομή των τηλεφωνικών τιμολογίων σε σχέση με την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς πρέπει να εξαλειφθεί προοδευτικώς από τον δημόσιο φορέα πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2000 και ότι, όταν η αναντιστοιχία εξαλειφθεί, ήτοι το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2000, θα σταματήσει η καταβολή του αντιστοιχούντος στη συνιστώσα C1 τιμήματος.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
17 Με έγγραφο της 4ης Ιουνίου 1997, οι γαλλικές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή, σύμφωνα με την οδηγία 96/19, τον νόμο που τροποποίησε τον κώδικα και ορισμένα διατάγματα εφαρμογής, μεταξύ των οποίων το διάταγμα.
18 Με έγγραφο της 7ης Νοεμβρίου 1997, η Επιτροπή έθεσε στη Γαλλική Κυβέρνηση ορισμένα ερωτήματα αφορώντα, ιδίως, το χρονοδιάγραμμα αναπροσαρμογής της τιμολογιακής δομής της France Télécom και τον τρόπο υπολογισμού της αναντιστοιχίας της δομής αυτής καθώς και τον τρόπο χρηματοδοτήσεως και υπολογισμού του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας. Οι γαλλικές αρχές απάντησαν στα ερωτήματα αυτά με έγγραφο της 4ης Δεκεμβρίου 1997.
19 Η Επιτροπή κατέληξε ότι ορισμένα μέτρα που ελήφθησαν από τη Γαλλική Δημοκρατία προς μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο ή εφαρμογή του άρθρου 4γ της οδηγίας 90/388, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί και του άρθρου 5 της οδηγίας 97/33, σε συνδυασμό με το παράρτημα ΙΙΙ αυτής, δεν ήταν σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές. Επομένως, η Επιτροπή απέστειλε στη Γαλλική Δημοκρατία, στις 24 Ιουλίου 1998, έγγραφο οχλήσεως με το οποίο την κάλεσε να υποβάλει τις επ' αυτού παρατηρήσεις της.
20 Οι γαλλικές αρχές απάντησαν σε αυτό το έγγραφο οχλήσεως με έγγραφο της 4ης Νοεμβρίου 1998. Επίσης, διαβίβασαν στην Επιτροπή, στις 16 Δεκεμβρίου 1998, σχέδιο διατάγματος περί των τιμών σύμφωνα με κοινωνικά κριτήρια της France Télécom. Η Επιτροπή, επειδή θεώρησε ότι τα μέτρα αυτά δεν ήταν κατάλληλα ώστε η Γαλλική ρύθμιση να καταστεί σύμφωνη με τις διατάξεις των οδηγιών 90/388, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, και 97/33, απηύθυνε, στις 8 Ιουλίου 1999, αιτιολογημένη γνώμη στη Γαλλική Δημοκρατία σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ.
21 Με έγγραφο της 3ης Δεκεμβρίου 1999, οι γαλλικές αρχές απάντησαν στην αιτιολογημένη γνώμη επαναλαμβάνοντας τα επιχειρήματα που είχαν ήδη αναπτύξει με την απάντησή τους στο έγγραφο οχλήσεως. Συνεπώς, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου την παρούσα προσφυγή.
Επί της πρώτης αιτιάσεως σχετικά με τον επιμερισμό της χρηματοδοτήσεως της καθολικής υπηρεσίας το 1997
22 Με την πρώτη αιτίασή της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επιβολή υποχρεώσεως στους νέους ανταγωνιστές της France Télécom να συμβάλουν στη χρηματοδότηση της καθολικής υπηρεσίας για το έτος 1997 δεν έχει νομικό έρεισμα. Κατά το έτος αυτό, η France Télécom διέθετε περίπου πλήρες μονοπώλιο στη σταθερή φωνητική τηλεφωνία, πράγμα που έπρεπε να της αρκεί προς χρηματοδότηση της καθολικής υπηρεσίας. Όμως, ορισμένοι φορείς κινητής τηλεφωνίας υποχρεώθηκαν να καταβάλουν εισφορά για τη χρηματοδότηση της καθολικής υπηρεσίας το 1997, επιπλέον του κόστους διασυνδέσεως που όφειλαν να καταβάλουν προκειμένου να συνδέσουν τα δίκτυά τους με αυτό της France Télécom. Εντούτοις, η καθολική υπηρεσία αφορά την αγορά της σταθερής τηλεφωνίας και διακρίνεται απολύτως από την αγορά της κινητής τηλεφωνίας.
23 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που θέτει το κοινοτικό δίκαιο προς επιμερισμό της χρηματοδοτήσεως της καθολικής υπηρεσίας, δεν ήταν ανάγκη να λάβει θέση επί του ζητήματος αν οι φορείς κινητής τηλεφωνίας μπορούσαν, καθαυτοί, να υποχρεωθούν σε εισφορά.
24 Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι πρόκειται, κυρίως, για το ζήτημα αν η ελευθέρωση της αγοράς της κινητής τηλεφωνίας επηρέασε το καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας που επιβαρύνει τη France Télécom. Υποστηρίζει ότι αυτό συμβαίνει από το 1997. Κατά συνέπεια, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η εισφορά των φορέων κινητής τηλεφωνίας για τη χρηματοδότηση της καθολικής υπηρεσίας ανταποκρινόταν από το έτος αυτό σε μια οικονομική αναγκαιότητα.
25 Έτσι, η πρώτη αιτίαση αφορά το ζήτημα αν, για το έτος 1997, ήταν «αναγκαία» η θέσπιση μηχανισμού επιμερισμού του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τη σχετική προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 4γ της οδηγίας 90/388, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί.
26 Συναφώς, πρέπει, καταρχάς, να υπογραμμιστεί ότι, όπως προκύπτει από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 96/19, ο σκοπός της παρατάσεως, έως την 1η Ιανουαρίου 1998, της διατηρήσεως του μονοπωλίου των ιστορικών φορέων στη σταθερή φωνητική τηλεφωνία συνίστατο στη διατήρηση της χρηματοοικονομικής τους ισορροπίας και στο να τους επιτρέψει να παρέχουν καθολική υπηρεσία για το σταθερό τηλεφωνικό δίκτυο.
27 Στη συνέχεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά τη διάρκεια του έτους 1997, η France Télécom εξακολουθούσε να διαθέτει, με την εξαίρεση ορισμένων πειραματικών αδειών, μονοπώλιο στον τομέα της σταθερής φωνητικής τηλεφωνίας, στον οποίο ισχύει η υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας.
28 Τέλος, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η Επιτροπή τονίζει ότι ο ανταγωνισμός που υπήρχε στη Γαλλία το 1997 στην αγορά των τηλεπικοινωνιών, κατόπιν της ελευθερώσεως της αγοράς της κινητής τηλεφωνίας, δεν δημιούργησε κατάσταση καθιστώσα αναγκαία για τη France Télécom την εφαρμογή συστήματος κατανομής της χρηματοδοτήσεως του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας, αναφέροντας, ειδικότερα, το γεγονός ότι η France Télécom διέθετε εκείνη την εποχή σχεδόν πλήρες μονοπώλιο στον τομέα της φωνητικής τηλεφωνίας.
29 ρος αντίκρουση της επιχειρηματολογίας αυτής της Επιτροπής, η Γαλλική Κυβέρνηση περιορίστηκε να προβεί σε γενικές παρατηρήσεις σχετικά με τη σημασία της ελευθερώσεως της αγοράς κινητής τηλεφωνίας χωρίς να διευκρινίσει πώς η ελευθέρωση αυτή επηρέαζε το καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας.
30 Όμως, οι γενικές αυτές παρατηρήσεις δεν πείθουν, λαμβανομένης υπόψη της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής, ότι ήταν «αναγκαία» η θέσπιση ενός μηχανισμού επιμερισμού του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τη σχετική προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 4γ της οδηγίας 90/388, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, για την καθιέρωση ενός τέτοιου μηχανισμού.
31 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής, όπως διευκρινίστηκε με το υπόμνημα απαντήσεως, είναι βάσιμη.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως σχετικά με την τιμολογιακή αναπροσαρμογή
32 Στο πλαίσιο της δευτέρας αιτιάσεως, η Επιτροπή υπενθυμίζει τα εξής:
- Με το άρθρο 4γ, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 90/388, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να επιτρέπουν στους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών να «αναπροσαρμόζουν τα τιμολόγιά τους». Τούτο αποσκοπούσε στη διόρθωση της τιμολογιακής αναντιστοιχίας, διότι, στα κράτη μέλη, ορισμένες τιμές, ιδίως, η οικιακή συνδρομή και οι τοπικές κλήσεις, διατηρούνταν σε τεχνητά χαμηλό επίπεδο, ενώ για άλλες υπηρεσίες, όπως οι υπεραστικές και οι διεθνείς κλήσεις, ίσχυαν υψηλές τιμές.
- Κατά την ίδια διάταξη, αν η αναπροσαρμογή δεν μπορεί να ολοκληρωθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 1998, το οικείο κράτος μέλος υποχρεούται να υποβάλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τη μελλοντική σταδιακή εξάλειψη των εναπομενουσών τιμολογιακών αναντιστοιχιών και η έκθεση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής.
33 Κατά την Επιτροπή, αφού η αναπροσαρμογή δεν ολοκληρώθηκε πριν από την 1η Ιανουαρίου 1998, η Γαλλική Δημοκρατία έπρεπε να εκπληρώσει τις προβλεφθείσες για την περίπτωση αυτή υποχρεώσεις, ιδίως αυτή περί κοινοποιήσεως χρονοδιαγράμματος. Όμως αυτό το κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε με τις εν λόγω υποχρεώσεις. Συναφώς, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το άρθρο L. 35-3, σημείο ΙΙ, 3ο, του κώδικα, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί με τον νόμο, επέβαλε μόνον την ολοκλήρωση της τιμολογιακής αναπροσαρμογής πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2000.
34 Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει ότι τα έσοδα από τις τηλεφωνικές συνδρομές δεν κάλυπταν το σύνολο του κόστους συνδέσεως και ότι το έλλειμμα προσβάσεως καλυπτόταν πάντα χάρη στις τιμές της France Télécom για τις τοπικές κλήσεις. Επομένως, είναι ακριβές, όπως αναγνωρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, ότι, σύμφωνα με την ερμηνεία της Επιτροπής ότι τα τιμολόγια πρέπει να αναπροσαρμοστούν για κάθε υπηρεσία, η αναπροσαρμογή δεν ολοκληρώθηκε πριν από την 1η Ιανουαρίου 1998. Όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα, η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει ότι ήταν πολύ δύσκολο να καταρτίσει χρονοδιάγραμμα περιλαμβάνον ενδιάμεσα στάδια. Κατά την κυβέρνηση αυτή, ο προσδιορισμός μιας ρεαλιστικής καταληκτικής ημερομηνίας ανταποκρινόταν στους σκοπούς της οδηγίας 90/388, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, και εξασφάλιζε υπέρ των εισερχομένων στην αγορά φορέων την αναγκαία διαφάνεια.
35 Δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι η τιμολογιακή αναπροσαρμογή, που αφορά το άρθρο 4γ, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 90/388, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, δεν είχε επιτευχθεί απόλυτα την 1η Ιανουαρίου 1998 και η Γαλλική Κυβέρνηση δεν υπέβαλε στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τα σχέδια για τη μελλοντική σταδιακή εξάλειψη των εναπομενουσών τιμολογιακών αναντιστοιχιών, συμπεριλαμβανομένου λεπτομερούς χρονοδιαγράμματος εφαρμογής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις ρητώς προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα, η επιταγή περί λεπτομερούς χρονοδιαγράμματος δεν ικανοποιείται με τη μνεία απλής καταληκτικής ημερομηνίας, όπως αυτή που προβλέπεται στο άρθρο L. 35-3, σημείο ΙΙ, 3ο, του κώδικα, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί με τον νόμο.
36 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
Επί της τρίτης αιτιάσεως σχετικά με την αρχή και τον τρόπο υπολογισμού της συνιστώσας C1
37 Η Επιτροπή, στο πλαίσιο της τρίτης αιτιάσεως, υπενθυμίζει ότι το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 97/33 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι ο υπολογισμός του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας βασίζεται στο κόστος που οφείλεται στους τελικούς χρήστες οι οποίοι μπορούν να εξυπηρετούνται μόνο με ζημία ή υπό συνθήκες κόστους που δεν εμπίπτουν στα κλασικά εμπορικά πρότυπα. Επομένως, η οδηγία αυτή απαιτεί επιλογή κατά τον προσδιορισμό των χρηστών που αποτελούν τη βάση υπολογισμού του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας. Κατά την Επιτροπή, η εν λόγω οδηγία δεν επιτρέπει να συμπεριληφθεί στη βάση αυτό το σύνολο των ιδιωτών συνδρομητών χωρίς να γίνεται διάκριση ως προς την κατάσταση. Η Επιτροπή ισχυρίζεται, με το πρώτο σκέλος της αιτιάσεως αυτής, ότι η Γαλλική Δημοκρατία, περιλαμβάνοντας στον τύπο υπολογισμού της συνιστώσας C1 το κόστος των αποδοτικών ιδιωτών συνδρομητών, περιέλαβε στο καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας κόστος που δεν ανταποκρίνεται στις σχετικές απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας.
38 Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θεωρεί ως «αποδοτικούς συνδρομητές» τους συνδρομητές που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας σε βαθμό που αρκεί ώστε, λαμβανομένων υπόψη των σταθερών εξόδων που απαιτούνται για την ιδιωτική τους συνδρομή και του κυμαινόμενου κόστους των τηλεφωνικών κλήσεών τους, τα έσοδα που πραγματοποιεί ο φορέας από τη συνδρομή τους και τις τηλεφωνικές τους κλήσεις τους επιτρέπουν ένα περιθώριο κέρδους.
39 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει προεχόντως ότι ο τύπος υπολογισμού της συνιστώσας C1 δικαιολογείται με βάση το δεύτερο κριτήριο του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 97/33, ήτοι τη συμπερίληψη του κόστους των υπηρεσιών που παρέχονται υπό συνθήκες κόστους που δεν εμπίπτουν στα συνήθη εμπορικά πρότυπα. Όμως, εφόσον δεν είχε ολοκληρωθεί η τιμολογιακή αναπροσαρμογή, δεν ήταν δυνατό να προσδιοριστούν οι συνδρομητές που εξυπηρετούνταν υπό τις συνθήκες αυτές και, επομένως, να γίνει επιλογή των συνδρομητών που έπρεπε να περιληφθούν στη βάση υπολογισμού του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας.
40 Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι η Γαλλική Δημοκρατία περιέλαβε στον τύπο υπολογισμού της συνιστώσας C1 το κόστος όλων των ιδιωτών συνδρομητών, επομένως, και το κόστος των αποδοτικών συνδρομητών. Συναφώς, η Γαλλική Κυβέρνηση περιορίστηκε στην προβολή γενικών επιχειρημάτων σχετικά με την κατά τους ισχυρισμούς της αδυναμία διακρίσεως μεταξύ των συνδρομητών σύμφωνα με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 97/33. Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Δημοκρατία περιέλαβε στο καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας κόστος που δεν πληροί τις προβλεπόμενες στο παράρτημα αυτό προϋποθέσεις.
41 Η Επιτροπή, με το δεύτερο σκέλος της τρίτης αιτιάσεως, υποστηρίζει ότι ο περιλαμβανόμενος στο άρθρο R. 20-32 του κώδικα τύπος υπολογισμού της συνιστώσας C1, καίτοι θα μπορούσε καταρχήν να δικαιολογηθεί, δεν κατανέμει την επιβάρυνση χρηματοδοτήσεως της καθολικής υπηρεσίας σε κάθε επιχείρηση με βάση αντικειμενικά κριτήρια, όπως απαιτεί το άρθρο 4γ της οδηγίας 90/388, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί. Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, δεν λαμβάνει υπόψη την αρχή της διαφάνειας, όπως προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 97/33.
42 Συναφώς, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ο εν λόγω τύπος βασίζεται στη διαφορά μεταξύ της μέσης τιμής της ισχύουσας συνδρομής, P, και της θεωρητικής τιμής μιας κρινομένης ως αναπροσαρμοσθείσας συνδρομής, Pe, της οποίας η αξία υπολογίζεται με βάση διεθνή σύγκριση με τις χώρες που θεωρούνται ότι ολοκλήρωσαν την τιμολογιακή αναπροσαρμογή. Εντούτοις, ο τύπος, αν εφαρμοστεί συγκεκριμένα, εμφανίζει δύο μειονεκτήματα: αφενός, η τιμή αναφοράς Pe δεν δικαιολογείται σαφώς και, αφετέρου, οι τιμές P και Pe δεν είναι συγκρίσιμες.
43 Ως προς το πρώτο μειονέκτημα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι από τα παρασχεθέντα από τη Γαλλική Κυβέρνηση αριθμητικά στοιχεία σχετικά με την τιμή αναφοράς Pe προκύπτει ότι η τιμή αυτή, που επηρεάζει τις συνιστώσες C1 και C2, δεν προσδιορίστηκε κατά διαφανή τρόπο. Καταρχάς, όσον αφορά τη χρησιμοποιηθείσα από την έκθεση Champsaur τεχνική, η προσδιορισθείσα με την έκθεση αυτή κλίμακα τιμών είναι εξαιρετικά ευρεία, αφού κυμαίνεται μεταξύ 55 γαλλικών φράγκων (FRF) και 75 FRF, ήτοι εμφανίζει περιθώριο διαφοροποιήσεως 30 %. Αυτό οφείλεται, ιδίως, στο γεγονός ότι τα θεωρούμενα ως «αναπροσαρμοσθέντα» τιμολόγια συνδρομής στις διάφορες χώρες που ελήφθησαν υπόψη για τη σύγκριση αυτή καλύπτουν ένα σύνολο διαφορετικών και, επομένως, μη συγκρίσιμων υπηρεσιών. Εξάλλου, η έκθεση Champsaur τόνισε ότι «η έκθεση αυτή συνετάγη ενόσω δεν είχαν καταστεί γνωστά τα αποτελέσματα της μελέτης και του λογιστικού ελέγχου σχετικά με τη διασύνδεση, την καθολική υπηρεσία και τους λογαριασμούς της France Télécom» και ότι «συνιστά, επομένως, ένα έγγραφο προσανατολισμού που πρέπει να επανεξεταστεί υπό το φως των αποτελεσμάτων αυτών».
44 Εξάλλου, όσον αφορά το ζήτημα αν η τιμή Pe είναι συμβατή με τα λογιστικά στοιχεία της France Télécom, η Επιτροπή τονίζει ότι δεν έχουν περιέλθει σε γνώση της αποτελέσματα τυχόν λογιστικών υπολογισμών. Αν υφίσταντο τέτοια λογιστικά στοιχεία επιτρέποντα τον υπολογισμό του επιπέδου ισορροπίας της συνδρομής, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ως τιμή αναφοράς η τιμή αυτή και όχι η τιμή Pe που προκύπτει με βάση ελάχιστα ακριβείς διεθνείς συγκρίσεις. Τέλος, η Επιτροπή τονίζει επίσης ότι από τα παρασχεθέντα από τις γαλλικές αρχές στοιχεία σχετικά με τα έσοδα και το μέσο κόστος του τμήματος προσβάσεως και τοπικών κλήσεων προκύπτει ότι, αν συνδυαστούν όλα τα στοιχεία αυτά, δεν υπάρχει πλέον έλλειμμα. Εντούτοις, η χρησιμοποιηθείσα μεθοδολογία δεν προσδιορίζεται. Κατά συνέπεια, τα παρασχεθέντα στοιχεία δεν αρκούν προς απόδειξη του ότι η τιμή Pe δικαιολογείται σαφώς.
45 Όσον αφορά το δεύτερο μειονέκτημα του τύπου υπολογισμού της συνιστώσας C1, η Επιτροπή θεωρεί ότι, για τον προσδιορισμό του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας, η διαφορά μεταξύ της τιμής P και της τιμής Pe συνιστά στοιχείο ιδιαίτερης σημασίας. Για τον υπολογισμό της διαφοράς αυτής, οι τιμές P και Pe πρέπει να στηρίζονται σε συγκρίσιμες βάσεις. Όμως, κατά την Επιτροπή, αυτό δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Συγκεκριμένα, αφενός, η αναλυτική χρέωση λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της τιμής Pe ενώ, κατά τον υπολογισμό της τιμής Ρ, η χρέωση αυτή είναι προαιρετική και αμειβόμενη. Η διαφορά αυτή συνεπάγεται τεχνητή αύξηση της τιμής Pe. Αφετέρου, η τιμή Pe περιλαμβάνει το κόστος τηρήσεως καταλόγου απορρήτων αριθμών, ο οποίος αποτελείται από τους συνδρομητές που δεν επιθυμούν να περιλαμβάνονται στον τηλεφωνικό κατάλογο, ενώ η τιμή Ρ δεν περιλαμβάνει τα σχετικά έσοδα. Έτσι, ακόμα και αν ο υπολογισμός της τιμής C1 δικαιολογούνταν αντικειμενικώς, δεν τηρείται η αρχή της διαφάνειας όσον αφορά τον υπολογισμό.
46 Η Γαλλική Κυβέρνηση, η οποία δεν αμφισβητεί την υποχρέωση τηρήσεως της αρχής της διαφάνειας, περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι ο καθορισμός της τιμής Pe σε 65 FRF προκύπτει με βάση διεθνή σύγκριση μεταξύ των χωρών στις οποίες τα τιμολόγια του ιστορικού φορέα κρίθηκαν αναπροσαρμοσθέντα. Η τιμή αυτή περιλαμβάνεται στην κλίμακα των 55 έως 75 FRF που καθόρισε η έκθεση Champsaur. Εξάλλου, από την από 9 Φεβρουαρίου 1999 απόφαση της ρυθμιστικής αρχής τηλεπικοινωνιών 99-120 προκύπτει ότι η αύξηση της τιμής της τηλεφωνικής συνδρομής σε 64,68 FRF είχε ως αποτέλεσμα την εξάλειψη σχεδόν της τιμολογιακής αναντιστοιχίας. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η τιμή Pe είναι, συνεπώς, αρκούντως διαφανής.
47 Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν διατυπώνει πειστική εξήγηση σχετικά με τον τρόπο του κατ' αποκοπή προσδιορισμού της τιμής Pe σε 65 FRF. Η κυβέρνηση αυτή περιορίζεται να διαβεβαιώσει ότι ο εν λόγω αριθμός προκύπτει με βάση διεθνείς συγκρίσεις, χωρίς, ωστόσο, να εξηγεί πώς εναρμονίστηκαν οι συνδρομές των διαφόρων χωρών. Καίτοι ο επιλεγείς αριθμός περιλαμβάνεται πράγματι στην προσδιορισθείσα με την έκθεση Champsaur κλίμακα, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η κλίμακα αυτή είναι εξαιρετικά ευρεία και ότι η έκθεση θεώρησε ότι έπρεπε να γίνουν συναφώς ακριβέστεροι υπολογισμοί.
48 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 97/33 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη που θεσπίζουν μηχανισμό για τον επιμερισμό του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας λαμβάνουν δεόντως υπόψη την αρχή της διαφάνειας κατά τον καθορισμό της καταβλητέας εισφοράς.
49 ράγματι, λόγω της επιδράσεως που ασκεί το επιλεγέν ύψος των τιμών αναφοράς επί του ύψους των επιβαλλόμενων στους νέους φορείς εισφορών, οι τιμές αυτές πρέπει να προσδιορίζονται με βάση αντικειμενικά κριτήρια, αφού ληφθούν υπόψη συγκρίσιμα και, επομένως, διαφανή στοιχεία, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους φορείς αυτούς να υπολογίζουν το πιθανό κόστος και τα πιθανά έσοδα. Κάθε στοιχείο που καθιστά δυσχερέστερο τον υπολογισμό αυτόν αποθαρρύνει την είσοδο των φορέων αυτών στην αγορά.
50 Ακόμα και αν, όπως δέχεται η Επιτροπή, δεν αποκλείεται η διεθνής σύγκριση να αποτελεί κατάλληλη μέθοδο για τον υπολογισμό του καθαρού κόστους των συνιστωσών της καθολικής υπηρεσίας, πρέπει, εντούτοις, εν όψει των υφισταμένων στα κράτη μέλη διαφορών, να αντιμετωπίζονται με προσοχή τα αποτελέσματα της συγκρίσεως αυτής, ιδίως, όταν οι υπηρεσίες είναι προαιρετικές σε ορισμένα κράτη αναφοράς και τούτο δεν συμβαίνει στο κράτος μέλος που αποτελεί αντικείμενο συγκρίσεως. Κατά συνέπεια, η μέθοδος αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο υπολογισμού του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας, χωρίς να τελειοποιείται διά του εκ των προτέρων καθορισμού του συνόλου των λαμβανομένων υπόψη στη βασική συνδρομή αναφοράς υπηρεσιών και διά του επανυπολογισμού, με βάση αυτόν τον κατάλογο υπηρεσιών, του ύψους της συνδρομής που αντιστοιχεί στις διάφορες χώρες προκειμένου να καθοριστεί μία κλίμακα συγκρίσιμων τιμών.
51 Εν προκειμένω, όπως, εξάλλου, δεν αμφισβητείται από τη Γαλλική Κυβέρνηση, ο υπολογισμός της συνιστώσας C1 βασίζεται στη σύγκριση των παραμέτρων (P και Pe) που στηρίζονται σε διαφορετικές βάσεις. Συγκεκριμένα, η τιμή Ρ δεν περιλαμβάνει τα έσοδα από την αναλυτική χρέωση, ενώ, στις χώρες αναφοράς για τον υπολογισμό της τιμής Pe, η βασική συνδρομή περιλαμβάνει τους λογαριασμούς αυτούς. Εξάλλου, καίτοι τα έσοδα από την εγγραφή στον κατάλογο απόρρητων αριθμών δεν περιλαμβάνονται ούτε στην τιμή Ρ ούτε στην τιμή Pe, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν διευκρίνισε κατά ποίο τρόπο, κατά τον υπολογισμό της τιμής Pe, προέβη σε διόρθωση των τιμών της συνδρομής που περιελάμβαναν αυτοδικαίως τη δυνατότητα εγγραφής στον κατάλογο απορρήτων αριθμών. Κατά συνέπεια, οι παράμετροι Ρ και Pe δεν μπορούν να συγκριθούν.
52 Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμα και αν δεχθούμε ότι οι υπολογισμοί των Ρ και Pe, μεμονωμένα θεωρούμενοι, στηρίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, από την έλλειψη δυνατότητας συγκρίσεως των τιμών τους προκύπτει ότι ο υπολογισμός της συνιστώσας C1, που στηρίζεται στη σύγκριση αυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί διαφανής υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 97/33.
53 Κατά συνέπεια, συνάγεται ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση διαφάνειας κατά τον υπολογισμό του κόστους της καθολικής υπηρεσίας.
54 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η τρίτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
Επί της τετάρτης αιτιάσεως σχετικά με την έλλειψη αιτιολογίας του ύψους ορισμένων συνιστωσών του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας
55 Η Επιτροπή, στο πλαίσιο της τετάρτης αιτιάσεώς της, υπενθυμίζει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 97/33 ορίζει ότι, για να καθοριστεί η τυχόν επιβάρυνση την οποία αντιπροσωπεύει η παροχή καθολικής υπηρεσίας, οι οργανισμοί με υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας υπολογίζουν το καθαρό κόστος των σχετικών υποχρεώσεων, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ της εν λόγω οδηγίας. Ο υπολογισμός του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας ελέγχεται από την εθνική ρυθμιστική αρχή ή άλλο αρμόδιο φορέα, ανεξάρτητο από τον οργανισμό τηλεπικοινωνιών και εγκεκριμένο από την εθνική ρυθμιστική αρχή.
56 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ορισμένες συνιστώσες του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας προσδιορίστηκαν κατ' αποκοπήν στη γαλλική ρύθμιση, αντίθετα προς την υποχρέωση ειδικού υπολογισμού που απορρέει από το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 97/33. Καταρχάς, ισχυρίζεται ότι το άρθρο R. 20-33, σημείο ΙΙΙ, του κώδικα, το οποίο προστέθηκε με το διάταγμα, ορίζει τη συνιστώσα που αφορά το καθαρό κόστος των μη αποδοτικών συνδρομητών στις αποδοτικές ζώνες, για τα έτη 1997 και 1998, σε 1 % του κύκλου εργασιών της δημόσιας τηλεφωνικής υπηρεσίας μεταξύ σταθερών σημείων του φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας. Δεύτερον, τονίζει ότι το άρθρο 3 του διατάγματος προσδιορίζει κατ' αποκοπή το καθαρό κόστος των διαφόρων συνιστωσών της καθολικής υπηρεσίας για το έτος 1997. Τρίτον, υποστηρίζει ότι το ποσό της καταβληθείσας στη France Télécom εισφοράς προς αντιστάθμιση του κόστους ορισμένων τιμών σύμφωνα με κοινωνικά κριτήρια υπολογίστηκε ανακριβώς.
57 Η Γαλλική Κυβέρνηση, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, τονίζει, όσον αφορά το καθαρό κόστος των μη αποδοτικών συνδρομητών στις αποδοτικές ζώνες, ότι, όπως προκύπτει από την έκθεση Champsaur, τότε δεν υφίστατο ακόμα αξιόπιστη μέθοδος υπολογισμού. Η έκθεση πρότεινε καταλήγοντας μία κλίμακα βάσει της οποίας θα υπολογιζόταν το προβλεπόμενο στο άρθρο R. 20-33, σημείο ΙΙΙ, του κώδικα, όπως αυτό προστέθηκε με το διάταγμα, κατ' αποκοπή ποσοστό. Η Γαλλική Κυβέρνηση διατυπώνει επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητα αναδρομικού υπολογισμού του σχετικού κόστους. Όσον αφορά το καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας για το έτος 1997, εκθέτει ότι η γεωγραφική συνιστώσα του κόστους αυτού, που υπολογίστηκε σε 3 % του κύκλου εργασιών, προκύπτει με βάση διεθνή σύγκριση. Ισχυρίζεται ότι ενήργησε με ρεαλισμό και θεωρεί ότι ένας περίπλοκος a posteriori υπολογισμός σχετικά με το έτος 1997 θα κατέληγε σε μία εντελώς οριακή διαφοροποίηση. Όσον αφορά τις τιμές σύμφωνα με κοινωνικά κριτήρια, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται το διάταγμα 99-162, της 8ης Μαρτίου 1999, σχετικά με την καθολική υπηρεσία στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και την τροποποίηση των άρθρων R. 20-34 και R. 20-40 του κώδικα και του άρθρου R. 251-28 του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως (JORF της 9ης Μαρτίου 1999, σ. 3512), με το οποίο θεσπίστηκε νέο σύστημα στον τομέα αυτόν. Το σύστημα αυτό προβλέπει μείωση των τηλεφωνικών τελών με βάση κοινωνικά κριτήρια για ορισμένους δικαιούχους κατώτατου κοινωνικού εισοδήματος ή αναπήρους πολέμου, που ανέρχεται σε 27,60 FRF μηνιαίως για το 2000. Η μείωση αυτή χρηματοδοτείται από ένα φορέα χρηματοδοτήσεως της καθολικής υπηρεσίας, στον οποίο οι φορείς τηλεφωνικών υπηρεσιών καταβάλλουν εισφορές ανάλογα με τον κύκλο εργασιών τους.
58 Η Επιτροπή, με το υπόμνημά της απαντήσεως, ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι το 1997 και το 1998 οι κατ' αποκοπήν εισφορές στο καθαρό κόστος των μη αποδοτικών συνδρομητών στις αποδοτικές ζώνες ήταν πολύ υψηλότερες από τις εισφορές το 1999 και το 2000, έτη κατά τα οποία ο υπολογισμός έγινε με βάση ένα μοντέλο. Δεύτερον, η Επιτροπή παρατηρεί όσον αφορά το καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας για το έτος 1997 ότι, καίτοι η Γαλλική Κυβέρνηση παρέσχε κάποιες εξηγήσεις σχετικά με τα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη, δεν εξήγησε πώς με βάση τα στοιχεία αυτά εξήχθη το τελικό αποτέλεσμα. Τρίτον, τονίζει ότι, ακόμα και αν στο σχετικό με τις τιμές σύμφωνα με κοινωνικά κριτήρια σύστημα επήλθαν βελτιώσεις που θα ισχύσουν για το μέλλον, η παράβαση υφίστατο κατά το 1997 και το 1998.
59 Η Γαλλική Κυβέρνηση, με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, υποστηρίζει ότι, καίτοι κατ' ανάγκη ανακριβής, η χρησιμοποιηθείσα το 1997 και το 1998 μέθοδος για τον υπολογισμό του καθαρού κόστους των μη αποδοτικών συνδρομητών στις αποδοτικές ζώνες ήταν η μόνη εφαρμόσιμη. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η επίδραση της μεθόδου αυτής στους νέους φορείς ήταν, εν πάση περιπτώσει, ελάχιστη, εν όψει του πολύ μικρού μέρους της αγοράς που είχαν τότε. Εξάλλου, η Γαλλική Κυβέρνηση δέχεται ότι θα ήταν τεχνικώς δυνατό να υπολογίσει αναδρομικώς το καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας για το έτος 1997 με βάση το μοντέλο που χρησιμοποίησε αργότερα, υποστηρίζει, όμως, ότι το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής δεν θα είχε καθοριστική σημασία, η δε εφαρμογή της θα ήταν δυσχερής, καθόσον προϋπόθεση της διαδικασίας αυτής είναι η παροχή εκ μέρους της France Télécom μεγάλου αριθμού πληροφοριακών στοιχείων.
60 Συναφώς, δεδομένου ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 97/33 ορίζει ότι το καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ της εν λόγω οδηγίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κατά τον υπολογισμό αυτό μπορεί να λαμβάνεται υπόψη μόνον το κόστος που συνδέεται αμέσως με την παροχή της υπηρεσίας αυτής. Συγκεκριμένα, η θέσπιση ίσων όρων ανταγωνισμού για τους διαφόρους φορείς τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών προϋποθέτει διάρθρωση του κόστους κατά τρόπο αντικειμενικό και διαφανή. Επομένως, η οδηγία 97/33 απαγορεύει τον προσδιορισμό των συνιστωσών του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας κατ' αποκοπήν ή ανακριβώς, χωρίς να προηγηθεί ειδικός υπολογισμός. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι προσδιόρισε κατ' αποκοπήν ή ανακριβώς το καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας ή ορισμένα από τα σχετικά στοιχεία, όπως τονίζεται στη σκέψη 56 της παρούσας αποφάσεως.
61 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η τέταρτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
Επί της πέμπτης αιτιάσεως σχετικά με τις μεθόδους υπολογισμού του καθαρού κόστους ορισμένων συνιστωσών της καθολικής υπηρεσίας
62 Η Επιτροπή, με την πέμπτη αιτίασή της, ισχυρίζεται ότι ορισμένες συνιστώσες του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας προσδιορίστηκαν κατά τρόπο προκαλούντα τεχνητή αύξηση του κόστους αυτού.
63 Με το πρώτο σκέλος της αιτιάσεως αυτής, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι με τη χρησιμοποιηθείσα από τις γαλλικές αρχές μέθοδο προσδιορισμού των μη αποδοτικών περιοχών δεν ελήφθησαν υπόψη ορισμένα έσοδα όπως τα έσοδα από την εγγραφή στον κατάλογο απορρήτων αριθμών και από τις υπηρεσίες «διευκολύνσεως», που περιλαμβάνουν παροχές όπως η εκτροπή κλήσεων, το σήμα κλήσεως και η εμφάνιση του αριθμού.
64 Η Γαλλική Κυβέρνηση, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, αναγνωρίζει ότι τα καθαρά έσοδα των υπηρεσιών «διευκολύνσεως» πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στα έσοδα με βάση τα οποία καθορίζονται οι μη αποδοτικές περιοχές. αραδέχεται ότι το κόστος και τα έσοδα από τις υπηρεσίες αυτές άρχισαν να λαμβάνονται υπόψη μόνον από τη χρήση του 1999. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι η υπηρεσία εγγραφής στον κατάλογο απορρήτων αριθμών δεν μπορεί να διαχωριστεί από την υπηρεσία εκδόσεως του τηλεφωνικού καταλόγου. Ο κατάλογος απορρήτων αριθμών δεν αποτελεί, επομένως, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση χωριστό στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό αυτό.
65 Η Επιτροπή, με το υπόμνημά της απαντήσεως, ισχυρίζεται ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της τηρήσεως καταλόγου απόρρητων αριθμών και, αφετέρου, της εκδόσεως καταλόγου σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή. Από το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 98/10 προκύπτει ότι κάθε φορέας τηρεί κατάλογο απορρήτων αριθμών για τους συνδρομητές του. Η υπηρεσία εγγραφής στον κατάλογο απορρήτων αριθμών χρεώνεται στον ενδιαφερόμενο συνδρομητή και, επομένως, είναι ανεξάρτητη από το κόστος και τα έσοδα της εκδόσεως τηλεφωνικού καταλόγου.
66 Συναφώς, πρέπει, αφενός, να υπενθυμιστεί ότι το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 97/33 διευκρινίζει ότι κατά τον υπολογισμό του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα έσοδα.
67 Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 98/10 ορίζει ότι κάθε φορέας πρέπει να συνεργάζεται στην κατάρτιση τηλεφωνικού καταλόγου παρέχοντας τις απαιτούμενες προς τον σκοπό αυτό πληροφορίες, ήτοι τις πληροφορίες σχετικά με τους συνδρομητές που δεν έχουν διατυπώσει αντίρρηση για την καταχώρισή τους.
68 Από τα παραπάνω απορρέει, όπως τόνισε η Επιτροπή, μια αρχή σύμφωνα με την οποία κάθε φορέας διαχειρίζεται τον κατάλογο των συνδρομητών του που δεν επιθυμούν να καταχωριστούν στον καθολικό κατάλογο και δεν γνωστοποιεί το όνομα των συνδρομητών αυτών στον εκδότη του τηλεφωνικού καταλόγου. Επομένως, κάθε φορέας έχει τον δικό του κατάλογο απορρήτων αριθμών, του οποίου η τήρηση εμπίπτει στη διαχείριση των συνδρομητών του και όχι της καθολικής υπηρεσίας. ράγματι, το γεγονός ότι οι συνδρομητές ενός νέου φορέα καταβάλλουν αντίτιμο για την καταχώρισή τους στον κατάλογο απορρήτων αριθμών του φορέα αυτού δεν συνεπάγεται ούτε έσοδα ούτε κόστος για τη δραστηριότητα της εκδόσεως του καταλόγου του ιστορικού φορέα.
69 Επομένως, συνάγεται ότι η Γαλλική Κυβέρνηση έπρεπε να λάβει υπόψη τα έσοδα από τις υπηρεσίες «διευκολύνσεως» και καταχωρίσεως στον κατάλογο απόρρητων αριθμών κατά τον υπολογισμό του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας προκειμένου να προσδιορίσει τις μη αποδοτικές περιοχές.
70 Η Επιτροπή, με το δεύτερο σκέλος της πέμπτης αιτιάσεώς της, ισχυρίζεται ότι οι γαλλικές αρχές δεν τήρησαν τους προβλεπόμενους στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 97/33 κανόνες, διότι έλαβαν υπόψη, κατά τον υπολογισμό του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας για το έτος 1998, το λογιστικό κόστος που περιελάμβανε το ιστορικό κόστος και όχι μόνον το προβλεπόμενο κόστος.
71 Η Γαλλική Κυβέρνηση, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, τονίζει ότι ελήφθησαν υπόψη για τους εξοπλισμούς μεταγωγής και μεταβιβάσεως σημαντικές διορθώσεις των τιμών αποσβέσεως, με βάση το κόστος ανανεώσεως, λαμβανομένης υπόψης της ισχυρής πτωτικής τάσεως της τιμής ορισμένων εξοπλισμών. Κατόπιν της αναθεωρήσεως αυτής των τιμών αποσβέσεως, το ληφθέν υπόψη κόστος των εξοπλισμών ήταν, βεβαίως, ιστορικό, πλην όμως διορθωθέν. Θα ήταν δύσκολο να προβλεφθεί το κόστος χωρίς να ληφθούν υπόψη ως βάση οι προγενέστερες χρήσεις και προβλέψεις, οι οποίες αποτελούν, καθαυτές, χρήσιμα στοιχεία προβληματισμού. Εν όψει των δυσχερειών εφαρμογής που θα ανέκυπταν αν η εφαρμοσθείσα το 1999 μεθοδολογία έπρεπε να εφαρμοστεί και για το έτος 1998, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν προτίθεται a priori να διορθώσει τα σχετικά με το έτος 1998 αριθμητικά στοιχεία.
72 Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 97/33 ορίζει ότι το κόστος και τα έσοδα που λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας πρέπει να είναι προβλέψιμα.
73 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι έλαβε υπόψη, κατά τον υπολογισμό του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας για το έτος 1998, το λογιστικό κόστος που περιελάμβανε το ιστορικό κόστος, αντίθετα προς τους προβλεπόμενους στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 97/33 κανόνες.
74 Η Επιτροπή, με το τρίτο σκέλος της πέμπτης αιτιάσεώς της, υποστηρίζει ότι, αντίθετα προς τους προβλεπόμενους στο άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 97/33 κανόνες, ο τρόπος υπολογισμού του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας που εφάρμοσαν οι γαλλικές αρχές δεν λαμβάνει υπόψη τα άυλα οφέλη από την παροχή καθολικής υπηρεσίας, παρά μόνον όσον αφορά την πλήρη γεωγραφική κάλυψη με τηλεφωνικούς θαλάμους και την παροχή τηλεφωνικών καταλόγων.
75 Η Γαλλική Κυβέρνηση, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, αναγνωρίζει ότι δεν τήρησε το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 97/33, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τα άυλα οφέλη από την παροχή της καθολικής υπηρεσίας. ροσθέτει ότι δυσχερώς μπορεί να υπολογιστεί εκ των υστέρων το κόστος του στοιχείου αυτού της καθολικής υπηρεσίας.
76 Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 97/33 επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη, κατά τον υπολογισμό του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας, το τυχόν όφελος της αγοράς το οποίο αποκομίζει ο οργανισμός ο οποίος προσφέρει την υπηρεσία αυτή.
77 Όμως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι το όφελος αυτό δεν ελήφθη υπόψη κατά τον εν λόγω υπολογισμό, αντίθετα προς την απορρέουσα από το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 97/33 υποχρέωση.
78 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η πέμπτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
Επί της έκτης αιτιάσεως περί μη δημοσιεύσεως των εισφορών των φορέων
79 Η Επιτροπή, με την έκτη αιτίασή της, υπενθυμίζει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 97/33 επιβάλλει στα κράτη μέλη να δημοσιεύουν ετήσια έκθεση στην οποία εμφαίνεται, αφενός, το υπολογιζόμενο κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας και, αφετέρου, οι εισφορές όλων των ενδιαφερομένων. Όμως, η καταρτισθείσα από τις γαλλικές αρχές έκθεση για το έτος 1997 δεν περιελάμβανε τις εισφορές των ενδιαφερόμενων φορέων στο καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας.
80 Η Γαλλική Κυβέρνηση, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, παραδέχεται ότι οι αφορώσες τα έτη 1997 και 1998 εκθέσεις δεν ανταποκρίνονταν απολύτως στις επιταγές του άρθρου 5, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 97/33.
81 Συναφώς, δεδομένου ότι η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η αφορώσα το 1997 έκθεση δεν ανταποκρίνεται απόλυτα στις επιταγές του άρθρου 5, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 97/33, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η έκτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
82 Εν όψει των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη συμμορφούμενη προς τις διατάξεις του άρθρου 4γ της οδηγίας 90/388, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, και μη τηρώντας τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 3 έως 5, της οδηγίας 97/33, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις εν λόγω οδηγίες.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
83 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Γαλλικής Δημοκρατίας και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Γαλλική Δημοκρατία, μη συμμορφούμενη προς τις διατάξεις του άρθρου 4γ της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 96/19/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 1996, και μη τηρώντας τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 1 και 3 έως 5, της οδηγίας 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλιστεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις εν λόγω οδηγίες.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy