Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο - Κατάσταση που πρέπει να ληφθεί υπόψη - Κατάσταση κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Απόδειξη της παραβάσεως - Βάρος αποδείξεως το οποίο φέρει η Επιτροπή
(Άρθρο 226 ΕΚ)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-147/00,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J.-F. Pasquier και G. Valero Jordana, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από την K. Rispal-Bellanger και τον D. Colas, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία:
- μη λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει, εντός προθεσμίας δέκα ετών μετά την κοινοποίηση της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητος των υδάτων κολύμβήσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 108), το συμβατό της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως με τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας, αντίθετα προς το άρθρο της 4, παράγραφος 1,
- μη διενεργώντας δειγματοληψίες με την ελάχιστη συχνότητα που καθορίζεται στο παράρτημα της οδηγίας 76/160 για όλες τις παραμέτρους και όλα τα ύδατα κολυμβήσεως, αντίθετα προς το άρθρο της 6, παράγραφος 1, και
- μη διενεργώντας δειγματοληψίες για την παράμετρο «ολικά κολοβακτηρίδια»,
δεν έλαβε όλα τα μέτρα για την τήρηση των υποχρεώσεων τις οποίες υπέχει από την οδηγία 76/160 και παρέβη τις διατάξεις που απορρέουν από τα άρθρα 3, 4, 5 και 6 της εν λόγω οδηγίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet, F. Macken, N. Colneric και J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Ιανουαρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Απριλίου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία:
- μη λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει, εντός προθεσμίας δέκα ετών μετά την κοινοποίηση της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητος των υδάτων κολυμβήσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 108, στο εξής: οδηγία), το συμβατό της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως με τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας, αντίθετα προς το άρθρο της 4, παράγραφος 1,
- μη διενεργώντας δειγματοληψίες με την ελάχιστη συχνότητα που καθορίζεται στο παράρτημα της οδηγίας 76/160 για όλες τις παραμέτρους και όλα τα ύδατα κολυμβήσεως, αντίθετα προς το άρθρο της 6, παράγραφος 1, και
- μη διενεργώντας δειγματοληψίες για την παράμετρο «ολικά κολοβακτηρίδια»,
δεν έλαβε όλα τα μέτρα για την τήρηση των υποχρεώσεων τις οποίες υπέχει από την οδηγία 76/160 και παρέβη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 3, 4, 5 και 6 της εν λόγω οδηγίας,
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α_ της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Κατά την έννοια της παρούσης οδηγίας νοούνται ως:
α) "ύδατα κολυμβήσεως" τα γλυκέα ρέοντα ή λιμνάζοντα ύδατα ή μέρη αυτών, όπως και το ύδωρ της θαλάσσης, στα οποία η κολύμβηση:
- επιτρέπεται σαφώς [ρητώς] από τις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους,
- ή δεν απαγορεύεται και συνηθίζεται από μεγάλο αριθμό λουομένων».
3 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, «τα κράτη μέλη καθορίζουν, για όλες τις περιοχές κολυμβήσεως ή για κάθε μία από αυτές, τις τιμές που εφαρμόζονται στα ύδατα κολυμβήσεως για τις παραμέτρους που ορίζονται στο παράρτημα». Το παράρτημα της οδηγίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων παραμέτρων, στο σημείο 1, τα «ολικά κολοβακτηρίδια» και, στο σημείο 2, τα «κολοβακτηρίδια κοπράνων».
4 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, «οι τιμές που καθορίζονται δυνάμει της παραγράφου 1 δεν πρέπει να είναι λιγότερο αυστηρές από τις τιμές που ορίζονται στη στήλη Ι του παραρτήματος».
5 Από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας προκύπτει ότι τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ώστε η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως να ανταποκρίνεται προς τις οριακές τιμές που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας εντός προθεσμίας δέκα ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας. Δεδομένου ότι η κοινοποίηση αυτή πραγματοποιήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1975, τα γαλλικά ύδατα κολυμβήσεως έπρεπε να ανταποκρίνονται προς τις απαιτήσεις της οδηγίας το αργότερο στις 10 Δεκεμβρίου 1985.
6 Το άρθρο 5 της οδηγίας προβλέπει ποια πρέπει να είναι τα αποτελέσματα των αναλύσεων των δειγμάτων των υδάτων κολυμβήσεως ώστε, ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 4 της οδηγίας, αυτά τα ύδατα κολυμβήσεως να θεωρούνται ότι ανταποκρίνονται προς τις σχετικές παραμέτρους.
7 Στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας διευκρινίζεται ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών προβαίνουν στις δειγματοληψίες των οποίων η ελάχιστη συχνότητα καθορίζεται στο παράρτημα της οδηγίας.
8 Το άρθρο 12 της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή τις νομοθετικές, κανονιστικές, και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους προς την οδηγία εντός προθεσμίας δύο ετών από της κοινοποιήσεώς της.
9 Το άρθρο 13 της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1991, για την τυποποίηση και τον εξορθολογισμό των εκθέσεων που αφορούν την εφαρμογή ορισμένων οδηγιών για το περιβάλλον (ΕΕ L 377, σ. 48), προβλέπει ότι, κάθε χρόνο, και για πρώτη φορά στις 31 Δεκεμβρίου 1993, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας κατά το οικείο έτος. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται στην Επιτροπή πριν από το τέλος του έτους. Εντός τεσσάρων μηνών από της παραλαβής των εκθέσεων των κρατών μελών, η Επιτροπή δημοσιεύει κοινοτική έκθεση για την εφαρμογή της οδηγίας (στο εξής: συνοπτική έκθεση).
10 Οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή, ως μέτρα εφαρμογής της οδηγίας, το διάταγμα 91-980, της 20ής Σεπτεμβρίου 1991, με το οποίο τροποποιήθηκε το διάταγμα 81-324 περί καθορισμού των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας που ισχύουν για τις πισίνες και τα κολυμβητήρια, καθώς και την απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1991 η οποία ελήφθη για την εφαρμογή του διατάγματος 91-980, της 20ής Σεπτεμβρίου 1991.
Τα πραγματικά περιστατικά και η πρό της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
11 Οι γαλλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για τα έτη 1995, 1996 και 1997. Η Επιτροπή διαπίστωσε στις εκθέσεις αυτές πολλά κενά κατά την εφαρμογή της οδηγίας. Κατά συνέπεια, κίνησε δύο χωριστές διαδικασίες, τις οποίες συνένωσε στην παρούσα προσφυγή λόγω συναφείας.
12 ρώτον, με έγγραφη όχληση της 5ης Σεπτεμβρίου 1996 και κατόπιν με αιτιολογημένη γνώμη της 5ης Αυγούστου 1998 (στο εξής: πρώτη αιτιολογημένη γνώμη), η Επιτροπή προσήψε στη Γαλλική Δημοκρατία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από την οδηγία, αφενός, μη λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει, εντός προθεσμίας δέκα ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας, το συμβατό της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως με τις απαιτήσεις της οδηγίας, αντίθετα προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, και, αφετέρου, μη διενεργώντας δειγματοληψίες με την ελάχιστη συχνότητα που καθορίζεται στο παράρτημα της οδηγίας για όλες τις παραμέτρους και όλα τα ύδατα κολυμβήσεως, αντίθετα προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας. Η Επιτροπή έταξε στη Γαλλική Δημοκρατία προθεσμία δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της πρώτης αιτιολογημένης γνώμης για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή.
13 Οι γαλλικές αρχές απάντησαν, με έγγραφο της 13ης Οκτωβρίου 1998, ότι το συμβατό των περιοχών κολυμβήσεως με τις απαιτήσεις της οδηγίας ανήλθε από 60 % το 1980 σε 93 % το 1997. Οι γαλλικές αρχές ανέλαβαν την υποχρέωση να λάβουν κάθε μέτρο ώστε, το 1999, όλες οι περιοχές κολυμβήσεως να ανταποκρίνονται στις επιτακτικές οριακές τιμές που καθορίζονται στην οδηγία. Την ίδια υποχρέωση ανέλαβαν όσον αφορά τη δειγματοληψία και τη λήψη υπόψη των φυσικοχημικών παραμέτρων κατά τον καθορισμό των συμβατών προς τις απαιτήσεις της οδηγίας τιμών.
14 Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε μεταγενέστερα καμία πληροφορία από τις γαλλικές αρχές επιτρέπουσα να θεωρηθεί ότι τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις αυτές, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εξακολουθούσε να υφίσταται παράβαση και άσκησε κατά συνέπεια την παρούσα προσφυγή.
15 Δεύτερον, με έγγραφη όχληση της 11ης Νοεμβρίου 1998 και κατόπιν με αιτιολογημένη γνώμη της 6ης Αυγούστου 1999 (στο εξής: δεύτερη αιτιολογημένη γνώμη), η Επιτροπή προσήψε στη Γαλλική Δημοκρατία ότι δεν διενήργησε δειγματοληψίες για την παράμετρο «ολικά κολοβακτηρίδια», αντίθετα προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 3, 4, 5 και 6 της οδηγίας. Η Επιτροπή έταξε στη Γαλλική Δημοκρατία προθεσμία δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της δεύτερης αιτιολογημένης γνώμης για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή.
16 Με έγγραφο της 5ης Οκτωβρίου 1999, οι γαλλικές αρχές απάντησαν ότι, από τη λουτρική περίοδο του 1995 και μετέπειτα, εγκατέλειψαν τη μέτρηση των ολικών κολοβακτηριδίων και των κολοβακτηριδίων κοπράνων και επέλεξαν τη μέτρηση των escherichia Coli σύμφωνα με πιο αποτελεσματική μέθοδο αποκαλούμενη «των μικροπλακών», εξακολουθώντας εν πάση περιπτώσει τη μέτρηση των κοπρωδών στρεπτοκόκκων, και επομένως εκτιμούσαν ότι ανταποκρίνονταν στο πνεύμα της οδηγίας και στον θεμελιώδη στόχο της προστασίας της υγείας των λουομένων.
17 Εξάλλου, κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως που πραγματοποιήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2000 και αφορούσε συνολικά τις προ της ασκήσεως προσφυγής εκκρεμείς υποθέσεις επί θεμάτων περιβάλλοντος, οι γαλλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή τις εγκυκλίους του Υπουργού Απασχολήσεως και Κοινωνικής Αλληλεγγύης DGS/DE αριθ. 99/311 και DGS αριθ. 99/312 της 31ης Μα_ου 1999, οι οποίες προβλέπουν τη λήψη πολλών μέτρων που σκοπούν στην εκ μέρους της Γαλλικής Δημοκρατίας τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία.
18 Η Επιτροπή έκρινε εντούτοις αναγκαίο να συνεχίσει τη διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως ασκώντας την παρούσα προσφυγή.
19 Μετά την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής, οι γαλλικές αρχές εξέδωσαν την εγκύκλιο του Υπουργού Απασχολήσεως και Κοινωνικής Αλληλεγγύης DGS/DAGPB αριθ. 2000/312, της 7ης Ιουνίου 2000, η οποία σκοπεί επίσης στην τήρηση των κοινοτικών υποχρεώσεων της Γαλλικής Δημοκρατίας και αντίγραφό της είναι συνημμένο στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως στις 26 Ιουνίου 2000.
Οι προσαπτόμενες παραβάσεις και η εκτίμηση του Δικαστηρίου
20 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή προβάλλει τρείς αιτιάσεις έναντι της Γαλλικής Δημοκρατίας, ήτοι, πρώτον, τη μη τήρηση των επιτακτικών οριακών τιμών που καθορίζονται στην οδηγία, δεύτερον, την ανεπάρκεια των δειγματοληπτικών μετρήσεων και, τρίτον, την εγκατάλειψη της παραμέτρου «ολικά κολοβακτηρίδια».
Ως προς την πρώτη αιτίαση, σχετικά με τη μη τήρηση των επιτακτικών οριακών τιμών που καθορίζονται στην οδηγία
21 Η Επιτροπή προβάλλει ότι, βάσει της λεπτομερούς εξετάσεως της εκθέσεως των γαλλικών αρχών σχετικά με την ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως για το έτος 1995, η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως στη Γαλλία δεν ήταν το έτος εκείνο σύμφωνη, κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας, με τις επιτακτικές οριακές τιμές που καθορίζονται στη στήλη Ι του παραρτήματος της οδηγίας. Επιπλέον, οι εκθέσεις των γαλλικών αρχών σχετικά με την ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως για τα έτη 1996 και 1997 επιβεβαιώνουν, κατά την άποψη της Επιτροπής, ότι εξακολούθησε αυτή η έλλειψη προσαρμογής προς τις απαιτήσεις της οδηγίας. Δεδομένου ότι η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη σαφή και μη υποκείμενη σε προϋποθέσεις υποχρέωση επιτεύξεως αποτελέσματος, ήτοι την εξασφάλιση της τηρήσεως των επιτακτικών οριακών τιμών, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία.
22 Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι ορισμένες περιοχές κολυμβήσεως δεν ανταποκρίνονταν κατά τα έτη 1995, 1996 και 1997 στις επιτακτικές οριακές τιμές που καθορίζονται στην οδηγία. Υπογραμμίζει όμως ότι τα στοιχεία σχετικά με τα παρατηρούμενα επίπεδα μη συμβατού προς τις απαιτήσεις της οδηγίας, στα οποία αναφέρεται η Επιτροπή στη συνοπτική έκθεσή της για το 1998 [Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως (λουτρική περίοδος 1998), EUR 18831, Μάιος 1999, σ. 137 και 138] εμφανίζουν προοδευτική βελτίωση. Η Γαλλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι τα στοιχεία αυτά μπορούν ακόμη να εμφανίσουν ουσιώδη και ταχεία βελτίωση και θεωρεί ότι τα προς τούτο ληφθέντα μέτρα ήδη την 31η Μα_ου 1999 - και τα οποία ίσχυαν συνεπώς για τη λουτρική περίοδο του 1999 - καθιστούσαν δυνατή τέτοια βελτίωση. Συγκεκριμένα, η εκδοθείσα την 31η Μα_ου 1999 εγκύκλιος DGS/DE αριθ. 99/311 περιλάμβανε παράρτημα στο οποίο προβλέπονταν πολλά μέτρα που σκοπούν, κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, στην τήρηση των κοινοτικών υποχρεώσεων της Γαλλικής Δημοκρατίας, η δε εγκύκλιος DGS αριθ. 99/312, εκδοθείσα την ίδια ημέρα, συνέβαλλε επίσης στην αύξηση της συχνότητας των δειγματοληπτικών ελέγχων, η οποία θα συνέτεινε καθεαυτή, κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, στο να ανταποκρίνονται περισσότερο τα γαλλικά ύδατα κολυμβήσεως προς τους ποιοτικούς κανόνες της οδηγίας. Επιπλέον, η εκδοθείσα την 7η Ιουνίου 2000 εγκύκλιος DGS/DAGPB αριθ. 2000/312 εξασφάλιζε τη συνέχιση της εφαρμογής των μέτρων αυτών κατά την περίοδο του 2000.
23 Συνεπώς, κατά την εκτίμηση της Γαλλικής Κυβερνήσεως, δεν είναι βέβαιο ότι, κατά την εκπνοή της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την πρώτη αιτιολογημένη γνώμη, εξακολουθούσε να υφίσταται η παράβαση την οποία προσάπτει η Επιτροπή με την πρώτη αιτίαση. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Γαλλική Κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η διαπιστωθείσα για τα έτη 1995 έως 1997 παράβαση εξακολούθησε να υφίσταται πέρα από τον χρόνο εκπνοής της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την πρώτη αιτιολογημένη γνώμη.
24 Η Επιτροπή αντιτείνει ότι οι εγκύκλιοι DGS/DE αριθ. 99/311 και DGS αριθ. 99/312 παρέχουν απλώς ένδειξη των μέσων που είχαν χρησιμοποιηθεί, αλλά δεν είναι ικανές να αποδείξουν την τήρηση των επιτακτικών οριακών τιμών που καθορίζονται στην οδηγία. Επιπλέον, οι γαλλικές αρχές δεν προσκόμισαν τα στοιχεία σχετικά με την ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως για το 1999, αντίθετα προς ό,τι προβλέπει το άρθρο 13 της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε.
25 Η Γαλλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στην Επιτροπή απόκειται να αποδείξει την ύπαρξη της προσαπτομένης παραβάσεως, χωρίς να μπορεί να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο. _Οσον αφορά τα στοιχεία για τα έτη 1999 και 2000, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι δεν έχουν ακόμη προσκομισθεί και ότι αυτό συνιστά παράβαση του άρθρου 13 της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε, αλλά υπογραμμίζει ότι η παράβαση αυτή είναι χωριστή από εκείνη στην οποία αναφέρεται η παρούσα προσφυγή, με την οποία ζητείται μόνον να αναγνωρισθεί η παράβαση των άρθρων 3, 4, 5, και 6 της οδηγίας. _Αλλωστε, εφόσον τέτοια αιτίαση δεν προβλήθηκε κατά τη φάση πριν από την άσκηση της προσφυγής, η Επιτροπή δεν μπορεί, κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, να την εισαγάγει σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας.
26 Επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιαζόταν κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη και ότι οι μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., ιδίως, απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2000, C-384/99, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2000, σ. Ι-10633, σκέψη 16).
27 Κατά πάγια νομολογία επίσης, όπως υπενθυμίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει το υποστατό της προβαλλόμενης παραβάσεως, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο (βλ., ιδίως, απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-214/98, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 2000, σ. Ι-9601, σκέψη 42).
28 Εν προκειμένω, με την πρώτη αιτιολογημένη γνώμη, η οποία αφορά τις δύο πρώτες αιτιάσεις, ετάχθη στη Γαλλική Δημοκρατία προθεσμία δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτιολογημένης γνώμης για να συμμορφωθεί προς αυτή. Δεδομένου ότι η αιτιολογημένη γνώμη κοινοποιήθηκε στις 5 Αυγούστου 1998, η προθεσμία εξέπνευσε στις 5 Οκτωβρίου 1998. Κατά το χρονικό αυτό σημείο πρέπει συνεπώς να εκτιμηθεί η ύπαρξη ή όχι παραβάσεως.
29 Δεν αμφισβητείται ότι τα γαλλικά ύδατα κολυμβήσεως δεν ανταποκρίνονταν στις επιτακτικές οριακές τιμές που καθορίζονται στην οδηγία κατά τις λουτρικές περιόδους των ετών 1995, 1996 και 1997. Στη συνοπτική έκθεση της Επιτροπής για το 1998, η οποία δεν αμφισβητείται από τη Γαλλική Κυβέρνηση, αναφέρεται ότι, παρά τη σημειωθείσα ελαφρά βελτίωση, οι τιμές αυτές εξακολούθησαν να μην τηρούνται κατά τη λουτρική περίοδο του 1998. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, το 1998, το ποσοστό των περιοχών κολυμβήσεως που δεν ανταποκρίνονταν προς τις επιτακτικές οριακές τιμές ανήλθε σε 5,5 % για τα παράκτια ύδατα και σε 4,2 % για τα εσωτερικά ύδατα.
30 Στην εν λόγω συνοπτική έκθεση διευκρινίζεται ότι, όσον αφορά τη μητροπολιτική Γαλλία, η λουτρική περίοδος του 1998 διήρκεσε «από τις 29 Απριλίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου» για τα παράκτια ύδατα «και επί δύο έως τρεις μήνες, γενικώς τον Ιούλιο και τον Αύγουστο» για τα εσωτερικά ύδατα. _Οσον αφορά τα υπερπόντια διαμερίσματα, διευκρινίζεται ότι η λουτρική περίοδος διήρκεσε όλο το έτος για τα παράκτια ύδατα και «επί έξι έως δώδεκα μήνες» για τα εσωτερικά ύδατα. Κατά συνέπεια, στις 5 Αυγούστου 1998, ημερομηνία κοινοποιήσεως της πρώτης αιτιολογημένης γνώμης, η ύπαρξη της προσαπτόμενης παραβάσεως ήταν αποδεδειγμένη.
31 Εξάλλου, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν υποστηρίζει ότι συμμορφώθηκε προς την πρώτη αιτιολογημένη γνώμη κατά την περίοδο των δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της. Στην πραγματικότητα, η εν λόγω κυβέρνηση περιορίζεται στην επίκληση υποθετικής βελτιώσεως η οποία, επιπλέον, επήλθε το νωρίτερο από τις 31 Μα_ου 1999, ημερομηνία εκδόσεως των εγκυκλίων DGS/DE αριθ. 99/311 και DGS αριθ. 99/312, ήτοι πολλούς μήνες μετά την εκπνοή της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την πρώτη αιτιολογημένη γνώμη.
32 Διαπιστώνεται επομένως ότι, στις 5 Οκτωβρίου 1998, η Γαλλική Δημοκρατία δεν είχε θέσει τέρμα στην παράβαση την οποία προσάπτει η Επιτροπή με την πρώτη αιτίαση.
Ως προς την δεύτερη αιτίαση, που αφορά την ανεπάρκεια των δειγματοληψιών
33 Η Επιτροπή προβάλλει ότι, κατά τα έτη 1995, 1996 και 1997, ο αριθμός των δειγματοληψιών σε πολλές περιοχές κολυμβήσεως, αν και σε αύξηση, παρέμεινε εξαιρετικά χαμηλός ενόψει της τηρήσεως της καθοριζόμενης στην οδηγία ελάχιστης συχνότητας. Επιπλέον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Γαλλική Κυβέρνηση εγκατέλειψε την παράμετρο «ολικά κολοβακτηρίδια».
34 Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι, σε ορισμένες περιοχές, η συχνότητα των δειγματοληψιών δεν ήταν σύμφωνη με την οδηγία κατά τα έτη 1995, 1996 και 1997, αλλά υπογραμμίζει ότι το ποσοστό των περιοχών όπου δεν είχαν διενεργηθεί επαρκώς δειγματοληψίες παρουσίασε διαρκή μείωση μεταξύ του 1995 και του 1998. Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει επιπλέον ότι τα μέτρα που περιλαμβάνονταν στις εγκυκλίους DGS/DE αριθ. 99/311 και DGS αριθ. 99/312, οι οποίες εκδόθηκαν στις 31 Μα_ου 1999, καθώς και στην εγκύκλιο DGS/DAGPB αριθ. 2000/312, η οποία εκδόθηκε στις 7 Ιουνίου 2000, αποτελούσαν συμπλήρωση αυτής της συμμορφώσεως προς τους κοινοτικούς κανόνες, συμμορφώσεως η οποία είχε εν πάση περιπτώσει επιτευχθεί κατά τον χρόνο εκπνοής της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την πρώτη αιτιολογημένη γνώμη όσον αφορά τα παράκτια ύδατα. Οι εγκύκλιοι αυτές προέβλεπαν συγκεκριμένα αύξηση της συχνότητας των δειγματοληψιών εκεί όπου αυτή ήταν ακόμη ανεπαρκής, καθώς και τροποποίηση της μεθόδου μετρήσεως για να ανταποκρίνεται προς τις παρατηρήσεις της Επιτροπής.
35 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η αναφορά σε υποθετική βελτίωση είναι ανεπαρκής και θεωρεί ότι, ελλείψει διαβιβάσεως από τις γαλλικές αρχές των στοιχείων αναφορικά με το έτος 1999, είναι δικαιολογημένη η συναγωγή του συμπεράσματος ότι η παράβαση εξακολούθησε να υφίσταται κατά το 1999. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, αν και στις παράκτιες περιοχές κολυμβήσεως διενεργήθηκαν επαρκώς δειγματοληψίες κατά το 1998, στο 4,4 % των εσωτερικών περιοχών οι δειγματοληψίες ήταν όμως ακόμη ανεπαρκείς κατά το έτος αυτό.
36 Η Γαλλική Κυβέρνηση επιμένει, όπως και στα πλαίσια της προηγούμενης αιτιάσεως, στην υποχρέωση της Επιτροπής να αποδείξει την προσαπτόμενη παράβαση χωρίς να στηρίζεται σε κάποιο τεκμήριο ούτε να επικαλείται την παράλειψη της διαβιβάσεως πληροφοριών που δεν αποτέλεσε αντικείμενο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας.
37 Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, τόσο στη συνοπτική έκθεση για το 1998 όσο και στο υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι στα παράκτια ύδατα είχαν διενεργηθεί επαρκώς δειγματοληψίες κατά το 1998. Επομένως, η αιτίαση αναφέρεται πλέον μόνον στα εσωτερικά ύδατα.
38 Συναφώς, η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η εν λόγω αιτίαση ευσταθεί για τα έτη 1995, 1996 και 1997. Επιπλέον, στη συνοπτική έκθεση της Επιτροπής για το 1998, επισημαίνεται ότι στο 4,4 % των περιοχών κολυμβήσεως των εσωτερικών υδάτων δεν είχαν διενεργηθεί επαρκώς δειγματοληψίες, πράγμα που δεν αμφισβητεί η Γαλλική Κυβέρνηση. _Εστω και αν το ποσοστό αυτό είναι καλύτερο από εκείνο του προηγούμενου έτους, διαπιστώνεται ότι υφίστατο παράβαση κατά τον χρόνο κοινοποιήσεως της πρώτης αιτιολογημένης γνώμης.
39 Εξάλλου, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν ισχυρίζεται ότι συμμορφώθηκε προς την πρώτη αιτιολογημένη γνώμη κατά την περίοδο των δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση αυτή επικαλείται απλώς μια υποθετική βελτίωση, η οποία επήλθε, το νωρίτερο, μετά την 31η Μα_ου 1999, ήτοι, εν πάση περιπτώσει, μετά την εκπνοή της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την πρώτη αιτιολογημένη γνώμη.
40 Διαπιστώνεται επομένως ότι, στις 5 Οκτωβρίου 1998, η Γαλλική Δημοκρατία δεν είχε θέσει τέρμα στην παράβαση την οποία προσάπτει η Επιτροπή με τη δεύτερη αιτίαση όσον αφορά τη συχνότητα δειγματοληψιών των εσωτερικών υδάτων κολυμβήσεως.
Ως προς την τρίτη αιτίαση, σχετικά με την εγκατάλειψη της παραμέτρου «ολικά κολοβακτηρίδια»
41 Η Επιτροπή προβάλλει ότι η παράμετρος «ολικά κολοβακτηρίδια» αποτελεί μέρος της οδηγίας. Επομένως, έχοντας παύσει τη μέτρηση της παραμέτρου αυτής, οι γαλλικές αρχές παρέβησαν, κατά την άποψη της Επιτροπής, σαφή υποχρέωση η οποία απορρέει από τα άρθρα 3, 4, 5 και 6 της οδηγίας.
42 Η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η εγκατάλειψη της παραμέτρου «ολικά κολοβακτηρίδια» δεν της επιτρέπει να τηρήσει στο σύνολό τους τους κανόνες της οδηγίας, αλλά υποστηρίζει ότι έθεσε τέλος στην παράβαση αυτή με την έκδοση της εγκυκλίου DGS/DAGPB αριθ. 2000/312 της 7ης Ιουνίου 2000, με την οποία δίδεται εντολή επαναλήψεως της μετρήσεως της παραμέτρου αυτής.
43 Δεν αμφισβητείται ότι, στις 6 Οκτωβρίου 1999, ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας που είχε ταχθεί με τη δεύτερη αιτιολογημένη γνώμη, οι γαλλικές αρχές δεν προέβαιναν σε μέτρηση της παραμέτρου «ολικά κολοβακτηρίδια». Επομένως, διαπιστώνεται ότι υφίστατο παράβαση.
44 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω εκτιμήσεων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία:
- μη λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλιστεί, εντός προθεσμίας δέκα ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας, ότι η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως ανταποκρίνεται προς τις επιτακτικές οριακές τιμές που καθορίζονται στην οδηγία, αντίθετα προς το άρθρο της 4, παράγραφος 1,
- μη διενεργώντας δειγματοληψίες με την ελάχιστη συχνότητα που καθορίζεται στο παράρτημα της οδηγίας για τα εσωτερικά ύδατα κολυμβήσεως, αντίθετα προς το άρθρο της 6, παράγραφος 1, και
- μη διενεργώντας δειγματοληψίες για την παράμετρο «ολικά κολοβακτηρίδια»,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3, 4, 5 και 6 της οδηγίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα και η Γαλλική Δημοκρατία ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Γαλλική Δημοκρατία,
- μη λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλιστεί, εντός προθεσμίας δέκα ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητος των υδάτων κολυμβήσεως, ότι η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως ανταποκρίνεται προς τις επιτακτικές οριακές τιμές που καθορίζονται στην οδηγία, αντίθετα προς το άρθρο της 4, παράγραφος 1,
- μη διενεργώντας δειγματοληψίες με την ελάχιστη συχνότητα που καθορίζεται στο παράρτημα της οδηγίας 76/160 για τα εσωτερικά ύδατα κολυμβήσεως, αντίθετα προς το άρθρο της 6, παράγραφος 1, και
- μη διενεργώντας δειγματοληψίες για την παράμετρο «ολικά κολοβακτηρίδια»,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3, 4, 5 και 6 της οδηγίας 76/160.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy