Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-153/00,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Onderzoeksrechter in de Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Paul der Weduwe,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 49 ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο του τρίτου και του έκτου τμήματος, προεδρεύοντα, M. Wathelet, R. Schintgen και C. W. A. Timmermans, προέδρους τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward, A. La Pergola (εισηγητή), P. Jann, Β. Σκουρή, F. Macken, N. Colneric, S. von Bahr και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Lιger,
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο der Weduwe, εκπροσωπούμενος από τον J. Mertens, advocaat,
- η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Snoecx, επικουρούμενη από τους M. van der Woude, P. Callens και T. Chellingsworth, advocaten,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την C. Tufvesson και τον T. van Rijn,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του P. der Weduwe, εκπροσωπούμενου από τον B. Poelemans, advocaat, της Βελγικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τους M. van der Woude και T. Chellingsworth, της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον N. Mackel, επικουρούμενου από τον P. Kinsch, avocat, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την C. Tufvesson και τον T. van Rijn, κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιανουαρίου 2002,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Απριλίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 13ης Απριλίου 2000, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Απριλίου 2000, το Onderzoeksrechter in de Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout (ανακριτής στο Πρωτοδικείο του Turnhout) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 49 ΕΚ.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ανακρίσεως προκειμένου να εξακριβωθεί η ποινική ευθύνη του P. der Weduwe, ο οποίος έχει την ολλανδική ιθαγένεια, κατοικεί στο Λουξεμβούργο και εργάζεται σε τράπεζα επίσης εγκατεστημένη στο Λουξεμβούργο, κατηγορείται δε για διάφορα εγκλήματα σχετικά με τις επισκέψεις του σε πελάτες στο Βέλγιο μεταξύ Οκτωβρίου 1993 και Μαου 1999.
Το νομικό πλαίσιο
Οι διατάξεις του βελγικού δικαίου
3 Το άρθρο 458 του βελγικού ποινικού κώδικα ορίζει τα εξής:
«Οι ιατροί, οι χειρουργοί, οι νοσηλευτές, οι φαρμακοποιοί, οι μαίες και όλα τα άλλα πρόσωπα που λόγω της καταστάσεως ή του επαγγέλματός τους γνωρίζουν απόρρητα που τους έχουν ανακοινωθεί εμπιστευτικώς και αποκαλύπτουν τα απόρρητα αυτά, εκτός από τις περιπτώσεις που κλήθηκαν να καταθέσουν ως μάρτυρες ενώπιον της δικαιοσύνης και εκτός από τις περιπτώσεις όπου νόμος τούς υποχρεώνει να γνωστοποιήσουν τα εν λόγω απόρρητα, τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως οκτώ ημερών έως έξι μηνών και με χρηματική ποινή εκατό έως πεντακοσίων φράγκων.»
4 Κατά τη νομολογία των βελγικών δικαστηρίων, η προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο 458 υποχρέωση επαγγελματικής εχεμύθειας δεν τυγχάνει εφαρμογής στους υπαλλήλους πιστωτικών ιδρυμάτων (Cass. 25 Οκτωβρίου 1978, Pas. 1979, I, 237).
5 Η εξέταση μαρτύρων από τον ανακριτή διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 71 έως 86 του βελγικού κώδικα ποινικής δικονομίας. Σύμφωνα με το άρθρο 75 του κώδικα αυτού ο μάρτυρας ορκίζεται ότι θα πει όλη την αλήθεια και τίποτε άλλο εκτός από την αλήθεια. Η άρνηση απαντήσεως σε συγκεκριμένες ερωτήσεις, ακόμα και όταν αποδεικνύεται ότι από την απάντησή του θα ενοχοποιούνταν ποινικώς ο ίδιος ή τρίτος, εξομοιώνεται με τη λιπομαρτυρία, η οποία τιμωρείται με το άρθρο 80 του εν λόγω κώδικα (Cass. 10 Ιουλίου 1916, Pas., 1917, I, 195).
Οι διατάξεις του λουξεμβουργιανού δικαίου
6 Στο λουξεμβουργιανό δίκαιο, η υποχρέωση επαγγελματικής εχεμύθειας ρυθμίζεται από το άρθρο 458 του λουξεμβουργιανού ποινικού κώδικα, του οποίου το κείμενο είναι όμοιο με το άρθρο 458 του βελγικού ποινικού κώδικα εκτός από το ύψος της απειλούμενης χρηματικής ποινής, το οποίο ανέρχεται σε 10 000 έως 50 000 φράγκα Λουξεμβούργου.
7 Το άρθρο 41 του νόμου της 5ης Απριλίου 1993, περί κεφαλαιαγοράς (Mιmorial Α 1993, σ. 462), όπως έχει τροποποιηθεί, ορίζει τα εξής:
«1. Οι διοικητικοί υπάλληλοι, τα μέλη των διευθυντικών οργάνων και των οργάνων εποπτείας, οι διευθύνοντες, οι υπάλληλοι και τα λοιπά πρόσωπα που βρίσκονται στην υπηρεσία πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών επαγγελμάτων της κεφαλαιαγοράς, τα οποία αφορά το μέρος Ι του παρόντος νόμου, υποχρεούνται να τηρούν απόρρητες τις πληροφορίες που τους ανακοινώνονται εμπιστευτικώς στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Η αποκάλυψη των πληροφοριών αυτών τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 458 του Ποινικού Κώδικα.
2. Η υποχρέωση εχεμυθείας παύει όταν η αποκάλυψη μιας πληροφορίας επιτρέπεται ή επιβάλλεται από ή κατ' εφαρμογήν νομοθετικής διατάξεως, ακόμη και προγενέστερης του παρόντος νόμου.
[...]»
Η διαδικασία στην κύρια δίκη
8 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι ο P. der Weduwe, Ολλανδός υπήκοος και κάτοικος Λουξεμβούργου, ο οποίος εργάστηκε διαδοχικά σε δύο τράπεζες εγκατεστημένες στο Λουμεμβούργο, ήτοι στη Banque UCL και στη Rabobank, επισκέφθηκε πελάτες στο Βέλγιο με σκοπό να τους συστήσει την τοποθέτηση χρηματικών καταθέσεων ή άλλων κινητών αξιών στους εργοδότες του. Στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής, ο P. der Weduwe, μεταξύ του Οκτωβρίου 1993 και του Μαου 1999, συγκέντρωσε χρηματικά ποσά από Βέλγους πελάτες και τα μετέφερε στο Λουξεμβούργο. Επίσης, μετέφερε στο Λουξεμβούργο για Βέλγους πελάτες κουπόνια κινητών αξιών με σκοπό να καταθέτει στον εργοδότη του τα εισοδήματα από τα κουπόνια αυτά.
9 Ο ανακριτής διεξάγει ανάκριση σχετικά με τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστών εγγράφων, πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστών φορολογικών εγγράφων, ξεπλύματος χρημάτων και παραβάσεως της υποχρεώσεως φορολογικής δηλώσεως που προβλέπεται από τα άρθρα 305 έως 310 του βελγικού κώδικα φόρου εισοδήματος. Στο πλαίσιο της ανακρίσεως αυτής, ο P. der Weduwe, εξετάστηκε ως κατηγορούμενος από τον αιτούντα δικαστή σχετικά με τον τρόπο εξευρέσεως πελατών στο Βέλγιο και μεταφοράς των κινητών αξιών από αυτό το κράτος μέλος στο Λουξεμβούργο. Ο Marc Troch, Βέλγος υπήκοος που κατοικεί στο Λουξεμβούργο, όπου εργάστηκε ως υπεύθυνος για arbitrage, για αμοιβαία κεφάλαια, για διενθείς πιστώσεις και για την ιδιωτική τραπεζική, για την Banque UCL, εξετάστηκε επίσης ως μάρτυρας από τη βελγική αστυνομία.
10 Τόσο ο P. der Weduwe όσο και ο Troch αρνήθηκαν να απαντήσουν στα ερωτήματα που τους τέθηκαν επικαλούμενοι την υποχρέωση επαγγελματικής εχεμύθειας την οποία υπέχουν, κατά το λουξεμβουργιανό δίκαιο, οι εργαζόμενοι στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
11 Κατά τον αιτούντα δικαστή, οι λουξεμβουργιανές διατάξεις περί τραπεζικού απορρήτου αποτελούν τροχοπέδη για τη συγκέντρωση αποδείξεων στο πλαίσιο ανακρίσεως σχετικά με δραστηριότητες που ασκήθηκαν στο Βέλγιο στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, οι εργαζόμενοι σε τράπεζα εγκατεστημένη στο Λουξεμβούργο, οι οποίοι ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, του οποίου η ποινική νομοθεσία τιμωρεί την άρνηση μαρτυρίας, όπως το Βασίλειο του Βελγίου, αντιμετωπίζουν το δίλημμα που συνίσταται στο ότι πρέπει οπωσδήποτε να παραβούν είτε τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής είτε τις λουξεμβουργιανές διατάξεις περί τραπεζικού απορρήτου. Αυτή η κατάσταση συγκρούσεως νόμων καταλήγει επίσης σε άνιση μεταχείριση των τραπεζών και των πελατών ανάλογα με την ιθαγένεια και τον τόπο εγκαταστάσεως.
12 Ο ανακριτής υπογραμμίζει ότι με την απόφαση της 10ης Μαου 1995, C-384/93, Alpine Investments (Συλλογή 1995, σ. Ι-1141), το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ) υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί κατ' αρχήν να διατηρήσει σε ισχύ εθνική ρύθμιση που δημιουργεί εμπόδιο στη διακρατική παροχή υπηρεσιών, εκτός αν η ρύθμιση αυτη πληροί όλες τις προϋποθέσεις που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στο γενικό συμφέρον. Συναφώς, θεωρεί ότι η εκτός των συνόρων εφαρμογή των λουξεμβουργιανών διατάξεων περί τραπεζικού απορρήτου αποτελεί μη δικαιολογήσιμο εμπόδιο για τις διασυνοριακές τραπεζικές υπηρεσίες.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Onderzoeksrechter in de Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout, θεωρώντας ότι για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του είναι αναγκαία η ερμηνεία του άρθρου 49 ΕΚ, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Πρέπει το άρθρο 49 ΕΚ (πρώην άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ) να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα που έχει άδεια λειτουργίας εντός κράτους μέλους, όπου οι παραβιάσεις του τραπεζικού απορρήτου κολάζονται ποινικώς, δρα, στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εντός άλλου κράτους μέλους όπου δεν υφίσταται τέτοιο τραπεζικό απόρρητο,
1) δεν αντιτίθεται η διάταξη αυτή της Συνθήκης σε διάταξη της νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής, βάσει της οποίας οι εργαζόμενοι στο πιο πάνω πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούνται να καταθέτουν ως μάρτυρες σε ποινικές δίκες σχετικά με υπηρεσίες που, στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παρέσχον εντός του κράτους μέλους υποδοχής, και τούτο όταν οι εργαζόμενοι σε πιστωτικά ιδρύματα του κράτους μέλους υποδοχής έχουν την ίδια υποχρέωση να καταθέτουν ως μάρτυρες;
2) δεν αντιτίθεται η διάταξη αυτή της Συνθήκης στη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής, βάσει της οποίας οι εργαζόμενοι στο πιο πάνω πιστωτικό ίδρυμα, που κατά την εξέτασή των ως κατηγορουμένων επιλέγουν να μην επικαλεστούν το δικαίωμα σιωπής που έχουν ως κατηγορούμενοι, μπορούν να δώσουν, σε ποινικές δίκες, διευκρινίσεις σχετικά με υπηρεσίες που, στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παρέσχον εντός του κράτους μέλους υποδοχής, και τούτο όταν οι εργαζόμενοι σε πιστωτικά ιδρύματα του κράτους μέλους υποδοχής έχουν το δικαίωμα αυτό να δίνουν διευκρινίσεις ως κατηγορούμενοι, εφόσον δεν επικαλούνται και δεν επιθυμούν να επικαλεστούν το δικαίωμά τους σιωπής;
3) αντιτίθεται η διάταξη αυτή της Συνθήκης σε διάταξη της νομοθεσίας του κράτους μέλους καταγωγής, βάσει της οποίας οι εργαζόμενοι στο πιο πάνω πιστωτικό ίδρυμα μπορούν να έχουν ποινική και αστική ευθύνη, αν στο πλαίσιο ποινικής ανακρίσεως που διεξάγεται στο κράτος μέλος υποδοχής (βλ. το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα) (εν προκειμένω στο Βασίλειο του Βελγίου) δώσουν μαρτυρική κατάθεση σχετικά με υπηρεσίες που στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών παρέσχον εντός του κράτους μέλους υποδοχής;
4) αντιτίθεται η διάταξη αυτή της Συνθήκης σε διάταξη της νομοθεσίας του κράτους μέλους καταγωγής, βάσει της οποίας οι εργαζόμενοι στο πιο πάνω πιστωτικό ίδρυμα μπορούν να έχουν ποινική και αστική ευθύνη, αν στο πλαίσιο ποινικής ανακρίσεως που διεξάγεται στο κράτος μέλος υποδοχής (βλ. το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα) (εν προκειμένω στο Βασίλειο του Βελγίου) δώσουν ως κατηγορούμενοι διευκρινίσεις σχετικά με υπηρεσίες που, στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παρέσχον εντός του κράτους μέλους υποδοχής (εν προκειμένω του Βασιλείου του Βελγίου), ενώ δεν επικαλούνται ή δεν επιθυμούν να επικαλεστούν το δικαίωμα σιωπής;»
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
14 Με το πρώτο και δεύτερο ερώτημά του, τα οποία οποία πρέπει να εξεταστούν μαζί, ο αιτών δικαστής ερωτά, κατ' ουσίαν, αν το άρθρο 49 ΕΚ απαγορεύει, όταν τράπεζες εγκατεστημένες σε κάποιο κράτος μέλος παρέχουν διασυνοριακώς τραπεζικές υπηρεσίες στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, αφενός, να επιβάλλουν οι κανόνες του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας του δεύτερου κράτους μέλους στους εργαζόμενους στις τράπεζες αυτές να καταθέτουν, επ' απειλή ποινικών κυρώσεων, εφόσον καλούνται ως μάρτυρες στο πλαίσιο ποινικής δίκης σε αυτό το κράτος μέλος, η οποία αφορά πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφός του επ' ευκαιρία των εν λόγω διασυνοριακών παροχών, και, αφετέρου, να επιτρέπουν οι εν λόγω κανόνες στα πρόσωπα αυτά να εξετάζονται αν κατηγορούνται στο πλαίσιο μιας τέτοιας ποινικής δίκης.
15 Με το τρίτο και τέταρτο ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μαζί, ο αιτών δικαστής ερωτά, κατ' ουσίαν, αν το άρθρο 49 ΕΚ απαγορεύει, όταν τράπεζες εγκατεστημένες σε κράτος μέλος παρέχουν διασυνοριακώς τραπεζικές υπηρεσίες στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, να απαγορεύουν οι κανόνες του ποινικού δικαίου του πρώτου κράτους μέλους, επ' απειλή ποινικών διώξεων, στους εργαζομένους στις τράπεζες αυτές να παραβιάζουν το τραπεζικό απόρρητο όταν καταθέτουν ως μάρτυρες ή εξετάζονται ως κατηγορούμενοι στο πλαίσιο ποινικής δίκης του δεύτερου κράτους μέλους, η οποία αφορά πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους επ' ευκαιρία των εν λόγω διασυνοριακών παροχών.
16 Ευθύς εξ αρχής, πρέπει να τονιστεί ότι από το νομικό πλαίσιο που παρατίθεται στη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, στο βελγικό δίκαιο, το άρθρο 458 του βελγικού ποινικού κώδικα, το οποίο τιμωρεί ποινικώς την παράβαση της υποχρεώσεως επαγγελματικής εχεμύθειας δεν έχει εφαρμογή στον τραπεζικό τομέα. Αντίθετα, στο λουξεμβουργιανό δίκαιο, η ποινική κύρωση σε περίπτωση παραβάσεως της υποχρεώσεως επαγγελματικής εχεμύθειας, που προβλέπεται στο άρθρο 458 του λουξεμβουργιανού κώδικα, εφαρμόζεται και στον τραπεζικό τομέα, βάσει του άρθρου 41 του λουξεμβουργιανού νόμου της 5ης Απριλίου 1993. Έτσι, σε αντίθεση με το βελγικό δίκαιο, το λουξεμβουργιανό δίκαιο τιμωρεί ποινικά την παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου.
17 Σε αυτό το νομικό πλαίσιο, χαρακτηριστικό του οποίου είναι η διαφορά μεταξύ των νομοθεσιών των δύο αυτών κρατών μελών περί τραπεζικού απορρήτου, το εμπόδιο που συνάντησε ο αιτών δικαστής στο πλαίσιο της ενώπιόν του διαδικασίας οφείλεται στο ότι τόσο ο κατηγορούμενος, που δεν επικαλέστηκε το δικαίωμα της σιωπής, όσο και ο μάρτυρας αρνούνται να απαντήσουν στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν κατά την ανάκριση, επικαλούμενοι ρητώς την ανάγκη τηρήσεως των διατάξεων περί επαγγελματικής εχεμύθειας που ισχύει στο Λουξεμβούργο στον τραπεζικό τομέα. Συναφώς, ο αιτών δικαστής τονίζει ότι μόνον η εκτός εθνικών συνόρων ισχύς των λουξεμβουργιανών διατάξεων περί τραπεζικού απορρήτου αποτελούν τροχοπέδη στη συγκέντρωση αποδείξεων στην κύρια δίκη.
18 Επιπλέον, η προβαλλόμενη άνιση μεταχείριση των τραπεζών και των πελατών ανάλογα με την ιθαγένειά τους και τον τόπο εγκαταστάσεώς τους, η οποία, κατά τη γνώμη του αιτούντος δικαστή, είναι αντίθετη με το άρθρο 49 ΕΚ, δεν αποτελεί, και αυτή, παρά το αποτέλεσμα της εκτός εθνικών συνόρων ισχύος των εν λόγω λουξεμβουργιανών διατάξεων. Ο αιτών δικαστής ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν στους εργαζομένους σε τράπεζες εγκαταστημένες στο Λουξεμβούργο να γνωστοποιούν πληροφορίες που καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο στις δικαστικές αρχές άλλου κράτους μέλους, επ' απειλή ποινικής διώξεως στο Λουξεμβούργο. Υπό την έννοια αυτή, αποτελούν μη δικαιολογήσιμο εμπόδιο για τη διασυνοριακή άσκηση των τραπεζικών δραστηριοτήτων.
19 Έτσι, κατά τον αιτούντα δικαστή, η σύγκρουση μεταξύ της εκτός εθνικών συνόρων ισχύος των λουξεμβουργιανών διατάξεων περί τραπεζικού απορρήτου, όπως τις ερμηνεύει, και των διατάξεων του βελγικού ποινικού δικαίου και της βελγικής ποινικής δικονομίας, οι οποίες και μόνον τυγχάνουν εφαρμογής στην κύρια δίκη, αποτελεί, αφενός, τροχοπέδη στη συγκέντρωση αποδείξεων στο πλαίσιο ανακρίσεως και, αφετέρου, άνιση μεταχείριση τραπεζών και πελατών ανάλογα με την ιθαγένειά τους και τον τόπο εγκαταστάσεώς τους.
20 Επομένως, όσον αφορά ειδικότερα το πρώτο και δεύτερο ερώτημα, ο αιτών δικαστής ερωτά αν το άρθρο 49 ΕΚ αντίκειται, όσον αφορά τον μάρτυρα, στην υποχρέωση μαρτυρίας και, όσον αφορά τον κατηγορούμενο, στη δυνατότητα εξετάσεως, που προβλέπονται από τις διατάξεις του βελγικού ποινικού δικαίου και της βελγικής ποινικής δικονομίας, μόνο στην περίπτωση που ο μάρτυρας και ο κατηγορούμενος κινδυνεύουν πράγματι να διωχθούν στο Λουξεμβούργο, βάσει της εκτός εθνικών συνόρων ισχύος του τραπεζικού απορρήτου του Λουξεμβούργου, λόγω της καταθέσεώς τους ενώπιον δικαστικών αρχών στο Βέλγιο. Ομοίως, όσον αφορά ειδικότερα το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα, ο αιτών δικαστής ερωτά αν το άρθρο 49 ΕΚ αντίκειται στην απαγόρευση παραβιάσεως του τραπεζικού απορρήτου, η οποία προβλέπεται από τις λουξεμβουργιανές διατάξεις περί τραπεζικού απορρήτου, μόνον αν η απαγόρευση αυτή ισχύει επίσης, βάσει της εκτός εθνικών συνόρων ισχύος του λουξεμβουργιανού τραπεζικού απορρήτου, για τον μάρτυρα ή τον κατηγορούμενο που εξετάζονται από δικαστικές αρχές άλλου κράτους μέλους.
21 Όμως, το αν οι λουξεμβουργιανές διατάξεις περί τραπεζικού απορρήτου έχουν ή δεν έχουν ισχύ εκτός των εθνικών συνόρων εξαρτάται από τον τρόπο που ερμηνεύονται.
Επί του παραδεκτού
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
22 Κατά τον P. der Weduwe, τα ερωτήματα που υπέβαλε ο αιτών δικαστής είναι απαράδεκτα. Ισχυρίζεται, ιδίως, ότι ο αιτών δικαστής δεν παρέσχε, με τη διάταξη περί παραπομπής, επαρκή συγκεκριμένα πραγματικά και νομικά στοιχεία ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα.
23 Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα συνδέονται με το κοινοτικό δίκαιο μόνο στο μέτρο που η ερμηνεία που έδωσε ο αιτών δικαστής στις λουξεμβουργιανές διατάξεις περί τραπεζικού απορρήτου πρέπει να γίνει δεκτή.
24 Η Βελγική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, κατά τη θεωρία, η λουξεμβουργιανή νομολογία δεν έχει ακόμα αποφανθεί περί της εντός εθνικών συνόρων ισχύος των λουξεμβουργιανών διατάξεων περί τραπεζικού απορρήτου. Οι διατάξεις αυτές μπορούν να ερμηνευθούν, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, με δύο τρόπους.
25 Σύμφωνα με την πρώτη ερμηνεία, δεν ισχύουν εκτός των εθνικών συνόρων. Το λουξεμβουργιανό δίκαιο δεν τιμωρεί, επομένως, τη γνωστοποίηση πληροφοριών εκτός του λουξεμβουργιανού εδάφους.
26 Σύμφωνα με τη δεύτερη ερμηνεία, δεν ισχύουν εκτός των εθνικών συνόρων. Όμως, σύμφωνα με τη λογική, αυτή η εκτός εθνικών συνόρων ισχύς αφορά τόσο την αρχή του τραπεζικού απορρήτου όσο και την εξαίρεση από την αρχή αυτή όσον αφορά την εξέταση ενώπιον δικαστικών αρχών, η οποία επίσης προβλέπεται από τη λουξεμβουργιανή νομοθεσία. Επομένως, οι εργαζόμενοι σε τράπεζα που δεσμεύονται από το λουξεμβουργιανό τραπεζικό απόρρητο επιτρέπεται να γνωστοποιούν καλυπτόμενες από το εν λόγω απόρρητο πληροφορίες ενώπιον δικαστικών αρχών άλλου κράτους μέλους.
27 Η Βελγική Κυβέρνηση θεωρεί, έτσι, ότι η ερμηνεία του αιτούντος δικαστή, κατά την οποία το λουξεμβουργιανό τραπεζικό απόρρητο ισχύει και εκτός εθνικών συνόρων ισχύει, όχι όμως και οι προβλεπόμενες από τη λουξεμβουργιανή νομοθεσία εξαιρέσεις, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Το εμπόδιο, όμως, που συνάντησε ο αιτών δικαστής κατά την κύρια διαδικασία και οι δυσχέρειες που θα μπορούσε να προκαλέσει από πλευράς άρθρου 49 ΕΚ εμφανίζεται μόνο σε περίπτωση που η ερμηνεία αυτή γίνει δεκτή.
28 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση δήλωσε ότι συμμερίζεται τις αμφιβολίες του P. der Weduwe όσον αφορά το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων. Θεωρεί ότι η συλλογιστική του αιτούντος δικαστή στηρίζεται σε υποθετική ερμηνεία του λουξεμβουργιανού δικαίου. Αφού η ερμηνεία αυτή δεν είναι οπωσδήποτε η ερμηνεία που πρέπει να γίνει δεκτή, τα προδικαστικά ερωτήματα έχουν και αυτά υποθετικό χαρακτήρα.
29 Συναφώς, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση εξηγεί ότι η πραγματική κατάσταση που μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιου είδους ένδικη διαφορά είναι εξαιρετικά σπάνια και ασυνήθιστη ώστε να έχει φθάσει ενώπιον των λουξεμβουργιανών δικαστηρίων, λόγος για τον οποίο το ζήτημα της εκτός εθνικών συνόρων ισχύος των λουξεμβουργιανών διατάξεων περί τραπεζικού απορρήτου δεν έχει κριθεί ακόμα από τα δικαστήρια αυτά.
30 Κατά τη Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, αφενός, οι διατάξεις αυτές ισχύουν και εκτός των εθνικών συνόρων. Αφετέρου, η απαλλαγή από την ποινική ευθύνη σε περίπτωση μαρτυρικής καταθέσεως ενώπιον δικαστικών αρχών, η οποία προβλέπεται από τη λουξεμβουργιανή έννομη τάξη, ισχύει επίσης και εκτός εθνικών συνόρων. Ειδικότερα, κατά τη Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, η έννοια των δικαστικών αρχών του άρθρου 458 του λουξεμβουργιανού ποινικού κώδικα δεν καλύπτει μόνον τις λουξεμβουργιανές δικαστικές αρχές, αλλά και τις δικαστικές αρχές των άλλων κρατών μελών. Ομοίως, όσον αφορά τον κατηγορούμενο, αυτός έχει πάντα τη δυνατότητα να αποκαλύψει πληροφορίες που καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο αν η αποκάλυψη αυτή γίνεται κατά την εξέτασή του ενώπιον δικαστικών αρχών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
31 Επιβάλλεται εξαρχής η υπόμνηση ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 234 ΕΚ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ' αρχήν, να απαντήσει (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 59· της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra, Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψη 38, και της 22ας Ιανουαρίου 2002, C-390/99, Canal Satιlite Digital, Συλλογή 2002, σ. I-607, σκέψη 18).
32 Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από τον εθνικό δικαστή, προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον είναι αρμόδιο να απαντήσει (προπαρατεθείσες αποφάσεις PreussenElektra, σκέψη 39, και Canal Satιlite Digital, σκέψη 19). Πράγματι, το πνεύμα συνεργασίας που πρέπει να πρυτανεύει στη λειτουργία της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος υπαγορεύει ότι, από την πλευρά του, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη την αποστολή που έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο, η οποία συνίσταται στο να συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών και όχι να διατυπώνει συμβουλευτικές γνώμες επί ερωτημάτων γενικών ή υποθετικών (προπαρατεθείσα απόφαση Bosman, σκέψη 60, και απόφαση της 21ης Μαρτίου 2002, C-451/99, Cura Anlagen, Συλλογή 2002, σ. I-3193, σκέψη 26).
33 Έτσι, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε εθνικό δικαστήριο, μεταξύ άλλων, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση σε ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσες αποφάσεις PreussenElektra, σκέψη 39, Canal Satιlite Digital, σκέψη 19).
34 Επιπλέον, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, προκειμένου να δοθεί στο Δικαστήριο η δυνατότητα να προβεί σε ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να έχει πρακτική αποτελεσματικότητα, επιβάλλεται να εξηγήσει το εθνικό δικαστήριο τους λόγους για τους οποίους φρονεί ότι η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς (βλ. αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1986, 98/85, 162/85 και 258/85, Bertini κ.λπ., Συλλογή 1986, σ. 1885, σκέψη 6, και της 16ης Ιουλίου 1992, C-343/90, Lourenηo Dias, Συλλογή 1992, σ I-4673, σκέψη 19).
35 Όσον αφορά το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι ο αιτών δικαστής πρέπει να εφαρμόσει στην κύρια διαδικασία τις διατάξεις της βελγικής έννομης τάξεως και ιδίως τις διατάξεις του βελγικού ποινικού δικαίου και της βελγικής ποινικής δικονομίας και ότι, αν επικαλείται τις λουξεμβουργιανές διατάξεις περί τραπεζικού απορρήτου, το πράττει μόνο διότι θεωρεί ότι αποτελούν εμπόδιο στην ανάκριση που διεξάγει.
36 Δεύτερον, όπως ορθώς παρατήρησε η Βελγική Κυβέρνηση, ο αιτών δικαστής ανακάλυψε ένα πιθανό εμπόδιο ικανό, κατ' αυτόν, να συνδέεται με το άρθρο 49 ΕΚ και, επομένως, να επιβάλλει την ερμηνεία της διατάξεως αυτής από το Δικαστήριο, στηριζόμενος αποκλειστικώς σε μια ασύμμετρη ερμηνεία των λουξεμβουργιανών διατάξεων περί τραπεζικού απορρήτου. Συγκεκριμένα, αφενός, ο αιτών δικαστής θεωρεί ότι οι διατάξεις που προβλέπουν κύρωση σε περίπτωση παραβιάσεως του τραπεζικού απορρήτου, που προβλέπεται στα άρθρα 458 του λουξεμβουργιανού ποινικού κώδικα και 41, παράγραφος 1, του λουξεμβουργιανού νόμου της 5ης Απριλίου 1993, ισχύουν και εκτός εθνικών συνόρων. Αφετέρου, θεωρεί σιωπηρώς ότι η απαλλαγή από την ποινική ευθύνη που προβλέπουν το άρθρο 458 του εν λόγω κώδικα, σε περίπτωση μαρτυρικής καταθέσεως ενώπιον δικαστικών αρχών, και το άρθρο 41, παράγραφος 2, του εν λόγω νόμου, στη γενικότερη περίπτωση όπου ο νόμος επιτρέπει ή υποχρεώνει σε αποκάλυψη πληροφοριών που καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο, έχει, αντιθέτως, ισχύ περιοριζόμενη στο λουξεμβουργιανό έδαφος.
37 Όμως, όπως ορθώς υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 49 των προτάσεών του, η ερμηνεία που δέχθηκε ο αιτών δικαστής έχει, ελλείψει σχετικής κρίσεως από τα λουξεμβουργιανά δικαστήρια, υποθετικό χαρακτήρα. Πράγματι, δεν είναι η μόνη δυνατή ερμηνεία των διατάξεων αυτών. Εξάλλου, από τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο η Βελγική Κυβέρνηση προκύπτει ότι, κατά την κυβέρνηση αυτή, η ερμηνεία που δέχθηκε ο αιτών δικαστής δεν είναι πιθανή. Επιπλέον, αμφισβητείται από την ίδια τη Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, κατά την οποία το τραπεζικό απόρρητο που προβλέπεται από τη λουξεμβουργιανή νομοθεσία δεν μπορεί να αντιταχθεί σε δικαστικές αρχές άλλων κρατών μελών στο πλαίσιο ανακρίσεων όπως αυτές που διεξάγονται στην υπόθεση της κύριας δίκης.
38 Ο αιτών δικαστής ουδόλως εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν να θεωρήσει την ερμηνεία στην οποία στηρίζεται ως τη μόνη που μπορεί να γίνει δεκτή. Το γεγονός ότι η λυσιτέλεια των υποβληθέντων ερωτημάτων στηρίζεται σε συγκεκριμένη ερμηνεία του εθνικού δικαίου που δεν είναι το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή καθιστά, πάντως, εξαιρετικά αναγκαίο να αιτιολογείται η διάταξη περί παραπομπής ως προς το σημείο αυτό.
39 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεδομένου ότι ο αιτών δικαστής δεν παρέσχε στο Δικαστήριο όλα τα αναγκαία στοιχεία ώστε να εξετάσει αν η ερμηνεία του άρθρου 49 ΕΚ είναι χρήσιμη στην κύρια διαδικασία, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτα.
40 Όσον αφορά το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, υπό το φως της διαπιστώσεως που έγινε στη σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως και εφόσον λείπει, από τη διάταξη περί παραπομπής, κάθε ειδική αιτιολογία εκθέτουσα τους λόγους για τους οποίους ο αιτών δικαστής ερωτά αν το άρθρο 49 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί ως έχον την έννοια ότι απαγορεύει την εφαρμογή των διατάξεων του βελγικού ποινικού δικαίου και της βελγικής ποινικής δικονομίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα ερωτήματα αυτά είναι επίσης απαράδεκτα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
41 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Βελγική και η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 13ης Απριλίου 2000 ο Onderzoeksrechter in de Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout, αποφαίνεται:
Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε ο Onderzoeksrechter in de Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout (Βέλγιο), με διάταξη της 13ης Απριλίου 2000, είναι απαράδεκτη.
Full & Egal Universal Law Academy