Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-156/00,
Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, εκπροσωπούμενο αρχικώς από τον M. A. Fierstra, και στη συνέχεια από τον τελευταίο από κοινού με την J. van Bakel,
προσφεύγoν,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους C. van der Hauwaert και R. Tricot, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως C(2000) 485 τελικό της Επιτροπής, της 23ης Φεβρουαρίου 2000, με την οποία, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, κρίθηκε ότι μια αίτηση για διαγραφή εισαγωγικών δασμών ήταν απαράδεκτη ως προς ορισμένο ποσό και ότι η διαγραφή των εισαγωγικών δασμών δεν εδικαιολογείτο ως προς ένα άλλο ποσό,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, προεδρεύων του πέμπτου τμήματος, D. A. O. Edward, P. Jann, S. von Bahr (εισηγητή) και A. Rosas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Lιger
γραμματέας: M. -F. Contet, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 16ης Μαου 2002, όπου το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών εκπροσώπησε ο N. A. J. Bel, και την Επιτροπή ο H. M. H. Speyart,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουλίου 2002,
εκδίδει την παρούσα
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με προσφυγή που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Απριλίου 2000, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών ζήτησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 230 ΕΚ, την ακύρωση της αποφάσεως C(2000) 485 τελικό της Επιτροπής, της 23ης Φεβρουαρίου 2000, με την οποία κρίθηκε, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, ότι η αίτηση για διαγραφή των εισαγωγικών δασμών ήταν απαράδεκτη ως προς ορισμένο ποσό και ότι η επιστροφή των εισαγωγικών δασμών δεν εδικαιολογείτο ως προς ένα άλλο ποσόν (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
Το νομοθετικό πλαίσιο
2 Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (EE L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας), κωδικοποιήθηκαν οι ισχύουσες ρυθμίσεις στον τομέα του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου. Στη συνέχεια θεσπίστηκαν διατάξεις εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα οι οποίες περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (ΕΕ L 253, σ. 1, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής). Τα εν λόγω νομοθετήματα ισχύουν από 1ης Ιανουαρίου 1994.
3 Μνεία των προγενεστέρων ρυθμίσεων, που διέπουν τα πραγματικά περιστατικά της εξεταζομένης υποθέσεως που έλαβαν χώρα πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, γίνεται στη συνέχεια στο νομικό πλαίσιο για τον τελωνειακό κώδικα ή στον κανονισμό εφαρμογής του.
Ο τελωνειακός κώδικας
4 Το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα αφορά τη δυνατότητα της εκ των υστέρων βεβαιώσεως μιας τελωνειακής οφειλής. Κατά την παράγραφο 2, στοιχείο ββ, του εν λόγω άρθρου, δεν επιτρέπεται η εκ των υστέρων βεβαίωση, εκτός ορισμένων περιπτώσεων που ορίζονται από τη διάταξη αυτή και δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, όταν:
«το νομίμως οφειλόμενο ποσόν των δασμών δεν βεβαιώθηκε από λάθος των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο λογικά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη, εφόσον ο τελευταίος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση.»
5 Στο άρθρο 221, παράγραφοι 1 και 3, του τελωνειακού κώδικα προβλέπεται ότι:
«1. Το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη, με την κατάλληλη διαδικασία, μόλις βεβαιωθεί.
[...]
3. Η γνωστοποίηση στον οφειλέτη δεν είναι δυνατόν να γίνει μετά τη λήξη τριετούς προθεσμίας από την ημερομηνία γένεσης της τελωνειακής οφειλής. Ωστόσο, όταν η αδυναμία των τελωνειακών αρχών να προσδιορίσουν το ακριβές ποσόν των νομίμως οφειλομένων δασμών οφείλεται σε πράξη που υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη, η εν λόγω γνωστοποίηση γίνεται, εφόσον αυτό προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις, και μετά τη λήξη της εν λόγω τριετούς προθεσμίας».
6 Όσον αφορά τον προ της 1ης Ιανουαρίου 1994 χρόνο, η αντιστοιχούσα στο άρθρο 221, παράγραφοι 1 και 3, διάταξη περιεχόταν στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της «εκ των υστέρων» εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254). Η εν λόγω διάταξη περιελήφθη κατ' ουσία στο άρθρο του 221, παράγραφοι 1 και 3, του τελωνειακού κώδικα.
7 Κατά το άρθρο 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, η διαγραφή εισαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε περίπτωση καταστάσεων «που προκύπτουν από περιστάσεις που δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου». Η διαγραφή μπορεί να εξαρτάται από ειδικές προϋποθέσεις.
8 Κατά το άρθρο 239, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα «η διαγραφή δασμών για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παραχωρείται κατόπιν υποβολής αιτήσεως στο αρμόδιο τελωνείο πριν από την εκπνοή προθεσμίας δώδεκα μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης του χρέους των εν λόγω δασμών στον οφειλέτη».
9 Το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα αντικατέστησε το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ή της διαγραφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162). Το εν λόγω άρθρο 13, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3069/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986 (ΕΕ L 286, σ. 1), προέβλεπε στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε ειδικές περιπτώσεις, εκτός από εκείνες που αναφέρονται στα μέρη Α έως Δ, οι οποίες προκύπτουν από περιστάσεις κατά τις οποίες δεν υπήρξε ούτε προφανής αμέλεια ούτε δόλος εκ μέρους του ενδιαφερομένου.»
Ο κανονισμός εφαρμογής
10 Το άρθρο 569, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει τα εξής:
«[...] για να πραγματοποιηθεί συμψηφισμός στο ισοδύναμο, τα ισοδύναμα εμπορεύματα πρέπει να υπάγονται στον ίδιο οκταψήφιο κωδικό της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, να παρουσιάζουν την ίδια εμπορική ποιότητα και να έχουν τα ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά με τα εμπορεύματα εισαγωγής.»
11 Πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού εφαρμογής, η αντιστοιχούσα στο προαναφερθέν άρθρο 569, παράγραφος 1, διάταξη ήταν το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2228/91 της Επιτροπής, της 26ης Ιουνίου 1991, περί διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1999/85 για το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή (ΕΕ L 210, σ. 1), το περιεχόμενο του οποίου περιελήφθη κατ' ουσίαν στον κανονισμό εφαρμογής.
12 Το άρθρο 589, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής ορίζει τα εξής:
«Η γένεση τελωνειακής οφειλής για παράγωγα προϋόντα ή αρχικά εμπορεύματα συνεπάγεται την πληρωμή εξισωτικών τόκων επί του ποσού των οφειλομένων εισαγωγικών δασμών».
13 Κατά το άρθρο 589, παράγραφος 2, πέμπτη περίπτωση, του κανονισμού εφαρμογής, η τελωνειακή οφειλή δεν συνεπάγεται την καταβολή εξισωτικών τόκων «στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος της άδειας [τελειοποιήσεις προς επανεξαγωγή] ζητεί τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία και παρέχει την απόδειξη ότι ιδιαίτερες περιστάσεις, που δεν οφείλονται σε αμέλεια ή ελιγμό εκ μέρους του, καθιστούν απίθανη ή οικονομικά αδύνατη την πραγματοποίηση της προβλεπόμενης εξαγωγής υπό τις συνθήκες που είχαν προβλεφθεί και αιτιολογηθεί κατάλληλα κατά την υποβολή της αίτησης για την έκδοση αδείας».
14 Στο άρθρο 589, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής, περιγράφεται η διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί προκειμένου να ισχύσουν οι διατάξεις της παραγράφου 2, πέμπτη περίπτωση, του εν λόγω άρθρου. Κατά τη διαδικασία αυτή, πρέπει να υποβληθεί αίτηση στις τελωνειακές αρχές που ορίζονται από το κράτος μέλος που έχει εκδώσει την άδεια για τελειοποίηση προς επανεξαγωγή. Οι αρχές αυτές είναι αρμόδιες να χορηγήσουν απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής εξισωτικών τόκων, εφόσον το ποσόν που αποτελεί τη βάση υπολογισμού των εξισωτικών τόκων δεν υπερβαίνει ορισμένο όριο. Πέραν του ορίου αυτού και εφόσον προτίθενται να ανταποκριθούν θετικά στην υποβληθείσα αίτηση, οι τελωνειακές αρχές διαβιβάζουν την αίτηση στην Επιτροπή, μαζί με τον φάκελο που περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για μια ολοκληρωμένη εξέταση, προκειμένου η Επιτροπή να αποφανθεί επί της αιτήσεως.
15 Πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού εφαρμογής, οι αντιστοιχούσες στο άρθρο 589, παράγραφοι 1, 2 και 3, διατάξεις περιέχονταν στο άρθρο 62, παράγραφοι 1, 2 και 3, του κανονισμού 2228/91, το περιεχόμενο των οποίων περιελήφθη κατ' ουσίαν στον κανονισμό εφαρμογής.
16 Στο άρθρο 859 του κανονισμού εφαρμογής, που εντάσσεται στο τμήμα IV, με τίτλο «Γένεση της τελωνειακής οφειλής», ορίζεται ότι επτά παραλείψεις θεωρείται ότι δεν έχουν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία του τελωνειακού καθεστώτος, εφόσον δεν συνιστούν απόπειρα διαφυγής από την τελωνειακή επιτήρηση του εμπορεύματος, δεν είναι αποτέλεσμα προφανούς αμελείας εκ μέρους του ενδιαφερομένου και έχουν διεκπεραιωθεί εκ των υστέρων όλες οι διατυπώσεις που απαιτούνται για τη διευθέτηση της κατάστασης του εμπορεύματος. Οι εν λόγω παραλείψεις απαριθμούνται στον κανονισμό και περιλαμβάνουν ιδίως την υπέρβαση ορισμένων προθεσμιών, την άνευ αδείας μετακίνηση εμπορεύματος που έχει τεθεί σε συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς, καθώς και την εξαγωγή του εμπορεύματος εκτός τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας χωρίς τήρηση των αναγκαίων διατυπώσεων.
17 Κατά το άρθρο 905, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο αφορά τις αποφάσεις που λαμβάνονται από την Επιτροπή στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα:
«Όταν η αρμόδια να αποφασίσει τελωνειακή αρχή, στην οποία έχει υποβληθεί αίτηση [...] διαγραφής βάσει του άρθρου 239, παράγραφος 2, του [τελωνειακού κώδικα], δεν είναι σε θέση να αποφασίσει [...] και η αίτηση συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν να θεμελιώσουν την ύπαρξη ειδικής καταστάσεως η οποία προκύπτει από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου, το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται η αρχή διαβιβάζει τον φάκελο στην Επιτροπή για να ληφθεί απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 906 έως 909.»
18 Σύμφωνα με το άρθρο 907 του κανονισμού εφαρμογής, η Επιτροπή αποφασίζει είτε ότι η εκάστοτε εξεταζόμενη περίπτωση δικαιολογεί τη διαγραφή είτε ότι δεν τη δικαιολογεί.
19 Το άρθρο 908, παράγραφος 2, προβλέπει ότι, με βάση την απόφαση της Επιτροπής, η αρμόδια για τη λήψη αποφάσεως τελωνειακή αρχή αποφαίνεται σχετικά με την αίτηση που της έχει υποβληθεί.
20 Πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού εφαρμογής, οι αντιστοιχούσες στα ανωτέρω άρθρα 905, 907 και 908 διατάξεις περιέχονταν αντίστοιχα στα άρθρα 6, 8 και 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3799/86 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1986, που καθορίζει τις διατάξεις εφαρμογής των άρθρων 4α, 6α, 11α και 13 του κανονισμού 1430/79 (EE L 352, σ. 19). Στον κανονισμό εφαρμογής περιελήφθη κατ' ουσίαν το περιεχόμενο των άρθρων 6, 8 και 9 του κανονισμού 3799/86.
Τα πραγματικά περιστατικά και η προσβαλλόμενη απόφαση
21 Η ολλανδική εταιρία Cargill BV (στο εξής: Cargill) παράγει άμυλο και σιρόπι γλυκόζης. Της είχε χορηγηθεί άδεια τελειοποίησης προς επανεξαγωγή που της επέτρεπε να εισάγει καλαμπόκι από τρίτες χώρες χωρίς δασμούς υπό τον όρον ότι το καλαμπόκι θα εχρησιμοποιείτο για την παραγωγή γλυκόζης, κύριου παραγώγου προϋόντος, καθώς και για την παραγωγή ορισμένων άλλων δευτερευόντων παραγώγων προϋόντων, και ότι τα προϋόντα αυτά θα εξάγονταν εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Κατά τη διάρκεια των ετών 1992 έως 1994, η Cargill έθεσε 65 000 τόνους καλαμποκιού υπό τελωνειακό καθεστώς τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή.
22 Με βάση την άδεια τελοιοποιήσεως προς επανεξαγωγή που της είχε χορηγηθεί, η Cargill είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί, για τους σκοπούς παραγωγής γλυκόζης που προορίζετο για εξαγωγή, κοινοτικό εμπόρευμα ισοδύναμο προς το εισαγόμενο από τρίτες χώρες καλαμπόκι.
23 Στο πλαίσιο ελέγχων που πραγματοποίησε το 1994 και το 1995, η Γενική Επιθεώρηση του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικής Κληρονομιάς και Αλιείας (στο εξής: Γενική Επιθεώρηση) διαπίστωσε ότι το κύριο παράγωγο προϋόν που εξαγόταν από την Cargill δεν είχε παραχθεί εξ ολοκλήρου από εισαγόμενο καλαμπόκι, αλλά από εισαγόμενο καλαμπόκι κατά 25 % και από καλαμπόκι κοινοτικής προελεύσεως κατά 75 %. Ωστόσο, τα δύο αυτά προϋόντα δεν υπάγονται στην ίδια δασμολογική διάκριση της Συνδυασμένης Ονοματολογίας.
24 Κατόπιν των ελέγχων αυτών, οι ολλανδικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή το ερώτημα αν αναγνώριζε ως ισοδύναμα προϋόντα το εισαγόμενο από τρίτες χώρες καλαμπόκι και το καλαμπόκι κοινοτικής προελεύσεως. Με το από 23 Νοεμβρίου 1995 έγγραφό της, η Επιτροπή απάντησε ότι δεν μπορούσε να δεχθεί την ισοδυναμία αυτή, επισημαίνοντας ιδίως τις διαφορές στη δασμολογική προστασία των δύο προϋόντων.
25 Με επιστολή της 18ης Νοεμβρίυ 1996, η Επιτροπή ζήτησε από τις αρμόδιες ολλανδικές διοικητικές αρχές να ελέγξουν όλες τις περιπτώσεις θέσεως υπό καθεστώς τελειοποιήσεως προς εξαγωγή υπέρ της Cargill, κατά τα έτη 1992 έως 1995, και να την πληροφορήσουν και πάλι για τις περιπτώσεις μη συννόμων πράξεων ή απάτης.
26 Με επιστολή της 3ης Δεκεμβρίου 1996, οι ολλανδικές αρχές γνωστοποίησαν στην Cargill το ποσό των εισαγωγικών δασμών που όφειλε για τα έτη 1992 έως 1994, προσαυξημένο με τους εξισωτικούς τόκους, ανερχόμενο συνολικά σε 17 491 244,45 ολλανδικά φιορίνια (NLG).
27 Η Cargill υπέβαλε ένσταση ενώπιον των αρμοδίων τελωνειακών αρχών κατά της κοινοποιηθείσας βεβαιώσεως οφειλής. Επί πλέον, ζήτησε από τις εν λόγω αρχές να αναστείλουν την είσπραξη της τελωνειακής οφειλής έναντι παροχής εγγυήσεως για ποσό ίσο προς τη βεβαιωθείσα οφειλή, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό.
28 Στις 2 Δεκεμβρίου 1997, η Cargill υπέβαλε στις εν λόγω αρχές αίτηση επιστροφής ή διαγραφής των εισαγωγικών δασμών.
29 Με έγγραφο της 22ας Απριλίου 1999, η Ιρλανδική Κυβέρνηση διαβίβασε την εν λόγω αίτηση στην Επιτροπή η οποία, μετά από ολοκληρωμένη εξέταση του φακέλου, εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
30 Στο σημείο 14 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπιστώνει, πρώτον, ότι η αίτηση διαγραφής είναι απαράδεκτη καθόσον αφορά τους εξισωτικούς τόκους που ανέρχονται σε 732 093,78 NLG. Αναφέρει ότι οι τόκοι αυτοί δεν αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της τελωνειακής οφειλής και ότι, ως εκ τούτου, δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί σχετικά με την ενδεχόμενη διαγραφή τους. Θεωρεί ότι η σχετική απόφαση εναπόκειται στις εθνικές αρχές.
31 Δεύτερον, στο σημείο 15 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η αίτηση είναι απαράδεκτη και κατά το μέρος που αφορά τους δασμούς, ποσού 15 679 301,49 NLG, για εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν πριν από τις 3 Δεκεμβρίου 1993, δηλαδή τρία και πλέον έτη πριν από την κοινοποίηση των ολλανδικών τελωνειακών αρχών προς την Cargill, στις 3 Δεκεμβρίου 1996. Κατά την Επιτροπή, οι δασμοί αυτοί έχουν παραγραφεί κατ' εφαρμογήν του άρθρου 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα και οι αρχές δεν μπορούν πλέον να απαιτήσουν την καταβολή τους από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση.
32 Τρίτον, από τα σημεία 17 έως 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η αίτηση διαγραφής δεν είναι βάσιμη καθόσον αφορά το ποσό των δασμών που δεν αφορούν την παραγεγραμμένη τελωνειακή οφειλή, το οποίο ανέρχεται σε 1 079 849,18 NLG. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η πρακτική που εφάρμοσε η Cargill δεν ήταν σύμφωνη ούτε με τις ισχύουσες κανονιστικές διατάξεις ούτε με τους όρους υπό τους οποίους της επετράπη να κάνει χρήση του καθεστώτος τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή. Επισημαίνει ότι το κοινοτικό σιτάρι δεν επιτρεπόταν να χρησιμοποιηθεί προς συμψηφισμό στο ισοδύναμο στο πλαίσιο αδείας τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή που αφορούσε τη μετατροπή του καλαμποκιού σε γλυκόζη.
33 Αντίθετα, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι τηρήθηκαν οι λοιπές εφαρμοστέες τελωνειακές διατάξεις. Διαπιστώνει επίσης ότι οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές δεν αμφισβήτησαν, επί σειρά ετών και για σημαντικές ποσότητες εμπορευμάτων, το σύννομο της ακολουθουμένης από την Cargill πρακτικής. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το σύνολο των περιστάσεων αυτών αρκεί για τη δημιουργία συνθηκών εξαιρετικής περιπτώσεως κατά την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα. Επισημαίνει ωστόσο ότι η συνδρομή μιας τέτοιας εξαιρετικής περιπτώσεως μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή των εισαγωγικών δασμών μόνον υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος δεν μετήλθε αθέμιτους χειρισμούς ούτε επέδειξε προφανή αμέλεια.
34 Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, ενώ η Cargill δεν προέβη σε κανένα αθέμιτο χειρισμό, αντίθετα, επέδειξε προφανή αμέλεια.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
35 Διαπιστώνεται, κατ' αρχήν, ότι τα πραγματικά περιστατικά με τα οποία συνδέεται η τελωνειακή οφειλή έλαβαν εν μέρει χώρα πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, δηλαδή πριν από τη θέση σε εφαρμογή του τελωνειακού κώδικα και του κανονισμού εφαρμογής, ενώ κατά ένα άλλο μέρος έλαβαν χώρα μετά την ημερομηνία αυτή.
36 Κατά συνέπεια, για να επιλύσει τη διαφορά, το Δικαστήριο θα πρέπει να ανατρέξει όχι μόνο στα δύο αυτά κείμενα, αλλά, σύμφωνα με τη νομολογία του, καθόσον αφορά την προ της 1ης Ιανουαρίου 1994 περίοδο, θα πρέπει να ανατρέξει και στους ουσιαστικούς κανόνες που περιέχονται στις νομοθετικές ρυθμίσεις που ίσχυαν πριν από την εισαγωγή του τελωνειακού κώδικα (βλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, De Haan, C-61/98, Συλλογή 1999, σ. I-5003, σκέψη 14).
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
37 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβιάζει το άρθρο 589 του κανονισμού εφαρμογής και, επικουρικώς, την υποχρέωση αιτιολογήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 253 ΕΚ, καθόσον κρίνει απαράδεκτη την αίτηση διαγραφής κατά το μέρος που αφορά τους εξισωτικούς τόκους.
38 Το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών υποστηρίζει ότι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 589, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, η γένεση τελωνειακής οφειλής για παράγωγα προϋόντα συνεπάγεται την πληρωμή εξισωτικών τόκων επί του ποσού των οφειλομένων εισαγωγικών δασμών. Προσθέτει ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, οι τελωνειακές αρχές οι οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις, σκοπεύουν να δεχθούν αίτηση περί μη επιβολής εξισωτικών τόκων οφείλουν να τη διαβιβάσουν στην Επιτροπή. Εάν η Επιτροπή δεν διατυπώσει αντιρρήσεις, εντός προθεσμίας δύο μηνών από της ημερομηνίας που φέρει η απόδειξη παραλαβής της εν λόγω αιτήσεως, το οικείο κράτος μέλος προχωρεί στη διαγραφή.
39 Από τα ανωτέρω συνάγεται κατά την προσφεύγουσα ότι οι εξισωτικοί τόκοι αποτελούν μέρος της τελωνειακής οφειλής και ότι η Επιτροπή δεν επιτρεπόταν να αποφασίσει, χωρίς να προβεί σε συμπληρωματικό έλεγχο ή, τουλάχιστον, χωρίς άλλη αιτιολογία, ότι η αίτηση για διαγραφή του ποσού των εξισωτικών τόκων ήταν απαράδεκτη.
40 Το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών προσθέτει ότι, κατά το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να επιτρέπει τη διαγραφή των εισαγωγικών δασμών και ότι η σχετική απόφαση επάγεται συνέπειες και ως προς τους συνδεόμενους με τους δασμούς αυτούς εξισωτικούς τόκους.
41 Η Επιτροπή υποστηρίζει, αντίθετα, ότι δεν είναι αρμόδια να αποφαίνεται επί αιτήσεων διαγραφής εξισωτικών τόκων.
42 Τονίζει, καταρχάς, ότι η λέξη «συνεπάγεται» του άρθρου 589, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, διατάξεως που προβλέπει ότι «η γένεση τελωνειακής οφειλής για παράγωγα προϋόντα συνεπάγεται την πληρωμή εξισωτικών τόκων επί του ποσού των οφειλομένων εισαγωγικών δασμών», δηλώνει ότι οι τόκοι στους οποίους αναφέρεται δεν αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της τελωνειακής οφειλής, όπως αυτή ορίζεται στο κοινοτικό δίκαιο.
43 Η Επιτροπή επισημαίνει στη συνέχεια ότι από το άρθρο 589, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής συνάγεται ότι δεν είναι αρμόδια να αποφαίνεται επί αιτήσεων διαγραφής εξισωτικών τόκων παρά μόνο στην περίπτωση της παραγράφου 2, πέμπτη περίπτωση, της εν λόγω διατάξεως, δηλαδή όταν η τελωνειακή οφειλή γεννάται συνεπεία της θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων για τα οποία πρόκειται. Όμως, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο εν προκειμένω, καθότι ουδείς αμφισβητεί ότι το εισαχθέν καλαμπόκι επανεξήχθη εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, μετά τη μεταποίησή του σε γλυκόζη.
44 Όσον αφορά, τέλος, το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, με βάση το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, είναι βεβαίως αρμόδια να αποφαίνεται για τη διαγραφή τελωνειακών οφειλών. Αντίθετα, με βάση την ίδια διάταξη, δεν είναι αρμόδια να αποφαίνεται επί της ενδεχομένης διαγραφής των εξισωτικών τόκων, καθότι, όπως υποστηρίζει η καθής, οι τόκοι αυτοί δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της τελωνειακής οφειλής. Η Επιτροπή φρονεί ότι, με βάση την κατανομή των αρμοδιοτήτων που προβλέπεται στο κοινοτικό τελωνειακό δίκαιο, εναπόκειται, κατ' αρχήν, στις εθνικές αρχές να αποφαίνονται επί των ατομικών περιπτώσεων, εκτός εάν έχει παρασχεθεί σ' αυτήν ειδική αρμοδιότητα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
45 Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι στο άρθρο 589, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής θεσπίζεται ο γενικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο η γένεση τελωνειακής οφειλής για παράγωγα προϋόντα συνεπάγεται την πληρωμή εξισωτικών τόκων επί του ποσού των οφειλομένων εισαγωγικών δασμών.
46 Στο άρθρο 589, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπονται οι εξαιρέσεις από τον γενικό κανόνα. Το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών στηρίζεται στην εξαίρεση που περιέχει η πέμπτη περίπτωση της εν λόγω διατάξεως, καθώς και η προβλεπόμενη διαδικασία για την υπαγωγή στην εξαίρεση αυτή, που περιέχεται στην παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, για να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι εναπέκειτο στην Επιτροπή να αποφανθεί επί της αιτήσεως διαγραφής των εξισωτικών τόκων.
47 Επιβάλλεται, ωστόσο, η διαπίστωση ότι η διαδικασία που προβλέπεται στην εν λόγω παράγραφο 3, στο πλαίσιο της οποίας προβλέπεται, βεβαίως, σε ορισμένες περιπτώσεις, η συμμετοχή της Επιτροπής, αφορά μόνο τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το εμπόρευμα τίθεται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας. Όμως, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, δεν αμφισβητείται ότι το εμπόρευμα για το οποίο πρόκειται δεν τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία, αλλά εξήχθη εκτός του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους. Κατά συνέπεια, η διάταξη την οποία επικαλείται το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών προς θεμελίωση του πρώτου λόγου ακυρώσεως δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση και, κατά συνέπεια, δεν ασκεί επιρροή.
48 Όσον αφορά, εξάλλου, το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, από το γεγονός και μόνον ότι η ενδεχόμενη διαγραφή των εισαγωγικών δασμών, κατόπιν αποφάσεως της Επιτροπής που λαμβάνεται δυνάμει των άρθρων 905 και 907 του κανονισμού εφαρμογής, επηρεάζει τους εξισωτικούς τόκους που επιβάλλουν επί των δασμών αυτών οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές, ουδόλως συνάγεται ότι η Επιτροπή έχει την ευχέρεια να προβαίνει στη διαγραφή των τόκων αυτών.
49 Αντίθετα, πρέπει να θεωρηθεί ότι, με βάση το άρθρο 905 του κανονισμού εφαρμογής, η Επιτροπή είναι αποκλειστικώς αρμόδια να αποφαίνεται για τη διαγραφή εισαγωγικών δασμών χωρίς να έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται για τους εξισωτικούς τόκους. Για τους τόκους αυτούς, που επιβάλλονται από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 589, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, ισχύει απλώς ό,τι ισχύει και για τους εισαγωγικούς δασμούς, χωρίς να υπάρχει ανάγκη η δυνατότητα εκδόσεως σχετικής αποφάσεως από την Επιτροπή.
50 Η συλλογιστική αυτή εφαρμόζεται mutatis mutandis και σε σχέση με τις προ της 1ης Ιανουαρίου 1994 ισχύουσες διατάξεις, δηλαδή τα άρθρα 62, παράγραφοι 1, 2 και 3, του κανονισμού 2228/91, 13 του κανονισμού 1430/79, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3069/86, καθώς και 6 και 8 του κανονισμού 3799/86.
51 Συνεπώς, αντίθετα με τα όσα υποστηρίζονται από το Ηνωμένο Βασίλειο, ορθώς η Επιτροπή, στο σημείο 14 της προσβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε απαράδεκτη την αίτηση διαγραφής των εξισωτικών τόκων.
52 Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ενόψει των επιταγών του άρθρου 253 ΕΚ, επισημαίνεται ότι το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών αρκέστηκε στην επίκληση του ισχυρισμού αυτού χωρίς να τον θεμελιώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο. Εν πάση περιπτώσει, από το σημείο 14 της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι η Επιτροπή εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση διαγραφής των εξισωτικών τόκων είναι απαράδεκτη και διευκρίνισε, ειδικότερα, ότι δεν ήταν αρμόδια να αποφανθεί για την ενδεχόμενη διαγραφή των τόκων αυτών και ότι εναπέκειτο στις εθνικές τελωνειακές αρχές να αποφανθούν σχετικώς. Επομένως, ο ισχυρισμός περί ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
53 Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
54 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβιάζει το άρθρο 221 του τελωνειακού κώδικα, καθόσον κρίνει απαράδεκτο, λόγω παραγραφής, το αίτημα διαγραφής, κατά το μέτρο που αφορά τους εισαγωγικούς δασμούς που οφείλονταν για τον προ της 3ης Δεκεμβρίου 1993 χρόνο.
55 Το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών θεωρεί ότι η υιοθετούμενη από την Επιτροπή ερμηνεία του άρθρου 221 του τελωνειακού κώδικα είναι εσφαλμένη και ότι η καθής λησμονεί ότι το ζήτημα της παραγραφής μιας τελωνειακής οφειλής εμπίπτει στη δικαιοδοσία του εθνικού δικαστηρίου και όχι της Επιτροπής.
56 Κατά την προσφεύγουσα, η τελευταία παραγνωρίζει το γεγονός ότι από τη διατύπωση του άρθρου 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι, οσάκις η αδυναμία των τελωνειακών αρχών να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των οφειλομένων δασμών οφείλεται σε ποινικώς διώξιμη πράξη, η γνωστοποίηση του ποσού των οφειλομένων δασμών στον οφειλέτη μπορεί να χωρήσει και μετά τη λήξη της τριετούς προθεσμίας που αρχίζει να τρέχει από της ημερομηνίας γενέσεως της τελωνειακής οφειλής.
57 Εναπόκειται, κατά την προσφεύγουσα, στο εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου θα ασκηθεί προσφυγή κατά της πράξεως γνωστοποιήσεως του ποσού της τελωνειακής οφειλής, να αποφασίσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 221, παράγραφος 3, τελευταία περίοδος, του τελωνειακού κώδικα, ώστε να είναι δυνατή η πραγματοποίηση της εν λόγω γνωστοποιήσεως μετά την παρέλευση της ανωτέρω τριετούς προθεσμίας. Η παραγραφή και ιδίως η δυνατότητα διακοπής της, καθώς και ο τρόπος με τον οποίον μπορεί ενδεχομένως να χωρήσει η εν λόγω διακοπή δεν αποτελούν ζητήματα ρυθμιζόμενα από το κοινοτικό δίκαιο, αλλά υπάγονται στην εξουσία εκτιμήσεως του εθνικού δικαστηρίου.
58 Το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών δεν συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις περί διαγραφής πρέπει να αφορούν τελωνειακές οφειλές που μπορούν πράγματι να εισπραχθούν. Για μια τέτοια ερμηνεία δεν υπάρχει κανένα νόμιμο έρεισμα.
59 Εξάλλου, ούτε από το άρθρο 908, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής προκύπτει ότι η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να αποφαίνεται περί του αν η τελωνειακή οφειλή έχει παραγραφεί ή όχι ούτε ότι έχει τέτοια αρμοδιότητα.
60 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μια απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 905 του κανονισμού εφαρμογής, πρέπει να αφορά τελωνειακή οφειλή που μπορεί στην πράξη να εισπραχθεί και όχι θεωρητικές ή υποθετικές περιπτώσεις. Επισημαίνει ότι, οσάκις αυτή εξετάζει μια αίτηση διαγραφής και διαπιστώνει, με βάση τα στοιχεία που της έχουν κοινοποιηθεί, ότι οι εισαγωγικοί δασμοί δεν υφίστανται ή δεν υφίστανται πλέον ή, ακόμη, ότι δεν μπορούν ή δεν μπορούν πλέον να εισπραχθούν στην πράξη, επειδή, παραδείγματος χάρη, βεβαιώθηκαν ή κοινοποιήθηκαν μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να μην εκδώσει απόφαση επί της ουσίας, κηρύσσοντας την αίτηση απαράδεκτη.
61 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, από τον φάκελο των εθνικών αρχών προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 221, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του τελωνειακού κώδικα δεν πληρούνται. Όμως, οσάκις είναι προφανές, όπως εν προκειμένω, ότι η αίτηση διαγραφής αφορά ποσό τελωνειακών δασμών που δεν μπορεί πλέον να γνωστοποιηθεί νομίμως στον οφειλέτη και το οποίο, κατά συνέπεια, δεν μπορεί πλέον να εισπραχθεί νομίμως, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποφανθεί επί της αιτήσεως διαγραφής που αφορά τέτοιους δασμούς, αλλά οφείλει να την απορρίψει ως απαράδεκτη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
62 Κατά το άρθρο 221, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται νομοτύπως στον οφειλέτη μόλις βεβαιωθεί. Κατά την παράγραφο 3 της ιδίας διατάξεως, γνωστοποίηση δεν είναι δυνατόν να γίνει μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής που είναι τριετής και αρχίζει από την ημερομηνία γένεσης της τελωνειακής οφειλής, εκτός εάν η αδυναμία των τελωνειακών αρχών να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών οφείλεται σε ποινικώς διώξιμη πράξη.
63 Από την οικονομία του κεφαλαίου που αφορά την είσπραξη των τελωνειακών οφειλών, δηλαδή του άρθρου 3 του τίτλου VII του εν λόγω κώδικα, στο οποίο εντάσσεται το προπαρατεθέν άρθρο 221 που αφορά τη γνωστοποίηση της οφειλής στον υπόχρεο, συνάγεται ότι οι κανόνες του εν λόγω κεφαλαίου απευθύνονται κυρίως στα κράτη μέλη και στις τελωνειακές τους αρχές.
64 Ελλείψει οποιασδήποτε διατάξεως στον τελωνειακό κώδικα ή στον κανονισμό εφαρμογής παρέχουσας αρμοδιότητα στην Επιτροπή για την εφαρμογή του κανόνα της παραγραφής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εφαρμογή του εν λόγω κανόνα εναπόκειται αποκλειστικά στα κράτη μέλη και στις αρμόδιες αρχές τους και ότι η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί του ζητήματος αν η βεβαίωση της τελωνειακής οφειλής πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τον εν λόγω κανόνα.
65 Επομένως, οσάκις η Επιτροπή αποφαίνεται επί αιτήσεως διαγραφής εισαγωγικών δασμών που έχει διαβιβασθεί από κράτος μέλος κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη των δασμών αυτών στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές, υποχρεούται να εξετάσει την αίτηση ως έχει, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ελέγξει τις προθεσμίες εντός των οποίων βεβαιώθηκε η οφειλή από τις τελωνειακές αρχές.
66 Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως, η Επιτροπή δεν εδικαιούτο να αρνηθεί να αποφανθεί επί της αιτήσεως διαγραφής ή επί μέρους της αιτήσεως αυτής επειδή, κατά την άποψή της, οι απαιτούμενοι δασμοί γνωστοποιήθηκαν εκπρόθεσμα στον οφειλέτη, κατά παράβαση του άρθρου 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα.
67 Η ίδια η συλλογιστική ισχύει mutatis mutandis και προκειμένου για τις ισχύσασες προ της 1ης Ιανουαρίου 1994 διατάξεις, δηλαδή το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1697/79.
68 Επομένως, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών ορθώς προσάπτει στην Επιτροπή ότι έκρινε απαράδεκτη την αίτηση διαγραφής, κατά το μέρος που αφορούσε εισαγωγικούς δασμούς οφειλομένους για τον προ της 3ης Δεκεμβρίου 1993 χρόνο, δηλαδή πάνω από τρία χρόνια προ της γνωστοποιήσεως στην Cargill του ποσού των οφειλομένων εισαγωγικών δασμών.
69 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προέβαλε το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών και να ακυρωθεί το άρθρο 1, σημείο 1, του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, με το οποίο κρίνεται απαράδεκτη, για το ποσό των 15 679 301,49 NLG, η αίτηση διαγραφής των εισαγωγικών δασμών η οποία υποβλήθηκε από την Cargill και διαβιβάσθηκε από το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών στην Επιτροπή στις 22 Απριλίου 1999.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
70 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβιάζει τα άρθρα 239 του τελωνειακού κώδικα και 905 του κανονισμού εφαρμογής. Επικουρικώς, υποστηρίζει ότι η απόφαση παραβιάζει και την αρχή της αναλογικότητας και, επικουρικώς σε σχέση με την παραβίαση αυτή, την υποχρέωση αιτιολογήσεως που επιβάλλει το άρθρο 253 ΕΚ.
71 Το προσφεύγον δεν αμφισβητεί τη βασιμότητα της εκτιμήσεως της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία δεν πληρούνταν οι όροι του συμψηφισμού στο ισοδύναμο.
72 Αντίθετα, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών αμφισβητεί τη βασιμότητα του ισχυρισμού της Επιτροπής, σύμφωνα με τον οποίο η Cargill επέδειξε προφανή αμέλεια. Μολονότι η εν λόγω εταιρία έχει μεγάλη επαγγελματική πείρα στον τομέα των γεωργικών προϋόντων, αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι όφειλε να γνωρίζει ότι δεν εδικαιούτο να χρησιμοποιήσει σιτάρι αντί καλαμποκιού για την παρασκευή γλυκόζης προοριζομένης για εξαγωγή.
73 Πρώτον, η Επιτροπή απαιτεί από την Cargill πιο εκτεταμένες γνώσεις από αυτές που είχαν οι τελωνειακοί υπάλληλοι. Πράγματι, όπως επισήμανε η Επιτροπή, οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές δεν διατύπωσαν καμία αντίρρηση σχετικά με τις συναλλαγές της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως, οι οποίες πραγματοποιούνταν επί σειρά ετών.
74 Δεύτερον, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών επισημαίνει ότι η Cargill μπορούσε ευλόγως να υποθέσει ότι τα χρησιμοποιούμενα προϋόντα ήταν ισοδύναμα, στηριζόμενη στην άποψη της Επιτροπής που διατυπώθηκε σε επιστολή της της 15ης Δεκεμβρίου 1994 προς τις ολλανδικές αρχές, από την οποία προέκυπτε ότι δύο διαφορετικές κατηγορίες καλαμποκιού μπορούσαν να θεωρηθούν ως ισοδύναμες για την παρασκευή γλυκόζης. Με βάση τη συλλογιστική αυτή, υποστηρίζει ότι ήταν ελογο να θεωρηθεί ότι το καλαμπόκι και το σιτάρι αποτελούσαν επίσης πρώτες ύλες που μπορούσαν αν αλληλοαντικατασταθούν.
75 Τρίτον, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών υποστηρίζει ότι η εφαρμοσθείσα από την Cargill διαδικασία είναι συνήθης στην Ευρώπη. Κατά συνέπεια, η συμπεριφορά της αιτούσας δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί ως «αμελής», ακόμη δε λιγότερο ως προφανώς αμελής.
76 Το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών θεωρεί ότι, εν πάση περιπτώσει, η προσβαλλομένη απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι η διαδικασία καταλήγει σε διαπίστωση τελωνειακής οφειλής ύψους 17 491 244,45 NLG, ενώ, για το σύνολο της κρίσιμης περιόδου, η Cargill αποκόμισε σχετικά μικρό όφελος, αφού αυτό εκτιμάται σε 710 700 NLG. Προσθέτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, δεδομένου ότι δεν υπεισέρχεται στο ζήτημα της αναλογικότητας των αξιωθέντων δασμών προς την διαπιστουμένη παράβαση.
77 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, προκειμένου να κριθεί αν η Cargill επέδειξε προφανή αμέλεια, πρέπει να εφαρμοστούν τα κριτήρια που έχει διαμορφώσει το Δικαστήριο στη νομολογία του που αφορά την εφαρμογή των άρθρων 220, παράγραφος 2, και 239, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.
78 Τα τρία σχετικά κριτήρια είναι ο χαρακτήρας του σφάλματος, η επαγγελματική πείρα των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων και η επιμέλεια την οποία επέδειξαν οι εν λόγω επιχειρήσεις.
79 Όσον αφορά, καταρχάς, τον χαρακτήρα του σφάλματος, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός πολυπλοκότητας της οικείας ρυθμίσεως.
80 Η Επιτροπή εκτιμά επ' αυτού ότι η εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση νομοθεσία είναι πολύ απλή. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το κοινοτικό σιτάρι αποτελεί προϋόν ισοδύναμο προς το καλαμπόκι που εισάγεται από τρίτες χώρες. Με βάση το άρθρο 114, παράγραφος 2, στοιχείο εε, του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 569, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, θα πρέπει να ελεγχθεί, ιδίως, αν τα καταγόμενα από την Κοινότητα εμπορεύματα και τα εισαγόμενα εμπορεύματα υπάγονται στον ίδιο οκταψήφιο κωδικό της Συνδυασμένης Ονοματολογίας.
81 Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι τα εν λόγω δύο εμπορεύματα δεν υπάγονται στην ίδια δασμολογική διάκριση και τονίζει ότι το γεγονός ότι τα εμπορεύματα αυτά δεν ήταν ισοδύναμα καθίστατο ακόμη προφανέστερο από τις άδειες τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή που χορηγήθηκαν στην Cargill, σε κάθε μία από τις οποίες αναφερόταν ρητά ότι το καθεστώς συμψηφισμού στο ισοδύναμο είχε επιτραπεί μόνο για το «καλαμπόκι πλην του προοριζομένου για σπορά». Στην άδεια που αφορούσε την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1994 και 31ης Δεκεμβρίου 1995, αναγραφόταν ακόμη και η δασμολογική διάκριση στην οποία υπάγεται το εν λόγω προϋόν, που είναι η 1005 90 00.
82 Περαιτέρω, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών επικαλείται την επιστολή που της είχε απευθύνει σχετικά με τη χρησιμοποίηση διαφορετικών κατηγοριών καλαμποκιού για την παρασκευή γλυκόζης, χωρίς να αναφέρεται και στις περιστάσεις που πλαισίωναν την επιστολή αυτή. Υπενθυμίζει ότι, με επιστολή της 8ης Αυγούστου 1995, διευκρίνισε ότι ο ισοδύναμος ή μη χαρακτήρας πρέπει να εκτιμάται με βάση όχι το τελικό προϋόν, δηλαδή τη γλυκόζη, αλλά το εισαγόμενο εμπόρευμα, δηλαδή το καλαμπόκι.
83 Όσον αφορά, περαιτέρω, το κριτήριο που έχει σχέση με την επαγγελματική πείρα του επιχειρηματία, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών δεν αμφισβητεί ότι η Cargill, επιχείρηση που μετέχει μιας μεγάλης πολυεθνικής, μετέχει από ετών σε πολυάριθμα τελωνειακά καθεστώτα και, κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρείται ότι έχει εκτεταμένη επαγγελματική πείρα. Επομένως, είναι προφανές ότι πληρούται το κριτήριο αυτό.
84 Προκειμένου, τέλος, για το κριτήριο που αφορά τον βαθμό επιμελείας της επιχειρήσεως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, και όταν ακόμη οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές επέστησαν την προσοχή της Cargill στην ερμηνεία της εφαρμοστέας νομοθεσίας, η επιχείρηση δεν τους ζήτησε να της διαβιβάσουν γραπτώς την άποψή τους. Τονίζει ότι από όλα τα στοιχεία φαίνεται να προκύπτει ότι η Cargill εφάρμοσε την πρακτική που της προσάπτεται ακόμη εντατικότερα, και μάλιστα αφού είχε λάβει γνώση, κατά το πρώτο εξάμηνο του 1994, των αιτιάσεων των τελωνειακών αρχών. Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 1994, προχώρησε σε εισαγωγές σημαντικών ποσοτήτων καλαμποκιού με σκοπό τη μεταποίησή τους υπό καθεστώς τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή. Κατά την Επιτροπή, η συμπεριφορά αυτή μαρτυρεί προφανή αμέλεια, παρά το γεγονός ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησαν οι ολλανδικές τελωνειακές αρχές εγείρει επίσης ορισμένα ερωτήματα.
85 Η Επιτροπή απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών, σχετικά με τη φερόμενη αυστηρότερη μεταχείριση των εισαγωγέων σε σχέση με τις τελωνειακές αρχές, στηριζόμενη στη νομολογία του Δικαστηρίου.
86 Όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η Επιτροπή επικαλείται τα άρθρα 859 και 860 του κανονισμού εφαρμογής, όπως αυτά έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. Δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό συζήτηση υποθέσεως δεν καλύπτονται από μία από τις περιπτώσεις που απαριθμούνται εξαντλητικά στο άρθρο 859, ο ισχυρισμός του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών είναι αβάσιμος.
87 Η Επιτροπή αμφισβητεί επίσης τη βασιμότητα του ισχυρισμού περί ελλείψεως επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 253 ΕΚ, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.
88 Απαντώντας στον ισχυρισμό περί αμελούς συμπεριφοράς της Cargill, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών υποστηρίζει ότι η έρευνα της Γενικής Επιθεωρήσεως αφορούσε την περίοδο μεταξύ Απριλίου και Οκτωβρίου 1994. Στις 16 Ιουνίου 1994, ο ελεγκτής υπέβαλε στην αρμόδια αρχή αίτημα για ερμηνεία της οικείας ρυθμίσεως που αφορούσε τον ισοδύναμο ή μη χαρακτήρα του καλαμποκιού και του σιταριού. Έλαβε έγγραφη απάντηση στις 29 Ιουνίου 1994. Στις 5 Οκτωβρίου 1994, ο ελεγκτής συζήτησε, για πρώτη φορά, με την Cargill τα πορίσματα της έρευνάς του. Όμως, η τελευταία παρτίδα εισαγομένου καλαμποκιού τέθηκε υπό το καθεστώς της τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή, με εφαρμογή του κανόνα της ισοδυναμίας, στις 16 Αυγούστου 1994. Εξάλλου, με επιστολή της 11ης Ιανουαρίου 1995, η αρμόδια αρχή ανακοίνωσε στην Cargill τους όρους υπό τους οποίους έπρεπε να λειτουργήσει το καθεστώς τελειοποιήσως προς επανεξαγωγή, οι όροι δε αυτοί άρχισαν να εφαρμόζονται από τις 15 Ιουνίου 1995. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της Επιτροπής σύμφωνα με τον οποίο η συμπεριφορά της Cargill μαρτυρεί προφανή αμέλεια είναι αβάσιμος.
89 Όσον αφορά το αίτημα για μερική διαγραφή των επιβληθέντων δασμών λόγω του δυσανάλογου χαρακτήρα τους, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών υποστηρίζει ότι δεν στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 859 του κανονισμού εφαρμογής, αλλά στην αρχή της επιεικείας, που με τη σειρά της στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 239, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 905, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
90 Είναι σκόπιμο να εξετασθούν χωριστά τα δύο σκέλη του λόγου ακυρώσεως, αυτό που αφορά τη μη επίδειξη προφανούς αμέλειας εκ μέρους της Cargill και αυτό που αφορά την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας καθώς και την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Ως προς την απουσία προφανούς αμέλειας
91 Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι η επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, που μπορεί να παρασχεθούν υπό ορισμένες προϋποθέσεις σε ειδικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις, συνιστούν εξαίρεση από το κανονικό σύστημα εισαγωγών και εξαγωγών και ότι, κατά συνέπεια, οι προβλέπουσες μια τέτοια επιστροφή ή διαγραφή διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1999, C-48/98, Sφhl και Sφhlke (Συλλογή 1999, σ. I-7877, σκέψη 52).
92 Προκειμένου να εκτιμηθεί αν η Cargill επέδειξε «προφανή αμέλεια», κατά την έννοια του άρθρου 239, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, πρέπει να εφαρμόζονται, κατ' αναλογία, όπως έχει κρίνει κατά το παρελθόν το Δικαστήριο, τα κριτήρια που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του άρθρου 220 του τελωνειακού κώδικα προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα σφάλμα της τελωνειακής αρχής ήταν δυνατόν να διαγνωσθεί από ένα συναλλασσόμενο (βλ. απόφαση Sφhl και Sφhlke, όπως ανωτέρω, σκέψεις 55 και 56). Επομένως, ορθώς η Επιτροπή εφάρμοσε τα κριτήρια αυτά στην προκειμένη περίπτωση.
93 Όσον αφορά το πρώτο κριτήριο, που αφορά την πολυπλοκότητα των εφαρμοστέων διατάξεων, είναι σκόπιμη η αναφορά στον ορισμό της εννοίας των ισοδυνάμων εμπορευμάτων του άρθρου 569, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής. Κατά την εν λόγω διάταξη, τα ισοδύναμα εμπορεύματα πρέπει να υπάγονται στον ίδιο οκταψήφιο κωδικό της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, να παρουσιάζουν την ίδια εμπορική ποιότητα και να έχουν τα ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά με τα εμπορεύματα εισαγωγής. Όπως προκύπτει από την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1997, C-103/96, Eridania Beghin-Say (Συλλογή 1997, σ. I-1453, σκέψη 23), οι τρεις αυτές προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς.
94 Διαπιστώνεται ότι δεν ήταν δύσκολο να εφαρμοστεί η ρύθμιση αυτή στην προκειμένη περίπτωση, καθότι αρκούσε να διαπιστωθεί ότι τα οικεία εμπορεύματα, δηλαδή το καλαμπόκι που είχε εισαχθεί από τρίτες χώρες και το σιτάρι που ήταν κοινοτικής προελεύσεως, δεν υπάγονταν στην ίδια δασμολογική διάκριση, για να συναχθεί ότι δεν επρόκειτο για ισοδύναμα εμπορεύματα.
95 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι ισχυρισμοί του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών περί πολυπλοκότητας των εφαρμοστέων διατάξεων είναι αβάσιμοι.
96 Ως προς το δεύτερο κριτήριο που έχει σχέση με την πείρα του επιχειρηματία, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, η Cargill είναι πολυεθνική επιχείρηση που από πολλών ετών εφαρμόζει τις τελωνειακές διατάξεις και, ιδίως, τους κανόνες που αφορούν τα διάφορα τελωνειακά καθεστώτα.
97 Επομένως, και η δεύτερη αυτή προϋπόθεση είναι προφανές ότι πληρούται.
98 Προκειμένου για το τρίτο κριτήριο, που αφορά την επιμέλεια του επιχειρηματία, διαπιστώνεται ότι, ενόψει της απλότητας της εφαρμοστέας εν προκειμένω ρυθμίσεως, η μη ύπαρξη ισοδυναμίας μεταξύ των δύο ειδών εμπορευμάτων δεν θα έπρεπε να διαφύγει της προσοχής μιας πεπειραμένης επιχειρήσεως όπως η Cargill. Επομένως, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών δεν μπορεί να επικαλείται λυσιτελώς τη μη διατύπωση παρατηρήσεων εκ μέρους των αρμοδίων τελωνειακών αρχών επί μακρύ χρονικό διάστημα.
99 Άλλωστε, με βάση πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οσάκις ο εμπλεκόμενος επιχειρηματίας έχει ο ίδιος αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της δασμολογικής κατατάξεως των οικείων εμπορευμάτων, πρέπει να ενημερώνεται και να αναζητεί όλες τις δυνατές διευκρινίσεις προκειμένου να διαπιστώσει αν οι αμφιβολίες του είναι δικαιολογημένες ή όχι (βλ. αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 1990, C-64/89, Deutsche Fernsprecher, Συλλογή 1990, σ. I-2535, σκέψη 22, και της 1ης Απριλίου 1993, C-250/91, Hewlett Packard France, Συλλογή 1993, σ. I-1819, σκέψη 24).
100 Στην προκειμένη περίπτωση, δεν φαίνεται πολύ πιθανό να είχε η Cargill αμφιβολίες ως προς τον μη ισοδύναμο χαρακτήρα των οικείων εμπορευμάτων. Εν πάση περιπτώσει, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, σ' αυτήν εναπέκειτο να ζητήσει όλες τις δυνατές διευκρινίσεις προκειμένου να διαπιστώσει αν οι αμφιβολίες της ήταν βάσιμες ή όχι.
101 Θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Cargill, μη πραγματοποιώντας τέτοιου είδους έρευνες και αναμένοντας απλώς μια αντίδραση από τις ολλανδικές τελωνειακές αρχές για να τροποποιήσει τους όρους θέσεως των εμπορευμάτων της σε σύστημα τελειοποιήσεως προς επανεξαγωγή, δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια.
102 Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή δεν παρέβη τα άρθρα 239 του τελωνειακού κώδικα και 905 του κανονισμού εφαρμογής δεχόμενη, στο σημείο 26 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Cargill επέδειξε προφανή αμέλεια.
103 Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται mutatis mutandis και σε σχέση με τις ισχύσασες προ της 1ης Ιανουαρίου 1994 διατάξεις, δηλαδή τα άρθρα 13 του κανονισμού 1430/79, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3069/86, και 6 του κανονισμού 3799/86.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας και της ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως
104 Κατά το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, η Επιτροπή, αρνούμενη ότι οι επιβληθέντες στην Cargill δασμοί ήταν δυσανάλογοι σε σχέση με το όφελος που αποκόμισε η εταιρία και ότι έπρεπε να διαγραφούν εν μέρει, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και, κατά συνέπεια, τις διατάξεις του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 905 του κανονισμού εφαρμογής.
105 Επισημαίνεται σχετικώς ότι το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 905 του κανονισμού εφαρμογής, ουδόλως ορίζει ότι το ποσό των επιβαλλομένων στην επιχείρηση δασμών πρέπει να περιορίζεται στο ποσό κατά το οποίο ωφελήθηκε η επιχείρηση συνεπεία των παρατυπιών της.
106 Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, οι μόνες περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές μπορούν να θεωρήσουν ότι οι παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας δεν είχαν πραγματικές επιπτώσεις στη λειτουργία του τελωνειακού καθεστώτος και επομένως δεν αποτελούν βάση γενέσεως τελωνειακής οφειλής απαριθμούνται εξαντλητικά στο άρθρο 859 του κανονισμού εφαρμογής. Η διάταξη δε αυτή αποκλείει ρητώς, στη δεύτερη περίπτωση, τις περιπτώσεις «προφανούς αμελείας εκ μέρους του ενδιαφερομένου».
107 Από τα προηγηθέντα συνάγεται ότι η Επιτροπή, μη περιορίζουσα το ποσό της τελωνειακής οφειλής στο ύψος του οικονομικού οφέλους που ενδεχομένως αποκόμισε η Cargill, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας ούτε τις διατάξεις του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 905 του κανονισμού εφαρμογής.
108 Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται mutatis mutandis και σε σχέση με τις ισχύσασες προ της 1ης Ιανουαρίου 1994 διατάξεις, δηλαδή τα άρθρα 13 του κανονισμού 1430/79, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3069/86, και 6 του κανονισμού 3799/86.
109 Τέλος, όσον αφορά την προβαλλόμενη από το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών αιτίαση περί ελλείψεως επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με το εύλογο ύψος των επιβληθέντων δασμών, κατά παράβαση του άρθρου 253 ΕΚ, αρκεί να επισημανθεί ότι, εφόσον ουδόλως συνάγεται από τα άρθρα 239 του τελωνειακού κώδικα ή 13 του κανονισμού 1430/79, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3069/86, ότι το ποσό των επιβληθέντων στον ενδιαφερόμενο εισαγωγικών δασμών πρέπει να μην υπερβαίνει το όφελος που αποκόμισε ο τελευταίος, πρέπει να θεωρηθεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση ουδόλως ενέχει παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως του άρθρου 253 ΕΚ.
110 Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως που επικαλείται το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών είναι απορριπτέος.
111 Ενόψει του συνόλου των σκέψεων που προεκτέθηκαν, πρέπει, αφενός, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που κηρύσσει απαράδεκτο, για το ποσό των 15 679 301,49 NLG, το αίτημα διαγραφής εισαγωγικών δασμών που υποβλήθηκε από την Cargill και διαβιβάστηκε στην Επιτροπή από το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών στις 22 Απριλίου 1999 και, αφετέρου, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προσφυγή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
112 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθεί το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, το οποίο και ηττήθηκε ως προς τον πρώτο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, και ενόψει των αμελητέων πρακτικών συνεπειών της αποδοχής του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, το προσφεύγον πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση C(2000) 485 τελικό της Επιτροπής, της 23ης Φεβρουαρίου 2000, με την οποία διαπιστώνεται ότι, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, το αίτημα διαγραφής εισαγωγικών δασμών είναι απαράδεκτο για ορισμένο ποσόν και ότι η διαγραφή των εισαγωγικών δασμών δεν δικαιολογείται για ένα άλλο ποσόν, κατά το μέρος που κηρύσσει απαράδεκτο, για το ποσό των 15 679 301,49 NLG, το αίτημα διαγραφής των εισαγωγικών δασμών που υπέβαλε η Cargill BV και διαβίβασε το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών στην Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, στις 22 Απριλίου 1999.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy