Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Διαδικασία πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών - Τεχνικοί κανόνες υπό την έννοια της οδηγίας 83/189 - Έννοια - Εθνική διάταξη δυνάμενη να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενη υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως - εριλαμβάνεται
(Άρθρο 234 ΕΚ· οδηγία 83/189 του Συμβουλίου, άρθρο 1, σημ. 1 και 5)
2. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Διαδικασία πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών - Υποχρέωση των κρατών μελών να κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα - Απαλλαγή - Εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις κοινοτικές οδηγίες και τους κοινοτικούς κανονισμούς - Μη εφαρμογή σε εθνική διάταξη που πρέπει να νοηθεί ως συνεπαγόμενη υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως
(Οδηγία 83/189 του Συμβουλίου, άρθρα 8 και 10)
3. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Διαδικασία πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών - Υποχρέωση των κρατών μελών να ανακοινώνουν στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα - Δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται την έλλειψη κοινοποιήσεως - Υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να αφήνει ανεφάρμοστη την επίμαχη διάταξη - Κύρωση - Διαδικασία - Εφαρμογή του εθνικού δικαίου - ροϋποθέσεις
(Οδηγία 83/189 του Συμβουλίου, άρθρο 8)
4. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Απόβλητα - Οδηγία 75/442 - Υποχρέωση κοινοποιήσεως των σχεδίων κανονιστικής ρυθμίσεως - αράβαση - Δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται την έλλειψη κοινοποιήσεως - Δεν υφίσταται
(Οδηγία 75/442 του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 2)
5. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - οσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Έννοια - Εθνική διάταξη επιβάλλουσα γενική υποχρέωση προσδιορισμού της ταυτότητας των συσκευασιών που αναλαμβάνει μια εγκεκριμένη επιχείρηση για τη διάθεσή τους - Μη εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 28 ΕΚ) - Επιτρέπεται - ροϋποθέσεις - Εκτίμηση του εθνικού δικαστηρίου
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 30 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ)])
Περίληψη
1. Μια εθνική διάταξη η οποία, βάσει του γράμματός της και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, δεν φαίνεται να επιβάλλει από μόνη της, για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των συσκευασιών που προβλέπει, την επίθεση σημείου επί του προϊόντος ή επί της συσκευασίας του μπορεί να αποτελεί τεχνικό κανόνα κατά την έννοια της οδηγίας 83/189, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δικαστήριο θα αποφασίσει ότι πρέπει να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενη υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως.
( βλ. σκέψη 39, διατακτ. 1 )
2. Εφόσον μια εθνική διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται ως συνεπαγόμενη υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως, το άρθρο 10 της οδηγίας 83/189, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή δεν εξαιρείται από την κοινοποίηση που επιβάλλει το άρθρο 8 της οδηγίας 83/189.
( βλ. σκέψη 46, διατακτ. 2 )
3. Ένας ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί την έλλειψη κοινοποιήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 83/189, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, μιας εθνικής διατάξεως η οποία πρέπει να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενη υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως. Στην περίπτωση αυτή, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αρνηθεί την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, διευκρινιζομένου ότι το ζήτημα των συμπερασμάτων τα οποία πρέπει να συναχθούν από τη μη δυνατότητα εφαρμογής της εν λόγω εθνικής διατάξεως όσον αφορά το εύρος της κυρώσεως που προβλέπει το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, όπως είναι η ακυρότητα ή η μη δυνατότητα αντιτάξεως μιας συμβάσεως, διέπεται από το εθνικό δίκαιο. Το συμπέρασμα αυτό εξαρτάται ωστόσο από την προϋπόθεση ότι οι εφαρμοστέοι κανόνες του εθνικού δικαίου δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που εφαρμόζονται σε παρόμοιες αξιώσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο και δεν έχουν διαμορφωθεί κατά τρόπο ώστε να καθίσταται πρακτικώς αδύνατη η άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η κοινοτική έννομη τάξη.
( βλ. σκέψη 53, διατακτ. 3 )
4. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442, περί των στερεών αποβλήτων, έχει την έννοια ότι δεν παρέχει στους ιδιώτες κανένα δικαίωμα το οποίο θα μπορούσαν αυτοί να προβάλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για να επιτύχουν την ακύρωση ή τη μη εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής, για τον λόγο ότι η ρύθμιση αυτή θεσπίστηκε χωρίς να έχει προηγουμένως κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.
( βλ. σκέψη 63, διατακτ. 5 )
5. Μια εθνική διάταξη, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται ως μη συνεπαγόμενη υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως, αλλά ως επιβάλλουσα απλώς μια γενική υποχρέωση προσδιορισμού της ταυτότητας των συσκευασιών που αναλαμβάνει μια εγκεκριμένη επιχείρηση για τη διάθεσή τους, μπορεί να χαρακτηριστεί μορφή πωλήσεως. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχει καθορίσει συναφώς η νομολογία του Δικαστηρίου για να αποκλειστεί μια τέτοια υποχρέωση από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 28 ΕΚ), ήτοι ότι η επίμαχη διάταξη εφαρμόζεται σε όλους τους οικείους επιχειρηματίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εθνικό έδαφος και ότι επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο, και νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία των εγχωρίων προϊόντων και των προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών.
( βλ. σκέψη 75, διατακτ. 6 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-159/00,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour de cassation (Γαλλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Sapod Audic
και
Eco-Emballages SA,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 1 και 10 της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (EE L 109, σ. 8), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1988 (ΕΕ L 81, σ. 75), του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (EE L 78, σ. 32), καθώς και του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 28 ΕΚ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, S. von Bahr και C. W. A. Timmermans (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Sapod Audic, εκπροσωπούμενη από τον L. Boré, avocat,
- η Eco-Emballages SA, εκπροσωπούμενη από τους D. Brouchot, T. Schneider και Μ. Troncoso Ferrer, avocats,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. Abraham και την R. Loosli-Surrans,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους W.-D. Plessing και T. Jürgensen,
- η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον Μ. A. Fierstra,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. zur Hausen και την J. Adda,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Sapod Audic, εκπροσωπουμένης από τους L. Boré και Μ. Quimbert, avocat, της Eco-Emballages SA, εκπροσωπουμένης από τους T. Schneider και Μ. Troncoso Ferrer, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την R. Loosli-Surrans, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον G. zur Hausen και την J. Adda, κατά τη συνεδρίαση της 23ης Οκτωβρίου 2001,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Ιανουαρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 18ης Απριλίου 2000, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Απριλίου 2000, το Cour de cassation υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 1 και 10 της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (EE L 109, σ. 8), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1988 (ΕΕ L 81, σ. 75, στο εξής: οδηγία 83/189), του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (EE L 78, σ. 32, στο εξής: οδηγία 75/442), καθώς και του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 28 ΕΚ).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Sapod Audic (στο εξής: Sapod) και της εταιρίας Eco-Emballages SA (στο εξής: Eco-Emballages) σχετικά με την εισφορά της οποίας την καταβολή αξίωσε η Eco-Emballages από τη Sapod βάσει συμβάσεως με την οποία η Sapod δήλωσε ότι προσχωρεί, για να εκπληρώσει ορισμένες νόμιμες υποχρεώσεις, στο σύστημα το οποίο οργάνωσε η Eco-Emballages για τη διάθεση των αποβλήτων.
Η κοινοτική ρύθμιση
3 Το άρθρο 1 της οδηγίας 83/189 ορίζει τα ακόλουθα:
«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
1) "τεχνικές προδιαγραφές", οι προδιαγραφές που περιέχονται σε έγγραφο με το οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως η ποιοτική στάθμη, η απόδοση, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, καθώς και οι προδιαγραφές που ισχύουν για το προϊόν όσον αφορά την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, το μαρκάρισμα και το ετικετάρισμα [...]·
[...]
5) "τεχνικός κανόνας", οι τεχνικές προδιαγραφές, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών διατάξεων που ισχύουν γι' αυτές, η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική, de jure ή de facto, για την εμπορία ή [τη] χρησιμοποίηση σε κράτος μέλος ή σε μεγάλο τμήμα του κράτους αυτού, με εξαίρεση τις προδιαγραφές που ορίζονται από τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης·
6) "σχέδιο τεχνικού κανόνα", το κείμενο τεχνικών προδιαγραφών, συμπεριλαμβανομένων και των διοικητικών διατάξεων, που καταρτίζεται για να καθιερώσει ή να συμβάλει στην τελική καθιέρωση των προδιαγραφών αυτών ως τεχνικών κανόνων, και το οποίο βρίσκεται σε προπαρασκευαστικό στάδιο, κατά το οποίο μπορούν ακόμη να επέλθουν ουσιαστικές τροποποιήσεις·
7) "προϊόν", κάθε προϊόν βιομηχανικής κατασκευής και κάθε γεωργικό προϊόν.»
4 Τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας 83/189 επιβάλλουν στα κράτη μέλη, αφενός, να κοινοποιούν στην Επιτροπή τα σχέδια τεχνικών κανόνων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, εκτός αν πρόκειται απλώς για αυτούσια μεταφορά ενός διεθνούς ή ευρωπαϊκού προτύπου οπότε αρκεί μια απλή πληροφόρηση ως προς το συγκεκριμένο πρότυπο, και, αφετέρου, να αναβάλλουν για πολλούς μήνες την έγκριση των σχεδίων αυτών προκειμένου να παρασχεθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να εξακριβώσει αν τα σχέδια αυτά συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο ή να προτείνει την έκδοση οδηγίας για το θέμα αυτό.
5 Το άρθρο 10 της οδηγίας 83/189 ορίζει ότι «[τ]α άρθρα 8 και 9 δεν εφαρμόζονται όταν τα κράτη μέλη εκπληρούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από κοινοτικές οδηγίες και κανονισμούς».
6 Το άρθρο 3, της οδηγίας 75/442 ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για να προωθήσουν:
α) κατά πρώτον, την πρόληψη ή τη μείωση της παραγωγής και της βλαπτικότητας των αποβλήτων, ιδίως με:
[...]
β) εν συνεχεία:
- την αξιοποίηση των αποβλήτων με ανακύκλωση, επαναχρησιμοποίηση ή ανάκτηση ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που έχει στόχο την παραγωγή δευτερογενών πρώτων υλών
ή
- τη χρησιμοποίηση των αποβλήτων ως πηγή ενέργειας.
2. Εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών [...], τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που προβλέπουν να λάβουν για να επιτύχουν τους στόχους της παραγράφου 1. Η Επιτροπή ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη και την επιτροπή του άρθρου 18 σχετικά με τα μέτρα αυτά.»
7 Το άρθρο 8 της οδηγίας 75/442 προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου κάθε κάτοχος αποβλήτων:
- να τα παραδίδει σε ιδιωτικό ή δημόσιο φορέα συλλογής ή σε επιχείρηση που διεξάγει τις εργασίες που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ Α ή ΙΙ Β
ή
- να εξασφαλίζει ο ίδιος την αξιοποίηση ή τη διάθεσή τους σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.»
Η γαλλική κανονιστική ρύμιση
8 Τα άρθρα 4 έως 6 του διατάγματος 92-377, της 1ης Απριλίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή, για τα απόβλητα που προκύπτουν από την απόρριψη των συσκευασιών, του νόμου 75-633 της 15ης Ιουλίου 1975, όπως τροποποιήθηκε, περί της διαθέσεως των αποβλήτων και της ανακτήσεως των υλικών (JORF της 3ης Απριλίου 1992, σ. 5003), ορίζουν τα εξής:
«Άρθρο 4
Κάθε παραγωγός, κάθε εισαγωγέας [...] υποχρεούται να συμβάλλει ή να φροντίζει για τη διάθεση του συνόλου των απορριμμάτων του από συσκευασίες. ρος τούτο, προσδιορίζει την ταυτότητα των συσκευασιών την ανάληψη των οποίων αναθέτει σε οργανισμό ή επιχείρηση, που έχει εγκριθεί βάσει του άρθρου 6 κατωτέρω, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζουν βάσει του άρθρου 5 κατωτέρω. Ανακτά τις λοιπές συσκευασίες υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 κατωτέρω.
Άρθρο 5
Τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 4 ανωτέρω πρόσωπα που χρησιμοποιούν, για τη διάθεση των χρησιμοποιημένων συσκευασιών τους, τις υπηρεσίες εγκεκριμένου οργανισμού ή επιχειρήσεως συνάπτουν με αυτόν σύμβαση που καθορίζει, μεταξύ άλλων, τη φύση του προσδιορισμού της ταυτότητας των εν λόγω συσκευασιών, τον προβλεπόμενο όγκο των αποβλήτων που πρόκειται να αναλαμβάνονται ετησίως, καθώς και την εισφορά που οφείλεται σε αυτόν τον οργανισμό ή σε αυτή την επιχείρηση. Οι συμβάσεις αυτές είναι, επί των σημείων αυτών, σύμφωνες προς τις διατάξεις της συγγραφής υποχρεώσεων που προβλέπεται στο άρθρο 6 κατωτέρω.
Άρθρο 6
Κάθε οργανισμός ή επιχείρηση που έχει ως αντικείμενο την ανάληψη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 4 και 5, των χρησιμοποιημένων συσκευασιών των αντισυμβαλλομένων του υπόκειται σε έγκριση για έξι το πολύ έτη, με δυνατότητα ανανέωσης, βάσει κοινής αποφάσεως του Υπουργού εριβάλλοντος, του Υπουργού Οικονομικών, του Υπουργού Βιομηχανίας, του Υπουργού Γεωργίας και του Υπουργού Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Ο εν λόγω οργανισμός ή επιχείρηση πρέπει, προς στήριξη της αιτήσεως εγκρίσεως που υποβάλλει, να δικαιολογήσει τις τεχνικές και οικονομικές ικανότητές του να επιτελέσει τις απαιτούμενες ενέργειες για τη διάθεση των χρησιμοποιημένων συσκευασιών και να αναφέρει τις συνθήκες υπό τις οποίες προβλέπει να τηρήσει τις διατάξεις της συγγραφής υποχρεώσεων η οποία συνοδεύει την έγκριση αυτή. [...]
[...]
[Η εν λόγω συγγραφή υποχρεώσεων] αναφέρει τις τεχνικές προδιαγραφές τις οποίες πρέπει να πληρούν, για κάθε είδος υλικού, οι χρησιμοποιημένες συσκευασίες οσάκις ο εγκεκριμένος οργανισμός ή η επιχείρηση πρόκειται να συνάψει, για τη διάθεση των αποβλήτων αυτών, συμφωνίες με τους κατασκευαστές συσκευασιών ή υλικών συσκευασίας.
[...]»
9 Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ίδιου διατάγματος, τα πρόσωπα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 4 του διατάγματος αυτού μπορούν να επιλέγουν να φροντίζουν τα ίδια για τη διάθεση των αποβλήτων που προκύπτουν από την απόρριψη των συσκευασιών που χρησιμοποιούν. Στην περίπτωση αυτή, οφείλουν «είτε να δημιουργήσουν ένα σύστημα επιστροφής των συσκευασιών τους που να αναφέρεται εμφανώς στις συσκευασίες αυτές» (άρθρο 10, στοιχείο a), «είτε να οργανώσουν, για την απόθεση των συσκευασιών αυτών, θέσεις ειδικά προοριζόμενες προς τούτο, αφού λάβουν την έγκριση, με κοινή απόφαση του Υπουργού εριβάλλοντος, του Υπουργού Βιομηχανίας και του Υπουργού Γεωργίας, για τη διαδικασία ελέγχου του συστήματος διαθέσεως που θα τους επιτρέπει να υπολογίζουν το ποσοστό των διατεθειμένων συσκευασιών σε σχέση με τις συσκευασίες που επωλήθησαν στο εμπόριο» (άρθρο 10, στοιχείο b).
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
10 Η Eco-Emballages είναι μια εταιρία ιδιωτικού δικαίου συσταθείσα το 1992. Έχει ως κύριο αντικείμενο την οργάνωση συστημάτων για τη διάθεση των αποβλήτων και την ανάκτηση των υλικών, ειδικότερα δε την ανάληψη των συσκευασιών επιχειρήσεων οι οποίες υπόκεινται στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον νόμο 75-633, της 15ης Ιουλίου 1975, περί της διαθέσεως των αποβλήτων και της ανακτήσεως των υλικών (JORF της 16ης Ιουλίου 1975, σ. 7279), όπως τροποποιήθηκε (στο εξής: νόμος 75-633), και από τα εκτελεστικά του νόμου αυτού διατάγματα.
11 Η Eco-Emballages έλαβε, με διυπουργική απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1992, την έγκριση που προβλέπεται στο άρθρο 6 του διατάγματος 92-377 για να προβαίνει στην ανάληψη των αποβλήτων που προκύπτουν από την απόρριψη των χρησιμοποιημένων συσκευασιών από προϊόντα καταναλωθέντα ή χρησιμοποιηθέντα από τα νοικοκυριά, για τα οποία έχει συνάψει συμβάσεις με παραγωγούς ή εισαγωγείς.
12 Η Sapod είναι μια γαλλική επιχείρηση που εμπορεύεται πουλερικά σε πλαστική συσκευασία.
13 Στις 16 Σεπτεμβρίου 1993, η Sapod συνήψε με την Eco-Emballages σύμβαση προσχωρήσεως. Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, η Sapod δήλωσε ότι προσχωρεί, για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που της επιβάλλει το διάταγμα 92-377, στο σύστημα για τη διάθεση των αποβλήτων που δημιούργησε η Eco-Emballages.
14 Με τη συναφθείσα σύμβαση, η Eco-Emballages εκχώρησε στη Sapod το δικαίωμα μη αποκλειστικής χρησιμοποιήσεως του λογότυπου Point vert (πράσινο σημείο), το δε λογότυπο αυτό έπρεπε να επιτίθεται στις συσκευασίες των προϊόντων της Sapod σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται σε παράρτημα της συμβάσεως.
15 Η σύμβαση προέβλεπε την καταβολή μιας ετήσιας εισφοράς. Η Sapod κατέβαλε τις πρώτες εισφορές χωρίς δυσκολία. Εν συνεχεία σταμάτησε να καταβάλλει την προβλεπόμενη εισφορά και, δεδομένου ότι η σύμβαση ανανεώθηκε, όφειλε στις 30 Σεπτεμβρίου 1996 το ποσό των 60 791 γαλλικών φράγκων (FRF).
16 Η Eco-Emballages υπέβαλε κατά της Sapod αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του tribunal de commerce de Paris (Γαλλία) το οποίο, με διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 1997, υποχρέωσε τη Sapod να προκαταβάλει στην Eco-Emballages το προαναφερθέν στην προηγούμενη σκέψη ποσό νομιμοτόκως. Η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε με απόφαση του cour d'appel de Paris της 23ης Ιανουαρίου 1998.
17 Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η Sapod ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, αφενός, ότι το διάταγμα 92-377 συνιστούσε τεχνικό κανόνα, υπό την έννοια της οδηγίας 83/189, ο οποίος δεν είχε κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και δεν μπορούσε συνεπώς να αντιταχθεί στους τρίτους και, αφετέρου, ότι η υποχρέωση προσχωρήσεως σε εγκεκριμένο σύστημα όπως αυτό που δημιούργησε η Eco-Emballages συνιστούσε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος ασύμβατο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης.
18 Δεδομένου ότι η Sapod άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του cour d'appel de Paris, το Cour de cassation αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) ρέπει το άρθρο 1 της οδηγίας 83/189/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, ως είχε τόσο πριν όσο και μετά την οδηγία 94/10/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1994, που τροποποιεί σημαντικά για δεύτερη φορά την οδηγία 83/189/ΕΚ, να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι συνιστούν τεχνικό κανόνα οι διατάξεις του διατάγματος 92/377, της 1ης Απριλίου 1992, στον βαθμό ιδίως που οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν στον παραγωγό να μη χρησιμοποιεί το εγκεκριμένο σύστημα της εταιρίας Eco Emballages, αν αναλαμβάνει ο ίδιος τη διάθεση των απορριμμάτων που προκύπτουν από την απόρριψη των συσκευασιών που χρησιμοποιεί;
2) ρέπει το άρθρο 10 της οδηγίας 83/189/ΕΚ, ως είχε τόσο πριν όσο και μετά την τροποποιητική οδηγία 94/10/ΕΚ της 23 Μαρτίου 1994, και το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442/ΕΚ, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την τροποποιητική οδηγία 91/156/ΕΚ, της 18ης Μαρτίου 1991, να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι η Γαλλική Κυβέρνηση όφειλε να κοινοποιήσει στην Επιτροπή τις διατάξεις του διατάγματος της 1ης Απριλίου 1992 και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ότι την παράλειψη κοινοποιήσεως μπορεί να επικαλεστεί ιδιώτης για να κριθεί ότι οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να του αντιταχθούν;
3) ρέπει το άρθρο 28 (παλαιό άρθρο 30) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι απαγορεύει ρύθμιση όπως εκείνη την οποία προβλέπει το διάταγμα της 1ης Απριλίου 1992 και η οποία υποχρεώνει τον εισαγωγέα προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών και προοριζομένων για την κατανάλωση από τα νοικοκυριά να χρησιμοποιεί συσκευασίες πληρούσες ορισμένες τεχνικές προδιαγραφές και να επιθέτει στις συσκευασίες αυτές ένα λογότυπο από το οποίο να βεβαιώνεται η προσχώρηση σε εγκεκριμένο σύστημα ανάκτησης των απορριμμάτων συσκευασίας, στον βαθμό που η ρύθμιση αυτή, η οποία εφαρμόζεται αδιακρίτως, δεν είναι αναλογική προς την επιτακτική απαίτηση που αφορά την προστασία του περιβάλλοντος;»
ροκαταρκτικές παρατηρήσεις
19 Εκ προοιμίου, πρέπει να τονιστεί, πρώτον, ότι, με το πρώτο και δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία της οδηγίας 83/189 ως αυτή ίσχυε τόσο πριν όσο και μετά τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 94/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1994, που τροποποιεί σημαντικά για δεύτερη φορά την οδηγία 83/189 (ΕΕ L 100, σ. 30).
20 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, αφενός, ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι σχετικές διατάξεις του διατάγματος 92-377 συνιστούν τεχνικούς κανόνες, η κοινοποίησή τους έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί υπό τη μορφή σχεδίου βάσει της οδηγίας 83/189, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182, και, αφετέρου, ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε η οδηγία 94/10 στις κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις είναι ουσιαστικής φύσεως και δεν περιορίζονται συνεπώς στη διευκρίνιση των εννοιών που περιλαμβάνονται στην οδηγία 83/189 (βλ., μεταξύ άλλων, στο πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 3ης Ιουνίου 1999, C-33/97, Colim, Συλλογή 1999, σ. Ι-3175, σκέψεις 25 και 26, και της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-314/98, Snellers, Συλλογή 2000, σ. Ι-8633, σκέψεις 31 έως 33).
21 Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως τονίζει και ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 30 και 31 των προτάσεών του, τα εν λόγω ερωτήματα πρέπει να εξεταστούν με γνώμονα την οδηγία 83/189, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182, χωρίς όμως να ληφθεί υπόψη η οδηγία 94/10.
22 Δεύτερον, όσον αφορά το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, οι διατάξεις του διατάγματος 92-377, στις οποίες το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν έχει εφαρμογή η οδηγία 83/189, είναι το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο - καθόσον επιβάλλει στον παραγωγό την υποχρέωση να προσδιορίζει την ταυτότητα των συσκευασιών την ανάληψη των οποίων αναθέτει σε εγκεκριμένο οργανισμό ή επιχείρηση για τη διάθεσή τους - και το άρθρο 6, τέταρτο εδάφιο - καθόσον επιβάλλει στον εν λόγω εγκεκριμένο οργανισμό ή στην εν λόγω εγκεκριμένη επιχείρηση την υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι οι χρησιμοποιημένες συσκευασίες πληρούν τεχνικές προδιαγραφές.
Επί του πρώτου ερωτήματος
23 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν οι εθνικές διατάξεις, όπως είναι τα άρθρα 4, δεύτερο εδάφιο, και 6, τέταρτο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, συνιστούν τεχνικό κανόνα υπό την έννοια της οδηγίας 83/189, στον βαθμό ιδίως που οι διατάξεις αυτές επιτρέπουν στους παραγωγούς να μην καταφεύγουν σε εγκεκριμένο σύστημα διαθέσεως των χρησιμοποιημένων συσκευασιών τους, όπως αυτό που δημιούργησε η Eco-Emballages, αν πραγματοποιούν οι ίδιοι τη διάθεση των αποβλήτων που προκύπτουν από την απόρριψη των συσκευασιών που χρησιμοποιούν.
24 Όσον αφορά το ειδικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο αν το γεγονός ότι οι παραγωγοί δεν οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις που περιέχουν τέτοιες εθνικές διατάξεις, αν αποφασίζουν να πραγματοποιούν οι ίδιοι τη διάθεση των αποβλήτων τους, μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω τον υποχρεωτικό χαρακτήρα, υπό την έννοια του άρθρου 1, σημείο 5, της οδηγίας 83/189, των εν λόγω διατάξεων, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
25 Συγκεκριμένα, όπως τόνισε η Επιτροπή, η μόνη επιλογή που παρέχεται στους παραγωγούς από το διάταγμα 92-377, ιδίως από το άρθρο του 4, πρώτο εδάφιο, είναι να αναθέτουν την ανάληψη των αποβλήτων τους από συσκευασίες, για τη διάθεσή τους, σε εγκεκριμένους οργανισμούς ή επιχειρήσεις ή να πραγματοποιούν οι ίδιοι τη διάθεση αυτή. Ωστόσο, αν ο παραγωγός επιλέξει, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, το καθεστώς της αναλήψεως από εγκεκριμένο οργανισμό ή επίχειρηση, μια σειρά διατάξεων, μεταξύ των οποίων τα άρθρα 4, δεύτερο εδάφιο, και 6, τέταρτο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, καθίστανται υποχρεωτικώς εφαρμοστέες. Επομένως, οι διατάξεις αυτές έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 1, σημείο 5, της οδηγίας 83/189.
26 ρέπει να εξεταστεί εν συνεχεία αν εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στο πλαίσιο της κύριας δίκης μπορούν να χαρακτηριστούν τεχνικές προδιαγραφές υπό την έννοια του άρθρου 1, σημείο 1, της οδηγίας 83/189.
27 Όσον αφορά, αφενός, το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, η Sapod ισχυρίζεται ότι η διάταξη αυτή πρέπει να χαρακτηριστεί τεχνική προδιαγραφή, καθόσον περιέχει υποχρέωση επιθέσεως συμβόλων στη συσκευασία των προϊόντων. Η Eco-Emballages υποστηρίζει αντιθέτως ότι η εν λόγω διάταξη δεν συνιστά τεχνική προδιαγραφή, καθόσον δεν επιβάλλει υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως. Η Επιτροπή συμφωνεί με το συμπέρασμα αυτό και τονίζει, συναφώς, ότι δεν προκύπτει ότι το διάταγμα 92-377 επιβάλλει ειδικό σύμβολο, ειδικό μαρκάρισμα ή ειδική επισήμανση. Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι η επίμαχη διάταξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί τεχνική προδιαγραφή, καθόσον αποτελεί τμήμα ενός συνόλου ειδικών διατάξεων που αφορούν μια παροχή υπηρεσιών και όχι ένα προϊόν, αυτό καθεαυτό.
28 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, ενόψει του γράμματός του και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, καθώς και των στοιχείων του φακέλου που παρασχέθηκαν στο Δικαστήριο, δεν φαίνεται να επιβάλλει από μόνο του, για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των συσκευασιών που προβλέπει, την επίθεση σημείου επί του προϊόντος ή επί της συσκευασίας του.
29 Η ανάλυση αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται από το άρθρο 5 του διατάγματος 92-377, στον βαθμό που η διάταξη αυτή προβλέπει ότι η φύση του προσδιορισμού της ταυτότητας διευκρινίζεται με τις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ των εγκεκριμένων οργανισμών ή επιχειρήσεων και των παραγωγών. Από τον φάκελο, ιδίως δε από τις απαντήσεις σε γραπτή ερώτηση που υπέβαλε το Δικαστήριο, προκύπτει συγκεκριμένα ότι μόνο με τις συμβάσεις αυτές, όπως αυτή που συνήφθη μεταξύ της Sapod και της Eco-Emballages, η γενική υποχρέωση προσδιορισμού της ταυτότητας, την οποία επιβάλλει το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, συγκεκριμενοποιήθηκε σε ιδιαίτερη υποχρέωση μαρκαρίσματος, μέσω της επιθέσεως του λογοτύπου Point vert, καθόσον η συγγραφή υποχρεώσεων βάσει της οποίας έλαβε έγκριση η Eco-Emballages δεν ανέφερε τίποτα επί του σημείου αυτού.
30 Έτσι, η υποχρέωση προσδιορισμού της ταυτότητας των συσκευασιών που προβλέπει το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, στον βαθμό που δεν φαίνεται να συνεπάγεται υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως των συσκευασιών αυτών, δεν φαίνεται να αναφέρεται στο προϊόν ή στη συσκευασία του αυτά καθεαυτά. Αν ερμηνευθεί έτσι, η διάταξη αυτή δεν καθορίζει συνεπώς τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος υπό την έννοια του άρθρου 1, σημείο 1, της οδηγίας 83/189 και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί τεχνική προδιαγραφή (βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001, C-278/99, Van der Burg, Συλλογή 2001, σ. Ι-2015, σκέψη 20).
31 Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι, στο πλαίσιο της κατανομής των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στο άρθρο 234 ΕΚ, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο, εν προκειμένω, το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377.
32 ρέπει συνεπώς να εξεταστεί επίσης η περίπτωση κατά την οποία, ενόψει του συνόλου των πραγματικών και νομικών στοιχείων των οποίων έχει λάβει γνώση, το αιτούν δικαστήριο θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377 έχει την έννοια ότι επιβάλλει στους παραγωγούς υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως, μολονότι δεν διευκρινίζει το σημείο το οποίο πρέπει να επιτεθεί.
33 Στην περίπτωση αυτή, θα επιβαλλόταν η διαπίστωση ότι πρόκειται πράγματι για τεχνική προδιαγραφή υπό την έννοια της οδηγίας 83/189 και συνεπώς, δεδομένου ότι η υποχρέωση επιβάλλεται με διάταγμα για την εμπορία προϊόντων σε συσκευασίες σε όλο το εθνικό έδαφος, για τεχνικό κανόνα.
34 Συγκεκριμένα, μολονότι οι λεπτομέρειες του μαρκαρίσματος ή της επισημάνσεως δεν έχουν διευκρινιστεί, το μαρκάρισμα ή η επισήμανση θα ήσαν, καθεαυτά, στην περίπτωση αυτή υποχρεωτικά, τούτο δε και για τα εισαγόμενα προϊόντα (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997, C-13/96, Bic Benelux, Συλλογή 1997, σ. Ι-1753, σκέψη 23). Επιπλέον, δεδομένου του σκοπού της οδηγίας 83/189, ήτοι της προστασίας της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μέσω προληπτικού ελέγχου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C-194/94, CIA Security International, Συλλογή 1996, σ. Ι-2201, σκέψεις 40 και 48), ένας τέτοιος έλεγχος σύμφωνα με την προβλεπόμενη από την εν λόγω οδηγία διαδικασία θα ήταν ενδεδειγμένος και δυνατός.
35 Αφετέρου, όσον αφορά το ερώτημα αν το άρθρο 6, τέταρτο εδάφιο, του διατάγματος 92-377 μπορεί να χαρακτηριστεί τεχνική προδιαγραφή υπό την έννοια του άρθρου 1, σημείο 1, της οδηγίας 83/189, διαπιστώνεται, όπως διαπίστωσε και ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 56 και 57 των προτάσεών του, ότι από το γράμμα της διατάξεως αυτής, καθώς και από τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, ιδίως δε από τις απαντήσεις σε γραπτή ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο, προκύπτει ότι η διάταξη αυτή, αφενός, επιβάλλει υποχρέωση στους οργανισμούς ή στις επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν τη συλλογή των απορριμμάτων συσκευασίας και, αφετέρου, ότι η διάταξη αυτή αφορά τις ελάχιστες τεχνικές προδιαγραφές στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται τα απορρίμματα συσκευασίας για να μπορούν να γίνονται δεκτά στα δίκτυα επεξεργασίας.
36 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο φάκελος που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν περιέχει ενδείξεις ότι το άρθρο 6, τέταρτο εδάφιο, του διατάγματος 92-377 θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενο για τους παραγωγούς και τους εισαγωγείς των οποίων τα προϊόντα διατίθενται στο εμπόριο εντός συσκευασίας την υποχρέωση να φροντίζουν ώστε οι συσκευασίες αυτές να ανταποκρίνονται σε ορισμένες τεχνικές προδιαγραφές.
37 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ανωτέρω διάταξη δεν αποτελεί έναν από τους κανόνες οι οποίοι, σε μια διαφορά όπως αυτή της κύριας δίκης, μπορούν να εφαρμοστούν στους παραγωγούς των οποίων τα προϊόντα διατίθενται στο εμπόριο εντός συσκευασίας (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Ιουνίου 1998, C-226/97, Lemmens, Συλλογή 1998, σ. Ι-3711, σκέψη 34).
38 Κατά συνέπεια, παρέλκει η εξέταση του αν το άρθρο 6, τέταρτο εδάφιο, του διατάγματος 92-377 μπορεί, σε μια διαφορά όπως αυτή της κύριας δίκης, να χαρακτηριστεί τεχνική προδιαγραφή υπό την έννοια της οδηγίας 83/189.
39 Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, μπορεί να αποτελεί τεχνικό κανόνα υπό την έννοια της οδηγίας 83/189 μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δικαστήριο θα αποφασίσει ότι πρέπει να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενη υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
40 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία τόσο της οδηγίας 83/189 όσο και της οδηγίας 75/442. ρέπει να εξεταστούν διαδοχικά οι δύο αυτές οδηγίες.
Σχετικά με την οδηγία 83/183
41 Εκ προοιμίου, πρέπει να τονιστεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, το δεύτερο ερώτημα, καθόσον έχει σχέση με την οδηγία 83/189, αφορά μόνο την περίπτωση κατά την οποία το αιτούν δικαστήριο θα ερμήνευε το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377 υπό την έννοια ότι συνεπάγεται υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως, οπότε, όπως τονίστηκε στη σκέψη 33 της παρούσας αποφάσεως, η εν λόγω διάταξη θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως τεχνικός κανόνας υπό την έννοια της οδηγίας 83/189.
Επί της απαλλαγής από την κοινοποίηση των τεχνικών κανόνων στην Επιτροπή
42 ρώτον, στην περίπτωση κατά την οποία μια εθνική διάταξη όπως το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377 θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως τεχνικός κανόνας υπό την έννοια της οδηγίας 83/189, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν, βάσει του άρθρου 10 της ίδιας οδηγίας, μια τέτοια διάταξη εξαιρείται παρ' όλ' αυτά από την κοινοποίηση στην Επιτροπή, που προβλέπεται στο άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας, για τον λόγο ότι το οικείο κράτος μέλος, θεσπίζοντας τη διάταξη αυτή, εκπλήρωσε μια υποχρέωση απορρέουσα από κοινοτικές οδηγίες ή κανονισμούς, ιδίως δε από την οδηγία 75/442.
43 Κατά την Eco-Emballages, τη Γαλλική Κυβέρνηση και την Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, το διάταγμα 92-377 εκδόθηκε για να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο ή για να εφαρμοστεί η οδηγία 75/442, ή ακόμη για να εκπληρωθούν οι σκοποί της οδηγίας αυτής, και συνεπώς τυγχάνει της εξαιρέσεως από την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 10 της οδηγίας 83/189.
44 Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Όπως τόνισε η Επιτροπή, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση εφόσον, μολονότι το διάταγμα 92-377 αναφέρει στο προοίμιό του την οδηγία 75/442, η οδηγία αυτή ορίζει απλώς ένα γενικό πλαίσιο, αφήνοντας σημαντικό περιθώριο χειρισμών στα κράτη μέλη (βλ., μεταξύ άλλων, στο πνεύμα αυτό, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, C-443/98, Unilever, Συλλογή 2000 σ. Ι-7535, σκέψη 29). Επιβάλλεται συγκεκριμένα η διαπίστωση ότι η οδηγία αυτή δεν περιέχει διατάξεις επιβάλλουσες ειδικές υποχρεώσεις στα κράτη μέλη, των οποίων μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο θα αποτελούσε το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377.
45 ρέπει να προστεθεί ότι, δεδομένου ότι, κατά τον χρόνο της εκδόσεως του διατάγματος 92-377, δεν είχε ακόμη εκδοθεί η οδηγία 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (ΕΕ L 365, σ. 10), η οδηγία αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση της εν προκειμένω δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 10 της οδηγίας 83/189.
46 Επομένως, στο πρώτο τμήμα του δευτέρου ερωτήματος, καθόσον αφορά την οδηγία 83/189, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10 της οδηγίας αυτής έχει την έννοια ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι μια εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, πρέπει να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενη υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως, η διάταξη αυτή δεν εξαιρείται από την κοινοποίηση την οποία επιβάλλει το άρθρο 8 της οδηγίας 83/189.
Επί της δυνατότητας να αντιταχθούν οι μη κοινοποιηθέντες στην Επιτροπή τεχνικοί κανόνες
47 Δεύτερον, στην περίπτωση κατά την οποία μια εθνική διάταξη όπως το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377 θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως τεχνικός κανόνας ο οποίος, σε αντίθέση προς τα επιβαλλόμενα από την οδηγία 83/189, δεν κοινοποιήθηκε και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, στην περίπτωση αυτή, η διάταξη αυτή δεν θα εξαιρούνταν από την κοινοποίηση βάσει του άρθρου 10 της ίδιας οδηγίας, όπως τονίστηκε στη σκέψη 46 της παρούσας αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν την έλλειψη της προβλεπομένης στην εν λόγω οδηγία κοινοποιήσεως μπορεί να επικαλεστεί ένας ιδιώτης στο πλαίσιο διαφοράς, όπως αυτή της κύριας δίκης, προκειμένου να κριθεί ότι η διάταξη αυτή δεν μπορεί να του αντιταχθεί.
48 Κατά τη Sapod, από την προπαρατεθείσα απόφαση CIA Security International, μεταξύ άλλων, προκύπτει ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αρνείται την εφαρμογή ενός τεχνικού κανόνα ο οποίος δεν κοινοποιήθηκε σύμφωνα με την οδηγία 83/189. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το ερώτημα αυτό είναι άνευ αντικειμένου, εφόσον στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τεχνικός κανόνας.
49 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί, πρώτον, ότι, κατά πάγια νομολογία, η οδηγία 83/189 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως που προβλέπεται στο άρθρο της 8 συνιστά ουσιώδη διαδικαστική πλημμέλεια ικανή να συνεπάγεται τη μη δυνατότητα εφαρμογής των οικείων τεχνικών κανόνων, οπότε οι κανόνες αυτοί δεν μπορούν να αντιτάσσονται στους ιδιώτες (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσες αποφάσεις CIA Security International, σκέψεις 48 και 54, και Lemmens, σκέψη 33).
50 Δεύτερον, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, της μη δυνατότητας εφαρμογής ενός τεχνικού κανόνα ο οποίος δεν κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 83/189 μπορεί να γίνει επίκληση σε διαφορά μεταξύ ιδιωτών σχετικά, ιδίως, με συμβατικής φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Unilever, σκέψη 49).
51 Επομένως, στην περίπτωση κατά την οποία το αιτούν δικαστήριο θα ερμήνευε το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377 υπό την έννοια ότι συναπάγεται υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως και, συνεπώς, ότι συνιστά τεχνικό κανόνα υπό την έννοια της οδηγίας 83/189, θα εναπέκειτο στο δικαστήριο αυτό να αρνηθεί την εφαρμογή της διατάξεως αυτής στη διαφορά της κύριας δίκης.
52 ρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι το ζήτημα των συμπερασμάτων που πρέπει να συναχθούν στην υπόθεση της κύριας δίκης από τη μη δυνατότητα εφαρμογής από το άρθρου 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, όσον αφορά το εύρος της κυρώσεως που προβλέπει προς τούτο το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, όπως είναι η ακυρότητα ή η μη δυνατότητα αντιτάξεως της συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ της Sapod και της Eco-Emballages, διέπεται από το εθνικό δίκαιο, ιδίως όσον αφορά τους κανόνες και τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων που περιορίζουν ή τροποποιούν μια τέτοια κύρωση προκειμένου το εύρος της να καταστεί αναλογικό προς τις ιδιομορφίες της διαπιστωθείσας πλημμέλειας. Ωστόσο, οι εν λόγω κανόνες και αρχές δεν μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες αξιώσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν μπορούν να διαμορφωθούν κατά τρόπο ώστε να καθίσταται πρακτικώς αδύνατη η άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας) (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe, Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5, και της 22ας Φεβρουαρίου 2001, C-52/99 και C-53/99, Camarotto και Vignone, Συλλογή 2001, σ. Ι-1395, σκέψη 21).
53 Επομένως, στο δεύτερο τμήμα του δευτέρου ερωτήματος, καθόσον αφορά την οδηγία 83/189, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ένας ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί την έλλειψη κοινοποιήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας, μιας εθνικής διατάξεως όπως το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, στην περίπτωση κατά την οποία η τελευταία αυτή διάταξη θα έπρεπε να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενη υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως. Στην περίπτωση αυτή, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αρνηθεί την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, διευκρινιζομένου ότι το ζήτημα των συμπερασμάτων τα οποία πρέπει να συναχθούν από τη μη δυνατότητα εφαρμογής της εν λόγω εθνικής διατάξεως όσον αφορά το εύρος της κυρώσεως που προβλέπει το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, όπως είναι η ακυρότητα ή η μη δυνατότητα αντιτάξεως μιας συμβάσεως, διέπεται από το εθνικό δίκαιο. Το συμπέρασμα αυτό εξαρτάται ωστόσο από την προϋπόθεση ότι οι εφαρμοστέοι κανόνες του εθνικού δικαίου δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που εφαρμόζονται σε παρόμοιες αξιώσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο και δεν έχουν διαμορφωθεί κατά τρόπο ώστε να καθίσταται πρακτικώς αδύνατη η άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η κοινοτική έννομη τάξη.
Σχετικά με την οδηγία 75/442
Επί της υποχρεώσεως ενημερώσεως της Επιτροπής σχετικά με σχεδιαζόμενα μέτρα
54 ρώτον, στην περίπτωση κατά την οποία η οδηγία 83/189 δεν θα είχε εφαρμογή στις επίμαχες στο πλαίσιο της κύριας δίκης εθνικές διατάξεις, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το οικείο κράτος μέλος πρέπει να ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τη θέσπιση των διατάξεων αυτών βάσει του άρθρου του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442.
55 Η Sapod και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι οι γαλλικές αρχές ήσαν υποχρεωμένες να ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με το σχέδιο αυτών των εθνικών διατάξεων.
56 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τόσο από τη φύση των κανόνων που θεσπίζει το διάταγμα 92-377 όσο και από το προοίμιό του προκύπτει σαφώς ότι οι γαλλικές αρχές έπρεπε να ενημερώσουν την Επιτροπή σχετικά με το σχέδιο των επίμαχων εθνικών διατάξεων, στην περίπτωση κατά την οποία η οδηγία 83/189 δεν θα είχε εφαρμογή.
57 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο τμήμα του δευτέρου ερωτήματος, καθόσον αφορά την οδηγία 75/442, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η οδηγία 83/189 δεν θα είχε εφαρμογή στις διατάξεις του διατάγματος 92-377, το οικείο κράτος μέλος θα έπρεπε, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442, να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με το σχέδιο αυτών των εθνικών διατάξεων.
Επί της δυνατότητας αντιτάξεως των μέτρων που ελήφθησαν χωρίς να έχει ενημερωθεί η Επιτροπή
58 Δεύτερον, σε περίπτωση που, κατά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442, ένα κράτος μέλος δεν ενημέρωσε την Επιτροπή ότι σχεδίαζε να θεσπίσει εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στο πλαίσιο της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν την εν λόγω έλλειψη ενημερώσεως μπορεί να επικαλεστεί ένας ιδιώτης προκειμένου να κριθεί ότι οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να του αντιταχθούν.
59 Κατά τη Sapod, την Eco-Emballages, την Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών και την Επιτροπή, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση κατ' εφαρμογήν της νομολογίας του Δικαστηρίου, ιδίως της αποφάσεως της 13ης Ιουλίου 1989, 380/87, Enichem Base κ.λπ. (Συλλογή 1989, σ. 2491).
60 Συναφώς, επιβάλλειται η διαπίστωση ότι, στις σκέψεις 20 έως 23 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Enichem Base κ.λπ., μεταξύ άλλων, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ούτε από το γράμμα ούτε από τον σκοπό του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442, ως ίσχυε αρχικώς, μπορεί να συναχθεί ότι η αθέτηση της προηγουμένης κοινοποιήσεως που βαρύνει τα κράτη μέλη βάσει της διατάξεως αυτής καθιστά, από μόνη της, παράνομες τις εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται με αυτόν τον τρόπο, στον βαθμό που η εν λόγω διάταξη απλώς επιβάλλει στα κράτη μέλη μια υποχρέωση κοινοποιήσεως των σχεδίων κανονιστικής ρυθμίσεως τα οποία αφορά χωρίς να καθιερώνει διαδικασία κοινοτικού ελέγχου των σχεδίων αυτών και χωρίς να εξαρτά τη θέση σε ισχύ των σχεδιαζομένων ρυθμίσεως από το αν συμφωνεί ή δεν αντιτίθεται σ' αυτές η Επιτροπή (βλ., επίσης, προπαρατεθείσα απόφαση CIA Security International, σκέψη 49).
61 Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Δικαστήριο κατέληξε, στη σκέψη 24 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Enichem Base κ.λπ., ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442, ως ίσχυε αρχικώς, έχει την έννοια ότι δεν παρέχει στους ιδιώτες δικαίωμα το οποίο θα μπορούσαν αυτοί να προβάλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για να επιτύχουν την ακύρωση ή την μη εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής, για τον λόγο ότι η ρύθμιση αυτή θεσπίστηκε χωρίς να έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως στην Επιτροπή.
62 Ναι μεν είναι αληθές ότι, από της εκδόσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Enichem Base κ.λπ., το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442 τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156 και ότι πλέον, βάσει της διατάξεως αυτής, μετά την κοινοποίηση στην Επιτροπή των μέτρων που το κράτος μέλος σχεδιάζει να λάβει, η Επιτροπή πληροφορεί σχετικώς τα λοιπά κράτη μέλη και την επιτροπή του άρθρου 18 της οδηγίας 75/442, πλην όμως επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εν λόγω τροποποίηση ουδόλως επηρεάζει την ουσία της συλλογιστικής την οποία ακολούθησε η δικαστική αυτή απόφαση, της οποίας υπενθύμιση έγινε στη σκέψη 60 της παρούσας αποφάσεως, ούτε, συνεπώς, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Enichem Base κ.λπ., τα οποία επαναλήφθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.
63 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δεύτερο τμήμα του δευτέρου ερωτήματος, καθόσον αφορά την οδηγία 75/442, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής έχει την έννοια ότι δεν παρέχει στους ιδιώτες κανένα δικαίωμα το οποίο θα μπορούσαν αυτοί να προβάλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για να επιτύχουν την ακύρωση ή τη μη εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής, για τον λόγο ότι η ρύθμιση αυτή θεσπίστηκε χωρίς να έχει προηγουμένως κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.
Επί του τρίτου ερωτήματος
64 Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 30 της Συνθήκης αντίκειται σε εθνικές διατάξεις όπως το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 6, τέταρτο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, στον βαθμό που οι διατάξεις αυτές, αδιακρίτως εφαρμοζόμενες, δεν είναι αναλογικές προς την επιτακτική απαίτηση που αφορά την προστασία του περιβάλλοντος.
65 Κατά τη Sapod, το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377 πρέπει να χαρακτηριστεί ως εμπόδιο απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης. Συναφώς, η Sapod ισχυρίζεται, κατ' ουσίαν, ότι η Eco-Emballages τυγχάνει ενός απολύτου μονοπωλίου στον τομέα της διαθέσεως των πλαστικών συσκευασιών, ότι ένα αλλοδαπός παραγωγός που επιθυμεί να πωλήσει στη Γαλλία τα προϊόντα του τα οποία διαθέτει στο εμπόριο σε συσκευασία είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει ή να αγοράσει συσκευασίες τύπου εγκεκριμένου από την Eco-Emballages και περιέχουσες το διακριτικό σημείο της εταιρίας αυτής, ήτοι το λογότυπο Point vert, πράγμα το οποίο συνεπάγεται γι' αυτόν σημαντικά πρόσθετα έξοδα και καθιστά δυσχερή την εισαγωγή των προϊόντων του στη Γαλλία, και, τέλος, ότι το σύστημα αυτό δεν είναι ούτε εύκαμπτο ούτε αποτελεσματικό.
66 Η Eco-Emballages, καθώς και η Γερμανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, στηριζόμενες, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral, αποκαλούμενη Cassis de Dijon (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321), της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 302/86, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1988, σ. 4607), και της 14ης Ιουλίου 1998, C-389/96, Aher-Waggon (Συλλογή 1998, σ. Ι-4473), υποστηρίζουν ότι, ναι μεν η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης εθνική κανονιστική ρύθμιση εμπίπτει στο άρθρο 30 της Συνθήκης, πλην όμως δικαιολογείται βάσει των επιτακτικών απαιτήσεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος.
67 Η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή φρονούν ότι η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση δεν εμπίπτει στο άρθρο 30 της Συνθήκης.
68 Συναφώς, επιβάλλεται εκ προοιμίου η διαπίστωση, αφενός, ότι, λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων που δόθηκαν στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα, δεν είναι αναγκαίο να δοθεί απάντηση στο τρίτο ερώτημα, καθόσον αφορά το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο θα ερμήνευε τη διάταξη αυτή ως συνεπαγόμενη μια υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, η εν λόγω διάταξη δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στους ιδιώτες, όπως τούτο διαπιστώθηκε στις σκέψεις 49 έως 51 της παρούσας αποφάσεως.
69 Αφετέρου, ναι μεν, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της προβλεπομένης από το άρθρο 234 ΕΚ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο, πλην όμως το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από το εθνικό δικαστήριο, προκειμένου να ελέγχει κατά πόσον είναι αρμόδιο να απαντήσει. Άρνηση απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατόν να προβληθεί μόνον όταν είναι πρόδηλον ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2000, C-36/99, Idéal tourisme, Συλλογή 2000, σ. Ι-6049, σκέψη 20· της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra, Συλλογή 2001, σ. Ι-2099, σκέψη 39· της 17ης Μα_ου 2001, C-340/99, TNT Traco, Συλλογή 2001, σ. Ι-4109, σκέψη 31, και της 6ης Δεκεμβρίου 2001, C-472/99, Clean Car Autoservice, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 14).
70 Όπως τονίστηκε ήδη στη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως, από κανένα στοιχείο του φακέλου που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν μπορεί να συναχθεί ότι το άρθρο 6, τέταρτο εδάφιο, του διατάγματος 92-377 συνεπάγεται υποχρέωση των παραγωγών προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο σε συσκευασία και προορίζονται για την κατανάλωση από τα νοικοκυριά ή των εισαγωγέων τέτοιων προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών να χρησιμοποιούν συσκευασίες πληρούσες ορισμένες τεχνικές προδιαγραφές. Στον βαθμό που το τρίτο ερώτημα αφορά το συμβατό μιας τέτοιας υποχρεώσεως προς το άρθρο 30 της Συνθήκης επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα αναγκαία πραγματικά και νομικά στοιχεία για να δώσει χρήσιμη απάντηση στο ερώτημα αυτό, καθόσον αυτό αφορά το άρθρο 6, τέταρτο εδάφιο, του διατάγματος 92-377.
71 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί απάντηση μόνον καθόσον αφορά το αν το άρθρο 30 της Συνθήκης αντίκειται σε εθνική διάταξη όπως το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377 και μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η διάταξη αυτή θα έπρεπε να ερμηνευθεί ως μη συνεπαγόμενη υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως, αλλά ως επιβάλλουσα απλώς μια γενική υποχρέωση προσδιορισμού της ταυτότητας των συσκευασιών τις οποίες αναλαμβάνει μια εγκεκριμένη επιχείρηση για τη διάθεσή τους.
72 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι μια τέτοια ερμηνεία της εν λόγω εθνικής διατάξεως πρέπει να γίνει δεκτή, η υποχρέωση την οποία συνεπάγεται δεν αφορά, αυτή καθεαυτή, το προϊόν ή τη συσκευασία του και, συνεπώς, δεν αφορά κανόνα σχετικά με τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν τα εμπορεύματα, όπως είναι εκείνες που σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με την επισήμανσή τους ή με τη συσκευασία τους (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 5ης Απριλίου 2001, C-123/00, Bellamy και English Shop Wholesale, Συλλογή 2001, σ. Ι-2795, σκέψη 18).
73 Αντιθέτως, σε μια τέτοια περίπτωση, η γενική υποχρέωση προσδιορισμού της ταυτότητας των συσκευασιών υπό την έννοια της εν λόγω εθνικής διατάξεως μπορεί να χαρακτηριστεί ως μορφή πωλήσεως. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχει καθορίσει συναφώς η νομολογία του Δικαστηρίου για να αποκλειστεί μια τέτοια υποχρέωση από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης, ήτοι ότι η επίμαχη διάταξη εφαρμόζεται σε όλους τους οικείους επιχειρηματίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εθνικό έδαφος και ότι επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο, και νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία των εγχωρίων προϊόντων και των προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-267/91 και C-268/91, Keck και Mithouard, Συλλογή 1993, σ. Ι-6097, σκέψη 16, και της 13ης Ιανουαρίου 2000, C-254/98, TK-Heimdienst, Συλλογή 2001, σ. Ι-151, σκέψη 23).
74 Επιβάλλεται, τέλος, η διαπίστωση ότι, ναι μεν η φύση της γενικής υποχρεώσεως προσδιορισμού της ταυτότητας των συσκευασιών που προβλέπεται στο άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377 συγκεκριμενοποιήθηκε με μια υποχρέωση μαρκαρίσματος βαρύνουσα τη Sapod, η οποία συνίσταται στην επίθεση του λογοτύπου Point vert, πλην όμως η τελευταία αυτή υποχρέωση απορρέει από μια ιδιωτική σύμβαση συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης. Μια τέτοια συμβατική διάταξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εμπόδιο υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, καθόσον δεν θεσπίστηκε από κράτος μέλος αλλά συνομολογήθηκε μεταξύ ιδιωτών (βλ., μεταξύ άλλων, στο πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville, Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5, και Colim, προπαρατεθείσα, σκέψη 36).
75 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια εθνική διάταξη, όπως το το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, στην περίπτωση κατά την οποία το αιτούν δικαστήριο θα την ερμήνευε ως μη συνεπαγόμενη υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως, αλλά ως επιβάλλουσα απλώς μια γενική υποχρέωση προσδιορισμού της ταυτότητας των συσκευασιών που αναλαμβάνει μια εγκεκριμένη επιχείρηση για τη διάθεσή τους, μπορεί να χαρακτηριστεί μορφή πωλήσεως. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχει καθορίσει συναφώς η νομολογία του Δικαστηρίου για να αποκλειστεί μια τέτοια υποχρέωση από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης, ήτοι ότι η επίμαχη διάταξη εφαρμόζεται σε όλους τους οικείους επιχειρηματίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εθνικό έδαφος και ότι επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο, και νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία των εγχωρίων προϊόντων και των προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
76 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική και η Γερμανική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών και η Επιτροπή που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 18ης Απριλίου 2000 το Cour de cassation, αποφαίνεται:
1) Μια εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, της 1ης Απριλίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή, για τα απόβλητα που προκύπτουν από την απόρριψη των συσκευασιών, του νόμου 75-633 της 15ης Ιουλίου 1975, όπως τροποποιήθηκε, περί της διαθέσεως των αποβλήτων και της ανακτήσεως των υλικών, μπορεί να αποτελεί τεχνικό κανόνα υπό την έννοια της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ας Μαρτίου 1988, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δικαστήριο θα αποφασίσει ότι πρέπει να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενη υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως.
2) Το άρθρο 10 της οδηγίας 83/189, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182, έχει την έννοια ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι μια εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, πρέπει να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενη υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως, η διάταξη αυτή δεν εξαιρείται από την κοινοποίηση την οποία επιβάλλει το άρθρο 8 της οδηγίας 83/189.
3) Ένας ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί την έλλειψη κοινοποιήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 83/189, μιας εθνικής διατάξεως όπως το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, στην περίπτωση κατά την οποία η τελευταία αυτή διάταξη θα έπρεπε να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενη υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως. Στην περίπτωση αυτή, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αρνηθεί την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, διευκρινιζομένου ότι το ζήτημα των συμπερασμάτων τα οποία πρέπει να συναχθούν από τη μη δυνατότητα εφαρμογής της εν λόγω εθνικής διατάξεως όσον αφορά το εύρος της κυρώσεως που προβλέπει το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, όπως είναι η ακυρότητα ή η μη δυνατότητα αντιτάξεως μιας συμβάσεως, διέπεται από το εθνικό δίκαιο. Το συμπέρασμα αυτό εξαρτάται ωστόσο από την προϋπόθεση ότι οι εφαρμοστέοι κανόνες του εθνικού δικαίου δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που εφαρμόζονται σε παρόμοιες αξιώσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο και δεν έχουν διαμορφωθεί κατά τρόπο ώστε να καθίσταται πρακτικώς αδύνατη η άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η κοινοτική έννομη τάξη.
4) Στην περίπτωση κατά την οποία η οδηγία 83/189 δεν θα είχε εφαρμογή στις διατάξεις του διατάγματος 92-377, το οικείο κράτος μέλος θα έπρεπε, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, να ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με το σχέδιο αυτών των εθνικών διατάξεων.
5) Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442 έχει την έννοια ότι δεν παρέχει στους ιδιώτες κανένα δικαίωμα το οποίο θα μπορούσαν αυτοί να προβάλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για να επιτύχουν την ακύρωση ή τη μη εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής, για τον λόγο ότι η ρύθμιση αυτή θεσπίστηκε χωρίς να έχει προηγουμένως κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.
6) Μια εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του διατάγματος 92-377, στην περίπτωση κατά την οποία το αιτούν δικαστήριο θα την ερμήνευε ως μη συνεπαγόμενη υποχρέωση μαρκαρίσματος ή επισημάνσεως, αλλά ως επιβάλλουσα απλώς μια γενική υποχρέωση προσδιορισμού της ταυτότητας των συσκευασιών που αναλαμβάνει μια εγκεκριμένη επιχείρηση για τη διάθεσή τους, μπορεί να χαρακτηριστεί μορφή πωλήσεως. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχει καθορίσει συναφώς η νομολογία του Δικαστηρίου για να αποκλειστεί μια τέτοια υποχρέωση από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 28 ΕΚ), ήτοι ότι η επίμαχη διάταξη εφαρμόζεται σε όλους τους οικείους επιχειρηματίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εθνικό έδαφος και ότι επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο, και νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία των εγχωρίων προϊόντων και των προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών.
Full & Egal Universal Law Academy