Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
εριβάλλον - ροστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προελεύσεως - Οδηγία 91/676 - Εφαρμογή προγραμμάτων δράσεως στις ευπρόσβλητες περιοχές - Υποχρέωση των κρατών μελών να περιορίσουν την ποσότητα κοπριάς που διασπείρεται ετησίως στο έδαφος - Κριτήρια
(Οδηγία 91/676 του Συμβουλίου, άρθρο 5 § 4, και παράρτημα ΙΙΙΙ, σημ. 2, εδ. 1)
Περίληψη
$$Τα εφαρμοζόμενα στις κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/676 ευπρόσβλητες ζώνες προγράμματα δράσεως, τα οποία αφορούν την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προελεύσεως, πρέπει να περιλαμβάνουν κανόνες οι οποίοι, κατά το σημείο 2, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙΙ, επιβάλλουν περιορισμό της κοπριάς που διασπείρεται ετησίως ανά εκτάριο. Υπό το φως τόσο των συμφραζομένων όσο και των στόχων της οδηγίας, το αποφασιστικό κριτήριο για τον περιορισμό της ρυπάνσεως από νιτρικά ιόντα γεωργικής προελεύσεως είναι η ποσότητα αζώτου που προσάγεται στο έδαφος με διασκορπισμό στην επιφάνειά του, με έγχυση, με κατάχωση ή με ανάμειξη με τα επιφανειακά στρώματα του εδάφους και όχι το κριτήριο της ποσότητας αζώτου που εισδύει πράγματι στο έδαφος. Συνεπώς, εθνική κανονιστική ρύθμιση, καθόσον προβλέπει τη χρήση άλλου κριτηρίου για τον υπολογισμό της μέγιστης ετήσιας ποσότητας των ζωικών περιττωμάτων που μπορούν να διασπείρονται στο έδαφος ανά εκτάριο δεν συμβιβάζεται με την οδηγία.
( βλ. σκέψεις 36, 46-47 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-161/00,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. zur Hausen, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τον W.-D. Plessing και την B. Muttelsee-Schön,
καθής,
υποστηριζόμενης από το
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον S. Ortiz Vaamonde, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και το
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τους V. Koningsberger και H. van den Oosterkamp,
παρεμβαίνοντες,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη έχοντας λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α_, και στο παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 2, της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης (ΕΕ L 375, σ. 1), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από την F. Macken (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, την N. Colneric και τους C. Gulmann, R. Schintgen και Β. Σκουρή, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Οκτωβρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Απριλίου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη έχοντας λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α_, και στο παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 2, της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης (ΕΕ L 375, σ. 1, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Το νομικό πλαίσιο
Η οδηγία
2 Σύμφωνα με το άρθρο της 1, η οδηγία έχει ως στόχο τη μείωση της ρύπανσης των υδάτων που προκαλείται άμεσα ή έμμεσα από νιτρικά ιόντα γεωργικής προελεύσεως και την πρόληψη της περαιτέρω ρύπανσης αυτού του είδους.
3 Σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο η_, της οδηγίας, ως «διασπορά στο έδαφος» νοείται «η προσθήκη υλικών στο έδαφος, είτε με διασκορπισμό στην επιφάνεια του εδάφους, είτε με έγχυση στο έδαφος, είτε με παράχωμά τους [κατάχωση], είτε με ανάμειξη με τα επιφανειακά στρώματα του εδάφους».
4 Στο άρθρο 2, στοιχείο ι_, της οδηγίας ως «ρύπανση» ορίζεται «η άμεση ή έμμεση απόρριψη στο υδάτινο περιβάλλον αζωτούχων ενώσεων γεωργικής προέλευσης, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κίνδυνοι για την ανθρώπινη υγεία, βλάβες στους ζώντες οργανισμούς και στα υδάτινα οικοσυστήματα ή ζημιές στις εγκαταστάσεις αναψυχής ή να παρακωλύονται άλλες θεμιτές χρήσεις του νερού».
5 Στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας προβλέπονται τα εξής:
«1. Σύμφωνα με τα κριτήρια του παραρτήματος Ι, τα κράτη μέλη προσδιορίζουν τα ύδατα που υφίστανται ρύπανση και τα ύδατα που ενδέχεται να την υποστούν εάν δεν αναληφθεί δράση σύμφωνα με το άρθρο 5.
2. Εντός δύο ετών από την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη χαρακτηρίζουν ευπρόσβλητες ζώνες όλες τις γνωστές περιοχές ξηράς που βρίσκονται στο έδαφός τους, των οποίων τα ύδατα απορρέουν στα ύδατα που έχουν προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 και οι οποίες συμβάλλουν στη ρύπανση. Κοινοποιούν στην Επιτροπή αυτό τον αρχικό χαρακτηρισμό εντός έξι μηνών.»
6 ροκειμένου να εξασφαλιστεί, για όλα τα ύδατα, ένα γενικό επίπεδο προστασίας κατά της ρύπανσης, τα κράτη μέλη οφείλουν, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας, να θεσπίσουν κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής που θα εφαρμόζονται οικειοθελώς από τους γεωργούς και να καταρτίσουν, εφόσον είναι αναγκαίο, πρόγραμμα προοριζόμενο να προωθήσει την εφαρμογή τους.
7 Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας:
«Εντός διετίας μετά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 3, παράγραφος 2, αρχικό χαρακτηρισμό, ή εντός ενός έτους μετά από κάθε χαρακτηρισμό προβλεπόμενο στο άρθρο 3, παράγραφος 4, τα κράτη μέλη εκπονούν προγράμματα δράσης όσον αφορά τις χαρακτηρισμένες ευπρόσβλητες περιοχές για να επιτύχουν τους στόχους του άρθρου 1.»
8 Το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Τα προγράμματα δράσης εφαρμόζονται εντός τετραετίας από τη σύνταξή τους και περιλαμβάνουν τα εξής υποχρεωτικά μέτρα:
α) τα μέτρα του παραρτήματος ΙΙΙ·
β) τα μέτρα τα οποία τα κράτη μέλη περιλαμβάνουν στον ή στους κώδικες ορθής γεωργικής πρακτικής που καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4, εκτός από όσα έχουν καταστεί κενά νοήματος λόγω των μέτρων [έχουν αντικατασταθεί από τα μέτρα] του παραρτήματος ΙΙΙ.»
9 Το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας, υπό τον τίτλο «Μέτρα που θα περιληφθούν σε προγράμματα δράσης σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α_», προβλέπει τα εξής:
«1. Τα μέτρα θα περιλαμβάνουν κανόνες σχετικούς με:
1) τις περιόδους κατά τις οποίες θα απαγορεύεται η διασπορά στο έδαφος ορισμένων τύπων λιπασμάτων·
2) τη χωρητικότητα των δοχείων αποθήκευσης κοπριάς· η χωρητικότητα αυτή πρέπει να υπερβαίνει τη χωρητικότητα που απαιτείται για αποθήκευση κατά τη διάρκεια της μακρότερης περιόδου κατά την οποία απαγορεύεται η διασπορά κοπριάς στο έδαφος στην ευπρόσβλητη ζώνη, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί στην αρμόδια αρχή ότι κάθε πλεονάζουσα ποσότητα κοπριάς πέραν από όση χωρούν τα δοχεία θα διατίθεται κατά τρόπο αβλαβή για το περιβάλλον·
3) τον περιορισμό της ποσότητας λιπάσματος που επιτρέπεται να διασπείρεται στο έδαφος, στα πλαίσια της ορθής γεωργικής πρακτικής, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της εν λόγω ευπρόσβλητης ζώνης, ιδίως δε:
α) των εδαφολογικών συνθηκών, του τύπου εδάφους και της κλίσης του·
β) των κλιματικών, βροχομετρικών και αρδευτικών συνθηκών·
γ) της χρήσης του εδάφους και των γεωργικών πρακτικών, συμπεριλαμβανομένων και των συστημάτων αμειψισποράς·
και βάσει της ισορροπίας μεταξύ:
i) των προβλεπομένων αναγκών των καλλιεργειών σε άζωτο
και
ii) της ποσότητας αζώτου που διατίθεται για τις καλλιέργειες από το έδαφος και από τη λίπανση, που αντιστοιχεί προς:
- την ποσότητα αζώτου που ενυπάρχει στο έδαφος τη στιγμή κατά την οποία οι καλλιέργειες αρχίζουν να το χρησιμοποιούν σε σημαντικό βαθμό (υπόλοιπες ποσότητες κατά το πέρας του χειμώνα),
- το άζωτο που αντλείται από το ισοζύγιο της μετατροπής των αποθεμάτων οργανικού αζώτου του εδάφους σε ανόργανες ουσίες,
- την εισροή αζωτούχων ενώσεων από τα ζωικά περιττώματα,
- την εισροή αζωτούχων ενώσεων από τα χημικά και άλλα λιπάσματα.
2. Τα μέτρα αυτά εξασφαλίζουν ότι, για κάθε γεωργική ή κτηνοτροφική μονάδα, η ποσότητα κόπρου που προστίθεται κάθε χρόνο στο έδαφος, είτε από ανθρώπους είτε από τα ίδια τα ζώα, δεν υπερβαίνει μια καθορισμένη ποσότητα ανά εκτάριο.
Η ποσότητα αυτή ανά εκτάριο είναι η ποσότητα κόπρου που περιέχει 170 kg άζωτο. Ωστόσο:
α) κατά το πρώτο τετραετές πρόγραμμα δράσης, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν τη διασπορά ποσότητας κόπρου που περιέχει μέχρι και 210 kg άζωτο·
β) κατά τη διάρκεια του πρώτου τετραετούς προγράμματος δράσης και μετά απ' αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ποσότητες διαφορετικές από τις προαναφερόμενες. Οι ποσότητες αυτές πρέπει να καθορίζονται έτσι ώστε να μη θέτουν σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων του άρθρου 1 και πρέπει να βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια, όπως π.χ.:
- παρατεταμένες καλλιεργητικές περίοδοι,
- καλλιέργειες με μεγάλες ανάγκες αζώτου,
- υψηλή βροχόπτωση στην ευπρόσβλητη ζώνη,
- εδάφη με ιδιαίτερα μεγάλη απονιτρωτική ικανότητα.
Εάν ένα κράτος μέλος επιτρέπει τη διασπορά διαφορετικής ποσότητας δυνάμει του στοιχείου β_, πρέπει να ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, η οποία εξετάζει την αιτιολόγηση με τη διαδικασία του άρθρου 9.
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να υπολογίζουν τις ποσότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 με βάση τον αριθμό των ζώων.
4. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζουν την παράγραφο 2. Με βάση τις πληροφορίες που λαμβάνει, η Επιτροπή μπορεί, εάν το κρίνει σκόπιμο, να υποβάλλει κατάλληλες προτάσεις στο Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 11.»
10 Σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε εφαρμογή τις αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους προς την οδηγία νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις εντός προθεσμίας δύο ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας.
11 Από υποσημείωση του εν λόγω άρθρου 12, παράγραφος 1, προκύπτει ότι η οδηγία κοινοποιήθηκε στα κράτη μέλη στις 19 Δεκεμβρίου 1991.
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
12 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, τελευταία περίοδος, του Verordnung über die Grundsätze der guten fachlichen Praxis beim Düngen (κανονισμού περί καθορισμού των αρχών της ορθής πρακτικής κατά τη χρήση λιπασμάτων), της 26ης Ιανουαρίου 1996 (BGBl. 1996 Ι, σ. 118, στο εξής: Düngeverordnung), προβλέπει τα εξής:
«Σε περίπτωση διασποράς στο έδαφος λιπασμάτων ζωικής προελεύσεως, παραγομένων εντός της γεωργικής εκμεταλλεύσεως, επιτρέπεται, κατά τον υπολογισμό των διαρροών αζώτου, να λαμβάνονται υπόψη οι διαρροές που οφείλονται στην εφαρμοζόμενη διαδικασίας διασποράς των λιπασμάτων στο έδαφος, χωρίς πάντως να αφαιρείται πλέον του 20 % των συνολικών ποσοτήτων αζώτου που καθορίζονται πριν από τη διασπορά των λιπασμάτων στο έδαφος.»
13 Στο άρθρο 3 του Düngeverordnung διατυπώνονται οι ειδικές αρχές που ισχύουν για τα ζωικά περιττώματα τα οποία παράγονται εντός της γεωργικής εκμεταλλεύσεως. Η παράγραφος 7 της διατάξεως αυτής προβλέπει ότι, με την επιφύλαξη των αρχών που διατυπώνονται στα άρθρα 2, 3, παράγραφοι 1 έως 6, και 4, η συνολική ποσότητα ζωικών περιττωμάτων ανά εκτάριο που διασπείρεται ετησίως στο έδαφος από κάθε επιχείρηση δεν μπορεί να υπερβαίνει την ακόλουθη συνολική ποσότητα αζώτου: 210 kg για τους βοσκοτόπους· 210 kg για τις αρώσιμες εκτάσεις μέχρι τις 30 Ιουνίου 1997 και, από 1ης Ιουλίου 1997, 170 kg.
14 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 2, του Düngeverordnung:
«Κατά τον υπολογισμό των αναγκών σε λιπάσματα [...] πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:
[...]
2. ποσότητες θρεπτικών ουσιών οι οποίες ενυπάρχουν στο έδαφος ή θα καταστούν πιθανώς θρεπτικές κατά την ανάπτυξη των αντιστοίχων φυτών λόγω των τοπικών συνθηκών [...]».
15 Το άρθρο 4, παράγραφος 5, του Düngeverordnung προβλέπει ότι πρέπει, μεταξύ άλλων, να καθορίζεται η περιεκτικότητα σε άζωτο των παραγομένων εντός της γεωργικής εκμεταλλεύσεως λιπασμάτων που πρόκειται να διασπαρούν στο έδαφος, με την εφαρμογή πρόσφορων μεθόδων υπολογισμού και αξιολογήσεως ή με τη χρήση ενδεικτικών τιμών. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής προβλέπει τα εξής:
«[...] [είναι δυνατό] να εξομοιώνονται προς διαρροές αποθηκεύσεως 10 % (για τα υγρά περιττώματα) και 25 % (για τα στερεά περιττώματα) των συνολικών ποσοτήτων αζώτου που περιλαμβάνονται στα ζωικά περιττώματα, αν οι διαρροές αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη στις αντίστοιχες μεθόδους υπολογισμού και αξιολογήσεως ή στις ενδεικτικές τιμές.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
16 Επειδή η Γερμανική Κυβέρνηση δεν διαβίβασε στην Επιτροπή, για το σύνολο των Länder, κώδικα ορθής γεωργικής πρακτικής, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 15 Ιουνίου 1995, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έγγραφη όχληση, επισημαίνοντας ορισμένο αριθμό ζητημάτων σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας. Στις 11 Ιουλίου 1997, η Επιτροπή απηύθυνε στο εν λόγω κράτος μέλος συμπληρωματική έγγραφη όχληση.
17 Δεδομένου ότι οι απαντήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως δεν ήταν ικανοποιητικές, η Επιτροπή εξέδωσε στις 29 Σεπτεμβρίου 1998 αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο β_, και στο παράρτημα ΙΙΙ, σημεία 1, 2), και 2, της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία και τη Συνθήκη ΕΚ. άντως, από τη δικογραφία προκύπτει σαφώς ότι η αναφορά στο άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο β_, της οδηγίας αποτελεί γραφικό λάθος και ότι πρέπει να εκληφθεί ως παραπομπή στο άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α_, της οδηγίας.
18 Κατόπιν των πληροφοριών που κοινοποίησε η Γερμανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή αποφάσισε να μη ζητήσει την αναγνώριση της επισημανθείσας στην αιτιολογημένη γνώμη παραβάσεως σχετικά με την υποχρέωση που καθορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α_, και στο παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 1, 2), της οδηγίας, όσον αφορά τους κανόνες περί της χωρητικότητας των δοχείων που προορίζονται για την αποθήκευση των ζωικών περιττωμάτων. Ωστόσο, η Επιτροπή έκρινε ότι ο Düngeverordnung δεν είναι συμβατός με την υποχρέωση η οποία καθορίζεται στις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 4, στοιχείο α_, και του παραρτήματος ΙΙΙ, σημείο 2, της οδηγίας, διότι επιτρέπει, κατά τον υπολογισμό των μέγιστων επιτρεπομένων ποσοτήτων ζωικών περιττωμάτων που διασπείρονται στο έδαφος, να αφαιρούνται οι διαρροές οι οποίες διαπιστώνονται εφόσον δεν έχει περατωθεί η διαδικασία διασποράς στο έδαφος.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
20 Με διατάξεις του ροέδρου του Δικαστηρίου της 17ης Οκτωβρίου και της 7ης Νοεμβρίου 2000, έγιναν δεκτές αντιστοίχως οι αιτήσεις παρεμβάσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών υπέρ των αιτημάτων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
21 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η γερμανική κανονιστική ρύθμιση, όπως προκύπτει από τον Düngeverordnung, μπορεί να συνεπάγεται τη διασπορά στο έδαφος ποσοτήτων αζώτου που υπερβαίνουν τις επιτρεπόμενες από την οδηγία και συνεπώς δεν είναι συμβατή με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 4, στοιχείο α_, και του παραρτήματος ΙΙΙ, σημεία 1, 3), και 2, της οδηγίας.
22 Συγκεκριμένα, κατά την άποψη της Επιτροπής, ο Düngeverordnung επιτρέπει, βάσει των άρθρων του 2, παράγραφος 1, τελευταία περίοδος, και 4, παράγραφος 5, τελευταία περίοδος, να διενεργούνται, κατά τον υπολογισμό των ποσοτήτων αζώτου, ορισμένες αφαιρέσεις οι οποίες καταλήγουν στο να είναι ενδεχομένως δυνατό να διασπείρονται στο έδαφος και να αναμειγνύονται με τα ύδατα πλέον των 170 kg αζώτου. Το αποτέλεσμα είναι να εξομοιώνονται προς τις οφειλόμενες στην εξάτμιση του αζώτου «κανονικές» διαρροές μεταξύ του 10 και του 20 % των ποσοτήτων αζώτου.
23 Η Επιτροπή υποστηρίζει συναφώς ότι, στη συνέχεια, μεγάλο μέρος των ποσοτήτων αζώτου που αναμειγνύονται κατά τον τρόπο αυτό με τον αέρα αποτίθεται στο έδαφος ή στα ύδατα, συμβάλλοντας έτσι στη ρύπανσή τους. Από το άρθρο 1 της οδηγίας προκύπτει όμως ότι σκοπός της είναι η αντιμετώπιση της ρυπάνσεως των υδάτων. Σύμφωνα με το άρθρο της 2, στοιχείο ι_, η οδηγία εφαρμόζεται στην άμεση ή έμμεση απόρριψη στο υδάτινο περιβάλλον αζωτούχων ενώσεων γεωργικής προελεύσεως.
24 Η Επιτροπή προβάλλει επίσης ότι οι μέγιστες επιτρεπόμενες ποσότητες για τη διασπορά αζώτου στο έδαφος καθορίζονται κατά τρόπο απόλυτο στην οδηγία και ουδεμία αφαίρεση προβλέπεται. Η οδηγία ουδεμία νομική βάση περιλαμβάνει που να επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη διαρροές οφειλόμενες στη διαδικασία διασποράς στο έδαφος.
25 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η οδηγία δεν παραπέμπει στην ποσότητα η οποία εισδύει στο έδαφος αλλά στην ποσότητα η οποία διασπείρεται στο έδαφος. Το καθοριστικό κριτήριο που γίνεται δεκτό στην οδηγία είναι η ποσότητα αζώτου που διασπείρεται στο έδαφος είτε με διασκορπισμό στην επιφάνειά του, είτε με έγχυση, είτε με κατάχωση, είτε με ανάμειξη με τα επιφανειακά στρώματα του εδάφους.
26 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η παραβολή των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων της οδηγίας δείχνει ότι ο υπολογισμός αναφέρεται πάντοτε στη διαδικασία διασποράς στο έδαφος και όχι στο χρονικό σημείο κατά το οποίο το άζωτο ευρίσκεται επί ή εντός του εδάφους, με άλλους λόγους, επί ή εντός της γής. Η προσέγγιση αυτή είναι σύμφωνη με τον στόχο της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η επιτρεπόμενη ποσότητα αζώτου πρέπει να αποτελεί αντικείμενο της ίδιας, σαφώς καθοριζόμενης, οριοθετήσεως για το σύνολο της Κοινότητας.
27 Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι, λαμβανομένων υπόψη του γράμματος, της οικονομίας και του σκοπού της οδηγίας, η αφαίρεση των οφειλομένων στην εξάτμιση αναπόφευκτων διαρροών, όπως προβλέπεται στον Düngeverordnung, είναι σύμφωνη με την κανονιστική ρύθμιση σχετικά με τις μέγιστες ποσότητες.
28 Κατά την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, από τη χρήση παρωχημένου χρόνου [στη γλωσσική απόδοση του κειμένου στη γερμανική] στο παράρτημα ΙΙ, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας προκύπτει ότι καθοριστική είναι η ποσότητα ζωικών περιττωμάτων η οποία πράγματι «διασπείρεται ["έχει διασπαρεί" στη γερμανική απόδοση] στο έδαφος» και όχι η «διασπορά στο έδαφος». Συγκεκριμένα, μόνον η ποσότητα αυτή αποτέθηκε στο έδαφος ή αναμείχθηκε με αυτό. Λαμβανομένου υπόψη του γράμματος της διατάξεως αυτής, η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Ισπανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, υποστηρίζουν ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις οφειλόμενες στην εξάτμιση απώλειες οι οποίες είναι συμφυείς με την αποθήκευση ή τη διασπορά στο έδαφος, τηρουμένων των μέγιστων επιτρεπομένων ποσοτήτων.
29 Η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι ο Düngeverordnung δεν θίγει τον στόχο της οδηγίας. Συγκεκριμένα, οι απώλειες που επιτρέπεται να λαμβάνονται υπόψη βάσει της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως καθορίζονται κατά τρόπον ώστε, στην πράξη, να μην υπάρχει στο έδαφος περισσότερο άζωτο από ό,τι προβλέπει η οδηγία.
30 Η Γερμανική Κυβέρνηση αντιτείνει στην Επιτροπή ότι το επιχείρημα κατά το οποίο οι ποσότητες αζώτου οι οποίες εξατμίζονται στον αέρα πίπτουν και πάλι σε άλλη τοποθεσία και συμβάλλουν κατά τον τρόπο αυτό στη ρύπανση των υδάτων δεν εμποδίζει να λαμβάνονται υπόψη οι απώλειες λόγω εξατμίσεως. Διαφορετικά, ουδεμία απώλεια λόγω εξατμίσεως θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Εν πάση περιπτώσει, η Γερμανική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη από την Ολλανδική Κυβέρνηση, προβάλλει ότι η πιθανότητα τέτοιων επιπτώσεων λαμβάνεται υπόψη στον Düngeverordnung, ιδίως κατά τον υπολογισμό των αναγκών σε λιπάσματα σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 2, του εν λόγω κανονισμού.
31 Η Ισπανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, δεδομένου ότι οι πτώσεις από την ατμόσφαιρα αμμωνιακού αερίου προερχόμενου από ζωικά περιττώματα δεν είναι η μόνη πηγή εκπομπής του αερίου αυτού, πρέπει να ρυθμιστούν κατά τρόπο γενικό στις ευπρόσβλητες ζώνες. Η ρύθμισή τους εμπίπτει συνεπώς στο παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 1, 3), στοιχείο γ_, ii, τελευταία περίπτωση, της οδηγίας, διότι δεν φαίνεται δικαιολογημένο από τεχνική άποψη να αποδίδονται οι πτώσεις της ουσίας από την ατμόσφαιρα αποκλειστικά στα ζωικά περιττώματα και, κατά συνέπεια, να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ρυθμίζονται μόνον οι πτώσεις αζώτου προερχόμενου από τα ζωικά περιττώματα.
32 Η Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι ο Düngeverordnung σέβεται επίσης τη γενική οικονομία της οδηγίας και ιδίως την αρχή της ισορροπίας, όπως αυτή διατυπώνεται στο παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 1, 3), στοιχείο γ_, κατά την οποία απαιτείται ισορροπία μεταξύ των προβλέψιμων αναγκών των καλλιεργειών σε άζωτο και του αζώτου που προσάγεται στις καλλιέργειες από το έδαφος και τα λιπάσματα. Είναι δυνατόν να υπάρξει εξασφάλιση της ισορροπίας αυτής και ορθός υπολογισμός της ποσότητας αζώτου που πρέπει να προσαχθεί μόνον αν λαμβάνονται υπόψη, κατά τον υπολογισμό των αναγκών, οι διάφορες απώλειες λόγω εξατμίσεως του αζώτου - καθώς και η πτώση αζώτου από την ατμόσφαιρα -, όπως συμβαίνει με τον Düngeverordnung.
33 Η Ολλανδική Κυβέρνηση προβάλλει επίσης ότι το παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 2, της οδηγίας επιτρέπει παρέκκλιση από τις ποσότητες αζώτου που είναι δυνατό να διασπείρονται στο έδαφος, εφόσον δεν διακυβεύεται η ισορροπία μεταξύ των προβλέψιμων αναγκών των καλλιεργειών σε άζωτο και του αζώτου που προσκομίζεται στις καλλιέργειες από το έδαφος και τα λιπάσματα.
34 Η Γερμανική και η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνουν επιπλέον ότι, κατά τη συνεδρίαση της 11ης Απριλίου 2000 της επιτροπής των αντιπροσώπων των κρατών μελών, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 9 της οδηγίας (στο εξής: επιτροπή νιτρικών ιόντων), η Επιτροπή προσκόμισε φάκελο ο οποίος περιλάμβανε μια πρώτη πρόταση εναρμονίσεως των απωλειών αζώτου που μπορούν να ληφθούν υπόψη και ότι η επιτροπή νιτρικών ιόντων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα αμμωνιακά αέρια που προέρχονται από ζωικά περιττώματα πριν από τη διασπορά τους στο έδαφος δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της δόσεως αζώτου. Οι εν λόγω κυβερνήσεις εκτιμούν ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ της θέσεως της επιτροπής νιτρικών ιόντων και της παρούσας προσφυγής λόγω παραβάσεως.
35 Η Επιτροπή αντιτείνει ότι τα συμπεράσματα που αντλούνται από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής νιτρικών ιόντων δεν είναι δικαιολογημένα. Το γεγονός ότι το πρόβλημα των διαρροών λόγω εξατμίσεως εξετάστηκε κατά τη συνεδρίαση αυτή δεν επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι οι κανόνες περί μειώσεως και περί λήψεως υπόψη τους οποίους επεξεργάστηκαν τα κράτη μέλη είναι θεμιτοί.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
36 ρέπει να υπομνηστεί, εκ προοιμίου, ότι τα προγράμματα δράσεως στα οποία αναφέρεται το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας πρέπει να περιλαμβάνουν τα μέτρα που περιγράφονται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας. Στα μέτρα αυτά εντάσσονται οι κανόνες σχετικά με τον «περιορισμό της διασποράς στο έδαφος των λιπασμάτων» που πρέπει να εξασφαλίζουν, σύμφωνα με το σημείο 2, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω παραρτήματος, ότι, «για κάθε γεωργική ή κτηνοτροφική μονάδα, η ποσότητα κόπρου που προστίθεται κάθε χρόνο στο έδαφος, είτε από ανθρώπους είτε από τα ίδια τα ζώα, δεν υπερβαίνει μια καθορισμένη ποσότητα ανά εκτάριο». Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί στην ποσότητα ζωικών περιττωμάτων που περιέχουν μέχρι 170 kg αζώτου, ή σε ορισμένες περιπτώσεις περιοριστικά προβλεπόμενες στην οδηγία, 210 kg αζώτου.
37 Για τον υπολογισμό της μέγιστης επιτρεπόμενης ποσότητας ζωικών περιττωμάτων που μπορούν να διασπείρονται στο έδαφος πρέπει να καθοριστεί το χρονικό σημείο κατά το οποίο, κατά την έννοια της οδηγίας, πρέπει να διενεργηθεί ο υπολογισμός της περιεκτικότητας των ζωικών περιττωμάτων σε νιτρικά ιόντα.
38 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η περίοδος της διατάξεως που πρέπει να ληφθεί υπόψη, ήτοι «η ποσότητα κόπρου που προστίθεται κάθε χρόνο στο έδαφος», περιλαμβάνεται σε διάταξη του κοινοτικού δικαίου η οποία δεν παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών για τον καθορισμό της εννοίας και του περιεχομένου της.
39 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και τα συμφραζόμενά της και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ., αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 1984, 337/82, St. Nikolaus Brennerei und Likörfabrik, Συλλογή 1984, σ. 1051, σκέψη 10, και της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-6857, σκέψη 50).
40 Συναφώς, διαπιστώνεται κατ' αρχάς ότι, αν και το γράμμα του παραρτήματος ΙΙΙ, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας («ποσότητα κόπρου που προστίθεται [...] στο έδαφος») δεν στερείται αμφισημίας, στον ορισμό της εννοίας «διασπορά στο έδαφος» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, στοιχείο η_, της οδηγίας ουδεμία διάκριση γίνεται ωστόσο μεταξύ της ενάρξεως και του τέλους της διαδικασίας διασποράς στο έδαφος.
41 Κατά συνέπεια, το γράμμα της οδηγίας δεν καθορίζει ρητώς το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να διενεργηθεί ο υπολογισμός της περιεκτικότητας σε νιτρικά ιόντα των ζωικών περιττωμάτων που πρόκειται να διασπαρούν στο έδαφος ώστε να εξασφαλιστεί η τήρηση των μέγιστων ποσοτήτων νιτρικών ιόντων που προστίθενται ετησίως στο έδαφος.
42 ρέπει κατόπιν να υπομνηστεί ότι η οδηγία αποβλέπει στη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων ώστε να διασφαλίζεται, εντός της Κοινότητας, η προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση που προέρχεται από γεωργικές χρήσεις (βλ. την απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, C-293/97, Standley κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. Ι-2603, σκέψη 39).
43 Τα κράτη μέλη οφείλουν, στο πλαίσιο αυτό, να προσδιορίσουν τις ευπρόσβλητες ζώνες (άρθρο 3 της οδηγίας), να ενθαρρύνουν την ορθή γεωργική πρακτική (άρθρο 4) και να εκπονούν και να θέτουν σε εφαρμογή προγράμματα δράσεως με σκοπό τη μείωση της προερχόμενης από τις αζωτούχες ενώσεις ρυπάνσεως των υδάτων της εν λόγω ζώνης (άρθρο 5).
44 Όπως προκύπτει από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, τέτοια προγράμματα πρέπει να περιλαμβάνουν μέτρα για τη μείωση της διασποράς αζωτούχων λιπασμάτων στο έδαφος και, ειδικότερα, να καθορίζουν ειδικά όρια διασποράς ζωικής κόπρου στο έδαφος.
45 Τέλος, όσον αφορά τον σκοπό της οδηγίας, από την έκτη αιτιολογική σκέψη της προκύπτει ότι αυτή έχει ως στόχο να μειωθεί η ρύπανση των υδάτων που οφείλεται άμεσα ή έμμεσα σε νιτρικά ιόντα γεωργικής προελεύσεως και να προληφθεί η επέκτασή της, προκειμένου να προστατευθούν η υγεία των ανθρώπων, οι ζώντες οργανισμοί και τα υδάτινα οικοσυστήματα.
46 Υπό το φως τόσο των συμφραζομένων όσο και των στόχων της οδηγίας, διαπιστώνεται ότι το καθοριστικό κριτήριο που εισάγεται με αυτή για τον περιορισμό της ρυπάνσεως από νιτρικά ιόντα γεωργικής προελεύσεως είναι η ποσότητα αζώτου που προσάγεται στο έδαφος με διασκορπισμό στην επιφάνειά του, με έγχυση, με κατάχωση ή με ανάμειξη με τα επιφανειακά στρώματα του εδάφους και όχι το κριτήριο της ποσότητας αζώτου που εισδύει πράγματι στο έδαφος.
47 Κατά συνέπεια, ο Düngeverordnung, εφόσον προβλέπει τη χρήση άλλου κριτηρίου για τον υπολογισμό της μέγιστης ετήσιας ποσότητας των ζωικών περιττωμάτων που μπορούν να διασπείρονται στο έδαφος ανά εκτάριο, δεν είναι συμβατός με την οδηγία. Το συμπέρασμα αυτό ουδόλως ανασκευάζεται από τα επιχειρήματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και των παρεμβαινόντων κρατών μελών.
48 Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως που αντλείται από το παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 2, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β_, της οδηγίας, διαπιστώνεται ότι ο Düngeverordnung δεν ανταποκρίνεται στα αντικειμενικά κριτήρια στα οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή, τα οποία αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε να είναι δυνατό να επιτρέπονται ποσότητες διαφορετικές από εκείνες που μνημονεύονται στη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως.
49 Όσον αφορά, δεύτερον, το επιχείρημα που αντλεί η Γερμανική Κυβέρνηση από την αρχή της ισορροπίας η οποία προβλέπεται στο παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 1, 3), στοιχείο γ_, της οδηγίας, επισημαίνεται ότι η εισαγόμενη με την οδηγία κανονιστική ρύθμιση όσον αφορά τις προσαγόμενες στο έδαφος μέγιστες ποσότητες αζώτου και αζωτούχων ενώσεων δεν είναι σε άμεση σχέση με τον υπολογισμό των αναγκών των καλλιεργειών σε λιπάσματα.
50 Συγκεκριμένα, οι ποσότητες στις οποίες αναφέρεται το παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 2, της οδηγίας καθορίζονται κατά τρόπο απόλυτο, ενώ στο παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 1, 3), στοιχείο γ_, της οδηγίας προβλέπεται περιορισμός των ποσοτήτων λιπασμάτων σε άμεση σχέση με τις ανάγκες των καλλιεργειών σε λιπάσματα και ορίζεται ότι η διασπορά λιπασμάτων στο έδαφος πρέπει να περιορίζεται εν πάση περιπτώσει στις ποσότητες οι οποίες καθιστούν δυνατή τη διαφύλαξη της ισορροπίας μεταξύ των αναγκών των καλλιεργειών σε άζωτο και της συνολικά διαθέσιμης ποσότητας αζώτου στο έδαφος.
51 Ο τελευταίος όμως αυτός περιορισμός δεν υπερισχύει έναντι εκείνου που αφορά τις μέγιστες ποσότητες, ο οποίος έχει απόλυτο χαρακτήρα, έστω και αν η αρχή της ισορροπίας καθίσταται κατά τον τρόπο αυτό άνευ αποτελέσματος σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις. Επομένως, έστω και αν ο περιορισμός ο οποίος απορρέει από την αρχή της ισορροπίας μπορούσε, κατ' αρχάς, να καταλήγει σε ποσότητα αζώτου κατώτερη ή ανώτερη των 170 kg ή, σε περιοριστικά καθοριζόμενες περιπτώσεις, των 210 kg ετησίως και ανά εκτάριο, η ρύθμιση περί μεγίστων ποσοτήτων αποκλείει τη δυνατότητα διασποράς στο έδαφος ποσοτήτων που υπερβαίνουν τις ανωτέρω.
52 Κατά συνέπεια, ο προβλεπόμενος στον Düngeverordnung κανόνας περί αφαιρέσεως δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει της αρχής της ισορροπίας. Η επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει την κατ' αποκοπήν αφαίρεση, ανεξαρτήτως της ισορροπίας που υφίσταται σε συγκεκριμένη ζώνη μεταξύ των αναγκών σε άζωτο και της προσαγωγής αζώτου στις καλλιέργειες, και δεν είναι επαρκής για να διασφαλίσει ότι τα ζωικά περιττώματα που αποτίθενται ετησίως στο έδαφος δεν θα υπερβαίνουν τις ποσότητες που μνημονεύονται στο παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 2, της οδηγίας.
53 Τρίτον, αρκεί η διαπίστωση ότι τα επιχειρήματα της Γερμανικής και της Ολλανδικής Κυβερνήσεως όσον αφορά την πτώση αμμωνιακών αερίων από την ατμόσφαιρα ταυτίζονται με τα επιχειρήματα των οποίων έγινε επίκληση στο πλαίσιο του προβλεπόμενου στον Düngeverordnung κανόνα περί αφαιρέσεως. Επομένως, τα επιχειρήματα αυτά είναι επίσης απορριπτέα για τους λόγους που εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη.
54 Τέταρτον, είναι επίσης απορριπτέο το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως κατά το οποίο η πτώση από την ατμόσφαιρα αμμωνιακών αερίων πρέπει να ρυθμίζεται στο πλαίσιο του παραρτήματος ΙΙΙ, σημείο 1, 3), στοιχείο γ_, ii, τέταρτη περίπτωση, της οδηγίας, ως στοιχείο των εισροών αζωτούχων ενώσεων προερχόμενων από τα χημικά και άλλα λιπάσματα.
55 Συγκεκριμένα, η υποχρέωση που επιβάλλεται στα κράτη μέλη από το παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 1, 3), της οδηγίας, να λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των λιπασμάτων για να θεσπίζουν μέτρα σχετικά με την ισορροπία του εδάφους σε άζωτο, ουδεμία επίπτωση έχει επί των οριακών τιμών του παραρτήματος ΙΙΙ, σημείο 2, της εν λόγω οδηγίας, το οποίο αφορά μόνον τα ζωικά περιττώματα και όχι άλλα λιπάσματα τα οποία ενδεχομένως περιέχουν επίσης νιτρικά ιόντα.
56 Τέλος, όσον αφορά τις επικρίσεις που διατύπωσαν η Γερμανική και η Ισπανική Κυβέρνηση έναντι της Επιτροπής και που στηρίζονται στον φάκελο τον οποίο προσκόμισε η τελευταία κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής νιτρικών ιόντων της 11ης Απριλίου 2000, αρκεί η διαπίστωση ότι η θέση την οποία έλαβε η εν λόγω επιτροπή κατά τη συνεδρίαση αυτή δεν μπορεί να επηρεάσει ούτε την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην οδηγία ούτε το δικαίωμα της Επιτροπής να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως.
57 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή πρέπει να κριθεί βάσιμη.
58 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη έχοντας θεσπίσει όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α_, και στο παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 2, της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
59 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα, η δε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 4 της εν λόγω διατάξεως του Κανονισμού Διαδικασίας, το Βασίλειο της Ισπανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών θα φέρουν τα έξοδά τους.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη έχοντας θεσπίσει όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α_, και στο παράρτημα ΙΙΙ, σημείο 2, της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Βασίλειο της Ισπανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy