Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Κοινωνική πολιτική - ροσέγγιση των νομοθεσιών - Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων - Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων - Οδηγία 77/187 - Εξαιρέσεις - Συμπληρωματικά επαγγελματικά ή διεπαγγελματικά συστήματα προνοίας - αροχές γήρατος - Έννοια - Συνταξιοδοτικές παροχές παροχές αποβλέπουσες σε βελτίωση των όρων συντάξεως - Αποκλείονται
(Οδηγία 77/187 του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 1, και άρθρα 2 και 3)
2. Κοινωνική πολιτική - ροσέγγιση των νομοθεσιών - Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων - Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων - Οδηγία 77/187 - Μεταφορά των υποχρεώσεων που προβλέπονται σε περίπτωση απολύσεως εργαζομένου - ροϋποθέσεις και όρια - Υποχρεώσεις προβλεπόμενες από πράξεις της δημόσιας αρχής ή που τίθενται σε ισχύ με τέτοιες πράξεις - Δεν ασκούν επιρροή
(Οδηγία 77/187 του Συμβουλίου, άρθρο 3)
Περίληψη
1. αροχές πρόωρης συντάξεως, καθώς και παροχές που αποσκοπούν στη βελτίωση των όρων μιας τέτοιας συντάξεως, οι οποίες καταβάλλονται, σε περίπτωση απολύσεως, σε υπαλλήλους που έχουν συμπληρώσει ορισμένη ηλικία, δεν αποτελούν παροχές γήρατος, ανικανότητας προς εργασία ή επιζώντων στο πλαίσιο συμπληρωματικών επαγγελματικών ή διεπαγγελματικών συστημάτων προνοίας περί των οποίων κάνει λόγο το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 77/187, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων.
ράγματι, λαμβανομένου υπόψη του γενικού σκοπού προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, τον οποίο επιδιώκει η οδηγία 77/187, προβλέποντας, στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, τη μεταφορά στον προς ον η μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είχε ο μεταβιβάζων λόγω της συμβάσεως εργασίας, της σχέσεως εργασίας ή βάσει συλλογικών συμβάσεων, η εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Επομένως, η ως άνω εξαίρεση δεν μπορεί να ισχύει παρά μόνο για τις περιοριστικά απαριθμούμενες στη διάταξη αυτή παροχές, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπό τη στενή τους έννοια.
( βλ. σκέψεις 29-30, 32, διατακτ. 1 )
2. Το άρθρο 3 της οδηγίας 77/187, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, έχει την έννοια ότι οι υποχρεώσεις που ισχύουν σε περίπτωση απολύσεως εργαζομένου, οι οποίες απορρέουν από σύμβαση εργασίας, σχέση εργασίας ή συλλογική σύμβαση που δεσμεύει τον μεταβιβάζοντα έναντι του εργαζομένου αυτού, μεταφέρονται στον προς ον η μεταβίβαση υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπει το άρθρο αυτό, ανεξάρτητα από το αν οι ως άνω υποχρεώσεις στηρίζονται σε πράξεις της δημόσιας αρχής ή άρχισαν να παράγουν τα αποτελέσματά τους κατόπιν τέτοιων πράξεων και ανεξάρτητα από τις σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής.
( βλ. σκέψη 40, διατακτ. 2 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-164/00,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Ηνωμένο Βασίλειο), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Katia Beckmann
και
Dynamco Whicheloe Macfarlane Ltd,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (EE ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, ρόεδρο, N. Colneric, και S. von Bahr, προέδρους τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward, A. La Pergola, J.-P. Puissochet (εισηγητή), Μ. Wathelet, R. Schintgen, J. N. Cunha Rodrigues και C. W. A. Timmermans, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Κ. Beckmann, εκπροσωπούμενη από τους G. Millar, QC, και Μ. Ford, barrister, ενεργούντες κατ' εντολή των Thompsons, solicitors,
- η Dynamco Whicheloe Macfarlane Ltd, εκπροσωπούμενη από τους A. Clarke, QC, και P. Trepte, barrister, ενεργούντες κατ' εντολή των N. Speed και Μ. Hunt, solicitors,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. E. Collins, επικουρούμενο από τη S. Moore, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Sack και την C. O'Reilly,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Κ. Beckmann, της Dynamco Whicheloe Macfarlane Ltd, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 13ης Νοεμβρίου 2001,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 1ης Μαρτίου 2000, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Μα_ου 2000, το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division, υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (EE ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171, στο εξής: οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της K. Beckmann και του πρώην εργοδότη της, της εταιρίας Dynamco Whicheloe Macfarlane Ltd (στο εξής: DWM), σχετικά με τη χορήγηση πρόωρης συντάξεως και άλλων παροχών, τις οποίες η K. Beckmann θεωρεί ότι της οφείλονται επειδή η DWM την απέλυσε λόγω υπάρξεως πλεονάζοντος προσωπικού και τις οποίες η εταιρία αυτή αρνείται να καταβάλει. Η K. Beckmann θεωρεί ότι δικαιούται τις ως άνω παροχές ως πρώην εργαζόμενη στην υπηρεσία του National Health Service (εθνικού συστήματος υγείας, στο εξής: NHS), επιχείρηση ή εγκατάσταση του οποίου μεταβιβάστηκε, κατά την έννοια της οδηγίας, στην DWM.
Η οδηγία
3 Η οδηγία εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, αυτής, «επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλον επιχειρηματία, οι οποίες προκύπτουν από συμβατική μεταβίβαση ή συγχώνευση».
4 Το άρθρο 2 της οδηγίας διευκρινίζει ότι, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, νοείται ως:
«[...]
α) εκχωρητής [μεταβιβάζων] κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, λόγω μιας μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, χάνει την ιδιότητα του επιχειρηματία στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα εγκαταστάσεως·
β) εκδοχέας [προς ον η μεταβίβαση] κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, λόγω μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, αποκτά την ιδιότητα του επιχειρηματία στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα εγκαταστάσεως·
[...]».
5 Το άρθρο 3 της οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον εκχωρητή [μεταβιβάζοντα] από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, μεταβιβάζονται, εξαιτίας της μεταβιβάσεως αυτής, στον εκδοχέα [προς ον η μεταβίβαση].
Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι ο μεταβιβάζων παραμένει και μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, και παράλληλα προς τον εκδοχέα [προς ον η μεταβίβαση], υπεύθυνος ως προς τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση.
2. Μετά τη μεταβίβαση, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, ο εκδοχέας [προς ον η μεταβίβαση] διατηρεί τους όρους εργασίας που έχουν συμφωνηθεί από συλλογική σύμβαση κατά το ίδιο μέτρο που αυτοί έχουν προβλεφθεί για τον μεταβιβάζοντα, μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας ή λήξεως της συλλογικής συμβάσεως ή της ενάρξεως της ισχύος ή εφαρμογής άλλης συλλογικής συμβάσεως.
Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν την διάρκεια διατηρήσεως των όρων εργασίας με την επιφύλαξη ότι δεν θα είναι κατώτερη του έτους.
3. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται επί των δικαιωμάτων των εργαζομένων για παροχές λόγω γήρατος, ανικανότητος [προς εργασία] ή επιζώντων βάσει συμπληρωματικών συστημάτων επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής προνοίας [συμπληρωματικών επαγγελματικών ή διεπαγγελματικών συστημάτων προνοίας] που ισχύουν εκτός των νομίμων συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των εργαζομένων, ως και των ατόμων που έχουν ήδη εγκαταλείψει την επιχείρηση του εκχωρητή [μεταβιβάζοντος] κατά τη στιγμή της μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, όσον αφορά τα κεκτημένα δικαιώματά τους ή εκείνα που πρόκειται ν' αποκτηθούν για παροχές λόγω γήρατος, περιλαμβανομένων των παροχών προς επιζώντες βάσει των συμπληρωματικών συστημάτων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.»
Το εσωτερικό δίκαιο
Οι Transfer of Undertakings (Protection of Employment) Regulations 1981
6 Η οδηγία μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με τους Transfer of Undertakings (Protection of Employment) Regulations 1981 (κανονιστική ρύθμιση του 1981 περί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων και προστασίας της απασχολήσεως, στο εξής: TUPE). Οι σχετικές με την υπόθεση της κύριας δίκης διατάξεις της ρυθμίσεως TUPE, που μεταφέρουν το άρθρο 3 της οδηγίας, ορίζουν τα εξής:
«Άρθρο 5. Συνέπεια της μεταβιβάσεως για τις συμβάσεις εργασίας [...]
1. [...] η μεταβίβαση δεν έχει ως συνέπεια τη λύση της συμβάσεως εργασίας των προσώπων που απασχολούνται από τον μεταβιβάζοντα στην επιχείρηση ή σε τμήμα που μεταβιβάζεται, αλλά όλες οι εν λόγω συμβάσεις, οι οποίες άλλως θα είχαν λήξει κατά τη μεταβίβαση, εξακολουθούν να ισχύουν μετά τη μεταβίβαση ως εάν είχαν καταρτισθεί εξαρχής μεταξύ του εργαζομένου και του προς ον η μεταβίβαση.
2. Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 1 ανωτέρω, [...] προς συμπλήρωση της μεταβιβάσεως
- όλα τα δικαιώματα, οι εξουσίες, τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον μεταβιβάζοντα από σύμβαση εργασίας ή σε σχέση με αυτή μεταφέρονται δυνάμει του κανόνα αυτού στον προς ον η μεταβίβαση· και
- κάθε ενέργεια που πραγματοποιήθηκε πριν από την ολοκλήρωση της μεταβιβάσεως από ή σε σχέση με τον μεταβιβάζοντα όσον αφορά τη σύμβαση αυτή ή απασχολούμενο στην επιχείρηση ή σε τμήμα αυτής θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί από ή σε σχέση με τον προς ον η μεταβίβαση [...]
Άρθρο 6. Συνέπεια της μεταβιβάσεως για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας
Εάν κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως υφίσταται συλλογική σύμβαση συνομολογηθείσα από τον μεταβιβάζοντα ή εκ μέρους αυτού με μια συνδικαλιστική οργάνωση αναγνωρισμένη από τον μεταβιβάζοντα σε σχέση με οποιονδήποτε εργαζόμενο του οποίου η σύμβαση εργασίας διατηρείται σε ισχύ σύμφωνα με τον κανόνα 5, παράγραφος 1, ανωτέρω:
(a) [...] η ως άνω συλλογική σύμβαση ισχύει, ως προς την εφαρμογή της στον εργαζόμενο, μετά τη μεταβίβαση, ως εάν είχε συνομολογηθεί από ή εκ μέρους του προς ον η μεταβίβαση με την εν λόγω συνδικαλιστική οργάνωση, και, κατά συνέπεια, οποιαδήποτε ενέργεια πραγματοποιήθηκε βάσει αυτής ή σε σχέση με αυτή, ως προς την προαναφερθείσα εφαρμογή της, από ή σε σχέση με τον μεταβιβάζοντα πριν από τη μεταβίβαση, θεωρείται, μετά τη μεταβίβαση, ότι πραγματοποιήθηκε από ή σε σχέση με τον προς ον η μεταβίβαση [...].
Άρθρο 7. Αποκλεισμός των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων
1. Οι προαναφερθέντες κανόνες των άρθρων 5 και 6 δεν έχουν εφαρμογή:
(a) επί συμβάσεως εργασίας ή συλλογικής συμβάσεως αφορώσας επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα υπό την έννοια του Social Security Pensions Act 1975 (νόμου του 1975 περί των συντάξεων κοινωνικής ασφαλίσεως) ή της Social Security Pensions (Northern Ireland) Order 1975 [διατάξεως του 1975 περί συντάξεων κοινωνικής ασφαλίσεως (Βόρεια Ιρλανδία)]· ή
(b) σε δικαιώματα, εξουσίες, καθήκοντα ή υποχρεώσεις που συνδέονται με οποιαδήποτε τέτοια σύμβαση ή που εξακολουθούν να υφίστανται βάσει οποιασδήποτε τέτοιας συμβάσεως και σχετικά με τέτοιο σύστημα ή που ανακύπτουν κατ' άλλο τρόπο όσον αφορά την απασχόληση του προσώπου αυτού και σε σχέση με ένα τέτοιο σύστημα.
2. Για την εφαρμογή της ανωτέρω παραγράφου 1, οι διατάξεις επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος που δεν αφορούν τις παροχές γήρατος, ανικανότητας προς εργασία ή επιζώντων δεν αποτελούν μέρος του συστήματος.»
7 Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ειδικότερα ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα του NHS είναι ένα επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, όπως ορίζεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της TUPE.
Οι προϋποθέσεις απασχολήσεως του General Whitley Council
8 Το σύστημα των Whitley Councils είναι ένα σύστημα καθορισμού των όρων εργασίας στον δημόσιο τομέα μέσω διαπραγματεύσεων με ισομερή συμμετοχή εργαζομένων και εργοδοτών.
9 Το άρθρο 45 των General Whitley Councils Conditions of Service (στο εξής: όροι εργασίας του GWC) επαναλαμβάνει τις διατάξεις των συμφωνιών που προβλέπουν εφάπαξ αποζημίωση απολύσεως για τους εργαζομένους των διαφόρων μονάδων του NHS όταν αυτοί απολύονται λόγω υπάρξεως πλεονάζοντος προσωπικού. Στις περιπτώσεις αυτές οι αποζημιώσεις καταβάλλονται από τον εργοδότη.
10 Το άρθρο 46 των όρων εργασίας του GWC επαναλαβάνει τις διατάξεις της collective agreement on Premature Payment of Superannuation and Compensation Benefits (συλλογικής συμβάσεως περί της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως με καταβολή σχετικής αποζημιώσεως) που συνήφθη μεταξύ, αφενός, των διαφόρων εργοδοτών του NHS και, αφετέρου, των αναγνωρισμένων συνδικάτων. Για τους εργαζομένους που έχουν ηλικία μεταξύ των 50 ετών και της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως και πενταετή τουλάχιστον υπαγωγή στο «NHS Superannuation Scheme» (συνταξιοδοτικό σύστημα του NHS), το ως άνω άρθρο προβλέπει πρόωρη συνταξιοδότηση με άμεση καταβολή της συντάξεως και της σχετικής αποζημιώσεως σε τρεις περιπτώσεις, ήτοι σε περίπτωση απολύσεως λόγω υπάρξεως πλεονάζοντος προσωπικού, συνταξιοδοτήσεως για λόγους αποτελεσματικής λειτουργίας της υπηρεσίας ή πρόωρης συνταξιοδοτήσεως στο πλαίσιο αναδιοργανώσεως. Επιπλέον, υπέρ των εν λόγω εργαζομένων προβλέπεται πλασματική προσαύξηση των ετών εργασίας που λαμβάνονται υπόψη.
11 Οι εφαρμοστέες στην υπόθεση της κύριας δίκης διατάξεις του άρθρου 46 των όρων εργασίας του GWC απορρέουν από τους NHS Pension Scheme Regulations του 1995 (κανονιστική ρύθμιση του 1995 περί συνταξιοδοτικού συστήματος του NHS) και τους NHS (Compensation for Premature Retirement) Regulations 1981 (κανονιστική ρύθμιση του 1981 περί αποζημιώσεως λόγω πρόωρης - και ακούσιας - συνταξιοδοτήσεως στο πλαίσιο του NHS). Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν τα ακόλουθα:
- σύνταξη λόγω πρόωρης αφυπηρετήσεως («early retirement pension»), στηριζόμενη σε πραγματικά έτη συντάξιμης υπηρεσίας, καταβαλλόμενη από της ημερομηνίας της απολύσεως για οικονομικούς λόγους μέχρι την ημερομηνία συμπληρώσεως της ηλικίας για κανονική συνταξιοδότηση·
- πρόωρη εφάπαξ καταβολή λόγω αφυπηρετήσεως («lump sum on retirement»), που χορηγείται κανονικά κατά την αφυπηρέτηση του εργαζομένου, ισοδύναμη προς το τριπλάσιο του ετήσιου ποσού της συντάξεως πρόωρης αφυπηρετήσεως·
- αποζημίωση συνισταμένη σε ετήσιο επίδομα («annual allowance»), προς προσαύξηση της συντάξεως λόγω πρόωρης αφυπηρετήσεως, και
- εφάπαξ αποζημίωση («lump sum compensation»), η οποία είναι τριπλάσια του ετησίου επιδόματος.
12 Οι ως άνω διάφορες παροχές καταβάλλονται από τον αρμόδιο υπουργό, στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού συστήματος του NHS όσον αφορά τις δύο πρώτες. Εντούτοις, η διοίκηση του NHS υποχρεούται να επιστρέφει στον υπουργό τις σχετικές με τις παροχές αυτές δαπάνες.
13 Όταν οι παροχές αυτές προσεγγίσουν συγκεκριμένο επίπεδο, οι εφάπαξ αποζημιώσεις απολύσεως λόγω υπάρξεως πλεονάζοντος προσωπικού, περί των οποίων κάνει λόγο το άρθρο 45 των όρων εργασίας των GWC, μειώνονται ή καταργούνται.
Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
14 Η K. Beckmann εργάστηκε στο πλαίσιο του NHS στην υπηρεσία του North West Regional Health Authority (στο εξής: NWRHA), σύμφωνα με τους όρους εργασίας του GWC. Έχει καταβάλει εισφορές στο συνταξιοδοτικό σύστημα του NHS. Η μονάδα στην οποία εργαζόταν αποτέλεσε το αντικείμενο μεταβιβάσεως, υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας και υπό την έννοια της TUPE, στην DWM από 1ης Ιουνίου 1995. Η K. Beckmann συνέχισε να εργάζεται για την DWM μέχρι την ημερομηνία απολύσεώς της λόγω υπάρξεως πλεονάζοντος προσωπικού στις 6 Μα_ου 1997.
15 Λόγω της απολύσεώς της, η DWM κατέβαλε στην K. Beckmann εφάπαξ αποζημίωση λόγω απολύσεως, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 45 των όρων εργασίας του GWC, χωρίς καμία μείωση αντίστοιχη προς τις παροχές που απορρέουν από το άρθρο 46 των ως άνω όρων εργασίας. Αν και η K. Beckmann πληρούσε τις προϋποθέσεις που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη, καθόσον είχε συμπληρώσει την ηλικία των 50 ετών και υπαγόταν για διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας στο συνταξιοδοτικό σύστημα του NHS, δεν έλαβε καμία σχετική παροχή.
16 Η K. Beckmann άσκησε αγωγή προς αναγνώριση του δικαιώματός της να λάβει τις παροχές αυτές, ζητώντας την έκδοση διατάξεως υποχρεώνουσας την DWM να προβεί στη σχετική πληρωμή.
17 Υπό τις συνθήκες αυτές, το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα δύο ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνιστά δικαίωμα για παροχές λόγω γήρατος, ανικανότητας προς εργασία ή επιζώντων, υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 77/187/EΟΚ του Συμβουλίου, το δικαίωμα του εργαζομένου για πρόωρη σύνταξη και για εφάπαξ ποσό λόγω αφυπηρετήσεως και/ή για ετήσιο επίδομα και εφάπαξ αποζημίωση;
2) Εάν στο πρώτο ερώτημα δοθεί αρνητική απάντηση, υφίσταται κάποια υποχρέωση του μεταβιβάζοντος απορρέουσα από τη σύμβαση εργασίας, την εργασιακή σχέση ή τη συλλογική σύμβαση υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και/ή 2, η οποία μεταφέρεται λόγω της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως και καθιστά τον προς ον η μεταβίβαση υπεύθυνο για την καταβολή των παροχών στον εργαζόμενο σε περίπτωση απολύσεώς του;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
18 Η K. Beckmann και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρούν ότι οι προβλεπόμενες από το άρθρο 46 των όρων εργασίας του GWC παροχές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας και ότι, κατά συνέπεια, αποτελούν μέρος των δικαιωμάτων που μεταβιβάζονται υπέρ του εργαζομένου. Δεν συνδέονται με τον κίνδυνο γήρατος, έστω και αν καταβάλλονται μόνον από μία ηλικία και μετά. Απορρέουν από έναν ειδικό μηχανισμό που ισχύει σε περίπτωση απολύσεως όταν υφίστανται ειδικές περιστάσεις.
19 Για την εκτίμηση του αν κάποιες παροχές καλύπτονται ή όχι από την προβλεπόμενη από το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας εξαίρεση, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά έναντι των γενικών σκοπών του σχετικού κειμένου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνον οι σκοποί των παροχών αυτών. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο έχει δεχθεί την άποψη αυτή με την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 151/84, Roberts (Συλλογή 1986, σ. 703), με την οποία έκρινε ότι οι προϋποθέσεις χορηγήσεως πρόωρης συντάξεως στο πλαίσιο συλλογικών διαδικασιών απολύσεως για οικονομικούς λόγους δεν μπορούν να εξομοιώνονται προς τις συνήθεις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος. Η K. Beckmann διατείνεται ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 17ης Μα_ου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889), δεν προέβη σε καμία διάκριση μεταξύ των αποζημιώσεων λόγω πρόωρης συντάξεως σε περίπτωση απολύσεως και άλλων ειδών αποζημιώσεων ή επιδομάτων που χορηγούνται όταν συντρέχουν οι ίδιες περιστάσεις, χαρακτηρίζοντάς τις ως αμοιβές εργαζομένων υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ).
20 Η K. Beckmann προσθέτει ότι το να θεωρηθεί ως παροχή γήρατος η χορήγηση πρόωρης συντάξεως σε περίπτωση απολύσεως ισοδυναμεί με άνιση μεταχείριση μεταξύ των απολυόμενων εργαζομένων μετά από μεταβίβαση επιχειρήσεως. Ορισμένοι από τους εργαζομένους αυτούς θα μπορούν πάντοτε να λάβουν παροχές συνδεόμενες με την απόλυση, με βάση υποχρεώσεις που είχε αναλάβει ο προηγούμενος εργοδότης τους, ενώ άλλοι δεν θα μπορούν να λάβουν την πρόωρη σύνταξη την οποία ωστόσο ο προηγούμενος εργοδότης τους υποχρεούτο να τους χορηγήσει εφόσον θα συνέτρεχαν οι ίδιες περιστάσεις. Η K. Beckmann υποστηρίζει ακόμα ότι δεν πρέπει να λαμβάνεται ως βάση ούτε η φαινομενική όψη του προβλεπόμενου μηχανισμού σε περίπτωση απολύσεως - που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πρόωρη σύνταξη ή άλλως, καθόσον ατομικά οι εργαζόμενοι, σε συνάρτηση με την ατομική τους κατάσταση, δεν έχουν πραγματικό δικαίωμα επιλογής μεταξύ των διαφόρων λύσεων - ούτε ο φορέας που καταβάλλει στην πράξη τις παροχές στους ενδιαφερομένους. Αυτό το οποίο έχει σημασία εν προκειμένω είναι ότι οι παροχές επρόκειτο να βαρύνουν τελικά τον εργοδότη, ήτοι το NHS, αν η K. Beckmann είχε συνεχίσει να εργάζεται στην υπηρεσία του μέχρι της απολύσεώς της, και όχι το συνταξιοδοτικό σύστημα αυτό καθαυτό.
21 Η DWM υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι οι επίμαχες παροχές της κύριας δίκης είναι παροχές γήρατος καλυπτόμενες από την εξαίρεση την οποία προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας. Η πρόωρη καταβολή παροχών οι οποίες είναι εκ της φύσεώς τους παροχές γήρατος ουδόλως μεταβάλλει τον χαρακτήρα τους. Η DWM φρονεί σχετικά ότι δεν αμφισβητείται ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα του NHS είναι ένα συμπληρωματικό επαγγελματικό σύστημα προνοίας υπό την έννοια της διατάξεως αυτής. Οι επίμαχες παροχές της κύριας δίκης υπολογίζονται ακριβώς όπως οι συνήθεις παροχές γήρατος του NHS, με προσφυγή σε έναν ιδιαίτερο μηχανισμό που αποσκοπεί στην αντιστάθμιση του μικρού αριθμού των ετών υπαγωγής των ενδιαφερομένων στο σύστημα. Η DWM προσθέτει ότι οι παροχές που προβλέπει το άρθρο 46 των όρων εργασίας του GWC δεν χορηγούνται προς αντιστάθμιση της απώλειας θέσεως εργασίας, πράγμα το οποίο αποτελεί, αντιθέτως, τον σκοπό της εφάπαξ αποζημιώσεως που προβλέπει το άρθρο 45 των ως άνω όρων, η οποία εξάλλου χορηγήθηκε στην K. Beckmann.
22 Η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να εξετασθεί αν από τα στοιχεία της υποθέσεως και τις λοιπές ιδιαιτερότητες των επίμαχων παροχών της κύριας δίκης μπορεί να γίνει δεκτό ότι δεν είναι υποχρεωτική η υπέρ του εργαζομένου διατήρηση των παροχών αυτών σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας. Το αποφασιστικό κριτήριο επ' αυτού είναι η φύση του συστήματος προνοίας στο οποίο εντάσσονται ενδεχομένως οι παροχές.
23 Η Επιτροπή εκθέτει ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας εξαίρεση συνδέεται με τα χαρακτηριστικά των συμπληρωματικών επαγγελματικών και διεπαγγελματικών συστημάτων προνοίας τα οποία αφορά, όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας. Η οικονομία των συστημάτων αυτών και, παράλληλα, οι διαφορές μεταξύ τους είναι τέτοιες ώστε να είναι αδύνατο να επιβάλλεται γενικά στον προς ον η μεταβίβαση η υποχρέωση να αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα συστήματα αυτά, τα οποία έχουν τις δικές τους ισορροπίες και στα οποία συχνά ο προς ον η μεταβίβαση δεν μετέχει.
24 ρος καθορισμό του αν οι επίμαχες παροχές της κύριας δίκης καλύπτονται από την εξαίρεση του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας η Επιτροπή προτείνει να εξετάζονται ως αποφασιστικά κριτήρια τα ακόλουθα στοιχεία: ο τρόπος χρηματοδοτήσεως, η φύση και το αντικείμενο, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως και ο τρόπος υπολογισμού τους.
25 Όσον αφορά την πρόωρη σύνταξη και το εφάπαξ ποσό λόγω αφυπηρετήσεως περί των οποίων πρόκειται στην υπόθεση της κύριας δίκης, η Επιτροπή συνάγει από τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο ότι οι παροχές αυτές χορηγούνται στο πλαίσιο ενός επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος όπως αυτό περί του οποίου κάνει λόγο το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας. Σημειώνει ειδικότερα ότι η DWM πιθανότατα δεν μπορεί να μετάσχει στο συταξιοδοτικό σύστημα του NHS, ενώ οι προϋποθέσεις χορηγήσεως και οι σκοποί των ως άνω δύο παροχών φαίνεται ότι συγκλίνουν προς τους προβλεπόμενους για τις παροχές συνήθους συντάξεως του συστήματος αυτού. Η Επιτροπή παρατηρεί ωστόσο ότι ο εργοδότης του NHS έχει την υποχρέωση καταβολής μιας εισφοράς στον υπουργό προοριζόμενης προς κάλυψη του κόστους των δύο ως άνω παροχών, διερωτάται όμως περί του τρόπου χρηματοδοτήσεως της εισφοράς αυτής. Η Επιτροπή διερωτάται επίσης αν σε περίπτωση αποβιώσεως του ενδιαφερομένου οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα διατηρούν το δικαίωμα λήψεως των δύο αυτών παροχών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της συντάξεως. Εντούτοις, η Επιτροπή συνάγει ότι οι εν λόγω παροχές καλύπτονται, όπως φαίνεται, από την εξαίρεση του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας.
26 Όσον αφορά το ετήσιο επίδομα και την εφάπαξ αποζημίωση περί των οποίων γίνεται λόγος στην υπόθεση της κύριας δίκης, η Επιτροπή εκθέτει ότι από τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί με ακρίβεια αν οι παροχές αυτές χορηγούνται στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού συστήματος του NHS, αλλ' ούτε και αν έχουν ως σκοπό την εξασφάλιση επαρκούς εισοδήματος κατά τη διάρκεια της περιόδου καταβολής πρόωρης συντάξεως ή την καταβολή αποζημιώσεως λόγω απολύσεως. Η Επιτροπή σημειώνει ότι το ύψος τους δεν φαίνεται να είναι ανάλογο προς τον αριθμό των ετών καταβολής εισφορών εκ μέρους του ενδιαφερομένου στο ως άνω σύστημα και ότι ο εργοδότης πρέπει επίσης να καταβάλλει στον υπουργό εισφορά προοριζόμενη προς κάλυψη του κόστους των παροχών αυτών. Η Επιτροπή διερωτάται ακόμη ως προς το τι συμβαίνει σε περίπτωση αποβιώσεως του ενδιαφερομένου. Τελικά, επιφυλάσσεται να λάβει θέση ως προς τις δύο ως άνω παροχές.
27 ρέπει να σημειωθεί, εκ προοιμίου, ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου συμφωνούν ότι οι εργαζόμενοι του NHS, παρά το γεγονός ότι το σύστημα αυτό υπάγεται στον δημόσιο τομέα, καλύπτονται από την εθνική εργατική νομοθεσία και, επομένως, είναι δυνατή η υπέρ αυτών εφαρμογή της οδηγίας (βλ. επ' αυτού την απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, C-343/98, Collino και Chiappero, Συλλογή 2000, σ. Ι-6659, σκέψη 41).
28 Ένας μηχανισμός όπως ο προβλεπόμενος από το άρθρο 46 των όρων εργασίας του GWC προβλέπει, ιδίως σε περίπτωση κάποιου είδους απολύσεως, πρόωρη σύνταξη, καθώς και χρηματικές καταβολές με σκοπό τη βελτίωση του επιπέδου της παροχής αυτής.
29 Λαμβανομένου υπόψη του γενικού σκοπού προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, τον οποίο επιδιώκει η οδηγία προβλέποντας, στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, τη μεταφορά στον προς ον η μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είχε ο μεταβιβάζων λόγω της συμβάσεως εργασίας, της σχέσεως εργασίας ή βάσει συλλογικών συμβάσεων, η εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου πρέπει να ερμηνεύεται στενά.
30 Επομένως, η ως άνω εξαίρεση δεν μπορεί να ισχύει παρά μόνο για τις περιοριστικά απαριθμούμενες στη διάταξη αυτή παροχές, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπό τη στενή τους έννοια.
31 Στο πλαίσιο αυτό, μπορούν να χαρακτηρίζονται ως παροχές γήρατος μόνον οι παροχές που χορηγούνται από τη στιγμή που ο εργαζόμενος έχει περατώσει κανονικά τη σταδιοδρομία του, όπως τούτο προβλέπεται από τη γενική οικονομία του οικείου συνταξιοδοτικού συστήματος, και όχι οι παροχές που χορηγούνται υπό συνθήκες όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, δηλαδή σε περίπτωση απολύσεως λόγω υπάρξεως πλεονάζοντος προσωπικού, έστω και αν υπολογίζονται ακολουθουμένου του τρόπου υπολογισμού των παροχών συνήθους συντάξεως.
32 Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι παροχές πρόωρης συντάξεως, καθώς και παροχές που αποσκοπούν στη βελτίωση των όρων μιας τέτοιας συντάξεως, οι οποίες καταβάλλονται, σε περίπτωση απολύσεως, σε εργαζομένους που έχουν συμπληρώσει ορισμένη ηλικία, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν αποτελούν παροχές γήρατος, ανικανότητας προς εργασία ή επιζώντων στο πλαίσιο συμπληρωματικών επαγγελματικών ή διεπαγγελματικών συστημάτων προνοίας περί των οποίων κάνει λόγο το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
33 Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν μεταφέρονται στον προς ον η μεταβίβαση, υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς του άρθρου 3 της οδηγίας, οι υποχρεώσεις οι οποίες προβλέπονται σε περίπτωση απολύσεως εργαζομένου, οι οποίες απορρέουν από σύμβαση εργασίας, από σχέση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση που δεσμεύει τον μεταβιβάζοντα έναντι του εργαζομένου αυτού, στον βαθμό που παροχές όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης εκφεύγουν του πεδίου εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 3 της οδηγίας, έστω και αν οι ως άνω υποχρεώσεις στηρίζονται σε πράξεις της δημόσιας αρχής ή τίθενται σε ισχύ με τέτοιες πράξεις στο πλαίσιο ρυθμίσεως όπως η προβλεπόμενη για τις επίμαχες παροχές της κύριας δίκης.
34 Η K. Beckmann προβάλλει τον ισχυρισμό, τον οποίο συμμερίζεται η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι το δικαίωμα λήψεως των επίμαχων παροχών της κύριας δίκης απορρέει από τη σύμβαση εργασίας της ή από τη σχέση εργασίας της με το NHS και ότι η σύμβασή της προέβλεπε ρητά την υπέρ αυτής εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 46 των όρων εργασίας του GWC. Επιπλέον, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό απορρέει από συλλογική σύμβαση, η υποχρέωση που αντιστοιχεί στο δικαίωμα αυτό μεταφέρθηκε στον προς ον η μεταβίβαση όχι μόνο δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, αλλά και δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής. Το γεγονός ότι μεσολάβησαν διάφορες πράξεις της δημόσιας αρχής για τη θέσπιση του δικαιώματος αυτού, λαμβανομένης υπόψη της υπαγωγής του NWRHA στον δημόσιο τομέα, δεν ασκεί καμία επιρροή, όπως επίσης δεν ασκεί επιρροή η καταβολή των παροχών από τον αρμόδιο υπουργό προ της επιστροφής των σχετικών ποσών εκ μέρους του NWRHA, πράγμα το οποίο αποτελεί απλώς λεπτομέρεια εφαρμογής.
35 Η DWM υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι το γεγονός ότι το δικαίωμα λήψεως των ανωτέρω παροχών δημιουργήθηκε βάσει πράξεων της δημόσιας αρχής και ότι ο υπουργός είναι αυτός ο οποίος προβαίνει στις σχετικές πληρωμές αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας, που αφορά μόνον τα δικαιώματα τα οποία έχουν οι εργαζόμενοι έναντι του ίδιου του εργοδότη δυνάμει της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας και των συλλογικών συμβάσεων. Όμως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το σύστημα είναι τέτοιο ώστε ο μεταβιβάζων εργοδότης, δηλαδή το NWRHA, είχε ορισμένες υποχρεώσεις έναντι του υπουργού και όχι έναντι των εργαζομένων. Επιπλέον, η DWM δεν είχε η ίδια καμία υποχρέωση έναντι του υπουργού.
36 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ορίζει ότι ο προς ον η μεταβίβαση αναλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας ή τη σχέση εργασίας η οποία υφίσταται μεταξύ του εργαζομένου και του μεταβιβάζοντος κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, καθώς και από τους όρους εργασίας που περιλαμβάνονται σε σχετική συλλογική σύμβαση, όπως προβλεπόταν και για τον μεταβιβάζοντα, μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας ή τη λήξη της ισχύος της συλλογικής συμβάσεως ή την έναρξη της ισχύος ή την εφαρμογή άλλης συλλογικής συμβάσεως, με την επιφύλαξη ότι το οικείο κράτος μέλος δεν περιόρισε την περίοδο διατηρήσεως αυτών των όρων εργασίας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας.
37 Όμως, πέρα από τις εξαιρέσεις που προκύπτουν από το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας όσον αφορά τις παροχές γήρατος, ανικανότητος προς εργασία ή επιζώντων που απαριθμεί η διάταξη αυτή, η οδηγία δεν προβλέπει καμία εξαίρεση από τους ως άνω κανόνες, ενώ η ύπαρξη μιας τέτοιας ειδικής διατάξεως οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, καλύπτει το σύνολο των δικαιωμάτων των εργαζομένων τα οποία μνημονεύονται σ' αυτό και τα οποία δεν καλύπτονται από εξαιρέσεις (βλ. επ' αυτού την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, 135/83, Abels, Συλλογή 1985, σ. 469, σκέψη 37).
38 Κατά συνέπεια, ούτε το γεγονός ότι τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις που απορρέουν από σύμβαση εργασίας, σχέση εργασίας ή συλλογική σύμβαση η οποία συνδέει τον μεταβιβάζοντα υπό τους όρους που υπενθυμίστηκαν στη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως στηρίζονται σε πράξεις της δημόσιας αρχής ή άρχισαν να παράγουν τα αποτελέσματά τους κατόπιν τέτοιων πράξεων, ούτε οι σχετικές με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτές πρακτικές λεπτομέρειες εφαρμογής μπορούν να εμποδίσουν τη μεταφορά των ως άνω δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων στον προς ον η μεταβίβαση.
39 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, εναπόκειται ενδεχομένως στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αν οι παροχές που ζητεί η K. Beckmann απέρρεαν από τη σύμβαση εργασίας της ή τη σχέση εργασίας της με τον μεταβιβάζοντα εργοδότη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως ή από συλλογική σύμβαση που δέσμευε τον μεταβιβάζοντα και δεσμεύει και τον προς ον η μεταβίβαση υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, προκειμένου να προσδιορίσει αν η K. Beckmann μπορεί να ζητήσει από την DWM να καταβάλει, υπό την ιδιότητα του προς ον η μεταβίβαση, τις παροχές αυτές.
40 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3 της οδηγίας έχει την έννοια ότι οι υποχρεώσεις που ισχύουν σε περίπτωση απολύσεως εργαζομένου, οι οποίες απορρέουν από σύμβαση εργασίας, σχέση εργασίας ή συλλογική σύμβαση που δεσμεύει τον μεταβιβάζοντα έναντι του εργαζομένου αυτού, μεταφέρονται στον προς ον η μεταβίβαση υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπει το άρθρο αυτό, ανεξάρτητα από το αν οι ως άνω υποχρεώσεις στηρίζονται σε πράξεις της δημόσιας αρχής ή άρχισαν να παράγουν τα αποτελέσματά τους κατόπιν τέτοιων πράξεων και ανεξάρτητα από τις σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
41 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς την κύρια δίκη τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 1ης Μαρτίου 2000 το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division, αποφαίνεται:
1) αροχές πρόωρης συντάξεως, καθώς και παροχές που αποσκοπούν στη βελτίωση των όρων μιας τέτοιας συντάξεως, οι οποίες καταβάλλονται, σε περίπτωση απολύσεως, σε υπαλλήλους που έχουν συμπληρώσει ορισμένη ηλικία, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν αποτελούν παροχές γήρατος, ανικανότητας προς εργασία ή επιζώντων στο πλαίσιο συμπληρωματικών επαγγελματικών ή διεπαγγελματικών συστημάτων προνοίας περί των οποίων κάνει λόγο το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων.
2) Το άρθρο 3 της οδηγίας 77/187 έχει την έννοια ότι οι υποχρεώσεις που ισχύουν σε περίπτωση απολύσεως εργαζομένου, οι οποίες απορρέουν από σύμβαση εργασίας, σχέση εργασίας ή συλλογική σύμβαση που δεσμεύει τον μεταβιβάζοντα έναντι του εργαζομένου αυτού, μεταφέρονται στον προς ον η μεταβίβαση υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπει το άρθρο αυτό, ανεξάρτητα από το αν οι ως άνω υποχρεώσεις στηρίζονται σε πράξεις της δημόσιας αρχής ή άρχισαν να παράγουν τα αποτελέσματά τους κατόπιν τέτοιων πράξεων και ανεξάρτητα από τις σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής.
Full & Egal Universal Law Academy