Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Μη αμφισβητούμενη παράβαση
(Άρθρο 226 ΕΚ)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-166/00,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Κοντού-Durande, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τον Γ. Κανελλόπουλο και τις Χ. Τσιαβού και Δ. Τσαγκαράκη, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθεί προς τις οδηγίες:
- 97/41/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1997, για την τροποποίηση των οδηγιών 76/895/ΕΟΚ, 86/362/ΕΟΚ, 86/363/ΕΟΚ και 90/642/ΕΟΚ περί του καθορισμού της μέγιστης περιεκτικότητας για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επί και εντός των οπωροκηπευτικών, μέσα και πάνω στα σιτηρά, πάνω και μέσα στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, και επάνω και μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών, αντιστοίχως (EE L 184, σ. 33),
- 97/76/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1997, για την τροποποίηση των οδηγιών 77/99/ΕΟΚ και 72/462/ΕΟΚ όσον αφορά τους κανόνες που εφαρμόζονται στον κιμά, στα παρασκευάσματα κρέατος και σε ορισμένα άλλα προϊόντα ζωικής προέλευσης (EE 1998, L 10, σ. 25),
- 98/51/ΕΚ της Επιτροπής, της 9ης Ιουλίου 1998, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων εφαρμογής της οδηγίας 95/69/ΕΚ του Συμβουλίου για τη θέσπιση των όρων και των κανόνων που εφαρμόζονται κατα την έγκριση και την εγγραφή ορισμένων εγκαταστάσεων και ενδιαμέσων του τομέα της διατροφής των ζώων (EE L 208, σ. 43), και
- 98/67/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Σεπτεμβρίου 1998, για την τροποποίηση των οδηγιών 80/511/ΕΟΚ, 82/475/ΕΟΚ, 91/357/ΕΟΚ και 96/25/ΕΚ του Συμβουλίου και για κατάργηση της οδηγίας 92/87/ΕΟΚ (EE L 261, σ. 10),
εντός των προθεσμιών που έταξαν οι οδηγίες αυτές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και από τις εν λόγω οδηγίες,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους S. von Bahr, πρόεδρο τμήματος, A. La Pergola και C. W. A. Timmermans (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Μα_ου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθεί προς τις οδηγίες:
- 97/41/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1997, για την τροποποίηση των οδηγιών 76/895/ΕΟΚ, 86/362/ΕΟΚ, 86/363/ΕΟΚ και 90/642/ΕΟΚ περί του καθορισμού της μέγιστης περιεκτικότητας για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επί και εντός των οπωροκηπευτικών, μέσα και πάνω στα σιτηρά, πάνω και μέσα στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, και επάνω και μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών, αντιστοίχως (EE L 184, σ. 33),
- 97/76/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1997, για την τροποποίηση των οδηγιών 77/99/ΕΟΚ και 72/462/ΕΟΚ όσον αφορά τους κανόνες που εφαρμόζονται στον κιμά, στα παρασκευάσματα κρέατος και σε ορισμένα άλλα προϊόντα ζωικής προέλευσης (EE 1998, L 10, σ. 25),
- 98/51/ΕΚ της Επιτροπής, της 9ης Ιουλίου 1998, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων εφαρμογής της οδηγίας 95/69/ΕΚ του Συμβουλίου για τη θέσπιση των όρων και των κανόνων που εφαρμόζονται κατα την έγκριση και την εγγραφή ορισμένων εγκαταστάσεων και ενδιαμέσων του τομέα της διατροφής των ζώων (EE L 208, σ. 43), και
- 98/67/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Σεπτεμβρίου 1998, για την τροποποίηση των οδηγιών 80/511/ΕΟΚ, 82/475/ΕΟΚ, 91/357/ΕΟΚ και 96/25/ΕΚ του Συμβουλίου και για κατάργηση της οδηγίας 92/87/ΕΟΚ (EE L 261, σ. 10),
εντός των προθεσμιών που έταξαν οι οδηγίες αυτές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και από τις εν λόγω οδηγίες.
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Σύμφωνα με τα άρθρα 5, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 97/41, 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 97/76, 10, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/51 και 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/67, τα κράτη μέλη έπρεπε να θεσπίσουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς εκάστη των οδηγιών αυτών μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1998 το αργότερο.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
3 Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι οι οδηγίες 97/41, 97/76, 98/51 και 98/67 δεν είχαν μεταφερθεί στο ελληνικό δίκαιο εντός της ταχθείσας προθεσμίας, κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως. Η Επιτροπή, αφού απέστειλε στην Ελληνική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως ζητώντας της να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, εξέδωσε στις 4 Αυγούστου 1999 αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία κάλεσε το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα μέτρα που είναι αναγκαία για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της. Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν απάντησε στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επιχειρήματα των διαδίκων
4 Η Ελληνική Δημοκρατία αναγνώρισε, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ότι οι προπαρατεθείσες οδηγίες δεν είχαν μεταφερθεί στο ελληνικό δίκαιο εντός της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
5 Ανέφερε ωστόσο ότι η οδηγία 97/76 μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας. Όσον αφορά τις οδηγίες 97/41, 98/51 και 98/67, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία μεταφοράς τους στο ελληνικό δίκαιο βρισκόταν στο στάδιο ολοκλήρωσης.
6 Ενόψει των στοιχείων αυτών, η Επιτροπή, μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, παραιτήθηκε από το τμήμα της προσφυγής της που αφορά την παράλειψη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 97/76. Διατήρησε ωστόσο το τμήμα της προσφυγής της που αφορά την παράλειψη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 97/41, 98/51 και 98/67.
7 Με έγγραφο της 21ης Μαρτίου 2001, η Ελληνική Δημοκρατία απέστειλε στο Δικαστήριο αντίγραφο του φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στο οποίο δημοσιεύθηκε ο νόμος περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 97/41.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
8 Όσον αφορά τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 97/41, 98/51 και 98/67, πρέπει να τονιστεί, αφενός, ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιαζόταν κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη και ότι οι μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Μαρτίου 2001, C-147/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-2387, σκέψη 26).
9 ρέπει να υπενθυμιστεί, αφετέρου, ότι, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η παράβαση αίρεται μετά την πάροδο της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, εξακολουθεί να υπάρχει συμφέρον για τη συνέχιση της δίκης προκειμένου να θεμελιωθεί η ενδεχόμενη ευθύνη του κράτους μέλους, συνεπεία της παραβάσεώς του, έναντι άλλων κρατών μελών, της Κοινότητας ή ιδιωτών (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1992, C-29/90, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1992, σ. Ι-1971, σκέψη 12, και της 14ης Ιουνίου 2001, C-207/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-4571, σκέψη 28).
10 Εν προκειμένω όμως δεν αμφισβητείται ότι η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 97/41, 98/51 και 98/67 δεν πραγματοποιήθηκε εντός της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή είναι βάσιμη.
11 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθεί προς τις οδηγίες 97/41, 98/51 και 98/67, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες αυτές.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
12 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας και η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα κατά το μέρος κατά το οποίο η προσφυγή αφορά τις οδηγίες 97/41, 98/51 και 98/67.
13 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατόπιν αιτήσεως του παραιτουμένου διαδίκου, καταδικάζεται στα έξοδα ο αντίδικος, αν τούτο δικαιολογείται από τη στάση του. Λαμβανομένης υπόψη της στάσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία κοινοποίησε τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 97/76 μετά την άσκηση της προσφυγής, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα κατά το μέρος κατά το οποίο η προσφυγή αφορά την οδηγία αυτή.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθεί προς τις οδηγίες:
- 97/41/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1997, για την τροποποίηση των οδηγιών 76/895/ΕΟΚ, 86/362/ΕΟΚ, 86/363/ΕΟΚ και 90/642/ΕΟΚ περί του καθορισμού της μέγιστης περιεκτικότητας για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επί και εντός των οπωροκηπευτικών, μέσα και πάνω στα σιτηρά, πάνω και μέσα στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, και επάνω και μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών, αντιστοίχως,
- 98/51/ΕΚ της Επιτροπής, της 9ης Ιουλίου 1998, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων εφαρμογής της οδηγίας 95/69/ΕΚ του Συμβουλίου για τη θέσπιση των όρων και των κανόνων που εφαρμόζονται κατα την έγκριση και την εγγραφή ορισμένων εγκαταστάσεων και ενδιαμέσων του τομέα της διατροφής των ζώων, και
- 98/67/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Σεπτεμβρίου 1998, για την τροποποίηση των οδηγιών 80/511/ΕΟΚ, 82/475/ΕΟΚ, 91/357/ΕΟΚ και 96/25/ΕΚ του Συμβουλίου και για κατάργηση της οδηγίας 92/87/ΕΟΚ,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες αυτές.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy