Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινωνική ασφάλιση διακινουμένων εργαζομένων - Κοινοτική ρύθμιση - ροσωπικό πεδίο εφαρμογής - Μέλη της οικογενείας εργαζομένου - Δικαίωμα επικλήσεως της ιδιότητας αυτής προκειμένου να προβληθεί η αξίωση της υπαγωγής στις ευεργετικές κοινοτικές διατάξεις περί παροχών ανεργίας - Δεν ισχύει
(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρα 2 § 1 και 67 έως 71α)
Περίληψη
$$Από την απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1976, 40/76, Kermaschek προκύπτει ότι, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C-308/93, Cabanis-Issarte, το μέλος της οικογενείας ενός εργαζομένου δεν δύναται να επικαλεστεί, υπό την ιδιότητα αυτή, τα άρθρα 67 έως 71α του κανονισμού 1408/71 και, ιδίως, τις ειδικές διατάξεις του για τους μεθοριακούς εργαζομένους, του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α_, σημείο ii, του κανονισμού αυτού, που ορίζει ότι αρμόδιο κράτος για τη χορήγηση παροχών ανεργίας είναι το κράτος μέλος του τόπου κατοικίας.
ράγματι, ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε, με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, το οποίο καθορίζει το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του, δύο σαφώς χωριστές κατηγορίες, ήτοι, αφενός, τους εργαζομένους και, αφετέρου, τα μέλη της οικογενείας και τους επιζώντες των εργαζομένων. Όμως, δεν αμφισβητείται ότι η διάκριση αυτή καθορίζει το προσωπικό πεδίο εφαρμογής πολλών διατάξεων του κανονισμού 1408/71, ορισμένες από τις οποίες, όπως αυτές του κεφαλαίου 6, με τίτλο «Ανεργία», του τίτλου ΙΙΙ, έχουν αποκλειστικώς εφαρμογή στους εργαζομένους.
Εξάλλου, η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 δεν επηρεάζει, αυτή καθεαυτήν, την επιλογή του εργαζομένου ως προς το αν θα ασκήσει το δικαίωμά του στην ελεύθερη κυκλοφορία.
Επομένως, η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Kermaschek εξακολουθεί να ισχύει ως προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, σε συνδυασμό με τα άρθρα 67 έως 71α του ίδιου κανονισμού.
( βλ. σκέψεις 21-24 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-189/00,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Sozialgericht Trier (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Urszula Ruhr
και
Bundesanstalt für Arbeit,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, κατά την τροποποιηθείσα και ενημερωθείσα διατύπωσή του με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 307/1999 του Συμβουλίου, της 8ης Φεβρουαρίου 1999 (ΕΕ L 38, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, L. Sevón και Μ. Wathelet (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Pesendorfer,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την G. Amodeo, επικουρούμενη από τον N. Paines, QC,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Sack,
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιουνίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 17ης Μα_ου 2000, που περιήλθε στη Δικαστήριο στις 22 Μα_ου 2000, το Sozialgericht Trier υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, κατά την τροποποιηθείσα και ενημερωθείσα διατύπωσή του με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 307/1999 του Συμβουλίου, της 8ης Φεβρουαρίου 1999 (ΕΕ L 38, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1408/71).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της U. Ruhr και του Bundesanstalt für Arbeit (ομοσπονδιακού ιδρύματος εργασίας), κατόπιν της απορρίψεως αιτήσεως για χορήγηση επιδόματος ανεργίας.
Το νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 2 του κανονισμού 1408/71 έχει ως εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς και για σπουδαστές, που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους.
2. Ο παρών κανονισμός ισχύει για τους επιζώντες των μισθωτών ή μη μισθωτών και των σπουδαστών οι οποίοι είχαν υπαχθεί στη νομοθεσία ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως ιθαγενείας όταν οι επιζώντες αυτοί είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη, ή απάτριδες, ή πρόσφυγες και κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους.»
4 Όσον αφορά τη χορήγηση παροχών ανεργίας στους ανέργους οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς τους, κατοικούσαν σε άλλο κράτος μέλος από το αρμόδιο για τη χορήγηση κράτος, το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α_, σημείο ii, του ίδιου κανονισμού προβλέπει:
«[...]
ii) ο μεθοριακός εργαζόμενος, ο οποίος ευρίσκεται σε πλήρη ανεργία, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, σαν να είχε υπαχθεί στη νομοθεσία αυτή κατά τη διάρκεια της τελευταίας απασχολήσεώς του· οι παροχές αυτές καταβάλλονται από τον φορέα του τόπου κατοικίας και εις βάρος του.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
5 Η U. Ruhr, πολωνικής ιθαγενείας, είναι σύζυγος Γερμανού υπηκόου. Κατοικεί στη Γερμανία από τον Απρίλιο του 1998.
6 Από 1ης Ιουλίου 1998 μέχρι 22 Δεκεμβρίου 1999, η U. Ruhr άσκησε δραστηριότητα οικιακής βοηθού στο Λουξεμβούργο. Τον Ιανουάριο του 2000 δήλωσε στο Arbeitsamt (γραφείο εργασίας) του Trier ότι ζητεί εργασία και ζήτησε να της καταβληθεί επίδομα ανεργίας.
7 Επειδή το γραφείο εργασίας του Λουξεμβούργου δήλωσε ότι δεν ήταν δυνατόν να εκδοθεί η «βεβαίωση περί των περιόδων που μπορούν να ληφθούν υπόψη για τη χορήγηση παροχών ανεργίας» (έντυπο Ε 301) λόγω της πολωνικής ιθαγένειας της U. Ruhr, το Bundesanstalt für Arbeit απέρριψε την αίτησή της, διότι δεν είχε συμπληρώσει τον αναγκαίο για τη γένεση του δικαιώματος παροχών χρόνο. Συγκεκριμένα, το Bundesanstalt für Arbeit παρατήρησε ότι, επί τρία έτη προ της αιτήσεως, η U. Ruhr δεν άσκησε επί δωδεκάμηνο τουλάχιστον δραστηριότητα υποκείμενη σε υποχρεωτική ασφάλιση. Εξάλλου, έκρινε ότι στην περίπτωση της Ruhr δεν έχουν εφαρμογή ούτε η εξαιρετική διάταξη υπέρ των εποχιακών εργαζομένων ούτε, λόγω της ιδιότητάς της ως υπηκόου τρίτου κράτους, οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
8 Κατόπιν απορρίψεως της διοικητικής της ενστάσεως, η U. Ruhr προσέφυγε κατά της αποφάσεως του Bundesanstalt für Arbeit ενώπιον του Sozialgericht Trier, ισχυριζόμενη ότι δεν δύναται να τύχει επιδόματος ανεργίας από το Λουξεμβούργο, καίτοι άσκησε εκεί επί πλέον του έτους δραστηριότητα υποκείμενη σε υποχρεωτική ασφάλιση, διότι δεν κατοικεί εκεί. ροσέθεσε ότι, δυστυχώς, δεν μπορούσε να επικαλεστεί στη Γερμανία τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού 1408/71, λόγω της ιθαγενείας της και της αποφάσεως της 23ης Νοεμβρίου 1976, 40/76, Kermaschek (Συλλογή τόμος 1976, σ. 599). Η U. Ruhr ισχυρίστηκε, τέλος, ότι, πέραν του ανεπιεικούς της χαρακτήρα, η απόφαση του Bundesanstalt für Arbeit θίγει το δικαίωμα του συζύγου της να κινείται ελεύθερα στο εσωτερικό της Κοινότητας καθόσον, προκειμένου να διατηρηθούν τα δικαιώματα προς παροχές της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, δεν μπορεί να συνεχίσει να κατοικεί στη Γερμανία, αλλά θα είναι υποχρεωμένος να μεταφέρει την κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος.
9 Το Sozialgericht Trier, καίτοι δέχθηκε τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Η ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 73), στην οποία προέβη το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1976 (Συλλογή τόμος 1976, σ. 599), ισχύει ακόμη και αν μέσω αυτής της ερμηνείας προκύπτει επίσης έμμεση παρακώλυση της ελευθερίας κινήσεως ενός υπηκόου κράτους μέλους;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
10 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, αν η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Kermaschek εξακολουθεί να έχει εφαρμογή ως προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, σε συνδυασμό με τα άρθρα 67 έως 71α του ίδιου κανονισμού, τη στιγμή που η ερμηνεία αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα να εμποδίσει έναν υπήκοο κράτους μέλους να ασκήσει το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων που διασφαλίζει το άρθρο 39 ΕΚ.
11 Από τη σκέψη 7 της προαναφερθείσας αποφάσεως Kermaschek προκύπτει ότι, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, τα μέλη της οικογενείας του εργαζομένου μπορούν να επικαλούνται τις διατάξεις του κανονισμού αυτού μόνο σε σχέση με τα εκ τρίτου προσώπου αντλούμενα δικαιώματα, ήτοι τα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει ως μέλη της οικογένειας του εργαζομένου.
12 Ωστόσο, με την απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C-308/93, Cabanis-Issarte (Συλλογή 1996, σ. Ι-2097), το Δικαστήριο περιέστειλε την έκταση του περιορισμού αυτού μόνο στις διατάξεις του κανονισμού 1408/71 που αφορούν αποκλειστικώς τους εργαζομένους. Έτσι, ο σύζυγος κοινοτικού εργαζομένου δεν μπορεί να επικαλεστεί την ιδιότητα του μέλους της οικογενείας του εργαζομένου προκειμένου να αξιώσει την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του κεφαλαίου 6, με τίτλο «Ανεργία», του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71, οι οποίες έχουν ως κύριο αντικείμενο μόνον τον συντονισμό των δικαιωμάτων για παροχές ανεργίας που, δυνάμει των εθνικών νομοθεσιών των κρατών μελών, χορηγούνται στους μισθωτούς υπηκόους κράτους μέλους και όχι στα μέλη της οικογενείας τους (προαναφερθείσα απόφαση Cabanis-Issarte, σκέψη 23, και απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1996, C-245/94 και C-312/94, Hoever και Zachow, Συλλογή 1996, σ. Ι-4895, σκέψη 32).
αρατηρήσεις κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου
13 Η Αυστριακή Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή εκτιμούν ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να αποστεί της νομολογίας που καθιερώθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση Kermaschek, στο πλαίσιο των ορίων που έθεσε η προαναφερθείσα απόφαση Cabanis-Issarte.
14 Όσον αφορά την προσβολή της ελευθερίας της κυκλοφορίας των εργαζομένων που προκύπτει ενδεχομένως από την εφαρμογή της νομολογίας αυτής σε συνθήκες όπως αυτές της κυρίας δίκης, η Αυστριακή Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή παρατηρούν ότι ο σύζυγος της U. Ruhr, Γερμανός υπήκοος, ζει στη Γερμανία και δεν έκανε ειδικότερα χρήση του δικαιώματός του περί ελεύθερης κυκλοφορίας. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διευκρινίζει ότι η πραγματική κατάσταση της υποθέσεως της κύριας δίκης δεν περιλαμβάνει κανένα στοιχείο συνδέσεως με κάποια από τις καταστάσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 5ης Ιουνίου 1997, C-64/96 και C-65/96, Uecker και Jacquet, Συλλογή 1997, σ. Ι-3171, σκέψεις 16 και 17). Εξάλλου, από την διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει καμία ένδειξη για το ότι η αδυναμία εφαρμογής του άρθρου 71 του κανονισμού 1408/71 ως προς την U. Ruhr θα ήταν δυνατόν να επηρεάσει την απόφαση του συζύγου της όσον αφορά τη διατήρηση της εργασίας στην οποία απασχολείται στη Γερμανία.
15 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή εξετάζουν επίσης τη δυνατότητα εφαρμογής των άρθρων 37 και 38 της ευρωπαϊκής συμφωνίας για την εγκαθίδρυση συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της ολωνίας, αφετέρου, συναφθείσας και εγκριθείσας εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 93/743/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1993 (ΕΕ L 348, σ. 1, στο εξής: συμφωνία συνδέσεως).
16 Αφενός, κατά την Επιτροπή, το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας συνδέσεως, το οποίο διασφαλίζει την ισότητα μεταχειρίσεως υπέρ των πολωνικής ιθαγενείας εργαζομένων που απασχολούνται νομίμως στο έδαφος κράτους μέλους όσον αφορά τους όρους εργασίας, τις αποδοχές ή τις απολύσεις, δεσμεύει μόνο, συνεπεία της οικονομίας του κεφαλαίου για την ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων της εν λόγω συμφωνίας, το κράτος μέλος απασχολήσεως.
17 Εξάλλου, κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την Επιτροπή, το άρθρο 38, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της συμφωνίας συνδέσεως, το οποίο προβλέπει την πρόσθεση των περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή διαμονής που συμπληρώνουν οι ολωνοί υπήκοοι στα διάφορα κράτη μέλη «για λόγους συνταξιοδοτήσεως και παροχής επιδομάτων γήρατος, αναπηρίας και θανάτου και για την ιατρική περίθαλψη που προβλέπεται για τους εργαζομένους και τα μέλη των οικογενειών τους», δεν αφορά την ασφάλιση ανεργίας.
18 Κατά την Επιτροπή, η αξίωση της U. Ruhr για παροχή επιδόματος ανεργίας θα είχε, βάσει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, περισσότερες πιθανότητες ευδοκιμήσεως στο Λουξεμβούργο, όπου η U. Ruhr άσκησε την επαγγελματική της δραστηριότητα προσφάτως και ήταν υποχρεωτικώς ασφαλισμένη κατά της ανεργίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
19 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, το οποίο οριοθετεί το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού, αφορά δύο σαφώς χωριστές κατηγορίες προσώπων: τους εργαζομένους, αφενός, και τα μέλη της οικογενείας και τους επιζώντες των εργαζομένων, αφετέρου. Οι πρώτοι πρέπει, προκειμένου να υπαχθούν στον κανονισμό, να είναι υπήκοοι κράτους μέλους, απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους· αντιθέτως, καμία προϋπόθεση ιθαγενείας δεν απαιτείται για τα μέλη της οικογενείας ή τους επιζώντες εργαζομένων, κοινοτικών υπηκόων, προκειμένου να έχει εφαρμογή επ' αυτών ο κανονισμός (προπαρατεθείσα απόφαση Cabanis-Issarte, σκέψη 21).
20 Η πολωνική ιθαγένεια της U. Ruhr δεν επιτρέπει καμία αμφιβολία ότι αυτή δεν ανήκει στην πρώτη από τις δύο κατηγορίες προσώπων που αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Ως σύζυγος υπηκόου κράτους μέλους θα μπορούσε να ενταχθεί στη δεύτερη κατηγορία, αν αποδειχθεί ότι ο σύζυγός της εμπίπτει στον ορισμό του εργαζομένου κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71.
21 Όμως, από την προαναφερθείσα απόφαση Kermaschek προκύπτει ότι, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η προαναφερθείσα απόφαση Cabanis-Issarte, το μέλος της οικογενείας ενός εργαζομένου δεν δύναται να επικαλεστεί, υπό την ιδιότητα αυτή, τα άρθρα 67 έως 71α του κανονισμού 1408/71 και, ιδίως, τις ειδικές διατάξεις του για τους μεθοριακούς εργαζομένους, του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο α_, σημείο ii, του κανονισμού αυτού, που ορίζει ότι αρμόδιο κράτος για τη χορήγηση παροχών ανεργίας είναι το κράτος μέλος του τόπου κατοικίας.
22 Ούτε οι σκέψεις που περιλαμβάνει η διάταξη περί παραπομπής ούτε οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ικανές να θέσουν υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα αυτό. ράγματι, όπως υπογραμμίστηκε στην σκέψη 19 της παρούσας αποφάσεως, ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε, με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, δύο σαφώς χωριστές κατηγορίες, ήτοι, αφενός, τους εργαζομένους και, αφετέρου, τα μέλη της οικογενείας και τους επιζώντες των εργαζομένων. Όμως, δεν αμφισβητείται ότι η διάκριση αυτή καθορίζει το προσωπικό πεδίο εφαρμογής πολλών διατάξεων του κανονισμού 1408/71, ορισμένες από τις οποίες, όπως αυτές του κεφαλαίου 6, με τίτλο «Ανεργία», του τίτλου ΙΙΙ, έχουν αποκλειστικώς εφαρμογή στους εργαζομένους.
23 Όσον αφορά το ζήτημα αν οι περιορισμοί του προσωπικού πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 ως προς τα μέλη της οικογενείας ενός εργαζομένου είναι ικανοί να θίξουν το δικαίωμα του ίδιου του εργαζομένου να κυκλοφορεί ελεύθερα στο εσωτερικό της Κοινότητας, είναι πρόδηλον ότι το ζήτημα αυτό ουδόλως σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατάσταση της διαφοράς της κύριας δίκης. Συγκεκριμένα, από τον φάκελο προκύπτει ότι ο σύζυγος της U. Ruhr, Γερμανός υπήκοος και κάτοικος Γερμανίας, δεν έκανε χρήση της ελεύθερης κυκλοφορίας που απολαύει δυνάμει του άρθρου 39 ΕΚ. εραιτέρω, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι θα είχε κάνει χρήση της ελευθερίας αυτής στο εσωτερικό της Κοινότητας, η νομική κατάσταση της U. Ruhr, όσον αφορά το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, δεν θα διαφοροποιούνταν. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 δεν επηρεάζει, αυτή καθεαυτήν, την επιλογή του εργαζομένου ως προς το αν θα ασκήσει το δικαίωμά του στην ελεύθερη κυκλοφορία.
24 Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο επιβάλλεται να δοθεί η απάντηση ότι η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Kermaschek εξακολουθεί να ισχύει ως προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, σε συνδυασμό με τα άρθρα 67 έως 71α του ίδιου κανονισμού.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Αυστριακή Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό απόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 17ης Μα_ου 2000 το Sozialgericht Trier, αποφαίνεται:
Η ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1976, 40/76, Kermaschek, εξακολουθεί να ισχύει ως προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, κατά την τροποποιηθείσα και ενημερωθείσα διατύπωσή του με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 307/1999 του Συμβουλίου, της 8ης Φεβρουαρίου 1999, σε συνδυασμό με τα άρθρα 67 έως 71α του κανονισμού 1408/71.
Full & Egal Universal Law Academy