Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Μη αμφισβητούμενη παράβαση
(Άρθρο 226 ΕΚ)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-268/00,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους G. Valero Jordana και C. van der Hauwaert, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενου από τον Μ. A. Fierstra,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, παραλείποντας να συμμορφωθεί, εντός των προθεσμιών που τάσσει η οδηγία 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητος των υδάτων κολυμβήσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 108), προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από την F. Macken, πρόεδρο τμήματος, και τους C. Gulmann (εισηγητή) και J.-P. Puissochet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Ιανουαρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Ιουλίου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, παραλείποντας να συμμορφωθεί, εντός των προθεσμιών που τάσσει η οδηγία 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητος των υδάτων κολυμβήσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 108, στο εξής: οδηγία), προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο,
2 Η οδηγία σκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος και της δημοσίας υγείας μέσω της λήψεως μέτρων για τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων κολυμβήσεως. Αφορά τόσο τα γλυκέα ύδατα (εσωτερικά ύδατα) όσο και τα θαλάσσια (παράκτια ύδατα).
3 Στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας διευκρινίζεται ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες διατάξεις ώστε η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως να ανταποκρίνεται προς τις οριακές τιμές που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας (στο εξής: οριακές τιμές) εντός προθεσμίας δέκα ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας. Δεδομένου ότι η κοινοποίηση αυτή πραγματοποιήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1975, η ως άνω προθεσμία έληξε στις 10 Δεκεμβρίου 1985.
4 Για τον έλεγχο της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποχρεούνται, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, να πραγματοποιούν δειγματοληψίες των οποίων η ελάχιστη συχνότητα καθορίζεται στο παράρτημα της οδηγίας. Τα κράτη μέλη όφειλαν να λάβουν τα αναγκαία για τη συμμόρφωση προς την υποχρέωση αυτή μέτρα εντός προθεσμίας δύο ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας, ήτοι το αργότερο στις 10 Δεκεμβρίου 1977. Στο παράρτημα της οδηγίας διευκρινίζεται η ελάχιστη συχνότητα των δειγματοληψιών καθώς και η εφαρμοστέα μέθοδος αναλύσεως ή ελέγχου για κάθε μία από τις 19 παραμέτρους που προβλέπονται σε αυτό.
5 Στις 5 Σεπτεμβρίου 1996 η Επιτροπή απηύθυνε στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών έγγραφη όχληση, με την οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το κράτος αυτό δεν είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία. Αφενός, κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, είχε παραλείψει να πραγματοποιήσει, για όλες τις παραμέτρους και για όλα τα ύδατα κολυμβήσεως, δειγματοληψίες με την ελάχιστη συχνότητα που απαιτείται σύμφωνα με το παράρτημα της οδηγίας. Αφετέρου, κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, δεν είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι, εντός δέκα ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας, η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως θα ανταποκρινόταν προς τις οριακές τιμές.
6 Με έγγραφο απαντήσεως της 13ης Φεβρουαρίου 1997, η Ολλανδική Κυβέρνηση δέχθηκε την ύπαρξη των ως άνω παραβάσεων της οδηγίας. ροέβαλε πάντως ότι από την έκθεση περί των υδάτων κολυμβήσεως για την κολυμβητική περίοδο 1996 προέκυπτε η ελάττωση του αριθμού των περιοχών όπου η συχνότητα των δειγματοληψιών ήταν ανεπαρκής και ότι η έκθεση περί των υδάτων κολυμβήσεως για την κολυμβητική περίοδο 1997 έδειχνε σημαντική βελτίωση της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως.
7 Στις 15 Οκτωβρίου 1998 η Επιτροπή απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, με την οποία επανέλαβε τις δύο αιτιάσεις που είχε διατυπώσει με το έγγραφο οχλήσεως. Κάλεσε το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τη γνώμη, τάσσοντάς του προς τούτο προθεσμία δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της γνώμης αυτής.
8 Η Ολλανδική Κυβέρνηση δέχθηκε, με το έγγραφο της 19ης Απριλίου 1999 με το οποίο απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη, ότι οι δύο αιτιάσεις είναι βάσιμες, όπως προκύπτει από τα αριθμητικά στοιχεία για την κολυμβητική περίοδο 1997. ροσέθεσε ότι είχαν ληφθεί επειγόντως μέτρα για τη συμμόρφωσή της προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία και ότι τα αριθμητικά στοιχεία για την κολυμβητική περίοδο 1998 καθιστούσαν φανερό ότι η ενέργεια αυτή είχε ήδη αποδώσει καρπούς, λαμβανομένης υπόψη της αισθητής βελτιώσεως της καταστάσεως. Η Ολλανδική Κυβέρνηση εξήγησε επίσης ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν είχε ακόμα συμμορφωθεί προς την οδηγία ήταν ότι η οδηγία αυτή δεν είχε μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο απολύτως ορθό και ότι κατά συνέπεια η εθνική νομοθεσία έπρεπε να προσαρμοστεί προς την οδηγία. Επιπλέον, τόνισε ότι είχε εκπονήσει ένα «σταδιακό πρόγραμμα» για να διασφαλιστεί η τήρηση της οδηγίας.
9 Με έγγραφο της 28ης Μαρτίου 2000, η Ολλανδική Κυβέρνηση επισήμανε στην Επιτροπή ότι η εθνική νομοθεσία είχε τροποποιηθεί, προκειμένου να καταστεί σύμφωνη προς την οδηγία, και ότι η τροποποίηση αυτή είχε τεθεί σε ισχύ.
10 Δεδομένου ότι η Επιτροπή θεώρησε, βάσει ιδίως των διορθωθέντων αριθμητικών στοιχείων για την κολυμβητική περίοδο 1999, ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών εξακολουθούσε να μην ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
11 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή προβάλλει ότι στο 0,7 % των εσωτερικών υδάτων έγιναν ανεπαρκείς δειγματοληψίες και ότι το 8 % των εσωτερικών υδάτων δεν ανταποκρίνεται στις οριακές τιμές. Συναφώς, η Επιτροπή τονίζει ότι το ποσοστό των εσωτερικών υδάτων το οποίο δεν ανταποκρίνεται στις οριακές τιμές αυξήθηκε, καθόσον το ποσοστό αυτό ανερχόταν κατά το παρελθόν σε 3,7 %. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν μπορεί να αμφισβητήσει τα αριθμητικά αυτά στοιχεία, καθόσον το ίδιο τα είχε εγκρίνει προ της δημοσιεύσεώς τους.
12 Όσον αφορά την ανεπαρκή ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως, η Επιτροπή προβάλλει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1993, C-56/90, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1993, σ. Ι-4109, σκέψη 43, της 8ης Ιουνίου 1999, C-198/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1999, σ. Ι-3257, σκέψη 35, και της 25ης Μα_ου 2000, C-307/98, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2000, σ. Ι-3933, σκέψεις 48 και 49), το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη πρέπει μόνο να προσπαθούν να λάβουν όλα τα μέτρα που κατ' εύλογη κρίση μπορούν να ληφθούν. Αντιθέτως, η ως άνω διάταξη συνεπάγεται υποχρέωση αποτελέσματος επιβάλλουσα στα κράτη μέλη να επιτύχουν να ανταποκρίνεται όντως στις οριακές τιμές η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως στην επικράτειά τους το αργότερο εντός προθεσμίας δέκα ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας, προθεσμίας η οποία είναι μεγαλύτερη της διετούς προθεσμίας που είχε ταχθεί γενικώς για την εφαρμογή της οδηγίας, προκειμένου να παρασχεθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να συμμορφωθούν προς την ανωτέρω επιταγή.
13 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ολλανδική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας όσον αφορά την ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως και τη συχνότητα των δειγματοληψιών. Επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου.
14 Δεδομένου ότι η οδηγία δεν εφαρμόστηκε εντός των προθεσμιών που η ίδια έτασσε, η προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.
15 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, παραλείποντας να συμμορφωθεί, εντός των προθεσμιών που έτασσε η οδηγία, προς τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις όσον αφορά την ποιότητα και τη συχνότητα των δειγματοληψιών των υδάτων κολυμβήσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
16 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Βασιλείου των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα και αυτό ηττήθηκε, το καθού πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, παραλείποντας να συμμορφωθεί, εντός των προθεσμιών που έτασσε η οδηγία 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητος των υδάτων κολυμβήσεως, προς τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις όσον αφορά την ποιότητα και τη συχνότητα των δειγματοληψιών των υδάτων κολυμβήσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy