Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Αναίρεση - Λόγοι - Λόγος που προβάλλεται για πρώτη φορά στο πλαίσιο της αναιρέσεως - Απαράδεκτο
(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 42 § 2, εδ. 1)
2. Αναίρεση - Λόγοι - Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών - Απαράδεκτο
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51)
Περίληψη
1. _Οταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε ενόψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν πρωτοδίκως. Αν επιτρεπόταν στον διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν είχε προβάλει ενώπιον του ρωτοδικείου, τούτο θα σήμαινε ότι ο διάδικος αυτός θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο απ' ό,τι η διαφορά που εκδίκασε το ρωτοδικείο.
( βλ. σκέψη 39 )
2. Κατά τα άρθρα 225 ΕΚ και 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στα νομικά ζητήματα. To ρωτοδικείο, αντιθέτως, είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα υποβληθέντα σ' αυτό στοιχεία της δικογραφίας, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων που προσκομίζονται ενώπιον του ρωτοδικείου, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ της φύσεώς του, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
Η εξέταση της αξιοπιστίας των εξηγήσεων που παρέσχε η Επιτροπή κατά τη διαδικασία αποτελεί μέρος της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και δεν εμπίπτει, κατά συνέπεια, στα ζητήματα που υποβάλλονται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
( βλ. σκέψεις 44, 46-47 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-274/00 P,
Odette Simon, κάτοικος Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τον J.-N. Louis και στη συνέχεια από τον L. Misson, avocats, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 10 Μα_ου 2000 το ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (μονομελές) στην υπόθεση T-177/97, Simon κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-75 και ΙΙ-319), και με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Currall, επικουρούμενο από τον D. Waelbroeck, avocat, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τις F. Macken, πρόεδρο τμήματος, N. Colneric (εισηγητή), και τους C. Gulmann, J.-P. Puissochet και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιουνίου 2001, κατά την οποία η O. Simon εκπροσωπήθηκε από τον P. Mbaya, avocat, και η Επιτροπή από τον J. Currall, επικουρούμενο από τον D. Waelbroeck,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Ιουλίου 2000, η O. Simon άσκησε, βάσει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 10ης Μα_ου 2000, T-177/97, Simon κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-75 και ΙΙ-319, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το ρωτοδικείο απέρριψε ως αβάσιμη την προσφυγή της, η οποία είχε ως αντικείμενο, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής περί απορρίψεως του αιτήματος τακτοποιήσεως της υπηρεσιακής της καταστάσεως, το οποίο υπέβαλε η αναιρεσείουσα προκειμένου να αναγνωρισθεί ότι οι υπηρεσίες που παρέσχε από το 1966 εντός της υπηρεσίας των διαφόρων οργανισμών που έχουν συνάψει συμβάσεις με την Επιτροπή αποτελούν υπηρεσίες παρασχεθείσες από έκτακτο υπάλληλο των Κοινοτήτων (στο εξής: επίδικη απόφαση) και, αφετέρου, την επιδίκαση εις βάρος της Επιτροπής συμβολικής χρηματικής ικανοποιήσεως ενός ευρώ για την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη.
Το ιστορικό της διαφοράς
2 To ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως εξής:
«1 Στο πλαίσιο των πενταετών προγραμμάτων εργονομικής έρευνας για τις βιομηχανίες άνθρακα και χάλυβα, τα οποία πραγματοποιούνται βάσει του άρθρου 55 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Επιτροπή ανέθεσε σε ανεξάρτητες εταιρίες ή ενώσεις, με διαδοχικές συμβάσεις, μέχρι το 1995, τον συντονισμό και τη διάθεση στις αρμόδιες εθνικές βιομηχανίες των αποτελεσμάτων των μελετών που εκπόνησαν διάφοροι επιστημονικοί σύμβουλοι στο πλαίσιο των προγραμμάτων αυτών. Βάσει των εν λόγω συμβάσεων, η αρμόδια εταιρία ή ένωση καθίστατο, κατά τη διάρκεια του προγράμματος, ο οργανισμός επιβλέψεως ενός Γραφείου πληροφορήσεως και συντονισμού των προγραμμάτων κοινοτικής εργονομικής δράσεως της ΕΚΑΧ [...], με έδρα το Λουξεμβούργο.
2 Η προσφεύγουσα, η οποία ήταν πρώην υπάλληλος της Κοινότητας με βαθμό C από το 1957 μέχρι το 1960, οπότε παραιτήθηκε, εργάστηκε από το 1966 μέχρι το 1993 στο Γραφείο πληροφορήσεως και συντονισμού, στους διαδοχικούς οργανισμούς επιβλέψεως, ήτοι στη Société des sciences médicales, στη Ligue luxembourgeoise contre la tuberculose, στη Société d'ergonomie de langue française, στον Gesellschaft für Arbeitswissenschaft και, από το 1980, στον Gesellschaft für Sicherheitswissenschaft (στο εξής: GFS).
3 Από την 1η Μαρτίου 1993 μέχρι τις 14 Ιανουαρίου 1994, καθώς και μεταξύ 1ης Ιουλίου και 30ής Νοεμβρίου 1994, η προσφεύγουσα απασχολήθηκε ευθέως από την Επιτροπή, στο πλαίσιο διεπόμενων από το λουξεμβουργιανό δίκαιο συμβάσεων ορισμένου χρόνου, επικουρώντας την στην προετοιμασία εκθέσεων σχετικών με τα κοινοτικά εργονομικά προγράμματα.
4 Κατόπιν νέας συμβάσεως μεταξύ της Επιτροπής και του GFS για την περίοδο από 1ης Δεκεμβρίου 1994 μέχρι 31 Αυγούστου 1995, ο GFS ανέλαβε τον συντονισμό και τη διάθεση των αποτελεσμάτων των μελετών που εκπονήθηκαν στα πλαίσια του έκτου εργονομικού προγράμματος. Η προσφεύγουσα απασχολήθηκε εκ νέου στον GFS ως επικεφαλής του Γραφείου πληροφορήσεως και συντονισμού, για περίοδο ίση με τη διάρκεια της συμβάσεως μεταξύ της Επιτροπής και του GFS, η οποία παρατάθηκε στη συνέχεια, όπως και η σύμβαση της προσφεύγουσας, μέχρι τις 25 Οκτωβρίου 1995. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ανανέωσε τη σύμβαση με τον GFS, η σύμβαση της προσφεύγουσας λύθηκε κατά την ημερομηνία αυτή.
5 Στις 16 Ιανουαρίου 1996, η προσφεύγουσα άσκησε ενώπιον του Tribunal du travail de Luxembourg αγωγή κατά του GFS και του διευθυντή της, ζητώντας αποζημίωση για καταχρηστική απόλυση.
6 αραλλήλως προς την αγωγή αυτή, η προσφεύγουσα υπέβαλε, με έγγραφο της 28ης Ιουνίου 1996, αίτηση, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι υπηρεσίες που παρέσχε από το 1966 στους διαφόρους οργανισμούς που συνήψαν συμβάσεις με την Επιτροπή αποτελούν υπηρεσίες παρασχεθείσες στο πλαίσιο συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου των Κοινοτήτων. ρος στήριξη του αιτήματός της, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας μεταξύ εκείνης και των οργανισμών επιβλέψεως είχαν ως αποκλειστικό αντικείμενο την αποφυγή εφαρμογής του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού (στο εξής: ΚΛ). Η προσφεύγουσα ζήτησε, επιπλέον, συμβολική αποζημίωση ύψους ενός ευρώ για παράβαση του καθήκοντος αρωγής.
7 Eλλείψει απαντήσεως εκ μέρους της Επιτροπής, η προσφεύγουσα υπέβαλε στις 2 Δεκεμβρίου 1996 διοικητική ένσταση, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά της σιωπηρής αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της.
8 Με απόφαση της 2ας Απριλίου 1997, η οποία κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα στις 8 Απριλίου 1997, το αρμόδιο για ζητήματα προσωπικού μέλος της Επιτροπής, λειτουργώντας ως αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας αρχή, απέρριψε την ένσταση.
9 Στις 12 Μαρτίου 1997, το Tribunal du travail de Luxembourg κήρυξε απαράδεκτο το αίτημα της προσφεύγουσας, με την αιτιολογία ότι η ενδιαφερομένη δεν απέδειξε ότι εργοδότης της ήταν ο GFS ή ο διευθυντής του.»
3 Στις 11 Ιουνίου 1997, η O. Simon άσκησε προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου ζητώντας, αφενός, την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως και, αφετέρου, την επιδίκαση εις βάρος της Επιτροπής συμβολικής χρηματικής ικανοποιήσεως ενός ευρώ για ηθική βλάβη λόγω παραβιάσεως του καθήκοντος αρωγής.
4 Η O. Simon ισχυρίστηκε, προς στήριξη του μοναδικού της λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από κατάχρηση εξουσίας, ότι οι συμβάσεις εργασίας που συνήψε από τις 15 Μα_ου 1966 με τις διάφορες εταιρίες και ενώσεις που λειτουργούν ως οργανισμοί επιβλέψεως πρέπει να θεωρηθούν συμβάσεις εκτάκτου υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΚΛ, και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να τακτοποιηθεί η υπηρεσιακή της κατάσταση από την ημερομηνία αυτή. Η αναιρεσείουσα στήριξε τον ισχυρισμό της ιδίως στις αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 1989, C-249/87, Mulfinger κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 4127) και της 1ης Φεβρουαρίου 1979, 17/78, Deshormes κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979, σ. 189), σύμφωνα με τις οποίες είναι παράνομη η σύναψη συμβάσεων εργασίας ή παροχής υπηρεσιών κατά το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους, οσάκις η Κοινότητα επιλέγει αυτή τη συμβατική οδό προκειμένου να αποφευχθεί η εφαρμογή του ΚΥΚ ή του ΚΛ και όχι για τις ανάγκες της υπηρεσίας.
5 Η O. Simon, για να αποδείξει ότι τα καθήκοντά της ήταν μόνιμα καθήκοντα δημόσιας κοινοτικής υπηρεσίας, προέβαλε τα ακόλουθα επιχειρήματα: πρώτον, ότι άσκησε αδιαλείπτως τα καθήκοντά της υπό την άμεση εποπτεία των υπαλλήλων της Επιτροπής που ήταν υπεύθυνοι, στο πλαίσιο της γενικής διευθύνσεως κοινωνικών υποθέσεων, για τα εργονομικά προγράμματα· δεύτερον, ότι η απασχόλησή της συνέβαλε στην εκπλήρωση μιας από τις αποστολές που η Συνθήκη ΕΚΑΧ έχει αναθέσει στην Επιτροπή, ήτοι την ασφάλεια στις συνθήκες εργασίας στις βιομηχανίες άνθρακα και χάλυβα και την οργάνωση, για τον σκοπό αυτόν, της συνεργασίας μεταξύ των υφιστάμενων ερευνητικών σωμάτων· τρίτον, ότι οι δαπάνες για τις εργασίες πληροφορήσεως και συντονισμού στις οποίες προέβη το Γραφείο καλύφθηκαν από τον προϋπολογισμό της ΕΚΑΧ· τέταρτον, ότι οι αμοιβές που εισέπραττε αποδεικνύουν ότι η εργασία της αντιστοιχούσε σε εργασία υπαλλήλου με βαθμό Α 5.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
6 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ως αβάσιμη.
7 Το ρωτοδικείο έκρινε, με τις σκέψεις 37 και 38 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι από τα άρθρα 1 και 6 του ΚΛ προκύπτει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί υπάλληλος των Κοινοτήτων κάποιος του οποίου ο εργοδότης δεν ήταν η Επιτροπή ή άλλο κοινοτικό όργανο, αλλά νομικό πρόσωπο, το οποίο υπόκειται στο δίκαιο κράτους μέλους και δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μια διοικητική υπηρεσία του εν λόγω οργάνου.
8 To ρωτοδικείο επισήμανε, με τη σκέψη 40, ότι η απασχόληση της O. Simon στο Γραφείο πληροφορήσεως και συντονισμού στηριζόταν σε συμβάσεις εργασίας ή παροχής υπηρεσιών μεταξύ της ιδίας και των ενώσεων και εταιριών που διαχειρίζονταν διαδοχικώς το Γραφείο αυτό και ότι οι εν λόγω συμβάσεις διέπονταν από τη λουξεμβουργιανή νομοθεσία και από τις διατάξεις της νομοθεσίας αυτής.
9 Με τη σκέψη 42, το ρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 1966 και 1993 καθώς και μεταξύ 1ης Δεκεμβρίου 1994 και 25ης Οκτωβρίου 1995, εργοδότες της O. Simon ήταν διαδοχικώς οι αναφερόμενες στο προηγούμενο σημείο ενώσεις ή εταιρίες και όχι η Επιτροπή.
10 Το ρωτοδικείο, αφού απέρριψε, με τη σκέψη 43, το επιχείρημα της O. Simon ότι προσελήφθη από την Επιτροπή, έκρινε, με τη σκέψη 44, αλυσιτελή τα διάφορα πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, τα οποία στηρίζονται σε φερόμενη εξάρτησή της από την Επιτροπή και στην ταυτότητα μεταξύ της δικής της υπηρεσιακής καταστάσεως και εκείνης του εκτάκτου υπαλλήλου.
11 Με τις σκέψεις 46 έως 49, το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι οι προπαρατεθείσες αποφάσεις Mulfinger κ.λπ. κατά Επιτροπής και Deshormes κατά Επιτροπής είναι, εν προκειμένω, αλυσιτελείς. Συγκεκριμένα, οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν υποθέσεις στις οποίες προσβάλλονταν τα χαρακτηριστικά των συμβάσεων που συνήψαν οι προσφεύγοντες όχι με τρίτα νομικά πρόσωπα, αλλά με την ίδια την Επιτροπή.
12 Εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Επιτροπή δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στις συμβάσεις που συνήψε η O. Simon, ουδόλως ενήργησε, στο πλαίσιο αυτό, κατά κατάχρηση διαδικασίας.
13 Συνεπώς, το ρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 50, ότι από το σύνολο των στοιχείων αυτών προκύπτει ότι δεν είναι δυνατόν να αναγνωρισθεί a posteriori στη O. Simon το καθεστώς εκτάκτου υπαλλήλου των Κοινοτήτων και, κατά συνέπεια, απέρριψε το αίτημα ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως.
14 Το ρωτοδικείο απέρριψε, επίσης, με τις σκέψεις 56 έως 60, το αίτημα αποζημιώσεως.
Η αίτηση αναιρέσεως
15 Στις 10 Ιουλίου 2000, η O. Simon άσκησε αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία της επιδόθηκε στις 12 Μα_ου 2000. Το κείμενο του εγγράφου αυτού διορθώθηκε, διότι το πρώτο κατατεθέν έγγραφο περιείχε ορισμένα ουσιαστικά και τυπικά σφάλματα. Του δευτέρου αυτού εγγράφου, το οποίο κατέθεσε ο δικηγόρος της αναιρεσείουσας στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Ιουλίου 2000, ακολούθησε, κατόπιν αιτήματος της Γραμματείας, έγγραφο επεξηγήσεων το οποίο έλαβε η Γραμματεία με τηλεομοιοτυπία στις 13 Ιουλίου 2000.
16 Το πρώτο έγγραφο, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 11 Ιουλίου 2000, επιδόθηκε αυθημερόν στην Επιτροπή, στις 17 Ιουλίου 2000 δε, της διαβιβάσθηκε αντίγραφο του διορθωμένου κειμένου της αιτήσεως αναιρέσεως, συνοδευόμενο από το έγγραφο επεξηγήσεων.
17 Το εν λόγω έγγραφο επεξηγήσεων δεν περιείχε καμία αναφορά στην ημερομηνία καταθέσεως του διορθωμένου κειμένου της αιτήσεως αναιρέσεως· ανέφερε μόνο τη 17η Ιουλίου 2000 ως ημερομηνία πρωτοκολλήσεως, με τη μνεία «(fax 13.7)».
18 Με την αίτηση αναιρέσεως, η O. Simon ζητεί από το Δικαστήριο:
- να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του ρωτοδικείου και την επίδικη απόφαση της Επιτροπής,
- να κρίνει ότι οι υπηρεσίες που παρέσχε η αναιρεσείουσα από τις 15 Μα_ου 1966 έως τις 25 Οκτωβρίου 1995 πρέπει να θεωρηθούν υπηρεσίες παρασχεθείσες στο πλαίσιο συμβάσεως μεταξύ της Επιτροπής και εκτάκτου υπαλλήλου.
19 ρος στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η O. Simon διατείνεται ότι το ρωτοδικείο, απορρίπτοντας τον αντλούμενο από κατάχρηση εξουσίας ισχυρισμό, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
20 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η O. Simon ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον παρέλειψε να εξετάσει τη νομιμότητα των συμβάσεων που συνήφθησαν μεταξύ της Επιτροπής και των διαδοχικών οργανισμών επιβλέψεως ενός οργάνου (στο εξής: Γραφείο) που αρχικώς ονομαζόταν «Γραμματεία της κοινοτικής έρευνας για την ασφάλεια», στη συνέχεια «Γραμματεία της κοινοτικής εργονομικής έρευνας» και τέλος, από το 1980, «Γραφείο πληροφορήσεως και συντονισμού των προγραμμάτων κοινοτικής εργονομικής δράσεως της ΕΚΑΧ». Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο έπρεπε να αναζητήσει τον πραγματικό σκοπό που επιδιώκει η Επιτροπή όσον αφορά το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών, ήτοι τον πραγματικό σκοπό της εκχωρήσεως στους οργανισμούς αυτούς της επιβλέψεως και της επίσημης διαχειρίσεως του εν λόγω Γραφείου, αντιστοίχως. Η αναιρεσείουσα διατείνεται, συναφώς, ότι στην πραγματικότητα μοναδικός επιδιωκόμενος σκοπός ήταν να εξασφαλισθεί η χρηματοδότηση του εν λόγω Γραφείου και να παρασχεθεί, με τον τρόπο αυτόν, στην Επιτροπή η δυνατότητα εκπληρώσεως των υποχρεώσεών της στον τομέα της πληροφορήσεως και του συντονισμού των εργασιών έρευνας τις οποίες αναλαμβάνει κατ' εφαρμογή του άρθρου 55 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
21 Σύμφωνα με την O. Simon, το ρωτοδικείο έπρεπε να εξακριβώσει ότι είναι αληθείς οι εξηγήσεις που παρέσχε η Επιτροπή για να δικαιολογήσει το δικαίωμά της επεμβάσεως στην εκτέλεση των συναφθεισών με τους οργανισμούς επιβλέψεως συμβάσεων, και ιδίως το δικαίωμά της να επιβάλει τη διατήρηση στην υπηρεσία του προσωπικού του Γραφείου, τους όρους της περί μισθοδοσίας ως προς την αρχαιότητα στην υπηρεσία και τις συνθήκες εργασίας.
22 Επιπλέον, το ρωτοδικείο έπρεπε να αναλύσει τα καθήκοντα που ασκούν πράγματι οι οργανισμοί επιβλέψεως προς όφελος της Επιτροπής, ήτοι, κυρίως, την οικονομική ευθύνη για τη διαχείριση του Γραφείου εντός των ορίων των κονδυλίων που χορηγεί η Επιτροπή και την υποχρέωση διορισμού διευθυντή με δύο το πολύ βοηθούς.
23 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η O. Simon υποστηρίζει ότι κακώς το ρωτοδικείο παρέλειψε να εξετάσει την πραγματική φύση των δεσμών εξαρτήσεως μεταξύ της ιδίας και, αφενός μεν, των οργανισμών επιβλέψεως, αφετέρου δε, της Επιτροπής και των κοινοτικών υπαλλήλων που είναι αρμόδιοι για την εφαρμογή των εκπονούμενων κατ' εφαρμογήν του άρθρου 55 της Συνθήκης ΕΚΑΧ προγραμμάτων. Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι το ρωτοδικείο έπρεπε να είχε εξακριβώσει αν τα καθήκοντά της εντός του Γραφείου ενέπιπταν στην έννοια των μόνιμων καθηκόντων κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας, τα οποία οι Συνθήκες αναθέτουν στα κοινοτικά όργανα.
24 Η O. Simon επικαλείται, τέλος, το γεγονός ότι ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ισχυρίστηκε, με την τελική αγόρευσή του κατά την ενώπιον του ρωτοδικείου προφορική διαδικασία, ότι η Επιτροπή έπρεπε ενδεχομένως να την προσλάβει ευθέως, χωρίς τη μεσολάβηση των οργανισμών επιβλέψεως.
25 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή προβάλλει, ως προς το διορθωμένο κείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως, ένσταση απαραδέκτου, αντλούμενη από την εκπρόθεσμη κατάθεση του εν λόγω δικογράφου. ροκειμένου για το κείμενο της ασκηθείσας στις 10 Ιουλίου 2000 αιτήσεως αναιρέσεως, η Επιτροπή εκτιμά ότι η αναίρεση είναι παραδεκτή όσον αφορά τις κύριες εκτιμήσεις του ρωτοδικείου, καθώς και όσον αφορά το αίτημά της να αναγνωρισθεί ότι οι παροχές που εκπλήρωσε η O. Simon στις 15 Μα_ου 1966 και στις 25 Οκτωβρίου 1995 αποτελούν παροχές εκπληρωθείσες στο πλαίσιο συμβάσεως της Επιτροπής με έκτακτο υπάλληλο. Επικουρικώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
26 Η Επιτροπή, έχοντας ενημερωθεί, με το από 12 Ιανουαρίου 2001 έγγραφο της Γραμματείας, για την ημερομηνία υποβολής του διορθωμένου κειμένου της αιτήσεως αναιρέσεως, διερωτάται επί της μεθόδου σύμφωνα με την οποία της υποβολής αιτήσεως αναιρέσεως έπεται, λίγες μέρες αργότερα, κατάθεση διορθωμένου κειμένου του εν λόγω δικογράφου, χωρίς καμία εξήγηση όσον αφορά την έκταση των μεταβολών που επήλθαν.
27 Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή θεωρεί, κατόπιν ενδελεχούς εξετάσεως του διορθωμένου κειμένου της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι το κείμενο αυτό δεν μεταβάλλει ουσιωδώς την πρώτη αίτηση αναιρέσεως και, επομένως, εμμένει στην αρχική θέση της.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
Το παραδεκτό του διορθωμένου κειμένου της αιτήσεως αναιρέσεως
28 Η Επιτροπή, χωρίς να προβάλει ένσταση απαραδέκτου ως προς την αίτηση αναιρέσεως αυτή καθαυτή, η οποία, κατά την άποψή της, κατατέθηκε εμπροθέσμως, αμφισβητεί το παραδεκτό του διορθωμένου κειμένου της αιτήσεως αναιρέσεως. Η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση αυτή ακόμη και αφότου πληροφορήθηκε, με έγγραφο της 12ης Ιανουαρίου 2001, την ημερομηνία καταθέσεως του διορθωμένου κειμένου. Η Επιτροπή επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι από το υπόμνημα που περιείχε το διορθωμένο κείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως ουδόλως προκύπτει ποιες διορθώσεις, όσον αφορά τα ουσιαστικά και τα τυπικά σφάλματα, επήλθαν επί του κατατεθέντος στις 10 Ιουλίου 2000 δικογράφου. Με την απάντησή της στο εν λόγω έγγραφο, η Επιτροπή επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αναίρεση ασκείται με την κατάθεση «δικογράφου» στη Γραμματεία του Δικαστηρίου.
29 Καταρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 49, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου και το άρθρο 80, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το διορθωμένο κείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως κατατέθηκε εντός της δίμηνης προθεσμίας από την επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 12 Μα_ου 2000.
30 Το δικαίωμα της O. Simon να καταθέσει εισαγωγικό έγγραφο της δίκης μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα της προβλεπόμενης από την εν λόγω διάταξη του Οργανισμού ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου προθεσμίας περιλαμβάνει τη δυνατότητά της να αποσύρει, μέχρι την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, το πρώτο εισαγωγικό δικόγραφό της και να το αντικαταστήσει, εντός της ίδιας προθεσμίας, με νέο κείμενο.
31 Από την κατάθεση πλήρους διορθωμένου κειμένου του αρχικού δικογράφου, του οποίου ακολούθησε, κατόπιν αιτήσεως της Γραμματείας, έγγραφο επεξηγήσεων, προέκυψε σαφώς η πρόθεση της O. Simon να αποσύρει εμμέσως το αρχικό δικόγραφο για να το αντικαταστήσει με νέο κειμένο της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο κατατέθηκε εντός της προθεσμίας ασκήσεως αναιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 49, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου.
32 Eπομένως, το διορθωμένο κείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι παραδεκτό και το δικόγραφο πρέπει να θεωρηθεί ότι κατατέθηκε με τη μορφή αυτή. Κατά συνέπεια, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί.
Το μερικώς απαράδεκτο της αιτήσεως αναιρέσεως
33 Στο μέτρο που η O. Simon ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι οι παροχές που εκπλήρωσε πρέπει να θεωρηθούν παροχές εκπληρωθείσες «στο πλαίσιο συμβάσεως μεταξύ της Επιτροπής και εκτάκτου υπαλλήλου», πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 113, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, τα αιτήματα της αναιρέσεως έχουν ως αντικείμενο την ολική ή μερική αποδοχή των αιτημάτων που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, αποκλειομένης της υποβολής κάθε νέου αιτήματος.
34 Επιβάλλεται πάντως η διαπίστωση ότι η O. Simon δεν προέβαλε τέτοια αιτήματα σε κανένα στάδιο πρωτοδίκως.
35 Αν επιτρεπόταν στην αναιρεσείουσα να υποβάλει αιτήματα με αντικείμενο τον αναπροσδιορισμό του χαρακτήρα των παροχών της, αυτό θα συνεπαγόταν αποδοχή υποβολής, κατά παράβαση του άρθρου 113, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του Κανονισμού Διαδικασίας, νέων αιτημάτων.
36 Επομένως, τα εν λόγω αιτήματα πρέπει να απορριφθούν ως προδήλως απαράδεκτα.
Επί της ουσίας
37 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η O. Simon αμφισβητεί τη νομιμότητα των συμβάσεων που συνήψε η Επιτροπή με τους διαφόρους οργανισμούς επιβλέψεως. Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζει, με το πρώτο μέρος του λόγου αυτού, ότι το ρωτοδικείο δεν εξέτασε τον σκοπό που πράγματι επιδίωκε η Επιτροπή.
38 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 42, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.
39 Αν επιτρεπόταν στον διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν είχε προβάλει ενώπιον του ρωτοδικείου, τούτο θα σήμαινε ότι ο διάδικος αυτός θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα επί των αιτήσεων αναιρέσεως είναι περιορισμένη, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο απ' ό,τι η διαφορά που εκδίκασε το ρωτοδικείο. _Οταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται συνεπώς στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε ενόψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν ενώπιον του ρωτοδικείου (βλ. απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 Ρ, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. Ι-1981, σκέψη 59, και διάταξη της 17ης Ιουλίου 1998, C-442/97 Ρ, Sateba κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-4913, σκέψη 30).
40 Ωστόσο, μολονότι η O. Simon ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας έναντι αυτής, πράγμα που συνεπάγεται υποχρέωση της Επιτροπής να της αναγνωρίσει αναδρομικώς το καθεστώς εκτάκτου υπαλλήλου, δεν προσέβαλε, ενώπιον του ρωτοδικείου, τη νομιμότητα των συμβάσεων που συνήψε η Επιτροπή με τους διαφόρους οργανισμούς επιβλέψεως, διότι η Επιτροπή, συνάπτοντας τις συμβάσεις αυτές, σκοπούσε στην εξασφάλιση της χρηματοδοτήσεως του Γραφείου και της δυνατότητας εκπληρώσεως των υποχρεώσεών της στον τομέα της πληροφορήσεως και του συντονισμού των εργασιών έρευνας.
41 Η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε, ενώπιον του ρωτοδικείου - προκειμένου να αποδείξει ότι εκπλήρωσε μόνιμα καθήκοντα δημόσιας κοινοτικής υπηρεσίας -, μόνον το γεγονός ότι οι δαπάνες των εργασιών πληροφορήσεως και συντονισμού στις οποίες προέβη το Γραφείο καλύφθηκαν από τον προϋπολογισμό της ΕΚΑΧ.
42 Ενόψει των προεκτεθέντων, το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
43 Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η O. Simon διατείνεται ότι το ρωτοδικείο παρέλειψε να εξακριβώσει την αξιοπιστία των εξηγήσεων που παρέσχε η Επιτροπή για να δικαιολογήσει το δικαίωμα επεμβάσεως στην εκτέλεση των συναφθεισών με τους οργανισμούς επιβλέψεως συμβάσεων.
44 Συναφώς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, κατά τα άρθρα 225 ΕΚ και 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στα νομικά ζητήματα. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να στηρίζεται σε λόγους που αφορούν αναρμοδιότητα του ρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος ή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το ρωτοδικείο.
45 To Δικαστήριο δεν είναι επομένως αρμόδιο ούτε για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών ούτε, καταρχήν, για την εξέταση των αποδείξεων που δέχθηκε το ρωτοδικείο προς στήριξη των εν λόγω πραγματικών περιστατικών.
46 To ρωτοδικείο, αντιθέτως, είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα υποβληθέντα σ' αυτό στοιχεία της δικογραφίας, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων που προσκομίζονται ενώπιον του ρωτοδικείου, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ της φύσεώς του, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1999, C-390/95 P, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-769, σκέψη 29, και διάταξη της 21ης Φεβρουαρίου 2002, C-486/01 P-R και C-488/91 P-R, Front national και Martinez κατά Κοινοβουλίου, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 83 έως 85).
47 Η εξέταση της αξιοπιστίας των εξηγήσεων της Επιτροπής αποτελεί μέρος της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και δεν εμπίπτει, επομένως, στα ζητήματα που υποβάλλονται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
48 Επομένως, το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
49 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η O. Simon προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι δεν αξιολόγησε την πραγματική φύση των δεσμών που υφίσταντο μεταξύ της ιδίας και των διαδοχικών οργανισμών επιβλέψεως, αφενός, και της Επιτροπής και των κοινοτικών υπαλλήλων, αφετέρου, καθώς και τη φύση των καθηκόντων της.
50 Η αιτίαση αυτή, λαμβανομένη υπόψη στο σύνολό της, σκοπεί στην προσβολή του νομικού χαρακτηρισμού που αναγνώρισε το ρωτοδικείο σχετικά με τον πραγματικό χαρακτήρα των εν λόγω δεσμών.
51 Εντούτοις, το ρωτοδικείο εξέτασε τα στοιχεία αυτά με τις σκέψεις 43 και 44 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και έκρινε ορθώς ότι η νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, 87/77, 130/77, 22/83, 9/84 και 10/84, Salerno κ.λπ. κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, Συλλογή 1985, σ. 2523) δεν συνάδει προς τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας.
52 Τέλος, η παρατεθείσα στη σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως παρατήρηση σχετικά με τον ισχυρισμό που προέβαλε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία, σύμφωνα με τον οποίο η Επιτροπή έπρεπε μάλλον να προσλάβει ευθέως τη O. Simon, χωρίς τη μεσολάβηση των οργανισμών επιβλέψεως, πρέπει να ερμηνευθεί μόνον ως έκφραση αμφιβολίας περί της σκοπιμότητας προσλήψεως της O. Simon με τη μεσολάβηση των εν λόγω οργανισμών επιβλέψεως.
53 Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
54 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως μερικώς απαράδεκτη και ως μερικώς αβάσιμη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
55 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που έχει εφαρμογή στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της O. Simon στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την O. Simon στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy