Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Αγωγή αποζημιώσεως - Αντικείμενο - Αίτημα αποζημιώσεως στρεφόμενο κατά της Κοινότητας βάσει του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ - Αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Έκταση - Λήψη ασφαλιστικών μέτρων ή διαταγή πραγματογνωμοσύνης με αντικείμενο να καθοριστεί ο ρόλος κοινοτικού οργάνου στην επέλευση φερόμενης ζημίας - Επέμβαση των εθνικών δικαστηρίων - Δεν επιτρέπεται
(Άρθρα 235 ΕΚ και 288, εδ. 2, ΕΚ)
2. Ευρωπαϊκές Κοινότητες - Κοινοτικά όργανα - Υποχρεώσεις - Υποχρέωση αγαστής συνεργασίας - Υποχρέωση της Επιτροπής να ανακοινώσει τα πληροφοριακά στοιχεία που ζητήθηκαν από εθνικό δικαστήριο - Όρια - Κίνδυνοι για τη λειτουργία και την ανεξαρτησία ή για τα συμφέροντα της Κοινότητας
(Άρθρο 10 ΕΚ)
Περίληψη
1. Ναι μεν τα εθνικά δικαστήρια παραμένουν αρμόδια να εκδικάζουν αιτήματα αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε σε ιδιώτες από εθνικές αρχές κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, πλην όμως το άρθρο 235 ΕΚ παρέχει στα κοινοτικά δικαστήρια αποκλειστική αρμοδιότητα να εκδικάζουν αγωγές αποζημιώσεως, βάσει του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, που στρέφονται κατά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
Τα ασφαλιστικά μέτρα ή τα αποδεικτικά μέσα με τα οποία επιδιώκεται να καθοριστεί ο ρόλος οργάνου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε γεγονότα που φέρεται ότι προκάλεσαν ζημία, προκειμένου η ζημία αυτή να αποκατασταθεί σύμφωνα με τα άρθρα 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δίκης για την αποκατάσταση της φερόμενης ζημίας. Κατά συνέπεια, η αποκλειστική αρμοδιότητα που διαθέτουν τα κοινοτικά δικαστήρια για την εκδίκαση αγωγών αποζημιώσεως, βάσει του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, εκτείνεται μέχρι του σημείου τα δικαστήρια αυτά να διατάσσουν, έναντι οργάνου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ασφαλιστικά μέτρα καθώς και τη διεξαγωγή αποδείξεων, όπως τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με αντικείμενο να καθοριστεί ο ρόλος του οργάνου αυτού σε γεγονότα που φέρεται ότι προκάλεσαν ζημία, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η εκδίκαση αγωγής αποζημιώσεως εξ εξωσυμβατικής ευθύνης που στρέφεται κατά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
Επομένως, οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 235 ΕΚ, 240 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ απαγορεύουν να διαταχθεί από εθνικό δικαστήριο έναντι οργάνου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πραγματογνωμοσύνη με αντικείμενο να καθοριστεί ο ρόλος του οργάνου αυτού σε γεγονότα που φέρεται ότι προκάλεσαν ζημία, προκειμένου αργότερα να ασκηθεί κατά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αγωγή αποζημιώσεως εξ εξωσυμβατικής ευθύνης.
( βλ. σκέψεις 43, 46, 48 και διατακτ. )
2. Οι σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων διέπονται, βάσει του άρθρου 10 ΕΚ, από την αρχή της αγαστής συνεργασίας. Η αρχή αυτή όχι μόνον υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου, αλλά δημιουργεί και για τα κοινοτικά όργανα αμοιβαίο καθήκον αγαστής συνεργασίας με τα κράτη μέλη. Επομένως, αν εθνικό δικαστήριο χρειάζεται πληροφοριακά στοιχεία που μόνον η Επιτροπή δύναται να παράσχει, η αρχή της αγαστής συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 10 ΕΚ επιβάλλει κατ' αρχήν στην Επιτροπή να ανακοινώσει αμελλητί τα στοιχεία αυτά εφόσον τούτο της έχει ζητηθεί από το εθνικό δικαστήριο, εκτός αν η άρνηση ανακοινώσεως των στοιχείων αυτών δικαιολογείται από την επιτακτική ανάγκη να αποφευχθούν προσκόμματα στη λειτουργία και ανεξαρτησία της Επιτροπής ή να διαφυλαχθούν συμφέροντά της.
( βλ. σκέψη 49 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-275/00,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hof van Beroep te Gent (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
και
First NV,
Franex NV,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, Πρόεδρο, J.-P. Puissochet, Μ. Wathelet και R. Schintgen, προέδρους τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward, A. La Pergola, P. Jann, N. Colneric, S. von Bahr (εισηγητή) και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που η ίδια εκπροσωπήθηκε από τους T. Van Rijn και C. van der Hauwaert και από την W. Neirinck,
- οι First NV και Franex NV, εκπροσωπούμενες από τους J. Mertens και J. De Paepe, advocaten,
- η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Snoecx,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή που η ίδια εκπροσωπήθηκε από τον T. van Rijn, καθώς και των First NV και Franex NV, εκπροσωπούμενων από τον B. Poelemans, advocaat, κατά τη συνεδρίαση της 13ης Νοεμβρίου 2001,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Μαρτίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 28ης Ιουνίου 2000, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Ιουλίου 2000, το Hof van Beroep te Gent υπέβαλε βάσει του άρθρου 234 ΕΚ προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και των First NV (στο εξής: First) και Franex NV (στο εξής: Franex) με αντικείμενο να υποχρεωθεί η Ευρωπαϊκή Κοινότητα να παρέμβει σε δικαστική πραγματογνωμοσύνη που έχει ήδη διαταχθεί κατά του Βελγικού Δημοσίου.
Η κοινοτική ρύθμιση
3 Το άρθρο 240 ΕΚ ορίζει:
«Εφόσον η παρούσα Συνθήκη δεν προβλέπει αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, οι διαφορές στις οποίες η Κοινότητα είναι διάδικος δεν εξαιρούνται εκ του λόγου αυτού από την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων.»
4 Κατά το άρθρο 235 ΕΚ:
«Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο επί των διαφορών αποζημιώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο.»
5 Κατά το άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ:
«Στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Κοινότητα υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.»
6 Βάσει του άρθρου 243 ΕΚ:
«Στις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιόν του, το Δικαστήριο δύναται να διατάσσει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.»
7 Το άρθρο 22 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου ορίζει:
«Το Δικαστήριο δύναται οποτεδήποτε να αναθέσει πραγματογνωμοσύνη σε οποιοδήποτε πρόσωπο, σώμα, γραφείο, επιτροπή ή όργανο της επιλογής του.»
8 Το άρθρο 36, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου ορίζει:
«Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δύναται να αποφασίζει με συνοπτική διαδικασία, η οποία παρεκκλίνει, κατά το αναγκαίο μέτρο, από ορισμένους κανόνες που περιέχονται στον παρόντα Οργανισμό και που θα ορισθεί από τον Κανονισμό Διαδικασίας, επί αιτήσεως αναβολής, σύμφωνα με το άρθρο 242 της Συνθήκης, ή λήψεως προσωρινών μέτρων βάσει του άρθρου 243, ή αναστολής της αναγκαστικής εκτελέσεως σύμφωνα με το άρθρο 256, τελευταίο εδάφιο.»
9 Κατά το άρθρο 45, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο δ_, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου:
«1. Το Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, εκδίδει διάταξη που καθορίζει τα αποδεικτικά μέσα. [...]
[...]
2. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 21 και 22 του Οργανισμού ΕΚ, [...] στα αποδεικτικά μέσα περιλαμβάνονται:
[...]
δ) η πραγματογνωμοσύνη».
10 Κατά το άρθρο 83, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση να διαταχθεί ένα από τα προσωρινά μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 243 ΕΚ «είναι παραδεκτή μόνον αν προέρχεται από διάδικο σε εκκρεμή ήδη υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορά την υπόθεση αυτή».
11 Ο Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου ορίζει στο άρθρο του 49:
«Σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, το Πρωτοδικείο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί να αποφασίζει για οποιοδήποτε από τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας ή τα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται στα άρθρα 64 και 65 ή να διατάσσει την εκ νέου διεξαγωγή ή συμπλήρωση οποιασδήποτε αποδείξεως.»
12 Το άρθρο 65, στοιχείο δ_, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου έχει ως εξής:
«Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 21 και 22 του Οργανισμού ΕΚ, [...] στα αποδεικτικά μέσα περιλαμβάνονται:
[...]
δ) η πραγματογνωμοσύνη».
13 Το άρθρο 66, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου ορίζει:
«Το Πρωτοδικείο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, εκδίδει διάταξη που καθορίζει τα αποδεικτικά μέσα. [...]».
14 Κατά το άρθρο 104, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η αίτηση να διαταχθεί ένα από τα προσωρινά μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 243 ΕΚ «είναι παραδεκτή μόνον αν προέρχεται από διάδικο σε εκκρεμή ήδη υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου και αφορά την υπόθεση αυτή».
Η εθνική ρύθμιση
15 Όσον αφορά τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη, ο βελγικός δικαστικός κώδικας ορίζει στο άρθρο του 962:
«Ο δικαστής δύναται, για να λυθεί η ένδικη διαφορά ή σε περίπτωση αντικειμενικής και ενεστώσας απειλής να αναφυεί ένδικη διαφορά, να αναθέσει σε πραγματογνώμονες να προβούν σε διαπιστώσεις ή να καταλήξουν σε πόρισμα τεχνικής φύσεως.»
16 Κατά το άρθρο 972, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του βελγικού δικαστικού κώδικα:
«Οι διάδικοι εγχειρίζουν στους πραγματογνώμονες τα αναγκαία έγγραφα.
Οι διάδικοι υποβάλλουν στους πραγματογνώμονες κάθε χρήσιμη αίτηση.»
17 Το άρθρο 986 του βελγικού δικαστικού κώδικα ορίζει ότι: «[Ο]ι δικαστές ουδόλως είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν το πόρισμα των πραγματογνωμόνων αν η συνείδησή τους εναντιώνεται σ' αυτό».
18 Όσον αφορά τις πραγματογνωμοσύνες που διατάσσονται σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, ο βελγικός δικαστικός κώδικας διευκρινίζει στο άρθρο του 584:
«Ο πρόεδρος πρωτοδικών διατάσσει σε επείγουσες περιπτώσεις ασφαλιστικά μέτρα επί παντός θέματος, εκτός από τα θέματα που ο νόμος εξαιρεί από τη δικαστική εξουσία.
[...]
Η λήψη ασφαλιστικών μέτρων ζητείται μετά την άσκηση αγωγής επί της ουσίας ή, σε περίπτωση απόλυτης ανάγκης, πριν από την άσκηση τέτοιας αγωγής.
Ο πρόεδρος πρωτοδικών δύναται ιδίως:
[...]
2) να διατάξει για οποιονδήποτε σκοπό να γίνουν διαπιστώσεις ή πραγματογνωμοσύνες, ακόμη και για να αποτιμηθεί η ζημία και να ερευνηθούν τα αίτιά της·
[...]».
19 Όσο για την παρέμβαση, ο βελγικός δικαστικός κώδικας ορίζει, στο άρθρο του 15, δεύτερο εδάφιο, ότι «[μ]ε την παρέμβαση επιδιώκεται είτε να διαφυλαχθούν συμφέροντα του παρεμβαίνοντος ή ενός των διαδίκων είτε να υποχρεωθεί ο παρεμβαίνων να εκτελέσει μια υποχρέωση ή να συστήσει εγγύηση». Από το άρθρο 16, δεύτερο εδάφιο, του κώδικα αυτού προκύπτει ότι η παρέμβαση είναι αναγκαστική «όταν ο τρίτος προσεπικλήθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης από έναν ή περισσότερους διαδίκους».
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
20 Η First είναι βελγική εταιρία αλλαντοποιίας. Η Franex, άλλη βελγική εταιρία, εξάγει προϊόντα με βάση το κρέας και παρεμφερή προϊόντα Βέλγων παρασκευαστών. Έχει αναλάβει, μεταξύ άλλων, την πώληση των προϊόντων της First στο εξωτερικό. Οι δύο αυτές εταιρίες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν, και εξακολουθούν να υφίστανται, ζημία από τις συνέπειες της αποκαλούμενης κρίσεως «της διοξίνης» στο Βέλγιο.
21 Με εισαγωγικό της δίκης έγγραφο της 17ης Ιουνίου 1999, οι First και Franex ζήτησαν από τον πρόεδρο του Rechtbank van eerste aanleg te Dendermonde (Βέλγιο) να ορίσει, εξόδοις του Βελγικού Δημοσίου, πραγματογνώμονα με αποστολή να προβεί σε διαπιστώσεις και να καταλήξει σε πόρισμα σχετικά με τη φερόμενη ζημία. Με διάταξη ασφαλιστικών μέτρων της 14ης Ιουλίου 1999, ο πρόεδρος του Rechtbank van eerste aanleg te Dendermonde όρισε πραγματογνώμονα.
22 Με δικόγραφο της 17ης Σεπτεμβρίου 1999 που κατέθεσαν στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, οι First και Franex ζήτησαν από τον πρόεδρο του Rechtbank van eerste aanleg te Dendermonde να υποχρεώσει την Επιτροπή να παρέμβει στη δικαστική πραγματογνωμοσύνη που αποφασίστηκε με τη διάταξη της 14ης Ιουλίου 1999 «έτσι ώστε τόσο η διαδικασία της πραγματογνωμοσύνης όσο και η τελική έκθεση του πραγματογνώμονα να αφορούν και την Επιτροπή και να μπορούν να τύχουν επικλήσεως κατ' αυτής».
23 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, προς στήριξη του αιτήματος αυτού, οι First και Franex ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ως προς το ότι η ζημία που υπέστησαν οφείλεται ιδίως στον τρόπο κατά τον οποίο οι υπηρεσίες της Επιτροπής αντιμετώπισαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο την κρίση της διοξίνης και ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, εν προκειμένω, τόσο οι βελγικές αρχές όσο και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα διέπραξαν σφάλματα ή επέδειξαν αμέλεια. Οι εταιρίες αυτές υποστήριξαν επί πλέον ότι, εν όψει της δίκης επί της ουσίας, είναι επιθυμητό η Ευρωπαϊκή Κοινότητα να παρέμβει στη δικαστική πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να γίνει τεχνική και επιστημονική συζήτηση και να παρασχεθεί στον πραγματογνώμονα η δυνατότητα να αποφανθεί, με πλήρη επίγνωση της καταστάσεως, επί των ενδεχομένων παραλείψεων του Βελγικού Δημοσίου ή των κοινοτικών αρχών ή αμφοτέρων. Κατά τις εν λόγω εταιρίες, και η έκταση της ζημίας είναι επιθυμητό να διαπιστωθεί στο πλαίσιο διαδικασίας εκατέρωθεν ακροάσεως. Εφόσον η υπόθεση αυτή δεν είχε ακόμη φθάσει στο Δικαστήριο, αρμόδιος είναι ο εθνικός δικαστής ασφαλιστικών μέτρων.
24 Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή, αντέταξε ότι εθνικό δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εκδικάσει αίτημα να διαπιστωθεί αν η Ευρωπαϊκή Κοινότητα είναι υπεύθυνη ή συνυπεύθυνη.
25 Με διάταξη της 5ης Ιανουαρίου 2000, ο πρόεδρος του Rechtbank van eerste aanleg te Dendermonde υποχρέωσε την Ευρωπαϊκή Κοινότητα να παρέμβει στη δικαστική πραγματογνωμοσύνη. Επίσης, διεύρυνε την αποστολή του πραγματογνώμονα αναθέτοντάς του «να εξετάσει τις αντιδράσεις και παρεμβάσεις της Επιτροπής, των υπηρεσιών της ή των υπαλλήλων της από τη στιγμή που έλαβε γνώση της μολύνσεως από διοξίνη, καθώς και την καταλληλότητα των μέτρων που ελήφθησαν και την επιρροή τους στις δυσμενείς συνέπειες και στη ζημία που υπέστησαν οι αιτούσες». Επί πλέον, όρισε ότι η διαδικασία της πραγματογνωμοσύνης και η τελική έκθεση του πραγματογνώμονα «θα αφορούν και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και θα μπορούν να τύχουν επικλήσεως κατ' αυτής».
26 Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα άσκησε κατά της διατάξεως αυτής έφεση ενώπιον του Hof van Beroep te Gent.
27 Το δικαστήριο αυτό σημειώνει ότι η αγωγή επί της ουσίας που οι First και Franex επιφυλάσσονται να ασκήσουν κατά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αφορά διαφορά εξ εξωσυμβατικής ευθύνης. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν αμφισβητείται ότι, βάσει των άρθρων 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, διαφορά επί της ουσίας σχετικά με εξωσυμβατική ευθύνη δεν δύναται να αχθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου και ότι, βάσει του άρθρου 243 ΕΚ και των σχετικών διατάξεων των Κανονισμών Διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, τα κοινοτικά δικαστήρια δύνανται να ορίσουν πραγματογνώμονα μόνον αν εκδικάζουν αγωγή επί της ουσίας. Δεν αμφισβητείται ούτε ότι οι First και Franex έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να ασκήσουν τέτοια αγωγή.
28 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ακόμη ότι η υπόθεση της κύριας δίκης θέτει το ζήτημα αν ένα εθνικό δικαστήριο δύναται να ορίσει πραγματογνώμονα και να του αναθέσει να εξετάσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή, με άλλα λόγια, αν, από άποψη δικαιοδοσίας, η αίτηση ορισμού πραγματογνώμονα πρέπει να εξομοιωθεί με αγωγή αποζημιώσεως εξ εξωσυμβατικής ευθύνης.
29 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Hof van Beroep te Gent αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει το άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ (πρώην άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ) να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποτελεί μέσο δικαστικής προστασίας σχετικά με εξωσυμβατική ευθύνη, το οποίο δύναται να εκδικαστεί μόνον από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή από το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η αίτηση σε δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να παρέμβει σε διαδικασία δικαστικής πραγματογνωμοσύνης που έχει ήδη διαταχθεί κατά του Βελγικού Δημοσίου και να ορίσει ότι η διαδικασία αυτή και η τελική έκθεση του πραγματογνώμονα θα αφορούν και την Επιτροπή και θα μπορούν να τύχουν επικλήσεως κατ' αυτής, όταν στον πραγματογνώμονα έχει ανατεθεί, μεταξύ άλλων, να εξετάσει τις αντιδράσεις και παρεμβάσεις της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, των υπηρεσιών της και των υπαλλήλων της από τη στιγμή που έλαβε γνώση της μολύνσεως από διοξίνη, καθώς και την καταλληλότητα των μέτρων που ελήφθησαν και την επιρροή τους στις δυσμενείς συνέπειες και στη ζημία που υπέστησαν οι εφεσίβλητες και όταν η αίτηση αυτή υποβλήθηκε με σκοπό αργότερα να ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως λόγω των αντιστοίχων ευθυνών του Βελγικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στην κρίση της διοξίνης;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
30 Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 235 ΕΚ, 240 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ απαγορεύουν να διατάξει ένα εθνικό δικαστήριο έναντι οργάνου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πραγματογνωμοσύνη με αντικείμενο να καθοριστεί ο ρόλος του οργάνου αυτού σε γεγονότα που φέρεται ότι προκάλεσαν ζημία, προκειμένου αργότερα να ασκηθεί κατά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αγωγή αποζημιώσεως εξ εξωσυμβατικής ευθύνης.
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
31 H Επιτροπή, η οποία εκπροσωπεί την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στην κύρια δίκη, ισχυρίζεται ότι η αποκλειστική αρμοδιότητα των κοινοτικών δικαστηρίων που στηρίζεται στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 235 ΕΚ και 288 ΕΚ δεν αφορά μόνον την εκτίμηση επί της ουσίας, αλλά εκτείνεται και στα αποδεικτικά μέσα, όπως η πραγματογνωμοσύνη.
32 Συγκεκριμένα, κατά το κείμενο των διατάξεων αυτών, τα κοινοτικά δικαστήρια είναι αρμόδια να εκδικάζουν διαφορές σχετικές με την αποκατάσταση των ζημιών που προκαλούνται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα ή από τους υπαλλήλους της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι όροι που χρησιμοποιούνται έχουν ευρύ περιεχόμενο, καθόσον αφορούν τόσο τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και την εκτίμησή τους όσο και την ερμηνεία της σχετικής ρυθμίσεως και την εφαρμογή της στα διαπιστωμένα πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ένα αποδεικτικό μέσο, με το οποίο επιδιώκεται να αποδειχθούν πραγματικά περιστατικά προκειμένου να αποκατασταθεί μια ζημία σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 235 ΕΚ και 288 ΕΚ, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δίκης για την αποκατάσταση της ζημίας, η οποία δύναται να κινηθεί μόνον ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων (βλ. τις αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1979, 101/78, Granaria, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 305, σκέψεις 13 και 14, και της 8ης Απριλίου 1992, C-55/90, Cato κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-2533, σκέψη 17).
33 Ομοίως, ο αυστηρός διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων, τον οποίο το Δικαστήριο έχει καθιερώσει όσον αφορά την εξωσυμβατική ευθύνη, μεταξύ των κοινοτικών δικαστηρίων και των εθνικών δικαστηρίων αναλόγως του αν η ζημία προκλήθηκε από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα ή από κράτος μέλος (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Granaria, σκέψη 14, και την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 106/87 έως 120/87, Αστερίς κ.λπ., Συλλογή 1988, σ. 5515, σκέψεις 17 έως 19) ισχύει και για τα αποδεικτικά μέσα.
34 Εξάλλου, η νομολογία του Δικαστηρίου από την οποία προκύπτει ότι η Επιτροπή έχει βάσει του άρθρου 10 ΕΚ υποχρέωση αγαστής συνεργασίας με τα κράτη μέλη (βλ. τη διάταξη της 13ης Ιουλίου 1990, C-2/88 ΙΜΜ., Zwartveld κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. Ι-3365) δεν έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης. Ωστόσο, ακόμα και αν οι αρχές που συνάγονται από τη νομολογία αυτή δεν την υποχρεώνουν προς τούτο, η Επιτροπή ασμένως θα δεχόταν κάθε διάβημα εθνικού δικαστηρίου που θα της ζητούσε να συνεργαστεί επί προαιρετικής βάσεως σε πραγματογνωμοσύνη η οποία έχει διαταχθεί από το δικαστήριο αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι δεν τίθεται ζήτημα ευθύνης της Επιτροπής και, επί πλέον, ότι η συνεργασία της συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο. Η συνεργασία αυτή θα μπορεί, π.χ., να υλοποιηθεί με την ανακοίνωση πληροφοριακών στοιχείων στα οποία το εθνικό δικαστήριο δύσκολα έχει, ή ουδόλως έχει, πρόσβαση.
35 Κατά τις First και Franex, στο βελγικό δίκαιο, το αντικείμενο της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης που έχει διαταχθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων είναι να παρασχεθούν στον έναν ή στον άλλο διάδικο οι αποδείξεις που αυτός θα χρειαστεί κατά τη διάρκεια της δίκης επί της ουσίας που ενδεχομένως κινηθεί αργότερα και να γνωστοποιηθούν στο δικαστήριο της ουσίας τα πραγματικά περιστατικά και οι τεχνικές, δηλαδή μη νομικές, πτυχές της υποθέσεως, αλλά ακόμη και να συμφιλιωθούν οι αντίδικοι. Ωστόσο, η πραγματογνωμοσύνη αυτή προ πάντων παρέχει στον ζημιωθέντα και στους νομικούς του συμβούλους τη δυνατότητα να εκτιμήσουν, βάσει της εκθέσεως του πραγματογνώμονα, αν υπάρχουν λογικές πιθανότητες να ευδοκιμήσει τυχόν αγωγή επί της ουσίας, να διαμορφώσουν άποψη σχετικά με την έκταση της αποδεδειγμένης ζημίας και να προσδιορίσουν τον υπεύθυνο κατά του οποίου δύναται και πρέπει να ασκηθεί αγωγή.
36 Οι First και Franex υποστηρίζουν ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, είναι παραπάνω από επιθυμητό να μετάσχει η Επιτροπή στην πραγματογνωμοσύνη που διέταξε το εθνικό δικαστήριο, καθόσον το κοινοτικό αυτό όργανο αναμφισβήτητα διαθέτει πληροφοριακά στοιχεία τα οποία είναι σημαντικά για να καθοριστούν οι πράξεις και παραλείψεις των βελγικών αρχών, στα οποία όμως οι εταιρίες αυτές δεν μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση. Η Επιτροπή είναι ο πλέον κατάλληλος να δώσει, στο πλαίσιο δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, κατά προσήκοντα τρόπο και με γνώση της υποθέσεως απαντήσεις στις δηλώσεις στις οποίες θα προβεί το Βελγικό Δημόσιο και στα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θα προσκομίσει. Επομένως, η έρευνα του πραγματογνώμονα θα μείνει ελλιπής χωρίς την παρέμβαση και συνεργασία της Επιτροπής.
37 Οι First και Franex ναι μεν δέχονται ότι τα συνδυασμένα άρθρα 235 ΕΚ και 288 ΕΚ συνεπάγονται ότι μόνον τα κοινοτικά δικαστήρια είναι αρμόδια να εκδικάζουν διαφορές σχετικά με την αποκατάσταση ζημίας που έχει προκληθεί από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στο πλαίσιο της εξωσυμβατικής της ευθύνης, πλην όμως ισχυρίζονται ότι το άρθρο 235 ΕΚ συνιστά εξαίρεση από τον γενικό κανόνα του άρθρου 240 ΕΚ, οπότε πρέπει να ερμηνεύεται στενώς.
38 Πάντως, με τη δίκη που οι First και Franex κίνησαν ενώπιον του εθνικού δικαστή ασφαλιστικών μέτρων επιδιώκεται μόνο να υποχρεωθεί η Ευρωπαϊκή Κοινότητα να παρέμβει σε δικαστική πραγματογνωμοσύνη η οποία έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθούν ορισμένα πραγματικά στοιχεία, να αποδειχθεί και να αποτιμηθεί μια περιουσιακή ζημία και να προσδιοριστούν τα αίτιά της. Εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένων υπόψη του τομέα αρμοδιότητας του δικαστή ασφαλιστικών μέτρων και της αποστολής τού πραγματογνώμονα, η δίκη αυτή δεν μπορεί να έχει ως σκοπό να εξεταστούν ενέργειες της Επιτροπής με γνώμονα το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο ή να γίνουν νομικές διαπιστώσεις σχετικά με την ύπαρξη σφαλμάτων.
39 Επί πλέον, το άρθρο 243 ΕΚ δεν διευκρινίζει ότι το Δικαστήριο είναι ο μόνος αρμόδιος να διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα ή τη διεξαγωγή αποδείξεων σε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων. Εξ αυτών οι First και Franex συνάγουν ότι, επί όσο χρόνο δεν έχει ασκηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αγωγή αποζημιώσεως, ο εθνικός δικαστής ασφαλιστικών μέτρων διατηρεί την αρμοδιότητα να διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα και, κατά μείζονα λόγο, να διατάσσει τη διεξαγωγή αποδείξεων.
40 Η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, επί εξωσυμβατικής ευθύνης, οι αγωγές που ασκούνται κατά κράτους μέλους και αυτές που ασκούνται κατά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δημιουργούν εντελώς διακριτές δίκες, οι οποίες μπορούν και πρέπει να αντιμετωπίζονται χωριστά (βλ. τις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1967, 5/66, 7/66 και 13/66 έως 24/66, Kampffmeyer κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 571, και της 12ης Απριλίου 1984, 281/82, Unifrex κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, Συλλογή 1984, σ. 1969). Ο χωρισμός αυτός των δικών είναι συνέπεια της αποκλειστικής αρμοδιότητας που έχει χορηγηθεί στα κοινοτικά δικαστήρια για να εκδικάζουν διαφορές εξ εξωσυμβατικής ευθύνης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
41 Επομένως, η εξέταση ενός εθνικού δικαστηρίου δύναται να αφορά μόνον τις πράξεις των εθνικών αρχών. Κατά συνέπεια, ο ορισμός, από εθνικό δικαστήριο, πραγματογνώμονα στον οποίο έχει δοθεί η εξουσία να προβεί σε διαπιστώσεις σχετικά με πράξεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δεν συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η αποκλειστική αρμοδιότητα των κοινοτικών δικαστηρίων συνεπάγεται επίσης ότι τα δικαστήρια αυτά πρέπει να μπορούν να αποφανθούν με πλήρη ελευθερία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά. Αν η εξέταση της ευθύνης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας απαιτεί τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, στο Πρωτοδικείο απόκειται να διατάξει την πραγματογνωμοσύνη αυτή (βλ. την απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1965, 29/63, 31/63, 36/63, 39/63 έως 47/63, 50/63 και 51/63, Société anonyme des laminoirs, hauts fourneaux, forges, fonderies et usines de la Providence κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 197).
42 Αντιθέτως, είναι δυνατόν, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως που έχει ασκηθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά των αρχών κράτους μέλους, το δικαστήριο αυτό να χρειαστεί διευκρινίσεις σχετικά με το πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, και ιδίως σχετικά με τις πράξεις της Επιτροπής. Η Βελγική Κυβέρνηση φρονεί ότι, αν ο πραγματογνώμονας που έχει οριστεί από εθνικό δικαστήριο θεωρήσει αναγκαίο να του παράσχει η Επιτροπή ορισμένες πληροφορίες, δύναται να απευθύνει στην Επιτροπή αίτηση παροχής πληροφοριών. Τότε, η αρχή της αγαστής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 10 ΕΚ, θα υποχρεώσει την Επιτροπή να συνεργαστεί. Συγκεκριμένα, κατά την εκτέλεση της αποστολής του, ο δικαστικός πραγματογνώμονας πρέπει να θεωρείται ως επικουρικός δικαστικός υπάλληλος, ο οποίος δύναται να επικαλεστεί δικαιώματα που το άρθρο 10 ΕΚ παρέχει στα κράτη μέλη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
43 Πρέπει να υπομνηστεί ότι από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, ναι μεν τα εθνικά δικαστήρια παραμένουν αρμόδια να εκδικάζουν αιτήματα αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε σε ιδιώτες από εθνικές αρχές κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, πλην όμως το άρθρο 235 ΕΚ παρέχει στα κοινοτικά δικαστήρια αποκλειστική αρμοδιότητα να εκδικάζουν αγωγές αποζημιώσεως, βάσει του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, που στρέφονται κατά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Granaria, σκέψη 14· Αστερίς κ.λπ., σκέψη 15, και Cato κατά Επιτροπής, σκέψη 17).
44 Πρέπει επίσης να υπομνηστεί ότι, κατά τα άρθρα 22 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, 45, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου καθώς και 49 και 65 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, τα κοινοτικά δικαστήρια δύνανται να διατάσσουν τη διεξαγωγή αποδείξεων, περιλαμβανομένης της διενέργειας πραγματογνωμοσύνης.
45 Επί πλέον, από τα άρθρα 243 ΕΚ, 36 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, 83 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και 104 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι ο πρόεδρος εκατέρου των κοινοτικών δικαστηρίων δύναται, κατόπιν αιτήσεως ενός ή περισσοτέρων διαδίκων, να διατάξει τα αναγκαία ασφαλιστικά μέτρα εν αναμονή της αποφάσεως επί της ουσίας. Στο πλαίσιο της αρμοδιότητας αυτής, δύναται, μεταξύ άλλων, να ορίσει πραγματογνώμονα για να προβεί στις ζητούμενες εξακριβώσεις (βλ., όσον αφορά τη Συνθήκη ΕΚΑΕ, τη διάταξη της 28ης Απριλίου 1982, 318/81 R, Επιτροπή κατά CO.DE.ΜΙ., Συλλογή 1982, σ. 1325, σκέψεις 1 έως 3).
46 Όπως ορθώς σημείωσε η Επιτροπή, τα ασφαλιστικά μέτρα ή τα αποδεικτικά μέσα με τα οποία επιδιώκεται να καθοριστεί ο ρόλος οργάνου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε γεγονότα που φέρεται ότι προκάλεσαν ζημία, προκειμένου η ζημία αυτή να αποκατασταθεί σύμφωνα με τα άρθρα 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δίκης για την αποκατάσταση της φερόμενης ζημίας. Δεδομένου ότι τα κοινοτικά δικαστήρια διαθέτουν αποκλειστική αρμοδιότητα για την εκδίκαση αγωγών αποζημιώσεως, βάσει του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, που στρέφονται κατά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τα δικαστήρια αυτά πρέπει να διαθέτουν αποκλειστική αρμοδιότητα και για να διατάσσουν, έναντι οργάνου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ασφαλιστικά μέτρα καθώς και τη διεξαγωγή αποδείξεων, όπως τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με αντικείμενο να καθοριστεί ο ρόλος του οργάνου αυτού σε γεγονότα που φέρεται ότι προκάλεσαν ζημία, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η εκδίκαση αγωγής αποζημιώσεως εξ εξωσυμβατικής ευθύνης που στρέφεται κατά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
47 Οποιαδήποτε άλλη λύση θα είχε ως αποτέλεσμα να θιγεί η ομοιομορφία κατά την εφαρμογή του καθεστώτος εξωσυμβατικής ευθύνης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Συγκεκριμένα, τόσο η δυνατότητα να ζητηθεί να διαταχθούν από εθνικό δικαστήριο ασφαλιστικά μέτρα και η διεξαγωγή αποδείξεων, και ειδικότερα η δυνατότητα να γίνει τούτο χωρίς να είναι υποχρεωτική η άσκηση αγωγής επί της ουσίας, όσο και οι κανόνες που διέπουν την πραγματογνωμοσύνη διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο.
48 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι εθνικό δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να διατάξει έναντι οργάνου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πραγματογνωμοσύνη με αντικείμενο να καθοριστεί ο ρόλος του σε γεγονότα που φέρεται ότι προκάλεσαν ζημία, προκειμένου αργότερα να ασκηθεί κατά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αγωγή αποζημιώσεως εξ εξωσυμβατικής ευθύνης.
49 Ωστόσο, πρέπει να υπομνηστεί ότι οι σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων διέπονται, βάσει του άρθρου 10 ΕΚ, από την αρχή της αγαστής συνεργασίας. Η αρχή αυτή όχι μόνον υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου, αλλά δημιουργεί και για τα κοινοτικά όργανα αμοιβαίο καθήκον αγαστής συνεργασίας με τα κράτη μέλη (βλ. την προαναφερθείσα διάταξη Zwartveld κ.λπ., σκέψη 17). Επομένως, αν εθνικό δικαστήριο χρειάζεται πληροφοριακά στοιχεία που μόνον η Επιτροπή δύναται να παράσχει, η αρχή της αγαστής συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 10 ΕΚ επιβάλλει κατ' αρχήν στην Επιτροπή να ανακοινώσει αμελλητί τα στοιχεία αυτά εφόσον τούτο της έχει ζητηθεί από το εθνικό δικαστήριο, εκτός αν η άρνηση ανακοινώσεως των στοιχείων αυτών δικαιολογείται από την επιτακτική ανάγκη να αποφευχθούν προσκόμματα στη λειτουργία και ανεξαρτησία της Επιτροπής ή να διαφυλαχθούν συμφέροντά της (βλ., στο ίδιο πνεύμα, την προαναφερθείσα διάταξη Zwartveld κ.λπ., σκέψεις 24 και 25, και τις αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-234/89, Δηλιμίτης, Συλλογή 1991, σ. Ι-935, σκέψη 53, και της 11ης Ιουλίου 1996, C-39/94, SFEI κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-3547, σκέψη 50).
50 Κατά συνέπεια, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 235 ΕΚ, 240 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ απαγορεύουν να διαταχθεί από εθνικό δικαστήριο έναντι οργάνου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πραγματογνωμοσύνη με αντικείμενο να καθοριστεί ο ρόλος του οργάνου αυτού σε γεγονότα που φέρεται ότι προκάλεσαν ζημία, προκειμένου αργότερα να ασκηθεί κατά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αγωγή αποζημιώσεως εξ εξωσυμβατικής ευθύνης.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
51 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Βελγική Κυβέρνηση που υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 28ης Ιουνίου 2000 το Hof van Beroep te Gent, αποφαίνεται:
Οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 235 ΕΚ, 240 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ απαγορεύουν να διαταχθεί από εθνικό δικαστήριο έναντι οργάνου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πραγματογνωμοσύνη με αντικείμενο να καθοριστεί ο ρόλος του οργάνου αυτού σε γεγονότα που φέρεται ότι προκάλεσαν ζημία, προκειμένου αργότερα να ασκηθεί κατά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αγωγή αποζημιώσεως εξ εξωσυμβατικής ευθύνης.
Full & Egal Universal Law Academy