Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - εριορισμοί - ροϋπόθεση να εδρεύουν ή να έχουν υποκατάστημα στην ημεδαπή οι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη εταιρίες που διαθέτουν εργατικό δυναμικό για προσωρινή απασχόληση - Δεν επιτρέπεται - Δικαιολογία βασιζόμενη σε λόγους γενικού συμφέροντος - Κοινωνική προστασία των εργαζομένων - Δεν συντρέχει
(Άρθρο 49 ΕΚ)
3. Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - εριορισμοί δικαιολογούμενοι από λόγους γενικού συμφέροντος - Επιτρέπονται - ροϋποθέσεις
(Άρθρο 49 ΕΚ)
4. Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων - εριορισμοί - Υποχρέωση των επιχειρήσεων διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη να καταθέτουν εγγύηση σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στην ημεδαπή - Δεν επιτρέπεται
(Άρθρα 49 ΕΚ και 56 ΕΚ)
Περίληψη
1. Στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή έχει κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, οι δε μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.
( βλ. σκέψη 10 )
2. Κράτος μέλος η νομοθεσία του οποίου προβλέπει ότι οι επιχειρήσεις διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση οι οποίες είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη πρέπει να εδρεύουν ή να έχουν υποκατάστημα στην ημεδαπή παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΕΚ.
ράγματι, προκειμένου να είναι νόμιμη η υποχρέωση των επιχειρήσεων διαθέσεως σε πελάτες εγκατεστημένους σε κράτος μέλος εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση να έχουν την έδρα τους ή υποκατάστημα στην ημεδαπή, πράγμα το οποίο αποτελεί στην πραγματικότητα αναίρεση της θεμελιώδους αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, πρέπει να αποδεικνύεται ότι η υποχρέωση αυτή συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.
Συναφώς, μολονότι η προστασία των εργαζομένων συγκαταλέγεται μεταξύ των επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος που μπορούν να δικαιολογήσουν την επιβολή περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προϋπόθεση να εδρεύουν ή να έχουν υποκατάστημα στην ημεδαπή οι ενδιαφερόμενες εταιρίες, υπερακοντίζει τον σκοπό της προστασίας των εργαζομένων.
( βλ. σκέψεις 17-20 και διατακτ. )
3. Η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ως θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης, μπορεί να περιοριστεί μόνον από ρυθμίσεις δικαιολογούμενες από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και εφαρμοζόμενες σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους όπου παρέχονται οι υπηρεσίες, εφόσον το γενικό συμφέρον δεν διασφαλίζεται από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος.
( βλ. σκέψη 33 )
4. Κράτος μέλος, του οποίου η νομοθεσία προβλέπει ότι οι επιχειρήσεις διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη πρέπει να καταθέτουν εγγύηση σε πιστωτικό ίδρυμα που έχει την έδρα του ή υποκατάστημα στην ημεδαπή, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 49 ΕΚ και 56 ΕΚ.
( βλ. σκέψεις 34, 41 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-279/00,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενη από την E. Traversa και τη Μ. ατακιά, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον U. Leanza, επικουρούμενο από τον D. Del Gaizo, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, υποχρεώνοντας τις επιχειρήσεις διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση που είναι εγκατεστημένες στα λοιπά κράτη μέλη να εδρεύουν ή να έχουν υποκατάστημα στο έδαφός της και να καταθέτουν εγγύηση ύψους 700 εκατομμυρίων ιταλικών λιρών (ITL) σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στο έδαφός της, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 49 ΕΚ και 56 ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από την F. Macken, πρόεδρο τμήματος, και τους C. Gulmann, R. Schintgen (εισηγητή), Β. Σκουρή και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Οκτωβρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Ιουλίου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή προκειμένου να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, υποχρεώνοντας τις επιχειρήσεις διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση που είναι εγκατεστημένες στα λοιπά κράτη μέλη να εδρεύουν ή να έχουν υποκατάστημα στο έδαφός της και να καταθέτουν εγγύηση ύψους 700 εκατομμυρίων ιταλικών λιρών (ITL) σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στο έδαφός της, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 49 ΕΚ και 56 ΕΚ.
Η εθνική ρύθμιση
2 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του legge n° 196, Norme in materia di promozione dell'occupazione (νόμος 196 που περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με την ενίσχυση της απασχολήσεως), της 24ης Ιουνίου 1997 (GURI αριθ. 154, της 4ης Ιουλίου 1997, τακτικό παράρτημα υπ' αριθ. 136/L, σ. 3, στο εξής: νόμος 196/97), αναθέτει την άσκηση της δραστηριότητας διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση αποκλειστικά στις εταιρίες που έχουν περιληφθεί στον προβλεπόμενο προς τούτο πίνακα της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής ρόνοιας. ροκειμένου να περιληφθούν στον ανωτέρω πίνακα, οι εταιρίες αυτές πρέπει να λάβουν άδεια από το ανωτέρω υπουργείο η οποία έχει αρχικώς προσωρινή ισχύ και ακολούθως, μετά από δύο έτη ασκήσεως της δραστηριότητας, καθίσταται αορίστου χρόνου. Η έκδοση της αδείας αυτής εξαρτάται με τη σειρά της από τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων τις οποίες καθορίζει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του νόμου 196/97.
3 Η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει:
«Οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την άσκηση της δραστηριότητας της παραγράφου 1 είναι οι ακόλουθες:
a) σύσταση της εταιρίας υπό τη μορφή κεφαλαιουχικής εταιρίας ή συνεταιρισμού, ιταλικού δικαίου ή δικαίου άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως· στην επωνυμία της εταιρίας πρέπει να περιλαμβάνονται οι λέξεις "εταιρία διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση"· η δραστηριότητα αυτή πρέπει να δηλώνεται ως το αποκλειστικό αντικείμενο της εταιρίας· καταβληθέν κεφάλαιο όχι κατώτερο του 1 δισεκατομμυρίου λιρών· νόμιμη έδρα ή υποκατάστημα στην ημεδαπή·
[...]
c) κατάθεση, κατά τα πρώτα δύο έτη, εγγυήσεως ύψους 700 εκατομμυρίων λιρών σε πιστωτικό ίδρυμα που έχει την έδρα ή υποκατάστημά του στην ημεδαπή ως εγγύηση για τη μισθοδοσία των εργαζομένων που έχουν προσληφθεί βάσει της προβλεπομένης στο άρθρο 3 συμβάσεως [σύμβαση για την παροχή προσωρινής εργασίας] και για τις κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές προς τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως· από του τρίτου ημερολογιακού έτους, σύσταση, αντί της ανωτέρω εγγυήσεως, τραπεζικής εγγυήσεως ή σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως για ποσό ίσο τουλάχιστον με το 5 % του κύκλου εργασιών, άνευ ΦΑ, που έχει πραγματοποιηθεί κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση και το οποίο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι κατώτερο των 700 εκατομμυρίων λιρών·
[...]».
4 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του νόμου 196/97 επιβάλλει διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις στα πρόσωπα που διαθέτουν εργατικό δυναμικό για προσωρινή απασχόληση χωρίς να διαθέτουν την άδεια που προβλέπει το άρθρο 2 του εν λόγω νόμου.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
5 Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχεία a και c, του νόμου 196/97 δεν συμβιβάζεται με τα άρθρα 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ) και 73 Β της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 56 ΕΚ), κάλεσε με έγγραφο οχλήσεως της 29ης Ιουλίου 1998 την Ιταλική Κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών.
6 Με έγγραφο της 6ης Νοεμβρίου 1998, η Ιταλική Κυβέρνηση απάντησε ότι οι εν λόγω διατάξεις του νόμου 196/97 δικαιολογούνταν από λόγους δημοσίας τάξεως κατά την έννοια των άρθρων 56 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 46 ΕΚ) και 66 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 55 ΕΚ), διότι αποσκοπούν στη διασφάλιση της πραγματικής προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων σχετικά με τις αποδοχές τους και τις κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές έναντι του εργοδότη τους, ήτοι της επιχειρήσεως που διαθέτει εργατικό δυναμικό για προσωρινή απασχόληση.
7 H Επιτροπή, κρίνοντας ανεπαρκή την απάντηση της Ιταλικής Κυβερνήσεως, απηύθυνε στις 28 Απριλίου 1999 στην Ιταλική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη καλώντας την να λάβει, εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της εν λόγω γνώμης, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τα άρθρα 59 και 73 Β της Συνθήκης.
8 Δεδομένου ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Εισαγωγική παρατήρηση
9 Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως η Ιταλική Κυβέρνηση τονίζει ότι το άρθρο 117, παράγραφος 1, του νόμου 388, της 23ης Δεκεμβρίου 2000 (GURI αριθ. 302, της 29ης Δεκεμβρίου 2000, τακτικό παράρτημα υπ' αριθ. 219/L, σ. 1), τροποποίησε το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχεία a και c, του νόμου 196/97 προσθέτοντας σε αμφότερες τις διατάξεις αυτές, μετά τις λέξεις «που έχει την έδρα της ή παράρτημά της στην ημεδαπή», τη φράση «ή σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως». Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ιταλική Κυβέρνηση καλεί την Επιτροπή να παραιτηθεί από την πρώτη αιτίαση της προσφυγής της (σχετικά με την απαίτηση να εδρεύει ή να έχει υποκατάστημα στην ημεδαπή) καθώς και από το δεύτερο σκέλος της δευτέρας αιτιάσεώς της (σχετικά με την υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεως σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στην ημεδαπή).
10 Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ανταποκρίθηκε στα ανωτέρω αιτήματα, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιάζεται κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη και ότι οι μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2000, C-435/99, Επιτροπή κατά ορτογαλίας, Συλλογή 2000, σ. Ι-11179, σκέψη 16, και της 11ης Οκτωβρίου 2001, C-111/00, Επιτροπή κατά Αυστρίας, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 13).
11 Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστούν άπασες οι αιτιάσεις που προβάλλει η Επιτροπή με την προσφυγή της.
Επί της προϋπόθέσεως να εδρεύει η ενδιαφερόμενη εταιρία ή να έχει υποκατάστημα στην ημεδαπή
12 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο a, του νόμου 196/97, το οποίο υποχρεώνει τις επιχειρήσεις διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση να εδρεύουν ή να έχουν υποκατάστημά τους στην ημεδαπή, αντιβαίνει προς το άρθρο 49 ΕΚ διότι η προϋπόθεση αυτή αποτελεί στην πραγματικότητα άρνηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών την οποία διασφαλίζει η διάταξη αυτή και διότι έχει ως συνέπεια να αναιρεί την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου αυτού (βλ., στο πνεύμα αυτό, μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1986, σ. 3755, σκέψη 52).
13 Στηριζόμενη στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 1991, C-288/89, Collectieve Antennevoorziening Gouda (Συλλογή 1991, σ. Ι-4007, σκέψη 11), και της 14ης Νοεμβρίου 1995, C-484/93, Svensson και Gustavsson (Συλλογή 1995, σ. Ι-3955, σκέψη 15), η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τέτοιου είδους περιορισμοί που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στα άλλα κράτη μέλη δεν μπορεί να γίνουν δεκτοί παρά μόνον αν δικαιολογούνται από εξαιρετικούς λόγους ρητώς προβλεπομένους στο άρθρο 46 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 55 ΕΚ. Όσον αφορά ειδικότερα τους «λόγους δημοσίας τάξεως», οι οποίοι περιλαμβάνονται μεταξύ των λόγων γενικού συμφέροντος που παραθέτει το άρθρο 46 ΕΚ και τους οποίους επικαλέστηκε η Ιταλική Κυβέρνηση στην απάντησή της στο έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η έννοια της δημοσίας τάξεως πρέπει να ερμηνεύεται στενώς (βλ. αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89, ΕΡΤ, Συλλογή 1991, σ. Ι-2925, σκέψη 24, και της 9ης Μαρτίου 2000, C-355/98, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2000, σ. Ι-1221, σκέψη 28) και ότι, εν πάση περιπτώσει, η προσφυγή στην έννοια της δημοσίας τάξεως προϋποθέτει, εκτός της κοινωνικής διαταραχής που συνιστά κάθε παράβαση του νόμου, μια πραγματική και αρκούντως σοβαρή απειλή θίγουσα ένα θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 7ης Μα_ου 1998, C-350/96, Clean Car Autoservice, Συλλογή 1998, σ. Ι-2521, σκέψη 40, και Επιτροπή κατά Βελγίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 28). Η Επιτροπή προσθέτει ότι, εν προκειμένω, τα επιχειρήματα που προβάλλει η Ιταλική Κυβέρνηση προκειμένου να δικαιολογήσει τους εν λόγω περιορισμούς στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στερούνται ερείσματος.
14 Αφού υπενθύμισε ότι, με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, C-279/80, Webb (Συλλογή 1981, σ. Ι-3305, σκέψη 18), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η διάθεση εργατικού δυναμικού αποτελεί έναν ιδιαιτέρως ευαίσθητο τομέα από επαγγελματικής και κοινωνικής απόψεως, η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η αγορά προσωρινής εργασίας εξακολουθεί μέχρι της σήμερον να χαρακτηρίζεται από έντονα φαινόμενα καταχρήσεων και προσβολής των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
15 Η ανωτέρω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, στο πλαίσιο αυτό, η προϋπόθεση να εδρεύει ή να έχει υποκατάστημα στην ημεδαπή η επιχείρηση που έχει ως αντικείμενο τη διάθεση εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση συνιστά ένα μέσο για τη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων όσον αφορά τις αποδοχές και την καταβολή των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών στον βαθμό που, σε περίπτωση που δεν υπήρχε η απαίτηση αυτή, οι εργαζόμενοι θα ήταν υποχρεωμένοι, προκειμένου να προβάλουν τα συναφή δικαιώματά τους, να εμπλακούν σε περίπλοκους και άνευ πιθανοτήτων επιτυχίας δικαστικούς αγώνες κατά του εργοδότη τους ενώπιον αλλοδαπού δικαστηρίου.
16 Η Ιταλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι τα εμπόδια τα οποία σκοπεί να παραμερίσει η ανωτέρω προϋπόθεση είναι κατ' ουσίαν οικονομικής φύσεως και απορρέουν από το γεγονός ότι, εάν ο εργαζόμενος είναι υποχρεωμένος να προσφύγει στα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους προκειμένου να του επιδικαστεί ένα κατά το μάλλον ή ήττον μέτριο ποσό, θα υποβληθεί σε ισόποσες ή ακόμη και σε μεγαλύτερες δαπάνες.
17 ροκειμένου να κριθεί το βάσιμο της πρώτης αιτιάσεως της Επιτροπής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προϋπόθεση να εδρεύουν ή να έχουν υποκατάστημα στην ημεδαπή οι εταιρίες που διαθέτουν εργατικό δυναμικό για προσωρινή απασχόληση σε πελάτες τους εγκατεστημένους στην Ιταλία αντιβαίνει ευθέως στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, στον βαθμό που καθιστά αδύνατη την παροχή, στο εν λόγω κράτος μέλος, υπηρεσιών από επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη (βλ., στο πνεύμα αυτό, την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 27, και την απόφαση της 29ης Μα_ου 2001, C-263/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-4195, σκέψη 20).
18 Για να γίνει δεκτή μια τέτοια υποχρέωση η οποία, όπως το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει, αποτελεί στην πραγματικότητα αναίρεση της θεμελιώδους αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, πρέπει να αποδεικνύεται ότι αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού (βλ. αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 1997, C-222/95, Parodi, Συλλογή 1997, σ. Ι-3899, σκέψη 31, και της 25ης Οκτωβρίου 2001, C-493/99, Επιτροπή κατά Γερμανίας, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 19).
19 Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η προστασία των εργαζομένων συγκαταλέγεται μεταξύ των επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος που μπορούν να δικαιολογήσουν την επιβολή περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (βλ., μεταξύ άλλων, τις προαναφερθείσες αποφάσεις Webb, σκέψη 19, Collectieve Antennevoorziening Gouda, σκέψη 14, και την απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1999, C-369/96 και C-376/96, Arblade κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. Ι-8453, σκέψη 36).
20 άντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προϋπόθεση να εδρεύουν ή να έχουν υποκατάστημα στην ημεδαπή οι ενδιαφερόμενες εταιρίες, όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο a, του νόμου 196/97, βαίνει πέραν των όσων είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των εργαζομένων τον οποίο επικαλείται η Ιταλική Κυβέρνηση.
21 ράγματι, η ανωτέρω υποχρέωση εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλες τις επιχειρήσεις διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος πλην της Ιταλικής Δημοκρατίας χωρίς να διακρίνει ανάλογα με τον τόπο κατοικίας των εργαζομένων που χρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις αυτές.
22 άντως, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο οι εργαζόμενοι που τίθενται προσωρινώς στη διάθεση εγκατεστημένων στην Ιταλία επιχειρήσεων με ανάγκες σε εργατικό δυναμικό από μια επιχείρηση διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση, η οποία είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, να κατοικούν στο τελευταίο αυτό κράτος και, ως εκ τούτου, να μην υφίσταται ως προς αυτούς η ανάγκη της προστασίας τους την οποία επικαλείται εν προκειμένω η Ιταλική Κυβέρνηση προκειμένου να δικαιολογήσει την εν λόγω υποχρέωση.
23 Το αυτό ισχύει και στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος εκτελεί συνήθως την εργασία του στην Ιταλία στο πλαίσιο ατομικής συμβάσεως εργασίας.
24 ράγματι, δυνάμει του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (παγιωμένη μορφή) (ΕΕ 1998, C 27, σ. 1), ο εργαζόμενος είναι δυνατόν να εναγάγει τον εργοδότη του ενώπιον των δικαστηρίων του συμβαλλομένου κράτους στο οποίο ο εργαζόμενος εκτελεί συνήθως την εργασία του, έστω και αν ο εργοδότης του κατοικεί στο έδαφος άλλου συμβαλλομένου κράτους.
25 Επιπλέον, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν προέβαλε κανένα πειστικό επιχείρημα προκειμένου να αποδείξει ότι ο δικαστικός αγώνας στον οποίο αποδύεται ένας εργαζόμενος, ο οποίος διαμένει στην Ιταλία, αλλά βρίσκεται στην υπηρεσία επιχειρήσεως διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση η οποία είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος και ο οποίος τίθεται προσωρινώς στη διάθεση εγκατεστημένης στην Ιταλία επιχειρήσεως με ανάγκες σε εργατικό δυναμικό, κατά του εργοδότη του ενώπιον των δικαστηρίων του δευτέρου κράτους είναι κατ' ανάγκην, σε όλες τις περιπτώσεις, περιπλοκότερος και με μειωμένες πιθανότητες επιτυχίας από έναν παρεμφερή δικαστικό αγώνα τον οποίο θα μπορούσε να κινήσει ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων.
26 Κατά συνέπεια, η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή.
Επί της υποχρεώσεως συστάσεως εγγυήσεως σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στην ημεδαπή
27 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεως στην Ιταλία, όπως προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο c, του νόμου 196/97, αντιβαίνει επίσης στο άρθρο 49 ΕΚ, στον βαθμό που συνιστά προδήλως πρόσκομμα στην άσκηση, στην Ιταλία, της δραστηριότητας της διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση από εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη επιχειρήσεις οι οποίες ήδη υποχρεούνται να πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένες.
28 Κατ' αναλογίαν προς την προαναφερθείσα απόφαση Svensson και Gustavsson, η Επιτροπή υποστηρίζει επιπλέον ότι η υποχρέωση συστάσεως αυτού του είδους της εγγυήσεως σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στην ημεδαπή αντιβαίνει τόσο στο άρθρο 56 ΕΚ όσο και στο άρθρο 49 ΕΚ και δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί παρά μόνο για τους λόγους γενικού συμφέροντος τους οποίους ρητώς προβλέπει το άρθρο 46 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 55 ΕΚ.
29 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεως σκοπεί στη διασφάλιση της καταβολής των μισθών και των αντίστοιχων κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων οι οποίοι απασχολούνται από επιχειρήσεις διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εγγύηση την οποία προβλέπει η ιταλική νομοθεσία δεν μπορεί να θεωρηθεί ανάλογη ή παρεμφερής με τις εγγυήσεις που απαιτούν οι νομοθεσίες άλλων κρατών μελών, στον βαθμό που οι τελευταίες αυτές εγγυήσεις σκοπούν στη διασφάλιση των αξιώσεων που γεννώνται σε άλλο κράτος μέλος ή επιδιώκουν σκοπούς διαφορετικούς από αυτούς της εγγυήσεως του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο c, του νόμου 196/97.
30 Όσον αφορά την υποχρέωση συστάσεως της εν λόγω εγγυήσεως σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στην ημεδαπή, η Ιταλική Κυβέρνηση παραπέμπει στα επιχειρήματα που προέβαλε στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεως της Επιτροπής υποστηρίζοντας ότι η σύσταση εγγυήσεως σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος θα συνεπαγόταν μεγαλύτερες δαπάνες για τον εργαζόμενο.
Επί της υποχρεώσεως συστάσεως εγγυήσεως
31 Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 49 ΕΚ επιτάσσει όχι μόνον την εξάλειψη κάθε δυσμενούς διακρίσεως έναντι του εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος παρέχοντος υπηρεσίες λόγω της ιθαγένειάς του, αλλά και την κατάργηση κάθε περιορισμού, ακόμη και αν αυτός εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο στους παρέχοντες υπηρεσίες που έχουν την ιθαγένειά του όσο και σ' αυτούς των άλλων κρατών μελών, οσάκις μπορεί να παρεμποδίσει, να παρεμβάλει προσκόμματα ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστικές τις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες όταν αυτός είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, όπου νομίμως παρέχει ανάλογες υπηρεσίες (βλ., μεταξύ άλλων, τις προαναφερθείσες αποφάσεις Parodi, σκέψη 18, και Arblade κ.λπ., σκέψη 33).
32 Δεν αμφισβητείται δε ότι η υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεως, από την οποία εξαρτάται η λήψη της αδείας που απαιτείται για την άσκηση στην Ιταλία της δραστηριότητας της διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση, μπορεί να παρεμβάλει προσκόμματα στις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος και, ως εκ τούτου, συνιστά περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 49 ΕΚ.
33 Όσον αφορά τα επιχειρήματα που προέβαλε η Ιταλική Κυβέρνηση προκειμένου να δικαιολογήσει τον περιορισμό αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, επίσης κατά πάγια νομολογία, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ως θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης, μπορεί να περιοριστεί μόνον από ρυθμίσεις δικαιολογούμενες από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και εφαρμοζόμενες σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους όπου παρέχονται οι υπηρεσίες, εφόσον το συμφέρον αυτό δεν διασφαλίζεται από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος (βλ., μεταξύ άλλων, τις προαναφερθείσες αποφάσεις Parodi, σκέψη 21, Arblade κ.λπ., σκέψη 34, και Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 23).
34 Υποχρεώνοντας όμως όλες τις επιχειρήσεις να συστήνουν την εγγύηση που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο c, του νόμου 196/97 προκειμένου να λάβουν την άδεια που απαιτείται για την άσκηση, στην Ιταλία, της δραστηριότητας της διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση, ο ανωτέρω νόμος αποκλείει το να λαμβάνονται υπόψη παρεμφερείς υποχρεώσεις, λόγω του σκοπού που επιδιώκουν, στις οποίες ο παρέχων τις υπηρεσίες ήδη υπόκειται στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένος (βλ., στο πνεύμα αυτό, πέραν των προπαρατεθεισών αποφάσεων Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 38, και Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 24, την απόφαση της 9ης Μαρτίου 2000, C-358/98, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2000, σ. Ι-1255, σκέψη 13).
35 Κατά συνέπεια, η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής, στον βαθμό που αμφισβητεί τη νομιμότητα της υποχρεώσεως συστάσεως εγγυήσεως, είναι βάσιμη.
Επί της υποχρεώσεως συστάσεως εγγυήσεως σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στην ημεδαπή
36 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, αφενός, ότι δεν αμφισβητείται ότι, όπως προκύπτει από το σημείο IX της ονοματολογίας των κινήσεων κεφαλαίου που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 88/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου 67 της Συνθήκης (ΕΕ L 178, σ. 5), οι εγγυήσεις που χορηγούνται από μη κατοίκους σε κατοίκους ή από κατοίκους σε μη κατοίκους συνιστούν κινήσεις κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 1 της ανωτέρω οδηγίας και, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στο άρθρο 56, παράγραφος 1, ΕΚ (βλ., στο πνεύμα αυτό, απόφαση της 16ης Μαρτίου 1999, C-222/97, Trummer και Mayer, Συλλογή 1999, σ. Ι-1661, σκέψεις 21 έως 24).
37 Αφετέρου, η υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεως σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στην ημεδαπή, όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο c, του νόμου 196/97, συνιστά περιορισμό στις κινήσεις κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 56, παράγραφος 1, ΕΚ, καθόσον εμποδίζει μια επιχείρηση, που επιθυμεί να ασκήσει στην Ιταλία τη δραστηριότητα της διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση, να υποβάλει, προκειμένου να λάβει την απαιτούμενη προς τούτο άδεια, την εγγύηση που έχει συστήσει σε πιστωτικό ίδρυμα το οποίο είναι εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος.
38 Επιπλέον, μια εθνική διάταξη όπως είναι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο c, του νόμου 196/97, στον βαθμό που αναθέτει αποκλειστικά στα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν ή έχουν υποκατάστημα στην Ιταλία τη σύσταση των εγγυήσεων που απαιτούνται για τη λήψη της εν λόγω αδείας, συνιστά επίσης δυσμενή διάκριση εις βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη, απαγορευόμενη από το άρθρο 49, πρώτο εδάφιο, ΕΚ (βλ., στο πνεύμα αυτό, την προαναφερθείσα απόφαση Svensson και Gustavsson, σκέψη 12).
39 Όσον αφορά τα επιχειρήματα που προβάλλει η Ιταλική Κυβέρνηση προκειμένου να δικαιολογήσει το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο c, του νόμου 196/97, αρκεί η διαπίστωση ότι η σύσταση της εγγυήσεως, που επιβάλλει η ανωτέρω διάταξη, βαρύνει την επιχείρηση διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση και, ως εκ τούτου, δεν συνεπάγεται δαπάνες εις βάρος των εργαζομένων που η επιχείρηση αυτή απασχολεί.
40 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής, στον βαθμό που βάλλει κατά της υποχρεώσεως συστάσεως εγγυήσεως σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στην ημεδαπή, είναι επίσης βάσιμη και, ως εκ τούτου, η εν λόγω αιτίαση πρέπει να γίνει δεκτή στο σύνολό της.
41 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, υποχρεώνοντας τις επιχειρήσεις διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη να εδρεύουν ή να έχουν υποκατάστημα στην ημεδαπή και να καταθέτουν εγγύηση ύψους 700 εκατομμυρίων ITL σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στην ημεδαπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 49 ΕΚ και 56 ΕΚ.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
42 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα η Ιταλική Δημοκρατία, η οποία ηττήθηκε, η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, υποχρεώνοντας τις επιχειρήσεις διαθέσεως εργατικού δυναμικού για προσωρινή απασχόληση που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη να εδρεύουν ή να έχουν υποκατάστημα στην ημεδαπή και να καταθέτουν εγγύηση ύψους 700 εκατομμυρίων ITL σε πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει ή έχει υποκατάστημα στην ημεδαπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 49 ΕΚ και 56 ΕΚ.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy